1491289_768302296531017_1224575326_o

ο θείος Ιάμβλιχος

Σύμφωνα με τον Ευνάπιο, που παραθέτει την βιογραφία του στο έργο του Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών V,
«…….ήταν προς όλους άφθονος (στην προσφορά αγαθών). Λίγα έπραττε μόνος του, χωριστά των εταίρων (μαθητών) και συνομιλητών του, όταν λάτρευε το Θείον. Τις περισσότερες φορές ήταν παρών στους εταίρους του, όντας εύκολος στον τρόπο ζωής του και ακολουθώντας τις αρχαίες συνήθειες, ενώ κατά το ποτό με την ομιλία του τούς κατευχαριστούσε και τους γέμιζε σαν με νέκταρ. Αυτοί μη χορταίνοντας ποτέ την απόλαυση και επιζητώντας την αδιάκοπα, τον ενοχλούσαν συνεχώς. Θέτοντας ως αντιπροσώπους τους τούς πιο ευφραδέστατους είπαν προς αυτόν: ‘‘Γιατί, ω θειότατε διαδάσκαλε, πράττεις κάποια πράγματα μόνος σου, και δεν μεταδίδεις και σε μας την τελειοτάτη σοφία; Λένε κάποιοι από τους δούλους σου ότι ευχόμενος στους Θεούς μετεωρίζεσαι από την γη πλέον των δέκα πήχεων, ενώ το σώμα σου και τα ρούχα σου αποκτούν χρυσοειδές κάλλος. Όταν τελειώνεις την ευχή, το σώμα γίνεται όπως πριν, και κατεβαίνοντας στην γη συναναστρέφεσαι μαζί μας’’. Ο Ιάμβλιχος, ενώ δεν συνήθιζε να γελά, γέλασε με αυτούς του λόγους, και τους είπε ότι: ‘‘αυτός που σας εξαπάτησε ήταν χαριτωμένος, αλλά δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Όμως, από εδώ και στο εξής δεν θα κάνω τίποτε χωρίς εσάς’’».

Ο Ευνάπιος αναφέρει και ένα άλλο, ακόμη πιο εντυπωσιακό περιστατικό. Ο Ιάμβλιχος συνήθιζε να πηγαίνει το καλοκαίρι με τους μαθητές του στα Γάδαρα, πόλη φημισμένη για τα θερμά λουτρά της. Οι μαθητές τον παρακαλούσαν από καιρό να τους δείξει τις δυνάμεις του μα εκείνος αρνιόταν πάντα, ώσπου «…χαμογελώντας ο Ιάμβλιχος τους είπε: ‘‘δεν είναι ευσεβές να επιδεικνύονται αυτά, αλλά για χάρι σας θα το κάνω’’. Ήταν εκεί δύο θερμές κρήνες, μικρές μεν αλλά χαρίεστατες, και ζήτησε από τους μαθητές του να μάθουν από τους εγχώριους ποια ήταν τα παλαιά τους ονόματα. Αφού το έκαναν του είπαν: ‘‘δίχως να υπάρχει λόγος, η μια καλείται Έρως και η άλλη Αντέρως’’. Αυτός αμέσως άγγιξε το νερό με το χέρι του (έτυχε να κάθεται στην άκρη της κρήνης) και προφέροντας μια σύντομη επίκλησι κάλεσε από τα βάθη της ένα παιδίον. Το παιδίον ήταν λευκό, μετρίου μεγέθος, είχε χρυσοειδή μαλλιά, ενώ οι πλάτες και το στέρνο του έλαμπαν. Έμοιαζε με κάποιον που μόλις είχε κάνει το λουτρό του. Οι μαθητές έμειναν έκθαμβοι, αλλά ο Ιάμβλιχος είπε: ‘‘πάμε στην διπλανή κρήνη’’, και σηκώθηκε και τους οδήγησε εκεί σκεφτικός. Ύστερα επανέλαβε τα ίδια ακριβώς με πριν και κάλεσε έναν άλλον Έρωτα, όμοιο σε όλα με τον πρώτο, με εξαίρεση τα μαλλιά του που ήταν πιο σκουρόχρωμα και ηλιόλουστα. Τα δύο αγόρια αγκάλιασαν τον Ιάμβλιχο και σφίχτηκαν επάνω του σαν ήταν πραγματικός πατέρας τους. Έπειτα ξαναέστειλε το καθένα στον τόπο του κι έφυγε να κάνει το λουτρό του, μέσα στο σεβασμό των μαθητών του. Μετά από αυτό, οι μαθητές του έπαψαν να του ζητούν άλλες αποδείξεις και επίστευσαν χάριν σε αυτά που τους αποκαλύφτηκαν, μένοντας προσκολλημένοι κοντά του σαν αδιάσπαστη αλυσίδα».

Both comments and trackbacks are currently closed.