Ο του ιστοχώρου δημιουργός: οντικό «βιογραφικό»


Κάλλιστη είναι η θέα του σύμπαντος ουρανού και των εν αυτώ φερούμενων αστέρων, εάν κάποιος μπορεί να διακρίνει την τάξη. Με την μετουσία βεβαίως του Πρώτου και του Νοητού έγινε αυτός ωραίος. Το Πρώτο εκείνο ήταν των Αριθμών και των Λόγων η φύση που διαπερνά τα πάντα, βάσει των οποίων όλα έχουν τακτοποιηθεί επιμελώς και έχουν διακοσμηθεί ευπρεπώς, ενώ σοφία είναι η όντως επιστήμη, η ασχολούμενη περί τα ωραία και τα πρώτα και [τα] θεία και ακήρατα και αυτά που ήταν ίδια πάντοτε και κατά τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονταν, στα οποία θα μπορούσε κανείς να πει, συμπεριλαμβάνονται και όλα τα άλλα. Φιλοσοφία, λοιπόν, είναι η μετά ζήλου επιδίωξη της θεωρίας αυτής των πάντων.

Δηλ., αυτά τα ποικίλματα[1] (=στολίδια) που φαίνονται στον ουρανό, επειδή ακριβώς ανήκουν στον ορατό Κόσμο, πρέπει να τα νομίζουμε πως είναι τα κάλλιστα και τα ακριβέστατα από τα τέτοια ορατά, αλλά από τα αληθινά είναι πολύ κατώτερα, καθώς και από τις κινήσεις που προκαλεί η αληθινή ταχύτητα και η αληθινή βραδύτητα, με βάση τον αληθινό αριθμό και όλα τα αληθινά σχήματα προς το άλλο, και κινήσεις που μεταδίδονται σε όλα τα ουράνια σώματα, όσα υπάρχουν στην δική τους περιοχή. Και όλα αυτά μόνο με την διάνοια και τον Λόγο [λογική] είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά, όχι όμως και με την όραση. Ως εκ τούτου τα ποικίλματα (=στολίδια) που βλέπουμε στον ουρανό πρέπει να τα μεταχειριστούμε ως παραδείγματα συγκεκριμένα για να φθάσουν στην μάθηση εκείνων, των νοητών, απαράλλακτα ακριβώς όπως κανείς θα έκανε αν τύχαινε να εύρη σχεδιαγράμματα γραμμένα και καλοδουλεμένα εξαιρετικά από τον Δαίδαλο, ή από άλλον τεχνίτη ή ζωγράφο.

Δηλ. τα ποικίλματα (στολίδια) που φαίνονται στον ουρανό είναι απεικονίσεως (εικόνες) των νοητών θεών, όπως τα αγάλματα, που οι ίδιοι οι Θεοί κατασκεύασαν.

Τα ποικίλματα (στολίδια) που φαίνονται στον ουρανό, ως εικόνες/αγάλματα των νοητών θεών, δημιουργήθηκαν με την μετουσία του Πρώτου και του νοητού και έγιναν ωραία. Το Πρώτο εκείνο ήταν των Αριθμών και των Λόγων η φύση που διαπερνά τα πάντα, βάσει των οποίων όλα έχουν τακτοποιηθεί επιμελώς και έχουν διακοσμηθεί ευπρεπώς.

Εξ ου και όταν ο Πυθαγόρας ρωτήθηκε σχετικά με το «ποίο είναι αυτό από τα όντα για χάρη του οποίου μας γέννησε η Φύση και ο Θεός«, απάντησε ότι “για να θεάσθαι τον ουρανό”, και ισχυριζόταν ότι ο ίδιος ήταν θεωρός της Φύσης (αισθητή και νοητή) και ότι για αυτό τον λόγο είχε έλθει στην ζωή. Επίσης ο Αναξαγόρας, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο θα επέλεγε κάποιος να γεννηθεί και να ζήσει, απάντησε προς την ερώτηση “για να θεάται τα περί τον ουρανό και τα περί αυτόν άστρα και την σελήνη και τον ήλιο”, ως όλα τα άλλα να είναι εντελώς ανάξια.

Εν ολίγοις κάθε άνθρωπος έχει συγκροτηθεί από τον Θεό για την γνώση και την θεώρηση.

Ενώ Φιλόσοφοι είναι όσοι μπορούν να πλησιάζουν το παντοτινά αμετάβλητο, ενώ δεν διαφέρουν από τυφλούς όσοι δεν έχουν πραγματικά γνώση της ουσίας κάθε πράγματος. Κατ’ αυτήν την έννοια η Φιλοσοφία δεν κατευθύνεται απλά προς την γνώση, αλλά προς το οράν το νοητό σύμπαν!

Μάλιστα τα Μαθηματικά και η σχετική θεωρία και οι επιστήμες, όσα δηλ. ανοίγουν πραγματικά τα όμματα της ψυχής και καθαρίζουν τον νου από την τύφλωση των άλλων απασχολήσεων εμφυτεύθηκαν στους Έλληνες από τον Πυθαγόρα με σκοπό να μπορούν να βλέπουν τις πραγματικές αρχές και αιτίες των πάντων.

Η Γεωμετρία και η Αριθμητική αποβλέπουν στην γνώση του αεί Όντος και όχι εκείνου που γεννιέται κάποτε ως κάτι και κατόπιν χάνεται. Η γεωμετρική γνώση αναφέρεται στο Αεί ΟΝ. Η Γεωμετρία έχει τη δύναμη να τραβήξει την ψυχή προς την αλήθεια και να κάνει ικανή την διάνοια του φιλοσόφου να στρέφεται προς τα άνω, προς το όντως ΟΝ, ενώ τώρα είναι στραμμένη προς τα κάτω.

Άλλωστε η πρώτη μελέτη όλων των μαθηματικών και κάθε ξεχωριστού κλάδου τους, όποιος και αν είναι κάθε φορά, είναι η θεολογία, η οποία προσαρμόζεται στην ουσία και στην δύναμη, στην τάξη και στις ενέργειες των Θεών με μια κατάλληλη προσομοίωση, πράγμα που από τους Πυθαγορείους θεωρείται άξιο για τον μεγαλύτερο ζήλο, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των αριθμών ποιοι αριθμοί είναι συγγενείς και όμοιας φύσεως με ποιους Θεούς. Και είναι σύνηθες σε αυτούς στην περίπτωση των άλλων μαθηματικών να σκέφτονται το ίδιο πράγμα. Μετά από αυτό, λοιπόν, τα μαθηματικά σύμφωνα με τους Πυθαγορείους επιχειρούν να ενεργήσουν γύρω από το νοητικό όντως ΟΝ, τον νοητικό κύκλο και τον ειδιτικό αριθμό, και παρατηρούνται πολλές άλλες παρόμοιες μαθηματικές γνώσεις σε συμφωνία με την καθαρότατη ουσία. Έπειτα επικεντρώνουν τη μελέτη των μαθηματικών στην αυτοκίνητη ουσία και στους αΐδιους Λόγους, προσδιορίζοντας τον ίδιο τον αυτοκίνητο αριθμό και ανευρίσκονταις κάποια μέτρα των Λόγων με βάση κάποιες μαθηματικές συμμετρίες. Μεγάλο, μάλιστα, μέρος της μαθηματικής επιστήμης αφορά τον ουρανό και όλες τις εν ουρανό περιφορές, και τις απλανείς και αυτές των πλανητών, συνεξετάζοντας όχι μόνο τις ποικίλες κινήσεις των σφαιρών αλλά και τις ομοιόμορφες κινήσεις τους. Στη συνέχεια μελετά τους ένυλους Λόγους και τα ένυλα Είδη, πως έχουν λάβει υπόσταση και πως εξαρχής παράχθηκαν. Γιατί τέτοιο είναι το έργο της μαθηματικής επιστήμης το οποίο διανοητικά χωρίζει το Είδος (=μορφή) και τα σχήματα από τα σώματα. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να μελετήσει τη φύση όσων βρίσκονται εν τη γενέσει, παρατηρώντας τα απλά στοιχεία και τους περί τα σώματα Λόγους.

Η πυθαγόρεια διδασκαλία χρησιμοποιεί όλα αυτά τα μέρη της μεθόδου και στους επιμέρους κλάδους και σε όλα τα μαθηματικά, και μέσω αυτών δημιουργεί την τάξη και την κάθαρση. Γιατί, όπως ακριβώς στα μαθηματικά τα επόμενα αναγνωρίζονται από τα προηγούμενα, έτσι και στη περίπτωση των δυνάμεων της ψυχής η άνοδος προς τις τελειότερες ζωές και ενέργειες πραγματοποιείται μέσω αυτών. Αλλά όμως δεν αμελούν κάτι ούτε παραλείπουν κάτι από τα μεσαία που συμπληρώνουν την επιστήμη αυτού του είδους, αλλά ούτε αφήνουν αδιερεύνητα και τα άκρα. Και διατρέχουν ανελλιπώς τα πάντα, και έτσι αυτή η επιστήμη εφαρμόζει τη διαίρεση, την οποία κατέδειξε η διαιρετική επιστήμη, στα κυριότερα και πρωταρχικά γένη. Και από αυτή τη διαίρεση είναι δυνατόν να ανεύρουμε τους επιμέρους τομείς των μαθηματικών.

Είμαι, λοιπόν, μια δίια ψυχή τόσο της Αθηναϊκής & Ερμαϊκής βαθμίδας (=φιλοσοφία) όσο και της Ηλιακής & Εκατικής βαθμίδας (=τελεστική/θεουργία δια του πυρός) !

Άλλωστε η διαφορά στον τρόπο της φιλοσοφίας από την τελεστική/θεουργία, έγκειται στο γεγονός ότι η φιλοσοφία στην λήθη και στην ανάμνηση των αΐδιων Λόγων αποδίδει την απομάκρυνση από τους Θεούς και την επιστροφή αντίστοιχα. Ενώ η τελεστική/θεουργία τις αποδίδουν στην λήθη και στην ανάμνηση των πατρικών συμβόλων. Όμως και οι δύο επί της ουσίας συμφωνούν διότι η ψυχή έχει συσταθεί από τους Ιερούς/Νοερούς Λόγους και από τα θεία σύμβολα. Εκ των οποίων οι μεν Ιεροί/Νοεροί Λόγοι προέρχονται εκ των νοητικών Ειδών, τα δε θεία σύμβολα ή πατρικά συνθήματα προέρχονται εκ των θείων Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών. Και είμαστε εικόνες των νοητικών ουσιών και αγάλματα των αγνώστων συμβόλων. Και όπως ακριβώς κάθε ψυχή είναι πλήρωμα (=σύνολο) όλων των ειδών και έχει λάβει υπόσταση από μία αιτία, έτσι μετέχει σε όλα τα σύμβολα μέσω των οποίων συνδέεται με τον Θεό, ενώ η ύπαρξή της έχει καθοριστεί από ένα, με το οποίο ολόκληρο το πλήθος που έχει μέσα της συνάγεται σε μια κορυφή.

Είμαι λοιπόν ένας νοήμων Φιλόσοφος του όντως Όντος – του «ὂν ἀεί, γένεσιν δὲ οὐκ ἔχον» όπως λέγει ο Πλάτων στο έργο του “Τίμαιος” : μια διια ψυχή που διέρχεται σειρά γενέσεων – «διὰ τῆς ἐφεξῆς γενέσεως» – και έπειτα αποκαθίσταται «εἰς τοὺς ἔξω παντὸς κλύδωνος καὶ θαλάσσης» αμιγείς Κόσμους ! (η θάλασσα είναι ο αισθητός Κόσμος. Η γέννεσις.)

Είμαι ένας αληθώς αστρονόμος, ξεπερνώ την αισθητηριακή αντίληψη και άπασα την πλανωμένη/κινητή ουσία του ουρανού/Κόσμου και υπεραστρονομώ – πάνω και πέραν αυτού – εφαρμόζω δηλ. την αστρονομία πέραν και πάνω από τον αισθητό ουρανό στον νοητό ουρανό – αναζητώντας και ορώντας «τὴν αὐτοβραδυτῆτα καὶ τὸ αὐτοτάχος» – την ιδεατή δηλ. βραδύτητα και ταχύτητα – εντός του αληθινού αριθμού στην περιφορά του νοητού ουρανού.

Μιας και ο αληθινός φιλόσοφος πρέπει να είναι σοφότατος, εξ ου και δεν αστρονομώ κατά τον τρόπο που αναφέρει ο Ησίοδος και όλοι οι όμοιοί του.

Είμαι ένας φιλόσοφος έτσι όπως τον όρισαν οι Παρμενίδης, Πυθαγόρας και Πλάτων : ένας Μετεωρολόγος, κάποιος δηλ. που έχει επιλέξει τον βίο που οδηγεί προς τα άνω (=στο νοητό), κάποιος που προσπαθεί να μετεωρίζεται προς το ανώτατο σημείο του θεωρητικού/νοητικού βίου, εξ ου και προσπαθώ να ζω με ψυχικό πολίτευμα την του Πλάτωνος «Δικαιοσύνη – Πολιτεία» : αφενός νοητικά (τόσο ως προς το έλλογο ψυχικό μέρος μου όσο και πως την οντική συμπαντική ιεραρχία των όντων) αφετέρου σύμφωνα με την κατά Φύση πολιτική αρετή (ως προς τα εν τη γενέσει θνητά μέρη μου).

