Τρόποι περιγραφής του θείου στους Έλληνες : Θεολογία (Ορφική), ένθεη ποίηση (Ομηρική & Ησιόδεια), Φιλοσοφία (Πυθαγόρεια/Πλατωνική-νεοπλατωνική), Θεουργία (=τελεστική/ιερατική/τελεσιουργική τέχνη)


Σύμφωνα με τον θείο Πρόκλο, σχολάρχη της Πλατωνικής Ακαδημίας και τελευταίο Δαδούχος και Ιεροφάντης των Ελλήνων :

«Ολόκληρη η Θεολογία των Ελλήνων προέρχεται από την Ορφική μυσταγωγία, καθώς πρώτος ο Πυθαγόρας από τον Αγλαόφημο διδάχτηκε τα όργια (μυστήρια) των Θεών και δεύτερος ο Πλάτωνας[1] δέχτηκε την παντελή περί τούτων επιστήμη από τα πυθαγόρεια και τα ορφικά συγγράμματα. Στον “Φίληβο”, λοιπόν, ανάγοντας την περί των δυοειδών αρχών θεωρία στους Πυθαγορείους, τους αποκαλεί “συγκάτοικους των θεών” και αληθινά μακάριους. Πολλές, βέβαια, θαυμαστές σκέψεις για τους θεούς και ο Φιλόλαος ο Πυθαγόρειος κατέγραψε για εμάς, εξυμνώντας την κοινή πρόοδο τους στα όντα και την ξεχωριστή τους δημιουργική δράση. Στον “Τίμαιο” ο Πλάτων εξάλλου, επιχειρώντας να μιλήσει για τους υποσελήνιους Θεούς και για την διαβάθμιση μέσα σε αυτούς, καταφεύγει στους θεολόγους και τους αποκαλεί “παίδες Θεών” (“Τίμαιος, 40.e”) και τους θεωρεί πατέρες της αλήθειας για τους θεούς και, τέλος, σύμφωνα με την πρόοδο των νοητικών βασιλέων, όπως εμφανίζεται στους θεολόγους, και των υποσελήνιων θεών, μας παραδίδει και τις διακοσμήσεις (=Κόσμους) που προέρχονται από τα καθολικά. Και πάλι στον “Κρατύλο”… για τη σειρά των θείων διακόσμων (=Κόσμων), ενώ στον “Γοργία” τον Όμηρο για την τριαδική υπόσταση των δημιουργικών μονάδων. Και παντού, για να μιλήσω γενικά, ακολουθώντας τις αρχές των θεολόγων αναπτύσσει τους συλλογισμούς του για τους Θεούς, αφαιρώντας το τραγικό στοιχείο από τη μυθολογία και θέτοντας τις αρχικές υποθέσεις ως κοινές με αυτούς».[2]

Μάλιστα :

«ο Τίμαιος, επειδή είναι πυθαγόρειος, ακολουθεί τις αρχές των πυθαγορείων. Γιατί όσα έχει παραδώσει ο Ορφέας με μυστικό τρόπο και μέσω απόρρητων λόγων, αυτά ο Πυθαγόρας τα έμαθε αφού μυήθηκε στα Λίβηθρα της Θράκης από τον τελεστή Αγλαόφημο, ο οποίος του μετάδωσε τη σοφία που σχετικά με τους θεούς διδάχτηκε ο Ορφέας από τη μητέρα του, την Καλλιόπη. Γιατί αυτά τα λέει ο ίδιος ο Πυθαγόρας στον “Ιερό Λόγο”. Ποιες, είναι, λοιπόν, οι “ορφικές παραδόσεις” (βλ. Ορφικό απ. Νο.85), εφόσον πιστεύουμε ότι πρέπει σε αυτές να αναγάγουμε τη διδασκαλία του Τίμαιου σχετικά με τους Θεούς ; Ο Ορφέας έχει παραδώσει ότι υπάρχουν βασιλείς των Θεών, οι οποίοι “κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν” εποπτεύουν τα πάντα : ο Φάνης, η Νύχτα, ο Ουρανός, ο Κρόνος, ο Δίας και ο Διόνυσος. Γιατί πρώτος ο Φάνης κατασκευάζει το σκήπτρο : “καὶ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖος”. Δεύτερη η Νυξ, “δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός” το σκήπτρο, τρίτος ο “Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός”, τέταρτος ο Κρόνος, “βιασάμενος”, όπως λένε, τον πατέρα του, πέμπτος ο Ζευς, [επί]”κρατήσας τοῦ πατρός”, και μετά από αυτόν ο Διόνυσος. Όλοι αυτοί, λοιπόν, οι βασιλείς ξεκίνησαν από ψηλά, από τους νοητικούς και νοητούς θεούς, και προχωρούν μέσω των μεσαίων τάξεων μέχρι τον ορατό Κόσμο, προκειμένου να ταχτοποιήσουν και όσα βρίσκονται εδώ κάτω. Γιατί ο Φάνης δεν υπάρχει μόνο μέσα στους νοητούς θεούς αλλά και στους νοητικούς, δηλαδή στην δημιουργική βαθμίδα [Πλατωνικό «υπόδειγμα»], και στους υπερκόσμιους και στους εγκόσμιους, και το ίδιο η Νυξ και ο Ουρανός. Γιατί οι ιδιότητές τους απλώνονται σε όλες τις ενδιάμεσες βαθμίδες. Και μήπως ο ίδιος μέγιστος Κρόνος δεν έχει τοποθετηθεί πριν από τον Δία και μετά την Δίιον βασιλεία, αφού “μετὰ τῶν ἄλλων Τιτάνων τὴν Διονυσιακὴν μερίζων δημιουργίαν”, και άλλος είναι μέσα στον ουρανό, άλλος “ἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην”, άλλος μέσα στην σφαίρα των απλανών, άλλος μέσα στις σφαίρες των πλανητών, και το ίδιο και ο Δίας και ο Διόνυσος! Αυτά, λοιπόν έχουν δηλωθεί ρητώς από τους παλαιούς».[3]

Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει πως :

«Είναι, μάλιστα, Πυθαγόρεια πράξη το να ακολουθεί κανείς τις ορφικές γενεαλογίες. Γιατί η γνώση που αφορά τους θεούς, ξεκίνησε αρχικά από την ορφική παράδοση και μέσω του Πυθαγόρα έφτασε στους Έλληνες, όπως λέει ο ίδιος ο Πυθαγόρας στον “Ιερό λόγο”.»[4]

Βέβαια :

«εάν ήθελε κάποιος να μάθει από πού παρέλαβαν την τόσο μεγάλη ευσέβεια οι άνδρες αυτοί (οι Πυθαγόρειοι), πρέπει να λεχθεί ότι το εναργές υπόδειγμα της περί τους αριθμούς Πυθαγορικης Θεολογίας βρισκόταν στα Ορφικά. Καθόλου, λοιπόν, δεν είναι αναμφίβολο το ότι ο Πυθαγόρας έλαβε αφορμή από τον Ορφέα να συντάξει τον λόγο περί των Θεών, τον οποίον και για τον λόγο αυτόν τον επέγραψε ”Ιερό λόγο”, επειδή είναι απανθισμένος από τον μυστικότατον Ορφικό τόπο. Ο “Ιερός λόγος” είτε είναι πραγματικό σύγγραμμα του ανδρός, όπως πολλοί παραδέχονται, είτε του Τηλαύγους, όπως μερικοί μαθητές του διδασκαλείου, ελλόγιμοι και αξιόπιστοι, διαβεβαιώνουν στηριζόμενοι στα υπομνήματα, τα οποία κατέλειπε ο ίδιος ο Πυθαγόρας στην Δαμώ τη θυγατέρα του, αδελφή του Τηλαύγους. Αυτά βέβαια αναφέρουν ότι δόθηκε μετά τον θάνατό της Δαμούς στην Βιτάλη την θυγατέρα της και στον Τηλαύγη, ενηλικιωθέντα, γιο μεν του Πυθαγόρα και σύζυγο της Βιτάλης. Γιατί όταν ο Πυθαγόρας πέθανε, ο Τηλαύγης πολύ νέος, είχε απομείνει στην Θεανώ την μητέρα του. Δηλούται, λοιπόν, δια του “Ιερού Λόγου” τούτου (ή “περί Θεών λόγος”, διότι επιγράφεται και με τους δυο τίτλους), και ποιος ήταν εκείνος, ο οποίος είχε παραδώσει στον Πυθαγόρα αυτόν τον “Περί Θεών λόγο”. Λέει, λοιπόν, “Ούτος είναι ο λόγος περί Θεών, τον οποίο εγώ ο Πυθαγόρας, υιός του Μνησάρχου, έμαθα καλά οργιασθείς στους Λιβήθρους των Θρακίων από τον τελεστή Αγλαόφημο, που μου μετάδωσε, ότι ο Ορφέας, ο υιός της Καλλιόπης, νουθετηθείς από την μητέρα του στο Παγγαίο όρος, είπε ότι ο αριθμός είναι αϊδιος ουσία, αρχή προνοούσα γα όλον τον ουρανό και την γη και την ενδιάμεση φύση, ακόμη δε και ρίζα σταθερή των θείων ανθρώπων και των θεών και των δαιμόνων”. Από αυτά, λοιπόν, έχει γίνει φανερό ότι ο Πυθαγόρας παρέλαβε τον αριθμό ως καθορισμένη ουσία των θεών από τους Ορφικούς. Έκανε δε δια μέσου των ίδιων των αριθμών θαυμαστή πρόγνωση και θεραπεία (=λατρεία) των θεών. Θα αποκτούσε δε κανείς γνώση τούτου και από το εξής : Από το ότι δηλαδή πρέπει να παρουσιάσει κανείς και κάποιο για να γίνουν πιστευτά και τα λεγόμενά του. Επειδή ο Άβαρις βρισκόταν ασχολούμενος με τα συνήθη για αυτόν ιερουργήματα, μάθαινε μέσω των θυσιαζόμενων ζώων την καλλιεργούμενη σε κάθε βαρβαρικό γένος πρόγνωση, προπαντός δε μέσω των ορνιθίων (γιατί τα σπλάχνα των ορνίθιων τα θεωρούν καταλληλότερα για την διάγνωση). Επειδή ο Πυθαγόρας ήθελε να μην αφαιρέσει από αυτόν την μελέτη για το αληθές, επιθυμούσε δε να παράσχει κάποιον ασφαλέστερο και δίχως αίμα και σφαγή τρόπο και, εξάλλου, θεωρούσε ότι ο πετεινός είναι ιερό πτηνό του Ήλιου, δίδαξε σε αυτόν το λεγόμενο “παναληθές” που ήταν συντεταγμένο δια αριθμητικής επιστήμης.»[5]
Μάλιστα:

«ο Πυθαγόρας έγινε ζηλωτής της του Ορφέως ερμηνείας και διαθέσεως και τιμούσε τους Θεούς παραπλήσια με τον Ορφέα, που απεικονίζονται στα μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα και παρουσιάζονται όχι με τις δικές μας μορφές, αλλά όπως ακριβώς τα θεία δημιουργήματα. Οι Θεοί περιβάλλουν τα πάντα και προνοούν για όλα και έχουν την φύση και την μορφή όμοια με το παν. Διακήρυξε δε αυτός τους καθαρμούς και τις λεγόμενες τελετές, που έχουν την ακριβέστατη γνώση περί Θεών. Λένε ακόμη ότι αυτός συνέγραψε την σύνθετη θεία φιλοσοφία και θεραπεία, στοιχεία που άλλα έμαθε παρά των Ορφικών, άλλα παρά των Αιγυπτίων ιερέων, άλλα παρά των Χαλδαίων και μάγων, άλλα παρά των στην Ελευσίνα τελετών, στην Ίμβρο, στην Σαμοθράκη και στην Λήμνο και κάποια άλλα που τελούνται στις κοινότητες των Κελτών και των Ιβήρων.»[6]

Ο Πρόκλος βέβαια δεν θεωρεί ότι ο Πυθαγόρας είναι ο μόνος σειριακά αποδέκτης της πανάρχαιας εφέστιας/πατρώας των Ελλήνων μυήσεως/θεολογίας, της ορφικής μύησης/θεολογίας, απλά λέγει ότι πέρασε η γνώση σειριακά από τους μεν στους δε :

Ορφέας-Ορφικοί -> Πυθαγόρας-Πυθαγόρειοι -> Πλάτων-Πλατωνιστές-νεοπλατωνικοί.

Δίνει δηλ ένα θρησκευτικού τύπου γενεαλογικό «δέντρο», με πολλά κλωνάρια – επί της ουσίας δηλώνει ότι μέσα στους αιώνες υπάρχει συνέχεια της πατρώας/εφέστιας θρησκείας και Ευσέβειας των Ελλήνων και ότι δεν έχει χαθεί!

(για τουλάχιστον 3.700+ έτη συμβατικής ιστορίας, άλλωστε η Ορφική παράδοση ανάγεται στο 3.200π.Χ. σύμφωνα με τα μεγαλιθικά & τις βραχογραφίες του χωριού Ρούσα της Θράκης και ο Πρόκλος διατέλεσε σχολάρχης της Πλατωνική Ακαδημίας κατά τα έτη 450-485α.κχ).

Ο Πρόκλος στην ουσία λέγει πως :

Ελλήνων Μυθολογία (Ορφική, Ομηρική & Ησιόδεια) = Ελλήνων πατρώα Θεολογία = Ελλήνων πατρώα Θρησκεία = Πυθαγόρεια/Πλατωνική/νεοπλατωνική Φιλοσοφία!

Μάλιστα – κατά πως λέγεται στα «Ανώνυμα προλεγόμενα στην Πλατωνική Φιλοσοφία, 6.8 – 6.22»: «γυνὴ γοῦν τις ἀπῆλθεν χρησομένη εἰ δεῖ τὴν στήλην αὐτοῦ συντάξαι αὐτὴν τοῖς ἀγάλ μασι τῶν θεῶν, ἔχρησεν δ᾽ὁ θεὸς τάδε· “δόξης ἀντιθέοιο καθηγητῆρα Πλάτωνα εὖ δρῴης τίουσα, χάρις δέ σ᾽ἀμείψεται ἐσθλὴἐκ μακάρων, οἷσίν περ ἀνὴρ ἐνάριθμος ἐκεῖνος“. ἄλλος δὲ χρησμὸς ἐδόθη ὡς δύο παῖδες τεχθήσονται, Ἀπόλλωνος μὲν Ἀσκληπιός, Ἀρίστωνος δὲ Πλάτων, ὧν ὁ μὲν ἰατρὸς ἔσται σωμάτων, ὁ δὲ ψυχῶν. καὶἈθηναῖοι δὲ τὴν γενεθλιακὴν αὐτοῦἡμέραν ἐπιτελοῦντες ἐπᾴδοντες φάσκουσιν· “ματι τδε Πλάτωνα θεο δόσαν νθρώποισιν“. ὅρα δὲ καὶ τὴν ὑπεροχὴν ἣν ἔσχεν πρὸς Πυθαγόραν· αὐτὸς μὲν γὰρ ἀπῆλθεν εἰς Περσίδα τὴν τῶν μάγων ὠφεληθῆναι θέλων σοφίαν, ο δ μάγοι δι τν Πλάτωνα θήναζε παρεγένοντο τς ξ ατο μετασχεν φιλοσοφίας γλιχόμενοι.»

Δηλ. στην Αθήνα υπήρχε εορτή που τελούταν προς τιμή του Πλάτωνος, για να γιορτάσουν την γενέθλιο ημέρα του θείου ανδρός, εορτή κατά την οποία οι Αθηναίοι φώναζαν ότι “αυτή την ημέρα οι Θεοί έδωσαν τον Πλάτωνα στους ανθρώπους”. (Και οι Αθηναίοι κατά την ημέρα των γενεθλίων του, γιορτάζοντας τραγουδούσαν : “Την ημέρα αυτή οι θεοί έδωσαν τον Πλάτωνα στους ανθρώπους”). Δηλ. θεωρούσαν οι Αθηναίοι ότι οι Θεοί, έδωσαν στους ανθρώπους τον Πλάτωνα, το θείο εκείνο δώρο που πραγματικά απεκάλυψε τα πάντα για Θεούς. Υπερείχε δε τόσο ο Πλάτων του Πυθαγόρα, που ο μεν Πυθαγόρας πήγε στην Περσία για να μετάσχει της των Μάγων σοφίας, οι δε Πέρσες Μάγοι ήρθαν στην Αθήνα για να μετάσχουν στην του Πλάτωνος Φιλοσοφία!

Βέβαια :

«είναι δυνατόν κανείς να εκφράσει τα θεία με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Οι Φοιβόληπτοι ποιητές μέσω των μυθικών ονομάτων και ερμηνείας πλουσιότερης. Όσοι απέχουν από τη μυθική δραματοποίηση, αλλά κατά τα άλλα με ένθεη γλώσσα μιλούν, μέσω των ιεροπρεπών ονομάτων και του υψηλού ύφους. Όσοι έχουν την πρόθεση να τα περιγράψουν με εικόνες, μέσω των μαθηματικών ονομάτων [όρων] που χρησιμοποιούνται στην αριθμητική ή στη γεωμετρία. Από όλα αυτά, λοιπόν, έχει διαφοροποιηθεί εντελώς η περιγραφή των θείων μέσω των διαλεκτικών ονομάτων, η οποία ταιριάζει κυρίως στα μέλη του Ελεατικού διδασκαλείου. Από τους άλλους τρόπους, ένας είναι χαρακτηριστικός των Πυθαγορείων, όπως δηλώνει ο Φιλόλαος ο οποίος περιέγραψε μέσω των αριθμών τις υπάρξεις και τις προόδους των θεών.»[7]

Μάλιστα :

«η πρώτη μελέτη όλων των μαθηματικών και κάθε ξεχωριστού κλάδου τους, όποιος και αν είναι κάθε φορά, είναι η θεολογία, η οποία προσαρμόζεται στην ουσία και στην δύναμη, στην τάξη και στις ενέργειες των θεών με μια κατάλληλη προσομοίωση, πράγμα που από τους Πυθαγορείους θεωρείται άξιο για τον μεγαλύτερο ζήλο, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση των αριθμών ποιοι αριθμοί είναι συγγενείς και όμοιας φύσεως με ποιους θεούς. Και είναι σύνηθες σε αυτούς στην περίπτωση των άλλων μαθηματικών να σκέφτονται το ίδιο πράγμα. Μετά από αυτό, λοιπόν, τα μαθηματικά σύμφωνα με τους Πυθαγορείους επιχειρούν να ενεργήσουν γύρω από το νοητικό όντως ΟΝ, τον νοητικό κύκλο και τον ειδιτικό αριθμό, και παρατηρούνται πολλές άλλες παρόμοιες μαθηματικές γνώσεις σε συμφωνία με την καθαρότατη ουσία. Έπειτα επικεντρώνουν τη μελέτη των μαθηματικών στην αυτοκίνητη ουσία και στους αϊδιους Λόγους, προσδιορίζοντας τον ίδιο τον αυτοκίνητο αριθμό και ανευρίσκονταις κάποια μέτρα των Λόγων με βάση κάποιες μαθηματικές συμμετρίες. Μεγάλο, μάλιστα, μέρος της μαθηματικής επιστήμης αφορά τον ουρανό και όλες τις εν ουρανό περιφορές, και τις απλανείς και αυτές των πλανητών, συνεξετάζοντας όχι μόνο τις ποικίλες κινήσεις των σφαιρών αλλά και τις ομοιόμορφες κινήσεις τους. Στη συνέχεια μελετά επίσης τους ένυλους Λόγους και τα ένυλα είδη, πως έχουν λάβει υπόσταση και πως εξαρχής παράχθηκαν. Γιατί τέτοιο είναι το έργο της μαθηματικής επιστήμης το οποίο διανοητικά χωρίζει την μορφή και τα σχήματα από τα σώματα. Με άλλα λόγια, επιχειρεί να μελετήσει τη φύση όσων βρίσκονται εν τη γενέσει, παρατηρώντας τα απλά στοιχεία και τους περί τα σώματα Λόγους. Η πυθαγόρεια αγωγή (διδασκαλία), λοιπόν, χρησιμοποιεί όλα αυτά τα μέρη της μεθόδου και στους επιμέρους κλάδους και σε όλα τα μαθηματικά, και μέσω αυτών δημιουργεί την τάξη και την κάθαρση. Γιατί, όπως ακριβώς στα μαθηματικά τα επόμενα αναγνωρίζονται από τα προηγούμενα, έτσι και στη περίπτωση των δυνάμεων της ψυχής η άνοδος προς τις τελειότερες ζωές και ενέργειες πραγματοποιείται μέσω αυτών. Αλλά όμως δεν αμελούν κάτι ούτε παραλείπουν κάτι από τα μεσαία που συμπληρώνουν την επιστήμη αυτού του είδους, αλλά ούτε αφήνουν αδιερεύνητα και τα άκρα. Και διατρέχουν ανελλιπώς τα πάντα, και έτσι αυτή η επιστήμη εφαρμόζει τη διαίρεση, την οποία κατέδειξε η διαιρετική επιστήμη, στα κυριότερα και πρωταρχικά γένη. Και από αυτή τη διαίρεση είναι δυνατόν να ανεύρουμε τους επιμέρους τομείς των μαθηματικών.»[8]

Ενώ για την γεωμετρία ο Πρόκλος αναφέρει πως :

«ας δούμε από πού ξεκινάει ολόκληρη η γεωμετρία και μέχρι που προχωρά. Γιατί έτσι θα παρατηρήσουμε τον Κόσμο των εννοιών που έχει μέσα της. Ας παρατηρήσουμε, λοιπόν, ότι αυτή εκτείνεται σε όλα τα όντα και εφαρμόζει τους συλλογισμούς της σε όλα και περιέχει μέσα της είδη όλων. Με το κορυφαίο και πιο νοητικό μέρος της παρατηρεί τα όντως Όντα και μέσω εικόνων διδάσκει τις ιδιότητες των θείων διακόσμων και τις δυνάμεις των νοητικών Ειδών. Γιατί μέσα στις δικές της παρατηρήσεις περιέχει τις έννοιες αυτών των πραγμάτων και δείχνει ποια είναι τα σχήματα που ταιριάζουν στους Θεούς, ποια είναι τα σχήματα που ταιριάζουν στις πρώτες ουσίες και ποια είναι τα σχήματα που ταιριάζουν στις υποστάσεις των ψυχών. Με τις μεσαίες γνώσεις της αναπτύσσει τους διανοητικούς Λόγους και εξαπλώνει και παρατηρεί την ποικιλία που έχουν αυτές μέσα τους και αποκαλύπτει τις υπάρξεις τους και τις ιδιότητές τους, τις επικοινωνίες και τις διαφορές τους. Και με όλα αυτά περιλαμβάνει μέσα σε καθορισμένα όρια τις φανταστικές διαμορφώσεις των σχημάτων και τις ανάγει στην ουσιώδη υπόσταση των Λόγων. Με τις τρίτες διαδικασίες της διανοήσεως εξετάζει τη φύση και τα Είδη των αισθητών στοιχείων και διδάσκει πως οι δυνάμεις τους έχουν συμπεριληφθεί μέσα στους Λόγους σαν μέσα στην αιτία τους. Γιατί περιέχει εικόνες των καθολικών νοητών γενών και υποδείγματα των αισθητών Ειδών, ενώ η ουσία της αποτελείται από τα Είδη που γίνονται αντιληπτά από τη διάνοια και μέσω αυτών ανεβαίνει προς τα καθολικά όντα και κατεβαίνει προς τα γεννητικά όντα. Και φιλοσοφώντας πάντα γεωμετρικά για τα όντα, εκτός από όλους τους Λόγους περιέχει τις εικόνες των αρετών (των νοητικών, των ψυχικών και των φυσικών) και παραδίδει με τη σειρά όλες τις μορφές των πολιτευμάτων και δείχνει μέσα τις ποίκιλες μεταβολές τους. Και αυτά όταν ενεργεί άυλα και γνωστικά. Όταν έρχεται σε επαφή με την ύλη, παρουσιάζει από τον εαυτό της πολλές επιστήμες, όπως την γεωδαισία, την μηχανική και την οπτική, μέσω των οποίων ευεργετεί την ανθρώπινη ζωή.»[9]

Επίσης :

«Οι Πυθαγόρειοι έλεγαν ότι ολόκληρη η φυσική δημιουργία συγκρατείται από τους αριθμούς και ότι όλα τα δημιουργήματα της Φύσης έχουν συγκροτηθεί με βάση τους αριθμούς και ότι αυτοί οι αριθμοί είναι μεθεκτοί εκ των κατώτερων όντων, όπως ακριβώς και όλα τα εγκόσμια Είδη είναι μεθεκτά εκ των κατωτέρων τους. Εύλογα, λοιπόν, και ο Πλατωνικός “Τίμαιος”, μόλις αρχίζει, ξεκινά από τους αριθμούς και χρησιμοποιεί τους αριθμούς που μπορούν να αριθμηθούν και όχι εκείνους τους ίδιους τους αριθμούς στους οποίους αυτοί μετέχουν. Γιατί άλλοι πράγμα είναι η μονάδα, η δυάδα και η τριάδα και άλλο πράγμα το ένα το δύο και το τρία. Γιατί τα πρώτα είναι απλά και καθένα τους είναι αυτούσιο, ενώ τα δεύτερα συμμετέχουν σε εκείνα. Επομένως δεν υποστηρίζει ορθά ο Αριστοτέλης ότι οι πυθαγόρειοι συμπεριελάμβαναν τους αριθμούς στα αισθητά. Γιατί πως μπορούν να το κάνουν αυτό όσοι υμνούσαν τον αριθμό ως “πατέρα μακάρων και ανδρών” και την “τετρακτύν” ως “πηγή της αέναης Φύσης[10]. Επειδή, λοιπόν, ο διάλογος “Τίμαιος” είναι φυσικός, έχει ξεκινήσει την πρώτη απόπειρα προσέγγισης από τους αριθμούς τους μεθεκτούς από τα κατώτερα, όπως είναι άπαντες οι φυσικοί αριθμοί[11][12]

Επίσης :

«Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι τα πάντα γεννιούνται από τους πρώτους και ηγετικούς αριθμούς και ότι όλα τα εγκόσμια λαμβάνουν υπόσταση από τους τρείς Θεούς. Ένδειξη αυτών των Θεών περιέχουν η μονάδα, η δυάδα και η τριάδα, ώστε πρέπει να ξεκινήσει από αυτές και να έχει τον νου του σε αυτές όποιος πρόκειται να γίνει μελετητής της Φύσης. Επιπλέων, τα συναίτια των φυσικών πραγμάτων έχουν μελετηθεί και από άλλους, όμως το τελικό, το υποδειγματικό και το δημιουργικό αίτιο έχουν εξεταστεί ειδικά από εκείνους. Αυτά, λοιπόν, τα αίτια δηλώνονται με τους εν λόγω αριθμούς. Το τελικό με την μονάδα, γιατί είναι επικεφαλής των αριθμών, στη θέση του Αγαθού. Το υποδειγματικό με τη δυάδα, γιατί η ετερότητα των όντων διαχώρισε τις πρωταρχικές αιτίες των πάντων. Επιπλέον, η δυάδα είναι αρχή της τετράδας των νοητών υποδειγμάτων. Το δημιουργικό, τέλος, αίτιο δηλώνεται με την τριάδα. Γιατί ο νους ταιριάζει στην τριάδα, καθώς είναι τρίτος από το όντως ΟΝ με ενδιάμεση την ζωή, ή τρίτος από τον πατέρα με ενδιάμεση την δύναμη, ή τρίτος από το νοητό με ενδιάμεση την νόηση. Γιατί όποια σχέση έχει η μονάδα προς την δυάδα, την ίδια σχέση έχει το όντως ΟΝ προς την ζωή, ο πατέρας προς την δύναμη, και το νοητό προς την νόηση. Και όποια σχέση έχει η δυάδα προς την τριάδα, την ίδια σχέση έχει η ζωή, η δύναμη και η νόηση προς τον νου. Επιπλέον όλα τα θεία υπάρχουν σε όλα τα θεία και είναι ενωμένα μεταξύ τους, ώστε να είναι και όλοι οι θεοί μέσα σε έναν και καθένας τους μέσα σε όλους και να συγκρατούνται με την θεία φιλία. Και ο Σφαίρος που υπάρχει εκεί περιέχει την μία ένωση των θεών. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Σωκράτης, έχοντας κατά νου το θείο, κάνει αρχή από την κοινωνία και την ομόνοια και σε αυτήν καλεί και τους άλλους. Έξαλλου, και η παράθεση γεύματος και η συμμετοχή σε γεύμα είναι λέξεις που ταιριάζουν στους Θεούς, και εξίσου στους εγκόσμιους θεούς. Γιατί ανεβαίνουν μαζί με τους ανεξάρτητους θεούς σε “σε γεύμα και γιορτή”, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδρο, 247.a”, και το τραπέζι την ημέρα της γεννήσεως της Αφροδίτης παρατίθεται από τον μεγάλο Δία. Ανάλογα, λοιπόν, ζητά και ο Σωκράτης να συμβαίνουν ανάμεσα και στα μέλη της παρέας του και να κοινωνήσουν μεταξύ τους τις περί τα θεία νοήσεις. Και δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Τίμαιος και φιλοξενεί τους άλλους και φιλοξενείται από αυτούς, επειδή και από τους θεολόγους έχουν εξυμνηθεί μεταδόσεις και ανταλλαγές των δυνάμεων, καθώς τα θεία συμπληρώνουν το ένα το άλλο και συμπληρώνονται το ένα από το άλλο. Έτσι και από τους Φοιβόληπτους ποιητές ακούσαμε ότι οι θεοί φιλεύουν αλλήλους με τις νοητικές ενέργειές τους ή με τις προνοητικές πράξεις τους στο σύμπαν : “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν, κοιτάζοντας την πόλη των Τρώων”. Αν, μάλιστα, γνωρίζουν και νοούν ο ένας τον άλλον, “γιατί οι θεοί δεν είναι άγνωστοι ο ένας στον άλλον”, και αν το νοητό είναι τροφή του νοητικού, σύμφωνα με τον χρησμό, είναι φανερό ότι και η ανταλλαγή φιλοξενίας υπάρχει πρώτα στους θεούς και οι σοφότεροι άνθρωποι, μιμούμενοι και σε αυτό τους θεούς, μεταδίδουν ο ένας στον άλλο γενναιόδωρα τις νοήσεις τους.»[13]

Έτσι οι Πυθαγόρειοι μιμούμενοι τους Θεούς :

  • «πρέσβευαν την φυσική επικοινωνία, την επικοινωνία των φυσικών όντων, τόσο εν τη γενέσει, με βάση την οποία όλα καθίστανται ρητά και συμμετρικά μεταξύ τους, όσο και την εν τοις ουρανίοις. Γιατί και εκείνα μεταδίδουν το ένα στο άλλο τις δυνάμεις τους[14] Εξ ου και σχολιάζοντας τα λόγια του Σωκράτης του “Τίμαιου, 17.a” που λέγει : «Φυσικά, και κατά δύναμη δε θα παραλείψουμε τίποτα. Γιατί δεν θα ήταν δίκαιο, ενώ χτές φιλευτήκαμε από εσένα με όσα φιλέματα ήταν πρέπον, να μη σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία με προθυμία εμείς οι υπόλοιποι», ο Πρόκλος εξηγεί πως : «Φυσικά διδάγματα που πρέπει να πάρουμε από αυτό το χωρίο είναι τα εξής : πρώτον, η ανταπόδοση των λόγων αποτελεί εικόνα της επικοινωνίας και της ανταλλαγής των δυνάμεων στα έργα της Φύσης. Λόγω της ανταλλαγής αυτής όλα έχουν συμπαραταχτεί και συντελούν στην μία αρμονία του σύμπαντος. Δεύτερον, οι ενέργειες της Φύσης εναλλάσσονται, καθώς κάθε φορά το ένα ή το άλλο αίτιο προκαλεί το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα. Με αυτό μοιάζει η ανταπόδοση της φιλοξενίας στον χτεσινό οικοδεσπότη. Θεολογικά δόγματα είναι τα εξής : το δημιουργικό αίτιο προχωρά μέσα από όλα και συμπληρώνει τα πάντα και αποκόπτει κάθε έλλειψη με τη δύναμή του και την γόνιμη αφθονία του, με βάση την οποία δεν αφήνει τίποτα στερημένο από τον εαυτό του. Γιατί χαρακτηρίζεται από υπερπληρότητα, επάρκεια και πλήρη τελειότητα. Αλλά και η ανταπόδοση της φιλοξενίας είναι παρμένη από την φιλοξενία των μύθων για τους θεούς, με βάση την οποία οι θεοί χαιρετούν ο ένας τον άλλον, “εκείνοι με χρυσά κύπελλα ο ένας τον άλλον χαιρετούσαν” λέγει ο Όμηρος στην “Ιλιάδα, Δ’ 4”. Μάλιστα πληρούνται με νέκταρ κοντά στον μέγιστο Δία. Και δεν έχει ειπωθεί απλά “να σου αντιδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνθεστιᾶν)” αλλά να “να σου ανταποδώσουμε τη φιλοξενία (ἀνταφεστιᾶν)”. γιατί το “αποδίδω” συμπεριλαμβάνει την ολοκληρωτική αποπληρωμή της φιλοξενίας. Αυτό παρατηρείται και στα καθολικότερα όντα. Γιατί και οι φαινόμενες διακοσμήσεις (=Κόσμοι) με την κορυφαία καταλληλότητά τους προσκαλούν τις αφανείς δυνάμεις, και εκείνες λόγω της αφθονίας της αγαθότητά τους τις/τους τελειοποιούν και αυτές/αυτούς, και συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους και η μετάδοση της τελειότητας γίνεται ανταπόδοση της πρόσκλησης. Επιπλέον, η πραγματοποίηση όλων αυτών σύμφωνα με το “δίκαιο” αποτελεί εικόνα της Δίκης/Δικαιοσύνης που μαζί με τον Δία τακτοποιεί τα πάντα, το δε “πρέπον” αποτελεί εικόνα της αιτίας που φωτίζει το σύμπαν με το κάλλος του δημιουργού, και τα “φιλέματα” είναι εικόνα της ανταλλαγής που είναι καθορισμένη σύμφωνα με τις θείες ιδιότητες. Γιατί καθένα θείο έχει δικές του δυνάμεις και ενέργειες. Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο Σωκράτης φίλεψε τον Τίμαιο με τους λόγους της φιλοσοφίας του, έτσι και ο καθένας από τους θεούς ενεργώντας με βάση τις δικές του δυνάμεις συντελεί στη μια και ανώτερη πρόνοια του δημιουργού για το σύμπαν[15]
  • «έθεταν την Φιλία και την ομονοητική[16] ζωή ως σκοπό ολόκληρης της φιλοσοφίας τους[17], εξ ου και «αυτή ο Σωκράτης στον “Τίμαιο” την έχει προβάλει πριν από όλα αποκαλώντας τον Τίμαιο φίλο[18] Αλλά και ο Πλάτων στους “Νόμους” λέγει ότι : «Θα βρούμε λοιπόν την πρώτη (καλύτερη) πόλη, πολιτεία (πολίτευμα), και νόμους εκεί που ισχύει το παλιό γνωμικό το οποίο λέει ότι τα αγαθά των φίλων είναι κοινά. Δεν ξέρω βέβαια αν υπάρχει ή θα υπάρξει κάποτε μια κοινωνία, όπου τα πάντα θα ανήκουν σε όλους – κοινές γυναίκες, κοινά παιδιά και αγαθά αλλά σε μία τέτοια πόλη η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας θα εξαφανιστεί ολοκληρωτικά. Τα πάντα θα είναι στην διάθεση όλων, ακόμα και εκείνα που από την φύση τους αποτελούν ιδιοκτησία κάθε ανθρώπου, όπως τα όμματα ή τα ώτα ή τα χέρια, με την έννοια ότι όλοι οι πολίτες βλέπουν, ακούνε και ενεργούν από κοινού επιβάλλουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα στην πόλη και είναι οι καλύτεροι που μπορούν να υπάρξουν. Σε μια τέτοια πόλη κατοικούν είτε Θεοί είτε παίδες θεών και η ζωή όλων όσων έχουν τέτοιους νόμους είναι στ’ αλήθεια ευφραινόμενοι. Επομένως, δεν χρειάζεται να ψάξουμε αλλού για να βρούμε πιο υποδειγματικό πολίτευμα από αυτό. Αν πραγματοποιηθούν όσα είπαμε, θα το κάνουν αθάνατο και δεύτερο σε αξία[19] Άλλωστε : «η τελειότητα επέρχεται στις ψυχές μέσω της φιλίας και της (επι)κοινωνίας με τα ενάρετα ήθη, πράγμα που φρόντιζαν ιδιαιτέρως οι Πυθαγόρειοι, κάνοντας σκοπό της ζωής τους την καθαρότατη φιλία[20] Μιας και «η αληθινή φιλία είναι χαρακτηριστικό των ίδιων των Θεών και των ανώτερων από εμάς γενών, και φτάνει στις αγαθέ ψυχές[21] Όμως «Οφείλουμε να ξέρουμε ότι η φιλία είναι μεν πράγμα σεβαστό και πολύτιμο, χρειάζεται όμως ζωή πρέπουσα στους θεούς και νοητική. Διότι για πρώτη φορά έλαβε υπόσταση μεταξύ των Θεών με τη νοητική ζωή και τον, κατά Εμπεδοκλή, νοητό θεό, τον οποίο εκείνος αποκαλεί συνήθως “Σφαίρο”.»[22] Αλλά και ο Πρόκλος λέγει ότι : «Τελικός σκοπός της άριστης πολιτείας είναι η ένωση, όπως βέβαια και της συστάσεως του Κόσμου, και πριν από τον Κόσμο τούτο το Ένα. Διότι η ομοιότητα ανήκει στην συστοιχία του Ενός. Εξ ου και όλα τα στοιχεία που λαμβάνουν την πρόοδό τους παράγονται μέσω της ομοιότητας από τα οικεία του αίτια, και όλα όσα επιστρέφουν προς τις αρχές επιστρέφουν μέσω της ομοιότητας λόγω του πόθου τους για το Ένα. Διότι αυτό που δεν μπόρεσε να παραμείνει στο Ένα αποδέχεται το όμοιο ως συγγενικό προς το Ένα. Η αρμονία επίσης και ο ρυθμός, των οποίων προΐστανται οι Μούσες, έχουν την ύπαρξή τους μέσα από την ομοιότητα. Για τούτο βέβαια δεν δημιουργούν όλοι οι λόγοι ρυθμούς ή αρμονίες, αλλά αυτοί της ομοιότητας επιμόριοι και πολλαπλάσιοι. Οι πολυσχιδής και πολυσύνθετος χαρακτήρας των άλλων λόγων είναι ξένος προς τους μουσικούς λόγους. Σε αλληλουχία λοιπόν προς τις δικές τους ενέργειες και προς τα δώρα που προσφέρουν στον Κόσμο, οι Μούσες ανήγαγαν τη διχοστασία στην ανομοιότητα και την φιλία στην ομοιότητα της ζωής. Και ο ίδιος άλλωστε ο ιερός αριθμός των Μουσών ανήκει στη φύση της ταυτότητας και της ομοιότητας, διότι είναι τετράγωνος παραγόμενος από τον πρώτο περιττό και τέλειο, που προσδιορίζεται από τρείς τριάδες, και δεν είναι μόνο τέλειος, αλλά τέλειος ως προς όλες τις αναφορές του, συνδεδεμένος με τη μονάδα από την οποία προήλθε και σπεύδοντας και αυτός να είναι ένα καινούριο ένα.»[23]
  • «θεωρούσαν ότι οι συμφωνίες, τις οποίες έκαναν ανάμεσά τους, έπρεπε να παραμένουν σε αυτούς σταθερές[24] : εξ ου και ο Σωκράτης στην αρχή του “Τίμαιο” αναζητά και ρωτά που είναι το τέταρτο πρόσωπο που υπήρχε στην συνάντηση της “Πολιτείας”.
  • «Ασπάζονταν την κοινοκτημοσύνη στις ανακαλύψεις των δογμάτων και τα συγγράμματα του ενός ήταν κοινά όλων[25] : «Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Σωκράτης, στον “Τίμαιο” καλώντας τους ίδιους να γίνουν διαιτυμόνες και εστιάτορες, πληρούντες και πληρομενους, διδάσκοντες και μανθάνοντες[26] : Και βέβαια «ο Πλάτων μέσω της ίδιας της μίμησης των τέλειων ανδρών μας σκιαγραφεί τα πρότυπα των καθηκόντων, πρότυπα που έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση από αυτά που εμπεριέχονται σε ξερούς κανόνες. Γιατί η μίμηση διαμορφώνει τη ζωή των ακροατών σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά του αντικειμένου της. Με αυτά, λοιπόν, δηλώνει με το τι θα χορτάσει ο φιλόσοφος. Με την ακρόαση των λόγων και ποιο θα θεωρήσει ότι είναι το αληθινό γεύμα. Όχι αυτό που έχουν πιστέψει οι περισσότεροι – γιατί αυτό είναι ζωώδες -, αλλά αυτό που χορταίνει τον άνθρωπο που έχουμε μέσα μας. Για αυτό και χρησιμοποιείται συχνά από τον Πλάτωνα το ρήμα “φιλεύω” για τα λόγια. “Ή μήπως είναι φανερό ότι ο Λυσίας σας φίλεψε με λόγια” (βλ. “Φαίδρος, 227.b”) και “Μόνο εσείς οι δυο φιλευτείτε και σε εμάς μην δώσετε” (βλ. Λυσίας, 211.cd”)[27]

