1501822_750516771642903_74867389_n

Προτομή του θείου Πλωτίνου (204 – 269 μ.Χ.). Ένας εκ των θειώτερων σχολαρχών της Αλεξανδρινής νέο-πλατωνικής σχολής. Μαθητής του θείου Αμμώνιου Σακκά (175 – 242 μ.Χ.), του ιδρυτή της νεο-πλατωνικής σχολής της Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

«Ο Πλωτίνος ήταν φιλόσοφος από την Αίγυπτο. Αν και μόλις έγραψα ότι ήταν Αιγύπτιος, θα προσθέσω και την ιδιαίτερη πατρίδα του. Λυκώ την ονομάζουν. Παρότι ο θεσπέσιος φιλόσοφος Πορφύριος αυτό δεν το έγραψε, λέει ότι ήταν μαθητής του και ότι σπούδασε δίπλα του για όλη του την ζωή ή για το μεγαλύτερο μέρος της. Οι βωμοί αυτού του Πλωτίνου είναι ζεστοί μέχρι και σήμερα και τα βιβλία του για τους πλατωνικούς λόγους δεν βρίσκονται μόνο στα χέρια των πεπαιδευμένων, αλλά και οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και αν δεν καταλαβαίνουν κάποιες απόψεις του, επηρεάζονταιι από αυτές. Ο Πορφύριος αναφέρει τα πάντα για την ζωή του, ώστε κανένας δεν θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα. Φαίνεται επίσης ότι ερμήνευσε πολλά από τα βιβλία του.»
—Βλ. Ευνάπιος «Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, 3.1.1.1 – 3.1.5.2» —

«Ο Πλωτίνος, ο φιλόσοφος της εποχής μας, έδειχνε να ντρέπεται που βρισκόταν μέσα σε σώμα. Λόγω αυτής τους της διάθεσης, δεν άντεχε να μιλά για την καταγωγή του, τους γονείς του ή την πατρίδα του. Θεωρούσε μάλιστα τόσο ανάξιο να τον απεικονίσει ζωγράφος ή γλύπτης, ώστε, όταν ο Αμέλιος τον παρακαλούσε να αφήσει να φτιάξουν την προσωπογραφία του, αυτός είπε : “Δεν είναι λοιπόν αρκετό που κουβαλάμε αυτό το είδωλο, μέσα στο οποίο μας έκλεισε η φύση, πρέπει κιόλας να συγκατατέθω στο αίτημά σου να αφήσω πίσω μου ένα μακροβιότερο είδωλο του ειδώλου, λες και είναι κάτι πραγματικά αξιοθέατο».
—βλ. Πορφύριος «Περί του Πλωτίνου βίου και της τάξεως των βιβλίων αυτού, 1.1 – 1.9». —