Άλλωστε, τα γένη στην πολιτεία είναι τρία, στην αναλογία τους προς τα τρία μέρη της ψυχής: οι φύλακες, ως βουλούμενο στοιχείο αντιστοιχούν προς το λογικό, οι επίκουροι ως πρόμαχοι αντιστοιχούν προς το θυμοειδές και οι θήτες ως αυτοί που εκπληρώνουν τις ανάγκες φυσικού χαρακτήρα αντιστοιχούν προς το επιθυμητικό. Επειδή λοιπόν ο καθένας είναι αυτό που δηλώνει ο τρόπος ζωής του, το λογικό είναι ο φύλακας, το θυμοειδές ο επίκουρος και το επιθυμητικό ο θήτης, ώστε και η δικαιοσύνη είναι το πολίτευμα που διέπει και διατρέχει τα πάντα, όταν ο καθένας επιτελεί το δικό του έργο, και έτσι ο ένας ζει με τον τρόπο του θήτη, ο άλλος με του επίκουρου και ο τρίτος με του φύλακα, που πάει να πει ως Φύση, φρούρηση και νόηση αντίστοιχα. Άλλωστε αυτή είναι και η θεώρηση του Πλάτωνα, μια και μόνη κατάσταση και διάθεση να είναι αυτή που οργανώνει και την πόλη και τον οίκο και το κάθε άνθρωπο. Ώστε ο καθένας από εμάς να ζει με τρόπο δίκαια οργανωμένο στην βάση του άριστου πολιτεύματος. Έτσι ότι είναι ο δήμος για την πόλη είναι το επιθυμητικό, και ότι είναι για την πόλη το βουλευόμενο αυτό είναι η λογική για την ψυχή, και για αυτό η δικαιοσύνη είναι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πολίτευμα της ψυχής, ενώ το άριστο πολίτευμα είναι η δικαιοσύνη της πόλης. Μάλιστα ολόκληρη η πολιτεία διευθετείται ανάλογα με τον συμπαντικό Κόσμο – γιατί δεν γίνεται ο άνθρωπος να είναι ένα μικρός κόσμος και η πόλη να μην είναι και αυτή ένας μικρός κόσμος – και να τη χωρίσεις στα δύο, στην άνω πολιτεία και στην κάτω πολιτεία, και να συνδέσεις την πρώτη με τον ουρανό και τη δεύτερη με την γένεση, σίγουρα θα βρεις τη σύνδεση πρέπουσα. Και με τον χωρισμό της πολιτείας στα τρία θα λάβεις : στην πολιτεία «τὸ θητικόν, τὸ πολεμικόν, τὸ φυλακικόν» (=η τάξη των εργατών, η τάξη των πολεμιστών και η τάξη των φυλάκων). Στην ψυχή το επιθυμητικό μέρος, το οποίο υπηρετεί τις ανάγκες του σώματος, το θυμικό, το οποίο έχει ταχθεί να αναστέλλει καθετί που καταστρέφει τον οργανισμό και φρουρεί το ηγεμονικό μας μέρος, και το λογικό, το οποίο είναι στην ουσία του φιλοσοφικό και κυβερνητικό ολόκληρης της ζωής μας. Σε ολόκληρο το πλήθος των ψυχών θα βρεις το ένα μέρος του να θητεύει «περί την γένεσιν», το άλλο μέρος να υπουργεί τις εγκόσμιες πρόνοιες των θεών και το τρίτο μέρος να ανάγεται στο νοητό. Και σε όλα γενικά τα εγκόσμια υα βρεις το γένος των θνητών, το φύλο των δαιμόνων και την τάξη των ουράνιων θεών. Γιατί αυτοί είναι οι όντως φύλακες και σωτήρες των πάντων, ενώ οι δαίμονες προπέμπουν τη δημιουργία των θεών και καταστέλλουν πάσα την εντός του Κόσμου πλημμέλεια. Υπάρχει, όμως, και μία πρόνοια της φύσης για τα θνητά, η οποία τα γεννά και τα συνέχει κατά (σύμφωνα) τον θείο Νου. Επιπλέον, σύμφωνα με μία άλλη διαίρεση, η γεωργική τάξη της όλης είναι ανάλογη με την Σελήνη η οποία περιέχει τους θεσμούς της γενεσιουργού φύσεως, Η έφορος των κοινών γάμων είναι η Αφροδίτη που είναι η αιτίας πάσης αρμονίας και ενώσεως άρρενος προς θήλυ και είδους προς ύλη. Η πρόνοια «τῶν κλήρων τῶν κεκομψευμένων» αντιστοιχεί στον Ερμή λόγω των κλήρων, τους οποίους εποπτεύει ο θεός αυτό, και λόγω του δόλου που υπάρχει σε αυτούς. Η παιδευτική και δικαστική αντιστοιχεί στον Ήλιο, παρά του οποίου βρίσκεται η εγκόσμιος Δίκη, ο Αναγωγεύς και ο Επτάκτινος, σύμφωνα με τους θεολόγους. Η τάξη των πολεμιστών αντιστοιχεί στην τάξη του Άρη η οποία πρυτανεύει σε όλες τις εναντιώσεις του Κόσμου και στη ετερότητα του σύμπαντος. Η βασιλική τάξη στο Ζεύς, τον χορηγό φρονήσεως ηγεμονικής και νου πρακτικού και διακοσμητικού. Η τάξη των φιλοσόφων στον Κρόνο, εφόσον είναι νοητική και «ἄνεισι καὶ μέχρι τῆς πρωτίστης αἰτίας».

Προσπαθώ δια βίου, τόσο στον παρόντα βίο όσο στους προηγούμενους, να εφοδιάζομαι με τις ηθικές αρετές, να δαμάζω με τη λογική της αρετής όλα τα ταπεινά και ανάρμοστα πάθη της ψυχής και να τα συνθέτω μαζί στη μορφή της φρόνησης.

Εξασκούμαι δια βίου, τόσο στον παρόντα βίο όσο και στους προηγούμενους, σε όλες τις συλλογιστικές μεθόδους. Έτσι έχω μελετήσει πολλά αδιάψευστα νοήματα για τις αναλύσεις και για τις αντίθετές τους διαιρέσει, όπως ακριβώς και ο Παρμενίδης είχε προέτρεψε κάποτε τον Σωκράτη. Γιατί πριν από μια τέτοια “περιπλάνηση” στους λογικούς συλλογισμούς είναι δύσκολη και ακατόρθωτη η κατανόηση όχι μόνον των θείων γενών και της εντός αυτών ιδρυμένης αλήθειας, αλλά και η προσέγγιση της “υψηλόνοης” και ένθεης πλατωνικής φιλοσοφίας. Δεν απέχω, βέβαια, ούτε από την αλήθεια των αισθητών, έτσι δεν είμαι ανίδεος ούτε από τη Φυσική φιλοσοφία/επιστήμη και από τις κάθε μορφής θεωρίες μέσα στους κόλπους της, ούτε από τις εκπαιδευτικές μεθόδους της και την μάθηση που προκύπτει από αυτές, μιας και μέσα από αυτά αναγνωρίζουμε ως πιο άυλη τη θεία ουσία. Αναζητώ λοιπόν και στις εικόνες των νοητών, όπως πρέπει, τις αιτίες όλων των όντων και ως εκ τούτου δύναμαι να πορεύομαι πιο εύκολα στην ίδια πλέον την φύση των ξεχωριστών και πρωταίτιων νοητών υποστάσεων.

Όλα αυτά προσπαθώ να τα συνδυάζω στη σκέψη μου ώστε να μπορώ να οδηγούμε και να συμμετάσχω στην πλατωνική διαλεκτική και μελέτη των άυλων και ξεχωριστών από τις σωματικές δυνάμεις ενέργειες και νοώ μετά λογικών συλλογισμών τα Όντα επιθυμώντας να τα θεωρήσω, ανοίγοντας σύμφωνα με τον χρησμό “στον έρωτα τα βάθη της ψυχής μου”, επειδή δεν είναι δυνατόν “να πάρει κάποιον καλύτερο συνεργό από τον έρωτα” για την κατανόηση αυτής της θεωρίας, όπως λέει ο Πλάτων. Εξασκούμενος στην αλήθεια που τα διέπει όλα, προσπαθώ να ανυψώνω το όμμα του νου στην ίδια την πραγματική αλήθεια, τοποθετώντας τον εαυτό μου δίπλα στο μόνιμο, αμετάβλητο και ασφαλές είδος της γνώσης των θείων, χωρίς να παρασύρομαι να θαυμάσω πλέον κάτι άλλο ή να στοχεύω προς κάτι άλλο, αλλά σπεύδοντας πάντα με ατάραχη διάνοια και με την “δύναμη της άφθαρτης” ζωής προς το θείο φως, και, για να μιλήσω γενικά, έχοντας προβάλει μαζί ένα τέτοιο είδος ενέργειας και ηρεμίας, την όποια πρέπει να έχει αυτός που θα γίνει έτσι “κορυφαίος”, όπως έλεγε ο Σωκράτης.

Δηλ. προσπαθώ να θεάμαι συζύγως (=ομοιότροπα) όλα τα νοητά με την απλή, ενοειδή και νοητική γνώση, εξετάζω τους ενδιάμεσους των όντων Λόγους με την επιστημονική και διανοητική των Ειδών ανέλιξη και σύνθεση, διακρίνω δεόντως όλα τα αισθητά με την αίσθηση, «που απέχει τρείς θέσεις από την αλήθεια» και που εφάπτεται των γνωστικών αντικειμένων μέσω των οικείων της οργάνων, τέλος δε γνωρίζω τα εικαστά που είναι είδωλα των αισθητών πραγμάτων μέσω ενώ της εικαστικής (=απεικονιστικής) δύναμης μου.

Άλλωστε και ο Πλάτων στον «Τίμαιο», διακρίνει τις γνώσει κατ’ αναλογία προς τα όντα, και μας παραγγέλνει να κρίνουμε τα όντα με βάση την «νόηση» και τον «λόγο», ενώ με την «δόξα» (υποκείμενη γνώμη) και την «αίσθηση» τα μη-όντα που ωστόσο «γίνονται» (=δημιουργούνται) και «καταστρέφονται» αεί. Και των μεν όντως Όντων οι Λόγοι είναι αδιάψευστοι και αμετακίνητοι, ενώ οι Λόγοι αυτών στα οποία δεν έλαχε τέτοια φύση, αλλά κινούνται εν τη γενέσει, είναι εικαστικοί (απεικαστικοί) και, όπως λέει ο ίδιος ο Πλάτων, μετέχουν «τοῦ προστυχόντος» (=στην τυχαιότητα).

Μέσα στον καθένα μας, όμως, υπάρχει ένα «πολυκέφαλο θηρίο» – όπως έλεγε και ο Πλάτων – και το οποίο είναι αντίστοιχο του πλήθους. Επειδή λοιπόν όλως φυσικώς αυτό «πολυκέφαλο θηρίο» ως πλήθος έχει αντίστοιχο του τον όχλο μέσα στην πόλη, έτσι λοιπόν σχετικά με «το ποικίλο και άλογο και ένυλο είδος της ψυχής», το πεζότατο στοιχείο μέσα μας, ακολουθώ πιστά την προτροπή του Σωκράτη που προέτρεπε προς την απομάκρυνση από την ατέρμονη επιθυμία και τη διάλυση του πλήθους της ζωής μας και του όχλου που υπάρχει μέσα μας, με το σκεπτικό ότι ο τελευταίος δεν είναι αξιόπιστος κριτής για την φύση των πραγμάτων ούτε γενικά δεκτικός κάποιας επιστήμης.

Είναι άλλωστε γεγονός ότι κανένα άλογο στοιχείο δεν μπορεί, από την φύση του, να μετέχει στην επιστήμη, πολύ περισσότερο το υποδεέστερο από τα άλογα στοιχεία, αυτό που ενυπάρχει στον όχλο και τον οδηγεί σε εξεγέρσεις και εσωτερικές συγκρούσεις.

 Έτσι ακολουθώντας τον Σωκράτης που αξίωνε πως η νοητική και επιστημονική ζωή δεν πρέπει να προσδέχεται την απομάκρυνση από το «Ένα» ή «Αγαθό», την ανομοιότητα και την παντοειδή διαίρεση, αποδιώχνω όλα τούτα ως ξένα προς τον νου και τη θεία ένωση.

 Προσπαθώ να αποφεύγω όχι μόνο το εξωτερικό πλήθος αλλά κι αυτό που είναι μέσα ως ψυχή, και προσπαθώ συνεχώς να καταργώ όχι μόνο αυτό αλλά και το οποιοδήποτε.

Αρχίζοντας λοιπόν από την κατώτερη περιοχή, αποφεύγω το πλήθος των ανθρώπων «που πηγαίνουν σαν αγέλη», όπως λέει ο χρησμός, και δεν έρχομαι σε επαφή ούτε με τις ζωές τους (=με τον τρόπο ζωής τους) ούτε καν με δόξες τους (=τις απόψεις τους). Αποφεύγω τις πολυειδής ορέξεις (=επιθυμίες) που απευθύνονται στο πλήθος γιατί μας μερίζουν περί το σώμα και μας κάνουν να στρεφόμαστε προς τα εξωτερικά πράγματα, άλλοτε προς το ένα κι άλλοτε προς το άλλο, τη μια προς τις άλογες ηδονές, την άλλη προς πράξεις αναίτιες και αλληλοσυγκρουόμενες. Αυτές, πραγματικά, μας κάνουν συνέχεια να αλλάζουμε γνώμη, μας γεμίζουν με το κακό.