Για να αποφευχθούν βέβαια παρεξηγήσεις, και θεωρηθεί ότι οι Πυθαγόρειοι κοινοποιούσαν την γνώση περί Θεών, θα πούμε πως:

«όσο αφορά την διατριβή των Πυθαγορείων με τα μαθηματικά, οι Πυθαγόρειοι απομάκρυναν από τα αισθητά τους συλλογισμούς για τα μαθηματικά, και μέσω αυτών οδηγούσαν την σκέψη στην πίστη της ασώματης ουσίας, και τους χρησιμοποιούσαν για να μεταβούν στα νοητά, και ως επί το πλείστον εξέταζαν τι μέσα σε αυτούς είναι εξομοιωμένο με τις καθαρά Είδη και τους ενιαίους Λόγους. Στις μελέτες τους, λοιπόν, εφαρμόζουν αυτόν τον τρόπο και, μόλις απομάκρυναν την επιστήμη τους από την κοινή και διαδεδομένη γνώση, πραγματοποιούσαν με τον ίδιο τρόπο τη διδασκαλία των μελετών τους εν απορρήτοις. Και κοινοποιούσαν σε λίγους τη γνώση τους, και αν κάπου κάτι αποκαλύπτονταν στους πολλούς, το εξιλέωναν ως ασέβεια. Για αυτό ακριβώς και έδιωχναν όσους ήταν έξω από την συνήθεια/συντροφιά τους, με την ιδέα ότι είναι ανάξιοι να συμμετέχουν σε αυτά. Γιατί ο Πυθαγόρας θεώρησε ότι δεν πρέπει να κοινωνεί σε όλους την φιλοσοφία των μαθηματικών αλλά μόνο με αυτούς με τους οποίους θα μοιράζονταν κανείς και ολόκληρη την ζωή του. Και για αυτήν την ομιλία δεν επέλεγε τυχαία όποιους έβρισκε, αλλά δοκιμάζοντας τους για πολύ καιρό και απωθώντας τους ανάξιους. Και σε όσους ήταν έξω από την συνήθεια/συντροφιά δεν κοινοποίησε την επίδοση που πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο, καθώς κατέστησε απόρρητους για τους άλλους τους συλλογισμούς για αυτά, και σε αυτούς που λόγω φιλίας μαζί του ονομάστηκαν Πυθαγόρειοι, πρόσφερε μεγάλη πρόοδο μέσω της φιλοσοφίας των μαθηματικών και της μελέτης της γεωμετρίας.»[28]

Επίσης, σχολιάζοντας τα λόγια του Σωκράτης του “Τίμαιου, 27.b” που λέγει :

«Φαίνεται ότι θα ανταμειφθώ τέλεια και λαμπρά για την φιλοξενία που σας προσφέρων με τους λόγους. Μπορείς λοιπόν, Τίμαιε, να αρχίσεις αμέσως την ομιλία σου, αφού επικαλεστείς τους θεούς κατά τον νόμο».[29], ο Πρόκλος εξηγεί πως : «Η τελειότητα και η λαμπρότητα της ανταμοιβής δηλώνει, για όσους ανάγουν και αυτά τα λόγια του Σωκράτη στα υποδείγματα, την υπερφυή δημιουργία η οποία προχωρά μέσα από τα πάντα. Η φιλοξενία με τους λόγους δηλώνει τη συμπλήρωση του Κόσμου με τα δημιουργικά είδη. Η πρόσκληση του Τίμαιου δηλώνει την επιστροφή των επιμέρους αιτιών στο σύνολο και την πρόσκληση των αγαθών που προέρχονται από εκεί. Η επίκληση των Θεών δηλώνει την δημιουργία που είναι εξαρτημένη από ψηλά, από τα νοητά. Γιατί το “κατά νόμο” δεν σημαίνει αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν, δηλ. τον ιταλικό ή τον αττικό νόμο, αλλά σημαίνει, όπως ακριβώς συνηθίζεται να λέγεται από τους πυθαγορείους, το εξής : “τους αθανάτους θεούς πρώτα-πρώτα να τιμάς όπως είναι καθιερωμένο από τον νόμο”. Γιατί ο “νόμος” δηλώνει την θεία τάξη, με βάση την οποία πάντοτε τα κατώτερα είναι εξαρτημένα από τα ανώτερα και συμπληρώνονται από αυτά. Αυτός, μάλιστα, ο νόμος ξεκινά από τα νοητά και κατεβαίνει στη δημιουργική αιτία και από αυτήν προχωρά και κατανέμεται στο σύμπαν. Ταυτόχρονα με αυτά ο Σωκράτης υποδεικνύει ότι απαιτεί η μελέτη της φύσης να γίνει με τον πυθαγόρειο τρόπο, ξεκινώντας από τη θεία αιτία, και όχι σαν και αυτή την οποία ο ίδιος αποδοκίμασε στον “Φαίδωνα, 98.c” και η οποία τυφλώνει το όμμα της ψυχής, θεωρώντας σαν αιτίες τον αέρα και τον αιθέρα σύμφωνα με τον Αναξαγόρα. Γιατί πρέπει την αληθινή μελέτη της Φύσεως να την εξαρτήσουμε από την Θεολογία, όπως ακριβώς και η Φύση είναι εξαρτημένη από τους Θεούς και είναι διαιρεμένη με βάση τις καθολικές τάξεις τους, προκειμένου και οι λόγοι να είναι μιμητές των πραγμάτων που δηλώνουν, αφού οι μυθογράφοι έχουν παραδώσει ότι και ο Ήφαιστος, ο επικεφαλής της Φύσεως, είναι ερωτευμένος με την Αθηνά, η οποία υφαίνει τον διάκοσμο των νοερών ειδών και χορηγεί της νοήσεις σε όλα τα εγκόσμια[30]

Βέβαια :

«ο Σωκράτης εξέφρασε τον θαυμασμό του για την επιστημονική της ακρίβεια του τρόπου και για τη νοητική διδασκαλία του Παρμενίδη και του Ζήνωνα, η οποία ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελεατικής σχολής, όπως ακριβώς αναφέρει ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πυθαγόρειας σχολής ήταν η διδασκαλία μέσω των μαθηματικών ενώ της ηρακλείτειας σχολής χαρακτηριστικό ήταν η πορεία προς την γνώση των όντων μέσω των ονομάτων.»[31]

 «Άλλος τρόπος είναι χαρακτηριστικός των ιερέων ο οποίοι έχουν παρουσιάσει τα ονόματα των θεών σύμφωνα με την μυστική τους διδασκαλία, όπως αυτά που έχουν περιγραφεί από τους Ασσύριους, οι Ζώνες και οι Άζωνοι, οι Πηγές, οι Αμείλικτοι και οι Συνοχείς, μέσω των οποίων εκείνοι περιγράφουν τις τάξεις των θεών. Άλλος τρόπος είναι χαρακτηριστικός της Ελληνικής θεολογίας που αποδίδει τις ονομασίες Κρόνος, Δίας, Ουρανός, Νύχτα, Κύκλωπες και Εκατόγχειρες στις κορυφαίες αρχές των πάντων. Η διαλεκτική εξήγηση των θείων, που ήταν υφήγηση του Πλάτωνα, αντί για όλα αυτά χρησιμοποιεί, τα διαλεκτικά ονόματα, το “Ένα” και το “ΟΝ”,  το “όλον” και τα “μέρη”, το “ίδιο” και το “έτερο”, το “όμοιο” και το “ανόμοιο”. Με αυτά, λοιπόν, ασχολείται ιδιαιτέρως η διαλεκτική και τα χρησιμοποιεί για την ερμηνεία των θείων. Για αυτό και στα ονόματα αυτού του είδους ταιριάζει αυτό το ύφος το οποίο έχει ληφθεί από τον καθημερινό λόγο και το οποίο χρησιμοποίησε και ο Πλάτων στον “Παρμενίδη”, όχι το μεγαλόστομο ύφος αλλά το λιτό, όχι το υπερβολικά επιτηδευμένο αλλά το φυσικό.»[32]

 Και είναι τόσο υψηλλόνοη και θεία η του Πλάτωνα Φιλοσοφία που ο Πρόκλος λέγει πως :

«Όλη η του Πλάτωνος φιλοσοφία εμφανίστηκε σύμφωνα με την των κρείττονων αγαθοειδή βούληση, αποκαλύπτοντας τον εν αυτοίς κεκρυμμένο νου (νόηση) και την αλήθεια η οποία μαζί με τα όντα έλαβε υπόσταση μέσα στις περί γένεσιν στρεφόμενες ψυχές, όσο επιτρέπεται σε αυτές να μετέχουν σε τόσο υπερφυσικά και μεγάλα αγαθά, και ότι πάλι αργότερα αυτή τελειοποιήθηκε και, αφού αποσύρθηκε στον εαυτό της και κατέστη άγνωστη στους περισσότερος από αυτούς που διακήρυσσαν ότι είναι φιλόσοφοι και αδημονούσαν να ασχοληθούν με “την του όντος θήραν”, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Φαίδωνα, 66.c”, πάλι ήρθε στο φως. Ειδικά νομίζουμε ότι η μυσταγωγία για τα ίδια τα θεία, η οποία έχει στηριχτεί με αγνότητα σε ιερό βάθρο και έχει λάβει υπόσταση αιώνια δίπλα στους ίδιους τους θεούς, από εκεί εμφανίστηκε σε όσους μέσα στον χρόνο μπορούν να την απολαύσουν με το έργο ενός ανθρώπου, τον οποίο δεν θα σφάλαμε, αν τον αποκαλούσαμε προηγεμόνα και Ιεροφάντη “των αληθινών τελετών, τις οποίες τελούν” οι ψυχές απομακρυσμένες από τους γήινους τόπους, καθώς και “των ολοκλήρων και γεμάτων εσωτερική ηρεμία φασμάτων”, στα οποία συμμετέχουν όσες είναι γνήσια προσκολλημένες στην ευδαίμονα και μακάρια ζωή. Αυτή, αφού τόσο σεμνά και απόρρητα από αυτόν για πρώτη φορά έλαμψε σαν σε άγια ιερά και τοποθετήθηκε με ασφάλεια μέσα σε άδυτα και δεν κατανοήθηκε από τους περισσότερους που εισήλθαν, σε τακτά διαστήματα προωθήθηκε, όσο ήταν δυνατόν σε αυτήν, από κάποιους αληθινούς ιερείς, οι οποίοι ανέλαβαν και την κατάλληλη για αυτήν τη μυσταγωγία ζωή, και φώτισε ολόκληρο τον τόπο και εμφάνισε τις λάμψεις των θεϊκών φασμάτων παντού.»[33]

 «Όλοι λοιπόν όσοι μέχρι την εποχή του Πλάτωνα είχαν ασχοληθεί με την θεολογία, κατονομάζοντας “θεούς” τα από τη φύση τους πρώτα, υποστήριζαν ότι γύρω από αυτά περιστρέφεται η διαπραγμάτευση της θεολογικής επιστήμης. Οι Στωικοί π.χ. θεωρώντας αξιόλογη μόνο την σωματική υπόσταση του είναι και θέτοντας σε δεύτερη μοίρα ως προς την ουσία όλα τα είδη των άυλων, χαρακτήριζαν τις αρχές των όντων σωματοειδείς και την εσωτερική μας διάθεση που τις αναγνωρίζει σωματική. Άλλοι πάλι, όπως ο Αναξαγόρας, εξαρτώντας όλα τα σώματα από τα άυλα, και εντοπίζοντας την πρωταρχική ύπαρξη εν ψυχή και τις ψυχικές δυνάμεις, «θεούς», αποκαλούσαν τις άριστες  ψυχές, ενώ ονόμαζαν θεολογία της επιστήμη που ανέρχεται έως αυτές και τις αναγνωρίζει. Όσοι πάλι, όπως ο Αριστοτέλης, και τα πλήθη των ψυχών όπως αναφέρει και ο Πλάτων στους “Νόμους, 631.d” τα παρήγαγαν από κάποια άλλη πρεσβύτερη αρχή και θεωρούσαν “τον νου ως ηγεμόνα” των πάντων, υποστήριζαν ότι η καλύτερη τελείωση είναι η ένωση της ψυχής με τον νου και πίστευαν ότι το νοητικό [νοερό] είδος της ζωής είναι το πιο πολύτιμο από όλα και ταύτιζαν βέβαια τη θεολογία με την ερμηνεία της νοητικής ουσίας.
Όλοι λοιπόν, όπως είπαμε, τις πιο πρώτες και πιο αυτοτελείς αρχές των όντων τις αποκαλούσαν θεούς και θεολογία την τούτων επιστήμη. Μόνο η ένθεη υφήγηση του Πλάτωνα θέτοντας όλα τα σωματικά σε κατώτερη μοίρα από την αρχή (γιατί καθετί που μπορεί να χωριστεί και να διαιρεθεί από τη φύση του δεν μπορεί να παράγει ούτε να διατηρηθεί, αλλά και την ύπαρξή του και το ότι ενεργεί ή πάσχει τα έχει  μέσω της ψυχής και των κινήσεων που συμβαίνουν σε αυτήν) και αποδεικνύοντας ότι η ουσία της ψυχής είναι πρεσβύτερη/ανώτερη από αυτή των σωμάτων, αλλά εξαρτάται από την νοητική υπόσταση του νοός [επειδή κάθε τι που κινείται μέσα στον χρόνο, ακόμα κι αν κινείται από μόνο του, είναι ηγεμονικότερο από αυτά που κινούνται μέσω άλλων, είναι κατώτερο όμως από την αιώνια κίνηση], χαρακτηρίζει τον Νου πατέρα και αίτιο των ψυχών και των σωμάτων, και γύρω από αυτόν υπάρχουν και ενεργούν όλα όσα αποκτούν ζωή μέσα στις τροχιές και τις ανακυκλώσεις, προχωρά όμως και σε μια άλλη αρχή εντελώς εξηρημένη του Νοός, ασωματοτέρα και άρρητη, από την οποία αναγκαστικά πηγάζει η υπόσταση των πάντων, ακόμα και αν μιλήσεις για τα τελευταία όντα. Γιατί από τη φύση τους δεν συμμετέχουν όλα στην ψυχή, αλλά όσα έχουν λάβει μέσα τους περισσότερο ή λιγότερο ξεκάθαρη ζωή, ούτε είναι δυνατόν όλα να μετέχουν στον νου και στην ουσία, αλλά όσα έχουν λάβει υπόσταση σύμφωνα με κάποιο είδος. Πρέπει, όμως, στην αρχή των πάντων να συμμετέχουν όλα τα όντα, για να μην «απουσιάσει από κανένα» αυτή, εφόσον είναι αίτια όλων όσων θεωρούνται ότι έχουν λάβει υπόσταση με οποιονδήποτε τρόπο.
Αφού αυτή την πρώτη και την ανώτερη του Νου αρχή, η οποία είναι κρυμμένη σε άβατους χώρους, με ένθεη έμπνευση η πλατωνική φιλοσοφία ανακάλυψε και παρουσίασε αυτές τις τρείς αιτίες και μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό νου και την υπέρ Νου Ένωση, παράγει από αυτά σαν μονάδες τους οικείους αριθμούς, το ενοειδές δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό (γιατί πάσα μονάδα ηγείται απλήθους συστοιχού της), και συνδέει, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι λοιπόν και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις ενάδες των όντων, ενώ όλα επιστρέφουν στη μία αμέθεκετη Ενάδα. Και ανεβαίνοντας μέχρι αυτή, πιστεύει ότι κατέχει την κορυφή της θεώρησης των πάντων και ότι αυτή η αλήθεια για τους θεούς, αυτή που ασχολείται με τις Ενάδες των Όντων και μας παραδίδει τις προόδους και τις ιδιότητες τους και τη σύνδεση των Όντων με αυτές τις μονάδες και τις βαθμίδες των Ειδών, οι οποίες εξαρτώνται από αυτές τις ενιαίες υποστάσεις. Και η θεωρία που περιστρέφεται γύρω από τον νου και τα είδη και τα γένη του νου πιστεύει ότι είναι κατώτερη από την επιστήμη που πραγματεύεται τα θέματα των ίδιων των θεών. Και ότι αυτή η τελευταία αγγίζει ακόμα και τα νοητά είδη και αυτά που μπορούν να αναγνωριστούν από την ψυχή μέσω της νοητικής συλλήψεως, ενώ εκείνη που υπερτερεί από αυτήν αναζητά μέσα στις άρρητες και άφθεγκτες υπάρξεις την μεταξύ τους διάκριση και την εμφάνισή τους από μια αιτία. Για αυτό πιστεύω πως η νοητική ιδιότητα της ψυχής μπορεί να συλλάβει τα νοητικά είδη και τη διαφορά τους, και ότι η κορυφή του νοός, το “άνθος” και η ύπαρξη του συνδέεται με τις ενάδες των όντων και μέσω αυτών με την ίδια την απόκρυφη Ένωση όλων των θείων ενάδων. Γιατί, ενώ υπάρχουν σε εμάς πολλές αναγνωριστικές δυνάμεις, με αυτή μόνο από τη φύση μας ερχόμαστε σε επαφή με το θείο και μετέχουμε σε εκείνο. Γιατί ούτε με την αίσθηση είναι αντιληπτό το “θείο γένος” όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον “Φαίδρο, 246.d”, αφού είναι εντελώς εξηρημένο όλων των σωματικών, ούτε από την δόξα και την διάνοια, αφού αυτές είναι διαμοιρασμένες και έρχονται σε επαφή με το πολύμορφα πράγματα, ούτε από τη “νόηση μετά Λόγου”», αφού του είδους οι γνώσεις αφορούν τα αληθινά όντα, ενώ η των θεών ύπαρξη εποχείται [επιβαίνει] στα όντα όπως λέγει ο Πλωτίνος στις “Εννεάδες, 1.1.8.9, 2.5.5.10, 6.7.5.24” και έχει προσδιοριστεί από την Ένωση των πάντων. Απομένει, λοιπόν, αν μπορεί να γίνει με κάποιο τρόπο το θείο γνωστό, να είναι αντιληπτό από την ύπαρξη της ψυχής και από αυτήν να αναγνωρίζεται, καθ’ όσον είναι δυνατόν. Γιατί παντού υποστηρίζουμε ότι “τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοιά τους”». Από την αίσθηση το αισθητό, από την δόξα [αντίληψη] το δοξαστό [αντιληπτό], από την διάνοια το διανοητό και από τον νου το νοητό, ώστε και από το ένα το πιο ενιαίο από όλα και από το μυστικό το μυστικό. Σωστά λοιπόν και ο Σωκράτης στον “Αλκιβιάδη, 133.b” έλεγε ότι η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό θα δει και όλα τα άλλα και τον θεό. Και συγκεντρωμένη προς την ένωσή της και το κέντρο της ζωής, και ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια την άκρα [κορυφαία] “περιωπή” των όντων όπως λέγει στον “Πολιτικό, 272.b” ο Πλάτων. Και όπως ακριβώς στις πιο ιερές τελετές λένε ότι οι μύστες στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα και πολυειδή αυτά τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ακλινείς [ατάραχοι] και προστατευόμενοι από τις τελετές, την ίδια τη θεία έλλαμψιν ακραιφνώς εγκολπώνονται και «γυμνοί», όπως εκείνοι λένε, του θείου μεταλαμβάνουν, κατά τον ίδιο τρόπο και εν τη θεωρία των όλων η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της Λόγους. Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί “με κλειστά τα μάτια[34] παρατηρεί[35] και «το γένος των θεών» και τις Ενάδες των όντων. Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων.
Και αυτό είναι το άριστον της ενέργειας, με ηρεμία δηλαδή των δυνάμεων να ανατείνουμε προς το ίδιο το θείο και να χορεύουμε γύρω από εκείνο, και όλο το πλήθος τη ψυχής αεί να το «συγκεντρώνουμε μαζί» προς την ένωση ταύτην, αφήνοντας όλα όσα μετά το Ένα είναι προσιδρυμένα σε αυτό και συνάπτονται με το άρρητο και πάντων επέκεινα των Όντων. Γιατί μέχρι αυτό πρέπει να ανεβαίνει η ψυχή, έως ότου ολοκληρώσει την άνοδο της στην ίδια την αρχή των όντων. Όταν φτάσει εκεί και παρατηρήσει τον εκεί τόπο και εξηγήσει τα πλήθη των ειδών, εξετάζοντας τις ενιαίες μονάδες τους και τους αριθμούς τους, και αναγνωρίζοντας με τον νου πως κάθε τι εξαρτάται από τις δικές του ενάδες, ας γνωρίζει ότι κατέχει πλήρως την επιστήμη των θείων, αφού παρατηρήσει, από τη σκοπιά την ενότητας, και τις προόδους των θεών στα όντα και τις διακρίσεις των όντων με βάση τους θεούς[36]

«Στον “Φαίδρο, 238.d ο Πλάτων γενόμενος νυμφόληπτος την ανθρώπινη νόηση με την κρείττονα μανία αλλάζει, με ένθεο στόμα εκθέτει πολλά απόρρητα δόγματα για τους νοητικούς θεούς όπως επίσης πολλά και για τους απόλυτους [ανεξάρτητους] ηγεμόνες, οι οποίοι το πλήθος των εγκόσμιων θεών αναβιβάζουν στης νοητές και χωριστές από όλες μονάδες, και ακόμη περισσότερο από τους ίδιους τους θεούς που έχουν μοιράσει τον Κόσμο, εξυμνώντας τις νοήσεις τους και τις δημιουργίες που προκαλούν μέσα στον Κόσμο και την άχραντη πρόνοια τους και την διακυβέρνηση τους πάνω στις ψυχές και σε όσα άλλα παραδίδει ο Σωκράτης σε εκείνα τα σημεία με ένθεη έμπνευση, όπως ο ίδιος ξεκάθαρα λέει, και μάλιστα αποδίδοντας στους εγχόριους θεούς την αυτή μανία [έκσταση]. Ο Πλάτων στον “Σοφιστή εξάλλου συζητώντας διαλεκτικά για το ΟΝ και τη χωριστή υπόσταση του Ενός από τα όντα και διατυπώνοντας απορίες προς τους παλιότερους, αποδεικνύει πώς όλα τα όντα είναι εξαρτημένα από την αιτία τους και από το πρώτο ΟΝ, και πως το ίδιο το ΟΝ μετέχει στην ξεχωριστή από όλα Ενάδα, και ότι το ΟΝ έχει δεχτεί την σφραγίδα του Ενός και δεν είναι το απόλυτο Ένα, καθώς είναι πιο υποβιβασμένο από το Ένα και είναι ενοποιημένο, χωρίς όμως να είναι πρωταρχικά Ένα. Το ίδιο πάλι και στον “Παρμενίδη τις προόδους του Όντος από το Ένα και την υπεροχή του Ενός την παρουσιάζει διαλεκτικά από τις πρώτες συζητούμενες υποθέσεις και, όπως ο ίδιος λέει εκεί, με την τελειότατη διαίρεση αυτής της μεθόδου. Αλλά όμως και στον “Γοργία, 523.a για τους τρείς δημιουργούς και για την δημιουργική διανομή μεταξύ τους λέγοντας ένα μύθο, ο οποίος δεν είναι μόνο «μύθος αλλά και Λόγος», και στο “Συμπόσιο για την ένωση του έρωτα, και στον “Πρωταγόρα για την διευθέτηση  των θνητών ζωών από τους θεούς, με τον συμβολικό τρόπο κρύβει την αλήθεια για τους θεούς και μέχρι το επίπεδο μιας απλής ένδειξης παρουσιάζει τη πρόθεσή του στους γνησιότερους από τους ακροατές του. Αλλά δεν θα μείνουμε μόνο σε αυτά, θα αναφέρουμε και την διδασκαλία μέσω των μαθηματικών και τη διαπραγμάτευση για τους θεούς μέσω των ηθικών και των φυσικών λόγων, τέτοια μπορούμε να δούμε πολλά στον “Τίμαιο στον, στον “Πολιτικό και πολλά άλλα στους άλλους διαλόγους σκορπισμένα. Γιατί όλα αυτά απειοκονίζουν τις δυνάμεις των θείων. Ο “Πολιτικός”, για παράδειγμα, απεικονίζει τη εν ουρανώ δημιουργία, τα σχήματα των πέντε στοιχείων που έχουν αναλυθεί σους γεωμετρικούς Λόγους απεικονίζουν τις ιδιότητες των θεών που προΐστανται των μερών του σύμπαντος, και οι υποδιαιρέσεις της ψυχικής ουσίας απεικονίζουν όλες τις τάξεις των θεών. Μπορώ λοιπόν να πω ότι και οι πολιτείες τις οποίες συγκροτεί, τις συγκροτεί απεικονίζοντας τα θεία και ολόκληρο το σύμπαν και τις δυνάμεις μέσα σε αυτό. Όλα λοιπόν αυτά μέσω της ομοιότητας που έχουν τα εδώ, τα εγκόσμια, προς τα θεία μας υποδεικνύουν τις προόδους, τις βαθμίδες και τις δημιουργίες εκείνων μέσω εικόνων[37]

Κατανοούμε λοιπόν ότι :
«Όλους τους πλατωνικούς διαλόγους τους διαπνέει η αλήθεια για τους θεούς και είναι εγκατασπαρμένα σε όλους, σε άλλους πιο αμυδρά και σε άλλους πιο ξεκάθαρα, τα νοήματα της πρώτιστης φιλοσοφίας, τα σεμνά (=ιερά), ενεργή και υπερφυή που μπορούν να ανεβάσουν προς την άυλη και υπερβατική ουσία των θεών όσους μπορούν να συμμετέχουν σε αυτά με οποιονδήποτε τρόπο. Και όπως ακριβώς σε κάθε μέρος του σύμπαντος και σε κάθε φύση ο δημιουργός όλων των εγκόσμιων τοποθέτησε ινδάλματα της ασύλληπτης των θεώ υπάρξεως, για να μπορούν όλα να επιστρέφουν στο θείο με βάση τη συγγένεια τους προς αυτό[38], έτσι και ο ένθεος νους του Πλάτωνα εμφύτευσε μέσα στα δημιουργήματά του τις έννοιες του για τους θεούς και κανένα δεν το αφήνει χωρίς συμμετοχή από την μνήμη του θείου, για να μπορούν οι γνήσιοι εραστές των θείων να αναβιβάζονται  και αποκομίζουν από όλα την ανάμνηση των καθολικών όντων. Αν όμως πρέπει αυτούς τους διαλόγους που κυρίως μας αποκαλύπτουν τη μυσταγωγία στα μυστήρια των θεών να τους ξεχωρίσουμε από τους υπόλοιπους, ας απαριθμήσουμε τότε τον “Φαίδωνα”, τον “Φαίδρο”, το “Συμπόσιο” και τον “Φίληβο”, συγκαταλέγοντας μετά από αυτούς και τον “Σοφιστή”, τον “Πολιτικό”, τον “Κρατύλο” και τον “Τίμαιο”. Γιατί όλοι αυτοί συμβαίνει να είναι ως σύνολο γεμάτοι από την ένθεη επιστήμη του Πλάτωνα. Δεύτερους θα τοποθετήσουμε τον μύθο του “Γοργία” και τον μύθο του “Πρωταγόρα” και τα σχετικά με την πρόνοια των θεών στους “Νόμους” και όσα για τις Μοίρες ή για τις περιφορές του σύμπαντος μας έχουν παραδοθεί στο δέκατο βιβλίο της “Πολιτείας”. Στην τρίτη θέση θα βάλουμε τις “Επιστολές” εκείνες από τις οποίες είναι δυνατόν να ανέλθουμε στην επιστήμη για τα θεία. Γιατί σε αυτές έχει γίνει λόγος για τρείς βασιλείς και έχουν αναφερθεί και πάμπολλα άλλα θεία δόγματα άξια της πλατωνικής θεωρίας. Πρέπει λοιπόν κοιτάζοντας αυτά να αναζητάμε από τον “Φίληβο” την γνώση για το “Ένα” ή “Αγαθό” και για τις δύο αρχές και για την τριάδα που προκύπτει από αυτά, γιατί θα βρούμε όλα αυτά να μας έχουν παραδοθεί από τον Πλάτωνα διαχωρισμένα. Από τον “Τίμαιο” την περί των νοητών θεωρία και την ένθεη περί της δημιουργικής μονάδας υπόδειξη και την πληρέστερη αλήθεια για τους εγκόσμιους θεούς. Από τον “Φαίδρο” όλα τα νοητά – νοητικά γένη και τις “απόλυτες” βαθμίδες των θεών, οι οποίες είναι εγκατεστημένες αμέσως πάνω από τις ουράνιες περιφορές. Από τον “Πολιτικό” τη δημιουργία μέσα στον ουρανό και τις διττές περιόδους του σύμπαντος και τις νοητικές αιτίες τους. Τέλος, από τον “Σοφιστή[39] ολόκληρη την υποσελήνια γένεσιν και την ιδιότητα των θεών που έλαβαν αυτόν τον κλήρο. Για κάθε θεό ειδικά θα συλλέξουμε πολλά ιερά ιεροπρεπή νοήματα από το “Συμπόσιο”, πολλά και από τον “Κρατύλο”, πολλά και από τον “Φαίδωνα”. Γιατί σε καθένα από αυτούς τους διαλόγους γίνεται μεγαλύτερη ή μικρότερη αναφορά των θείων ονομάτων, από τα οποία είναι εύκολο αν γυμνασθούμε στα θεία να κατανοήσουμε με τον λογισμό μας τις ιδιότητές τους[40]

Σαφώς όμως :
«ο “Τίμαιος”θα μας διδάξει, για παράδειγμα, τη θεωρία για τα νοητά γένη, και ο “Φαίδωνας” θα εμφανιστεί να μας παραδίδει με την σειρά τους πρώτους νοητικούς διακόσμους (Κόσμους). Που όμως εντοπίζεται η σύνδεση των νοητικών με τα νοητά και ποια είναι η δημιουργία των δεύτερων από τα πρώτα και γενικά με ποιο τρόπο από τη μία αρχή των πάντων έχει γίνει η πρόοδος προς το πλήθος των εγκόσμιων Θεών και πως έχουν συμπληρωθεί τα ενδιάμεσα μεταξύ του “Ενός” από την μία και του παντελούς αριθμού (=τέλειου πλήθους) από την άλλη από τις απογεννήσεις των Θεών με βάση την ομοφυή και αδιαίρετη υπόβαση (=πρόοδο) των καθολικών, δεν θα μπορέσουμε να πούμε.»[41]
Και βέβαια :
«θα μπορέσεται από τον “Τίμαιο” να αναπτύξεται ολόκλήρη την θεωρία για την Φύση, και από την “Πολιτεία” ή τους “Νόμους” τα κάλλιστα δόγματα περί ηθών, τα οποία συναποτελούν ένα είδος φιλοσοφίας.»[42]
Αλλά και :
«Στον “Τίμαιο”, έχουν ληφθεί τα θέματα για τους νοητούς Θεούς λόγω της φυσικής μελέτης, επειδή είναι αναγκαίο παντού τις εικόνες να τις αναγνωρίζουμε από τα υποδείγματα τους, και υποδείγματα των υλικών είναι τα αύλα, των αισθητών τα νοητά και των φυσικών ειδών τα χωριστά είδη. Στον “Φαίδρο”εξάλλου, ανυμνεί τον “υπερουράνιο τόπο” υποουράνιο βάθος και ολόκληρο το γένος κάτω από αυτόν με σκοπό την “ερωτική μανία” και τον τρόπο ανάμνησης των ψυχών και την “πορεία” από εδώ προς τα εκεί.»[43]
Όσο αφορά δε τον σκοπό του Πλατωνικού “Τιμαίο“ θα πρέπει να ξέρουμε ότι :
«συνοπτικά η  φυσική επιστήμη χωρίζεται σε τρείς κλάδους. Ο ένας της κλάδος ασχολείται με την ύλη και τα αίτια της ύλης. Ο δεύτερος κλάδος προσθέτει την έρευνα του Είδους και αποδεικνύει ότι το Είδος είναι σπουδαιότερο αίτιο. Ο τρίτος κλάδος αποδεικνύει ότι αυτά δεν επέχουν θέση αιτίων αλλά συναίτιων, και θεωρεί ότι οι βασικές αιτίες των φυσικών φαινομένων είναι άλλες, δηλ. το δημιουργικό, το υποδειγματικό και το τελικό αίτιο. Οι περισσότεροι φυσικοί πριν τον Πλάτωνα ασχολήθηκαν με την ύλη, δίνοντας  ο καθένας τους και διαφορετικό όνομα στο υλικό υποκείμενο (υπόστρωμα). Έτσι ο Αναξαγόρας, ο οποίος, “την στιγμή που κοιμούνται οι άλλοι”, φαίνεται να διέκρινε ότι ο νους είναι η αιτία των φαινομένων, στις μελέτες του δεν αναφέρεται καθόλου στον νου, αλλά θεωρεί ως αιτίες των φαινομένων κάποιους αέρες και αιθέρες, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδωνα, 98.c”. Οι κορυφαίοι της φυσικής επιστήμης μετά των Πλάτωνα, όχι όλοι, αλλά όσοι από αυτούς ήταν πιο ακριβείς, θεώρησαν σωστό ο φυσικός να μελετά μαζί με την ύλη και το Είδος, αποδίδοντας τις αρχές των σωμάτων στην ύλη και στο Είδος. Γιατί, ακόμα κι αν κάπου μνημονεύουν και το δημιουργικό αίτιο, όπως όταν λένε τη “Φύση αρχή της κίνησης”, όμως του αφαιρούν τη δραστική και κύρια δημιουργική του δύναμη, καθώς δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν μέσα σε αυτό οι Λόγοι όσων δημιουργούνται από αυτό, αλλά υποστηρίζουν ότι πολλά γεννιούνται και από μόνα τους, εκτός του ότι δεν συμφωνούν ότι προϋπάρχει μια δημιουργική αιτία όλων γενικά των φυσικών πραγμάτων, αλλά μόνο των εν γενέσει φερόμενων. Γιατί υποστηρίζουν ρητά ότι δεν υπάρχει δημιουργικό αίτιο των αΐδιων. Εδώ, χωρίς να το καταλαβαίνουν, εμφανίζουν τον όλον ουρανό να συγκροτείται κατά τύχη ή αναδεικνύουν το ίδιο το σώμα σε δύναμη που παράγει τον εαυτό της.»[44]
Κατανοούμε πως :
«Μόνο ο Πλάτωνας, στον “Τίμαιο”, ακολουθώντας τους πυθαγορείους, κάνει λόγο και για συναίτια των φυσικών πραγμάτων, δηλ. για το Είδος που είναι δεσμευμένο στην ύλη, το οποίο υπηρετούν τα πρωταρχικά αίτια στην γέννηση των όντων. Πριν από αυτά όμως διερευνά τα πρωταρχικά αίτια, το δημιουργικό, το υποδειγματικό και το τελικό αίτιο, και για τον λόγο αυτό τοποθετεί πάνω από το σύμπαν έναν δημιουργό νου, μια νοητή αιτία, μέσα στην οποία υπάρχει το σύμπαν πρωταρχικά, και το ύψιστο Αγαθό, το οποίο είναι τοποθετημένο πριν από τον δημιουργό νου, στη θέση του ποθητού. Γιατί καθώς αυτό κινείται από κάτι άλλο είναι εξαρτημένο από την δύναμη εκείνου που το κινεί, και ως εκ τούτου δεν είναι στην φύση του να παράγει, να τελειοποιεί ή να σώζει τον εαυτό του, αλλά για όλα αυτά χρειάζεται τη δημιουργική αιτία και από εκεί συνέχεται (συγκρατείται). Είναι φυσικό, λοιπόν, και τα συναίτια των φυσικών φαινομένων να είναι εξαρτημένα από τα αληθινά αίτια, από τα οποία έχουν παραχθεί (ἀφ᾽ὧν παρῆκται : δημιουργικό αίτιο), με βάση τα οποία έχουν δημιουργηθεί από τον πατέρα των πάντων (πρὸς ἃ δεδημιούργηται : υποδειγματικό αίτιο), και για τα οποία έχουν γεννηθεί (ὧν ἕνεκα γέγονεν : τελικό αίτιο). Εύλογα, λοιπόν, όλα αυτά έχουν παραδοθεί από τον Πλάτωνα εξετασμένα με ακρίβεια, καθώς και τα υπόλοιπα δύο, το Είδος και το υλικό υποκείμενο (=υπόστρωμα), εξαρτημένα από αυτά. Για τούτο και ο αισθητός Κόσμος δεν είναι ίδιος με τους νοητούς ή νοητικούς Κόσμους, οι οποίοι έχουν λάβει υπόσταση με τα καθαρά Είδη, αλλά υπάρχουν σε αυτόν δύο πράγματα, το ένα ως Λόγος και Είδος, και το άλλο ως υπόστρωμα. Από αυτά είναι φανερό ότι δικαιολογημένα ο Πλάτωνας έχει παρουσιάσει όλες αυτές τις αιτίες την Κοσμογονίας, το ύψιστο Αγαθό, το νοητό παράδειγμα (=υπόδειγμα), το ποιούν (=ποιητικό/ δημιουργικό αίτιο ή δημιουργός νου ή Δίας), το Είδος και την υποκείμενη φύση (=υπόστρωμα της φύσης). Γιατί αν μιλούσε για νοητούς θεούς, θα παρουσίαζε σαν αίτιό τους μόνο το ύψιστο Αγαθό/Ένα. Γιατί μόνο από αυτή την αιτία προέρχεται ο νοητός αριθμός. Αν μιλούσε για νοητικούς θεούς, θα θεωρούσε ως αιτία το ύψιστο Αγαθό/Ένα και το νοητό. Γιατί το νοητικό πλήθος προέρχεται από τις νοητές ενάδες και τη μια πηγή των όντων. Αν έκανε λόγο για τους υπερκόσμιους θεούς, θα τους παρήγαγε από τον καθολικό δημιουργό νου (=τον Δία), από τους νοητούς θεούς και από το αίτιο των πάντων. Γιατί, σε όλα όσα γεννιούνται από τα κατώτερα, εκείνο δίνει υπόσταση κατά τρόπο πρωταρχικό, απόρρητο και ανεπινόητο (=ασύλληπτο). Επειδή, όμως, θα κάνει λόγο για εγκόσμια πράγματα και για τον σύμπαντα Κόσμο, ο Πλάτωνας θα του δώσει ύλη και Είδος, το οποίο φτάνει σε αυτόν από τους υπερκόσμιους θεούς, θα τον εξαρτήσει από τον καθολικό δημιουργό νου (=τον Δία), θα τον εξομοιώσει με το “νοητό ζωντανό Ον” (=πλατωνικό υπόδειγμα ή ορφικός Φάνης, που εμπεριέχει τα νοητά Είδη/Ιδέες), θα τον αναδείξει σε θεό μέσω της συμμετοχής του στο ύψιστο Αγαθό και έτσι θα κάνει τον σύμπαντα Κόσμο ένα νοήμονα έμψυχο και ευδαίμοναθεό. Αυτός είναι, λοιπόν, ο σκοπός στον οποίο υποστηρίζουμε ότι αποβλέπει ο πλατωνικός “Τίμαιος”, και τέτοιος, όπως τον περιγράψαμε. Καθώς, όμως, είναι τέτοιος, ορθά στην αρχή η τάξη του σύμπαντος παρουσιάζεται δια εικόνων, στην μέση έχει παραδοθεί ολόκληρη η Κοσμογονία και προς το τέλος τα μέρη και τα τέλη της δημιουργίας συνδέονται με τα σύνολα. Η επανάληψη, λοιπόν, της «Πολιτείας» και ο μύθος για την Ατλαντίδα παρουσιάζουν την επισκόπηση του Κόσμου μέσω εικόνων. Γιατί, αν τα συσχετίσουμε με την ένωση και το πλήθος των εγκόσμιων πραγμάτων, θα πούμε ότι η “Πολιτεία”, την οποία ανακεφαλαιώνει ο Σωκράτης, είναι εικόνα ένωσης, καθώς έχει θέσει ως σκοπό της “τὴν διὰ πάντων διήκουσαν κοινωνίαν” (=την κοινωνία-ομόνοια που ενώνει τα πάντα), ενώ εικόνα της διαιρέσεως και μάλιστα της αντίθεσης των δύο συστοιχιών του Κόσμου είναι ο πόλεμος των Ατλαντίνων προς τους Αθηναίους, τον οποίο αφηγείται ο Κριτίας. Αν τα συσχετίσουμε με την ουράνια και την υποσελήνια περιοχή, θα πούμε ότι η “Πολιτεία” είναι εικόνα του ουράνιου διάκοσμου – γιατί και ο Σωκράτης στην “Πολιτεία, 592.b” λέει ότι το υπόδειγμα της είναι εδραιωμένο στον ουρανό – , ενώ ο πόλεμος των Ατλαντίνων προς τους Αθηναίους είναι εικόνα της γενέσεως που υποστασιοποιείται δια εναντιώσεων και μεταβολής. Για αυτό, λοιπόν, τούτα προηγούνται της όλης μελέτης της Φύσεως. Στην συνέχεια, έχει παρουσιαστεί το δημιουργικό αίτιο (27d.5 – 28c.5), το υποδειγματικό αίτιο (28c.5 – 29d.5) και το τελικό αίτιο του σύμπαντος (29d.6 – 30b.4). Κι ενώ αυτά προ-υπάρχουν, δημιουργείται το σύμπαν, και στο σύνολό και στα μέρη του : τεκταίνεται δηλ. το σωματοειδές καθώς τέμνεται από τα Είδη, από τις δημιουργικές τομές και από τους θεϊκούς αριθμούς. Παράγεται η ψυχή από τον δημιουργό νου και “πληροῦται λόγων ἁρμονικῶν καὶ συμβόλων θείων καὶ δημιουργικῶν”. Συνυφαίνεται “τὸὅλον ζῷον κατὰ τὴν ἡνωμένην ἐν τῷ νοητῷ τοῦ κόσμου περιοχήν” (=Συνυφαίνεται το αισθητό σύμπαν όμοιο με τoεν τω νοητώ ενιαίο υπόδειγμα), και τα μέρη που υπάρχουν σε αυτό τακτοποιούνται κατάλληλα μέσα στο σύνολο, και τα σωματικά και τα ζωτικά. Γιατί και οι επιμέρους ψυχές εγκαθίστανται και τοποθετούνται περί τους ηγεμονικούς θεούς και γίνονται εγκόσμιες με τα οχήματά τους (41d.8 – 42e.4), μιμούμενες τους οδηγούς τους, και δημιουργούνται τα θνητά ζώα και λαμβάνουν ζωή από τους ουράνιους θεούς (42e.5 – 69a.5).  Στο “69c.3 – 76e.7” έχει εξεταστεί και πως και για ποιες αιτίες συγκροτήθηκε ο άνθρωπος, και μάλιστα έχει εξεταστεί αυτός πριν από τα άλλα επιμέρους όντα, είτε επειδή η εξέταση του ανθρώπου ταιριάζει σε εμάς που έχουμε θέσει σαν σκοπό μας τη μελέτη του ανθρώπου και ζούμε σύμφωνα με αυτήν, είτε επειδή ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος και υπάρχουν μέσα σε αυτόν κατά τρόπο μερικό όλα όσα υπάρχου μέσα στον Κόσμο κατά τρόπο θείο και καθολικό. Γιατί υπάρχει μέσα μας ο νους κατ’ ενέργεια και ψυχή λογική, η οποία προήλθε από τον ίδιο πατέρα και την ίδια ζωοποιό θεά με την καθολική ψυχή, και όχημα αιθέριο ανάλογο  με τον ουρανό, και σώμα γήινο συγκροτημένο από την ανάμειξη των τεσσάρων στοιχείων με τα οποία είναι σύστοιχο (=συγγενικό). Αν, λοιπόν, χρειαζόταν να μελετήσουμε το σύμπαν με πολλούς τρόπους, “καὶ ἐν τῷ νοητῷ καὶ ἐν τῷ αἰσθητῷ παραδειγματικῶς, εἰκονικῶς, ὁλικῶς, μερικῶς” (= και στο νοητό και στο αισθητό, ως εικόνα, ως ολότητα και ως μέρη), καλό θα ήταν να πραγματοποιηθεί πλήρως η μελέτη της φύσης του ανθρώπου κατά την εξέταση του σύμπαντος. Θα μπορούσες επιπλέον  να πεις και τον εξής λόγο, ότι δηλ. κατά τη συνήθεια των πυθαγορείων θα έπρεπε να επισυνάψει στο αντικείμενο της μελέτης την αναφορά σε αυτό που πραγματοποιεί τη μελέτη. Γιατί, αφού κατέχουμς ποιος είναι ο Κόσμος, θα έπρεπε, πιστεύω, να προσθέσει κι εκείνο, ποιο δηλαδή είναι αυτό που τα εξετάζει αυτά και τα κατανοεί λογικά. Ότι και σε αυτό στόχευε, το δήλωσε προς το τέλος (90.d) λέγοντας ρητά ότι αυτός που πρόκειται να κατακτήσει τη ευδαίμονα ζωή “πρέπει να εξομοιώσει αυτό που κατανοεί με αυτό που κατανοείται”. Γιατί το σύμπαν είναι αεί ευδαίμων. Και το δικό μας σύνολο θα γίνει ευδαίμων, αν εξομοιωθεί με το σύμπαν. Γιατί έτσι θα αναχθεί προς την αιτία. Γιατί όποια σχέση έχει ο ενταύθα άνθρωπος με το σύμπαν, την ίδια σχέση έχει ο νοητός άνθρωπος, ο αυτοάνθρωπος, με το αυτόζωον (=πλατωνικό υπόδειγμα ή ορφικός Φάνης, που εμπεριέχει τα νοητά Είδη/Ιδέες). Επίσης, εκεί τα κατώτερα εξαρτώνται από τα ανώτερα και τα μέρη είναι χωριστά από τα σύνολα και είναι εδραιωμένα μέσα τους. Ως εκ τούτου, λοιπόν, όταν και ο εδώ άνθρωπος εξομοιώνεται με το σύμπαν, θα μιμηθεί το υπόδειγμά του με τον κατάλληλο τρόπο και θα γίνει κόσμιος λόγω της εξομοίωσης με τον Κόσμο και ευδαίμων λόγω της εξομοιώσεως με τον ευδαίμονα θεό.»[45]