Ο Πλωτίνος δημιούργησε έναν κύκλο εκλεκτών μαθητών και φιλοσόφων, ανάμεσά στους οποίους ήταν ο Πορφύριος ο Τύριος και ο Αμέλιος, αλλά και γνωστά ονόματα της τότε ρωμαϊκής κοινωνίας, καθώς και ο αυτοκράτωρ Γαλλιηνός, ο οποίος μάλιστα πρότεινε να του διαθέσει τα μέσα για να μπορέσει να κάνει πραγματικότητα μια ιδέας του, να ιδρύσει μια δική του πόλη στην Καμπανία. Αυτή η πόλη των φιλοσόφων θα ονομάζονταν «Πλατωνόπολης» και θα διοικούταν κατά τα ιδανικά πρότυπα της πλατωνικής «Πολιτείας». Ωστόσο, το φιλόδοξο αυτό σχέδιο του Πλωτίνου τελικά δεν ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Ο χρησμός που έδωσε γι’ αυτόν ο ίδιος ο Απόλλων τον αποκαλεί «Δαίμονα, άνθρωπε παλιά, μα τώρα σύντροφε των θεϊκότερων Δαιμόνων»∙ τον κατατάσσει στην Δαιμόνια Ομήγυριν, εκεί όπου έχουν τον θρόνο τους οι Διακαστές, οι παίδες του Διός, ο Μίνως, ο Αιακός και ο Ραδάμανθυς. Αυτόν δεν θα τον περάσουν από κρίσι, αλλά θα τον καλωσορίσουν στην συντροφιά τους, στην οποία προσκαλούνται όσοι είναι άριστοι. Μεταξύ αυτών ο Πλάτων, ο Πυθαγόρας και όλα τα μέλη του χορού του αθανάτου έρωτος. Ο Πλωτίνος φαίνεται να άφησε την θεϊκή φωτεινή ακτίνα προς όφελος της ανθρωπότητος∙ να τους διδάξει το πώς να επανορθώσουν την βλάβη που συνέβαλλε στην εξορία τους από το Αγαθό και να επιστρέψουν στην αληθινή τους πατρίδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι κατήλθε στην γένεσι για να αποκαλύψει τις απόκρυφες αλήθειες στον οποιοδήποτε άνθρωπο. θα ήταν μια μάταιη και γελοία προσπάθεια. Καθώς, όπως δικαίως παρατηρεί ο Πλάτων, τα μάτια του πλήθους δεν είναι αρκετά δυνατά να κοιτάξουν την Αλήθεια. Σε κάθε τάξη των Όντων στο Σύμπαν υπάρχουν πρώτα, μέσα, και τελευταία, ούτως ώστε η πρόοδος (πορεία) των πραγμάτων να σχηματίζει μια συνεχή αλυσίδα, ξεκινώντας από τον Θεό και καταλήγοντας στην ύλη. Λόγω αυτής της συνδέσεως, ένα μέρος του ανθρωπίνου είδους ενώνεται φυσικώς, μέσω υπερβατικότητας, με όντα τάξεως ανωτέρας του ανθρώπου. ένα άλλο μέρος, μέσω μεγάλης υποβαθμίσεως συνδέεται με τα θηρία. και ένα τρίτο, το οποίο έχει τον ρόλο συνδετικού κρίκου μεταξύ των άλλων δύο, κατέχει τις ιδιότητες εκείνες που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση όπως της αναλογεί. Το πρώτο λόγω της τελειότητός του είναι μικρό σε αριθμό. Το μεσαίο είναι πολυπληθές. Ενώ το τελευταίο είναι αμέτρητο σε πλήθος. Ο Πλωτίνος ήρθε ως οδηγός για εκείνους που γεννήθηκαν με κάποια θεία μοίρα και αγωνίζονται να κερδίσουν την χαμένη φωτεινή χώρα, αλλά δεν γνωρίζουν τον τρόπο να σπάσουν τα δεσμά που τους κρατούν. που αγωνιούν να αφήσουν το σκοτεινό σπήλαιο των αισθήσεων, όπου όλα είναι απατηλά και σκιές, και να ανέλθουν στα βασίλεια του Νου, όπου όλα είναι ουσία και πραγματικότητα.