Προσπαθώ να αποφεύγω «τις συντρόφους μας τις αισθήσεις που απατούν την διάνοια». Μιας και πολύμορφες καθώς είναι χρησιμοποιούν διαφορετικά κάθε φορά αισθητά, χωρίς να λένε τίποτα το υγιές και τίποτα ακριβές, όπως έλεγε ο Σωκράτης. Αποφεύγω φυσικά και τις εικόνες της φαντασίας γιατί είναι εξωτερικές και μερισμένες, φέρνουν απίστευτη ποικιλομορφία και δεν μας επιτρέπουν την αναχώρηση προς το αμέριστο και το άυλο, αλλά, όταν σπεύδουμε να συνδεθούμε με την ουσία του είδους αυτού, ενεργούν ως περισπασμός και μας τραβούν προς την παθητική νόηση.

Αποφεύγω όλως φυσικώς τις υποκείμενες δοξασίες, διότι κι αυτές είναι ποικιλόμορφες και ατελείωτες, οδηγούνται προς τα εξωτερικά πράγματα και, αναμεμειγμένες με την φαντασία και την αίσθηση, δεν είναι ούτε και αυτές, απαλλαγμένες από την αντιφατικότητα. Πράγματι, και μέσα μας, συγκρούονται οι δοξασίες μεταξύ τους, όπως η μία φαντασία με την άλλη, η μία αίσθηση με την άλλη.

Προσπαθώ να αποφεύγω όλα τούτα τα μεριστά και ποικιλόμορφα είδη ζωής και ανατρέχω στην ψυχική επιστήμη, κι εκεί συνάγω σε ένωση το πλήθος των θεωρημάτων και των επιστημών σε ένα συνδετικό δεσμό ολόκληρη την πολλαπλότητα των επιστημών. Διότι οι επιστήμες ούτε εξεγείρονται ούτε πολεμούν η μία εναντίον της άλλης, αλλά πάντοτε οι κατώτερες υπηρετούν τις ανώτερες και λαμβάνουν τις αρχές τους από εκείνες.

Εδώ οδηγώ τον εαυτό μου από τις πολλές επιστήμες προς την μία, ανατρέχω δηλ. στην μια καθολική επιστήμη, στην ανυπόθετη και πρώτη, και σε εκείνη αναγάγω όλες τις άλλες.

Μετά την επιστήμη «και την με αυτή “γυμναστική”», παραμερίζω τις συνθέσεις και τις διαιρέσεις και τις πολυειδής μεταβάσεις, και μετακινούμε προς τη νοητική ζωή και τις απλές επιβολές (=συλλήψεις). Μιας και «δεν είναι η γνωστική συστηματοποίηση των γνώσεων το άκρο», αλλά πιο πριν υπάρχει ο νους. Δεν αναφέρομαι στον εξηρημένο της ψυχής νου, αλλά στην από εκείθε ακριβώς έκλαμψη που φτάνει στην ψυχή, για τον οποίο ο Πλάτων στον «Τίμαιο» λέγει ότι δεν  βρίσκεται σε τίποτε άλλο παρά μόνο μέσα στην ψυχή. Με την ανάβαση λοιπόν σε τούτον τον νου, θεωρώ-βλέπω μαζί με αυτόν την νοητή ουσία, και «εποπτεύω μέσα από τις απλές/ενιαίες και ατρεμής/αδιάσπαστες νοητικές επιβολές (=συλλήψεις), την εποπτεία των ενιαίων, αδιατάρακτων και αδιάσπαστων γενών των Όντων». Μετά από τον πολύτιμο νου «αναγείρομε/υψώνομαι στην κορυφαία ύπαρξη της ψυχής, σύμφωνα με την οποία αποτελούμε ενότητα και η οποία ενίζει το εντός μας πλήθος». Καθώς όπως μετέχουμε στον νου, κατά τον νου που προαναφέρθηκε, έτσι μετέχουμε και στον πρώτο νου, από τον οποίο έρχεται η ένωση στα πάντα, κατά το ένα, το οιονεί «άνθος της εν ημίν ουσίας», επί τη βάσει του οποίου συνδεόμαστε κατεξοχήν με το θειο. Διότι, σε κάθε περίπτωση, «το όμοιο είναι καταληπτό από το όμοιο» – τα επιστητά μέσω της επιστήμης, τα νοητά μέσω του νου, τα ενικότατα μέτρα των Όντων μέσω του Ένα της ψυχής. Τούτη είναι η κορυφαία ενέργεια μας. Με βάση αυτή γινόμαστε ένθεοι, αποφεύγοντες κάθε πολλαπλότητα, συγκατατιθέμενοι ακριβώς στην ενότητα μας, έχοντας γίνει Ένα και έχοντας ενεργήσει ενοειδώς. Κατά αυτή την έννοια ο Σωκράτης προέτρεπε η ευδαίμονα ζωή να μην έχει καμία επαφή με το εξωτερικό πλήθος. Επιπλέον αποφεύγω και το αντίστοιχο πλήθος για να φτάσω στο «άνθος του νου και στην αληθινή μας ύπαρξη κατά την ανοδική πορεία μας».

Και με την ανάβασή μου αυτή στην περιοχή του νοητού, μόλις βρεθώ μεταξύ των ασωμάτων, βλέπω τον (διά)Κόσμο της ψυχής, τον πάνω από τα σώματα, αυτοκινούμενο, ευτενεργό, με την υπόστασή του στον εαυτό του και από τον εαυτό του, πεπληθυσμένο όμως, σαν προαπεικόνιση της μεριστής περί τα σώματα ουσίας, και βλέπω παμπληθείς Λόγων σχέσεις, αναλογίες και συνδέσεις, ολότητες και μερικότητες, κύκλους ψυχικούς και δυνάμεων ποικιλία, όπου η τελειότητα τους δεν είναι αιώνια ούτε ακίνητη και σταθερή, αλλά «κατὰ χρόνον ἀνελισσομένην καὶ ἐν διεξόδοις» υποστασιοποιημένη. Τέτοιο πράγμα είναι η φύση της ψυχής. Μετά το εντός μου  – της ψυχής – πλήθος μου, υψώνω τον εαυτό μου προς τον νου και της νοητικές βασιλείες, για να μετάσχω στην ένωση των πραγμάτων, και γίνομαι θεατής της φύσης εκείνης και βλέπω να παραμένει «ἐν αἰῶνι» η φύση και η ζέουσα ζωή, βλέπω την άγρυπνη νόηση της πληρότητά της ζωής, που δεν χρειάζεται ούτε τον χρόνο ούτε τις περιόδους για την τελείωση. Και αφού δω αυτά, αφού θεαθώ αυτά τα πολύ ανώτερα από τις ψυχές, ανεβαίνω ακόμη πιο ψηλά και αναζητώ αν υπάρχει σε τούτα κανένα πλήθος, αν ο νους που είναι ένας είναι και πλήρης, αν ο ενοειδής αυτός νους είναι και πολυειδής. Αφού μάθω και κατακτήσω την εποπτεία του νοητικού πλήθους, του αμέριστου και ενοειδούς, πορεύομε και πάλι προς την ακόμη πιο ανώτερη αρχή και, πριν από τις νοητικές ουσίες, εξετάζω τις Ενάδες τους και την εξηρημένη των πάντων ένωση. Μόλις βρεθώ εδώ, προσπαθώ πλέον να αφήσω όλο το πλήθος και να ανέβω στην ίδια την πηγή του αγαθού.

Δηλώνω και είμαι Ένθεος : Ωστόσο δεν ανήκω σε κανένα… «σημερινό» φιλοσοφικό, θεολογικό – πόσο μάλλον θρησκευτικό – σύστημα!

Παρόλα αυτά έχω μελετήσει τις παραδόσεις των μεγαλύτερων πολιτισμών (Αιγύπτιοι, Χαλδαίοι, Ασσύριοι/Βαβυλώνιοι, Ινδοί, Χριστιανικά κείμενα κτλ.) και τους έχω κατανοήσει σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό.

Τουτέστιν : οι Θεοί όλων των παραδόσεων, όλων των λαών, είναι οι ίδιοι, όμως οι άνθρωποι τους κατανοούν διαφορετικά, βλέπουν μια πλευρά της θεότητας ο καθένας με τον δικό του τρόπο, με διαφορετικό τρόπο μέθεξης (προσέγγισης) – επι παραδείγματι ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, ο Ιρέας των Δελφών, στο έργο του Συμποσιακά Β’  (4ον Βιβλίο, “Πρόβλημα” Στ’ [671e – 672c)] «Τίς ὁ παρ’ Ἰουδαίοις θεός;», λέγει πως στα μυστήρια του “Τριετηρικού Διονύσου” στην Αθήνα με το όνομα «Τριετηρική Παντέλεια» διδασκόταν ότι ο θεός των Ιουδαίων Άδωνις είναι ο Θεός που οι Έλληνες ονομάζουν Διόνυσο – δηλ. ο Άδωνης των Ιουδαίων και ο Διόνυσος των Ελλήνων είναι μια και η αυτή θεότητα).  Έτσι ο καθένας έχει το Θεό ή τους Θεούς που του αξίζει και του πρέπει – ανάλογα με το αν “βλέπει” μόνο την υπερούσια και αμέθεκτη Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών (την Ενάδα των Ενάδων, το Ένα ή Αγαθό : τον πρώτο Θεός) ή μόνο τις υπερούσιες, μεθεκτές αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς ή τον νου της εκάστοτε Ενάδας/Αγαθοτητας/Θεότητας ως οντική μονάδα της εκάστοτε θείας βαθμίδας και του εκάστοτε θείου πλήθους – π.χ. τον αμέθεκτο, νοητικό δημιουργό και πατέρα Ζεύς ως μονάδα των υπερκόσμιων και εγκόσμιων Θεών-, δίχως να βλέπει το πλήθος των Θεών, Αρχαγγέλων, Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, υποσελήνιων αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων, υλικών αρχόντων και ψυχών (άχραντες & ανθρώπινες) που δημιουργούνται από αυτή και συντάσσονται κάτω από αυτήν.

Μόνον όμως οι νεοτελείς δίιες ψυχές, οι Έλληνες, κατανοούν τους Θεούς όπως πρέπει και κυρίως όπως είναι – και όταν λέμε Έλληνες θα πρέπει να έχουμε κατά νου τους οντικούς αναβαθμούς : Βροτός, Μέρωψ, Αγαθός, Αθάνατος, Ευγενής, Έλλην!

Βέβαια : Ολόκληρη η Θεολογία των δίιων ψυχών ως ένσαρκα όντα, δηλ. η φιλοσοφία/θεολογία του μέσα στην ιστορία γένους & έθνους των Ελλήνων, προέρχεται από την Ορφική μύηση, καθώς πρώτος ο Πυθαγόρας από τον Αγλαόφημο διδάχτηκε τα μυστήρια των Θεών και δεύτερος ο Πλάτωνας δέχτηκε την παντελή περί τούτων επιστήμη από τα πυθαγόρεια και τα ορφικά συγγράμματα. Στον “Φίληβο”, άλλωστε, ανάγοντας την περί των δυοειδών αρχών θεωρία στους Πυθαγορείους, τους αποκαλεί “συγκάτοικους των θεών” και αληθινά μακάριους. Πολλές, βέβαια, θαυμαστές σκέψεις για τους θεούς και ο Φιλόλαος ο Πυθαγόρειος είχε καταγράψει για εμάς, εξυμνώντας την κοινή πρόοδο τους στα όντα και την ξεχωριστή τους δημιουργική δράση. Στον “Τίμαιο” εξάλλου ο Πλάτων, επιχειρώντας να μιλήσει για τους υποσελήνιους Θεούς και για την διαβάθμιση μέσα σε αυτούς, καταφεύγει στους θεολόγους και τους αποκαλεί “παίδες Θεών” (“Τίμαιος, 40.e”) και τους θεωρεί πατέρες της αλήθειας για τους θεούς και, τέλος, σύμφωνα με την πρόοδο των νοητικών βασιλέων, όπως εμφανίζεται στους θεολόγους, και των υποσελήνιων θεών, μας παραδίδει και τους (δια)Κόσμους που προέρχονται από τα καθολικά. Και στον “Γοργία” ο Πλάτων εξυμνεί τον Όμηρο για την τριαδική υπόσταση των υπερκόσμιων δημιουργικών μονάδων. Και παντού, για να μιλήσω γενικά, ακολουθώντας τις αρχές των θεολόγων αναπτύσσει τους συλλογισμούς του για τους Θεούς, αφαιρώντας το τραγικό στοιχείο από τη μυθολογία και θέτοντας τις αρχικές υποθέσεις ως κοινές μ’ αυτούς.