Μάλιστα ο Πλατωνικός «Τίμαιος» :
«είναι μεγαλοπρεπής και αρχίζει τις παρατηρήσεις του εξ άνωθεν, από τις πρώτες αρχές, ενώ ανακατεύει με τον αποφθεγματικό τόνο τον αποδεικτικό, και μας προετοιμάζει να κατανοούμε τα φυσικά πράγματα όχι μόνο με τρόπο φυσικό αλλά και με τρόπο θεολογικό. Γιατί και η ίδια η φύση που καθοδηγεί το σύμπαν, κατευθύνει το σωματικό στοιχείο εξαρτημένη από τους θεούς και εμπνεόμενη από αυτούς, χωρίς να είναι ούτε θεός ούτε άσχετη με τη θεϊκή ιδιότητα, αφού φωτίζεται παρά των όντως όντων θεών.»[46]
Επιπρόσθετα :
«επειδή σύμφωνα με το πυθαγόρειο δόγμα τα πράγματα (=όντα) είναι χωρισμένα σε τρία μέρη, στα νοητά, στα φυσικά και στα ενδιάμεσα τους, τα οποία συνηθίζουν να αποκαλούν μαθηματικά, και επειδή είναι δυνατόν να τα διακρίνει κανείς όλα μέσα σε όλα με τον ανάλογο τρόπο – γιατί μέσα στα νοητά προυπάρχουν αρχηγικώς τα ενδιάμεσα, δηλ. τα μαθηματικά, και τα τελευταία, δηλ. τα φυσικά, και μέσα στα μαθηματικά υπάρχουν και τα άλλα δύο, ως εικόνες τα πρώτα και ως υποδείγματα τα τρίτα, και μέσα στα φυσικά, τέλος, υπάρχουν «ἰνδάλματα τῶν πρὸ αὐτῶν»[47] -, εύλογα λοιπόν και ο Τίμαιος, αφού έδωσε υπόσταση στην ψυχή, παρουσιάζει τις δυνάμεις, τους λόγους και τα στοιχεία δια των μαθηματικών ονομάτων, ενώ ο Πλάτων προσδιορίζει τις ιδιότητες της με βάση τα γεωμετρικά σχήματα και «αποδέχεται ότι οι αιτίες όλων αυτών προϋπάρχουν στο νοητό και στον δημιουργό νου αρχοειδώς”.»[48]
Όμως :
«Από τους παλαιούς άλλοι αποκαλούσαν Φύση την ύλη, όπως ο Αντιφώντας, άλλοι το Είδος, όπως ο Αριστοτέλης σε πολλά χωρία (βλ. Φυσ. 193a.28 +), άλλοι το σύμπαν, όπως μερικοί προ Πλάτωνος, για τους οποίους κάνει λόγο στους “Νόμους, 892.b 7” ότι αποκαλούσαν φύσεις τα έργα της Φύσης, άλλοι τις φυσικές δυνάμεις όπως η βαρύτητα, η κουφότητα, η μάνωση, η πύκνωση, όπως μερικοί από τους περιπατητικούς και τους ακόμη παλαιότερους φυσικούς, άλλοι όπως ο στωικοί ονόμαζαν τη φύση τέχνη του θεού (χαρακτήριζαν τη Φύση πυρ τεχνικό – βλ. Διογένης Λαέρτιος 7.156), άλλοι ψυχή και άλλοι κάτι παρόμοιο.  Ο Πλάτων, αντιθέτως, δεν θεωρεί ορθό να ονομάζουμε κυριολεκτικά Φύση την ύλη, το ένυλο Είδος, το σώμα ή τις φυσικές δυνάμεις, ενώ διστάζει να την αποκαλέσει ευθέως ψυχή. Και, καθώς τοποθετεί την ουσία της ανάμεσά τους, εννοώ ανάμεσα στην ψυχή και στις σωματικές δυνάμεις, αφού είναι υποδεέστερη από την ψυχή ως προς το ότι μοιράζεται στα σώματα και δεν επιστρέφει στον εαυτό της, και υπερέχει από τα κατώτερα της σώματα ως προς το ότι περιέχει του Λόγους όλων τους και τα γεννά όλα και τους δίνει ζωή, μας έχει παραδώσει την πιο ακριβή θεωρία για αυτήν. Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, άλλο πράγμα είναι η φύση και άλλο πράγμα το φυσικό και το έργο της Φύσης. Γιατί και το τεχνικό είναι άλλο πράγμα από την τέχνη. Και άλλο πράγμα είναι η νοητική ψυχή και άλλο πράγμα η Φύση. Γιατί η Φύση ανήκει στα σώματα, καθώς βυθίζεται σε αυτά και είναι αχώριστη από αυτά, ενώ η ψυχή είναι χωριστή και εδραιωμένη στον εαυτό της και ανήκει ταυτόχρονα στον εαυτό της και σε κάτι άλλο, έχοντας την ιδιότητα να ανήκει σε άλλο ως αποτέλεσμα της συμμετοχής των άλλων σε αυτήν, και την ιδιότητα να ανήκει στον εαυτό της ως αποτέλεσμα της άρνησής της να κλίνει προς αυτό το οποίο μετέχει σε αυτήν, όπως ακριβώς ο πατέρας της ψυχής ανήκει μόνο στον εαυτό του, καθώς είναι αμέθεκτος, και όπως πριν από αυτόν το νοητό παράδειγμα/υπόδειγμα του Κόσμου είναι ο εαυτός του. Γιατί αυτά είναι συνεχόμενα το ένα με το άλλο : ο εαυτός, αυτό που ανήκει στον εαυτό του, αυτό που ανήκει στον εαυτό του και σε άλλο, αυτό που ανήκει σε άλλο, και το άλλο. Είναι φανερό ότι άλλο είναι το αισθητό σύμπαν μέσα στο οποίο υπάρχει η τοπική διαίρεση και ο επιμερισμός. Από τους υπόλοιπους όρους, αυτό που ανήκει σε άλλο είναι η Φύση η αχώριστη από τα σώματα, αυτό που ανήκει στον εαυτό του και σε άλλο είναι η ψυχή η οποία παραμένει στον εαυτό της και λάμπει μια κατώτερη ζωή σε κάτι άλλο, αυτό που ανήκει στον εαυτό του είναι ο δημιουργός νους, ο οποίος “παραμένει στον εαυτό του κατά τον συνήθη τρόπο”, και εαυτός είναι η νοητή αιτία των πάντων και υποδειγματική αιτία όσων δημιουργούνται από τον δημιουργό, την οποία για τον λόγο αυτό έκρινε ορθό ο Πλάτων να την αποκαλέσει “αὐτοζῷον”. Η Φύση λοιπόν είναι η τελευταία από τα αίτια που δημιουργούν τούτο το σωματοειδές και αισθητό σύμπαν. Είναι επίσης το πέρας της περιοχής των ασωμάτων ουσιών, πλήρης Λόγων και δυνάμεων, με τις οποίες κατευθύνει τα εγκόσμια. Είναι και θεός, έχοντας την ιδιότητα να είναι θεός όχι από μόνη της αλλά από τη θεοποίησή της – γιατί και τα θεϊκά σώματα τα αποκαλούμε θεούς, ως αγάλματα των θεών – τέλος, ποδηγετεί τον σύμπαντα Κόσμο με τις δυνάμεις της, συνέχει τον ουρανό με την υψηλή της θέση, κυβερνά την γένεση δια του ουρανού και παντού συνδέει τα επιμέρους με τα καθολικά. Καθώς είναι τέτοια, έχει προέλθει από τη ζωογόνο θεά : “από την πλάτη της θεάς η απέραντη Φύση έχει κρεμαστεί”. Από την θεά αυτή προέρχεται κάθε ζωή, και η νοητική και αυτή που είναι αχώριστη από τα κυβερνώμενα. Καθώς, λοιπόν, έχει εξαρτηθεί και αιωρείται από εκεί, απλώνεται μέσα σε όλα ανεμπόδιστα και εμπνέει τα πάντα. Εξαιτίας της ακόμα και τα πιο άψυχα μέρη του Κόσμου μετέχουν σε κάποιο είδος ψυχής και τα φθαρτά παραμένουν “διαιωνίως ἐν τῷ κόσμῳ”, επειδή συνέχονται από τις αιτίες των Ειδών που ενυπάρχουν σε αυτή. “η ακούραστη Φύση εξουσιάζει τους Κόσμους και τα έργα”, λέει ο Χρησμός , “για να θέει ο ουρανός διανύοντας την αΐδια πορεία του”. Επομένως, αν κανείς από όσους κάνουν λόγο για τους τρείς δημιουργούς θέλει να τους αναγάγει σε αυτές τις αρχές, δηλ. στον δημιουργό νου, στην ψυχή και στην καθολική Φύση, σωστά θα μιλά, για τους λόγους που έχουμε πει.»[49]

«Αφού, λοιπόν, έχει ειπωθεί τι είναι σύμφωνα με τον Πλάτωνα η Φύση, ότι δηλαδή είναι «οὐσία ἀσώματος, ἀχώριστος σωμάτων, λόγους ἔχουσα αὐτῶν», η οποία δεν μπορεί να κοιτάξει στον εαυτό της, και από αυτά είναι φανερό με ποία έννοια είναι «φυσικός» ο «περὶ τῆς ὅλης κοσμοποιίας ἀναδιδάσκων» διάλογος. Καθώς, λοιπόν, ολόκληρη η φιλοσοφία είναι χωρισμένη στην μελέτη των νοητών και στην μελέτη των εγκόσμιων, και μάλιστα ορθά, επειδή και ο Κόσμος είναι διττός, “ μν νοητς, δ ασθητς”, όπως θα πει και ο ίδιος στον “Τίμαιο, 30.c”, ο “Παρμενίδης” έχει συμπεριλάβει τη μελέτη των νοητών και ο “Τίμαιος” τη μελέτη των εγκόσμιων. Γιατί ο πρώτος παραδίδει όλες τις θεϊκές βαθμίδες, και ο δεύτερος όλες τις προόδους των εγκόσμιων. Ούτε, όμως, ο πρώτος παραλείπει εντελώς τη μελέτη των εγκόσμιων ούτε ο δεύτερος τη μελέτη των νοητών, επειδή και τα αισθητά βρίσκονται μέσα στα νοητά παραδειγματικώς (υπό μορφή  παραδείγματος/υποδείγματος), και τα νοητά μέσα στα αισθητά εικονικά (τα αισθητά είναι εικόνες των νοητών). Όμως, ο δεύτερος πλεονάζει στο φυσικό μέρος και ο πρώτος στο θεολογικό, κατά τρόπο σύμφωνο με τους άντρες από τους οποίους ονομάζονται. Γιατί από τον Τίμαιο έχει γραφτεί ένα παρόμοιο σύγγραμμα για την Φύση του σύμπαντος και από τον Παρμενίδη περί των όντως Όντων. Ορθά, επομένως, ο θεϊκός Ιάμβλιχος υποστηρίζει ότι η «λην το Πλτωνος θεωραν ν τος δο τοτοις περιχεσθαι διαλγοις», στον “Τίμαιο” και στον ”Παρμενίδη”. Γιατί «πσα περ τν γκοσμων καπερκοσμων πραγματεα τλος χει τριστον ν ατος» (λαμβάνει την άριστη ολοκλήρωσή της σε αυτούς τους δύο), και «κα οδεμα τξις τν ντων διερενητος παραλλειπται». Μπορεί να γίνει φανερό, όμως, σε όσους δεν μελετούν πρόχειρα αυτούς τους δύο διαλόγους ότι ο τρόπος της πραγματείας του πλατωνικού “Τίμαιου” είναι πανομοιότυπος με τον τρόπο του πλατωνικού “Παρμενίδη”. Γιατί, όπως ο πλατωνικός “Τίμαιος” ανάγει τα αίτια όλων των εγκόσμιων στον πρώτιστο δημιουργό, έτσι και ο πλατωνικός “Παρμενίδης” εξαρτά την πρόοδο όλων των όντων από το “Ένα”. Και όπως ο πρώτος διδάσκει ότι όλα μετέχουν στην πρόνοια του δημιουργού, έτσι και ο δεύτερος παρουσιάζει τα όντα να έχουν μετάσχει «τς νοειδος πρξεως». Επιπλέον, όπως ακριβώς ο πλατωνικός “Τίμαιος”, πριν από την μελέτη της Φύσεως προτάσσει την παρατήρηση των εγκόσμιων μέσω εικόνων,  έτσι και ο πλατωνικός “Παρμενίδης” «τν περ τν εδν τν ἀύλων νακινε ζτησιν πρ τς θεολογας». Γιατί πρέπει κανείς να αναχθεί στην κατανόηση του σύμπαντος, αφού προηγουμένως εκπαιδευτεί με τις συζητήσεις για το άριστο πολίτευμα, καθώς επίσης και να ανυψωθεί στην μυστική θεωρία τον Eνάδων, αφού προηγουμένως αθληθεί με τις επίμονες απορίες περί των Ειδών[50]

Κατανοούμε λοιπόν πως :
«το θέμα του Πλατωνικού “Παρμενίδη” είναι τα εν τη απλότητι του “Ενός” ιδρυμένα θεία πράγματα τα οποία αγαπούν ιδιαιτέρως και εμφανίζουν την “ακαλλώπιστη ευμορφία[51], όπως λέει κάποιος από τους σοφούς ως προς τα θεία, σε όσους μπορούν να τα δουν. Όσο για την μέθοδο του, αυτή προχωρά μέσω των ακριβέστατων δυνατοτήτων της λογικής, αφήνοντας κάθε επίπλαστη χάρη που οδηγεί μακριά από το θέμα, περιφρονώντας κάθε στολίδι και επιδιώκοντας μόνο την ακριβή αναζήτηση των θεμάτων, αποδεικνύοντας καθένα από τα ζητούμενα με γεωμετρικές αποδείξεις. Το ύφος, λοιπόν της ερμηνείας είναι προσαρμοσμένο καλά και όμορφα προς το θέμα και προς την μέθοδο. Γιατί στις διαλεκτικές μεθόδους ταιριάζει το λιτό ύφος, και στους λόγους για τα θεία πράγματα ταιριάζει το απέριττο, το αυτοφυές και το ακαλλώπιστο.»[52]
Οι ποιο σεμνοί εκ των «αρχαίων» φιλοσόφων και φίλοι των Ειδών/Ιδεών που προσπάθησαν να εξηγήσουν τον πλατωνικό “Παρμενίδη” θεωρούν ότι η πρώτη υπόθεση αφορά τον πρώτο Θεό, η δεύτερη αφορά τον δεύτερο θεό και ολόκληρη την νοητική Φύση, η δε τρίτη υπόθεση αφορά όσα βρίσκονται μετά από αυτήν τη Φύση, είτε ανώτερα γέννη είτε ψυχές είτε οτιδήποτε άλλο πεις. Αυτές τις τρίς υποθέσεις τις διακρίνουν, ενώ θεωρούν καλό τα πλήθη των Θεών και τα νοητά γένη και τα νοητικά και όλα όσα βρίσκονται προ του Κόσμου και εν τω Κόσμω να μην τα διακρίνουν όλα εδώ και να μην ασχοληθούν με πολλά πράγματα. Γιατί ακόμα και αν και στη 2η υπόθεση του πραγματεύεται τα νοητικά όντα, η φύση όμως του Νου είναι μια, απλή και αδιαίρετη.[53]
Ο Πλάτων, γνωρίζοντας αφενός εκ του δασκάλου του Σωκράτη, ο ποίος είχε συναντήσει και συζητήση με τον Παρμενίδη, αφετέρου έχοντας μελετήσει ο ίδιος το έργο του θείου Ελεάτη φιλοσόφου, παρουσιάζει τον Παρμενίδη μέσα στον πλατωνικό “Παρμενίδη” να μιλάει για το όντως ΟΝ σύμφωνα με αυτόν και για την Ενάδα/Αγαθότητα όλων των Όντων, προς την οποία ανάγεται χωρίς να το καταλάβουν οι πολλοί, όταν συμβουλευεί να συνδυάσουμε τα πλήθη των Όντων σε μία αδιαίρετη ένωση. Αυτό το οποίο πραγματεύεται ο Παρμενίδης δηλ. είναι το Ένα-ΟΝ, αυτό πραγματεύονταν στα ποιήματά του ο θείος Παρμενίδης.[54]
Μάλιστα ο Πρόκλος, όταν αναφέρεται στο ποια είναι η γνώμη του δασκάλου, του θειότατου Συριανού, σχετικά με τον σκοπό του πλατωνικού διάλογου «Παρμενίδης» αναφέρει πως :
«Ο Συριανός λοιπόν συμφωνούσε και αυτός με τα προλεγόμενα, προσέθεσε όμως στις ερμηνείες των παλαιοτέρων το ότι ο διάλογος δεν αφορά το ΟΝ ή μόνο τα όντως Όντα. Αντιθέτως, αποδεχόμενος ότι αφορούσε τα πάντα, επέμενε, να προσθέτει το εξής : στον βαθμό που τα πάντα είναι απότοκα του «Ενός” και έχουν αναχθεί στο ένα αίτιο των πάντων», στον βαθμό που έχουν θεοποιηθεί όλα. Γιατί θα μπορούσες να πεις ότι καθετί, με το να μετέχει στο Ένα, έχει θεοποιηθεί ανάλογα με την βαθμίδα του, ακόμη και αν μιλήσεις για τα τελευταία όντα. Γιατί αν ταυτίζεται ο Θεός και το Ένα, επειδή δεν υπάρχει κάτι ανώτερο από τον Θεό και από το Ένα, τότε η ενοποίηση και η θεοποίηση θα ταυτίζονται. Γιατί αν ήταν το ίδιο πράγμα ο Θεός και ο ήλιος, τότε ο φωτισμός και η θεοποίηση θα ταυτίζονται. Γιατί το Ένα χαρίζει την ένωση και ο ήλιος τον φωτισμό. Όπως ακριβώς, λοιπόν, ο Πλάτων στον “Τίμαιο” δεν διδάσκει την Φύση όπως συνήθως οι Φυσικοί, αλλά την διδάσκει στον βαθμό που τα πάντα έχουν διακοσμηθεί από τον ένα δημιουργό, κατά αυτόν τον τρόπο και ο Παρμενίδης, ακόμα και να πραγματεύεται τα όντα, θα πούμε ότι τα πραγματεύεται στον βαθμό που αυτά προέρχονται από το Ένα. Και αυτό το Ένα υπάρχει αλλιώς μέσα στους θεούς και αλλιώς μετά τους θεούς. Γιατί αλλού είναι αυτοτελές και όχι σαν κάτι που υπάρχει μέσα σε υποκείμενο [υπόστρωμα]. (Γιατί κάθε θεός είναι θεός λόγω του Ενός [κατὰ τὸἓν θεὸς], παρόλο που ο πρώτος θεός είναι μόνο Ένα δίχως καμία προσθήκη [ἀπλεόναστος], ενώ καθένας από τους υπόλοιπους θεούς έλαβε κάποια προσθήκη λόγω των διαφορετικών Όντων που έχουν εξαρτηθεί από τον καθέναν τους [ἐπλεόνασαν]. Και είναι λιγότεροι όσοι βρίσκονται πιο κοντά στον Θεό που δεν έχει καμία προσθήκη, και περισσότεροι όσοι βρίσκονται πιο μακριά του, όπως ακριβώς έχουν συγγενέστερη φύση με αυτόν όσα βρίσκονται πιο κοντά του και λιγότερο συγγενή φύση όσα βρίσκονται πιο μακριά του. Επίσης η προσθήκη και η πλήθυνση επέρχεται λόγω της ύφεσης τους [υποβάθμισής τους]). Αλλού, λοιπόν, το Ένα είναι [υπάρχει] αληθινά και αλλού είναι [υπάρχει] ως έξη. Γιατί κάθε είδος και κάθε ψυχή και κάθε σώμα μετέχει σε κάποια ενότητα, αλλά αυτή πλέον η ενότητα δεν είναι θεός, παρόλο που είναι και αυτή, αν επιτρέπεται να το πούμε, εικόνα θεού και θεϊκό σπέρμα, όπως το είδος είναι εικόνα του Όντος, όπως η γνώση είναι εικόνα του νου ακόμα και στα τελευταία όντα, και όπως η αυτό-κίνηση είναι εικόνα της ψυχής. Όπως, λοιπόν, κάθε αυτοκινούμενο είναι είτε ψυχή είτε έμψυχο, και όπως καθετί που έχει την ικανότητα της γνώσης είναι είτε νους είναι προικισμένο με νου, και όπως κάθε Είδος είναι ουσία είτε ουσιοποιημένο, έτσι και κάθε ενότητα είναι είτε θεός είτε θεοποιημένο. Ο Πλάτων λοιπόν, στον «Τίμαιο», ανάγει τα πάντα στον δημιουργό και ο Παρμενίδης στο “Ένα”, και η σχέση του δημιουργού προς τα εγκόσμια είναι ανάλογη της σχέσης του «Ενός» προς όλα τα όντα. Αλλά ο δημιουργός είναι “κάποιο Ένα”, όχι όμως το «πλς» “Ένα” [=απόλυτο “Ένα”]. Γιατί και αυτός είναι κάποιος θεός. Γιατί ο θεός που είναι το «Ένα» δεν είναι κάποιος θεός αλλά “απολύτως” ο Θεός. Και ο δημιουργός είναι κάποιος θεός, επειδή η δημιουργική ιδιότητα είναι μια ιδιότητα του θεού και υπάρχουν και άλλες θεϊκές ιδιότητες που δεν είναι δημιουργικές. Καθώς οι διάλογοι, λοιπόν, έχουν μεταξύ τους αυτή την αναλογία ως προς τους σκοπούς τους, συμφωνούν και οι χρόνοι των σκηνικών που έχουν για βάση τους. Γιατί ο ένας λαμβάνει χώρα κατά τα Μικρά Παναθήναια και ο άλλος κατά τα Μεγάλα, στα οποία θα υπάρχει και το πέπλο της θεάς που απεικονίζει τη νίκη κατά των Γιγάντων. Και αυτό το σκηνικό των Γιγάντων είναι βέβαια καταλληλότατο για τις μελέτες σχετικά με την ενότητα που διέπει τα πάντα. Γιατί λέγεται ότι η Αθηνά, επιφέροντας νου και ένωση στις διαιρεμένες και υλικές περιοχές που διοικεί, κυριαρχεί στους Γίγαντες, κάνοντας τα νοητικά να κυριαρχούν στα άλογα στοιχεία, τα άυλο στα υλικά, και τα ενωμένα σε όσα έχουν λάβει πλήθος. Αυτό το πέπλο, λοιπόν, ήταν το σύμβολο της αθηναϊκής δύναμης η οποία είναι εξηρημένη [=υπερβατική] από τα εγκόσμια και με την οποία η Αθηνά συνυπάρχει με τον πατέρα της και μαζί με εκείνον επικρατεί στους Γίγαντες. Τα αποκαλούμενα Μικρά Παναθήναια τιμούν ιδιαιτέρως την εγκόσμια τάξη της που είναι συμπαραταγμένη με την Σεληνική περίοδο [=περιφορά]. Για αυτό, λοιπόν, φάνηκε ότι ταιριάζουν στον διάλογο που μας αποκαλύπτει ολόκληρη την Κοσμική γένεσιν. Έτσι, λοιπόν, ο χρόνος ταιριάζει με τον σκοπό του Παρμενίδη και η συζήτηση αυτή, η οποία είναι τέταρτη από την πρώτη και την οποία αφηγείται ο Κέφαλος (προς όποιους και αν αφηγείται), σύμφωνα με την πρόοδο των πάντων από το Ένα μέχρι και τα τελευταία όντα. Γιατί όλα όσα προέκυψαν από εκεί είναι είτε Ενάδες (όσα έχουν λάβει υπόσταση κατευθείαν από το Ένα) είτε ουσίες (οι οποίες προκύπτουν από το “Ένα” μέσω των ενάδων) είτε μεσότητες ανάμεσα στις ουσίες και στα γεννημένα όντα (αυτές τις μεσότητες τις παράγουν και οι ουσίες και πριν από τις ουσίες οι Ενάδες και το “Ένα”) είτε γεννημένα όντα τα οποία προκύπτουν από όλα τα παραπάνω[55]
Είναι δε τόσο μεγάλη η αξία του Πλατωνικού “Παρμενίδη” που ο μεν Πρόκλος μας λέγει πως :

«ο Πλάτωνας παντού αναπτύσσει τους συλλογισμούς τους για τους θεούς ακολουθώντας τις πανάρχαιες παραδόσεις και την φύση των πραγμάτων, και ότι άλλοτε με σκοπό την αιτία αυτών που έχουν τεθεί ως θέμα φτάνει έως τις αρχές των απόψεων του και από εκεί “σπερ π σκοπις” καταθεωρεί από ψηλά τη φύση του υπό εξέταση πράγματος, και άλλοτε θέτει ως βασικό σκοπό την θεολογική επιστήμη. Γιατί και στον “Φαίδρο” η διαπραγμάτευση στρέφεται γύρω από το νοητό κάλλος και την επικοινωνία με τα καλά [ωραία] που από εκεί απλώνονται σε όλα και στο “Συμπόσιο” στρέφεται γύρω από την ερωτική τάξη. Αν όμως πρέπει την πληρότητα και την ολότητα και την συνέχεια της θεολογίας από τα ανώτερα μέχρι ολόκληρο τον αριθμό των κατώτερων να την αναζητήσουμε σε έναν πλατωνικό διάλογο, ίσως αυτό που θα ειπωθεί να είναι παράδοξο κατανοητό μόνο σε όσους προέρχονται εκ της ημετέρας εστίας. Πρέπει όμως να το τολμήσουμε και να πούμε ότι ο πλατωνικός “Παρμενίδης” είναι ο διάλογος που επιθυμείται να έχετε στο νου σας και τα μυστικά νοήματα του συγκεκριμένου διαλόγου προσπαθείτε να φανταστείτε. Γιατί σε αυτόν τον διάλογο όλα τα θεία γένη προέρχονται από την πρώτιστη αιτία με σειρά και επιδεικνύουν και τη μεταξύ τους σύνδεση. Και τα κορυφαία και συνενωμένα με το ένα και πρωτουργά έλαβαν ενιαίο, απλό και μυστικό είδος ύπαρξης, ενώ τα κατώτατα κατακερματίζονται σε μεγάλο πλήθος και υπερτερούν σε αριθμό, αλλά υστερούν σε δύναμη από τα ανώτερά τους, ενώ τα ενδιάμεσα, όπως είναι φυσικό είναι πιο σύνθετα από τα αίτια τους και πιο απλά από τα δημιουργήματά τους. Και όλα, για να μιλήσω περιληπτικά, τα αξιώματα της θεολογικής επιστήμης με πληρότητα εμφανίζονται εδώ και όλοι των θείων οι διάκοσμοι αποδεικνύεται ότι λαμβάνουν υπόσταση ο ένας αμέσως μετά τον άλλο. Και τίποτα άλλο δεν έχει υμνηθεί παρά η δημιουργία των θεών και όσων με οποιοδήποτε τρόπο υπάρχουν από την απόρρητη και άγνωστη αιτία των πάντων.
Το όλον και τέλειο της θεολογικής επιστήμης φώς ο πλατωνικός “Παρμενίδης” ανάπτει για τους του Πλάτωνος εραστές, και μετά από αυτόν οι προαναφερόμενοι διάλογοι έλαβαν μερίδια της περί θεών μυσταγωγίας, και όλοι, για να το πω έτσι, έχουν συμμετάσχει στην ένθεη σοφία και τις αυτοφυείς ημών έννοιες [νοήματα] περί το θείον διεγείρουν. Και πρέπει το όλον πλήθος των διαλόγων να το αναγάγουμε στους προαναφερθέντες και αυτούς τους τελευταίους πάλι να τους συνοψίσουμε στη μια και ολοκληρωμένη του πλατωνικού “Παρμενίδη” θεωρία[56]
Ο δε Συριανός θεωρούσε πως :
«η κατανόηση εκείνου του δόγματος είναι έργο γεροντικής σκέψης και μάλλον ούτε καν ανθρώπινης, όπως λέει στα ποιήματά του, αλλά κάποιας νύμφης, της Υψιπύλης[57]
Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει πως:
«την Πλατωνική θεωρία σε ένα διάλογο, τον “Παρμενίδη”, θα την αναγάγουμε, όπως ακριβώς βέβαια όλοι, ακόμα και όσοι δεν έχουν μεγάλη αντίληψη, συμφωνούν ότι ο “Τίμαιος” εμπεριέχει ολόκληρη την επιστήμη για την Φύση.»[58]
«Καθώς λοιπόν εννέα σε αυτόν τον διάλογο εξετάζονται από τον Παρμενίδη, οι πέντε πρώτες υποθέτουν την ύπαρξη του υπερούσιου και αμέθεκτου Ενός και μπορούν μέσω αυτής την υποθέσεως να θέσουν την ύπαρξη όλων των όντως Όντων και τον ενδιάμεσο χώρο των καθολικών και το τέλος της προόδου των πραγμάτων, ενώ οι άλλες τέσσερις, πάλι, που ακολουθούν τις πέντε πρώτες εισηγούνται ότι δεν υπάρχει το Ένα σύμφωνα με την υπόδειξη της διαλεκτικής μεθόδου και έχουν την πρόθεση να αποδείξουν ότι, σύμφωνα με την ηυπόθεση αυτή, από την αναίρεση του Ενός αναιρούνται όλα τα Όντα, ακόμα και όσα είναι ορατά.»[59]
«Για την πρώτη λοιπόν υπόθεση όλοι σχεδόν έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους και θεωρούν ότι με αυτή την υπόθεση ο Πλάτων εξυμνεί την άρρητη, άγνωστη και εξηρημένη υπεράνω κάθε Οντότητας ιδιότητα της υπερούσιας αρχής των πάντων : του υπερούσιου και αμέθεκτου Ενός ή Αγαθού. Για την υπόθεση που ακολουθεί, την 2η, δεν αναπτύσσουν όλοι την ίδια διδασκαλία. Αλλά οι παλαιοί και μετέχοντες στην φιλοσοφία του Πλωτίνου λένε ότι εδώ έχει παρουσιαστεί η νοητική φύση να λαμβάνει υπόσταση κάτω από την υπερούσια αρχή των Όντων, και, όσα συμπεράσματα εξάγονται από αυτήν, όλα τα συνάπτουν με την μια και απολύτως τέλεια δύναμη του Νου. Ο καθοδηγητής μας στην αλήθειας των Θεών και “φίλος” του Πλάτωνα, όμως, ο oθειότατος Συριανός, για να μιλήσουμε σαν τον Όμηρο, την αοριστία της θεωρίας των παλαιότερων αφού προσδιόρισε και την σύγχυση μεταξύ των διάφορων βαθμίδων αφού οδήγησε σε ένα νοητικό διαχωρισμό, στις άγραφες συνουσίες του (συζητήσεις) και στις πραγματείες του για αυτά συμβούλευε τη διαίρεση των συμπερασμάτων, παίρνοντας την κατά μέρη, να την αναγάγουμε στους θείους διακόσμους, και τα πρωταρχικά και πιο απλά από όσα αποδεικνύονται να τα συνάψουμε με τα πρωταρχικά Όντα, τα ενδιάμεσα με τα ενδιάμεσα Όντα, όπως ακριβώς βέβαια έχουν αυτή τη σειρά και στην κατάταξη των Όντων, και τα κατώτερα και πολύμορφα με τα κατώτερα Όντα. Γιατί δεν είναι φύση του Όντος μια και απλή και αδιαίρετη. Άλλα όπως ακριβώς και ανάμεσα στα αισθητά ένας είναι αυτός ο μεγάλος ουρανός και περιέχει μέσα του ένα πλήθος σωμάτων, και όπως συνδετική του πλήθους είναι η μονάδα και στο πλήθος υπάρχει μια σειρά της προόδου και από τα αισθητά άλλα είναι είναι πρώτα άλλα μεσαία και άλλα τελευταία, και πιο πάνω από αυτά ανάμεσα στις ψυχές από την μια ενιαία έλαβε υπόσταση το πλήθος των ψυχών και από αυτές άλλες τοποθετήθηκαν πιο κοντά και άλλες πιο μακριά από την δική τους καθολική αρχή και άλλες έχουν γεμίσει τον χώρο ανάμεσα στα δύο άκρα, έτσι είναι βέβαια ανάγκη και από τα αληθινά Όντα τα ενοειδή και κρυφά γένη να βρίσκονται μέσα στην μια και πρωταρχική αιτία των πάντων, άλλα να έχουν φτάσει έως το πλήρες πλήθος και ολόκληρο τον αριθμό και άλλα κατέχουν τον ενδιάμεσο τόπο που συνδέει τα δυο προηγούμενα. Και δεν πρέπει ούτε τις ιδιότητες των πρώτων να τις συνάπτουμε στα δεύτερα ούτε αυτές των πιο υποβιβασμένων στα πιο ενιαία, αλλά είναι ανάγκη να είναι άλλες οι δυνάμεις των μεν και άλλες των δε, και να υπάρχει σειρά σε αυτή την πρόοδο και εμφάνιση των κατώτερων από τα ανώτερα. Και για να μιλήσουμε συνοπτικά, το Ένα-ΟΝ προέρχεται από την Ενάδα την προ των Όντων και γεννά ολόκληρο το θειο γένος, δηλαδή και το νοητό και το νοητικό και το υπερουράνιο και αυτό που έχει φτάσει μέχρι τους εγκόσμιους Θεούς. Και πρέπει και καθένα από τα συμπεράσματα να είναι κατάλληλο για την αναγνώριση της θείας ιδιότητας. Ακόμα κι αν όμως όλα τα συμπεράσματα ταιριάζουν με όλες τις προόδους του Ενός-Όντος, δεν θεωρώ ότι είναι καθόλου παράξενο άλλα συμπεράσματα να ταιριάζουν περισσότερο σε άλλες και κάποια άλλα σε άλλες. Γιατί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάποιων επιμέρους θείων διακόσμων δεν υπάρχουν αναγκαστικά στο σύνολο των θεών, ενώ αυτά που υπάρχουν, από την άλλη, στο σύνολο των θεών, πολύ περισσότερο βέβαθα θα υπάρχουν σε κάθε θεό.»[60]

