Πρόκλος : Ύμνος εις Θεόν


«Ω επέκεινα των πάντων. Γιατί πως αλλιώς είναι θεμιτό να σε εγκωμιάσω ; πως να υμνήσω εσένα που υπερέχεις από τα πάντα ; πως να σε υμνήσει λόγος ; αφού εσύ δεν είναι με κανέναν λόγο ρητός. Είσαι ο μόνος άφραστος. Και γέννησες όσα λέγονται. Πως να σε γνωρίσει νους ; αφού εσύ δεν είσαι από κανέναν νου αντιληπτός. Είσαι ο μόνος άγνωστος. Και γέννησες όσα νοούνται. τα πάντα εσένα, όσα μιλούν και όσα δεν μιλούν, σε εξυμνούν. Τα πάντα εσένα, και όσα νοούν και όσα δεν νοούν σε τιμούν. Γιατί κοινοί είναι οι πόθοι, κοινές είναι και οι οδύνες απάντων για εσένα. Σε εσένα προσεύχονται τα πάντα. Σε εσένα τα πάντα λένε σιωπηλό ύμνο νοόντας μέσα τους το σύνθημά σου. Από εσένα έχουν φανεί τα πάντα. Και εσύ μόνο δεν έχεις αιτία σου τίποτα. Σε εσένα τα πάντα μένουν. Προς εσένα τα πάντα όλα μαζί κινούνται. Και είσαι το τέλος των πάντων. Και είσαι και ένας και τα πάντα, χωρίς να είσαι ούτε ένας ούτε τα πάντα. Εσύ που έχεις όλα τα ονόματα, πως να σε καλέσω, τον μόνο ακάλεστο ;  ποιους ουρανίδης νους θα εισδύσει στις καλύπτρες πάνω από τα νέφη ; ας είσαι ελεήμων ώ επέκεινα των πάντων. Γιατί πως είναι θεμιτό να σε εγκωμιάσω ;»

         Carmina dogmatica 507.6 ` to     Carmina dogmatica 508.8   Ὦ πάντων ἐπέκεινα τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν; Πῶς λόγος ὑμνήσει σε; σὺ γὰρ λόγῳ οὐδενὶ ῥητόν. Πῶς νόος ἀθρήσει σε; σὺ γὰρ νόῳ οὐδενὶ ληπτός. Μοῦνος ἐὼν ἄφραστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα λαλεῖται. Μοῦνος ἐὼν ἄγνωστος· ἐπεὶ τέκες ὅσσα νοεῖται. Πάντα σε καὶ λαλέοντα, καὶ οὐ λαλέοντα λιγαίνει. Πάντα σε καὶ νοέοντα καὶ οὐ νοέοντα γεραίρει. Ξυνοὶ γάρ τε πόθοι, ξυναὶ δ᾽ ὠδῖνες ἁπάντων Ἀμφὶ σέ· σοὶ δὲ τὰ πάντα προσεύχεται· εἰς σὲ δὲ πάντα Σύνθεμα σὸν νοέοντα λαλεῖ σιγώμενον ὕμνον. Σοὶ ἑνὶ πάντα μένει· σοὶ δ᾽ ἀθρόα πάντα θοάζει. Καὶ πάντων τέλος ἐσσὶ, καὶ εἷς, καὶ πάντα, καὶ οὐδεὶς, Οὐχ ἓν ἐὼν, οὐ πάντα· πανώνυμε, πῶς σε καλέσσω, Τὸν μόνον ἀκλήϊστον; Ὑπερνεφέας δὲ καλύπτρας Τίς νόος οὐρανίδης εἰσδύσεται; Ἵλαος εἴης, Ὦ πάντων ἐπέκεινα· τί γὰρ θέμις ἄλλο σε μέλπειν;