Το ανάλογο, λοιπόν, του Θεός στην γλώσσα μου είναι το Πλατωνικό «Αγαθό» ή «Ένα» (= η αμέθεκτη υπερούσια ενάδα των υπερούσιων, μεθεκτών  & αυτοτελών ενάδων/θεών) ή Ορφικός «Χρόνος» – o Ορφέας πάντα τα προ του Ουρανού μέχρι της πρώτιστης αιτίας τα δήλωσε με ονόματα, και το ίδιο το άρρητο και το εξηρημένο πάνω από τις νοητές Ενάδες το αποκάλεσε “Χρόνο”: ο “παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἔλλησιν“ πρώτος Θεός : η ανυπόθετη, αμέθεκτη, άρρητη, αναίτια, άγνωστη, υπερούσια & ανύπαρκτη «Αρχή», έτσι όπως τον ονόμασαν οι Έλληνες Φιλόσοφοι & Θεολόγοι Ορφέας, Ησίοδος, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Σωκράτης και Πλάτων και την εξήγησαν τόσο οι θείοι σχολάρχες της Πλατωνικής Ακαδημίας (κυρίως οι: Αμμώνιος ο ακαδημαϊκός, Συριανός, Πρόκλος, Μαρίνος Νεαπόλεως και Δαμάσκιος), όσο και οι θείοι “νεο-πλατωνικοί” και “νεο- πυθαγόρειοι” Φιλόσοφοι & θεολόγοι (κυρίως οι: Αμμώνιος Σακκάς, Πλωτίνος, Ιάμβλιχος, Πορφύριος, Ερμείας, Ιεροκλής, Ολυμπιόδωρος, Σιμπλίκιος από την Κιλικία, Εύδοξος ο Κνίδιος και Φιλόλαος ο Κροτωνιάτης).

Ως οντότητα/ψυχή λοιπόν γνωρίζω ότι :

Πριν από όλα τα όντα και από τους θεούς ακόμη που παράγουν τα όντα «μία καὶ ἐξῃρημένη καὶ ἀμέθεκτος αἰτία προϋφέστηκεν», άρρητη και ανέκφραστη από κάθε λόγο, άγνωστη και ασύλληπτη από κάθε γνώση, παρουσιάζοντας τα πάντα από τον εαυτό τη, «πάντων δὲ ἀρρήτως προϋπάρχουσα, καὶ πάντα μὲν πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφουσα», όντας ο ανώτατος σκοπός των πάντων. Αυτή λοιπόν την αρχή, η οποία πραγματικά έχει τεθεί ξεχωριστά από όλα και έχει υπερβεί και όλες τις ενάδες των θεών, και η οποία δίνει υπόσταση σε όλα τα γένη και τις προόδους των όντων με τρόπο ενιαίο, ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία» την αποκαλεί «Τ’ ΑΓΑΘΟ», και μέσω της αναλογίας με τον ήλιο αποκαλύπτει τη θαυμαστή και ασύλληπτη υπεροχή της σε σχέση με όλα τα νοητά. Και στον πλατωνικό «Παρμενίδη», εξάλλου, η αυτή αρχή ονομάζεται «ΕΝΑ», και μέσα από τις αποφάσεις [αρνήσεις] αποδεικνύεται ότι η ξεχωριστή και απόρρητη ύπαρξη αυτού του Ενός είναι η αιτία των πάντων. Και ο συλλογισμός στην επιστολή προς τον Διονύσιο, «Επιστολή β’ , 312.e», προχωρώντας με υπαινιγμούς, εξυμνεί την αρχή «με την οποία όλα έχουν σχέση» και «ως αιτία όλων των ωραίων». Και ο Σωκράτης στον «Φίληβο, 23.c-d και 26.e – 27.c» την εξυμνεί ως αυτή που δίνει υπόσταση στα πάντα, επειδή είναι αιτία κάθε θεότητας, αφού όλοι οι θεοί έχουν από τον πρώτο θεό την ύπαρξη τους ως θεοί. Είτε λοιπόν επιτρέπεται να την ονομάσουμε πηγή θεότητας είτε βασιλιά των πάντων, είτε Ενάδα όλων των ενάδων, είτε Αγαθότητα που γεννά την Αλήθεια, είτε ύπαρξη ξεχωριστή από όλα αυτά και υπεράνω όλων των πατρικών και των γεννητικών αιτιών, αυτή ας τιμάται από εμάς με την σιωπή και με την ένωση υπεράνω της σιωπής, και ας μας φωτίζει με το μερίδιο του «μυστικού τέλους [σκοπού]» που μας ταιριάζει. Μάλιστα ο Πλάτων ανάγει τα πάντα σε μία αρχή, στο «Αγαθό«, όπως εξάγεται από το κείμενο της “Πολιτείας, 508.e”, όπου θεωρεί τον ήλιο αίτιο των ορατών, το Αγαθό αίτιο των νοητών, και τον ίδιο πάλι τον ήλιο τον αποκαλεί “έκγονο του Αγαθού”. Αλλά και από το κείμενο στις “Επιστολές, 312.e”, όπου λέει ότι “τα πάντα υπάρχουν γύρω από τον βασιλέα των πάντων και για λόγω εκείνων υπάρχουν τα πάντα”. Γιατί, αν τα πάντα είναι στραμμένα προς εκείνον, είναι αρχή των πάντων και όχι κάποιων. Και ότι τυχόν πάρεις , από εκεί θα προέρχεται. Και από το κείμενο στον “Φίληβο, 23.c”, όπου λέει σαφώς ότι τα πάντα προέρχονται από το πέρας και το άπειρο, και ότι πριν από αυτές ακριβώς τις αρχές υπάρχει σαν ένα αίτιο ο Θεός, ώστε να υπάρχει και μια αρχή και περισσότερες, αλλά οι περισσότερες να είναι υποταγμένες στην μια αρχή. Και από το κείμενο του “Σοφιστή, 238.a”, όπου απαντά σε όσους λένε ότι τα όντα είναι μόνο πολλά, και ξεχωριστά σε όσους θεωρούν ότι το καθαυτό ΟΝ είναι αρχή, και αποδεικνύει ότι δεν πρέπει να ξεκινάμε τη σειρά των όντων από το πλήθος ούτε από το «Ένα-ΟΝ», αλλά από το ίδιο το «Ένα».

Αυτή είναι η πρώτη και πρεσβύτερη [ανώτερη] του Νου (= θεοί νοητοί, νοητοί & νοητικοί, νοητικοί) αρχή.
Αυτή την Αρχή, όντας κρυμμένη σε άβατους χώρους, με ένθεη έμπνευση η πλατωνική φιλοσοφία ανακάλυψε και παρουσίασε, σύμφωνα πάντα με την των κρείττονων αγαθοειδή βούληση, αποκαλύπτοντας τον εν αυτοίς κεκρυμμένο νου και την αλήθεια η οποία μαζί με τα όντα έλαβε υπόσταση μέσα στις περί γένεσιν στρεφόμενες ψυχές, όσο επιτρέπεται σε αυτές να μετέχουν σε τόσο υπερφυσικά και μεγάλα αγαθά, και πάλι αργότερα αυτή τελειοποιήθηκε και, αφού αποσύρθηκε στον εαυτό της και κατέστη άγνωστη στους περισσότερος από αυτούς που διακήρυσσαν ότι είναι φιλόσοφοι και αδημονούσαν να ασχοληθούν με «την του όντος θήραν», όπως λέγει ο Πλάτων στον «Φαίδωνα», πάλι ήρθε στο φως.

Ειδικά η μυσταγωγία για τα ίδια τα θεία, η οποία έχει στηριχτεί με αγνότητα σε ιερό βάθρο και έχει λάβει υπόσταση αιώνια δίπλα στους ίδιους τους θεούς, από εκεί εμφανίστηκε σε όσους μέσα στον χρόνο μπορούν να την απολαύσουν με το έργο ενός ανθρώπου, τον οποίο δεν θα σφάλαμε, αν τον αποκαλούσαμε προηγεμόνα και Ιεροφάντη των αληθινών τελετών, τις οποίες τελούν οι ψυχές απομακρυσμένες από τους γήινους τόπους, καθώς και των «ολοκλήρων και γεμάτων εσωτερική ηρεμία φασμάτων», στα οποία συμμετέχουν όσες ψυχές είναι γνήσια προσκολλημένες στην ευδαίμονα και μακάρια ζωή.

Αυτή, αφού τόσο σεμνά και απόρρητα από αυτόν για πρώτη φορά έλαμψε σαν σε άγια ιερά και τοποθετήθηκε με ασφάλεια μέσα σε άδυτα και δεν κατανοήθηκε από τους περισσότερους που εισήλθαν, σε τακτά διαστήματα προωθήθηκε, όσο ήταν δυνατόν σε αυτήν, από κάποιους αληθινούς ιερείς, οι οποίοι ανέλαβαν και την κατάλληλη για αυτήν τη μυσταγωγία ζωή, και φώτισε ολόκληρο τον τόπο και εμφάνισε τις λάμψεις των θεϊκών φασμάτων παντού.

Ακολουθώντας λοιπόν την Πλατωνική θεολογία, είτε φτάνοντας με την δική μου διάνοια έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα, γνωρίζω πως εξ αυτής της πρεσβύτερης του Νου αρχής παράγονται τρείς αιτίες και ενιαίες μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό νου και την υπέρ Νου Ένωση.

Επίσης, είτε ακολουθώντας την Πλατωνική θεολογία είτε φτάνοντας με την δική μου διάνοια έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα, γνωρίζω πως εξ αυτής της πρεσβύτερης του Νου αρχής παράγονται σαν μονάδες οι οικείοι αριθμοί [πλήθη], το ενιαίο δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό, και συνδέονται, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις Ενάδες των όντων, και όλα τα επιστρέφω στη μία αμέθεκτη υπερούσια Ενάδα : στο Πλατωνικό «Αγαθό» ή Πλατωνικό  «Ένα» ή Ορφικό «Χρόνο»!

Και ανεβαίνοντας μέχρι αυτή κατέχω την κορυφή της θεώρησης των πάντων και την αλήθεια για τους θεούς, αυτή που ασχολείται με τις Ενάδες των Όντων και παραδίδω τις προόδους και τις ιδιότητες τους και τη σύνδεση των Όντων με αυτές τις μονάδες και τις βαθμίδες των ειδών, οι οποίες εξαρτώνται από αυτές τις ενιαίες υποστάσεις. Γνωρίζω πως η θεωρία που περιστρέφεται γύρω από τον νου και τα είδη και τα γένη του νου είναι κατώτερη από την επιστήμη που πραγματεύεται τα θέματα των ίδιων των θεών. Και ότι αυτή η τελευταία αγγίζει ακόμα και τα νοητά είδη και αυτά που μπορούν να αναγνωριστούν από την ψυχή μέσω της νοητικής συλλήψεως, ενώ εκείνη που υπερτερεί από αυτήν αναζητά μέσα στις άρρητες και άφθεγκτες υπάρξεις την μεταξύ τους διάκριση και την εμφάνισή τους από μια αιτία.

Περί αυτού μάλιστα του νοερού ιδιώματος [η νοητική ιδιότητα] της ψυχής, είτε ακολουθώντας την Πλατωνική θεολογία είτε φτάνοντας με την δική μου διάνοια έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα, γνωρίζω πως μπορεί να συλλάβει τα νοητικά είδη και τη διαφορά τους, και ότι η κορυφή του νου μου, το «άνθος» και η ύπαρξη μου συνδέεται με τις ενάδες των Όντων και μέσω αυτών με την ίδια την απόκρυφη Ένωση όλων των θείων υπερούσιων ενάδων. Γιατί, ενώ υπάρχουν σε εμάς πολλές αναγνωριστικές δυνάμεις, με αυτή μόνο από τη φύση μας ερχόμαστε σε επαφή με το θείο και μετέχουμε σε εκείνο. Γιατί ούτε με την αίσθηση είναι αντιληπτό το «θείο γένος» όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον «Φαίδρο», αφού είναι εντελώς εξηρημένο από όλα τα σωματικά, ούτε από την δόξα/αντίληψη και την διάνοια, αφού αυτές είναι διαμοιρασμένες και έρχονται σε επαφή με το πολύμορφα πράγματα, ούτε από τη «νόηση μετά Λόγου», αφού αυτές του είδους οι γνώσεις αφορούν τα αληθινά όντα, ενώ η των θεών ύπαρξη εποχείται [=επιβαίνει] στα όντα όπως λέγει ο Πλωτίνος στις «Εννεάδες» και έχει προσδιοριστεί από την Ένωση των πάντων.

Έτσι, είτε ακολουθώντας την Πλατωνική θεολογία είτε φτάνοντας με την δική μου διάνοια έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα, γνωρίζω πως απομένει, αν μπορεί να γίνει με κάποιο τρόπο το θείο γνωστό, να είναι αντιληπτό από την ύπαρξη της ψυχής και από αυτήν να αναγνωρίζεται, καθ’ όσον είναι δυνατόν. Γιατί παντού υποστηρίζουμε ότι «τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοιά τους». Από την αίσθηση το αισθητό, από την δόξα [=αντίληψη] το δοξαστό [=αντιληπτό], από την διάνοια το διανοητό και από τον νου το νοητό, ώστε και από το ένα της ψυχής το πιο ενιαίο από όλα και από το μυστικό το μυστικό.