Άλλωστε :
«και ο Σωκράτης στον “Φίληβο” συστήνει στους φιλοθεάμονες των Όντων με την μέθοδο της διαίρεσης διαρκώς να αναζητούν τις μονάδες όλων των θείων διάκοσμων και τις δυάδες ή τις τριάδες ή οποιουσδήποτε άλλους αριθμούς προέρχονται από αυτές.»[61]

 Έτσι, παραφράζοντας ελαφρός τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεω, θα πούμε πως :

«ο Παρμενίδης, χρησιμοποιώντας ολόκληρη τη διαλεκτική, συζητά διαλεκτικά για το Ένα-ΟΝ, δεν εξετάζει το πλήθος πριν από το Ένα-ΟΝ ούτε παραμένει στην μια μονάδα των Όντων ούτε γενικά αποδίδει αμέσως στο επέκεινα όλων των Όντων Ένα ολόκληρο το πλήθος του Ενός-Όντος, αλλά πρώτα παρουσιάζει τα απόκρυφα όντα που είναι συγγενέστατα με το υπερούσιο Ένα, μεσσαία τα γένη που σύμφωνα με την πρόοδο των Θεών είναι περισσότερο διαιρεμένα από τα απολύτως ενωμένα και έχουν μια πιο πλήρη ένωση από αυτά που έχουν προχωρήσει έως την πλήρη διαίρεση, και τελευταία αυτά που έχουν λάβει υπόσταση με βάση την έσχατη διαίρεση των δυνάμεων και την ίδια την ουσία πλέον που μαζί με αυτά θεοποιείται.»[62]

 Εξ ου και :

«επειδή η πρώτη υπόθεση είναι για το υπερούσιο Ένα η υπόθεση που ακολουθεί δεν παρουσιάζει το ΟΝ απροσδιόριστα και συγκεχειμένα, αλλά όλες τις τάξεις των Όντων. Γιατί ο τρόπος της διαίρεσης απορρίπτει την αναγωγή όλου του πλήθους στο υπερούσιο Ένα, όπως δίδαξε ο Σωκράτης του “Φίληβου”.»[63]

Μάλιστα λόγω όλων αυτών, και παραφράζοντας ελαφρός τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως :

«τα πρωταρχικά συμπεράσματα γίνονται αμέσως σαφή με όσο πιο λίγες, απλές, γνωστές και σχεδόν κοινές έννοιες, ενώ όσα τα ακολουθούν με περισσότερες και ποικοιλότερα, και τα τελευταία είναι πολύ πιο σύνθετα. Γιατί χρησιμοποιεί πάντοτε τα πρώτα συμπεράσματα στις αποδείξεις των επόμενων και ως νοητικώ υπόδειγμα της σειράς στην γεωμετρία ή στα υπόλοιπα μαθηματικά παρουσιάζει τη σχέση αυτών των συμπερασμάτων μεταξύ τους. Επειδή λοιπόν οι λόγοι μεταφέρουν την εικόνα των πραγμάτων των οποίων είναι εξηγητές και επειδή είναι αναγκαίο όποια σειρά έχει η ανέλιξη (ανάπτυξη) των αποδείξεων, τέτοια σειρά να έχουν και αυτά που αποδεικνύονται, είναι αναγκαίο αυτά που προκύπτουν πρώτα από τις απλούστερες σκέψεις να βρίσκονται απολύτως πρώτα στην σειρά και ενωμένα με το υπερούσιο Ένα, ενώ αυτά που διαρκώς πληθαίνουν και είναι εξαρτημένα από ποικιλόμορφες αποδείξεις έχουν προκύψει πιο μακριά κατά την απόσταση από το υπερούσιο Ένα, αν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Σε όσα υπάρχουν αναγκαστικά τα δεύτερα συμπεράσματα, σε αυτά υπάρχουν αναγκαστικά και τα προηγούμενα από αυτά. Σε όσα όμως υπάρχουν τα πρωταρχικά, αυτονόητα και απλά, σε αυτά δεν είναι αναγκαίο να βρίσκονται και τα πιο σύνθετα και αυτά τα οποία αποδεικνύονται με περισσότερα και βρίσκονται πιο μακριά από την αρχή των Όντων. Τουτέστιν, λοιπόν, τα πρώτα αποκαλύπτουν θειώτερες βαθμίδες, ενώ τα άλλα πιο υποδεέστερες, και τα πρώτα αποκαλύπτουν τα ενικώτερα, ενώ τα άλλα τα πληθυσμένα, και τα πρώτα αποκαλύπτουν τα μονοειδέστερα τα δε άλλα τα πολυειδίστερα. Γιατί οι αποδείξεις πηγάζουν από τα αίτιά τους και από τα πρωταρχικά αίτια σε κάθε περίπτωση. Επειδή λοιπόν τα προηγούμενα συμπεράσματα είναι αίτια των επιμένων, υπάρχει μια σειρά αιτίων και αιτιατών μέσα στο πλήθος των συμπερασμάτωνκαι δεν ταιριάζει ούτε στην φύση των πραγμάτων ούτε στην επιστημονική μελέτη του Πλάτωνα να τα συγχέουμε όλα και να τα εξετάζουμε με ένα τρόπο χωρίς καμία διάκριση.»[64]

 Και όλα αυτά μπορούμε να τα βολιδοσκοπούσουμε και αλλιώς. Έτσι, παραφράζοντας ελαφρός τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως, θα πούμε πως :

«επειδή το όντως ΟΝ αποτελεί πλήθος και δεν είναι ένα μόνο, όπως ακριβώς το Ένα πριν από τα Όντα – γιατί “το ΟΝ έχει δεχτεί την σφραγίδα του Ενός”, όπως ακριβώς μας εξήγησε ο Ελεάτης ξένος στον “Σοφιστή” και όπως από τους παλαιούςπεριγράφοταν, οι οποίοι θεωρούσαν το πρώτο “Ένα”, τον νου “ένα πολλά”, την ψυχή “ένα και πολλά” και τα σώματα “πολλά και ένα” – επειδή λοιπόν αυτό το χιλιοειπωμένο, μαζί με την ενότητα υπάρχει και πλήθος στο όντως ΟΝ, τι από τα δύο, θα κάνει κάποιος, θα εφαρμώσει τα συμπεράσματα στο σύνολο και όχι στα μέρι του όντως Όντος, ή και στο σύνολο και στα μέρη του ; Αν όμως κάποιος υποστηρίξει ότι εφαρμώζονται και στο σύνολο και στα μέρη τότε θα πρέπει να εξηγήσει αν αποδήδει καθένα σε όλα τα μέρη του Όντος ή αν καθένα το αποδήδει και σε διαφορετικό μέρος από αυτά που περιλαμβάονται σε αυτό. Αν λοιπόν κάποιος θεωρώντας ορθό να εφαρμώσει καθένα από αυτά μόνο στο σύνολο, το ΟΝ θα αποτελείται από μη όντας και το κινούμενο από ακίνητα και το στεκούμενο από αυτά που αυτά που δεν έχουν στάση και γενικά όλα από τα αντίθετά τους. Τότε όμως δεν θα είμασταν σύμφωνοι με τον συλλογισμό του Παρμενίδη, ο οποίος υπιστηρίζει ότι όλα τα μέρη του Ενός-Όντος υπάρχουν και καθένα από αυτά είναι και ένα και ΟΝ, με παραπλήσιο τρόπο με το σύνολο. Αν όμως όλα τα συμπεράσματα τα αποδώσουμε στο κάθε μέρος χωρίς καμία εξαίρεση, τότε πως η κορυφή και το ενικότατο μέρος του Όντος έχει ολότητα και απεριόριστο πλήθος μερών ; Πως αυτό θα περιλαμβάνει μαζί το σύνολο του αριθμού, του σχήματος, των κινήσεων, των στάσεων και, γενικά, όλα τα είδη και τα γένη ; Και αυτό με την ιδέα ότι αυτά διαφέρουν μεταξύ τους και είναι αδύνατον να πούμε για αυτά κάτι τέτοιο. Θα έχουν λοιπόν διαχωριστεί στο ίδιο πλήθος για εμάς και αυτά που είναι κοντά στο Ένα και αυτά που είναι μακριά του, και δεν θα έχει μικρότερο πλήθος το πρωταρχικό από ότι το τελευταίο ούτε πάλι θα έχει μικρότερη ενότητα το κατώτερο από ότι το πρώτο, όπως και τα μεσαία κατά την υποδιαίρεση δεν θα έχουν καμία διαφορά από τα άκρα. Άρα ούτε μόνο στο σύνολο ταιριάζει να αποδώσουμε όλο αυτό το πλήθος των συμπερασμάτων ούτε να τα εφαρμόσουμε όλα με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα μέρη του Όντος, και το ορθό είναι να εφαρμόσουμε καθένα και σε κάτι διαφορερικό.
Και πρέπει η απαρίθμηση των συμπερασμάτων να γίνεται με τάξη, για να ταιριάζει με την διαλεκτική και τον τρόπο των αποδείξεων, ο οποίος πάντοτε από τα προηγούμενα δημιουργεί τα επόμενα, αλλά ταιριάζει και με την επιστημονική διαπραγμάτευση του Πλάτωνα, ο ποίος παντού ακολουθεί τη σειρά των πραγμάτων. Και βέβαια θα πρέπει να αρχίζει η απαρίθμηση ή από τα πρώτα ή από τα τελευταία. Όμως αν κάποιος αρχίσει από το τελευταίο συμπέρασμα, τότε το Ένα-ΟΝ θα είναι τελευταίο, ενώ αυτό που κινείται μέσα στον χρόνο πρώτο. Αυτό όμως είναι αδύνατον. Γιατί αυτό που μετέχει στον χρόνο είναι ανάγκη πολύ πιο πριν να μετέχει στο Ένα-ΟΝ, ενώ αυτό που έχει συμμετάσχει στο Ένα-ΟΝ δεν είναι ανάγκη να μετέχει και στον χρόνο. Αρχίζει λοιπόν από το Ένα-ΟΝ και καταλήγει σε αυτό που μετέχει στον χρόνο, από πάνω και από τα πρωταρχικά μέχρι τα κατώτερα μέρη του όντως Όντος προχωρά. Δηλαδή τα πρωταρχικά συμπεράσματα πρέπει να αποδίδονται στις πρωταρχικές βαθμίδες, και τα μέσα με την ίδια λογική στις ενδιάμεσες και το τελευταίο συμπέρασμα στις τελευταίες, εφόσον βέβαια είναι αναγκαίο, κάθε συμπέρασμα να το αποδίδουμε και σε διαφορερική βαθμίδα των Όντων και να αρχίσουμε αυτή την απόδοση από τα κορυφαία.
Και όλα αυτά είναι απολύτως σύμφωνα με την σειρά των υποθέσεων, γιατί η υπόθεση που αναφέρεται στο Ένα, το οποίο είναι εξηρημένο υπέρανω κάθε πολυμορφίας, έχει λάβει την πρώτης σειρά και από αυτήν έχει ξεκινήσει η ανάπτυξη όλων των συλλογισμών, ενώ μετά από αυτήν ακολουθει η υπόθεση για τα πραγματικά Όντα και για την Ενάδα, στην οποία αυτά μετέχουν, και τρίτη μετά από αυτές ακολουθεί η υπόθεση για την ψυχή, είτε για την καθολική είτε όχι. Γιατί και αυτό είχε αποδειχτεί από τον Συριανό, και το ότι έχει περιαλειφτεί εκ τω προτέρων στην 2η υπόθεση η συζήτηση για τις καθολικές ψυχές. Επειδή λοιπόν αυτή είναι η σειρά των πραγμάτων και η σειρά των τριών υποθέσεων έτσι έχει προχωρήσει. Και είναι φανερό πως ότι πρώτα μέρη από την 2η υπόθεση είναι συγγενικά με την προηγούμενη της, ενώ τα τελευταία με την επόμενή της. Και βέβαια σε όποιον δεν είναι εντελώς ανίδεος είναι πασιφανές ότι το πλέον συγγενές με το υπερούσιο Ένα είναι το Ένα-ΟΝ το οποίο παρουσιάζεται από τα συμπεράσματα της 2ης υποθέσεως, ενώ το πιο κοντινό στην ψυχλη είναι αυτό που διαιρεμένα μετέχει στον χρόνο, το οποίο είναι τελευταίο από όσα αποδεικνύονται σε αυτήν την υπόθεση. Άλλωστε και στις επιμέρους ψυχές υπάρχει το να ζούνε μέσα στον χρόνο, όπως ακριβώς και στις καθολικές, και το Ένα-ΟΝ είναι αυτό που πρώτο μετέχει στο Ένα και με την προσθήκη του Όντος γίνεται πιο σύνθετο από την αμέθεκτη Ενάδα. Επειδή όμως αυτή η υπόθεση είναι ενδιάμεση και τα ακραία ταιριάζουν στα ακραία, εφαρμόζουμε και τα ενδιάμεσα στα ενδιάμεσα. Έτσι ξεκινώντας από το Ένα-ΟΝ προχωρά μέσα από όλα τα γένη μετά από αυτό, έως ότου καταλήξει στην φύση που μετέχει στον χρόνο.
Βέβαια όλα αυτά αποδεικνύονται και από όσα έχουν αναπτύξει οι ικανοί ως προς τα θεία, ανάμεσα σε όσους εξήγησαν τα όσα λέει ο Πλάτων.
Γιατί και ο Πλωτίνος στο βιβλίο του “Περί αριθμών”, αφού διερεύνησε αν τα Όντα έχουν λάβει υπόσταση πριν από τους αριθμούς ή οι αριθμοί πριν από τα Όντα, λέει ρητά ότι το πρωταρχικό ΟΝ έλαβε υπόσταση πριν από τους αριθμούς και γεννά τον θείο αριθμό. Επειδή όμως ο Πλωτίνος αυτά τα έχει διευθετείσει σωστά και το ΟΝ γεννά των πρώτο αριθμό και παράγεται ο αριθμός από το ΟΝ, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέουμε τη σειρά αυτών των γεννών ούτε να τα ενώνουμε σε μια υπόσταση, ούτε και στην περίπτωση του Πλάτωνα, ο οποίος εμφανίζει να δημιουργείται χωριστά το Ένα-ΟΝ και χωριστά ο αριθμός, μπορούμε να αποδώσουμε στην ίδια βαθμίδα και τα δύο συμπεράσματα. Γιατί το αίτιο και το αιτιατό δεν πρέπει με κανένα τρόπο να έχουν την ίδια δύναμη ή σειρά, αλλά αυτά είναι διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, ενώ έχει διακριθεί και η επιστημονική γνώση αυτών των δυο, και έτσι δεν είναι από την φύση αυτών ούτε μια και η διαπραγμάτευσή τους.
Ο Πορφύριος, εξάλλου, και αυτός στην πραγματεία του “Περί αρχών” με πολλούς και στηβαρούς συλλογισμούς έχει αποδείξει ότι ο νους είναι αιώνιος, έχει όμως μέσα του κάτι το προαιώνιο που τον συνδέει με τον Ένα, ενώ το αιώνιο έχει τη 2η θέση ή μάλλον την 3η θέση μέσα σε εκείνον. Επείδή όμως ο νους δεν είναι μόνο Ένα-ΟΝ, αλλά και όλον και μέρη και πλήθος πλήρες και αριθμός και σχήμα και αυτό που κινείται και αυτό που μένει σταθερό, είναι αδύνατον να τα συνδέσουμε όλα με αυτό. Γιατί κάθε νοητική κίνηση εμπεριέχεται μέσα στην αιωνιότητα, όπως και κάθε στάση. Απειδή όμως άλλα συνδέονται και άλλα όχι, είναι πασιφανές ότι ότι πρέπει να εξετάσουμε και τις άλλες βαθμίδες του Νου και καθένα από τα συμπεράσματα να το αποδώσουμε σε εκείνη στην οποία ταιριάζει καλύτερα. Γιατί ο Νους “οὐχ ἕν ἐστιν ἀριθμῷ καὶ ἄτομον”, αλλά εμπεριέχει ολόκληρη την πρόοδο του Ενός-Όντος.
Τέλος δεν ο θείος Ιάμβλιχος στην πραγματεία του “Περί Θεών”από παλιά κατηγόρησε όσους τοποθετούσαν τα γένη του Όντος μέσα στα νοητά. Γιατί έλεγε ο Ιάμβλιχος ότι και ο αριθμός τους και η ποικιλομορφία τους έχει προχωρήσει πιο μακριά από το Ένα, είχε καταλήξει δε ο Ιάμβλιχος πρέπει η αρχή τους βρίσκεται στο τέλος της νοητικής βαθμίδα, εκεί δημιουργούνται από τους θεούς που βρίσκονται εκεί. Επειδή λοιπόν, όπως ο Ιάμβλιχος ορίζει, τα νοητά είναι εξηρημένα πάνω από τα γένη αυτά, πολύ περισότερο βέβαια είναι από την “ομοιότητα” και την “ανομοιότητα”. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ξανά πως δεν είναι δυνατόν, κάθε συμπέρασμα να το εφαρμόσουμε σε όλα το ίδιο ούτε να το αναγάγουμε σε ολόκληρο το εύρος των νοητών ή των νοητικών.
Από όσα λοιπόν έχουν αναφέρει οι άριστοι των ερμηνευτών του Πλάτωνα, φιλοσοφόντας ο καθείς με τον ιδιαίτερο του τρόπο, αναδεικνύεται και το πλήθος των θείων διακόσμων και η διάκριση των πλατωνικών συλλογισμών, η οποία προσωρά “κατά μέρη”.»[65]

Έτσι παραφράζοντας ελαφρώς τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως, θα πούμε πως :
«με τα τρία πρώτα συμπεράσματα δεν διαχωρίζεται το Ένα από το ΟΝ, ενώ με το τέταρτο συμπέρασμα διακρίνεται για πρώτη φορά, ενώ σε όλα τα ακόλουθα έχει εξεταστεί παρατηρούμενο μόνο του, εξηρημένο από το ΟΝ. Είναι λοιπόν ανάγκη αυτές οι βαθμίδες να διαφέρουν μεταξύ τους. Γιατί το αδιαίρετο, επειδή υπάρχει κρυφίως και χωρίς υποδιαιρέσεις, είναι συγγενέστερο με το Ένα, ενώ αυτό που διαιρείται κατέχει τη δεύτερη βαθμίδα μετά από αυτό, ενώ αυτό που έχει ήδη διαιρεθεί, έχει πλέον απομακρυνθεί περισσότερο από την πρωταρχική βαθμίδα. Αν όμως θέλαμε να εξετάσουμε και το πλήθος των συλλογισμών και το μήκος της δεύτερης υποθέσεως κατά πόσο διαφέρει από την επόμενή της, δεν θα μας φαινόταν ότι αυτή ασχολείται με μια φύση η οποία δεν μπορεί να διακριθεί. Γιατί οι συλλογισμοί για τους θεούς έχουν συμπεριληφθεί μέσα στις πιο πρωταρχικές αιτίες, επειδή η μυστικότητα τους είναι περισσότερη από την σαφήνειά τους και το απόρρητο μέρος τους από το γνωστό τους, ενώ πληθαίνουν και αναπτύσονται προχωρώντας προς τις πιο κοντινές σε εμάς θείες βαθμίδες. Γιατί και τα συγγενικά με το άρρητο, το άγνωστο και το εξηρημένο εν αβάτοις έχουν ύπαρξη πιο ταιριαστή στην μήνυσιν δια συλλογισμών, ενώ αυτά που έχουν προχωρήσει πιο μπροστά είναι γνωριμώτερα σε εμάς και πιο σαφή στην φαντασία μας από ότι όσα βρίσκονται πριν από αυτά.»[66]

 Επίσης παραφράζοντας ελαφρώς τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως, θα πούμε πως :

«η δεύτερη υπόθεση παρουσιάζει όλες τις θείες τάξεις, ξεκινώντας από πάνω από απλούστατες και ενικώτατες και προχωρώντας προς ολόκληρη την ποικιλομορφία των θείων και ολόκληρο τον αριθμό τους, στον οποίο κατέληξε η σειρά των αληθινών Όντων η οποία είναι απλωμένη κάτω από τις Ενάδες των Θεών και υποδιαιρείται μαζί με τις άρρητες και μυστικές ιδιότητες τους.» [67]

 Δηλαδή και παραφράζοντας ελαφρώς τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως :

«από αυτήν την υπόθεση, την 2η, λαμβάνουμε τη συνέχεια των θείων διακόσμων και την εμφάνιση των επόμενων και τους προηγούμενους και την ιδιότητα όλων των θείων γενών και ποια είναι η μεταξύ τους επικοινωνία και ποια είναι η διαίρεση η οποία προχωρά σταδιακά. Και σε αυτή την υπόθεση αναγάγονται όλες οι αφορμές από τους υπόλοιπους διαλόγους του Πλάτωνα για ην αλήθεια των όντως Όντων και των Ενάδων τους. Γιατί όλες τις προόδους των Θεών και τους παντελείς διακόσμους τους από εδώ τους μελετάμε, αποκαλυπτόμενους σύμφωνα με την θεολογική επιστήμη.»[68]

 Τουτέστιν και παραφράζοντας ελαφρώς τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως θα πούμε πως:

«επειδή ολόκληρος ο συλλογισμός του Παρμενίδη αφορά το Ένα και ποια είναι η σχέση του με τον εαυτό του και με όλα τα άλλα, είναι φανερό ότι είναι αναγκαίο και η θεώρηση του να ξεκινήσει από τα κορυφαία και να καταλήξει στο κατώτερο από όλα. Γιατί η ύπαρξη του Ενός προχωρά από πάνω μέχρι την πιο ασθενή υπόσταση των πραγμάτων. Η πρώτη βέβαια από όλες τις υποθέσεις την απερίγραπτη υπεροχή της πρώτης αρχής μέσω των αποφάσεων την παρουσιάζει και την απομακρύνει ως εξηρημένη πάνω από κάθε ύπαρξη και γνώση, για αυτό και αυτή που την ακολουθεί, επειδή αμέσως μετά από αυτήν εμφανίζεται, φέρνει στο φως τον σύμπαντα διάκοσμο των Θεών. Γιατί με ολόκληρη αυτή την υπόθεση δεν θίγει μόνο την νοητική ιδιότητα τους ή την ιδιότητα της ουσίας, αλλά και το θείον της υπάρξεως τους. Γιατί το υπερούσιο αλλά μεθεκτό Ένα, το μεθεκτό από το ΟΝ, το Ένα-ΟΝ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η θεότητα που υπάρχει σε καθετί, και με βάση την οποία έχουν συνενωθεί όλα στο αμέθεκτο και υπερούσιο Ένα. Μιας και όπως τα σώματα με την ίδια την ζωή τους συνδέονται με την ψυχή και όπως οι ψυχές με το νοητικό τους μέρος ανάγονται στον καθολικό νου και στην πρώτιστη νόηση, έτσι και τα όντως Όντα με το δικό τους Ένα έχουν αναχθεί στο εξηρημένο, αμέθεκτο και υπερούσιο Ένα και έτσι είναι ανώριστα από την πρωταρχική αιτία.»[69]

 Τέλος δε, και παραφράζοντας ελαφρώς τον Πρόκλο για λόγους κατανοήσεως, θα πούμε πως :

«Επειδη η δεύτερη υπόθεση ξεκινά από το Ένα-ΟΝ και δίνει υπόσταση στην πρώτη κορυφή των νοητών από τον Ένα και καταλήγει στην ουσία που μετέχει στον χρόνο και τις θείες ψυχές τις παράγει στις κατώτερες βαθμίδες των θείων διακόσμων, είναι αναγκαίο η 3η υπόθεση να παρουσιάζει με ποικίλα συμπεράσματα ολόκληρο το πλήθος των επιμέρους ψυχών και τις διαφορές που συναντούνται σε αυτές. Και μέχρι αυτές έχει φτάσει η εξηρημένη και άυλη υπόσταση. Μετά από αυτήν ακολουθεί η διανεμημένη στα σώματα και αχώριστη από την ύλη υπόσταση, την οποία η 4η υπόθεση την παραδίδει εξαρτημένη από τους ανώτερους θεούς. Τελευταία βρίσκεται η πρόοδος της ύλης, είτε αυτή η ύλη είναι μια είτε ποικιλόμορφη, την οποία η 5η υπόθεση την παρουσιάζει μέσω την αποφάσεις μεβάση την “ανόμοια ομοιότητά της” με το πρωταρχικό. Αλλά στην τελευταία οι αρνήσεις δηλώνουν στέρηση, ενώ στην πρώτη δηλώνουν τις εξηρημένες αιτίες όλων όσων γεννιούνται. Και, πράγμα το οποίο είναι το πιο θαυμαστό από όλα, η πρώτη και η τελευταία είναι μόνο αποφατικές, αλλά η μια είναι ως υπεροχή και η άλλη ως έλλειψη από όσες περιλαμβάνονται ανάμεσα σε αυτές, η ακόλουθη της πρώτης και η προηγούμενη της τελευταίας είναι καταφατικές, αλλά της πρώτης με τον τρόπο του υποδείγματος και της τελευταίας με τον τρόπο της εικόνας. Η ενδιάμεση είναι ταιριαστή με την ψυχική βαθμίδα. Γιατί συναποτελείται από καταφατικά και αποφατικά συμπεράσματα, ενώ έχει συγγενικές τις καταφάσεις με τις αποφάσεις και με πολυποίκιλο τρόπο το ένα, ούτε, όπως στις προηγούμενες τους, έχει υπερβεί το Ένα την ουσία, αλλά είναι ένα το ένα το οποίο προβάλλεται σε αυτήν, από την κίνηση όμως και την στάση προς την διαίρεση αυτό το έχει ένα προχωρήσει σαν να καταπίνεται από την ουσία. Και αυτές είναι οι υποθέσεις οι οποίες παρουσιάζουν με βάση την ύπαρξη του Ενός όλα τα Όντα, τα εξηρημήνα και τα αχώριστα, και τις εξηρημένες αιτίες των πάντων και αυτές που βρίσκονται μέσα στα πράγματα. Εκτός από αυτές βέβαια υπάρχουν και άλλες τέσσερις, οι οποίες αναιρώντας το Ένα αποδεικνύουν ότι αναιρούνται όλα όσα υπάρχουν και γίνονται και δεν υπάρχει πλέον κανένα ΟΝ πουθενά, για να αποδειχτεί το Ένα ως αίτιο της υπάρξεως και της διατήρησης και ότι μέσω εκείνου όλα τα όντα μετέχουν στην φύση του Όντος και ότι καθένα από τα όντα έχει εξαρτημένη την ύπαρξή του από αυτό. Και γενικά αυτό συμπερένεται από όλα τα όντα, ότι δηλαδή, αν υπάρχει το Ένα, υπάρχουν όλα, μέχρι και την τελευταία υπόσταση, αν όμως δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κανένα από τα όντα. Είναι δηλαδή αίτιο που δημιουργεί και διασώζει όλα τα όντα το Ένα, πράγμα το οποίο ο Παρμενίδης το έβγαλε ως συμπέρασμα στο τέλος του διαλόγου.»[70]

Έπειτα από όλα αυτά κατανοούμε ότι :

«Οι τρόποι λοιπόν της θεολογικής διδασκαλίας του Πλάτωνα είναι αυτοί περίπου και είναι φανερό από όσα έχουν ειπωθεί ότι είναι αναγκαίο να είναι στον αριθμό τόσοι. Γιατί όσοι μιλούν δια τα θεία με ενδείξεις, μιλούν ή συμβολικά και μυθικά ή με εικόνες, ενώ όσοι απροκάλυπτα  απαγγέλουν τις διανοήσεις τους, άλλοι με βάση την επιστήμη και άλλοι με βάση τη εκ των Θεών επίπνοια αναπτύσουν τους λόγους τους. Ο τρόπος που επιθυμεί με σύμβολα να δηλώνει τα θεία είναι Ορφικός και γενικά οικείος σε όσους γράφουν τις μυθολογίες για τους θεούς. Ο τρόπος με εικόνες είναι πυθαγόρειος, επειδή από τους Πυθαγόρειους έχουν εφευρεθεί τα μαθηματικά για την ανάμνηση των θείων μέσω αυτών, επιχειρούν με αυτά ως εικόνες να μεταβούν σε εκείνα. Γιατί και τους αριθμούς και τα σχήματα τα ανήγαγαν στους θεούς, όπως λένε αυτοί που επιδιώκουν να γράψουν την ιστορία τους. Ένας άλλος τρόπος, ο «ἐνθεαστικῶς μὲν αὐτὴν καθ᾽ἑαυτὴν ἐκφαίνων τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν», εμφανίζεται κυρίως στις ανώτερες βαθμίδες μυσταγωγών. Γιατί δεν θεωρούν αυτοί άξιο μέσα από κάποια παραπετάσματα βέβαια να παρουσιάσουν στους μαθητές τους τις θεϊκές βαθμίδες και τις ιδιότητες τους, αλλά αναγγέλλουν τις δυνάμεις και τους αριθμούς που βρίσκονται μέσα στους θεούς, κινούμενοι από τους ίδιους τους θεούς. Ο τρόπος εξάλλου που βασίζεται στην επιστήμη είναι ιδιαίτερος της πλατωνικής φιλοσοφίας. Γιατί και την βαθμιαία πρόοδο των θεϊκών γενών και την μεταξύ τους διαφορά και τις κοινές ιδιότητες όλων των διάκοσμων [=Κόσμων] και τις ξεχωριστές καθενός μόνο ο Πλάτων από όσους εμείς γνωρίζουμε, επιχείρησε και να διακρίνει και να τακτοποιήσει.»[71]

 Δηλαδή ο αριθμός στους έλληνες είναι νοητή οντική «υπόσταση», όπερ και σημαίνει ότι δεν αποτελεί μόνο νόημα αλλά και καθ’ αυτή Ύπαρξη.

 Άλλωστε :

«τα μαθηματικά περεχούν την κορυφαία συμβολή στην φιλοσοφία. Πρέπει, όμως, να θυμηθούμε και τους επιμέρους κλάδους της φιλοσοφίας και να πούμε ότι ετοιμάζει τις νοητικές συλλήψεις της θεολογίας. Γιατί τις αλήθειες των θεών που φαίνονται δυσνόητες και δυσθεώρητες στους ατελείς, αυτές οι συλλογισμοί των μαθηματικών τις εμφανίζουν πειστικές, σαφείς και αδιάψευστες μέσω των εικόνων. Γιατί μέσα στους αριθμούς δείχνουν τις απεικονίσεις των υπερούσιων ιδιοτήτων, και μέσα στα διανοητά αποκαλύπτουν τις δυνάμεις των νοητικών σχημάτων. Για αυτό και ο Πλάτων μέσω των μαθηματικών ειδών μας διδάσκει πολλές και θαυμαστές θεωρίες για τους θεούς, και η φιλοσοφία των πυθαγορείων χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά σαν παραπέτασμα κρύβει τη μυσταγωγία των θείων δογμάτων. Γιατί τέτοιος είναι ολόκληρος ο “Ιερός λόγος”, οι “Βάκχες” του Φιλόλαου και όλος ο τρόπος της διδασκαλίας του Πυθαγόρα για τους Θεούς.»[72]

 Επίσης :

«ο Πλάτων, για μυστικότητα χρησιμοποίησε τους μαθηματικούς όρους σαν “παραπετάσματα” της αλήθειας των πραγμάτων, όπως ακριβώς οι θεολόγοι χρησιμοποιούν τους μύθους και οι Πυθαγόρειοι τα σύμβολα. Γιατί μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα υποδείγματα μέσα σε εικόνες και μέσω των εικόνων να μεταβεί σε εκείνα.»[73]

 «Ο άλλος τρόπος, ο οποίος ενθεαστικώς αποκαλύπτει αυτούσια την αλήθεια των Θεών, εμφανίζεται κυρίως στις ανώτερες βαθμίδες τελεστών. Γιατί δεν θεωρούν αυτοί άξιο μέσα από κάποια παραπετάσματα βέβαια να παρουσιάσουν στους μαθητές τους τις θείες τάξεις (βαθμίδες) και τις ιδιότητες τους, αλλά αναγγέλλουν τις δυνάμεις και τους αριθμούς που βρίσκονται μέσα στους θεούς, κινούμενοι από τους ίδιους τους θεούς. Ο τρόπος εξάλλου που βασίζεται στην επιστήμη είναι ιδιαίτερος της πλατωνικής φιλοσοφίας. Γιατί και την βαθμιαία πρόοδο των θείων γενών και την μεταξύ τους διαφορά και τις κοινές ιδιότητες όλων των διάκοσμων [Κόσμων] και τις ξεχωριστές καθενός μόνο ο Πλάτων από όσους εμείς γνωρίζουμε, επιχείρησε και να διακρίνει και να τακτοποιήσει όπως πρέπει.»[74]

 Βέβαια :

«Ο Πλάτων, δεν αποδέχτηκε ολόκληρη τη δραματουργία των μυθικών δημιουργημάτων, αλλά όποιο μέρος της “έχει σαν στόχο το ωραίο και το αγαθό”, όπως λέγει στην “Πολιτεία, 462.a”, και δεν είναι ασύμφωνο με τη θεία υπόσταση. Γιατί ο τρόπος της μυθολογίας είναι αρχαίος και, δηλώνοντας με υπονοούμενα τα θεία και απλώνοντας πολλά παραπετάσματα μπροστά από την αλήθεια και απεικονίζοντας τη φύση, η οποία προβάλλει τα αισθητά δημιουργήματα των νοητών και τα υλικά των άυλων και τα διαιρετά των αδιαιρέτων, κατασκευάζει είδωλα των αληθινών όντων και ψεύτικα όντα. Επειδή βέβαια οι παλαιοί ποιητές θεωρούσαν καλό να ανασυνθέτουν πιο τραγικά τις μυστικές γνώσεις για τους θεούς και για αυτό δημιούργησαν “απάτες, ακρωτηριάσεις, πολέμους, αλληλοσπαραγμούς, αρπαγές, μοιχείες των θεών” και πολλά άλλα τέτοια σύμβολα της κρυμμένης σε αυτά αλήθειας για τα θεία, ο Πλάτων αποποιείται αυτόν τον τρόπο της μυθολογίας και υποστηρίζει, πολύ σωστά όπως θα εξηγήσουμε, ότι είναι εντελώς ακατάλληλος για την εκπαίδευση των νέων, ενώ συμβουλεύει η δημιουργία των διηγήσεων για τους θεούς με την μορφή μύθου να γίνεται με έναν τρόπο πιο ταιριαστό στην αλήθεια και πιο οικείο στην φιλοσοφική έξη. Αυτές οι διηγήσεις θα πρέπει να θεωρούν και να δεικνύουν πασιφανώς ότι το θείο είναι υπαίτιο όλων των αγαθών και κανενός κακού, ότι δεν μετέχει σε καμία μεταβολή διατηρώντας πάντοτε αμετάβλητη τη δική του σειρά, και ότι, έχοντας συμπεριλάβει εκ των προτέρων εντός του την πηγή της αλήθειας, δεν θα γίνεται αίτιο καμίας απάτης για τα άλλα. Τέτοια λοιπόν πρότυπα για την θεολογία ο Σωκράτης στην “Πολιτεία” υπέδειξε. Όλοι λοιπόν οι μύθοι του Σωκράτη στην πλατωνική “Πολιτεία” διαφυλάσσουν την αλήθεια απόρρητη, χωρίς όμως να έχουν την εξωτερική μορφή τους ασύμφωνη από την αδίδακτη και αδιάφθορη προ-αντίληψη [=γνώση με μορφή μνήμης], η οποία υπάρχει εκ φύσεως μέσα μας, αλλά μεταφέρουν μια εικόνα της συγκρότησης του Κόσμου, στην οποία και το φαινόμενο κάλος [ορατή ομορφιά] είναι ταιριαστό με τον θεό και η ποιο θεϊκή από αυτήν έχει εδραιωθεί μέσα στις αφανείς ζωές και δυνάμεις των θεών. Ένας τρόπος, λοιπόν, είναι αυτός με τον οποίο τους μύθους τους σχετικούς με τα θεία πράγματα «ἐκ τοῦ φαινομένου παρανόμου καὶἀλογίστου καὶἀτάκτου» τους οδήγησε στην τάξη, τον κανόνα και την σύνθεση που στοχεύει στο καλό (=ωραίο) και στο αγαθό. Ένας άλλος τρόπος είναι αυτός τον οποίο μας παραδίδει στον Φαίδρο”, ζητώντας να διατηρούμε παντού απρόσμικτη τη μυθολογία των θεών από τις φυσικές ερμηνείες και πουθενά να μην ανακατεύουμε ούτε να διασταυρώνουμε την Θεολογία και τη φυσική θεωρία. Γιατί, καθώς το θείο «ἐξῄρηται τῆς ὅλης φύσεως» [=στέκεται πάνω από το σύνολο της Φύσεως], έτσι βέβαια και οι περί θεών λόγοι πρέπει να είναι εντελώς απρόσμικτοι από τη μελέτη της Φύσεως. Γιατί αυτό, λέει, είναι “επίπονο και καθόλου αγαθού ανθρώπου[75], το να αποτελούν σκοπό του νοήματος των μύθων τα φυσικά φαινόμενα, και τη Χίμαιρα, για παράδειγμα, και τη Γοργόνα και καθένα από αυτά με τη βοήθεια της σοφίας να το ταυτίσουμε με τα φυσικά πλάσματα. Γιατί αυτά ο Σωκράτης τα έχει πει κατηγορώντας όσους υποστηρίζουν ότι η Ωρείθυια λέγεται με τη μορφή μύθου ότι έχει αρπαχτεί από τον Βορέα, επειδή την ερωτεύτηκε, αν και ήταν θνητή, γιατί, καθώς έπαιζε, παρασύρθηκε και έπεσε πάνω στα βράχια από έναν βόρειο άνεμο. Γιατί πρέπει οι μύθοι γύρω από τους θεούς να έχουν πάντοτε πιο σοβαρά από τα φαινόμενα τα κρυφά νοήματα τους. Επομένως, αν κάποιοι και από τους πλατωνικούς μύθους μας θέτουν θέματα φυσικά ή θέματα που περιστρέφονται γύρω από τα εδώ εγκόσμια, θα ισχυριστούμε ότι και αυτοί εντελώς απομακρύνονται από τη φιλοσοφική σκέψη και ότι μόνο εκείνοι οι λόγοι είναι ερμηνευτές της αλήθειας που υπάρχει εντός των μύθων, όσοι στοχεύουν στην θεία, άυλη και χωριστή υπόσταση και κοιτάζοντας προς αυτήν κάνουν τις συνθέσεις και τις αναλύσεις των μύθων κατά τρόπο ταιριαστό με τις προλήψεις που υπάρχουν μέσα μας για τα θεία.»[76]

Μάλιστα :

«ο Πλάτων δέχεται μεν ότι οι φοιβόληπτοι ποιητές υπαινίσσονται μυστικά αυτού του είδους τα πράγματα, ενώ αποκλείει τους απλούς ανθρώπους από την ακρόαση αυτών των ποιητών, καθώς αυτοί πείθονται αβασάνιστα στα μυθολογικά καλύμματα της αλήθειας, πράγμα που βέβαια ο Σωκράτης κατηγόρησε τον Ευθύφρονα ότι έπαθε ως των θείων ανεπιστήμονας.»[77]

 

Ως δια ταύτα :