Αυτός ο εξαίσιος άνδρας φαίνεται να είναι ο πρώτος των Πλατωνικών Φιλοσόφων που ξεκάθαρα και ευκρινώς επιβεβαίωσε την ύπαρξη των τριών αρχικών υποστάσεων: Εν-Αγαθόν, Νους, Ψυχή, και απέδειξε ότι δεν δύναται να υπάρχουν ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες από αυτές. Αυτές όμως οι τρεις υποστάσεις διαφοροποιούνται ουσιωδώς μεταξύ τους. Συμφώνως προς τον Πλάτωνα το Αγαθόν είναι υπερ-ούσιον∙ ο Νους είναι μια αμέριστη και σταθερή ουσία, και η Ψυχή μια αυτοκινούμενη ουσία, που υφίσταται ως μέσον μεταξύ του Νου και της Φύσεως που διανέμεται στα σώματα. Ας σημειωθεί, όμως, ότι δεν υπάρχει ταύτισης μεταξύ Πλατωνικής και Χριστιανικής Τριάδος όπως λανθασμένα υποστηρίζουν λόγω αγνοίας διάφοροι μελετητές. Διότι, το Αγαθόν ή ο ύψιστος Θεός, κατά τον Πλάτωνα, όντας τόσο πολύ εξηρημένος απ’ όλο το πλήθος, που γι’ αυτό βρίσκεται και πέραν της ουσίας, δεν συναριθμείται με κανένα πράγμα, ούτε με τις άλλες δύο προαναφερθείσες αρχές, ούτε με καμμιά τριάδα. Πράγματι, σε κάθε τάξη των όντων η Tριάς είναι άμεσος απόγονος μιας Mονάδος. Όθεν, η Νοητή Τριάς προκύπτει απ’ ευθείας από την Άρρητη Αρχή των πραγμάτων. Ο Φάνης, ή ο Νοητός Νους, που είναι το πέρας (τέλος) της Νοητής Τάξεως, είναι η Μονάς, ο Ηγέτης, και η Παραγωγική Αιτία μιας Τριάδος, που ονομάζεται Νοητή και Νοερή. Παρομοίως, το έσχατο άκρο αυτής της τάξεως παράγει αμέσως απ’ τον εαυτό του την Νοερή Τριάδα: Κρόνος, Ρέα, Ζευς. Πάλι, ο Ζευς, ο οποίος είναι επίσης ο Δημιουργός, είναι η Μονάς της Υπερκόσμιας Τριάδος. Ο Απόλλων, που βρίσκεται στο άκρο της Υπερκόσμιας Τάξεως, παράγει μια Τριάδα των Απολύτων Θεών (Υπερκόσμιοι και συνάμα Εγκόσμιοι). Και το άκρον αυτής της Τάξεως γίνεται η Μονάς για μια Τριάδα των Εγκοσμίων Θεών. Αυτή η Θεωρία, που είναι παράγωγο μιας τέλειας επιστήμης, βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την Θεολογία των Χαλδαίων. Διαβάζουμε κάπου στα Χαλδαϊκά Λόγια: «Παντὶ γὰρ ἐν κόσμῳ λάμπει τριάς, ἧς μονὰς ἄρχει.»

Αυτό επιπροσθέτως φαίνεται να είναι ένα χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας του Πλωτίνου, το ότι θεώρησε όλες τις προαναφερθείσες τάξεις, όλα τα Όντως Όντα που είναι ανώτερα της Ψυχής, και όλο το πλήθος των Ιδεών, ως συμπεριλαμβανόμενα σε έναν Ανώτατο Νου, που αποκαλείται Νοητός Κόσμος, και ότι υφίστανται σε αδιαίρετη ένωση, χωρίς καμμιά ειδική διάκριση. Επομένως, ο Πλωτίνος ήταν περισσότερο απασχολημένος στο να εξετάσει βαθιά την φύση αυτού του Θείου Κόσμου, παρά να ξεδιπλώσει επιστημονικώς τα Όντα που αυτός περιέχει. Πράγματι, η σκέψη του έχει προσαρμοστεί στην ενδόμυχη κατανόηση της κρυφής ουσία ενός πράγματος, παρά σε μιαν εξήγηση της βαθμιαίας εμφανίσεώς του. Παρ’ όλα αυτά, αν και δεν ανέπτυξε τις ιδιαίτερες προόδους των Όντως Όντων, εισήγαγε τις αρχές αυτής της εξαίσιας έρευνας στα γραπτά του. και έθεσε το θεμέλιο αυτού του θαυμαστού και πανέμορφου συστήματος, το οποίον βαθμιαίως αποκαλύφθηκε απ’ τους μεταγενέστερους Πλατωνιστές, και έλαβε την τελειοποίηση του απ’ την αιχμηρή, ακριβή, και κομψή μεγαλοφυΐα του Πρόκλου.

Both comments and trackbacks are currently closed.