Εξ ου και, άλλοτε ακολουθώντας την Πλατωνική θεολογία και άλλοτε φτάνοντας με την δική μου διάνοια έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα, γνωρίζω ότι η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό βλέπει όλα τα άλλα και τον θεό. Και συγκεντρωμένη προς την ένωσή της και το κέντρο της ζωής, και ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια την κορυφαία «περιωπή» των Όντων όπως λέγει στον «Πολιτικό» ο Πλάτων. Και όπως ακριβώς στις πιο ιερές τελετές λένε ότι οι μύστες στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα και πολυειδή αυτά τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ακλινείς και προστατευόμενοι από τις τελετές, την ίδια τη θεία έλλαμψιν ακραιφνώς εγκολπώνονται και «γυμνοί», όπως εκείνοι λένε, του θείου μεταλαμβάνουν, κατά τον ίδιο τρόπο και εν τη θεωρία των όλων η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της λογικούς προσδιορισμούς. Και αρχικά, καθώς βλέπω μόνο τον εαυτό μου, εμβαθύνω στην αυτογνωσία μου και βρίσκω τον νου μέσα μου και τις βαθμίδες των Όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό μου και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί «με κλειστά τα μάτια» (εξ ου και μύηση) παρατηρώ (εξ ου και εποπτεία) και «το γένος των θεών» και τις Ενάδες των όντων. Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων.

Και αυτό είναι το άριστον της ενέργειας μας, με ηρεμία δηλαδή των δυνάμεων να ανατείνουμε προς το ίδιο το θείο και να χορεύουμε γύρω από εκείνο, και όλο το πλήθος τη ψυχής αεί να το «συγκεντρώνουμε μαζί» προς την ένωση ταύτην, αφήνοντας όλα όσα μετά το «Ένα» είναι προσιδρυμένα σε αυτό και συνάπτονται με το άρρητο και πάντων επέκεινα των όντων, με αυτό που βρίσκεται υπεράνω απάντων των όντων και απάντων των Θεών-ενάδων. Γιατί μέχρι αυτό πρέπει να ανεβαίνει η ψυχή, έως ότου ολοκληρώσει την άνοδο της στην ίδια την αρχή των όντων. Όταν φτάσει εκεί και παρατηρήσει τον εκεί τόπο και εξηγήσει τα πλήθη των ειδών, εξετάζοντας τις ενιαίες μονάδες τους και τους αριθμούς τους, και αναγνωρίζοντας με τον νου πως κάθε τι εξαρτάται από τις δικές του ενάδες, ας γνωρίζει ότι κατέχει πλήρως την επιστήμη των θείων, αφού παρατηρήσει, από τη σκοπιά την ενότητας, και τις προόδους των θεών στα όντα και τις διακρίσεις των όντων με βάση τους θεούς.

Ότι λοιπόν το Πλατωνικό «Αγαθό» ή «Ένα» ή Ορφικός «Χρόνος» είναι η αρχή και πρώτη αιτία όλων, και ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα από το «Ένα», είναι καταφανές. Έτσι αποδέχομαι τη νοητική βασιλεία ως επικεφαλής των όντων και δεν τιμώ την άρρητη υπεροχή του «Ενός» και την ξεχωριστή από όλα ύπαρξή του, και καταλήγω στον νοητό Νου και στο πρωταρχικό νοητό ΟΝ, «τὸ δὲ ἓν τὸ παντὸς νοῦ καὶ παντὸς ἐπέκεινα τοῦ ὄντος» το παραλείπω, καθώς όντας το άριστο είναι ανώτερο από κάθε γνώση και λογική και κάθε προσπάθεια διανοητικής σύλληψης.

Εάν λοιπόν, όριζα το “Θεραπεύειν” [Θρησκεύειν] μου, τόσο ως βιολογικά άνθρωπος όσο κυρίως ως οντότητα, αυτό είναι η Φιλοσοφία/Θεολογία των δίιων ψυχών – για το θείο, τους υπερούσιους, μεθεκτούς & αυτοτελείς  Θεούς (ενάδες-αγαθότητες) και τον «πρώτο Θεό» (Πλατωνικό «Αγαθό» ή «Ένα» ή Ορφικό «Χρόνο») – η φιλοσοφία/θεολογία του μέσα στην ιστορία λαού/γένους/ των Ελλήνων για το θείο γενικά και ποιο συγκεκριμένα για το Πλατωνικό “όντως ΟΝ” ή Παρμενείδιο «Ένα-ΟΝ» ή «Ορφικό Αιθέρα ή πρώτο νοητό πατέρα”, εκείνη η θεολογία/Φιλοσοφία που έβρισκε την «έμπρακτη» πραγμάτωσης της τόσο στα των Ελλήνων Μυστήρια όσο και στην αυτών Θεουργική-Ιερουργική τέχνη.

Άλλωστε ταυτίζονται το του Πλάτωνος ΟΝ και το Ορφικό Ωό που στον Ορφέα δηλώνει τον «πρώτιστο νοητό νου», ο οποίος και το οποίο προέκυψε ως μικτό από την ένωση των δύο υπερούσιων αρχών, του Ορφικού Χάους και του Ορφικού Αιθέρα που το Πλατωνικό «Ένα» ή «Αγαθό» ή Ορφικός «Χρόνος έμειξε παράγοντας το «Ορφικό Ωο», τον ορφικό πρώτο νοητό νου ή Πλατωνικό πρώτο όντως ΟΝ.

(Τουτέστιν : το Πλατωνικό «Ένα/Αγαθό» (=η ενάδα των ενάδων = πρώτος Θεός) ή Ορφικός «Χρόνος» παράγει την δυάδα Αρχών:

  1. Ορφικός Αιθέρας ή Πλατωνικό αυτοπέρας.
  2. Ορφικό Χάος ή Πλατωνικό αυτοάπειρο.

Έπειτα τις/τα έμειξε και δημιούργησε το «πρώτο Ορφικό Ωο» ή τον πρώτο ορφικό νοητό νου ή το πρώτο Πλατωνικό ΟΝ. Αυτήν είναι η 1-η νοητή τριάδα:

  • «Ορφικός Αιθέρας» – «Ορφικός Χάος» – «πρώτο Ορφικό Ωο».

ή

  • Πλατωνικό αυτοπέρας – Πλατωνικό αυτοάπειρο – Πλατωνικό(ς) πρώτο(ς) νοητό(ς) ΟΝ/Νους.

Αυτή η 1η τριάδα, εκ των 3-ων νοητών τριάδων των νοητών θεών, αντιστοιχεί στο «ΕΝ-ΟΝ» των υποθέσεων του Πλατωνικού διαλόγου «Παρμενίδης». Το δε πρώτο μέλος της αυτής τριάδας Πέρας – Άπειρο – Νοητό ΟΝ αντιστοιχεί τόσο στην τριάδα Πατέρας-Δύναμη-Νους όσο και στην τριάδα  Ενάδα/Θεός-Δύναμη-Νους, τουτέστιν :

  • Ορφικός Αιθήρ = ο πρώτος νοητός Πατήρ  ή αλλιώς η πρώτη νοητή μεθεκτή, υπερούσια και αυτοτελείς Ενάδα/Θεός,
  • Ορφικό Χάος =  η δύναμη του πρώτου νοητού Θεού
  • Το πρώτο Ορφικό Ωό = το πρώτο νοητό ΟΝ ή ο νοητός νους του αυτού Θεού).

Δηλαδή το «θρησκεύειν» μου, με την έννοια αφενός της τιμής, επιμέλειας και αφετέρου και κυρίως της ιερουργίας/θεουργίας & θεραπείας περί το θείο, για μένα ως δίια ψυχή, ως Έλλην, είναι κάτι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο τόσο με το “άνθος του νου” της ψυχής (=με τον ηνίοχο της ψυχής, τον δεσπότη μας Διόνυσο), και την δια αυτού νόηση των Θεών[2], όσο και με το «άνθος της ψυχής» (με το “Ένα” της ψυχής, με τον κυβερνήτη της ψυχής) και την δια αυτού ένωση με το Πλατωνικό «Αγαθό» η «Ένα» ή Ορφικό «Χρόνο» (με την αμέθεκτη, υπερούσια Ενάδα-Αγαθότητα των μεθεκτών, υπερούσιων & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών : με τον Πρώτο Θεό).

Η «περὶ τὸ θεῖον ἐπιμέλειαν», η «ἱερουργίαν», η «θεουργία» της θρησκεία μου χωρίζεται σε δύο μέρη : στην νοητική λατρεία των Θεών-Ενάδων-Αγαθοτήτων, δηλ. στην νοητική θεώρηση του θείου[3] και στην με την πρώτη υπερούσια, αμέθεκτη Ενάδα-Αγαθότητα-Θεότητα των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών ενωτική τελετή, με τον Πρώτο Θεό, με το Πλατωνικό «Αγαθό» η «Ένα» ή Ορφικό «Χρόνο».

Η «περὶ τὸ θεῖον ἐπιμέλειαν», η «ἱερουργίαν», η «θεουργία» της θρησκεία μου είναι :

  1. νοητική θέαση του όντως Όντος.
  2. νοητική λατρεία των θείων : ως δια του “άνθους του νου” της ψυχής νόηση των τάξεων/βαθμίδων των Θεών [πχ νοητοί θεοί] και των θείων μονάδων τους [πχ ο μεθεκτός εγκόσμιος νους ή δημιουργός Διόνυσος]).
  3. επιστροφή στην πανδεκτική αυλή και στον οίκο του Πατρός Διός – αυλές και οικήσεις θείων είναι οι αΐδιες τάξεις -, ήτοι στην πατρική τάξη η οποία συνέχει όλες της αναχθείσας στο νοητό Κόσμο ψυχές. Ως προσπάθεια δηλ. ενιδρύσεως στις νοήσεις του δημιουργού και πατέρα Ζεύς.
  4. μέθεξη με τις υπερούσιες, μεθεκτές & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς [π.χ. νοητές Ενάδες-Αγαθότητες-Θεοί].
  5. θεουργική “ένωση” με το Πλατωνικό “Αγαθό” ή “Ένα” ή Ορφικό “Χρόνο” : ως δια του «άνθους της ψυχής» “ενωτική θεουργική τελετή” με την υπερούσια & αμέθεκτη Ενάδα-Αγαθότητα-Θεό των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών, με τον παρά των “αρχαίων” Ελλήνων “πρώτο Θεό“.

Όπερ και σημαίνει ότι, όντας ως όν μια δίια ψυχή, δια πνευματική παράδοση μου αναγνωρίζω  μέσα μου εκείνη την παράδοση που κατέγραψαν οι δίιες ψυχές ως ένσαρκα όντα. Εκείνων δηλ. των όντων που μέσα στην ανθρώπινη ιστορία καλούνται Έλληνες. Δηλ. όντας ως όν μια δίια ψυχή, η πνευματική και εμπνευστική παράδοση που αναγνωρίζω εντός μου είναι αφενός αυτή η πνευματικήπαράδοση που η αρχαιότερη και ταυτόχρονα χρονολογικά κοντινότερη στον σύγχρονο άνθρωπο μορφή της έχει καταγραφεί από τον θρακιώτη Ορφέα και έχει επεξηγηθεί πλήρως από τους Πυθαγόρειους, τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους. Επίσης η θεία ποίηση του Ομήρου, του Ησιόδου – και λοιπών Ελλήνων Μυθολόγων – και αφετέρου των τραγικών Ελλήνων ποιητών Αισχύλου, Ευριπίδη, Σοφοκλή και λοιπών Ελλήνων ποιητών που χάνεται στα βάθη των χιλιετηρίδων του πολιτισμού του γένους και του έθνους των Ελλήνων.

Γνωρίζω Bέβαι πως ολόκληρη η Θεολογία των Ελλήνων προέρχεται από την Ορφική μυσταγωγία, καθώς πρώτος ο Πυθαγόρας από τον Αγλαόφημο διδάχτηκε τα μυστήρια των Θεών και δεύτερος ο Πλάτωνας δέχτηκε την παντελή περί τούτων επιστήμη από τα πυθαγόρεια και τα ορφικά συγγράμματα. Στον “Φίληβο”, λοιπόν, ανάγοντας την περί των δυοειδών αρχών θεωρία στους Πυθαγορείους, τους αποκαλεί “συγκάτοικους των θεών” και αληθινά μακάριους. Πολλές, βέβαια, θαυμαστές σκέψεις για τους θεούς και ο Φιλόλαος ο Πυθαγόρειος κατέγραψε για εμάς, εξυμνώντας την κοινή πρόοδο τους στα όντα και την ξεχωριστή τους δημιουργική δράση. Στον “Τίμαιο” ο Πλάτων εξάλλου, επιχειρώντας να μιλήσει για τους υποσελήνιους Θεούς και για την διαβάθμιση μέσα σε αυτούς, καταφεύγει στους θεολόγους και τους αποκαλεί “παίδες Θεών” (“Τίμαιος, 40.e”) και τους θεωρεί πατέρες της αλήθειας για τους θεούς και, τέλος, σύμφωνα με την πρόοδο των νοητικών βασιλέων, όπως εμφανίζεται στους θεολόγους, και των υποσελήνιων θεών, μας παραδίδει και τις διακοσμήσεις (=Κόσμους) που προέρχονται από τα καθολικά. Και πάλι στον “Κρατύλο”… για τη σειρά των θείων διακόσμων (Κόσμων), ενώ στον “Γοργία” τον Όμηρο για την τριαδική υπόσταση των δημιουργικών μονάδων. Και παντού, για να μιλήσω γενικά, ακολουθώντας τις αρχές των θεολόγων αναπτύσσει τους συλλογισμούς του για τους Θεούς, αφαιρώντας το τραγικό στοιχείο από τη μυθολογία και θέτοντας τις αρχικές υποθέσεις ως κοινές με αυτούς.