«Η κυριότερη και σταθερώτερη αρχή των πλατωνικών διαλόγων και όλης, θα έλεγε κάποιος, της φιλοσοφίας νομίζω πως είναι η διακρίβωση της ουσίας μας. Άπαξ, δηλ., και αυτή τοποθετηθεί με τον ορθό τρόπο, θα μπορέσουμε σε κάθε περίπτωση να κατανοήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια και το αγαθό που μας ταιριάζει όπως και το κακό που το αντιμάχεται. Φυσικό άλλωστε χαρκατηριστικό για καθένα από τα όντα, όπως οτ ότι διαφέρουν μεταξύ τους, είναι και η τελείωσή τους, άλλη για το ένα και άλλη για το άλλο, κατά την καθοδική πορεία της ουσίας. Είτε δηλ. το είναι προέρχεται από την ίδια εστία και πρωταρχική πηγή, όπως λέει ο Αριστοτέλης, οπότε η τελείωση κατά ανάγκη συμβαίνει για το καθένα σύμφωνα με τους κανόνες και τους προσδιορισμούς της ουσίας. Είτε το αγαθό έρχεται από άλλη αιτία, με περισσότερο σεβασμό και ιερό χαρακτήρα, και από άλλη αιτία έρχονται η ουσία και το είναι για τα πράγματα, καθώς το καθένα μετέχει στο ΟΝ περισσότερο θαμπά ή περισσότερο ευκρινώς, οπότε με τον ανάλογο τρόπο θα μετάσχει και στο Αγαθό : τα πρωταρχικά όντα σε ένα μεγαλύτερο και τελειότερο αγαθό, τα τοποθετημένα στα ενδιάμεσα σε ένα κατώτερο αγαθό, σύμφωνα με την βαθμίδα τους, και τα έσχατα των όντων σε ένα έσχατο αγαθό. Και πως αλλιώς θα μπορούσε να συμβαίνει με τα όντα, τη στιγμή που ηγούνται οι Θεοί και η πρόνοια, παρά να κατανέμονται στην περιοχή του Αγαθού ανάλογα με την αξία τους ; Δεν μπορεί δηλ. ο νους να οδηγεί σε τάξη τα όντα και να χορηγεί στο καθένα το προσήκον μέτρο του είναι του, αλλά το Αγαθό, που είναι καθαυτό ανώτερο του νου, να μεταδίδει δίχως τάξη τον εαυτό του στα όντα και να διοχετεύει προς αυτά τα αγαθά, με αποτέλεσμα ή σε αυτά που διαφέρουν ως προς την ουσία τους (εννοώ, επι παραδείγματι, τα αίτια και τα αιτιατά) να μεταδίδει την ίδια αγαθότητα ή σε αυτά που ταυτίζονται κατά το είναι τους να μοιράζει τους χαρακτήρες της τελείωσης είτε των ανωτέρων είτε των κατωτέρων τους. Διότι, όπως λέει ο Τίμαιος “ούτε το είναι ήταν ποτέ σωστό να κάνει το άριστο κάτι άλλο παρεκτός το κάλλιστο”. Κατεξοχήν συμμετρία δεν είναι το ίδιο αγαθό για τα πρωταρχικώς υπάρχοντα και για τα κατώτερα, ούτε για όσα έχουν την ίδια ύπαρξη η παραλλάσσουσα ως προς την ουσία τελείωση, αλλά όπως λέει ο Αθηναίος ξένος, αλλά άριστη και μουσικότατη είναι αυτή που μοιράζει άνισα στα άνισα : στα μείζοντα αποδίδει τα μείζοντα και στα ελάσσονα τα ελάσσονα. Σύμφωνα με αυτή λοιπόν και το αγαθό είαι διαφορετικό κατά περίπτωση, και κατά φυσικό τρόπο το αγαθό που ενυπάρχει στο καθετί είναι αντίστοιχο προς την φύση του. Για τούτο του νου, εφενός, η τελείωση είναι κατά τον αιώνα τον ταίλειον, και της ψυχής, αφετέρου, στην χρονικότητα. Και της ψυχής το αγαθό είναι κατά νου, του σώματος όμως κατά Φύση. Και πάλι άλλη είναι η τελείωση των θεών, άλλη των αγγέλων και των δαιμόνων, άλλη των επιμέρους ψυχών. Και όποιος θεωρεί ότι, ενώ η ουσία σε τούτα είναι διαφορετική, η τελείωση είναι η ίδια, σφάλλει ως προς την αλήθεια των όντων. “Δεν είναι κανένα φύλο ίδιο”, λέει ο Όμηρος, ούτε “θεών και ανθρώπων” ούτε των ενδιάμεσων σε τούτους γενών και των προς τα δύο μέρη ακραίων σημείων. Αν οι παραπάνω υποθέσεις είναι ορθές, πρέπει να για κάθε βαθμίδα των ότων να γνωρίζουμε, πριν από την τελείωση, την ουσία Πράγματι, η τελείωση δεν ανήκει σε αυτή, αλλά στην ουσία που μετέχει σε αυτή. Τούτη είναι λοιπόν που πρέπει να εξεταστεί πρώτη, φερειπείν, αν πρόκειται για αμέριστη ουσία ή μεριστή στα σώματα ή τοποθετημένη στο ενδιάμεσο. Και αν πρόκτειτε για ουσία των αιωνίων ή για των όσων υπάρχουν στον σύμπαντα χρόνο ή των όσων γίνονται σε κάποιο μέρος του χρόνου. Και αν πρόκειται για ουσία των απλών και υπαρχόντων πριν πο οποιαδήποτε σύνθεση ή των σύνθετων μεν αλλά διαρκώς συντιθεμένων στα “ακατάλυτα δεσμά” ή των όσων είναι ικανά πάλι να αναλύονται στα εξ ων συνετέθηκαν. Αν λοιπόν εξετάζουμε το καθένα με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε και ποιάς λογής τυχαίνει να είναι το αγαθό που του ανήκει. Διότι είναι βέβαια προφανές ότι σε όσα έλαχε αμέριστη η ουσία το αγαθό τουςείναι αιώνιο, σε όσα έλαχα μεριστή η ουσία και το αγαθό τους είναι από τη φύση του στην χρονικότητα και στην κίνηση, ενώ και η τελείωση των ενδιάμεσων θεωρείται με βάση τα μέτρα της υπόστασης τους, που απαιτεί μεν χρόνο αλλά τον πρωταρχικό και αυτόν που μπορεί να καταμετρά τις ασώματες κυκλικές περιφορές. Συνεπώς και της φιλοσοφίας στο σύνολό της και της θεωρίας του Πλάτωνα μπορούμε να νομίζουμε ότι αυτή είναι η κυριότερη αρχή, αυτή που προαναφέραμε, η καθαρή και ακίβδηλη μορφοποίηση του ίδιου του εαυτού μας περιγεγραμμένη μέσα σε όρια επιστημονικής γνώσης και συνδεδεμένη σταθερά με τους λογισμούς της αιτίας. Και από πού αλλού ταιριάζει να αρχίσουμε την κάθαρση και την τελείωση του εαυτού μας, παρεκτός από αυτό το οποίο παραγγέλει και ο εν Δελφοίς θεός; Όπως δηλ. σε εκείνους που έμπαιναν στο τέμενος της Ελευσίνας η επιγραφή ανακοίνωνε να μην εισέρχονται στο άδυτο οι αμύοιτοι και οι ατέλεστοι, έτσι και στην είσοδο του Δελφικού ναού το αναγεγραμμένο “γνώθι Σ’ Αυτόν” δήλωνε, κατά την γνώμη μου, τον τρόπο της ανοδικής πορείας προς την θεότητα και της πιο ωφέλιμης και αποτελεσματικής οδού που οδηγεί στον κάθαρση, λέγοντας σχεδόν ολοκάθαρα σε όσους μπορούν να καταλάβουν, ότι αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, αρχίζοντας από την εστία του, μπορεί να έρθει σε επαφή με τον θεό ο οποίος αποκαλύπτει τη σύνολη αλήθεα και είναι ο αρχηγέτης της καθαρ΄τηριας ζωής. Αντίθετα, εκείνος που αγνοεί ποιος είναι, αμύητος και ατέλεστος ότνας, είναι ακατάλληλος για να μετέχει στην του Απόλλωνος πρόνοια. Τούτη λοιπόν ας θεωρηθεί αρχή και της φιλοσοφίας και της διδασκαλίας του Πλάτωνα, η γνώση του εαυτού μας. Κατά τη γνώμη μου, το ορθό είναι ο οπαδός του Απόλλωνα να αρχίζει την τελείωση των ατελών από αυτά που και ο ίδιος ο Θεός παραγγέλνει. Άλλωστε και ο Σωκράτης, που λέει ότι είναι “συνυπηρέτης των κύκνων” και εξίσου με αυτούς έλαβε το μαντικό χάρισμα από τον θεό, από αυτό λέγεται ότι ξεκίνησε την πορεία του προς τη φιλοσοφία, από το ότι συνάντησε την πυθική επιγραφή και τη θεώρησε σαν προτροπή του ίδιου του Απόλλωνα. Από εκεί λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε και εμείς ακολουθώντας τον θεό. Και πρέπει να εξατάσουμε σε ποιόν κατεξοχήν διάλογο του ο Πλάτων έχει ως σκοπό τη θέαση τους ουσίας μας, για να κάνουμε από εκεί την πρώτη αρχή των πλατωνικών συγγραμάτων. Μπορούμε, άραγε, να αναφέρουμε κάποιον άλλο πριν τον Αλκιβιάδη και τη συνουσία (=συναναστοφή) με τον Σωκράτη που παραδίδεται στον διάλογο αυτό ; Που αλλού μπορούμε να πούμε ότι καταδεικνύεται με τέτοιο τα΄ροπο το ποια είναι η ουσία μας ; Πού έχει διερευνηθεί ο άνθρωπος και η ανθρώπινη φύση ; Που έχει εξεταστεί πλήρως το όποιο τέλος πάντων νόημα της επιγραφής των Δελφών ; Ήπώς θα μπορούσαμενα αναζητήσουμε πρις από τούτακάτι άλλο είτε από τα όντως Όντα είτε από την γένεση, όταν ακούσαμε τον ίδιο τον Σωκράτη να λέει στον “Φαίδρο, 230.a” “μου φαίνεται γελείο να εξετάζω τις υποθέσεις των άλλων τη στιγμή που αγνόώ τον εαυτό μου”. Πράγματι, δεν έχουμε τίποτα πιο κοντινό μας από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν λοιπόν δεν γνωρίζουμε το πιο κοντινό μας στοιχείο, ποιο το όφελος να γνωρίζουμε τα πιο μακρινά, αυτά που από τη φύση τους είναι να τα γνωρίζουμε μέσω του εαυτού μας. Και αν σκεφτείςότι με τον συγκεκριμένο διάλογο δεν θα κατανοήσεις μόνο αυτά τα θέματα, που αναπτύσσονται εν εκτάσει, αλλά και το ότι ο Σωκράτης τοποθετεί αυτή τη πρώτη συνουσία (=συναναστοφή) με τον Αλκιβιάδη και είναι ο ίδιος που λέει ότι οι αρχές της τελείωσης εξαρτώνται από τη θεώρηση του εαυτού μας, δεν θα έχεις πια ενδιασμούς για το ότι όλοι όσοι επιθυμούν την τελείωσή του από εδώ πρέπει να αρχίσουν. Διότι ο καθέναςαπο εμάς και από τους άλλους ανθρώπους, είτε εναργέστερα είτε αμυδρέστερα, ενέχεται στα ίδια ακριβώς με τον γιό του Κλεινία πάθη. Πράγματι, αγνοούμε τον εαυτό μας κατεχόμενοι από τη γενεσιουργό λήθη και συγκλονιζόμενοι από την ταραχή των άλογων μορφών ζωής, και νομίζουμε ότι γνωρίζουμε πολλά από αυτά που αγνοούμε εξαιτία των κατ’ ουσίαν ενυπάρχοντων σε εμάς Λόγων. Επιπλέον χρειαζόμαστε την ίδια με εκείνον βοήθεια, για να απομακρύνουμε τον εαυτό μας από την περιττή “οίηση” και για να τύχουμε της επιμέλειας που μας ταιριάζει. Είπαμε λοιπόν ότι η αυτογνωσία πρέπει να προηγείται κάθε λογής σκέψης και όλης, θα λέγαμε, της φιλοσοφικής θεώρησης. Ισως όμως θα μπορούσε κάποιος να μας επικρίνει που θέτουμε έτσι πρόχειρα αυτό ως σκοπό του “Αλκιβιάδη”, δεδομένου ότι και οι ακαλύσεις άλλων ερμηνευτών, πολλών και φημισμένων, καταγράφουν διαφορετικές η καθεμία προθέσεις του διαλόγου. Ωστόσο, θα ντρεπόμουν τον εαυτό μου αν, ενώ βλέπω το στοιχείο τούτο που είναι το πλέον ολοκληρωμένο μέσα στον διάλογο, που απαιτεί ανώτερη επιστημονική γνώση και που συμπεριλαμβάνει όλα τα προβλήματα, που αποκαλύπτει το τι λογής είναι η ουσία μας και διατρέχει όλα τα κεφάλαια του διαλόγου, έθετα ως σκοπούς του προκείμενου συγγράματος ζητήματα δευτερεύοντα και με χαρακτήρα περισσότερο ετελή και μερικό. Πράγματι, δεν πρέπει να αναγάγουμε στον “Αλκιβιάδη” μόνο την πρόθεση του διαλόγου, όπως υπόθεσαν ορισμένοι (διότι η επιστημονική θέαση ατενίζει το κοινό σε όλους στοιχείο, αυτό που εκτείνεται σε όλες τις όμοιες ψυχικές καταστάσεις). Ούτε να προωάλλουμε ως σκοπούς της συνουσίας [=συναναστροφής] τα όργανατης διαλεκτικής, επί παραδείγματι την προτροπή, τη μαιευτική ή την άσκηση ελέγχου, αλλά κι αυτά τείνουν στην θέαση κάποιου τελικού σκοπού. Ούτε να απομακρυνόμαστε από τις συγκεκριμένες σκέψεις και να μεταφέρουμε την αναζήτηση σε άλλες ουσίες που δεν έχουν να κάνουν καθόλου με εμάς, θείες ή δαιμόνιες (ο σκοπός δηλ. της φιλοσοφικής θεωρίας πρέπει να είναι ταιριαστός προς την πρώτη συνάντηση, μιας και ο Σωκράτης λέει ότι τώρα μόλις συναντάει για πρώτη φορά τον νεαρό). Ούτε πάλι να μηχανευόμαστε γενικά κάποια άλλη κατασκευαμένη πρίθεση του διαλόγου, εγκαταλείποντας αυτή για την οποία δίνει τη μαρτηρία του και ο ίδιος ο Σωκράτης. Αν δηλ. από οποιαδήποτε άλλη σκέψη πρέπει να προηγείται η γνώση του ίδιου μας του εαυτού, πως θα μπορούσε να υπάρξει εντελεχέστερος σκοπός για την πρώτη συνουσία [=συναναστροφή] από την αυτογνωσία; Προτροπές λοιπόν και αποτροπές, άσκηση ελέγχου και εφαρμογή μαιευτικής, έπαινοι και επικρίσεις επέχουν θέση των ων ούκ άνευ. Πραγματικά, χωρίς αυτά δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, πρέπει όμως η προτροπή να είναι προς το όντως Αγαθό, και οι προτροπή από τα όντως κακά. Η μαιευτική επίσης και συμβάλλει στη δημιουργία των σωστών συλλογισμών, ενώ η άσκηση ελέγχου στην κάθαρση της διπλής άγνοιας. Ο έπαινος να συνδέεται με την προσοικείωση την τελειοποιημένων, και η απίκρηση με την ωφέλεια τους και με την θεραπεία τους στα ζητήματα όπου ενεργούν σφαλερά. Όπως δηλ. στις τελετές προηγούνται οι καθαρμοί, τα ραντίσματα και οι εξαγνισμοί, που είναι ασκήσεις των όσων τελούνται εν κρυπτώ και της μέθεξης με τη θεότητα, έτσι, κατά την γνώμη μου, και η φιλοσοφική τελεσιουργία αποτελεί για εκείνους που στέλλονται προς αυτήν προκαταβολική κάθαρση και προετοιμασία της αυτογνωσίας και της αυτοφανέρωτης θέασης της ουσίας μας. Τούτος συνεπώς είναι ο σκοπός του διαλόγου και κανένας άλλος. Βέβαια και αν κάποιος έλεγε ότι ο σκοπός είναι η επιμέλεια του εαυτού μας και η γνώση της μέσα από τον διάλογο, το τοποθετεί μεν ορθά, αρκεί να εννοεί ότι τούτο ως σκοπός και ως το αγαθό πρέπει να ενυπάρχει σε εμάς με βάση τα όσα καταδείχνονται, το αντικείμενο όμως της διερεύνησης, για το οποίο γίνονται όλοι οι συλλογισμοί, είναι η αυτογνωσία. Άλλο δηλ. το να γνωρίσουμε τον σκοπό του διαλόγου και άλλο το από την τέτοιου είδους πρόθεση προκύπτον αγαθό. Πρέπει λοιπόν, όπως είπαμε και αλλού σχετικά με τους διαλόγους, το καθετί να έχει ότι ακριβώς και το σύμπαν. Και υπάρχει κάτι που έχει λάβει σε αυτά αντίστοιχη θέση με το Αγαθό, κάτι που έχει λάβει αντίστοιχη θέση με τον νου, κάτι με την ψυχή, κάτι με το είδος (=μορφή) και κάτι άλλο με την ίδια την υπο-κείμενηυλική φύση. Να πούμε λοιπόν προκειμένου και για τούτα ότι αντίστοιχο του Αγαθου είναι η δια της επιμέλιας του εαυτού μας ομοίωση με το θείο. Αντίστοιχο του νου η αυτογνωσία. Αντίστοιχο της ψυχής το πλήθος των αποδείξεων που μας οδηγούνπρος το συμπέρασμα αυτό και όλο, θα λέγαμε, το συλλογιστικό μέρος του διαλόγου. Αντίστοιχο του είδους ο χαρακτήρας της λέξεως και των σχημάτων, η πλοκή των ιδεών και όσα άλλα στοιχεία ανήκουν στην λεκτική δύναμη. Τέλος, αντίστοιχο της ύλης τα πρόσωπα, οι περιστάσεις και αυτό που ορισμένοι ονομάζουν υπόθεση. Αυτά υπάρχουν σε όλους τους διαλόγους. Εν προκειμένου τώρα, σκοπός για το υπό εξέταση σύγγραμα είναι η γνώση της ουσίας μας, και της γνώσης αυτής είμαστε εραστές για να τύχουμε της τελείωσης του εαυτού μας. Και όπως σε αυτά τα αίτια ο νους τελεί σε εξάρτηση από το Αγαθό, έτσι και σε τούτα το ζητούμενο στον διάλογο τελεί σε σύζευξη προς τον σκοπό τη συνουσίας [=συναναστροφής]. Όσο για τον σκοπό, είναι ότι είπαμε. Αυτά ας σημειώσουμε για την πρόθεση, έχοντας αποδείξει εξαρχής ότι από το σημείο αυτό πρέπει να αρχίσουμε την τελείωσή του εαυτού μας, από την καθαρή δηλ. γνώση του εαυτού μας. Ο διάλογος τούτος αποτελεί αχή για την όλη φιλοσοφία, όπως βέβαια και η αυτογνωσία. Για τούτο μας παραδίδει πολλά λογικά θεωρήματα κατάσπαρτα σε αυτόν, διευκρινίζει πολλά ηθικά θεωρήματα και άλλα που συμβάλλουν στην συνολική μας διερεύνηση περί ευδαιμονίας, και αναπτύσσει διαγραμματικά πολλά δόγματα σχετικά με τη φύση ή που μας καθοδηγούν στην αλήθεια σχετικά με τα θεία καθαυτά. Στον διάλογο αυτόν, συνεπώς, περιλαμβάνεται σαν σε αποτύπωση η κοινή, η μία και μόνη και ολική σχηματοποίηση σύμπασας της φιλοσοφίας, που αποκαλύπτεται μέσα από την πρώτη μας ακριβώς επιστροφή στον εαυτό μας. Αυτή, θεωρώ, είναι η αιτία για την οποία ο θείος Ιάμβλιχος τον τοποθετεί πρώτον τη τάξη ανάμεσα στους δέκα διαλόγους στους οποίους θεωρεί ότι περιέχεται όλη η φιλοσοφία του Πλάτωνα, σαν να περιλαμβάνεται εκ των προτέρων εδώ εν σπέρματι όλη η ανάπτυξη εκείνων[78]

Ενώ για τον τρόπο χωρισμού του πλατωνικού «Αλκιβιάδη» ο Πρόκλος μας λέγει πως :

«Ο τρόπος χωρισμού του διαλόγου που εμένα τουλάχιστον μου φαίνεται ο πληρέστερος από όλους, τον οποίο προέκρινε και ο φιλόσοφος Ιάμβλιχος, είναι αυτός που συνοψίζει σε τρία κεφάλαια την όλη διάταξη της δομής του συγγράμματος, και σε αυτά ανάγει τόσο τις μεθόδους των συλλογισμών όσο και τις χρήσεις του λεκτρικού. Διότι σε κάθε περίπτωση πρέπει τα μέρη που είναι δεύτερα και αφορούν τα όργανα να συνδέονται με αυτά που είναι πρώτα και κύρια, και να παραδίδονται υπό το πρίσμα της κατεύθυνσης του προς εκείνα. Πως λοιπόν λέμε ότι διαιρείται ο διάλογος στα εν σειρά και κυριότερα μέρη του ; Επειδή σκοπός του είναι να φανερώσει την ουσία του ανθρώπου, να πάρει τον καθένα μας από την ορμή του που βλέπει προς τα εξωτερικά πράγματα και από την εντατική ενασχόληση του με τα αλλότρια και να τον κάνει να επιστρέψει προς τον εαυτό του – πράγμα που κατά ανάγκη γίνεται με την αποκάθαρση της λογικής μας από ότι της στέκεται εμπόδιο και της διακόπτει την επιστροφή, με την παίδευση του άλογου στοιχείου μας και την ανάκλησή μας προς τη σύμφωνη με τον λόγο τελείωση – πρώτο είναι το κεφάλαιο που, μέσα από πολλούς και κάθε προελεύσεως συλλογισμούς, αφαιρεί την άγνοια του λόγου και ανακόπτει τα εμπόδια της γνώσης τα οποία υπάρχουν εκεί και οφείλονται στην γένεση. Δεύτερο μετά από το προηγούμενο τοποθετήθηκε το διαλογικό μέρος, που δομεί την άποψη ότι δεν πρέπει αρκούμενος στα φυσικά σου πλεονεκτήματα, να εγκαταλείπεις τις σύμφωνες με την τέλεια αρετή ενασχόληση σου. Και τρίτον, ύστερα από τα δύο προηγούμενα κεφάλαια, αυτό που παρέχει την ανάμνηση της αληθινής μας ουσίας και την εύρεση της ορθής επιμέλειας, αυτό που επιστεγάζει με το προσήκον τέλος την όλη πρόθεση των λόγων. Πως αλλιώς ; Τα τρία παραπάνω λοιπόν είναι τα μέρη του υπό εξέταση διαλόγου. Όλα τα άλλα λαμβάνονται υπο την προοπτική τούτων και συντελούν στην δημιουργία τους, τόσο τα αποδεικτικά όσο και τα σχετικά με την λεκτική δύναμη. Πράγματι, θα δούμε σε κάθε συλλογισμό να μας οδηγεί αναγωγικά στο εξής ένα τέλος, τη θέαση της υποστάσεώς μας και την γνώση του εαυτού μας. ΑΝ δηλ. θέλεις να διερευνήσεις τον καθένα συλλογισμό καθαυτόν και να εξετάσεις την όποια δύναμη έχει, θα ανακαλύψεις ότι όλοι μπορούν να αναχθούν στην μια τούτη αρχή.»[79]

Βέβαια :

«Τα προοίμια των πλατωνικών διαλόγων είναι εναρμονισμένα προς τους συνολικούς σκοπούς τους, και ο Πλάτων δεν τα κατασκεύασε ούτε για τη δραματική καθοδήγηση της ψυχής (πράγματι, αυτός ο τρόπος γραφής απέχει πολύ από την υψηλή σκέψη του φιλοσόφου), ούτε αποσκοπεί στην ιστορία μόνο, όπως το εξέλαβαν κάποιοι. Διότι δεν είναι ευλογοφανές ούτε γενικά δυνατό να λαμβάνονται όλα κατά σειρά από όσα έγιναν ή ειπώθηκαν προς την κατεύθυνση της μιας τελείωσης των πλατωνικών συγγραμμάτων. Αντίθετα όπως πιστεύουν και οι δικοί μας καθοδηγητές και όπως έχουμε αναφέρει επαρκώς σε άλλα έργα, είναι και αυτά εξαρτημένα από την όλη πρόθεση των διαλόγων, με αποτέλεσμα άλλα από τα πράγματα ή τους λόγους που υπόκεινται να συνταιριάζονται με τον πορόντα σκοπό, άλλα ελλιπή να τελειοποιούνται για την συμπλήρωση της συγκεκριμένης θεωρίας – και όλα μαζί, σαν να επρόκειτο για τελετή, να υψώνονται προς τη σύνολη τελείωση των ζητούμενων. Αυτή είναι θεωρώ η ιδέα που φέρνει μπροστά ο Πλάτων και με τούτο τον διάλογο, και με αυτή την πρώτη εικόνα των λόγων δείχνει ωραία τον συνολικό σκοπό των γραφομένων του. Αντικείμενο του, δηλ., όπως είπαμε, είναι να παρουσιάσει τη φύση μας, να περιλάβει την όλη ουσία, βάσει της οποίας προσδιορίζεται ο καθένας, στους επιστημονικούς και αδιάψευστους λόγου της θεωρίας, και μέσα από τις αποδεικτικές μεθόδους να αποκαλύψει τι επιτέλους σημαίνει εκείνο το δελφικό παράγγελμα, το “γνώθι σαυτόν. Το προοίμιο ακριβώς λοιπόν στρέφει τον νέο προς τον εαυτό του και τον καθιστά εξεταστή των διανοημάτων που έχει από πρίν μέσα του, και, μαζί με την επιστροφή προς τον εαυτό του, τον ανεβάζει στο ύψος της σωκρατικής γνώσης[80]

Πέραν αυτών :

«Η επιστροφή είναι τριών ειδών : καθετί που επιστρέφει, ή επιστρέφει προς το χειρότερο του εξαιτίας της πτώσης της τελειότητας του ή ανυψώνεται προ το ανώτερο μέσω της ζωής του και της κατά φύση ενέργειάς του ή επιστρέφει προς τον εαυτό του βάσει της σύστοιχης προς τον εαυτό του γνώσης και του ενδιάμεσου είδους της κίνησης. Η επιστροφή όμως προς το χειρότερο είναι πάθος της ψυχής “που χάνει τα φτερά της” και πέφτει στην λήθη του εαυτού της και ταυτόχρονα των προ αυτής. Η επιστροφή, τώρα, προς τον εαυτό της ή προς το ανώτερο δεν ισχύει για τις ψυχές μόνο αλλά και τους ίδιους τους Θεούς, όπως μας διδάσκει ο Παρμενίδης, ο οποίος θεωρεί δύο τα είδη της επιστροφής και δείχνει πως η θεότητα επιστρέφει προς τον εαυτό της και είναι στον εαυτό της και πως στο προ αυτής, διαδικασία που καθορίζει την περίεξή του του σε κάτι άλλο και την συνένωσή του με την ανώτερη φύση. Έτσι λοιπόν και ο Σωκράτης, στον τέλος του διαλόγου, λέει ότι εκείνος που επέστρεψε προς τον εαυτό του και κατέκτησε τη θέαση του εαυτού του, θα ατενίσει πλήρη και τη Θεότητα, και μέσα από την προς τον εαυτό του επιστροφή, σαν με αναβαθμό που σε πάει ψηλά, θα μεταστεί προς τα ύψη της θεότητας και θα οδηγήσει πάλι τον εαυτό του κατά τη στροφή προς το ανώτερο. Με τις παραπάνω προλογικές κιόλας υποδείξεις, ο λόγος οδηγεί τον Αλκιβιάδη από τη ζωή που φέρεται προς τα εξωτερικά πράγματα στην εξέταση του εαυτού του, και από την κατανόηση του εαυτού του τον ανακαλεί στον έρωτα της σωκρατικής γνώσης. Πράγματι, ο πόθος για να γνωρίσει την αιτία των πράξεων του Σωκράτη σημαίνει το να γίνει εραστής της προϋπάρχουσας σε αυτόν γνώσης. Τούτο είναι το πρώτο που δείχνει ο Πλάτων από το προοϊμιο του σε όσους μπορούν να τον ακούσουν καλά.»[81]

 «Δεύτερο μετά από αυτό είναι κάτι άλλο, περίπου του εξής : ο σπουδαίος άνθρωπος, σε κάθε περίπτωση, δημιουργεί τις γνώσεις σύστοιχες (=αντίστοιχες) και ανάλογες προς τα γνωστικά αντικείμενα: για τα ενδεχόμενα και διαφοροποιημένα κατά καιρούς πράγματα δεν λαμβάνει τη σταθερή, συγκεκριμένη και αδιαφοροποίητη γνώση, ούτε για τα αναγκαία και μονίμως αμετάβλητα πράγματα σχηματίζει αμφίβολη, απροσδιόριστη και άστατη υποκειμενική αντίληψη. Αντίθετα, σύμφωνα με τη διάκριση που έκανε ο ίδιος ο Σωκράτης στην πλατωνική “Πολιτεία”, με την απλή, ενοειδή και νοητική γνώση πρέπει να θεάται συζύγως (ομοιότροπα) όλα τα νοητά, με την επιστημονική και διανοητική των ειδών ανέλιξη και σύνθεση να εξετάζει τους ενδιάμεσους των όντων λόγους, και με την αίσθηση, “που απέχει τρείς θέσεις από την αλήθεια” και που εφάπτεται των γνωστικών αντικειμένων μέσω των οικείων της οργάνων, να διακρίνει δεόντως όλα τα αισθητά, ενώ με την εικαστική (απεικονιστική) δύναμη να γνωρίζει τα εικαστά που είναι είδωλα των αισθητών πραγμάτων. Αλλά και ο Πλάτων στον “Τίμαιο”, διακρίνει τις γνώσει κατ’ αναλογία προς τα όντα, μας παραγγέλνει να κρίνουμε τα όντα με βάση την “νόηση” και τον “Λόγο”, ενώ με την “δόξα” (υποκείμενη γνώμη) και την “αίσθηση” τα μη-όντα που ωστόσο “γίνονται” (=δημιουργούνται) και “καταστρέφονται” αεί. Και των μεν όντως Όντων οι λόγοι είναι αδιάψευστοι και αμετακίνητοι, ενώ οι λόγοι αυτών στα οποία δεν έλαχε τέτοια φύση, αλλά κινούνται “ἐν γενέσει”, είναι εικαστικοί (=απεικαστικοί) και, όπως λέει ο ίδιος, μετέχουν “τοῦ προστυχόντος” (=στην τυχαιότητα). Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, οι λόγοι μιμούνται τα πράγματα των οποίων είναι “εξηγητές”.
Το τρίτο, εξάλλου, που δείχνει ο Πλάτων είναι ότι και ο Σωκράτης του “Κρατύλο” λέει πως τα ονόματα που αποδίδονται στα αιώνια και αναλλοίωτα πράγματα άπτονται κατά κύριο λόγο της φύσεως των πραγμάτων, ενώ αυτά που αποδίδονται στα φθάρτα πράγματα της γενέσεως αλλάζουν κατά πολλούς τρόπους το είδος τους και μετέχουν σε μεγάλο βαθμό του συμβατικού χαρακτήρα, εξαιτίας της ασταθούς κίνησης αυτών των οποίων αποτελούν ονόματα.»[82]

Όσο αφορά το γεγονός ότι εκείνος που επέστρεψε προς τον εαυτό του και κατέκτησε τη θέαση του εαυτού του, θα ατενίσει πλήρη και τη Θεότητα, και μέσα από την προς τον εαυτό του επιστροφή, σαν με αναβαθμό που σε πάει ψηλά, θα μεταστεί προς τα ύψη της θεότητας εξηγούμε :

Η γνώση που οι παλαιοί συνήθιζαν να αποδίδουν στις ψυχές είναι ως εξής διαβαθμισμένη :

Η δοξασία [δόξα], που χαρακτηρίζει όσους μέσα από την εμπειρία τους εκπαιδεύονται στις πράξεις, και όσους ξεκινούν να απελευθερώνονται από τα ανθρώπινα και να ασχολούνται με τα όντως Όντα. Γιατί και η εκπαίδευση είναι κάθαρση της αμετρίας των παθών, και πολύ περισσότερο η πορεία από τη μετριοπάθεια στην απάθεια, όταν η λογική θέλει ακόμα να συμπάσχει, αλλά με μέτρο, και αποτινάσει όλα τα δεσμά των παθών. Η επόμενη μορφή γνώσης, υψηλότερη, ξεκινάει από κάποιες αρχές που εκλαμβάνονται ως δεδομένες, γνωρίζει τις αιτίες και καταλήγει πάντα στα αναγκαία συμπεράσματα. Τέτοιος είναι ο συλλογισμός που ξεκινώντας από αναπόδεικτες αρχές ανακάλυψε την αριθμητική και τη γεωμετρία, οι οποίες είναι ανώτερες από την γνώση που στηρίζεται μόνο στην δοξασία, επειδή αυτές συλλογίζονται και καταλήγουν σε συμπεράσματα ξεκινώντας από αναπόδεικτες αρχές. Επειδή όμως σταματούν στις δικές τους αρχές παραλείπουν τις υψηλότερες αιτίες αυτών των αρχών, για αυτό λοιπόν αποδεικνύουν ότι υπολείπονται από την τελειότατη γνώση.
Ανεβαίνοντας σε ένα ανώτερο επίπεδο, βρίσκεται η τρίτη μορφή γνώσης που ανεβαίνει μέχρι το ανυπόθετο Ένα μέσα από όλα τα είδη, διαιρώντας κάποια, αναλύοντας κάποια άλλα, δημιουργώντας πολλά από το ένα και ένα από τα πολλά. Αυτή την γνώση ο Σωκράτης στην Πλατωνική “Πολιτεία, 534.e” την ονομάζει διαλεκτική ή διάνοια και την τοποθετεί πριν την νόηση/νου –  την όρισε δε ως το “η διαλεκτική το επιστέγασμα των μαθηματικών – θριγκς τος μαθμασιν διαλεκτικ”, ενώ στην «Επινομίδα, 992.a» την αποκαλεί κοινό δεσμό τους – «δεσμς γρ πεφυκς πντων τοτων ες ναφανσεται διανοουμνοις». Γιατί από αυτή και ο γεωμέτρης και οποιοσδήποτε άλλος επιστήμονας θα πάρει την θεωρία για τις δικές του αρχές, θεωρία η οποία ξαναενώνει τις πολλές αρχές που διαιρέθηκαν από την μία αρχή των πάντων. Ότι το Ένα υπάρχει σε όλα τα όντα και ότι αντιστοιχεί στο σημείο της γεωμετρίας, στη μονάδα της αριθμητικής και στο πιο απλό στοιχείο κάθε επιστήμης, το αποδεικνύει κάθε επιστήμη παράγοντας από το απλό στοιχείο της όσο εμπίπτουν στον τομέα της. Όμως καθένα από αυτά τα απλά στοιχεία λέγεται και είναι μια συγκεκριμένη αρχή, ενώ η αρχή όλων των όντων είναι η γενική αρχή. Και μέχρι αυτό ανεβαίνει η ύψιστη των επιστημών. Ανεβαίνοντας ένα ακόμη επίπεδο, βρίσκεται η τέταρτη μορφή γνώσης, πιο απλή από την προηγούμενη. Την γνώση αυτή, η οποία δεν χρησιμοποιεί πλέον συλλογιστικές μεθόδους, όπως τις αναλύσεις, τις συνθέσεις, τις διαιρέσεις ή τις αποδείξεις, αλλά ατενίζει τα όντως Όντα με απλές συλλήψεις και ενοράσεις, την εξυμνούν όσοι μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με αυτήν, αποκαλώντας την πλέον με σεβασμό Νόηση και όχι επιστήμη. Άλλωστε η εντός μας νόηση είναι ανώτερη από την επιστήμη, μιας και είναι εκείνη με την οποία γνωρίζουμε τους “Όρους” οι οποίοι είναι εκείνες οι αρχές “ν οκ στι λγος”, είναι δηλαδή εκείνες οι αρχές οι οποίες δεν γίνονται αντιληπτές από τον συλλογισμό και την λογική απόδειξη αλλά από την νοητική ενόραση – μάλιστα οι Όροι διαφέρουν από τις υποθέσεις, στον βαθμό που οι υποθέσεις θεωρούνται ως δεδομένες από την ανθρώπινη σκέψη για να αποτελούν την αρχή του συλλογισμού, ενώ οι Όροι είναι από μόνοι τους δεδομένοι. Ο Πλάτων επίσης στον “Τίμαιο, 37.c” δηλώνει πως η νόηση και η επιστήμη είναι γνώσεις της ψυχής για τα όντα – “ταν δ α περ τ λογιστικν κα το τατο κκλος ετροχος ν ατ μηνσ, νος πιστμη τε ξ νγκης ποτελεται”. Γιατί φαίνεται πως υπάρχει επιστήμη της ψυχής, εφόσον η ψυχή είναι γνώση. Και βέβαια υπάρχει και νόηση της ψυχής, εφόσον η ψυχή είναι εικόνα της όντως νοήσεως. Γιατί ο νους με το να ορά ή ορθά με το να είναι τα νοητά, μέσω μιας σύλληψης και επαφής με τα αντικείμενα της νόησής του γνωρίζει τόσο τον εαυτό του ως υποκείμενό που νοεί όσο και εκείνα που βρίσκονται εντός του, και για αυτό νοεί τι είναι εκείνα, και ταυτόχρονα νοεί ότι ο ίδιος τα νοεί, και έτσι γνωρίζει ποιος είναι ο ίδιος. Με το να μιμείται, λοιπόν, η ψυχή αυτόν όσο μπορεί, γίνεται και η ίδια νους, υπερβαίνονται την επιστήμη και αφήνοντας τις ποικιλόμορφες μεθόδους με τις οποίες διακοσμείτο προηγουμένως. Και ανυψώνοντας μόνο το όμμα της στα όντας Όντα, τα νοεί και η ίδια με την επαφή, όπως ο Νους. Όμως η ψυχή έρχεται σε επαφή με διαφορετικό ον κάθε φορά, ενώ ο νους έρχεται σε επαφή με όλα ταυτόχρονα. Γιατί “ο πατέρας των πάντων έδεσε την ψυχή με το πεπρωμένο”, συνεπώς και για τον λόγο ότι η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το πεπρωμένο, δεν δύναται να φτάσει πλήρως τον νου και να γίνει η ίδια νους, έτσι η νόησή της δεν είναι ταυτόχρονη και υπερ-χονική, όπως του νου, αλλά πάντα χρονική. Ανεβαίνοντας ένα ακόμη επίπεδο, το ίστατο, βρίσκεται η πέμπτη μορφή γνώσης, η οποία επαινείται από τους θεολόγους των Ελλήνων που συνηθίζουν να επαινούν την γνώση που βρίσκεται πάνω από τον νου και να την κατονομάζουν ως μια μανία αληθινά ένθεη – βλέπε και “Συμπόσιο, 218.b” αλλά και “Φαίδρο, 245.b-c”. Και λένε ότι αυτή είναι το ”Ένα” της ψυχής και ότι δεν διεγείρει πλέον την νοητική δύναμη της ψυχής αλλά συνδέει την ψυχή άμεσα με το “Ένα”. Γιατί τα πάντα αναγνωρίζονται από το όμοιό τους : το αισθητό από το αισθητό, το επιστητό από την επιστήμη, το νοητό από τον νου, το Ένα από το ενιαίο. Γιατί, όπως είπαμε, όταν η ψυχή νοεί ακόμα, γνωρίζει τον εαυτό της και επίσης γνωρίζει μέσω της επαφής όσα νοεί. Όταν όμως υπερ-νοεί, αγνοεί και τον εαυτό της και εκείνα, και απολαμβάνει την ηρεμία που της παρέχει η σύνδεσή της με το Ένα, κλείνοντας τα όμματα στις γνώσεις, μένοντας άφωνη και σιωπηλή με μία εσωτερική σιωπή. Γιατί πως αλλιώς μπορεί να συνδεθεί με εκείνο που είναι το πιο ανέκφραστο από όλα, αν όχι κοιμίζοντας τους λόγους που έχει εντός της ; Γίνεται, λοιπόν, Ένα για να ορά το Ένα ή ορθά για να μην ορά το Ένα. Γιατί όταν ορά, θα δει το νοητό Ένα και όχι το Ένα που βρίσκεται πάνω από τον Νου (όχι το καθαυτό υπερούσιο Ένα), και θα νοήσει “κάποιο Ένα” και όχι το “ατον”. Όταν, λοιπόν, πραγματοποιεί αυτή την όντως θεϊκή ενέργεια της η ψυχής και πιστέψει μόνο στον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή στο “άνθος του νου”, και εξασφαλίσει στον εαυτό της μια ηρεμία όχι μόνο από τις εξωτερικές κινήσεις αλλά και από τις εσωτερικές και γίνει θεός όσο αυτό είναι δυνατόν στην ψυχή, τότε μόνο θα γνωρίσει όπως γνωρίζουν οι Θεοί τα πάντα με τρόπο άρρητο. Θα κατανοήσουμε ότι το θείο γνωρίζει τα πάντα αδιαίρετα και υπεραιωνίως, ότι τα όντως Όντα είναι αιώνια, ότι όσα γεννιούνται εξελίσσονται μέσα στον χρόνο και ότι μέσα στο Ένα δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε αιώνας (αιωνιότητα)![83]

