Πρόκλου : ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΝ ΠΟΛΥΜΗΤΙΝ


Εις Αθηνάν Πολυμήτιν

«Εισάκουσέ με, τέκνο του του Διός που έχει την αιγιίδα, που ξεπήδησες από την πηγή του γεννήτορα και από την κορυφή της σειράς, αρσενόθυμε, που φέρεις την ασπίδα, που έχεις μέγα σθένος, οβριμόπατρη, Παλλάς, Τριτογένεια,  που σείεις το δόρυ, χρυσόκρανη, εισάκουσέ με. Δέξου τον ύμνο πότνια, με εύφρονα θυμό, και μην αφήσεις ποτέ έτσι τα λόγια μου στους ανέμους, εσύ που άνοιξες τους θεοστιβείς πυλώνες της σοφίας και δάμασες τα θεΐμαχα φύλα των χθόνιων Γιγάντων. Εσύ που αποφεύγοντας τον πόθο του ερωτοχτυπημένου Ηφαίστου διαφύλαξες το αδάμαστο χαλινάρι της παρθενίας σου. Εσύ που έσωσες ακέραιη την καρδιά του άνακτα Βάκχου στο κοίλωμα του αιθέρα, όταν κάποτε μερίστηκε από τα χέρια των Τιτάνων, και την πείρες και την έφερες στον Πατέρα, για να ξανα-γεννηθεί περί τον Κόσμο ένας νέος Διόνυσος από την Σεμέλη σύμφωνα με τις άρρητες βουλές του Πατέρα. Ο δικός σου πέλεκυς, αφού έκοψε σύριζα τα θηριώδει κεφάλια κατεύνασε την γενιά των παθών της πανδερκούς Εκάτης. Εσύ που ηράσθεις το σεμνό κράτος των αρετών που εγείρουν τους βροτούς. Εσύ που κόσμησες όλον τον βίο με τις πολυειδής τέχνες βάζοντας μέσα στις ψυχές νοερή δημιουργία. Εσύ που έλαχες την Ακρόπολη σε υψύλοφο κολώνα, σύμβολο πότνια, της κορυφής της μεγάλης σου σειράς. Εσύ που αγάπησες την ανδροθρέφτρα χθόνα, την μητέρα των βίβλων, αντιστεκόμενη στον ιερό πόθο του πατράδελφού σου, και έδωσες στο άστυ να έχει το όνομά σου και φρένες εσθλές. Εκεί, κάτω από τις παρυφές του όρους έκανες να βλαστήσει μια ελιά, σημάδι της μάχης πασίδηλο για τους μεταγενέστερους. Τότε που την αρωγή του Ποσειδώνα ένα τεράστιο κύμα που σηκώθηκε από τον πόντο έπεσε πάνω στους Κεκρωπίδες, πλήττοντας τα πάντα με τα πολυτάραχα νερά του. Εισάκουσέ με, εσύ που απαστράπτεις αγνό φως από το πρόσωπό σου. Δώσε όλβιο λιμάνι σε εμένα που περιπλανιέμαι γύρω από την γη, δώσε στην ψυχή μου φως αγνό από τους ιερούς μύθους σου και σοφία και έρωτα. Έμπνευσε στον έρωτά μου τόσο και τέτοιο μένος(δύναμη) ώστε από τους κόλπους της χθόνας να με τραβήξει και πάλι προς τον Όλυμπο, στην κατοικία του πατρός σου. Και αν κάποιο βαρύ σφάλμα του βίου μου με δαμάζει – γιατί γνωρίζω, ότι μαστίζομαι από πολλές, κάθε φορά διαφορετικές, ανόσιες πράξεις, τις οποίες διέπραξα με άφρονα θυμό -, ελέησέ με, μειλιχόβουλε, σώτειρα των βροτών, και μην με αφήσεις να γίνω λάφυρο και έρμαιο των τρομερών Ποινών πιασμένο στο δάπεδο στο δάπεδο, γιατί καυχιέμαι ότι ανήκω σε εσένα. Δώσε στα μέλη μου σταθερή και αβασάνιστη υγεία, και διώχνε τις αγέλες των πικρών νόσων που λιώνουν την σάρκα, ναι, σε ικετεύω, βασίλισσα, και με το αμβρόσιο χέρι σου παύσε όλη την κακότητα των μελανών οδυνών. Δώσε στον πλου του βίου μου γαλήνιους ανέμους, τέκνα, σύζυγο, κλέος, όλβο, εράσμια ευφροσύνη, πειθώ, συζητήσεις με φίλους, αγγυλομήτην νου, κράτος επι των εχθρών μου, πρώτη θέση μεταξύ του λαού. Εισάκουσέ με, εισάκουσέ με, άνασσα. Ενοποιών σου προσέρχομαι με πολλές ικεσίες λόγω επιτακτικής ανάγκης. Εσύ εισάκουσέ με μειλίχιο αυτί.»