Μάλιστα :  Πλατωνικός «Τίμαιος», επειδή είναι πυθαγόρειος, ακολουθεί τις αρχές των πυθαγορείων. Γιατί όσα έχει παραδώσει ο Ορφέας με μυστικό τρόπο και μέσω απόρρητων λόγων, αυτά ο Πυθαγόρας τα έμαθε αφού μυήθηκε στα Λίβηθρα της Θράκης από τον τελεστή Αγλαόφημο, ο οποίος του μετάδωσε τη σοφία που σχετικά με τους θεούς διδάχτηκε ο Ορφέας από τη μητέρα του, την Καλλιόπη. Γιατί αυτά τα λέει ο ίδιος ο Πυθαγόρας στον “Ιερό Λόγο”. Ποιες, είναι, λοιπόν, οι “ορφικές παραδόσεις” (βλ. Ορφικό απ. Νο.85), εφόσον πιστεύουμε ότι πρέπει σε αυτές να αναγάγουμε τη διδασκαλία του «Τίμαιου» σχετικά με τους Θεούς ; Ο Ορφέας έχει παραδώσει ότι υπάρχουν βασιλείς των Θεών, οι οποίοι “κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν” εποπτεύουν τα πάντα : ο Φάνης, η Νύχτα, ο Ουρανός, ο Κρόνος, ο Ζεύς και ο Διόνυσος. Γιατί πρώτος ο Φάνης κατασκευάζει το σκήπτρο : “καὶ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖος”. Δεύτερη η Νυξ, “δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός” το σκήπτρο, τρίτος ο “Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός”, τέταρτος ο Κρόνος, “βιασάμενος”, όπως λένε, τον πατέρα του, πέμπτος ο Ζευς, [επί]”κρατήσας τοῦ πατρός”, και μετά από αυτόν ο Διόνυσος. Όλοι αυτοί, λοιπόν, οι βασιλείς ξεκίνησαν από ψηλά, από τους νοητικούς και νοητούς θεούς, και προχωρούν μέσω των μεσαίων τάξεων μέχρι τον ορατό Κόσμο, προκειμένου να ταχτοποιήσουν και όσα βρίσκονται εδώ κάτω. Γιατί ο Φάνης δεν υπάρχει μόνο μέσα στους νοητούς θεούς αλλά και στους νοητικούς, δηλαδή στην δημιουργική βαθμίδα [Πλατωνικό «υπόδειγμα»], και στους υπερκόσμιους και στους εγκόσμιους, και το ίδιο η Νυξ και ο Ουρανός. Γιατί οι ιδιότητές τους απλώνονται σε όλες τις ενδιάμεσες βαθμίδες. Και μήπως ο ίδιος μέγιστος Κρόνος δεν έχει τοποθετηθεί πριν από τον Ζεύς και μετά την Δίιον βασιλεία, αφού “μετὰ τῶν ἄλλων Τιτάνων τὴν Διονυσιακὴν μερίζων δημιουργίαν”, και άλλος είναι μέσα στον ουρανό, άλλος “ἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην”, άλλος μέσα στην σφαίρα των απλανών, άλλος μέσα στις σφαίρες των πλανητών, και το ίδιο και ο Ζεύς και ο Διόνυσος! Αυτά, λοιπόν έχουν δηλωθεί ρητώς από τους παλαιούς».

Επίσης γνωρίζω πως εάν ήθελε κάποιος να μάθει από πού παρέλαβαν την τόσο μεγάλη ευσέβεια οι άνδρες αυτοί (οι Πυθαγόρειοι), πρέπει να λεχθεί ότι το εναργές υπόδειγμα της περί τους αριθμούς Πυθαγορικης Θεολογίας βρίσκεται στα Ορφικά. Καθόλου, λοιπόν, δεν είναι αναμφίβολο το ότι ο Πυθαγόρας έλαβε αφορμή από τον Ορφέα να συντάξει τον λόγο περί των Θεών, τον οποίον και για τον λόγο αυτόν τον επέγραψε ”Ιερό λόγο”, επειδή είναι απανθισμένος από τον μυστικότατον Ορφικό τόπο. Ο “Ιερός λόγος” είτε είναι πραγματικό σύγγραμμα του ανδρός, όπως πολλοί παραδέχονται, είτε του Τηλαύγους, όπως μερικοί μαθητές του διδασκαλείου, ελλόγιμοι και αξιόπιστοι, διαβεβαίωναν στηριζόμενοι στα υπομνήματα, τα οποία κατέλειπε ο ίδιος ο Πυθαγόρας στην Δαμώ τη θυγατέρα του, αδελφή του Τηλαύγους. Αυτά βέβαια αναφέρουν ότι δόθηκε μετά τον θάνατό της Δαμούς στην Βιτάλη την θυγατέρα της και στον Τηλαύγη, ενηλικιωθέντα, γιο μεν του Πυθαγόρα και σύζυγο της Βιτάλης. Γιατί όταν ο Πυθαγόρας πέθανε, ο Τηλαύγης πολύ νέος, είχε απομείνει στην Θεανώ την μητέρα του. Δηλούται, λοιπόν, δια του “Ιερού Λόγου” τούτου (ή “περί Θεών λόγος”, διότι επιγράφεται και με τους δυο τίτλους), και ποιος ήταν εκείνος, ο οποίος είχε παραδώσει στον Πυθαγόρα αυτόν τον “Περί Θεών λόγο”. Λέει, λοιπόν, “Ούτος είναι ο λόγος περί Θεών, τον οποίο εγώ ο Πυθαγόρας, υιός του Μνησάρχου, έμαθα καλά οργιασθείς στους Λιβήθρους των Θρακίων από τον τελεστή Αγλαόφημο, που μου μετάδωσε, ότι ο Ορφέας, ο υιός της Καλλιόπης, νουθετηθείς από την μητέρα του στο Παγγαίο όρος, είπε ότι ο αριθμός είναι αϊδιος ουσία, αρχή προνοούσα γα όλον τον ουρανό και την γη και την ενδιάμεση φύση, ακόμη δε και ρίζα σταθερή των θείων ανθρώπων και των θεών και των δαιμόνων”. Από αυτά, λοιπόν, έχει γίνει φανερό ότι ο Πυθαγόρας παρέλαβε τον αριθμό ως καθορισμένη ουσία των θεών από τους Ορφικούς. Έκανε δε δια μέσου των ίδιων των αριθμών θαυμαστή πρόγνωση και θεραπεία (=λατρεία) των θεών. Θα αποκτούσε δε κανείς γνώση τούτου και από το εξής : Από το ότι δηλαδή πρέπει να παρουσιάσει κανείς και κάποιο για να γίνουν πιστευτά και τα λεγόμενά του. Επειδή ο Άβαρις βρισκόταν ασχολούμενος με τα συνήθη για αυτόν ιερουργήματα, μάθαινε μέσω των θυσιαζόμενων ζώων την καλλιεργούμενη σε κάθε βαρβαρικό γένος πρόγνωση, προπαντός δε μέσω των ορνιθίων (γιατί τα σπλάχνα των ορνίθιων τα θεωρούν καταλληλότερα για την διάγνωση). Επειδή ο Πυθαγόρας ήθελε να μην αφαιρέσει από αυτόν την μελέτη για το αληθές, επιθυμούσε δε να παράσχει κάποιον ασφαλέστερο και δίχως αίμα και σφαγή τρόπο και, εξάλλου, θεωρούσε ότι ο πετεινός είναι ιερό πτηνό του Ήλιου, δίδαξε σε αυτόν το λεγόμενο “παναληθές” που ήταν συντεταγμένο δια αριθμητικής επιστήμης.

Βέβαια δεν θεωρώ ότι ο Πυθαγόρας είναι ο μόνος σειριακά αποδέκτης της πανάρχαιας των Ελλήνων μυήσεως/θεολογίας, της ορφικής μύησης/θεολογίας, αλλά ότι πέρασε η γνώση σειριακά από τους μεν στους δε :

Ορφέας-Ορφικοί -> Πυθαγόρας-Πυθαγόρειοι -> Πλάτων-Πλατωνιστές-νεοπλατωνικοί.

Δηλ. υπάρχει ένα θρησκευτικού τύπου γενεαλογικό «δέντρο», με πολλά κλωνάρια – επί της ουσίας μέσα στους αιώνες υπάρχει συνέχεια της θρησκείας και Ευσέβειας των Ελλήνων και δεν έχει χαθεί! (για τουλάχιστον 3.700+ έτη συμβατικής ιστορίας, άλλωστε η Ορφική παράδοση ανάγεται στο 3.200 μ.κ.ε. σύμφωνα με τα μεγαλιθικά & τις βραχογραφίες του χωριού Ρούσα της Θράκης και ο Πρόκλος διατέλεσε σχολάρχης της Πλατωνική Ακαδημίας κατά τα έτη 450 – 485 μ.κ.ε).

Επί της ουσία : Ελλήνων Μυθολογία (Ορφική, Ομηρική & Ησιόδεια) = Ελλήνων  Θεολογία = Ελλήνων Θρησκεία = Πυθαγόρεια/Πλατωνική/νεοπλατωνική Φιλοσοφία!

Μάλιστα στην Αθήνα υπήρχε εορτή που τελούταν προς τιμή του Πλάτωνος, για να γιορτάσουν την γενέθλιο ημέρα του θείου ανδρός, εορτή κατά την οποία οι Αθηναίοι φώναζαν ότι “αυτή την ημέρα οι Θεοί έδωσαν τον Πλάτωνα στους ανθρώπους”. Δηλ. θεωρούσαν οι Αθηναίοι ότι οι Θεοί, έδωσαν στους ανθρώπους τον Πλάτωνα, το θείο εκείνο δώρο που πραγματικά απεκάλυψε τα πάντα για Θεούς. Υπερείχε δε τόσο ο Πλάτων του Πυθαγόρα, που ο μεν Πυθαγόρας πήγε στην Περσία για να μετάσχει της των Μάγων σοφίας, οι δε Πέρσες Μάγοι ήρθαν στην Αθήνα για να μετάσχουν στην του Πλάτωνος Φιλοσοφία!

Όμως ως ον γνωρίζω ότι ολόκληρη η φυσική δημιουργία συγκρατείται από τους αριθμούς και ότι όλα τα δημιουργήματα της Φύσης έχουν συγκροτηθεί με βάση τους αριθμούς και ότι αυτοί οι αριθμοί είναι μεθεκτοί εκ των κατώτερων όντων, όπως ακριβώς και όλα τα εγκόσμια Είδη είναι μεθεκτά εκ των κατωτέρων τους.

Γνωρίζω δηλ. ότι τα πάντα γεννιούνται από τους πρώτους και ηγετικούς αριθμούς και ότι όλα τα εγκόσμια λαμβάνουν υπόσταση από τους τρείς Θεούς. Ένδειξη αυτών των Θεών περιέχουν η μονάδα, η δυάδα και η τριάδα, μάλιστα όποιος θελήσει να γίνει μελετητής της Φύσης πρέπει να ξεκινήσει από αυτές και να έχει τον νου του σε αυτές.

Επιπλέων γνωρίζω πως πάνω από τα συναίτια των φυσικών πραγμάτων υπάρχουν το τελικό, το υποδειγματικό και το δημιουργικό αίτιο. Δηλ. το Ένα/Αγαθό, το νοητό υπόδειγμα ή ο Ορφικός Φάνης και ο δημιουργός και πατέρας Ζεύς, ο καθολικός δημιουργικός και αμέθεκτος νοητικός Νους.

Αυτά, λοιπόν, τα αίτια δηλώνονται με τους εν λόγω αριθμούς. Το τελικό με την μονάδα, γιατί είναι επικεφαλής των αριθμών, στη θέση του Αγαθού. Το υποδειγματικό με τη δυάδα, γιατί η ετερότητα των όντων διαχώρισε τις πρωταρχικές αιτίες των πάντων. Επιπλέον, η δυάδα είναι αρχή της τετράδας των νοητών υποδειγμάτων. Το δημιουργικό, τέλος, αίτιο δηλώνεται με την τριάδα. Γιατί ο νους ταιριάζει στην τριάδα, καθώς είναι τρίτος από το όντως ΟΝ με ενδιάμεση την ζωή, ή τρίτος από τον πατέρα με ενδιάμεση την δύναμη, ή τρίτος από το νοητό με ενδιάμεση την νόηση. Γιατί όποια σχέση έχει η μονάδα προς την δυάδα, την ίδια σχέση έχει το όντως ΟΝ προς την ζωή, ο πατέρας προς την δύναμη, και το νοητό προς την νόηση. Και όποια σχέση έχει η δυάδα προς την τριάδα, την ίδια σχέση έχει η ζωή, η δύναμη και η νόηση προς τον νου.

Επιπλέον γνωρίζω ότι όλα τα θεία υπάρχουν σε όλα τα θεία και είναι ενωμένα μεταξύ τους, ώστε να είναι και όλοι οι θεοί μέσα σε έναν και καθένας τους μέσα σε όλους και να συγκρατούνται με την θεία φιλία. Και ο Σφαίρος που υπάρχει εκεί περιέχει την μία ένωση των θεών.