Δηλαδή:

«όταν η ψυχή στέκεται στην διανοητική της ικανότητα, αποκτά την επιστήμη των όντων. Όταν δηλ. εδραιώσει τον εαυτό της στο νοητικό μέρος της ουσίας της, νοεί τα πάντα με απλές και αδιαίρετες συλλήψεις. Όταν, όμως, ανατρέξει στο Ένα της και συμπτύξει όλο το πλήθος που έχει μέσα της, ενθεαστικώς ενεργεί και συνδέεται με τις υπάρξεις που βρίσκονται υπεράνω του Νου. Γιατί παντού το όμοιο συνδέεται εκ φύσεως με το όμοιο, και κάθε γνώση μέσω της ομοιότητας αυτόν ο οποίος κατανοεί με αυτό που γίνεται κατανοητό, αυτόν ο οποίος αισθάνεται με αυτό που γίνεται αισθητό, αυτόν ο οποίος συλλογίζεται με αυτό που γίνεται αντιληπτό από τον συλλογισμό, αυτόν ο οποίος νοεί με αυτό που νοείται , ώστε συνδέει και το άνθος του Νου με αυτό που βρίσκεται πριν από τον Νου. Γιατί δεν είναι ο νους το κορυφαίο, αλλά η αιτία που βρίσκεται πάνω από τον Νου, έτσι και στις ψυχές το πρώτο είδος ενέργειας δεν είναι νοητικό αλλά θειότερο του νου. Και κάθε ψυχή και κάθε νους έχει δυο ειδών ενέργειες, άλλες ενιαίες και ανώτερες από τη νόηση, και άλλες νοητικές. Πρέπει, λοιπόν, να νοήσουμε εκείνο το νοητό σύμφωνα με τη φύση και την ύπαρξη του, κλείνοντας τα μάτια σε όλες τις άλλες ζωές και δυνάμεις. Γιατί, όπως προσεγγίζουμε τον Νου “νοειδεῖς γιγνόμενοι”, έτσι ενωειδής γινόμενοι ανατρέχουμε στην ένωση. Γιατί και ο οφθαλμός δεν βλέπει τον ήλιο αλλιώς παρά αφού γίνει ηλιοειδής, και όχι με το φως που προέρχεται από το πυρ. Από αυτό είναι φανερό ότι το να νοήσουμε εκείνο το νοητό δεν είναι νόηση. “Εάν”, λέει ο Χρησμός, “ἐπεγκλίνῃς σὸν νοῦν”, δηλαδή αν στηριχτείς σε νοητικές προσπάθειες για να έρθεις σε επαφή με εκείνο, και έτσι “ἐκεῖνο νοήσῃς”, το νοητό “σαν να νοείς κάτι συγκεκριμένο”, δηλαδή συλλαμβάνοντας το άμεσα σύμφωνα με το μέτρο κάποιου Είδους και κάποιας γνώσης, “δεν θα νοήσεις εκείνο”. Γιατί, ακόμα και αν αυτές οι νοήσεις είναι απλές, υπολείπονται από την ενιαία απλότητα του νοητού και οδηγούνται σε κάποιες κατώτερες νοητικές φύσεις οι οποίες προχώρησαν ήδη σε πλήθος. Γιατί κανένα γνωστικό αντικείμενο δεν αναγνωρίζεται από μια κατώτερη γνώση. Ούτε λοιπόν αυτό που βρίσκεται πάνω από τον Νου αναγνωρίζεται μέσω του νου. Γιατί με το που ο νους συλλάβει κάτι, λέει ότι αυτό που νοεί είναι έτσι και αλλιώς, πράγμα που είναι κατώτερο από το νοητό. Με το άνθος του νου που βρίσκεται μέσα μας νοούμε αυτό το νοητό που βρίσκεται εδραιωμένο στην κορυφή της πρώτης νοητής τριάδας[84], αλλά δεν μπορούμε να συνδεθούμε με το Ένα το οποίο δεν συντάσσεται με τίποτα και είναι αμέθεκτο. Γιατί ο πρώτος «Πατήρ» λέγεται ότι αρπάζει τον εαυτό του μακριά από τον νου και από τη «δύναμη», είναι αυτός που εξυμνείται ως θεός των πάντων. Όμως έχει ειπωθεί για τον πρώτο Πατέρα: “Και πρώτη δύναμη του ιερού Λόγου”, ποιος όμως είναι εκείνος που βρίσκεται πάνω από αυτόν και στον οποίο μετέχει και έτσι λέγεται ιερός ; Και αν αυτός που αποκαλύπτει κάποιον που είναι πιο άρρητος ονομάζεται Λόγος, πρέπει πριν από τον Λόγο να υπάρχει η σιγή που έδωσε υπόσταση στον Λόγο, και πριν από κάθε τι ιερό να υπάρχει η αιτία που το θεοποιεί. Έτσι, τα όσα βρίσκονται μετά τα νοητά είναι Λόγοι των νοητών που είναι “συν-αθροισμένα”, έτσι και ο Λόγος που βρίσκεται μέσα στα νοητά και που έλαβε υπόσταση οπό κάποια άλλη πιο άρρητη Ενάδα, είναι Λόγος της πάνω από τα νοητά σιγής. Και επειδή τα νοητά είναι απόκρυφα, ο Λόγος αυτός είναι σιγή. Άρα δεν είναι ίδιο το άνθος του νου της ψυχής και το άνθος ολόκληρης της ψυχής μας. Αντιθέτως, το ένα είναι το πιο ενιαίο μέρος της νοητικής ζωής μας, ενώ το άλλο είναι η ενότητα όλων των ψυχικών δυνάμεων που είναι πολύμορφες, μιας και δεν είμαστε μόνο νους αλλά και διάνοια και δόξα και προσοχή και προαίρεση, και πριν από αυτές τις δυνάμεις υπάρχει η ουσία που είναι μια και πολλή, διαιρετή και αδιαίρετη. Καθώς λοιπόν το Ένα είναι δυο ειδών, και καθώς το ένα είναι το άνθος της πρώτης δύναμής μας, ενώ το άλλο είναι το κέντρο ολόκληρης της ουσίας μας και των κάθε λογής δυνάμεως που υπάρχουν γύρω μας, μόνο το πρώτο μας συνδέει με τον Πατέρα των νοητών. Γιατί είναι νοητικό Ένα και νοείται και εκείνο από τον πατρικό νου με βάση το Ένα που βρίσκεται μέσα του. Μόνο το Ένα όμως στο οποίο συγκλίνουν οι δυνάμεις της ψυχής μπορεί από την φύση του να μας φέρει κοντά σε εκείνο που βρίσκεται επέκεινα πάντων των Όντων, καθώς ενοποιεί όλα όσα έχουμε εντός μας. Με αυτό είμαστε ως προς την ουσία μας ριζωμένοι μέσα σε εκείνο, ακόμα κι αν απομακρυνθούμε, δεν θα αποκοπούμε από την αιτία μας[85]

Επίσης:

«Ο Θείος Ιάμβλιχος αντιλαμβάνεται ως κυβερνήτη το Ένα της ψυχής και ως ηνίοχο τον νου της. Χρησιμοποιεί τον όρο “θεατή” για να δηλώσει όχι ότι αντιλαμβάνεται τούτο το Νοητό με βάση την ετερότητα, αλλά ότι ενώνεται με αυτό και έτσι απολαμβάνει το Νοητό. Διότι αυτό δηλώνει ότι ο κυβερνήτης είναι ανώτερος από τον ηνίοχο και τους ίππους. Αφού το Ένα της ψυχής ενώνεται εκ φύσεως με τους Θεούς.»[86]

 Επίσης :

«Τὸ γὰρ ἓν τῆς ψυχῆς τοῖς ἄκροις νοητοῖς ἑνοῦσθαι δύναται. Εἰ γὰρ καὶ ὁ ἐνεργείᾳ νοῦς ὁ ὑπεριδρυμένος αὐτῆς ἀεὶ θεᾶται τὰ ὄντα, ἀλλ᾽ οὐδὲν τοῦτο πρὸς τὴν ἡμῶν ψυχήν· ἡμῶν γάρ ἐστιν ὅταν πρὸς αὐτὸν στραφῶμεν· ἡ δὲ ὕπαρξις τῆς ψυχῆς, ὅ ἐστι τὸ ἓν αὐτῆς, κυρίως τότε ἐνθουσιᾷ, ὅταν τὸ <τῆς ἀληθείας> ἴδῃ <πεδίον>». [87]

 Δηλαδή : «το άνθος» της ψυχής διακρίνεται σε δύο είδη, σε αυτό του νου της ψυχής και σε αυτό ολόκληρης της ψυχής. Με το πρώτο η ψυχή αφενός συνδέεται με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα – με το «Ένα-ΟΝ» που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την πρώτη νοητή Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό και νοεί την ουσία του, αφετέρου η ψύχη δύναται να νοεί τα πάντα με απλές και αμέριστες συλλήψεις. Με το δεύτερο άνθος η ψυχή ενώνεται με τον πρώτο Θεό, με το αμέθεκτο και υπερούσιο Πλατωνικό Ένα ή Αγαθό ή Ορφικό Χρόνο που βρίσκεται υπεράνω ολόκληρης της βαθμίδας του Νου, πάνω δηλ. και από τον πρώτο νοητό Πατέρα της 1ης νοητής τριάδας των 3ων νοητών τριάδων των Νοητών Θεών!!

 Άλλωστε :

«Αφού την πρώτη και πρεσβύτερη (=ανώτερη) του Νου αρχή, η οποία είναι κρυμμένη σε άβατους χώρους, με ένθεη έμπνευση η πλατωνική φιλοσοφία ανακάλυψε και παρουσίασε αυτές τις τρείς αιτίες και μονάδες πέρα από τα σώματα, εννοώ την ψυχή, τον πρωταρχικό νου και την υπέρ Νου Ένωση, παράγει από αυτά σαν μονάδες τους οικείους αριθμούς, το ενοειδές δηλαδή, το νοητικό και το ψυχικό (γιατί πάσα μονάδα ηγείται απλήθους συστοιχού της), και συνδέει, όπως ακριβώς τα σώματα με τις ψυχές, έτσι λοιπόν και τις ψυχές με τα νοητικά είδη και αυτά τα τελευταία με τις Ενάδες των Όντων, ενώ όλα επιστρέφουν στη μία αμέθεκετη Ενάδα. Και ανεβαίνοντας μέχρι αυτή, πιστεύει ότι κατέχει την κορυφή της θεώρησης των πάντων και ότι αυτή η αλήθεια για τους Θεούς, αυτή που ασχολείται με τις Ενάδες των Ότων και μας παραδίδει τις προόδους και τις ιδιότητες τους και τη σύνδεση των Όντων με αυτές τις μονάδες και τις βαθμίδες των Ειδών, οι οποίες εξαρτώνται από αυτές τις ενιαίες υποστάσεις. Και η θεωρία που περιστρέφεται γύρω από τον νου και τα Είδη και τα γένη του Νου πιστεύει ότι είναι κατώτερη από την επιστήμη που πραγματεύεται τα θέματα των ίδιων των Θεών. Και ότι αυτή η τελευταία αγγίζει ακόμα και τα νοητά Είδη/Ιδέες και αυτά που μπορούν να αναγνωριστούν από την ψυχή μέσω της νοητικής συλλήψεως, ενώ εκείνη που υπερτερεί από αυτήν αναζητά μέσα στις άρρητες και άφθεγκτες υπάρξεις την μεταξύ τους διάκριση και την εμφάνισή τους από μια αιτία. Για αυτό πιστεύω τη νοητική ιδιότητα της ψυχής μπορεί να συλλάβει τα νοητικά Είδη/Ιδέες και τη διαφορά τους, και ότι η κορυφή του νοός, το “άνθος” και η ύπαρξη του συνάπτεται με τις Ενάδες των Όντων και μέσω αυτών με την ίδια την απόκρυφη Ένωση όλων των θείων Ενάδων. Γιατί, ενώ υπάρχουν σε εμάς πολλές αναγνωριστικές δυνάμεις, με αυτή μόνο από τη φύση μας ερχόμαστε σε επαφή με το θείο και μετέχουμε σε εκείνο. Γιατί ούτε με την αίσθηση είναι αντιληπτό το “θείο γένος” όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον “Φαίδρο, 246.d”, αφού είναι εντελώς εξηρημένο όλων των σωματικών, ούτε από την δόξα και την διάνοια, αφού αυτές είναι διαμοιρασμένες και έρχονται σε επαφή με το πολύμορφα πράγματα, ούτε από τη “νόηση μετά Λόγου”, αφού του είδους οι γνώσεις αφορούν τα αληθινά όντα, ενώ η των Θεών ύπαρξη εποχείται στα Όντα όπως λέγει ο Πλωτίνος στις “Εννεάδες, 1.1.8.9, 2.5.5.10, 6.7.5.24” και έχει προσδιοριστεί από την Ένωση των πάντων. Απομένει, λοιπόν, αν μπορεί να γίνει με κάποιο τρόπο το θείο γνωστό, να είναι αντιληπτό από την ύπαρξη της ψυχής και από αυτήν να αναγνωρίζεται, καθ’ όσον είναι δυνατόν. Γιατί παντού υποστηρίζουμε ότι “τα όμοια αναγνωρίζουν τα όμοιά τους”. Από την αίσθηση το αισθητό, από την δόξα [αντίληψη] το δοξαστό [αντιληπτό], από την διάνοια το διανοητό και από τον νου το νοητό, ώστε και από το ένα το ενικότατο και από το άρρητο το άρρητον[88]

 Έχουμε λοιπόν :

Οι εκ του Αγαθού ή Ένα παραγόμενες μονάδες και αιτίες :

  1. Η υπέρ του Νοός Ένωση
  2. Νους
  3. Ψυχή

Οι εξ αυτών των μονάδων και αιτιών παραγόμενοι οικείοι αριθμοί τούτων και σύστοιχα πλήθη:

  1. Ενοειδές
  2. Νοερό
  3. Ψυχικό

Συνδέσεις :

  1. Το αμέθεκτο & υπερούσιο Ένα ή Αγαθό, η Ενάδα των Ενάδων, ο πρώτος Θεός.
  2. «Οι μεθεκτές & παραπλήσια με το “αυτοέν” και ως προς την δική τους ύπαρξη μόνον, ως προς την οποία και είναι θεοί, υπερούσιες Ενάδες ή Αγαθότητες των Όντων. Εξ ου και καλούνται αυτοτελείς οι μεθεκτοί & υπερούσιοι Θεοί-Ενάδες-Αγαθότητες.» [89] «Οι μεθεκτές, υπερούσιες & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεοί είναι τα άνθη των Όντων, οι κορυφές και τα κέντρα γύρω από τα οποία κάθε ΟΝ έχει λάβει υπόσταση.»[90] Άλλωστε «κάθε Θεός μετέχεται των Όντων και για αυτό υπολείπεται της αμεθέκτου και των πάντων εξηρημένης Ενάδος/Αγαθότητας/Θεού, ενώ κάθε Θεός προοδεύει με βάση διαφορετική ιδιότητα. Έτσι, άλλοι, προσδιορισμένοι από το ίδιο το άρρητο Αγαθό, περιέχουν τις νοητές αιτίες των πάντων, άλλοι παράγουν τις ζωοποιούς δυνάμεις και συνέχουσι τα πρώτα γένη των Θεών, άλλοι φέρνουν στο φώς όλες τις νοητικές ανελίξεις (=δημιουργίες) και διοικούν τις ενάδες που δημιουργούν τις διαιρεμένες υποστάσεις οι οποίες μετέχουν σε αυτούς.»[91] «Οι μεθεκτές, υπερούσιες & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεοί συνάπτουν τα Όντα με το όντως αμέθεκτο & όντως υπερούσιο “αυτοέν» ή ”τ’αγαθό”, ενώνουν τα Όντα με το των όλων εξηρημένο, αμέθεκτο & υπερούσιο Ένα/Αγαθό : όπως οι μεθεκτοί νόες συνάπτουν τις ψυχές με τον καθολικό νου και οι μεθεκτές ψυχές συνάπτουν τα σώματα με την καθολική ψυχή.»[92] «Καθένα δηλαδή από τα κατώτερα ενώνεται με τα προηγούμενά του μέσα από τα όμοια με εκείνο το προηγούμενο, τα σώματα μέσω των επιμέρους ψυχών με την καθολική ψυχή, οι ψυχές μέσω των νοητικών μονάδων με τον καθολικό Νου, και τα πρώτα όντα δια των ενιαίων υπάρξεων ενώνονται με το αμέθεκτο, υπερούσιο Ένα/Αγαθό»[93], μιας και «υπερέχοντας ενιαίως από κάθε κίνηση και διαίρεση το αίτιο των πάντων, το Ένα/Αγαθό, εδραίωσε γύρω του το θείο πλήθος – τις θείες μεθεκτές, υπερούσιες & αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς των Όντων – και το συνένωσε με την δική του απλότητα. Δηλ. καθώς οι θείες Ενάδες/Αγαθότητες/Θεοί έλαβαν υπόσταση από την αμέθεκτη και εξηρημένη από όλα Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό, μπορούν και να συνδέουν τα Όντα με το Ένα ή Αγαθό και να τα επιστρέψουν προς τον εαυτό τους.» [94] Δηλ. «μια και συνεχής είναι η πρόοδος των Θεών, άνωθεν από των νοητών και κρυφίων Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών και καταλήγει στην έσχατη (=τελευταία) διαίρεση της θείας αιτίας. Γιατί όπως και στα αισθητά δεν είναι προσκολλημένα αμέσως μετά τον αιθέρα τα παχιά και στερεά σώματα, αλλά τα απλά και τα αϋλότερα από τα υπόλοιπα είναι στρωμένα αμέσως κάτω από τις ουράνιες περιόδους, και όπως ακριβώς μεγαλύτερη επικοινωνία με τα σώματα που περιέχουν κάτι, έχουν τα σώματα που περιέχονται από αυτά και όχι τα σώματα που βρίσκονται μακριά και συνδέονται με εκείνα μέσω άλλων, έτσι λοιπόν και στις προ του Κόσμου θείες ουσίες, οι τάξεις είναι συνεχείς μετά τις προηγούμενές τους, ενώ οι πρόοδοι των όντων συμπληρώνονται μέσω της ομοιότητας, και τα τέλη των ανώτερων τάξεων είναι ενωμένα με τις αρχές των κατώτερων. Και μια σειρά και αδιάσπαστη τάξη κατεβαίνει από ψηλά λόγω ανυπέρβλητης αγαθότητας της πρώτιστης αιτίας και του ενιαίου κράτους αυτής. Επειδή, λοιπόν, αυτή η πρωταρχική αιτία είναι το Ένα, είναι χορηγός της ένωσης, και, επειδή είναι τα Αγαθό, δίνει υπόσταση στα όμοια της πριν από τα ανόμοιά της[95]. Και έτσι όλα παρουσιάζουν μια μεταξύ τους συνέχεια. Γιατί αν διακόπτονταν η συνέχεια, δεν θα υπήρχε ούτε η ένωση, και, αν τα μεταξύ τους ανόμοια είχαν τοποθετηθεί στην σειρά το ένα μετά το άλλο, τότε αυτό που είναι όμοιο με την αρχή, δεν θα είχε προγενέστερη την στο είναι πάροδο.»[96]
  3. Τα νοητικά Είδη.
  4. Οι ψυχές. (που είναι πληρώματα όλων των Ειδών και αποτελούνται από τους εκ των νοητικών ειδών προερχόμενους Ιερούς Λόγους – ως εικόνες των νοητικών ουσιών – και από τα εκ των θείων Ενάδων προερχόμενα θεία σύμβολα – ως αγάλματα των άγνωστων συνθημάτων.)[97]
  5. Φύσεις
  6. Σώματα

 Έτσι :

«Σωστά λέγει ο Πλάτων στον “Αλκιβιάδη, 133.b”, η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό θα δει και όλα τα άλλα και τον θεό. Και συγκεντρωμένη προς την ένωσή της και το κέντρο της ζωής, και ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια την άκρα [=κορυφαία] «περιωπή» [=παρατηρητήριο] των Όντων όπως λέγει στον “Πολιτικό, 272.b” ο Πλάτων. Και όπως ακριβώς στις πιο ιερές τελετές λένε ότι οι μύστες [μυούμενοι] στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα και πολυειδή αυτά τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ακλινείς [ατάραχοι] και προστατευόμενοι από τις τελετές, την ίδια τη θεία έλλαμψιν ακραιφνώς [=γνήσια] εγκολπώνονται και “γυμνοί”, όπως εκείνοι λένε, του θείου μεταλαμβάνουν, κατά τον ίδιο τρόπο και εν τη θεωρία των όλων η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της Λόγους (=λογικούς προσδιορισμούς). Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί “με κλειστά τα μάτια” (εξ ου και μύηση) παρατηρεί (εξ ου και εποπτεία) και “το γένος των θεών” και τις ενάδες των όντων. Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων. Και αυτό είναι το άριστον της ενέργειας, με ηρεμία δηλαδή των δυνάμεων να ανατείνουμε προς το ίδιο το θείο και να χορεύουμε γύρω από εκείνο, και όλο το πλήθος τη ψυχής αεί να το «συγκεντρώνουμε μαζί» προς την ένωση ταύτην, αφήνοντας όλα όσα μετά το “Ένα” είναι προσιδρυμένα [=προσκολλημένα] σε αυτό και συνάπτονται με το άρρητο και πάντων επέκεινα των. Γιατί μέχρι αυτό πρέπει να ανεβαίνει η ψυχή, έως ότου ολοκληρώσει την άνοδο της στην ίδια την αρχή των όντων. Όταν φτάσει εκεί και παρατηρήσει τον εκεί τόπο και εξηγήσει τα πλήθη των ειδών, εξετάζοντας τις ενιαίες μονάδες τους και τους αριθμούς τους, και αναγνωρίζοντας με τον νου πως κάθε τι εξαρτάται από τις δικές του ενάδες, ας γνωρίζει ότι κατέχει πλήρως την επιστήμη των θείων, αφού παρατηρήσει, από τη σκοπιά την ενότητας, και τις προόδους των θεών στα όντα και τις διακρίσεις των όντων με βάση τους θεούς.»[98]

Εξ ου και είπαμε ότι :

«ανεβαίνοντας στο ίστατο επίπεδο γνώσης, βρίσκεται η πέμπτη μορφή γνώσης, η οποία επαινείται από τους θεολόγους των Ελλήνων που συνηθίζουν να επαινούν την γνώση που βρίσκεται πάνω από τον νου και να την κατονομάζουν ως μια μανία αληθινά ένθεη – βλέπε και «Συμπόσιο, 218.b» αλλά και «Φαίδρο, 245.b-c». Και λένε ότι αυτή είναι το «Ένα» της ψυχής και ότι δεν διεγείρει πλέον την νοητική δύναμη της ψυχής αλλά συνδέει την ψυχή άμεσα με το Ένα. Γιατί τα πάντα αναγνωρίζονται από το όμοιό τους : το αισθητό από το αισθητό, το επιστητό από την επιστήμη, το νοητό από τον νου, το Ένα από το ενιαίο. Γιατί όταν η ψυχή νοεί ακόμα, γνωρίζει τον εαυτό της και επίσης γνωρίζει μέσω της επαφής όσα νοεί. Όταν όμως η ψυχή υπερ-νοεί, αγνοεί και τον εαυτό της και εκείνα, και απολαμβάνει την ηρεμία που της παρέχει η σύνδεσή της με το Ένα, κλείνοντας τα όμματα στις γνώσεις, μένοντας άφωνη και σιωπηλή με μία εσωτερική σιωπή. Γιατί έτσι μπορεί να συνδεθεί με εκείνο που είναι το πιο ανέκφραστο από όλα, αν όχι κοιμίζοντας τους λόγους που έχει εντός της. Γίνεται, λοιπόν, Ένα για να ορά το Ένα ή ορθά για να μην ορά το Ένα. Γιατί όταν ορά, θα δει το νοητό Ένα, τον πρώτο νοητό Πατέρα, και όχι το Ένα που βρίσκεται πάνω από τον Νου, και θα νοήσει κάποιο Ένα και όχι το «ατον». Όταν, λοιπόν, πραγματοποιεί αυτή την όντως θεϊκή ενέργεια της η ψυχής και πιστέψει μόνο στον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή στο «άνθος της ψυχής», και εξασφαλίσει στον εαυτό της μια ηρεμία όχι μόνο από τις εξωτερικές κινήσεις αλλά και από τις εσωτερικές και γίνει θεός όσο αυτό είναι δυνατόν στην ψυχή, τότε μόνο θα γνωρίσει όπως γνωρίζουν οι Θεοί τα πάντα με τρόπο άρρητο. Θα κατανοήσει ότι το θείο γνωρίζει τα πάντα αδιαίρετα και υπερ-αιωνίως, ότι τα όντως Όντα είναι αιώνια, ότι όσα γεννιούνται εξελίσσονται μέσα στον χρόνο και ότι μέσα στο «Ένα» δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε αιώνας

 Και όλα αυτά κατά την έννοια ότι :

«στην ψυχή υπάρχουν τρία είδη ζωής. Το τρίτο είδος είναι αυτό που έρχεται σε επαφή με τις υποδεέστερες δυνάμεις και ενεργεί μαζί με εκείνες, χρησιμοποιώντας εικόνες της φαντασίας και άλογες αισθήσεις, γεμάτη καθ’ ολοκληρίαν από τα κατώτερα. Το δεύτερο ως προς την σεβασμιότητα και την δύναμη είδος, τοποθετημένο ως μεσαίο στο μέσο της ψυχής, είναι αυτό με το οποίο επιστρέφει προς τον εαυτό της μετά την κατάβαση από την ένθεη ζωή και θέτοντας ως αρχή της ενέργειας τον νου και την αληθινή γνώση, ξεδιπλώνει τους πολλαπλούς Λόγους, θεάται τις κάθε λογήςεναλλαγές των ειδών, συγκεντρώνει σε ένα το υποκείμενο και το αντικείμενο της νόησης και απεικονίζει την νοερή ουσία, περικλείοντας σε ένα την φύση των νοητών. Το πρώτο που είναι το άριστο και τελειότατο, είναι εκείνο κατά το οποίο η ψυχή συνδέεται με τους θεούς και ζει την κατ’ εξοχήν συγγενική προς τουςθεούς ζωή, που χαρακτηρίζεται από ενότητα μέσα στην απόλυτη ομοιότητα της, ζωή πουδεν είναι της ψυχής αλλά των θεών, ξεπερνώντας αφ’ ενός τον δικό της νου και στερεώνοντας αφ’ ετέρου το άρρητο σύμβολο της ενιαίας υπόστασης των θεών, συνδέοντας το όμοιο με το όμοιο, το εκεί φως με το δικό της φως, το ενοειδές της δικής της ουσίας και ζωής με το υπερούσιο Ένα που βρίσκεται πάνω και από κάθε ζωή[99]

 Μάλιστα :

«η ψυχή όταν θεωρεί τα μακάρια θεάματα αποκτά μια άλλη ζωή, πράττει σύμφωνα με κάποια διαφορετική ενέργεια και τότε, οθρώς θεωρεί ότι δεν ανήκει στην τάξη των ανθρώπων. Πολλές φορές, μάλιστα, εγκαταλείποντας τη δική της ζωή, την ανταλλάσει με τη μακαριότατη ενέργεια των θεών.»[100]

 Βέβαια, τα τρία αυτά είδη ζωής, πχ. το 2ον είδος που τοποθετείτε στο μέσο της ψυχής, πρέπει να τα δούμε υπό την έννοια ότι :

«το της “Ψυχῆς βάθος” είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα (δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο (=το ζωώδες μέρος). Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου (=του ανθρώπινου μέρους) ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και η μεν επιθυμία είναι πολυκέφαλο θηρίο, ο δε θυμός λεοντώδης, ενώ ο Λόγος (=η λογική) είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτοάνθρωπο” (=καθαυτό άνθρωπο) λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής (ενιαίος), άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολυειδής (πολύμορφος) και παντοδαπός (=ποικίλος). Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς.»[101]

 Και βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι :

«”Ψυχῆς βάθος” οι παλαιοί έλεγαν “τὰς τριπλᾶς αὐτῆς γνωστικὰς δυνάμεις φησί, νοεράς, διανοητικάς, δοξαστικάς”. Ενώ με «ὄμματα» συμβόλιζαν “τὰς τριπλᾶς γνωστικὰς ἐνεργείας” της ψυχής. Μάλιστα “τὸ γὰρ ὄμμα, γνώσεως σύμβολον· ἡ δὲ ζωή, ὀρέξεως”.»[102]

Δηλ. έχουμε :

  • ”Ψυχῆς βάθος” = οι τριπλές γνωστικές δυνάμεις της ψυχής – νοητική, διανοητική, δοξαστική.

Αλλιώς ο άνθρωπος :

  • Η Νόηση, γνωρίζει τα νοητά με τα οποία είναι ενωμένη.
  • Η Διάνοια, γνωρίζει τα διανοητά και πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά.
  • Η Δόξα = γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης.

Αυτά τα τρία ανήκουν στην λογική ψυχή, στον αληθινό άνθρωπο, ο οποίος δια αυτών θεάται συζύγως όλα τα νοητά με την απλή, ενοειδή και νοητική γνώση, εξετάζει τους ενδιάμεσους των όντων Λόγους με την επιστημονική και διανοητική των ειδών ανέλιξη και σύνθεση, διακρίνει δεόντως όλα τα μη-όντα που ωστόσο «γίνονται» (δημιουργούνται) και «καταστρέφονται» αεί, τα αισθητά, με την «δόξα» (υποκείμενη γνώμη) και την «αίσθηση», «που απέχει τρείς θέσεις από την αλήθεια» και εφάπτεται των γνωστικών αντικειμένων μέσω των οικείων της οργάνων, τέλος δε γνωρίζει τα εικαστά που είναι είδωλα των αισθητών πραγμάτων μέσω της εικαστικής (απεικονιστικής) δύναμης μου.

Άλλωστε και ο Πλάτων στον «Τίμαιο», διακρίνει τις γνώσεις κατ’ αναλογία προς τα όντα, μας παραγγέλνει να κρίνουμε τα όντα με βάση την «νόηση» και τον «Λόγο», ενώ με την «δόξα» (υποκείμενη γνώμη) και την «αίσθηση» τα μη-όντα που ωστόσο «γίνονται» (δημιουργούνται) και «καταστρέφονται» αεί. Και των μεν όντως Όντων οι λόγοι είναι αδιάψευστοι και αμετακίνητοι, ενώ οι Λόγοι αυτών στα οποία δεν έλαχε τέτοια φύση, αλλά κινούνται εν τη γενέσει, είναι εικαστικοί (=απεικαστικοί) και μετέχουν «τοῦ προστυχόντος» (=στην τυχαιότητα).

Υπάρχει όμως και η άλογη ψυχή, το θνητό μέρος μας, έτσι έχουμε :

  • Λογική, ο αληθινός άνθρωπος = η αΐδια ψυχή λογική ψυχή.
  • Άλογη ψυχή, θνητή ψυχή που αποτελείται εκ των εξής:
  1. Ο Θυμός (=το θυμικό) = είναι λεοντώδης.
  2. Η Επιθυμία (=το επιθυμητικό) = είναι πολυκέφαλο θηρίο.

Εξ ου και την ανθρώπινη ουσία ο Πλάτων στο ένατο βιβλίο της “Πολιτείας” την παρομοιάζει με ένα ζωντανό πλάσμα που η φύση του είναι μείξη ανθρώπου, λιονταριού και ενός πολυκέφαλου θηρίου, που το εξωτερικό του το περιτυλίγει ολόκληρο, σαν θήκη και περίβλημα.[103]

Υπάρχει όμως και ανώτερος άνθρωπος, ο νοητικός. Έτσι έχουμε :

  • Ο νοητικός άνθρωπος, ο «αυτάνθρωπος» που είναι μονοειδής.
  • Ο λογικός άνθρωπος που είναι τριδύναμος : όπου οι 3-εις γνωστικές δυνάμεις της ψυχής είναι η νοητική, η διανοητική & η δοξαστική.
  • Ο αισθητικός άνθρωπος = πολυειδής και παντοδαπός.

 Για τους Έλληνες, βέβαια :

«πριν από όλα τα όντα και από τους Θεούς ακόμη που παράγουν τα όντα “μία καὶ ἐξῃρημένη καὶ ἀμέθεκτος αἰτία προϋφέστηκεν”, άρρητη και ανέκφραστη από κάθε λόγο, άγνωστη και ασύλληπτη από κάθε γνώση, παρουσιάζοντας τα πάντα από τον εαυτό τη, “πάντων δὲ ἀρρήτως προϋπάρχουσα, καὶ πάντα μὲν πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφουσα”, όντας ο ανώτατος σκοπός των πάντων. Αυτή λοιπόν την αρχή, η οποία πραγματικά έχει τεθεί ξεχωριστά από όλα και έχει υπερβεί και όλες τις Ενάδες των Θεών, και η οποία δίνει υπόσταση σε όλα τα γένη και τις προόδους των όντων με τρόπο ενιαίο, ο Σωκράτης στην πλατωνική “Πολιτεία” την αποκαλεί τ’αγαθό, και μέσω της αναλογίας με τον ήλιο αποκαλύπτει τη θαυμαστή και ασύλληπτη υπεροχή της σε σχέση με όλα τα νοητά. Και στον πλατωνικό «Παρμενίδη», εξάλλου, η αυτή αρχή ονομάζεται Ένα, και μέσα από τις αποφάσεις [αρνήσεις] αποδεικνύεται ότι η ξεχωριστή και απόρρητη ύπαρξη αυτού του Ενός είναι η αιτία των πάντων. Και ο συλλογισμός στην επιστολή προς τον Διονύσιο, “Επιστολή β’, 312.e”, προχωρώντας με υπαινιγμούς, εξυμνεί την αρχή “με την οποία όλα έχουν σχέση» και «ως αιτία όλων των ωραίων”. Και ο Σωκράτης στον “Φίληβο, 23.cd, 26.e – 27.c” την εξυμνεί ως αυτή που δίνει υπόσταση στα πάντα, επειδή είναι αιτία κάθε θεότητας, αφού όλοι οι θεοί έχουν από τον πρώτο θεό την ύπαρξη τους ως θεοί. Είτε λοιπόν επιτρέπεται να την ονομάσουμε πηγή θεότητας είτε βασιλιά των πάντων, είτε Ενάδα όλων των ενάδων, είτε Αγαθότητα που γεννά την Αλήθεια, είτε ύπαρξη εξηρημένη από όλα αυτά και υπεράνω όλων των πατρικών και των γεννητικών αιτιών, αυτή ας τιμάται από εμάς με την σιωπή και με την ένωση υπεράνω της σιωπής, και ας μας φωτίζει με το μερίδιο του “μυστικού τέλους [=σκοπού]” που μας ταιριάζει. Και τις δυοειδής Αρχές που προέκυψαν από αυτήν και μετά από αυτήν ας τις εξετάσουμε με τον νου. Γιατί τι άλλο μετά την ένωση της καθολικής θεότητας παρά η δυάδα των Αρχών είναι ανάγκη να έχει τοποθετηθεί.»[104]

 «Ότι λοιπόν το Ένα ή Αγαθό είναι η αρχή και πρώτη αιτία όλων, και ότι τα υπόλοιπα είναι κατώτερα από το Ένα, είναι φανερό. Θαυμάζουμε λοιπόν όλους τους ερμηνευτές του Πλάτωνα, όσους δηλαδή τη νοητική βασιλεία αποδέχτηκαν ως επικεφαλής των όντων και δεν τίμησαν την άρρητη υπεροχή του Ενός και την ξεχωριστή από όλα ύπαρξή του, και ιδικά τον Ωριγένη, ο οποίος έλαβε την ίδια παιδία με τον Πλωτίνο. Γιατί και αυτός καταλήγει στον Νου και στο πρωταρχικό ΟΝ, ενώ “τὸ δὲ ἓν τὸ παντὸς νοῦ καὶ παντὸς ἐπέκεινα τοῦ ὄντος” το παραλείπει. Και αν το θεωρεί ανώτερο από κάθε γνώση και λογική και κάθε προσπάθεια διανοητικής σύλληψης, δεν θα υποστηρίζαμε ότι σφάλει ούτε ως προς την συμφωνία του με τον Πλάτωνα ούτε προς την φύση των πραγμάτων. Αν όμως θεωρεί το Ένα ανύπαρκτο και ανυπόστατο και ότι το άριστο είναι ο Νους και ότι ταυτίζεται το πρώτο ΟΝ και το πρώτο Ένα, ούτε και εμείς θα συμφωνήσουμε μαζί του ως προς αυτά ούτε και ο Πλάτων θα τα αποδεχόταν και θα τον συγκατέλεγε στους μαθητές του. Γιατί πολύ, νομίζω, αυτό το δόγμα απέχει από την φιλοσοφία του Πλάτωνα και είναι γεμάτο από τους περιπατητικούς καινοτομίες. Αν όμως θέλεις, και προς αυτόν και προς όλους τους άλλους, όσοι πρωτοστάτησαν σε αυτή τη θεωρία, ας αναφέρουμε λίγο, υπερασπιζόμενοι την άποψη του Πλάτων και αποδεικνύοντας ότι εκείνος υποστηρίζει ότι η πρωταρχική αιτία βρίσκεται εξηρημένη, πάνω από τον Νου και όλα τα όντα, όπως ακριβώς και ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος και όλοι όσοι διδάχτηκαν τη φιλοσοφία του θεωρούν ότι εκείνος λέει. Ας αρχίσουμε λοιπόν από την “Πολιτεία”. Γιατί εδώ ο Σωκράτης ρητά αποδεικνύει, ακολουθώντας σαφώς την αναλογία της πρωταρχικής αγαθότητας με τον ήλιο, ότι το Αγαθό είναι εδραιωμένο πάνω από το όντως ΟΝ και όλο τον νοητό, νοητό-νοητικό και νοητικό Κόσμο. Γιατί όποια σχέση έχει ο βασιλιάς ήλιος με την γένεση [γίγνεσθαι] και καθετί το ορατό και όλα όσα βλέπουμε, με βάση τη δύναμη που γεννά το φώς, την ίδια σχέση έχει και το «Αγαθό» με τον νου και τα νοητά, με βάση την αιτία που αποκαλύπτει την Αλήθεια, θα πούμε ότι ο ήλιος με βάση μια υπεροχή είναι ξεχωρισμένος το ίδιο πάνω και από όσα βλέπουν και από όσα φαίνονται και θα πούμε ότι το Αγαθό έχει υπερβεί και αυτά που νοούν και αυτά που νοούνται πάντοτε. Τίποτα όμως δεν είναι το ίδιο με το να ακούμε τα ίδια τα Πλατωνικά λόγια όταν στην “Πολιτεία,508.e.  1 – 4” λέγει ότι : «Γνώριζε λοιπόν πως η ιδέα του Αγαθού είναι αυτό που παρέχει την αλήθεια στα γιγνωσκόμενα και δίνει στην ψυχή της δύναμη να γνωρίζει. Βάλε στο νου σου επίσης ότι αυτή η ιδέα είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, τόσο όσο αυτές είναι αντικείμενα της γνώσεως». Όπως επίσης στην “Πολιτεία, 509.b. 6- 10” λέει ότι “ο ήλιος, πιστεύω, δεν θα υποστηρίξεις ότι παρέχει μόνο στα ορατά τη δυνατότητα να φαίνονται, αλλά και τη δημιουργία και την αύξηση και την τροφή, χωρίς ο ίδιος να είναι δημιούργημα. Πως άραγε ;; Και ας μην υποστηρίξουμε λοιπόν ότι το Αγαθό παρέχει στα γιγνωσκόμενα  μονάχα τη δυνατότητα να γίνονται γνωστά, αλλά ότι τους προσθέτει ακόμη και το είναι και την ουσία τους, διότι το ίδιο το Αγαθό δεν είναι ουσία, αλλά κάτι που είναι πολύ ανώτερο και επέκεινα της ουσίας και κατά την πρωταρχικότητα και κατά της δύναμη”. Eίναι φανερό λοιπόν ότι προσδιορίζει ότι το Αγαθό και η πιο πρώτη αρχή είναι απλωμένη ως ένωση πάνω όχι μόνο από τη νοητική περιοχή, αλλά και από τη νοητή και την ουσία, όπως ακριβώς συμπεραίνει συλλογιστικά ότι ο ήλιος είναι ανώτερος από όλα τα ορατά και ότα τα τελειοποιεί και τα δημιουργεί με το φως. Πως λοιπόν ακολουθώντας τον Πλάτωνα θα δεχτούμε πλέον ότι ο Νους είναι το ύψιστο αγαθό και η αιτία όλων ;; Πως το ίδιο το ΟΝ και την ουσία θα την ταυτίσουμε με την αρχή που είναι επικεφαλής πασών των θείων προόδων ;; Γιατί και η Ουσία και ο Νους λέγεται ότι έχουν λάβει υπόσταση πρωταρχικά από το Αγαθό και έχουν την ύπαρξη τους σε αναφορά με το Αγαθό και συμπληρώνονται από το φως της αλήθειας που προέρχεται από εκεί και έχουν από την ενώτητα αυτού του φωτός την κατάλληλη για αυτά συμμετοχή, φως το οποίο είναι θειότερο και από τον Νου και από την Ουσία, καθώς είναι πρωταρχικά εξαρτημένο από το Αγαθό και προκαλεί στα όντα την ομοιότητά με το πρωταρχικό. Γιατί και το φώς το οποίο εκπέμπεται από τον ήλιο κάνει κάθε ορατό «ηλιοειδές» και η μετουσία σε εκείνο το φώς καθιστά το νοητό αγαθοειδές και θείο. Και ο νους λοιπόν είναι θεός λόγω του νοητικού φωτός και το νοητό το πρεσβύτερο και αυτού του Νου είναι θεός λόγω του νοητού φωτός, και το νοητό ομού και νοητικό έχει λάβει μέρος στην θεία ύπαρξη λόγω της συμπληρόσεως από το φως το οποίο φτάνει εώς αυτό, και για να μιλήσουμε γενικά, καθένα από τα θεία εξαιτίας αυτού και είναι αυτό που λέγεται και είναι ενωμένο με την αιτία όλων των όντων. Πολύ λοιπόν απέχει το πρώτιστο Αγαθό από το να ταυτιστεί με τον νου και το νοητό να είναι ανώτερο από όλη μαζί την ύπαρξη των πάντων, νοητό το οποίο είναι κατώτερο από το φως που προέρχεται από το Αγαθό και, αφού τελειοποιηθεί από αυτό το φώς, συνδέεται με το ίδιο το Αγαθό, κατά τρόπο που αρμόζει στη δική του βαθμίδα. Γιατί δεν θα υποστηρίξουμε ότι και το νοητό και το φώς είναι ενωμένα με το πρώτο με τον ίδιο τρόπο, αλλά ότι το ένα λόγω της επαφής με αυτό είναι εγατεστημένο άμεσα μέσα στο Αγαθό, ενώ το νοητό έχει λάβει μέρος στην επαφή με το Αγαθό λόγω του φωτός. Γιατί και στην περίπτωση των αισθητών, το ηλιακό φως πρώτα – πρώτα είναι ενωμένο με την ίδια τη σφαίρα του ήλιου και ανάγεται στο κέντρο όλης της ηλιακής περιφέρειας και λαμβάνει υπόσταση από κάθε πλευρά σε αναφορά με αυτό, ενώ όλα τα άλλα λόγω αυτού λαμβάνουν την ομοιότητα με τον ήλιο, γεμίζοντας καθένα, ανάλογα με τη φύση του, με την ηλιόμορφη λάμψη. Ήταν λοιπόν αυτά αρκετά για όσους είναι φιλοθεάμονες της αλήθειας για να γεμίσουν τη σκέψη του Πλάτωνα και για να αποδείξουν δεύτερη τη βαθμίδα του Νου μετά την εξηρημένη από όλα υπεροχή του Ενός. Αν πρέπει όμως το ίδιο πράγμα να επιβεβαιώσουμε με περισσότερες μαρτυρίες, ας εξετάσουμε τι υποστηρίζει για αυτά ο Ελεάτης ξένος στον “Σοφιστή” του Πλάτωνα. Λέει λοιπόν εκείνος ότι το πλήθος απάντων των Όντων είτε είναι αντίθετα είτε όχι, είναι ανάγκη να το εξαρτήσουμε από το Ένα-ΟΝ και το ίδιο το Ένα-ΟΝ από το Ένα.»[105]

