Ύμνος προς Αθηνά Παλάδα


Ω! Αθηνά, εσέ καλούμε, την αδάμαστη και αμείλικτη, την φιλόσοφο άμα και φιλοπόλεμο Θεά. Εσέ που συγκρατείς και πρυτανεύεις στις εντός του σύμπαντος αντιθέσεις – για αυτό και καλείσαι Αθηνά Νίκη-, εσέ που κινείς μόνη σου την αιγίδα και φέρεις την κεφαλή της Μέδουσας! Πρόσελθε θεά κοντά μας, εσύ που κινείς την όλη ειμαρμένη και κατευθύνεις τις δημιουργίες αυτής! Πρόσελθε Θεά ιλεώς σε μας και δώσε μας άχραντη σοφία & νοητική δύναμη, χάρισέ μας Θεά τα Ολύμπια και ανάγωγα για τις ψυχές αγαθά, εξόρυξε μακριά από εμάς τα γενεσιουργά φαντάσματα, διέγειρε εντός μας τις καθαρές και αδιάφθορες σκέψεις για όλους τους θεούς και πέμψε μας το θεϊκό φως της νόησης σου! Ω εσύ που είσαι φωσφόρος θεός! Ανύψωσέ μας σώτειρα Θεά και ενίδρυσε μας στις καθολικές νοήσεις του μεγίστου Διός!

Πρόκλος : ύμνος στην Αθηνά πολυμήτιν

«Εισάκουσέ με, τέκνο του του Διός που έχει την αιγίδα, που ξεπήδησες από την πηγή του γεννήτορα και από την κορυφή της σειράς, αρσενόθυμε, που φέρεις την ασπίδα, που έχεις μέγα σθένος, οβριμόπατρη, Παλλάς, Τριτογένεια,  που σείεις το δόρυ, χρυσόκρανη, εισάκουσέ με. Δέξου τον ύμνο πότνια, με εύφρονα θυμό, και μην αφήσεις ποτέ έτσι τα λόγια μου στους ανέμους, εσύ που άνοιξες τους θεοστιβείς πυλώνες της σοφίας και δάμασες τα θεΐμαχα φύλα των χθόνιων Γιγάντων. Εσύ που αποφεύγοντας τον πόθο του ερωτοχτυπημένου Ηφαίστου διαφύλαξες το αδάμαστο χαλινάρι της παρθενίας σου. Εσύ που έσωσες ακέραιη την καρδιά του άνακτα Βάκχου στο κοίλωμα του αιθέρα, όταν κάποτε μερίστηκε από τα χέρια των Τιτάνων, και την πείρες και την έφερες στον Πατέρα, για να ξανα-γεννηθεί περί τον Κόσμο ένας νέος Διόνυσος από την Σεμέλη σύμφωνα με τις άρρητες βουλές του Πατέρα. Ο δικός σου πέλεκυς, αφού έκοψε σύριζα τα θηριώδει κεφάλια κατεύνασε την γενιά των παθών της πανδερκούς Εκάτης. Εσύ που ηράσθεις το σεμνό κράτος των αρετών που εγείρουν τους βροτούς. Εσύ που κόσμησες όλον τον βίο με τις πολυειδής τέχνες βάζοντας μέσα στις ψυχές νοερή δημιουργία. Εσύ που έλαχες την Ακρόπολη σε υψύλοφο κολώνα, σύμβολο πότνια, της κορυφής της μεγάλης σου σειράς. Εσύ που αγάπησες την ανδροθρέφτρα χθόνα, την μητέρα των βίβλων, αντιστεκόμενη στον ιερό πόθο του πατράδελφού σου, και έδωσες στο άστυ να έχει το όνομά σου και φρένες εσθλές. Εκεί, κάτω από τις παρυφές του όρους έκανες να βλαστήσει μια ελιά, σημάδι της μάχης πασίδηλο για τους μεταγενέστερους. Τότε που την αρωγή του Ποσειδώνα ένα τεράστιο κύμα που σηκώθηκε από τον πόντο έπεσε πάνω στους Κεκρωπίδες, πλήττοντας τα πάντα με τα πολυτάραχα νερά του. Εισάκουσέ με, εσύ που απαστράπτεις αγνό φως από το πρόσωπό σου. Δώσε όλβιο λιμάνι σε εμένα που περιπλανιέμαι γύρω από την γη, δώσε στην ψυχή μου φως αγνό από τους ιερούς μύθους σου και σοφία και έρωτα. Έμπνευσε στον έρωτά μου τόσο και τέτοιο μένος(δύναμη) ώστε από τους κόλπους της χθόνας να με τραβήξει και πάλι προς τον Όλυμπο, στην κατοικία του πατρός σου. Και αν κάποιο βαρύ σφάλμα του βίου μου με δαμάζει – γιατί γνωρίζω, ότι μαστίζομαι από πολλές, κάθε φορά διαφορετικές, ανόσιες πράξεις, τις οποίες διέπραξα με άφρονα θυμό -, ελέησέ με, μειλιχόβουλε, σώτειρα των βροτών, και μην με αφήσεις να γίνω λάφυρο και έρμαιο των τρομερών Ποινών πιασμένο στο δάπεδο στο δάπεδο, γιατί καυχιέμαι ότι ανήκω σε εσένα. Δώσε στα μέλη μου σταθερή και αβασάνιστη υγεία, και διώχνε τις αγέλες των πικρών νόσων που λιώνουν την σάρκα, ναι, σε ικετεύω, βασίλισσα, και με το αμβρόσιο χέρι σου παύσε όλη την κακότητα των μελανών οδυνών. Δώσε στον πλου του βίου μου γαλήνιους ανέμους, τέκνα, σύζυγο, κλέος, όλβο, εράσμια ευφροσύνη, πειθώ, συζητήσεις με φίλους, αγγυλομήτην νου, κράτος επι των εχθρών μου, πρώτη θέση μεταξύ του λαού. Εισάκουσέ με, εισάκουσέ με, άνασσα. Ενοποιών σου προσέρχομαι με πολλές ικεσίες λόγω επιτακτικής ανάγκης. Εσύ εισάκουσέ με μειλίχιο αυτί.»

Advertisements