Εξ ου και ο Σωκράτης, έχοντας κατά νου το θείο, στον «Τίμαιο» κάνει αρχή από την κοινωνία και την ομόνοια και σε αυτήν καλεί και τους άλλους. Έξαλλου, και η παράθεση γεύματος και η συμμετοχή σε γεύμα είναι λέξεις που ταιριάζουν στους Θεούς, και εξίσου στους εγκόσμιους θεούς. Γιατί ανεβαίνουν μαζί με τους ανεξάρτητους θεούς σε “σε γεύμα και γιορτή”, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδρο, 247.a”, και το τραπέζι την ημέρα της γεννήσεως της Αφροδίτης παρατίθεται από τον μεγάλο Ζεύς. Ανάλογα, λοιπόν, ζητά και ο Σωκράτης να συμβαίνουν ανάμεσα και στα μέλη της παρέας του και να κοινωνήσουν μεταξύ τους τις περί τα θεία νοήσεις. Και δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Τίμαιος και φιλοξενεί τους άλλους και φιλοξενείται από αυτούς, επειδή και από τους θεολόγους έχουν εξυμνηθεί μεταδόσεις και ανταλλαγές των δυνάμεων, καθώς τα θεία συμπληρώνουν το ένα το άλλο και συμπληρώνονται το ένα από το άλλο.

Εξάλλου και από τους Φοιβόληπτους ποιητές γνωρίζουμε ότι οι θεοί φιλεύουν αλλήλους με τις νοητικές ενέργειές τους ή με τις προνοητικές πράξεις τους στο σύμπαν : “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν, κοιτάζοντας την πόλη των Τρώων”. Αν, μάλιστα, γνωρίζουν και νοούν ο ένας τον άλλον, “γιατί οι θεοί δεν είναι άγνωστοι ο ένας στον άλλον”, και αν το νοητό είναι τροφή του νοητικού, σύμφωνα με τον χρησμό, είναι φανερό ότι και η ανταλλαγή φιλοξενίας υπάρχει πρώτα στους θεούς και οι σοφότεροι άνθρωποι, μιμούμενοι και σε αυτό τους θεούς, μεταδίδουν ο ένας στον άλλο γενναιόδωρα τις νοήσεις τους.

Έτσι ως Πυθαγόρειος μιμούμαι τους Θεούς, πράττω ή θεωρώ τα εξής :

  • πρεσβεύω την φυσική επικοινωνία, την επικοινωνία των φυσικών όντων, τόσο εν τη γενέσει, με βάση την οποία όλα καθίστανται ρητά και συμμετρικά μεταξύ τους, όσο και την εν τοις ουρανίοις. Γιατί και εκείνα μεταδίδουν το ένα στο άλλο τις δυνάμεις τους.

Άλλωστε η ανταπόδοση των λόγων αποτελεί εικόνα της επικοινωνίας και της ανταλλαγής των δυνάμεων στα έργα της Φύσης. Λόγω της ανταλλαγής αυτής όλα έχουν συμπαραταχτεί και συντελούν στην μία αρμονία του σύμπαντος. Δεύτερον, οι ενέργειες της Φύσης εναλλάσσονται, καθώς κάθε φορά το ένα ή το άλλο αίτιο προκαλεί το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Με αυτό μοιάζει η ανταπόδοση της φιλοξενίας στον χτεσινό οικοδεσπότη. Επίσης πέραν αυτών και τελείως θεολογικά, το δημιουργικό αίτιο προχωρά μέσα από όλα και συμπληρώνει τα πάντα και αποκόπτει κάθε έλλειψη με τη δύναμή του και την γόνιμη αφθονία του, με βάση την οποία δεν αφήνει τίποτα στερημένο από τον εαυτό του. Γιατί χαρακτηρίζεται από υπερ-πληρότητα, επάρκεια και πλήρη τελειότητα. Επίσης η ανταπόδοση της φιλοξενίας είναι παρμένη από την φιλοξενία των μύθων για τους θεούς, με βάση την οποία οι θεοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον, “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν” λέγει ο Όμηρος στην “Ιλιάδα, Δ’ 4”. Μάλιστα πληρούνται με νέκταρ κοντά στον μέγιστο Ζευς. Και δεν έχει ειπωθεί απλά “να σου αντιδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνθεστιᾶν)” αλλά να “να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνταφεστιᾶν)”. Γιατί το “αποδίδω” συμπεριλαμβάνει την ολοκληρωτική αποπληρωμή της φιλοξενίας. Αυτό παρατηρείται και στα καθολικότερα όντα. Γιατί και οι φαινόμενες διακοσμήσεις (=Κόσμοι) με την κορυφαία καταλληλότητά τους προσκαλούν τις αφανείς δυνάμεις, και εκείνες λόγω της αφθονίας της αγαθότητά τους τις/τους τελειοποιούν και αυτές/αυτούς, και συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και η μετάδοση της τελειότητας γίνεται ανταπόδοση της πρόσκλησης. Επιπλέον, η πραγματοποίηση όλων αυτών σύμφωνα με το “δίκαιο” αποτελεί εικόνα της Δίκης/Δικαιοσύνης που μαζί με τον Ζεύς τακτοποιεί τα πάντα, το δε “πρέπον” αποτελεί εικόνα της αιτίας που φωτίζει το σύμπαν με το κάλλος του δημιουργού, και τα “φιλέματα” είναι εικόνα της ανταλλαγής που είναι καθορισμένη σύμφωνα με τις θείες ιδιότητες. Γιατί καθένα θείο έχει δικές του δυνάμεις και ενέργειες. Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο Σωκράτης φίλεψε τον Τίμαιο με τους λόγους της φιλοσοφίας του, έτσι και ο καθένας από τους θεούς ενεργώντας με βάση τις δικές του δυνάμεις συντελεί στη μια και ανώτερη πρόνοια του δημιουργού για το σύμπαν.

  • θέτω την Φιλία και την ομονοητική ζωή ως σκοπό ολόκληρης της φιλοσοφίας μου.

Άλλωστε και ο Πλάτων στον “Τίμαιο” αυτή την έχει προβάλει πριν από όλα αποκαλώντας τον Τίμαιο φίλο. Αλλά και ο Πλάτων στους “Νόμους, 739.b.8 – 739.e.3” λέγει ότι : «Θα βρούμε λοιπόν την πρώτη (καλύτερη) πόλη, πολιτεία (πολίτευμα), και νόμους εκεί που ισχύει το παλιό γνωμικό το οποίο λέει ότι τα αγαθά των φίλων είναι κοινά. Δεν ξέρω βέβαια αν υπάρχει ή θα υπάρξει κάποτε μια κοινωνία, όπου τα πάντα θα ανήκουν σε όλους – κοινές γυναίκες, κοινά παιδιά και αγαθά αλλά σε μία τέτοια πόλη η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Τα πάντα θα είναι στην διάθεση όλων, ακόμα και εκείνα που από την φύση τους αποτελούν ιδιοκτησία κάθε ανθρώπου, όπως τα όμματα ή τα ώτα ή τα χέρια, με την έννοια ότι όλοι οι πολίτες βλέπουν, ακούνε και ενεργούν από κοινού επιβάλλουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα στην πόλη και είναι οι καλύτεροι που μπορούν να υπάρξουν. Σε μια τέτοια πόλη κατοικούν είτε Θεοί είτε παίδες θεών και η ζωή όλων όσων έχουν τέτοιους νόμους είναι στ’ αλήθεια ευφραινόμενοι. Επομένως, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αλλού για να βρούμε πιο υποδειγματικό πολίτευμα από αυτό. Αν πραγματοποιηθούν όσα είπαμε, θα το κάνουν αθάνατο και δεύτερο σε αξία.» Άλλωστε, η τελειότητα επέρχεται στις ψυχές μέσω της φιλίας και της (επι)κοινωνίας με τα ενάρετα ήθη, πράγμα που φροντίζουμε ιδιαιτέρως οι Πυθαγόρειοι, κάνοντας σκοπό της ζωής μας την καθαρότατη φιλία. Μιας και η αληθινή φιλία είναι χαρακτηριστικό των ίδιων των Θεών και των ανώτερων από εμάς γενών, και φτάνει στις αγαθέ ψυχές. Όμως Οφείλουμε να ξέρουμε ότι η φιλία είναι μεν πράγμα σεβαστό και πολύτιμο, χρειάζεται όμως ζωή πρέπουσα στους θεούς και νοητική. Διότι για πρώτη φορά έλαβε υπόσταση μεταξύ των Θεών με τη νοητική ζωή και τον, κατά Εμπεδοκλή, νοητό θεό, τον οποίο εκείνος αποκαλεί συνήθως “Σφαίρο”. Αλλά και ο τελικός σκοπός της άριστης πολιτείας είναι η ένωση, όπως βέβαια και της συστάσεως του Κόσμου, και πριν από τον Κόσμο τούτο το Ένα. Διότι η ομοιότητα ανήκει στην συστοιχία του Ενός. Εξ ου και όλα τα στοιχεία που λαμβάνουν την πρόοδό τους παράγονται μέσω της ομοιότητας από τα οικεία του αίτια, και όλα όσα επιστρέφουν προς τις αρχές επιστρέφουν μέσω της ομοιότητας λόγω του πόθου τους για το Ένα. Διότι αυτό που δεν μπόρεσε να παραμείνει στο Ένα αποδέχεται το όμοιο ως συγγενικό προς το Ένα. Η αρμονία επίσης και ο ρυθμός, των οποίων προΐστανται οι Μούσες, έχουν την ύπαρξή τους μέσα από την ομοιότητα. Για τούτο βέβαια δεν δημιουργούν όλοι οι λόγοι ρυθμούς ή αρμονίες, αλλά αυτοί της ομοιότητας επιμόριοι και πολλαπλάσιοι. Οι πολυσχιδής και πολυσύνθετος χαρακτήρας των άλλων λόγων είναι ξένος προς τους μουσικούς λόγους. Σε αλληλουχία λοιπόν προς τις δικές τους ενέργειες και προς τα δώρα που προσφέρουν στον Κόσμο, οι Μούσες ανήγαγαν τη διχοστασία στην ανομοιότητα και την φιλία στην ομοιότητα της ζωής. Και ο ίδιος άλλωστε ο ιερός αριθμός των Μουσών ανήκει στη φύση της ταυτότητας και της ομοιότητας, διότι είναι τετράγωνος παραγόμενος από τον πρώτο περιττό και τέλειο, που προσδιορίζεται από τρείς τριάδες, και δεν είναι μόνο τέλειος, αλλά τέλειος ως προς όλες τις αναφορές του, συνδεδεμένος με τη μονάδα από την οποία προήλθε και σπεύδοντας και αυτός να είναι ένα καινούριο ένα.

  • θεωρώ ότι οι συμφωνίες που κάνω με τους επι φιλοσοφική βάση φίλους, αλλά και γενικότρα με τους ανθρώπου, πρέπει να παραμένουν σταθερές.
  • Ασπάζομαι την κοινοκτημοσύνη στις ανακαλύψεις των δογμάτων και θεωρώ πως ανάμεσα σε φίλους της θείας του Πλάτωνα φιλοσοφίας τα συγγράμματα του ενός πρέπει να είναι κοινά όλων.

Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Πλάτων, στον “Τίμαιο”, καλώντας τους πάντες να γίνουν διαιτυμόνες και εστιάτορες, πληρούντες και πληρομενους, διδάσκοντες και μανθάνοντες. Και βέβαια ο Πλάτων μέσω της ίδιας της μίμησης των τέλειων ανδρών μας σκιαγραφεί  τα πρότυπα των καθηκόντων, πρότυπα που έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση από αυτά που εμπεριέχονται σε ξερούς κανόνες. Γιατί η μίμηση διαμορφώνει τη ζωή των ακροατών σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της. Με αυτά, λοιπόν, δηλώνει με το τι θα χορτάσει ο φιλόσοφος. Με την ακρόαση των λόγων και ποιο θα θεωρήσει ότι είναι το αληθινό γεύμα. Όχι αυτό που έχουν πιστέψει οι περισσότεροι – γιατί αυτό είναι ζωώδες -, αλλά αυτό που χορταίνει τον άνθρωπο που έχουμε μέσα μας. Για αυτό και χρησιμοποιείται συχνά από τον Πλάτωνα το ρήμα “φιλεύω” για τα λόγια. “ ή μήπως είναι φανερό ότι ο Λυσίας σας φίλεψε με λόγια” (βλ. “Φαίδρος, 227.b”) και “μόνο εσείς οι δυο φιλευτείται και σε εμάς μην δώσετε” (βλ. “Λυσίας, 211.c-d”).