Εξ ου και :

«οι Έλληνες, των οποίων ο τελευταίος Δαδούχος και Ιεροφάντης ήταν ο Πρόκλος, διαιρούν σε τρία μέρη την “θεαγωγίαν” (=την άνοδο στο θείο), και το ένα το λένε “αὐτοπτικόν” (=αυτοψία), το δεύτερο “ἐποπτικόν” (=εποπτεία) και το τρίτο “ἐνθεατικόν” (=ενθουσιασμό/θεοπνευστία), ώστε και αυτοί που ορούν το θείο να είναι αυτόπτες, επόπτες και ένθεοι. Αν, λοιπόν, κανείς με το νοητικό, “αὐγοειδεῖ καὶ αἰθριώδει” όχημα της ψυχής του ορά πως είναι εκ φύσεως το θείο, τότε αυτός, που ο ίδιος είναι “κλήτωρ καὶ θεατής”, είναι “αὐτόπτης”. Όποιος με το όχημα της φαντασίας της ψυχής του φαντάζεται το θείο, παρακινούμενος σε αυτό από άλλους, αυτός κατά τους Έλληνες μπορεί να ονομάζεται “επόπτης”. Και αν όχι με τον νου του ούτε με την φαντασία του αλλά με τα ίδια του τα όμματα βλέπει κάποια θεία οράματα να κινούνται στον αέρα, αυτός ενθεάζει (είναι “ένθεος”) προς αυτά και ονομάζεται “ενθεαστής”. Γιατί λένε ότι κάποιο σωματικό φώς αποτελεί υπόστρωμα των θείων, φώς το οποίο αντιλαμβάνονται, άλλοι επειδή έλαβαν τέτοια φύση ματιών χωρίς να το προσπαθήσουν, όπως ο Σωκράτης και ο Πλωτίνος, και άλλοι επειδή υφίστανται μετατροπές στη διάνοιά τους σε ορισμένες περιόδους ομοίως με το σεληνιακό φως.» [106]

«Όταν βέβαια λέμε “αυτοψία” εννοούμε ότι ο “τελούμενος” τα θεία φώτα ορά. Αν όμως αυτός δεν βλέπει τίποτα, αλλά βλέπει το φαινόμενο αυτός που οργανώνει την τελετή, αυτό λέγεται εποπτεία προς τον τελούμενο.»[107]

«ο τρόπος βέβαια της αυτοψίας είναι, όταν ο νους του “κλήτωρ” αναγείρεται στην θέα των ασωμάτων και νοητών, ενώ τα όμματα του αντιλαμβάνονται το φώς που εκπέμπεται από αυτά.»[108]

 Δηλ. :

«όπως η κοσμική δύναμη σε πολλές ψυχές, σε εκείνες που που είναι άξιες για μία τέτοια μακαριστή θέα, χρησιμοποιόντας τελεδιουργικές δυνάμεις ανυψώνει στην αγγελική τάξη τις ψυχές οι οποίες λαβαίνουν της τελεστική ολοκλήρωση και τις κάνει διαύλους της αναγγελίας της απόκρυφης των Θεών – εξ ου και προκαλεί τη μακάρια αυτή θέαση. Έτσι και οι εδώ ιερατικοί εμβάλλουν στους επόπτες δύναμη ορατική προτοφανέρωτων εικόνων και τους καθιστούν θεωρούς.»[109]

 Άλλωστε όσο αφορά τις δίχως σώματα ψυχές:

«κάποιες έχουν την ιδιότητα να αποκαλύπτουν στις ψυχές εν τη γενέσει άλλα πράγματα, άγνωστα σε αυτές, και κάποιες άλλα πάλι πράγματα, σύμφωνα με τις διαφορετικές κυκλικές κινήσεις του σύμπαντος. Επί παραδείγματι, άλλες αποκαλύπτουν τελετές και μυστήρια, και αυτές είναι εκείνες που έχουν αποδοθεί στους τελεσιουργούς θεούς. Άλλες αποκαλύπτουν τη θεία μαντική, εκείνες που έχουν αποδοθεί στις τάξεις οι οποίες είναι ικανές να αποκαλύπτουν την κρυφή αλήθεια των Θεών. Άλλες την ιατρική, εκείνες που έχουν αποδοθεί στις θεραπευτικές δυνάμεις οι οποίες συνέχουν τον σύμπαντα ουρανό απρόσβλητο από το γήρας, νόσο και καταστροφή. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κάποιες ψυχές αξιώνονται με τρόπο εξηρημένο της άμεσης εποπτείας προκειμένου για τις αφανείς περιοδικές κινήσεις των ψυχών, και αυτές είναι εκείνες που προσοικειώθηκαν τους ηγεμόνες των παραπάνω κινήσεων. Και οι μεν άλλοτε βλέπουν άμεσα τις τάξεις τούτου του σύμπαντος Κόσμου και ανακοινώνουν σχετικά με αυτές, σύμφωνα με την προϋπάρχουσα στο σύμπαν ιερατική τέχνη, ενώ οι δε μέσα από την κατά άλλο τρόπο αποκτημένη ανάμνηση των εξωτερικών θεαμάτων, σύμφωνα με την φιλοσοφική θεώρηση.»[110]

 Δηλαδή για εμάς τους Έλληνες :

η ψυχή, αφού γίνει Κόσμος νοητικός και εξομοιωθεί όσο μπορεί με τον καθολικό και νοητό Κόσμο, μπορεί να προσεγγίσει τον δημιουργό και πατέρα του Σύμπαντος – τον Δια – και με την προσέγγιση να εξοικειωθεί κάπως μαζί του μέσω της συνεχούς προσπάθειας της να τον συλλάβει – γιατί η αδιάκοπη ενέργεια γύρω από κάθε τι ανακαλεί και αναζωπυρώνει τους εν ημίν Λόγους – και, αφού μέσω της εξοικείωσης βρεθεί στην πόρτα του πατέρα, να ενωθεί μαζί του. Γιατί αυτό είναι η εύρεση, να τον συναντήσει, να ενωθεί μαζί του, να συνευρεθεί μόνη με μόνο, να πετύχει αυτή την άμεση εμφάνιση του, να “αποσπάσει τον εαυτό της” από κάθε άλλη ενέργεια για να αφοσιωθεί σε εκείνον, και τότε τους επιστημονικούς Λόγους θα τους θεωρήσει Μύθους, όταν πια συνευρίσκεται με τον πατέρα και γεύεται την αλήθεια του όντως Όντος και “μέσα σε καθαρό φως» ξεκάθαρα «μυείτε στα καθολικά και ακλόνητα νοητά φάσματα”. Η εύρεση, λοιπόν, είναι κάτι τέτοιο και όχι η εύρεση μέσω δοξασίας. Γιατί αυτή είναι αμφίβολη και δεν βρίσκεται μακριά από την άλογη ζωή. Ούτε είναι επιστημονική εύρεση. Γιατί αυτή είναι συλλογιστική και σύνθετη και δεν αγγίζει τη νοητική ουσία του νοητικού δημιουργού. Αντιθέτως, είναι η εύρεση με βάση την αντίληψη της αυτοψίας και την επαφή με το νοητό και την ένωση με τον δημιουργικό νου – τον Δία. Γιατί αυτή θα μπορούσε να ειπωθεί κυριολεκτικά “κατόρθωμα” είτε επειδή είναι δύσκολη και δυσπρόσιτη και εμφανίζεται στις ψυχές μετά την διέλευση τους από ολόκληρη την ιεραρχία της ζωής, είτε επειδή είναι αληθινός άθλος των ψυχών. Γιατί μετά την πλάνη της γένεσης και την κάθαρση και μετά το φως της επιστήμης λάμπει η νοητική ενέργεια και ο νους μάσα μας, ο οποίος προσορμίζει την ψυχή μέσα στον πατέρα και την ενιδρύει άχραντα μέσα στης δημιουργικές νοήσεις του και συνδέει το φως μας με το φώς του πατέρα και δεν είναι σαν το φως της επιστήμης, αλλά πιο ωραίο, νοητικότερο, και ενοειδέστερο. Γιατί αυτό είναι το πατρικό λιμάνι, η εύρεση του πατέρα, η άχραντη ένωσή του μαζί του.[111]

 Μάλιστα :

«Εκείνος τους εμφανίζεται από κάποιο αόρατο τόπο και, ανατέλλοντας από ψηλά επάνω τους, χαρίζει λάμψη στα πάντα και τα γεμίζει με το φώς του, εκπλήσσοντας όσους είναι κάτω, που έστρεψαν το πρόσωπο ανήμποροι να τον δουν, σαν να επρόκειτο για τον ήλιο. Άλλοι αντέχουν και τον κοιτάζουν. Άλλοι, όμως, ταράζονται, ανάλογα με την απόσταση τους από αυτόν. Όσοι είναι ικανοί να βλέπουν, βλέπουν, όταν τον κοιτάζουν, αυτόν και τα πράγματα που του ανήκουν. Δεν έχει ο καθένας, όμως, το ίδιο θέαμα πάντοτε, αλλά κάποιος, κοιτάζοντας ατενώς, βλέπει να λάμπει η πηγή του δικαίου και η φύση του, κάποιος άλλος πληρούται από τη θέα της σωφροσύνης, όχι τέτοιας όπως αυτής που έχουν οι άνθρωποι εδώ κάτω, όταν την έχουν. Διότι αυτή μιμείται κατά κάποιο τρόπο εκείνη.»[112]

 Έτσι :

«Ας συλάβουμε, λοιπόν, με τον νου μας τον Κόσμου τούτο, με καθένα από τα μέρη του να παραμένει ότι είναι χωρίς να συγχέεται, συννενώνοντας τα, κατά το δυνατόν, σε ένα, ώστε, όταν οποιοδήποτε μέρος προβάλλει πρώτο, φέρ’ ειπείν η εξώτερη σφαίρα του ουρανού, αμέσως ακολουθεί η εμφάνιση του ήλιου και μαζί των άλλων άστρων, και τότε να φαίνονται η γη, η θάλασσα και όλα τα ζωντανά πλάσματα, όπως θα γίνονταν και στην πράξη να φανούν όλα μέσα σε μια διάφανη σφαίρα. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι στην ψυχή κάνει την εμφάνισή της μια φωτινή σφαίρα, έχοντας στον εαυτό της τα πάντα, είτε κινούμενα είτε ακίνητα, ή μερικά κινούμενα κινούμενα ή μερικά ακίνητα. Κράτησέ την και φέρε στο νου σου μια άλλ, αφαιρώντας τον όγκο. Αφέρεσε επίσης τους τόπους και την φαντασιακή εικόνα της ύλης που έχεις μέσα σου, χωρίς να προσπαθήσεις να συλλάβεις μιας άλλη σφαίρα μικρότερη σε όγκο από την πρώτη, αλλά κάλεσε τον Θεό, ο οποίος δημιούργησε εκείνη της οποίας έχεις τη φαντασιακή εικόνα, και προσευχήσου να έρθει. Και αυτός θα μπορούσε να έρθει, φέρνοντας μαζί του τον δικό του Κόσμο, με όλους τους εντός του θεούς, όντας ένας και όλοι, και καθένας ολοι συνυπάρχοντας σε έναν, διαφορετικοί μεν ως προς τις δυνάμεις τους, ένας και ο αυτός όμως ως προς εκείνη την μεγάλη. Ή μάλλον ο ένας θεός είναι όλοι. Διότι δεν εκλείπει, αν όλοι γίνουν ότι είναι αυτός. Είναι όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, σε μια αδιάστατη στάση, δίχως κανένα αισθητό σχήμα – αλλιώς, ο ένας έπρεπε να είναι εδώ και ο άλλος αλλού, και καθένας θεός να έχει μέρη διαφορετικά από τον ίδιο που ανήκουν σε θεούς άλλους από τον ίδιο, ούτε καθένα μοιάζει σαν δύναμη κατακερματισμένη, με μέγεθος τόσο όσο και το μέτρο των μερών της. Αυτό, όμως, το σύμπαν, είναι καθολική δύναμη, εκτεινόμενη στο άπειρο και ικανή στο άπειρο. Και ο Θεός εκείνος είναι τόσο μεγάλος, ώστε τα μέρη του έγιναν άπειρα.»[113]

 Βέβαια :

«Είναι κατώρθωμα να βρούμε τον δημιουργό “τούτου εδώ”[114] του σύμπαντος, όπως λέει ο Πλάτων. Γιατί, καθώς η εύρεση είτε προχωρά από τα πρώτα με βάση την επιστήμη είτε οδεύει από τα κατώτερα με βάση την ανάμνηση, την εύρεση από τα πρώτα θα μπορούσες να την πεις δύσκολη, επειδή η εύρεση των ενδιάμεσων δυνάμεων απαιτεί την κορυφαία μελέτη, ενώ την εύρεση από τα κατώτερα σχεδόν την θεωρώ δυσκολότερη από αυτήν. Γιατί, αν πρόκειται να δούμε από τα κατώτερα την ουσία του δημιουργού και τις καθολικές δυνάμεις, πρέπει να παρατηρήσουμε ολόκληρη την φύση όσων εδώ κάτω έχουν γεννηθεί από αυτόν και όλους τους ορατούς τομείς του Κόσμου και τις αόρατες φυσικές δυνάμεις μέσα σε αυτόν, με βάση τις οποίες έχει λάβει υπόσταση η συμπάθεια και η αντιπάθεια μεταξύ των μερών του Κόσμου. Και πριν από αυτές, πρέπει να παρατηρήσουμε τους σταθερούς Φυσικούς Λόγους και τις ίδιες τις φύσεις, τις καθολικότερες και τις μερικότερες, τις άυλες και τις υλικές, τις θείες, τις δαιμόνιες και αυτές των θνητών ζώων επιπλέον, πρέπει να παρατηρήσουμε τα γένη που υπάγονται στη ζωή, τα αϊδια και τα θνητά, τα άχραντα και τα υλικλά, τα καθολικά και τα μερικά, τα λογικά και τα άλογα, καθώς και τα ανώτερα από εμάς πληρώματα, με τα οποία έχει συνδεθεί ολόκληρο το διάστημα ανάμεσα στους Θεούς και στη θνητοειδή φύση, και όλες τις ψυχές και τα διάφορα πλήθη των Θεών σε κάθε τομέα του σύμπαντος, και τα άρρητα και ρητά σύμβολα του Κόσμου, με τα οποία ο Κόσμος συνδέεται με τον πατέρα. Γιατί αυτός που χωρίς αυτά σπεύδει προς την ενατίνηση του δημιουργού είναι ατελέστερος από τη νόηση του πατέρα. Τίποτα, όμως, ατελές δεν επιτρέπεται να συνδεθεί με το απολύτως τέλειο.»[115]

Εξ ου και λέμε πως :

«ακόμη και αν βρούμε τον δημιουργό, δεν είναι δυνατόν να το πούμε, αυτό δε δεν υποδεικνύει μόνο το των Πυθαγορείων έθος, οι οποίοι κρατούσαν απόρρητους τους περί τα θεία λόγους και δεν συζητούσαν με όλους για αυτά. “γιατί τα όμματα των πολλών δεν μπορούν να προσηλωθούν στο αληθινό”, όπως λέει ο Ελεάτης ξένος στον Πλατωνικό “Σοφιστή, 254.a”. Αλλά και γιατί η εύρεση δεν είναι κατόρθωμα της ψυχής που λέει κάτι, αλλά της ψυχής που μυείται και έχει γίνει υπόστρωμα για το θείο φώς, ούτε είναι κατόρθωμα της ψυχής που πραγματοποιεί τι δική της κίνηση, αλλά της ψυχής που τηρεί κάτι σαν σιωπή. Γιατί, ενώ η ψυχή δεν μπορεί από φυσικού της να συλλάβει την ουσία των υπόλοιπων αληθινών πραγμάτων είτε με μία λέξη είτε με την απόδοση ορισμού είτε με την επιστήμη, παρά μονάχα με τη νόηση, όπως λέει ο ίδιος ο Πλάτωνας στις “Επιστολές, 342”, εξ ου και δεν μπορεί να βρει την ουσία του δημιουργού με κάποιον άλλο τρόπο παρά μονάχα με την νόηση. Έτσι δεν μπορεί να ονόματα και ρήματα να δηλώσει αυτό που είδε και να το εκφράσει σε άλλους. Γιατί η περιγραφή που δηλώνεται με σύνθεση αδυνατεί να εκφράσει την εννοειδή και απλή φύση.»[116]

 Όταν λέμε βέβαια “Σύμπαν” θα πρέπει να ξέρουμε ότι η έννοια αυτή δηλώνει:

«τους σωματικούς όγκους, τις συνολικές σφαίρες και τα συμπληρώματα καθεμίας, τις ζωτικές και νοητικές δυνάμεις που επιβαίνουν στους όγκους, και περιλαμβάνει ασφαλώς και όλους τους ίδιους τους εγκόσμιους θεούς και την καθολική θεότητα του Κόσμου, από την οποία προέρχεται ο αριθμός των εγκόσμιων Θεών. Η μία θεότητα, λοιπόν, και ο ένας νους και θεία ψυχή και ο συνολικός όγκος μαζί με το συνδεδεμένο μαζί τους θείο, νοητικό, ψυχικό και σωματικό πλήθος – γιατί κάθε μονάδα έχει το συγγενικό της πλήθος – ας εννοηθούν με το “σύμπαν”. Γιατί όλα αυτά σημαίνει το “σύμπαν”.»[117]

Εξ ου και :

«ο Ιάμβλιχος γνωρίζοντας πως οι καθαροί νόες είναι άκλιτοι και αμιγείς από τα αισθητά, θεωρούσε πως δεν χρειάζεται να προσευχόμαστε σε κάτι άλλο εκτός από αυτούς, καθώς το εν ημίν θείο και νοητικό και ένα, ή νοητό αν θέλεις να το καλούμε, εγείρεται εναργώς με τις προςευχές. Και όταν εγείρεται, αναζητά με σφοδρότητα αυτό που του μοιάζει και συνάπτεται με την καθαυτό τελειότητα.»[118]

 Για αυτό και για τους Έλληνες η Μύηση [εκ του ρήματος «μύω» που σημαίνει «κλίνω τα μάτια»] και η Εποπτεία, που είναι η θέαση των νοητών, είναι “τς ρρτου σιγς σμβολον” και της ένωσης με τα νοητά μέσω των μυστικών νοητικών φασμάτων των Θεών – άλλωστε και ο Πλάτων στον “Φαίδρο, 250.c”, αναφερόμενος στους νοητούς θεούς, “τὴν νόησιν ἐκείνων μύησιν προσηγόρευσε καὶ ἐποπτείαν”[119]

 Άλλωστε :

«όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή που γεννιούνται, χρησιμοποιούν την αίσθηση πριν από τον νου και, κατ’ ανάγκη, τα αισθητά είναι τα πρώτα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι. Κάποιοι μένουν εδώ και ζουν την ζωή τους, νομίζοντας τη πρώτη και τελευταία, και, αφού θεωρούν πως ότι είναι για αυτούς δυσάρεστο και ευχάριστο είναι κακό και καλό αντιστοίχως, κρίνουν πως αρκεί αυτό και περνούν τη ζωή τους επιδιώκοντας το ένα και προσπαθούν να αποφύγουν το άλλο. Όσοι από αυτούς διεκδικούν σοφία, το έκαναν λογική τους αυτό, όπως τα βαριά πουλιά, που πήραν πολλά πράγματα από την γη, βάρυναν και δεν μπορούν να πετάξουν ψηλά, παρ’ ότι έχουν λάβει παρά της φύσεως φτερά. Άλλοι σηκώνονται λίγο από τα κάτω πράγματα, διότι το ανώτερο μέρος της ψυχής τους τούς το κινεί από το ευχάριστο προς το κάλλιστο, ανήμποροι, όμως, όπως είναι να δούνε το επάνω, καθώς δεν έχουν από πού αλλού να σταθούν, έρχονται προς τα κάτω, μαζί με το όνομα της αρετής, σε πράξεις και επιλογές της κάτω περιοχής, από όπου στην αρχή προσπαθούσαν να σηκωθούν. Υπάρχει, όμως, ένα τρίτο γένος θείων ανθρώπων, που με την μεγαλύτερη δύναμή τους και με την οξύτητα των ομμάτων τους βλέπει με ξεχωριστή οξυδέρκεια την (επ)άνω αίγλη και υψώνεται εκεί, σαν επέρ των νεφών και της αχλίς του εδώ Κόσμου, και μένουν εκει, παραβλέποντας όλα τα πράγματα του εδώ Κόσμου και αντλώντας ευχαρίστηση από τον αληθινό και οικί τους τόπο, όπως ο άνθρωπος που, ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση, έφτασε στην ευνομούμενη πατρίδα του.»[120]

 «Θα πρέπει βέβαια να έχουμε υπόψη μας ότι : μέσα στον καθένα μας υπάρχει ένα “πολυκέφαλον θηρίον” (Πλάτων «Πολιτεία, 588.c»), όπως έχει πει ο ίδιος ο Σωκράτης, που είναι αντίστοιχο το πλήθος. Αυτό, πράγματι, είναι ότι ο όχλος μέσα στην πόλη, “τὸ ποικίλον καὶ ἄλογον καὶ ἔνυλον εἶδος τῆς ψυχῆς”, το πεζότατο (το πιο χαμηλό) στοιχείο μέσα μας. Ο Σωκράτης λοιπόν προτρέπει προς την απομάκρυνση από την ατέρμονη επιθυμία και τη διάλυση του πλήθους της ζωής μας και του όχλου που υπάρχει μέσα μας, με το σκεπτικό ότι ο τελευταίος δεν είναι αξιόπιστος κριτής για την φύση των πραγμάτων ούτε γενικά δεκτικός κάποιας επιστήμης. Είναι γεγονός ότι κανένα άλογο στοιχείο δεν μπορεί, από την φύση του, να μετέχει στην επιστήμη, πολύ περισσότερο το υποδεέστερο από τα άλογα στοιχεία, αυτό που ενυπάρχει στον όχλο και τον οδηγεί σε εξεγέρσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Ο Σωκράτης αξιώνει η νοητική και επιστημονική ζωή δεν πρέπει να προσδέχεται την απομάκρυνση από το Ένα, την ανομοιότητα και την παντοειδή διαίρεση, αλλά να τα αποδιώχνει όλα τούτα ως ξένα προς τον νου και τη θεϊκή ένωση. Πρέπει δηλ. να αποφεύγουμε όχι μόνο το εξωτερικό πλήθος αλλά κι αυτό που είναι μέσα στην ίδια την ψυχή, και να μην καταργούμε μόνο αυτό αλλά και το οποιοδήποτε.
Αρχίζοντας λοιπόν από την κατώτερη περιοχή, πρέπει να αποφεύγουμε το πλήθος των ανθρώπων των “ἀγεληδὸν ἰόντων” (=που πηγαίνουν σαν αγέλη), όπως λέει ο χρησμός, και να μην ερχόμαστε σε επαφή ούτε με τις ζωές τους (=με τον τρόπο ζωής τους) ούτε καν με δόξες τους (=τις απόψεις τους). Πρέπει να αποφεύγουμε τις πολυειδής ορέξεις (=επιθυμίες) που απευθύνονται γιατί μας μερίζουν περί το σώμα και μας κάνουν να στρεφόμαστε προς τα εξωτερικά πράγματα, άλλοτε προς το ένα κι άλλοτε προς το άλλο, τη μια προς τις άλογες ηδονές, την άλλη προς πράξεις αναίτιες και αλληλοσυγκρουόμενες. Αυτές, πραγματικά, μας κάνουν συνέχεια να αλλάζουμε γνώμη, μας γεμίζουν με το κακό. Πρέπει να αποφεύγουμε “τὰς συντρόφους ἡμῖν αἰσθήσεις τὰς τὴν διάνοιαν ἀπατώσας”. Πολύμορφες, δηλ. καθώς είναι χρησιμοποιούν διαφορετικά κάθε φορά αισθητά, χωρίς να λένε τίποτα το υγιές και τίποτα ακριβές, όπως λέει ο ίδιος ο Σωκράτης. Πρέπει να αποφεύγουμε τις εικόνες της φαντασίας γιατί είναι εξωτερικές και μερισμένες, φέρνουν απίστευτη ποικιλομορφία και δεν μας επιτρέπουν την αναχώρηση προς το αμέριστο και το άυλο, αλλά, όταν σπεύδουμε να συνδεθούμε με την ουσία του είδους αυτού, ενεργούν ως περισπασμός και μας τραβούν προς την παθητική νόηση. Πρέπει να αποφεύγουμε τις υποκείμενες δοξασίες, διότι κι αυτές είναι ποικιλόμορφες και ατελείωτες, οδηγούνται προς τα εξωτερικά πράγματα και, αναμεμειγμένες με την φαντασία και την αίσθηση, δεν είναι ούτε και αυτές, απαλλαγμένες από την αντιφατικότητα. Πράγματι, και μέσα μας, νομίζω, συγκρούονται οι δοξασίες μεταξύ τους, όπως η μία φαντασία με την άλλη, η μία αίσθηση με την άλλη. Αποφεύγοντας λοιπόν όλα τούτα τα μεριστά και ποικιλόμορφα είδη ζωής, ας ανατρέξουμε ακριβώς στην επιστήμη, κι εκεί ας συναγάγουμε σε ένωση το πλήθος των θεωρημάτων και ας περιλάβουμε σε ένα συνδετικό δεσμό την πολλαπλότητα των επιστημών. Διότι οι επιστήμες ούτε εξεγείρονται ούτε πολεμούν η μία εναντίον της άλλης, αλλά πάντοτε οι κατώτερες υπηρετούν τις ανώτερες και λαμβάνουν τις αρχές τους από εκείνες. Εδώ όμως πρέπει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας από τις πολλές επιστήμες προς την μία, την ανυπόθετη και πρώτη, και σε εκείνη να αναγάγουμε όλες τις άλλες. Μετά την επιστήμη “καὶ τὴν ἐν αὐτῇ γυμνασίαν”, πρέπει να παραμερίσουμε τις συνθέσεις και τις διαιρέσεις και τις πολυειδής μεταβάσεις, και η ψυχή να μεταστεί προς τη νοητική ζωή και τις απλές επιβολές (=συλλήψεις). Δεν είναι δηλ. η “ἐπιστήμη τῶν γνώσεων [καὶ] ἀκρότης” (δεν είναι η γνωστική συστηματοποίηση των γνώσεων το άκρο), αλλά πιο πριν υπάρχει ο νους. Δεν αναφέρομαι στον εξηρημένο της ψυχής νου, αλλά στην από εκείθε ακριβώς έκλαμψη που φτάνει στην ψυχή, για τον οποίο ο Αριστοτέλης λέει ότι ο νους είναι αυτό με το οποίο “τοὺς ὅρους γινώσκομεν”, και ο Πλάτων στον «Τίμαιο» ότι δεν βρίσκεται σε τίποτε άλλο παρά μόνο μέσα στην ψυχή. Με την ανάβαση λοιπόν σε τούτον τον νου, θα θεαθούμε μαζί με αυτόν την νοητή ουσία, θα κατακτήσουμε, μέσα από τις ενιαίες και αδιάσπαστες νοητικές επιβολές (συλλήψεις ), την εποπτεία των ενιαίων, αδιατάρακτων και αδιάσπαστων γενών των όντων. Μετά από τον πολύτιμο νου πρέπει να υψώσουμε την κορυφαία ακριβώς ύπαρξη της ψυχής, σύμφωνα με την οποία αποτελούμε Εν και η οποία ενίζει την εντός μας πολλαπλότητα. Όπως δηλ. μετέχουμε στον νου, κατά τον νου που προαναφέρθηκε, έτσι μετέχουμε και στον πρώτο νου, από τον οποίο έρχεται η ένωση στα πάντα, κατά το ένα, το οιονεί «<ἄνθος> τῆς οὐσίας ἡμῶν», επί τη βάσει του οποίου συνδεόμαστε κατεξοχήν με το θειο. Διότι, σε κάθε περίπτωση, «τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον πανταχοῦ καταληπτόν» – τα επιστητά μέσω της επιστήμης, τα νοητά μέσω του νου, τα κατεξοχήν ενιαία μέτρα των όντων μέσω του ενιαίου της ψυχής. Τούτη είναι η κορυφαία ενέργεια μας. Με βάση αυτή γινόμαστε ένθεοι, αποφεύγοντες κάθε πολλαπλότητα, συγκατατιθέμενοι ακριβώς στην ενότητα μας, έχοντας γίνει ένα και έχοντας ενεργήσει κατά τον τρόπο του ενός. Κατά αυτή την έννοια ο Σωκράτης προτρέπει η ευδαίμονα ζωή να μην έχει καμία επαφή με το εξωτερικό πλήθος. Επιπλέον πρέπει να αποφεύγουμε και το αντίστοιχο πλήθος για να φτάσουμε στο άνθος του νου και στην αληθινή μας ύπαρξη κατά την ανοδική πορεία μας.
Έτσι, λοιπόν, αν θέλουμε να πορευτούμε στη βάση των γνώσεων, θα δούμε ότι η προτροπή του Σωκράτη είναι σωστή. Αλλά κι αν θέλαμε να αναπτυχθεί ο λόγος στην βάση των ίδιων των γνωστικών αντικειμένων, θα πρέπει να αποφύγουμε όλα τα αισθητά (είναι διαφοροποιημένα, δεκτικά μερισμού αλλά ανεπίδεκτα μετοχής στην επακριβής κατανόηση) και από αυτά να υψώσουμε τον εαυτό μας προς την ασώματη ουσία. Διότι για όλα τα αισθητά η ενότητα είναι παρεμπίπτον στοιχείο. Όλα τους είναι καθαυτά ασυνεχή και διασπασμένα και χαρακτηρίζονται από την απουσία ορίων. Για τούτο και το αγαθό που τους προσιδιάζει είναι μεριστό, υστερογενές, ασύμπτωτο προς τον εαυτό του, με την υπόσταση του να κατοικοεδρεύει σε αλλότριο τόπο. Με την ανάβασή μας όμως στην περιοχή του νοητού, μόλις βρεθούμε μεταξύ των ασωμάτων, θα δούμε τον Κόσμο εκείνο της ψυχής, τον πάνω από τα σώματα, αυτοκινούμενο, ευτενεργό, με την υπόστασή του στον εαυτό του και από τον εαυτό του, πεπληθυσμένο όμως, σαν προαπεικόνιση “τῆς μεριστῆς περὶ τοῖς σώμασιν οὐσίας”, θα θεαθούμε παμπληθείς λόγων σχέσεις, αναλογίες και συνδέσεις, ολότητες και μερικότητες, κύκλους ψυχικούς και δυνάμεων ποικιλία, όπου η τελειότητα τους δεν είναι αιώνια ούτε ακίνητη και σταθερή, αλλά “κατὰ χρόνον ἀνελισσομένην καὶ ἐν διεξόδοις” υφιστάμενη (=υποστασιοποιημένη). Τέτοιο πράγμα είναι η φύση της ψυχής. Μετά το εντός των ψυχών πλήθος, υψώνουμε τον εαυτό μας προς τον νου και της νοητικές βασιλείες, για να μετάσχουμε στην ένωση των πραγμάτων, και να γίνουμε θεατές της φύσης εκείνης και να δούμε να παραμένει “ἐν αἰῶνι” η φύση και η ζέουσα ζωή, να δούμε την άγρυπνη νόηση της πληρότητά της ζωής, που δεν χρειάζεται ούτε τον χρόνο ούτε τις περιόδους για την τελείωση. Και αφού δούμε αυτά, αφού θεαθούμε αυτά τα πολύ ανώτερα από τις ψυχές, θα αναζητήσουμε αν υπάρχει σε τούτα κανένα πλήθος, αν ο νους που είναι ένας είναι και πλήρης, αν ο μονοειδής αυτός νους είναι και πολύειδής. Αφού μάθουμε και κατακτήσουμε την εποπτεία του νοητικού πλήθους, του αμέριστου και ενοειδούς, θα πορευτούμε και πάλι προς ανώτερη τους αρχή και, πριν από τις νοητικές ουσίες, θα εξετάσουμε τις ενάδες τους και την εξηρημένη ένωση των πάντων. Μόλις βρεθούμε εδώ, θα μπορέσουμε να αφήσουμε όλο το πλήθος και θα ανέβουμε στην ίδια την πηγή του αγαθού.
Βλέποντας όλα αυτά καταλαβαίνουμε πόσο σημαντική είναι η προτροπή του Σωκράτη να απομακρυνθούμε από το πλήθος, και πως αυτή η προτροπή συντελεί στην σωτηρία συνολικά της ψυχής αν καταλάβουμε την σημασία του πλήθους που διαπερνά όλα τα όντα. Εισηγείται λοιπόν ο Σωκράτης την κάλλιστη αρχή για την τελείωση μας, το να χωρίσουμε δηλ. τους εαυτούς μας από τους πολλούς, από τα εξωτερικά πράγματα, από αυτά που ενυπάρχουν στις ορέξεις της ψυχής και στις απροσδιόριστες κινήσεις των αόριστων δοξασιών. Από τα παραπάνω βέβαια γίνετε φανερό ότι οι ψυχές δεν αθροίζουν τις γνώσεις τους από τα αισθητά, ούτε βρίσκουν το όλον και το ένα από τα επιμέρους και διαιρεμένα πράματα, αλλά “ὡς ἔνδοθεν τὴν μάθησιν προβάλλουσι” διορθώνουν τον ατελή χαρακτήρα των φαινομένων. Δεν πρέπει δηλ. να θεωρούμε “τὰ μηδαμῶς μηδαμῇ ὄντα” αρχηγικά αίτια της γνώσης που ενυπάρχει στις ψυχές, ούτε τα αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα, που στερούνται τους λόγους τούτους και είναι βέβαια, να νομίζουμε ότι διέπουν την αληθινή επιστήμης με τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της, ούτε να κάνουμε την παραδοχή ότι τα ποικιλοτρόπως μεταβλητά είναι γεννήτορες των όσων μένουν σταθερά σε έναν και μοναδικό λόγο, ή ότι τα απροσδιόριστα είναι γεννήτορες της επακριβώς καθορισμένης νόησης. Δεν πρέπει συνεπώς να αντλούμε τη σχετική με τα αΐδια πράγματα αλήθεια από την πολλαπλότητα, δεν πρέπει να βασίζουμε τη διάκριση των καθολικών εννοιών στα αισθητά ούτε να κάνουμε τα άλογα πράγματα κριτήριο για τα αγαθά. Αντίθετα, η ίδια η ψυχή πρέπει να προχωρεί και να αναζητάει εντός της το αληθές και το αγαθό και τους αΐδιους των όντων λόγους. Διότι η ουσία της είναι πλήρης από τα παραπάνω, αλλά σκεπάζεται εκ της γενεσιουργού λήθης, έτσι ώστε να κοιτάζει αλλού αναζητώντας την αλήθεια, την οποία κατέχει στην ουσία της, και εξετάζει σε άλλες περιοχές το αγαθό αφήνοντας τον εαυτό της. Από εδώ “καὶ τῆς ἑαυτῶν γνώσεως ἡμῖν ἀρχὴ παραγίνεται”. Αν δηλαδή προσβλέπουμε στο πλήθος των ανθρώπων, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε το ένα και μοναδικό τους είδος, καθώς θα επισκιάζεται από το πλήθος, τον μερισμό, τη διάσταση και την παντοία μεταβολή ων όσων υπόκεινται σε αυτά. Με την επιστροφή, αντίθετα, στον εαυτό μας, “ἐκεῖ καὶ τὸν λόγον τὸν ἕνα καὶ τὴν φύσιν τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων” θα θεωρήσουμε αθάμπωτη. Δικαιολογημένα, συνεπώς, ο Σωκράτης αποτρέπει ευθύς εξαρχής από το να στρέψει το βλέμμα της προς το πλήθος την ψυχή η οποία πρόκειται να γνωρίσει ποιος είναι ο αληθινός άνθρωπος, και αποκαθαίρει εκ των προτέρων τις δόξες (υποκειμενικές αντιλήψεις) που στέκονται εμπόδιο στην εν λόγω θέαση. Πράγματι, το πλήθος εμποδίζει “τὴν εἰς αὐτοὺς ἡμᾶς ἐπιστροφὴν καὶ πρὸς τὴν γνῶσιν τοῦ ἑνὸς εἴδους”, διότι “ἐν τοῖς ἐνύλοις πράγμασιν” η πολυμορφία επισκιάζει την ενότητα, η ετερότητα επισκιάζει την ταυτότητα και η ανομοιότητα την ομοιότητα. Διότι εκεί τα Είδη δεν υπάρχουν χωρίς να συγχέονται το ένα με το άλλο, χωρίς τα καλύτερα να αποφεύγουν την ανάμειξη με τα χειρότερα. Έτσι, όποιοι θέλουν να δουν στον εαυτό τους καθένα από τα αγαθά επιβάλλεται να απομακρύνουν το βλέμμα τους από τα ξένα προς τα αγαθά αυτά.»[121]

Τελειώνοντας, και αφού θυμίσουμε πως,

  1. Ολόκληρη η των Ελλήνων θεολογία προέρχεται από την Ορφική μύηση, καθώς πρώτος ο Πυθαγόρας από τον Αγλαόφημο διδάχτηκε τα όργια (μυστήρια) των Θεών και δεύτερος ο Πλάτωνας δέχτηκε την παντελή περί τούτων επιστήμη από τα πυθαγόρεια και τα ορφικά συγγράμματα.
  2. Όλη αυτή η των Ελλήνων μυσταγωγία για τα ίδια τα θεία, η οποία έχει στηριχτεί με αγνότητα σε ιερό βάθρο και έχει λάβει υπόσταση αιώνια δίπλα στους ίδιους τους θεούς, από εκεί εμφανίστηκε σε όσους μέσα στον χρόνο μπορούν να την απολαύσουν με το έργο ενός ανθρώπου, τον οποίο δεν θα σφάλαμε, αν τον αποκαλούσαμε προηγεμόνα και Ιεροφάντη «των αληθινών τελετών, τις οποίες τελούν» οι ψυχές απομακρυσμένες από τους γήινους τόπους, καθώς και «των ολοκλήρων και γεμάτων εσωτερική ηρεμία φασμάτων», στα οποία συμμετέχουν όσες είναι γνήσια προσκολλημένες στην ευδαίμονα και μακάρια ζωή.