        H 7.1 ` to     H 7.52 Κλῦθί μευ, αἰγιόχοιο Διὸς τέκος, ἡ γενετῆρος πηγῆς ἐκπροθοροῦσα καὶ ἀκροτάτης ἀπὸ σειρῆς· ἀρσενόθυμε, φέρασπι, μεγασθενές, ὀβριμοπάτρη, Παλλάς, Τριτογένεια, δορυσσόε, χρυσεοπήληξ, κέκλυθι· δέχνυσο δ᾽ ὕμνον ἐύφρονι, πότνια, θυμῷ, μηδ᾽ αὔτως ἀνέμοισιν ἐμόν ποτε μῦθον ἐάσῃς, ἡ σοφίης πετάσασα θεοστιβέας πυλεῶνας καὶ χθονίων δαμάσασα θεημάχα φῦλα Γιγάντων· ἣ πόθον Ἡφαίστοιο λιλαιομένοιο φυγοῦσα παρθενίης ἐφύλαξας ἑῆς ἀδάμαντα χαλινόν·   ἣ κραδίην ἐσάωσας ἀμιστύλλευτον ἄνακτος αἰθέρος ἐν γυάλοισι μεριζομένου ποτὲ Βάκχου Τιτήνων ὑπὸ χερσί, πόρες δέ ἑ πατρὶ φέρουσα, ὄφρα νέος βουλῇσιν ὑπ᾽ ἀρρήτοισι τοκῆος ἐκ Σεμέλης περὶ κόσμον ἀνηβήσῃ Διόνυσος· ἧς πέλεκυς, θήρεια ταμὼν προθέλυμνα κάρηνα, πανδερκοῦς Ἑκάτης παθέων ηὔνησε γενέθλην· ἣ κράτος ἤραο σεμνὸν ἐγερσιβρότων ἀρετάων· ἣ βίοτον κόσμησας ὅλον πολυειδέσι τέχναις δημιοεργείην νοερὴν ψυχαῖσι βαλοῦσα· ἣ λάχες ἀκροπόληα καθ᾽ ὑψιλόφοιο κολώνης, σύμβολον ἀκροτάτης μεγάλης σέο, πότνια, σειρῆς· ἣ χθόνα βωτιάνειραν ἐφίλαο, μητέρα βίβλων, πατροκασιγνήτοιο βιησαμένη πόθον ἱρόν, οὔνομα δ᾽ ἄστεϊ δῶκας ἔχειν σέο καὶ φρένας ἐσθλάς· ἔνθα μάχης ἀρίδηλον ὑπὸ σφυρὸν οὔρεος ἄκρον σῆμα καὶ ὀψιγόνοισιν ἀνεβλάστησας ἐλαίην, εὖτ᾽ ἐπὶ Κεκροπίδῃσι Ποσειδάωνος ἀρωγῇ μυρίον ἐκ πόντοιο κυκώμενον ἤλυθε κῦμα, πάντα πολυφλοίσβοισιν ἑοῖς ῥεέθροισιν ἱμάσσον. κλῦθί μευ, ἡ φάος ἁγνὸν ἀπαστράπτουσα προσώπου· δὸς δέ μοι ὄλβιον ὅρμον ἀλωομένῳ περὶ γαῖαν, δὸς ψυχῇ φάος ἁγνὸν ἀπ᾽ εὐιέρων σέο μύθων καὶ σοφίην καὶ ἔρωτα· μένος δ᾽ ἔμπνευσον ἔρωτι τοσσάτιον καὶ τοῖον, ὅσον χθονίων ἀπὸ κόλπων αὖ ἐρύσῃ πρὸς Ὄλυμπον ἐς ἤθεα πατρὸς ἐῆος. εἰ δέ τις ἀμπλακίη με κακὴ βιότοιο δαμάζει— οἶδα γάρ, ὡς πολλοῖσιν ἐρίχθομαι ἄλλοθεν ἄλλαις πρήξεσιν οὐχ ὁσίαις, τὰς ἤλιτον ἄφρονι θυμῷ—, ἵλαθι, μειλιχόβουλε, σαόμβροτε, μηδέ μ᾽ ἐάσῃς ῥιγεδαναῖς Ποιναῖσιν ἕλωρ καὶ κύρμα γενέσθαι κείμενον ἐν δαπέδοισιν, ὅτι τεὸς εὔχομαι εἶναι. δὸς γυίοις μελέων σταθερὴν καὶ ἀπήμον᾽ ὑγείην, σαρκοτακῶν δ᾽ ἀπέλαυνε πικρῶν ἀγελάσματα νούσων,   ναί, λίτομαι, βασίλεια, καὶ ἀμβροσίῃ σέο χειρὶ παῦσον ὅλην κακότητα μελαινάων ὀδυνάων. δὸς βιότῳ πλώοντι γαληνιόωντας ἀήτας, τέκνα, λέχος, κλέος, ὄλβον, ἐυφροσύνην ἐρατεινήν, πειθώ, στωμυλίην φιλίης, νόον ἀγκυλομήτην, κάρτος ἐπ᾽ ἀντιβίοισι, προεδρίην ἐνὶ λαοῖς. κέκλυθι, κέκλυθ᾽, ἄνασσα· πολύλλιστος δέ σ᾽ ἱκάνω χρειοῖ ἀναγκαίῃ· σὺ δὲ μείλιχον οὖας ὑπόσχες.