Βέβαια για να αποφευχθεί τυχών διαστρέβλωση του τελευταίου θα εξηγήσω πως όντας απομακρύνοντας από τα αισθητά τους συλλογισμούς μου για τα μαθηματικά, μέσω αυτών οδηγώ την σκέψη μου στην πίστη της ασώματης ουσίας, και τους χρησιμοποιώ για να μεταβώ στα νοητά, και ως επί το πλείστον εξετάζω τι μέσα σε αυτούς είναι εξομοιωμένο με τις καθαρά Είδη και τους ενιαίους Λόγους. Στις μελέτες μου δηλ. εφαρμόζω αυτόν τον τρόπο, τουτέστιν απομακρύνω την επιστήμη μου από την κοινή και διαδεδομένη γνώση και πραγματοποιώ τη διδασκαλία των μελετών μου εν απορρήτοις. Δηλ. όντας Πυθαγόρειος κοινοποιώ σε λίγους τη γνώση μου, και αν κάπου κάτι αποκαλυφθεί στους πολλούς, το εξιλεώνω ως ασέβεια. Για αυτό ακριβώς και διώχνω όσους είναι έξω από την συνήθεια/συντροφιά μου, με την ιδέα ότι είναι ανάξιοι να συμμετέχουν σε αυτά. Γιατί και ο Πυθαγόρας θεωρούσε ότι δεν πρέπει να κοινωνεί σε όλους την φιλοσοφία των μαθηματικών αλλά μόνο σε αυτούς με τους οποίους θα μοιράζονταν κανείς και ολόκληρη την ζωή του. Έτσι και εγώ δεν επιλέγω τυχαία όποιους βρίσκω, αλλά δοκιμάζοντας τους για πολύ καιρό απωθώ τους ανάξιους. Και σε όσους είναι έξω από την συνήθεια/συντροφιά μου δεν τους κοινοποιώ την επίδοση που πραγματοποιήθηκε από εμένα, καθώς καθιστώ απόρρητους για τους άλλους τους συλλογισμούς μου για τα θεία, όμως  σε αυτούς που λόγω φιλίας ονομαζόμαστε Πυθαγόρειοι προσφέρω μεγάλη πρόοδο μέσω της φιλοσοφίας μου, των μαθηματικών και της μελέτης της γεωμετρίας.

Βέβαια βλέποντας εκεί ψηλά τον άπειρο αιθέρα, που και τη γη έχει πέριξ στις υγρές του αγκάλες, γνωρίζων πως τούτα είναι τα όρια της πατρίδας μας και κανείς εντός τους δεν είναι φυγάς, ξένος ή αλλοδαπός, μιας και για όλους μας υπάρχει το ίδιο πυρ, ύδωρ, αήρ, οι ίδιοι άρχοντες, διοικητές, πρυτάνεις, ο ήλιος, η σελήνη, ο φωσφόρος. Γνωρίζω πως οι ίδιοι νόμοι για όλους, ένα το πρόσταγμα και μία η ηγεμονία, οι βόρειες τροπές (χειμερινό ηλιοστάσιο) οι νότιες τροπές (θερινό ηλιοστάσιο), οι ισημερίες, οι Πλειάδες, ο Αρκτούρος, οι εποχές της σποράς και του φυτεύματος. Ένας ο Βασιλιάς και Άρχων∙ “ο Θεός που είναι αρχή και μέση και τέλος του σύμπαντος, που το διατρέχει από τη φύση του απ’ άκρου εις άκρον σε όλη του την έκτασή του. Τον ακολουθεί από πίσω του η Δίκη, η τιμωρός όσων παραβαίνουν τον Θείο Νόμο” τον οποίο εφαρμόζουμε όλοι εμείς οι άνθρωποι από τη φύση μας προς όλους τους ανθρώπους σαν να ήταν συμπολίτες μας.

Ως εκ τούτου χωριζω δια της οντικής τους γνώσεως και συνειδήσεως τα όντα σε κατώτερα και ανώτερα όντα [Ευτελείς και αγενείς ψυχές] με βάση το πόσο ψηλά φτάνουν και όχι φυλετικά/βιολογικά, μιας και η σταθερή και αΐδιος ευγένεια των ψυχών εξαρτάται μόνον από τους Θεούς περί τους οποίους σπάρθηκαν και από τις Θεϊκές δυνάμεις υπό τις οποίες ετάχθησαν. Δηλ. ευγενέστερες ψυχές είναι αυτές που ακολουθούν τους υψηλότερους Θεούς και όσες συνδέονται με τις μεγαλύτερες δυνάμεις κατά την δια κλήρου διανομή μέσα στο σύμπαν. Το ίδιο ισχύει και για τις πόλεις. Διότι η διαφορά ως προς τους κλήρους αρχίζει από ψηλά και φτάνει μέχρι τις ψυχές εξ ου και λέμε λοιπόν ότι άλλοι κλήροι είναι οι εμπύριοι, άλλοι οι αιθέριοι, άλλοι οι ουράνιοι, άλλοι των χθόνιων θεών, και ότι από τις ψυχές άλλες είναι της ηλιακής σφαίρας, άλλες της Ερμαϊκής σφαίρας, άλλες της σεληνιακής

Σκοπό μου – σε αυτόν βίο ως νεοτελής ψυχή, στον 1ον φιλοσοφικό βίο έπειτα από τριπλή άνοδο στο νοητό σε προηγούμενο ενιαυτό – :

  1.  Αφενός η υπέρβαση ή αλλιώς το εν Δελφοίς «Γνώθι σ’ αυτον» [4]: Δηλ. η θεουργικά ταυτόχρονη ταυτιζόμενη κατάβαση στον Άδη και άνοδος στα άλση των Ελικωνίδων Μουσών (=ουράνια πλέγματα=εγκόσμιες 9 αφαίρες). Αφετέρου η δια θεουργίας επιστροφή στην πανδεκτική αυλή και στον οίκο του Πατρός Διός – αυλές και οικήσεις θείων είναι οι αΐδιες τάξεις -, ήτοι στην πατρική τάξη η οποία συνέχει όλες της αναχθείσας στο νοητό ψυχές. Η ενίδρυση στις νοήσεις του δημιουργού και πατέρα Ζεύς. Μάλιστα, η ανοδική πορεία της ψυχής είναι διττή : η μία στην ανάβαση της προς το όντως ΟΝ και τον αποκαθαρμό της από τα συγγενικά προς τον κόσμο της γένεσης στοιχεία, την οποία της παρέχουν μετά θάνατον οι δεσμοί του Πλούτωνα. Η άλλη στην ολοκληρωμένη πια ανάβαση της μέσα από την κάθαρση του Άδη και στην κυκλική της κίνηση σύμφωνα με την ζωή και τους νοητικούς τρόπους εκεί, την οποία ολοκληρώνουν οι δεσμοί του Κρόνου μέσω της σύνδεσης προς τον Ζεύς. Δηλαδή σαν η ψυχή να τοποθέτησε ένα αποτύπωμα στην περιοχή του νοητού, διεξέρχεται στον κόσμο εκείνο την έκταση των νοητών και θεάται τα μακάρια εκείνα νοητά θεάματα,  και τούτη η τελική ανάβαση είναι σπουδαιότερη και τελειότερη από την προηγούμενη.
  2. Η διατήρηση αφενός της «Διάνοιας», δηλ. της ψυχικής γνώσης/επιστήμης/νοητικής ταχύτητας θεωρήσεως του «σύμπαντος της Αμυμώνης» και γενικότερα του «σύμπαντος του Ζεύς» – η οποία αποκτήθηκε δια της σε προηγούμενους βίους κατακτήσεως της «Ελένης», αφετέρου η διατήρηση της πέραν του οντικού επιπέδου της Ειμαρμένης γνώσεως των όντως Όντων και της νοητικής ταχύτητας θεώρησης του “σύμπαντος του Πλάτωνα” που ονομάζεται «Νόηση»  – η οποία αποκτήθηκε δια της σε προηγούμενους βίους κατακτήσεως της «Ελενόης».
  3. Αφενός η δημιουργία των οντικών προϋποθέσεων κατακτήσεως της υπέρτατης και εξηρημένης ψυχικής & οντικής “γνώσης” που ονομάζεται «Πρόνοια» (τουτέστιν εντοπισμός “Καιρού” και επίτευξη απαιτούμενων νοητικών αναβαθμών),  αφετέρου προσπάθεια επιτυχούς πραγματώσεως  της αυτής κατακτήσεως με σκοπό την αναγωγή «πρὸς τὴν νοητὴν σοφίαν» και κατάκτηση της γνώσεως προς πρόνοια ώστε «μὴ μόνον μιᾶς πόλεως» αλλά «ἅπαντος δὲ κόσμου προνοεῖν», ούτως ώστε «μὴ μόνον μιᾶς πόλεως φροντίζειν, ἀλλὰ καὶ παντὸς κόσμου ὡς καὶ ὁ θεός». Άλλωστε ό Δίιος και ηγεμονικός την φύση μέσα στην επιθυμία του για το καθολικό και συμπαντικό δεν δίνει αξία στις εκάστοτε παρούσες δυνάμεις, αλλά ποθεί τις πιο καθολικές και η σπουδή του κατατείνει στο να συγκυβερνήσει με τα των Θεών όλο τον Κόσμο. Διότι αυτή την αξία έχει ως οπαδός/ακόλουθος του Διός και θεωρός του απόλυτου/ανεξάρτητου γένους των Θεών, το οποίο εξουσιάζει άπαντα τα εγκόσμια και εκτείνεται με τις δυνάμεις τους σε όλα τα στοιχεία του Κόσμου. Αυτό το γένος, των υπερκόσμιων Θεών, άλλωστε κυβερνά ο μέγας εν ουρανώ υπερκόσμιος ηγεμόνας Ζευς, που διακοσμεί και επιμελείται τα πάντα. Ως εκ τούτου όχι μόνον διατήρηση των οντικών αναβαθμών-ιδιοτήτων του βασιλέα/πολιτικού και φιλόσοφου/θεουργού, αλλά και κατάκτηση της γνώσης/δυνατότητας προς φροντίδα και πρόνοια όχι μόνον για μία πόλη αλλά παντός Κόσμου : αναγωγή σε ανθρώπινο θεό, ψυχικώς θεό – όπως ο Οδυσσέας. Ως εκ τούτου και ακολουθώντας την προσταγή του ομηρικού Τειρεσία, άμα την αποχώρηση μου εκ του παρόντος σύμπαντος και την επιστροφή μου στον “πυρήνα” του διάκοσμου της Αθηνάς, στο «σύμπαν Ιθάκη», θα μεταβώ διατρέχοντας ως «χελιδονόψαρο» το «σύμπαν της Αμυμώνης» και θα ενιδρυθώ σε ένα εκ των «ἔξω παντὸς κλύδωνος καὶ θαλάσσης» αμιγή σύμπαν : ενίδρυση στον “πυρήνα” του διάκοσμου του Ποσειδώνα ή ενυάλιου Διός, στο μαθηματικό «Σύμπαν του Παι» και στην εκεί εβρισκόμενη «νοητή πόλη της Νίκης».

 Ο του ιστοχώρου δημιουργός :  Αμφικτύων [Κεφάλας Δ. Ευστάθιος]


[1] <φαλος> = περικεφαλαία μὴ ἔχουσα φάλους. Φάλοι δέ εσιν ο λαμπρολοι, τ ποικίλματα. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου). <Γλήνεα> = Κόσμια, πολλῆς θέας ἄξια, ἀξιοθεα τότατα χρήματα· παρὰ τὴν αἴγλην, τὴν λαμπρό τητα· τὰ ποικίλματα. Ο δ, ζδια. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό)

[2] Οι Θεοί στους Έλληνες είναι και λέγονται «μεθεκτές, υπερούσιες & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες».

[3] Όλες οι υπερούσιες μεθεκτές Ενάδες/Αγαθότητες/θεοί – πχ νοητές Ενάδες -, όλες οι τάξεις των όντων  και οι βαθμίδες των Θεών/Ενάδων/Αγαθοτήτων – π.χ. νοητοί θεοί – και οι θείες μονάδες τους .π.χ. η μονάδα της δημιουργίας, ο αμέθεκτος νοητικός καθολικός δημιουργός και πατέρας Ζεύς.

[4] Αλώστε, ο πρώτιστος σκοπός μας είναι η επαναγωγή μας «εἰς τὴν ἑαυτῶν γνῶσιν» και η κατάδειξη της υποστασιοποιημένης «ἐν εἴδεσι καὶ Λόγοις» ουσίας μας. Ουσία που προβάλει (=γεννά) «πάσας τὰς ἐπιστήμας ἀφ᾽ ἑαυτῆς» και τα εν αυτή περιεχόμενα «θεῖα πάντα καὶ τὰ τῆς φύσεως εἴδη» γνωρίζει. Τουτέστιν ως ψυχές πρέπει να αποκτούμε πρώτα γνώση του εαυτού μας, έπειτα να εξετάσουμε τις δυνάμεις που μας έλαχαν, έπειτα την ουσία μας, έπειτα πως ξεκινώντας από τα ατελέστερα προχωρούμε μέχρι τα πρώτα αίτια. Εξ ου και των Πλατωνικών διαλόγων και πάσης της φιλοσοφικής θεωρίας η κυριότερη και σταθερότερη αρχή είναι η διάγνωση της ουσίας του Εαυτού μας. Που άπαξ και αυτή τοποθετηθεί ορθώς, θα μπορέσουμε σε κάθε περίπτωση να κατανοήσουμε ακριβέστατα το αγαθό που μας ταιριάζει όπως και το κακό που το αντιμάχεται. Άλλωστε χαρακτηριστικό εκάστου όντως, πέρα από το διαφορετικό Είναι, είναι και η τελείωσή τους, άλλη για το ένα και άλλη για το άλλο, κατά την ύφεση (καθοδική πορεία) της Ουσία