θα πούμε πως :

Αυτή, αφού τόσο σεμνά και απόρρητα από αυτόν για πρώτη φορά έλαμψε σαν σε άγια ιερά και τοποθετήθηκε με ασφάλεια μέσα σε άδυτα και δεν κατανοήθηκε από τους περισσότερους που εισήλθαν, σε τακτά διαστήματα προωθήθηκε, όσο ήταν δυνατόν σε αυτήν, από κάποιους αληθινούς ιερείς σαν τον θείο Πρόκλο, οι οποίοι ανέλαβαν και την κατάλληλη για αυτήν τη μυσταγωγία ζωή, και φώτισε ολόκληρο τον τόπο και εμφάνισε τις λάμψεις των θεϊκών φασμάτων παντού.

 «Ως τέτοιους ερμηνευτές της πλατωνικής εποπτείας, οι οποίοι μας ανέπτυξαν τις παναγέστατες περί των θείων υφηγήσεις και οι οποίοι είχαν την τύχη να έχουν μια παρόμοια φύση με τον αρχηγέτη τους, θα θεωρούσαν εγώ τουλάχιστον, τον Πλωτίνο τον Αιγύπτιο και όσους από αυτόν παρέλαβαν την θεωρία, δηλ. τον Αμέλιο και τον Πορφύριο, και τρίτους όσους μετά από αυτούς αποτέλεσαν κάτι ανδριάντες για εμάς, δηλ. τον Ιάμβλιχο και τον Θεόδωρο τον εξ Ασίνης, και όποιους άλλους μετά από αυτούς ακολουθούν αυτόν τον θείο τούτο χορό και με την δική τους διάνοια έφτασαν έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα. Από αυτούς το γνησιότερο και καθαρότερο φώς της αλήθειας αφού δέχτηκαν αχράντως στους κόλπους της ψυχής του ο μαζί με τους θεούς καθοδηγητής μας σε όλα τα ωραία και αγαθά, ο Συριανός ο Αλαξενδρινός, μας εισήγαγε και σε όλη την υπόλοιπη φιλοσοφία του Πλάτωνα και σε όσα απόρρητα από τους προγενέστερους του είχε μυηθεί, και έτσι μας κατέστησε συγχορευτές της περί τα θεία μυστικής αλήθειας. Αν πρόκειται σε αυτόν να αποδώσουμε την πρέπουσα ευγνωμοσύνη για τις ευεργεσίες του προς εμάς, δεν θα θα έφτανε ούτε όλος μαζί ο χρόνος.»[122]

 Βέβαια:

«Αν θέλουμε να παραλάβουμε από άλλους το εξαιρετικό αγαθό της θείας πλατωνικής φιλοσοφίας, τότε ίσως δικαιολογημένα θα παρακαλέσουμε τους ίδιους τους Θεούς να φέξουν το φώς της αλήθειας στις ψυχές μας, και τους «ακολούθους και υπηρέτες» των θείων να κατευθύνουν τον νου μας και να τον οδηγήσουν στην πλήρη, θεϊκή και υψηλή τελειότητα της πλατωνικής θεωρίας. Γιατί παντού, πιστεύω, πρέπει και αυτός “που είναι έστω και ελάχιστα συνετός” να ξεκινά από τους Θεούς, περισσότερο μάλιστα όσον αφορά τις ερμηνείες για τους Θεούς. Γιατί δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε διαφορετικά το θείο, παρά αφού τελειοποιηθούμε με το φως που πηγάζει από εκείνους, ούτε να το μεταδώσουμε σε άλλους, παρά καθοδηγούμενοι από εκείνους και διατηρώντας την ερμηνεία των θείων ονομάτων απαλλαγμένη από τις πολύμορφες δοξασίες και από την ποικιλία που εκφράζεται με τα λόγια. Αυτά λοιπόν και εμείς γνωρίζοντας και υπακούοντας στις προτροπές του πλατωνικού «Τίμαιου», θα καταστήσουμε τους θεούς ηγεμόνες μας για την περί αυτών διδασκαλία. Κι αυτοί ακούσαντες «ἵλεῴ τε καὶ εὐμενεῖς» ελθόντες, και ας οδηγήσουν τον της ψυχής ημών νουν και ας τον μεταφέρουν στην εστία του Πλάτωνα και στον ανηφορικό δρόμο αυτής της θεωρίας. Εκεί, λοιπόν, αν βρεθούμε, θα λάβουμε όλη την αλήθεια για αυτούς και θα έχουμε το άριστο τέλος της εν ημίν οδύνης για τα θεία, καθώς ποθούμε να γνωρίσουμε κάτι για αυτά, είτε ζητώντας να το μάθουμε από άλλους είτε πιέζοντας τους εαυτούς μας, όσο μπορούν.»[123]

Ως εκ τούτων και αν και εφόσον επιθυμούμε να αποκαλυφθεί και σε εμάς το μοναδικό και τέλειο είδος της Πλατωνικής θεολογίας, της των Ελλήνων Θεολογίας, καθώς και ο μοναδικός νους που παρήγαγε όλο τούτο το κάλλος και την μυστική ανάπτυξη της θεωρίας αυτής θα πρέπει :

«Ο ακροατής των εξεταζομένων απόψεων του Πλάτωνα, να είναι εκ των προτέρων :

  • εφοδιασμένος με τις ηθικές αρετές
  • να έχει δαμάσει με τη λογική της αρετής όλα τα ταπεινά και ανάρμοστα πάθη της ψυχής και να έχει συνθέσει μαζί στη μορφή της φρόνησης. “Γιατί αν κάτι μη καθαρό”, λέει ο Σωκράτης (“Φαίδων, 67.b”), “πιάνει το καθαρό, να τι είναι ανεπίτρεπτο”. Κάθε κακός βέβαια είναι οπωσδήποτε ακάθαρτος, ενώ ο αντίθετος του είναι καθαρός.
  • Να έχει εξασκηθεί σε όλες τις συλλογιστικές μεθόδους έχοντας μελετήσει όσο το δυνατών περισσότερα εκ των αδιάψευστων νοημάτων, όπως ακριβώς, νομίζω, και ο Παρμενίδης προέτρεψε τον Σωκράτη. Γιατί πριν από μια τέτοια “περιπλάνηση” στους λογικούς συλλογισμούς είναι δύσκολη και ακατόρθωτη η κατανόηση των θείων γενών και εντός αυτών ιδρυμένης αλήθειας.
  • Μετά από αυτά, να μην είναι ανίδεος από τη Φυσική και από τις κάθε μορφής θεωρίες μέσα στους κόλπους της, για να αναζητήσει μέσα στις εικόνες, όπως πρέπει, τις αιτίες των όντων και για να πορευτεί πιο εύκολα στην ίδια πλέον την φύση των ξεχωριστών και πρωταίτιων υποστάσεων. Να μην απέχει δηλ. ούτε από την αλήθεια των αισθητών, ούτε από “τις εκπαιδευτικές μεθόδους” (πβλ. “Τίμαιος, 52.c) και την μάθηση που προκύπτει από αυτές. Γιατί μέσα από αυτά αναγνωρίζουμε ως πιο άυλη τη θεία ουσία.
  • Αφού όλα αυτά τα συνδυάσει ο ακροατής των εξεταζομένων απόψεων του Πλάτωνα στη σκέψη που ας οδηγήσει τον εαυτό του και στο να συμμετάσχει στην πλατωνική διαλεκτική και να μελετήσει τις άυλες και ξεχωριστές από τις σωματικές δυνάμεις, ενέργειες και να “νοήσει μετά λογικών συλλογισμών” τα όντα επιθυμώντας να τα θεωρήσει (πβλ. “Τίμαιος, 28.a”).
  • Έπειτα ας αναλάβει με ζήλο την ερμηνεία των θείων και μακάριων δογμάτων, “ανοίγοντας” σύμφωνα με τον χρησμό “στον έρωτα τα βάθη της ψυχής του”, επειδή δεν είναι δυνατόν “να πάρει κάποιον καλύτερο συνεργό από τον έρωτα” για την κατανόηση αυτής της θεωρίας, όπως λένε κάπου τα λόγια του Πλάτωνα (πβλ. “Συμπόσιο, 212.b”), έχοντας εξασκηθεί στην αλήθεια που τα διέπει όλα, ανυψώνοντας το όμμα του νου στην ίδια την πραγματική αλήθεια, τοποθετώντας τον εαυτό του δίπλα στο μόνιμο, αμετάβλητο και ασφαλές είδος της γνώσης των θείων, και χωρίς να παρασύρεται να θαυμάσει πλέον κάτι άλλο ή να στοχεύσει προς κάτι άλλο, αλλά σπεύδοντας με ατάραχη διάνοια και με την “δύναμη της άφθαρτης” ζωής προς το θείο φως, και, για να μιλήσω γενικά, έχοντας προβάλει μαζί ένα τέτοιο είδος ενέργειας και ηρεμίας, όποια πρέπει να έχει αυτός που θα γίνει έτσι “κορυφαίος”, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Θεαίτητο, 173.c”.»[124]

Επίσης θα πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου :

  • «ο γνήσιος εραστής της γνώσης δεν υποχωρεί μπροστά στον κόπο, αλλά όσο χαλεπότερα είναι η αντίληψη, τόσο προθυμότερα την κυνηγά χωρίς να δειλιάζει μπροστά στους άθλους. Ο ατελής όμως και δειλός, μόλις ακούσει ότι το έργο είναι δύσκολο, φεύγει μακριά από το πράγμα που δεν του ταιριάζει.»[125]
  • «Είναι πανδύσκολο να μιμηθεί κανείς τους λόγους των επιστημόνων, όπως μας δίδαξε και ο Τίμαιος. Γιατί οι επίδοξοι μιμητές πρέπει να γίνουν αντάξιοι μιμητές των ορθών λόγων.»[126]

 Και βέβαια :

  1. «τα όντως επιστημονικά και βαθυστόχαστα συγγράμματα πρέπει να κοινοποιούνται με μεγάλη προφύλαξη, υπολογισμό και κρίση, προκειμένου να μην παραδώσουμε άθελά μας τα απόρρητα διανοήματα των θεοπρεπών ψυχών σε άξεστες ακοές και έκλυτα ήθη».[127]
  2. «Ούτε όλα όσα έχουμε στη διάνοια μας, δοκιμάζουμε να τα εκφράσουμε με τον λόγο. Γιατί πολλά τα κρατάμε απόρρητα, θέλοντας να τα φυλάξουμε μέσα στα τοίχοι της ψυχής μας. Ούτε όσα εκφέρουμε με τον λόγο, τα καταγράφουμε και σε συγγράμματα, αλλά θέλουμε να διασωθούνε από τη μνήμη χωρίς να τα γράψουμε, και να φυλάσσονται στις φαντασίες ή στις σκέψεις των φίλων μας και όχι στα άψυχα αντικείμενα. Ούτε όσα γράφουμε τα δείχνουμε άκριτα σε όλους αλλά σε όσους αξίζουν να έρθουν σε επαφή με αυτά, φροντίζοντας να γίνεται με κρίση η μετάδοση στους άλλους αυτών που αποτελούν κάτι σαν προσωπικό μας θησαυρό. Αν, όμως, αυτά θέλεις να τα αναγάγεις στα θεία να θεωρήσεις τι ανάλογο υπάρχει εκεί, συνέκρινε την κλοπή του συγγράμματος του Ζήνωνα και την θεία κλοπή που έχει αναφέρει ο Πλάτων στον “Πρωταγόρα”, και δες πως μέσα στους Θεούς γίνεται η μετάδοση των αγαθών χωρίς υπολογισμό και μελέτη από τις ανώτερες τάξεις προς τις κατώτερες, της αθανασίας προς το θνητό, της λογικής στην αλογία (γιατί είναι κλοπή η κρυφή οικειοποίηση του ξένου αγαθού), και πως και οι Θεοί έχουν αποκαλέσει την αόρατη και απόκρυφη συμμετοχή των κατώτερων στα θεϊκότερα αγαθά θεϊκή κλοπή η οποία φέρνει στο φως όσα είναι κρυμμένα μέσα στους θεούς.»[128]
  3. «Ότι είναι απρεπές τα θειότατα των δογμάτων να παραδοθούν στις ακοές των πολλών, δεν χρειάζεται καθόλου να το πούμε, αφού ο ίδιος ο Πλάτων είπε ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι καταγέλαστα για τους πολλούς, ενώ άξια θαυμασμού για τους σοφούς. Έτσι και οι πυθαγόρειοι υποστήριζαν ότι κάποιες συζητήσεις είναι μυστικές και κάποιες άλλες υπαίθριες. Και οι περιπατητικοί έλεγαν ότι άλλες είναι εσωτερικές και άλλες εξωτερικές. Και ο ίδιος ο Παρμενίδης έγραψε ένα μέρος του έργου του σύμφωνα με την αλήθεια και ένα άλλο μέρος σύμφωνα με τη γνώμη.»[129]

Δηλ. νόμος απαράβατος και πλήρως εναρμονισμένος με την αρετή είναι το να :

  • «μην κοινοποιείς τα αγαθά της σοφίας σε εκείνους, που ούτε στο όνειρό τους δεν έχουν καθαρίσει τις ψυχές τους. Διότι δεν είναι δίκαιο να προσφέρεις σε όποιους κατά τύχη συναντάς, αυτά που με τόσους αγώνες και σπουδή αποκτήθηκαν, ούτε τα μυστήρια των Ελευσίνιων Θεών, να τα αποκαλύπτεις σε βέβηλους. Σε ίση μοίρα είναι άδικοι και ασεβείς εκείνοι, που έπραξαν αυτά.»[130]

 Άλλωστε σχετικώς ο Πλάτων έλεγε:

«η καλύτερη προφύλαξη είναι να μην γράφεις αλλά να μαθαίνεις, γιατί δεν γίνεται να μην πέσουν κάποτε τα γραπτά σε ακατάλληλα χέρια. Για τον λόγο αυτό δεν έχω γράψει κι εγώ ποτέ τίποτα σχετικό με τούτα. Δεν υπάρχει ούτε θα υπάρξει έργο του Πλάτωνα, ενώ όσα σήμερα χαρακτηρίζονται έτσι ανήκουν στον Σωκράτη, από την εποχή που ήταν ωραίος και νέος.»[131]

 Μάλιστα:

«οι παλαιότατοι, που υπήρξαν σύγχρονοι του Πυθαγόρα, δεν χρησιμοποιούσαν την κοινή και δημώδη γλώσσα και έκφραση, για να κάνουν τα λόγια τους κατανοητά και εύληπτα στους απλούς ακροατές και στους περιστασιακούς αναγνώστες, προσπαθώντας να τα καταστήσουν εύκολα στην παρακολούθηση, αλλά σύμφωνα με την εχεμύθια(αποσιώπηση) των μυστηρίων που είχε νομοθετηθεί από τον Πυθαγόρα σε αυτούς, υιοθετούσαν τρόπους απόρρητους στους αμύητους και απέκρυπταν με σύμβολα τις μεταξύ τους συζητήσεις ή συγγραφές.»[132]

Δες επίσης :
Κεφάλας Ευστάθιος [Αμφικτύων] – 16/1/2013.

[1] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.3.32 – 1.4.1» : «μόνο ο Πλάτωνας διέσωσε τον πυθαγόρειο τρόπο της φυσικής επιστήμης και μελέτησε λεπτομερώς την εν λόγω φιλοσοφία.»

inTi 1.3.32 ` to     inTi 1.4.1 μόνος ὁ Πλάτων τὸ Πυθαγόρειον ἦθος τῆς περὶ τὴν φύσιν θεωρίας διασωσάμενος ἐλεπτούργησε τὴν προκειμένην διδασκαλίαν,

[2] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, 1. 25.26 – 1.26.4» :

TheolPlat 1.25.26 ` toTheolPlat 1.26.22 ἅπασα γὰρ ἡ παρ᾽Ἕλλησι θεολογία τῆς Ὀρφικῆς ἐστὶ μυσταγωγίας ἔκγονος, πρώτου μὲν Πυθαγόρου παρὰἈγλαοφήμου τὰ περὶ θεῶν ὄργια διδαχθέντος, δευτέρου δὲ Πλάτωνος ὑποδεξαμένου τὴν παντελῆ περὶ τούτων ἐπιστήμην ἔκ τε τῶν Πυθαγορείων καὶ τῶν Ὀρφικῶν γραμμάτων. Ἐν Φιλήβῳ μὲν γὰρ τὴν περὶ τῶν δυοειδῶν ἀρχῶν θεωρίαν εἰς τοὺς Πυθαγορείους ἀναφέρων, <μετὰ θεῶν οἰκοῦντας> αὐτοὺς καὶ μακαρίους ὄντως ἀποκαλεῖ• πολλὰ γοῦν ἡμῖν περὶ τούτων καὶ Φιλόλαος ὁ Πυθαγόρειος ἀνέγραψε νοήματα καὶ θαυμαστά, τήν τε κοινὴν αὐτῶν εἰς τὰὄντα πρόοδον καὶ τὴν διακεκριμένην ποίησιν ἀνυμνῶν• ἐν Τιμαίῳ <δὲ> περὶ τῶν ὑπὸ σελήνην θεῶν καὶ τῆς ἐν αὐτοῖς τάξεως ἀναδιδάσκειν ἐγχειρῶν, ἐπὶ τοὺς θεολόγους καταφεύγει καὶ <θεῶν παῖδας> αὐτοὺς ἀποκαλεῖ, καὶ πατέρας ποιεῖται τῆς περὶ αὐτῶν ἀληθείας, καὶ τέλος κατὰ τὴν παρ᾽ αὐτοῖς τῶν νοερῶν βασιλέων πρόοδον καὶ τῶν ὑπὸ σελήνην θεῶν παραδίδωσι τὰς ἀπὸ τῶν ὅλων προϊούσας διακοσμήσεις• καὶ πάλιν ἐν Κρατύλῳ τῆς τῶν θείων διακόσμων τάξεως, ἐν Γοργίᾳ δὲ τὸν Ὅμηρον τῆς τῶν δημιουργικῶν <μονάδων> τριαδικῆς ὑποστάσεως. Πανταχοῦ δέ, ὡς εἰπεῖν συλλήβδην, ἑπομένως ταῖς ἀρχαῖς τῶν θεολόγων τοὺς περὶ θεῶν λόγους ἀποδίδωσι, τῆς μὲν μυθοποιίας τὸ τραγικὸν ἀφελὼν τὰς δὲὑποθέσεις τὰς πρωτίστας κοινὰς πρὸς αὐτοὺς τιθέμενος.

[3] Βλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, 3.168.7 – 3.169.9» :

inTi 3.168.7 ` toinTi 3.169.9 . ῥητέον δ᾽ οὖν τοῦτον τὸν τρόπον, ὅτι Πυθαγόρειος ὢν ὁ Τίμαιος ἕπεται ταῖς τῶν Πυθαγο ρείων ἀρχαῖς. αὗται δέ εἰσιν αἱὈρφικαὶ παραδόσεις• ἃ γὰρ <Ὀρφεὺς δι᾽ἀπορρήτων λόγων> μυστικῶς παραδέδωκε, ταῦτα <Πυθαγόρας> ἐξέμαθεν <ὀργιασθεὶς ἐν Λεβήθροις τοῖς Θρᾳκίοις Ἀγλαοφάμω τελεστᾶ μεταδόντος> ἣν περὶ θεῶν <Ὀρφεὺς> σοφίαν <παρὰ Καλλιόπης τῆς μητρὸς ἐπινύσθη>• ταῦτα γὰρ αὐτός φησιν ὁ <Πυθαγόρας ἐν τῷἹερῷ λόγῳ>. τίνες οὖν <αἱὈρφικαὶ παραδόσεις> [frg. 85], ἐπειδήπερ εἰς ταύτας ἀναφέρειν οἰόμεθα χρῆναι τὴν τοῦ Τιμαίου περὶ θεῶν διδασκαλίαν; θεῶν βασιλέας παραδέδωκεν Ὀρφεὺς κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν τῶν ὅλων προεστηκότας Φάνητα Νύκτα Οὐρανὸν Κρόνον Δία Διόνυσον• πρῶτος γὰρ ὁ Φάνης κατασκευάζει τὸ σκῆπτρον• <καὶ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖος>• δευτέρα δὲἡ Νύξ, δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός, τρίτος δὲ <ὁ> Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός, καὶ τέταρτος ὁ Κρόνος, βιασάμενος, ὥς φασι, τὸν πατέρα, καὶ πέμπτος ὁ Ζεύς, κρατήσας τοῦ πατρός, καὶ μετὰ τοῦτον ἕκτος ὁ Διόνυσος. οὗτοι δὴ πάντες οἱ βασιλεῖς ἄνωθεν ἀπὸ τῶν νοητῶν καὶ νοερῶν ἀρξάμενοι θεῶν χωροῦσι διὰ τῶν μέσων τάξεων καὶἐς τὸν κόσμον, ἵνα καὶ τὰ τῇδε κοσμήσωσι• Φάνης γὰρ οὐ μόνον ἐστὶν ἐν τοῖς νοητοῖς, ἀλλὰ καὶἐν τοῖς νοεροῖς, ἐν τῇ δημιουργικῇ τάξει καὶἐν τοῖς ὑπερκοσμίοις καὶ τοῖς ἐγκοσμίοις, καὶ Νὺξ καὶ Οὐρανὸς ὁμοίως• αἱ γὰρ ἰδιότητες αὐτῶν διὰ πάντων χωροῦσι τῶν μέσων. αὐτὸς δὲὁ μέγιστος Κρόνος οὐχὶ καὶ πρὸ τοῦ Διὸς τέτακται καὶ μετὰ τὴν Δίιον βασιλείαν, μετὰ τῶν ἄλλων Τιτάνων τὴν Διονυσιακὴν μερίζων δημιουργίαν, καὶἄλλος μὲν ἐν τῷ οὐρανῷ, ἄλλος δὲἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην, καὶἐν μὲν τῇἀπλανεῖἄλλος, ἐν δὲ ταῖς πλανωμέναις ἄλλος, καὶ Ζεὺς ὁμοίως καὶ Διόνυσος; ταῦτα μὲν οὖν καὶ διαρρήδην <εἴρηται τοῖς παλαιοῖς>.

[4]Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις Τίμαιον Πλάτωνος, τόμος Δ’, 3.161.2 – 3.161.6» :

inTi 3.161.2 ` to     inTi 3.161.6 Πυθαγόρειον δὲ καὶ τὸ ταῖς Ὀρφικαῖς ἕπεσθαι γενεαλογίαις· ἄνωθεν γὰρ ἀπὸ τῆς Ὀρφικῆς παραδόσεως διὰ Πυθαγόρου καὶ εἰς Ἕλληνας ἡ περὶ θεῶν ἐπιστήμη προῆλθεν, ὡς αὐτὸς ὁ <Πυθαγόρας> φησὶν ἐν τῷ <Ἱερῷ λόγῳ>.

[5] Βλ. Ιάμβλιχος, «Περί Πυθαγορικού βίου, 28.145.12 – 28.148.4» :

VitPyth 28.145.12 ` toVitPyth 28.148.4 πόθεν δὴ οὖν τὴν τοσαύτην εὐσέβειαν παρέλαβον οὗτοι οἱἄνδρες, εἴ τις βούλοιτο μαθεῖν, ῥητέον ὡς τῆς Πυθαγορικῆς κατ᾽ἀριθμὸν θεολογίας παράδειγμα ἐναργὲς ἔκειτο παρὰὈρφεῖ. οὐκέτι δὴ οὖν ἀμφίβολον γέγονε τὸ τὰς ἀφορμὰς παρὰὈρφέως λαβόντα Πυθαγόραν συντάξαι τὸν περὶ θεῶν λόγον, ὃν καὶἱερὸν διὰ τοῦτο ἐπέγραψεν, ὡς ἂν ἐκ τοῦ μυστικωτάτου ἀπηνθισμένον παρὰὈρφεῖ τόπου, εἴτε ὄντως τοῦἀνδρός, ὡς οἱ πλεῖστοι λέγουσι, σύγγραμμάἐστιν, εἴτε Τηλαύγους, ὡς ἔνιοι τοῦ διδασκαλείου ἐλλόγιμοι καὶἀξιόπιστοι διαβεβαιοῦνται ἐκ τῶν ὑπομνημάτων τῶν Δαμοῖ τῇ θυγατρί, ἀδελφῇ δὲ Τηλαύγους, ἀπολειφθέντων ὑπ᾽ αὐτοῦ Πυθαγόρου, ἅπερ μετὰ θάνατον ἱστοροῦσι δοθῆναι Βιτάλῃ τε τῇ Δαμοῦς θυγατρὶ καὶ Τηλαύγει <ἐν> ἡλικίᾳ γενομένῳ, υἱῷ μὲν Πυθαγόρου, ἀνδρὶ δὲ τῆς Βιτάλης• κομιδῇ γὰρ νέος ὑπὸ τὸν Πυθαγόρου θάνατον ἀπολελειμμένος ἦν παρὰ Θεανοῖ τῇ μητρί. δηλοῦται δὴ διὰ τοῦἱεροῦ λόγου τούτου [ἢ περὶ θεῶν λόγου, ἐπιγράφεται γὰρ ἀμφότερον] καὶ τίς ἦν ὁ παραδεδωκὼς Πυθαγόρᾳ τὸν περὶ θεῶν λόγον. λέγει γάρ• «<λόγος> ὅδε περὶ θεῶν Πυθαγόρα τῶ Μνημάρχω, τὸν ἐξέμαθον ὀργιασθεὶς ἐν Λιβήθροις τοῖς Θρᾳκίοις, Ἀγλαοφάμω τελεστᾶ μεταδόντος, ὡς ἄρα Ὀρφεὺς ὁ Καλλιόπας κατὰ τὸ Πάγγαιον ὄρος ὑπὸ τᾶς ματρὸς πινυσθεὶς ἔφα, τὰν ἀριθμῶ οὐσίαν ἀίδιον ἔμμεν ἀρχὰν προμαθεστάταν τῶ παντὸς ὠρανῶ καὶ γᾶς καὶ τᾶς μεταξὺ φύσιος, ἔτι δὲ καὶ θείων <ἀνθρώπων> καὶ θεῶν καὶ δαιμόνων διαμονᾶς ῥίζαν.» ἐκ δὴ τούτων φανερὸν γέγονεν ὅτι τὴν ἀριθμῷὡρισμένην οὐσίαν τῶν θεῶν παρὰ τῶν Ὀρφικῶν παρέλαβεν. ἐποιεῖτο δὲ διὰ τῶν αὐτῶν ἀριθμῶν καὶ θαυμαστὴν πρόγνωσιν καὶ θεραπείαν τῶν θεῶν κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς ὅτι μάλιστα συγγενεστάτην. γνοίη δ᾽ἄν τις τοῦτο ἐντεῦθεν• δεῖ γὰρ καὶἔργον τι παρασχέσθαι εἰς πίστιν τοῦ [δὲ] λεγομένου. ἐπειδὴἌβαρις περὶ τὰ συνήθη ἑαυτῷἱερουργήματα διετέλει ὢν καὶ τὴν σπουδαζομένην παντὶ βαρβάρων γένει πρόγνωσιν διὰ θυμάτων ἐπορίζετο, μάλιστα τῶν ὀρνιθείων (τὰ γὰρ τῶν τοιούτων σπλάγχνα ἀκριβῆ πρὸς διάσκεψιν ἡγοῦνται), βουλόμενος ὁ Πυθαγόρας μὴἀφαιρεῖν μὲν αὐτοῦ τὴν εἰς τἀληθὲς σπουδήν, παρασχεῖν δὲ διά τινος ἀσφαλεστέρου καὶ χωρὶς αἵματος καὶ σφαγῆς, ἄλλως τε καὶὅτι ἱερὸν ἡγεῖτο εἶναι τὸν ἀλεκτρυόνα ἡλίῳ, τὸ λεγόμενον παναληθὲς ἀπετέλεσεν αὐτῷ, δι᾽ἀριθμητικῆς ἐπιστήμης συντεταγμένον. ὑπῆρχε δ᾽ αὐτῷἀπὸ τῆς εὐσεβείας καὶἡ περὶ θεῶν πίστις• παρήγγελλε γὰρ ἀεὶ περὶ θεῶν μηδὲν θαυμαστὸν ἀπιστεῖν μηδὲ περὶ θείων δογμάτων, ὡς πάντα τῶν θεῶν δυναμένων.

[6] Βλ. Ιάμβλιχος, «Περί Πυθαγορικού βίου, 28.151.1 – 28.152.1» :

VitPyth 28.151.1 ` to     VitPyth 28.152.1 ὅλως δέ φασι Πυθαγόραν ζηλωτὴν γενέσθαι τῆς Ὀρφέως ἑρμηνείας τε καὶ διαθέσεως καὶ τιμᾶν τοὺς θεοὺς Ὀρφεῖ παραπλησίως, ἱσταμένους αὐτοὺς ἐν τοῖς ἀγάλμασι καὶ τῷ χαλκῷ, οὐ ταῖς ἡμετέραις συνεζευγμένους μορφαῖς, ἀλλὰ τοῖς ἱδρύμασι τοῖς θείοις, πάντα περιέχοντας καὶ πάντων προνοοῦντας καὶ τῷ παντὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν μορφὴν ὁμοίαν ἔχοντας, ἀγγέλλειν δὲ αὐτῶν τοὺς καθαρμοὺς καὶ τὰς λεγομένας τελετάς, τὴν ἀκριβεστάτην εἴδησιν αὐτῶν ἔχοντα. ἔτι δέ φασι καὶ σύνθετον αὐτὸν ποιῆσαι τὴν θείαν φιλοσοφίαν καὶ θεραπείαν, ἃ μὲν μαθόντα παρὰ τῶν Ὀρφικῶν, ἃ δὲ παρὰ τῶν Αἰγυπτίων ἱερέων, ἃ δὲ παρὰ Χαλδαίων καὶ μάγων, ἃ δὲ παρὰ τῆς τελετῆς τῆς ἐν Ἐλευσῖνι γινομένης, ἐν Ἴμβρῳ τε καὶ Σαμοθρᾴκῃ καὶ Λήμνῳ, καὶ εἴ τι παρὰ τοῖς κοινοῖς, καὶ περὶ τοὺς Κελτοὺς δὲ καὶ τὴν Ἰβηρίαν.

 [7] Βλ. Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 646.21 – 647.4» :

in Prm 646.21 ` to     in Prm 647.4 Τὰ γὰρ θεῖα κατ᾽ἄλλον καὶἄλλον τρόπον ἑρμηνεύειν δυνατόν· τοῖς μὲν φοιβολήπτοις ποιηταῖς, διὰ τῶν μυθικῶν ὀνομάτων καὶἑρμηνείας ἁδροτέρας· τοῖς δὲ τῆς τραγικῆς σκευῆς τῆς ἐν τοῖς μυθικοῖς ἀπεχομένης, ἄλλως δὲἐν θείῳ στόματι φθεγγομένης, δι᾽ὀνομάτων ἱεροπρεπῶν καὶ εἰς τὸὕψος ἀνηγμένης ἰδέας· τοῖς δὲ δι᾽ εἰκόνων αὐτὰ προθεμένοις ἐξαγγέλλειν, δι᾽ὀνομάτων μαθηματικῶν, ἤπου τῶν ἐναριθμητικῶν λεγομένων ἢ τῶν γεωμετρικῶν. Τούτων δὴ οὖν πάντων ἐξήλλακται παντελῶς ἡ διὰ τῶν διαλεκτικῶν ὀνομάτων αὐτῶν ἐφερμήνευσις προσήκουσα μάλιστα τοῖς ἐκ τοῦἘλεατικοῦ διδασκαλείου, καθάπερ ἐκείνων ἡ μὲν ἐξαίρετός ἐστι τῶν Πυθαγορείων, ὡς ὁ Φιλόλαος δηλοῖ, τοῖς ἀριθμοῖς τὰς τῶν θεῶν ὑπάρξεις καὶ προόδους ἀφηγησάμενος·

[8] Βλ. Ιάμβλιχος, στο «Περί της κοινής μαθηματικής επιστήμης, 19.6 – 19.48» :

Comm Math 19.6 ` to     Comm Math 19.48   Μαθηματικοῦ δὴ παντὸς καὶ τοῦἰδίου καθ᾽ἕκαστον, ὁποῖόν ποτ᾽ἂν ᾖ, θεώρημα πρῶτόν ἐστι τὸ θεολογικόν, τῇ τῶν θεῶν οὐσίᾳ καὶ δυνάμει, τάξει τε καὶἐνεργείαις συναρμοζόμενον κατά τινα πρόσφορον ἀπεικασίαν, ὃ δὴ καὶ μάλιστα σπουδῆς ἀξιοῦται παρὰ τοῖς ἀνδράσιν, οἷον ἐπὶἀριθμῶν ποῖοί τινες ἀριθμοὶ ποίοις θεοῖς συγγενεῖς εἰσι καὶὁμοφυεῖς, καὶἐπὶ τῶν ἄλλων δὲ μαθημάτων τὸ αὐτὸ νοεῖν σύνηθες αὐτοῖς ἐστι. μετὰ δὴ τοῦτο περὶ τὸ νοερὸν ὄντως ὂν ἐνεργεῖν ἐπιχειρεῖ τὰ μαθήματα παρ᾽ αὐτοῖς, κύκλον τε νοερὸν καὶἀριθμὸν εἰδητικόν, καὶἄλλα πολλὰ τοιαῦτα μαθήματα συμφώνως τῇ καθαρωτάτῃ οὐσίᾳ θεωροῦνται. ἔπειτα περὶ τὴν αὐτοκίνητον οὐσίαν καὶ τοὺς ἀιδίους λόγους συγκεφαλαιοῦσι τὴν τῶν μαθημάτων πραγματείαν, τὸν αὐτὸν αὐτοκίνητον ἀριθμὸν ἀφοριζόμενοι καὶ μέτρα τινὰ τῶν λόγων κατά τινας συμμετρίας μαθηματικὰς ἀνευρίσκοντες. πολλὴ δὲ καὶ περὶ τὸν οὐρανὸν καὶ πάσας τὰς ἐν οὐρανῷ περιφοράς, τάς τε ἀπλανεῖς καὶ τὰς τῶν πλανωμένων, θεωρεῖται μαθηματικὴἐπιστήμη, οὐ μόνον τὰς ποικίλας κινήσεις τῶν σφαιρῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς μονοειδεῖς αὐτῶν συνεξε τάζουσα. ἤδη δὲ καὶ τοὺς ἐνύλους λόγους καὶ τὰἔνυλα εἴδη, πῶς τε ὑφέστηκε καὶ πῶς ἐξ ἀρχῆς παρήχθη, διαπραγματεύεται· τοιοῦτον γάρ ἐστι τῆς μαθηματικῆς τὸ χωρίζον ταῖς ἐπινοίαις τὴν μορφὴν καὶ τὰ σχήματα ἀπὸ τῶν σωμάτων. καὶἄλλως δὲ φυσιολογεῖν ἐπι χειρεῖ τὰἐν γενέσει, τὰ στοιχεῖα τὰἁπλᾶ καὶ τοὺς περὶ τοῖς σώμασι λόγους θεωροῦσα. Τούτοις οὖν πᾶσι τοῖς μορίοις τῆς μεθόδου καθ᾽ἕκαστα καὶἐπὶ πάντα τὰ μαθήματα χρῆται ἡ Πυθαγόρειος ἀγωγή, τάξιν τε δι᾽ αὐτῶν καὶἀποκάθαρσιν ποιεῖται. ὥσπερ γὰρ ἐν τοῖς μαθηματικοῖς γιγνώσκεται τὰ δεύτερα ἀπὸ τῶν προτέρων, οὕτως ἐπὶ τῶν τῆς ψυχῆς δυνάμεων πρὸς τὰς τελειοτέρας ζωὰς καὶἐνεργείας γίγνεται δι᾽ αὐτῶν ἄνοδος. ἀλλὰ μὴν οὐδὲἀμελοῦσί τινος οὐδὲ παραλείπουσί τι τῶν μέσων ὅσα συμπληροῖ τὴν τοιαύτην ἐπιστήμην, ἀλλ᾽ οὐδὲ τὰἄκρα ἀφιᾶσιν ἀδιερεύνητα. διεξέρχονται δὲ δι᾽ὅλων   ἀνενδεῶς, καὶ οὕτω τὴν διαίρεσιν, ἣν ἡ διαιρετικὴἐπιστήμη κατέδειξεν, ἐπὶ τῶν κυριωτάτων καὶ πρωτίστων γενῶν ἡἐπιστήμη αὕτη παραδίδωσιν. ἀπὸ δὲ ταύτης ἔνεστι καὶ τὰς μεριστὰς τομὰς ἀνευρίσκειν τῶν μαθημάτων,

[9] Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 61.25 – 63.9» :

inEuc 61.25 ` to     inEuc 63.9 ἄνωθεν δὲ πάλιν ἐπιόντες κατίδωμεν τὴν ὅλην γεωμετρίαν, ὅθεν τε ὥρμηται καὶ μέχρι τίνος πρόεισιν. οὕτω γὰρ τὸν ἐν αὐτῇ διάκοσμον τῶν λόγων θεασώμεθα. νοήσωμεν δὴ πᾶσι τοῖς οὖσιν αὐτὴν συμπαρεκτεινομένην καὶ πᾶσιν ἐπιβάλλουσαν τὰς ἑαυτῆς διανοήσεις καὶ πάντων ἐν ἑαυτῇ περιέχουσαν τὰ εἴδη, κατὰ μὲν τὸἀκρότατον αὐτῆς καὶ νοερώτατον τὰὄντως ὄντα περιαθροῦσαν καὶ δι᾽ εἰκόνων ἀναδιδάσκουσαν τάς τε τῶν θείων διακόσμων ἰδιότητας καὶ τὰς τῶν νοερῶν εἰδῶν δυνάμεις—ἔχει γὰρ καὶ τούτων τοὺς λόγους ἐν τοῖς οἰκείοις θεάμασι καὶ δείκνυσι, τίνα μέν ἐστι τὰ θεοῖς ὡς προσήκοντα σχήματα, τίνα δὲ ταῖς πρώταις οὐσίαις, τίνα δὲ ταῖς τῶν ψυχῶν ὑπο στάσεσι—κατὰ δὲ τὰς μέσας γνώσεις ἀνελίττει τοὺς διανοητικοὺς λόγους καὶἐξαπλοῖ καὶ θεωρεῖ τὴν ἐν αