Περί γάμων θεσμός [Πλάτων]


Ο Πλάτων σχετικά με το εν λόγω θέμα μας αναφέρει στους «Νόμους» :


………………. ΑΘΗΝΑΙΟΣ : Πες μου, στο όνομα των θεών, ποιος πρέπει να είναι ο πρώτος νόμος που θα δώσει ο νομοθέτης ; Δεν θα φροντίσει πρώτα – πρώτα για τις διατάξεις που έχουν σχέση με τη γέννηση των παιδιών ;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ : βεβαίως.

ΑΘ. : Βάση όμως των γεννήσεων σε κάθε πόλη δεν είναι η ένωση δυο ανθρώπων με τα δεσμά του γάμου ;

ΚΛ. : Ακριβώς.

ΑΘ. : Επομένως, η σωστή πολιτική κάθε πόλης είναι η άμεση θέσπιση νόμων που αφορούν στον γάμο.

ΚΛ. : Χωρίς αμφιβολία.

ΑΘ. : Ας αρχίσουμε λοιπόν με τον απλό νόμο, που λέει περίπου τα εξής. Ένας άνθρωπος πρέπει να παντρεύεται από τα τριάντα μέχρι τα τριανταπέντε της ηλικίας, διαφορετικά θα τιμωρείται με πρόστιμο και στέρηση τιμών. Θα πληρώσει δηλαδή πρόστιμο ή υφίσταται τον δείνα εξευτελισμό. Αυτά λέει ο απλός νόμος για τον γάμο. Ο διπλός όμως είναι ο εξής. Να παντρεύεται κάποιος ανάμεσα στα τριάντα και στα τριανταπέντε του, έχοντας την αντίληψη ότι η φύση δεν έδωσε στο ανθρώπινο γένος μόνο την αθανασία αλλά και την επιθυμία να μετέχει σε αυτή, κάτι που εκφράζει με κάθε δυνατό τρόπο. Μια έκφραση αυτής της επιθυμίας είναι ο πόθος του ανθρώπου να γίνει ένδοξος και να μην ξεχαστεί το όνομά του μόλις πεθάνει. Το ανθρώπινο γένος υπάρχει από καταβολής Κόσμου, συμβαδίζει με τον χρόνο και θα συμβαδίζει μαζί του μέχρι τη συντέλεια των αιώνων. Είναι αθάνατο γιατί αφήνει πίσω του άλλες γενιές που διατηρούν την ενότητα του κι έτσι μένει πάντα το ίδιο με τη δημιουργία των απογόνων. Επομένως είναι ασέβεια να στερεί κανείς θεληματικά αυτό το αγαθό από τον εαυτό του, κάτι που γίνεται όταν αρνείται να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Όποιος πειθαρχεί στον νόμο δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, εκείνος όμως που αδιαφορεί και φτάνει στα τριανταπέντε του χωρίς να παντρευτεί θα πληρώνει κάθε χρόνο ένα ποσό, για να μη νομίζει ότι η αγαμία θα του φέρει κέρδος και καλοπέραση. Ακόμα, δεν θα έχει κανένα δικαίωμα στις τιμές που αποδίδουν οι νεότεροι στους πιο ηλικιωμένους. ……………

…………….ΑΘ. Φέρε δὴ πρὸς θεῶν, τίν᾽ ἄρα πρῶτον νόμον θεῖτ᾽ ἂν   ὁ νομοθέτης; ἆρ᾽ οὐ κατὰ φύσιν τὴν περὶ γενέσεως ἀρχὴν πρώτην πόλεων πέρι κατακοσμήσει ταῖς τάξεσιν;

ΚΛ. Τί μήν;

ΑΘ. Ἀρχὴ δ᾽ ἐστὶ τῶν γενέσεων πάσαις πόλεσιν ἆρ᾽ οὐχ ἡ τῶν γάμων σύμμειξις καὶ κοινωνία;

ΚΛ. Πῶς γὰρ οὔ;

ΑΘ. Γαμικοὶ δὴ νόμοι πρῶτοι κινδυνεύουσιν τιθέμενοι καλῶς ἂν τίθεσθαι πρὸς ὀρθότητα πάσῃ πόλει.

ΚΛ. Παντάπασι μὲν οὖν.

ΑΘ. Λέγωμεν δὴ πρῶτον τὸν ἁπλοῦν, ἔχοι δ᾽ ἄν πως ἴσως ὧδε— Γαμεῖν δέ, ἐπειδὰν ἐτῶν ᾖ τις τριάκοντα, μέχρι ἐτῶν πέντε καὶ τριάκοντα, εἰ δὲ μή, ζημιοῦσθαι χρήμασίν τε καὶ ἀτιμίᾳ, χρήμασι μὲν τόσοις καὶ τόσοις, τῇ καὶ τῇ δὲ ἀτιμίᾳ.   Ὁ μὲν ἁπλοῦς ἔστω τις τοιοῦτος περὶ γάμων, ὁ δὲ διπλοῦς ὅδε—   Γαμεῖν δέ, ἐπειδὰν ἐτῶν ᾖ τις τριάκοντα, μέχρι τῶν πέντε καὶ τριάκοντα, διανοηθέντα ὡς ἔστιν ᾗ τὸ ἀνθρώπινον γένος φύσει τινὶ μετείληφεν ἀθανασίας, οὗ καὶ πέφυκεν ἐπιθυμίαν ἴσχειν πᾶς πᾶσαν· τὸ γὰρ γενέσθαι κλεινὸν καὶ μὴ ἀνώνυμον κεῖσθαι τετελευτηκότα τοῦ τοιούτου ἐστὶν ἐπιθυμία. γένος οὖν ἀνθρώπων ἐστίν τι συμφυὲς τοῦ παντὸς χρόνου, ὃ διὰ τέλους αὐτῷ συνέπεται καὶ συνέψεται, τούτῳ τῷ τρόπῳ ἀθάνατον ὄν, τῷ παῖδας παίδων καταλειπόμενον, ταὐτὸν καὶ ἓν ὂν ἀεί, γενέσει τῆς ἀθανασίας μετειληφέναι· τούτου δὴ ἀποστερεῖν ἑκόντα ἑαυτὸν οὐδέποτε ὅσιον, ἐκ προνοίας δὲ ἀποστερεῖ ὃς ἂν παίδων καὶ γυναικὸς ἀμελῇ. πειθόμενος μὲν οὖν τῷ νόμῳ ἀζήμιος ἀπαλλάττοιτο ἄν, μὴ πειθόμενος δὲ αὖ, μηδὲ γαμῶν ἔτη τριάκοντα γεγονὼς καὶ πέντε, ζημιούσθω μὲν κατ᾽ ἐνιαυτὸν τόσῳ καὶ τόσῳ, ἵνα μὴ δοκῇ τὴν μοναυλίαν οἱ κέρδος καὶ ῥᾳστώνην φέρειν, καὶ μὴ μετεχέτω δὲ τιμῶν ὧν ἂν οἱ νεώτεροι ἐν τῇ πόλει τοὺς πρεσβυτέρους αὑτῶν τιμῶσιν ἑκάστοτε. …………

(Βλ.  Πλάτων  «Νόμοι»,  720.e.10  –  721.d.6).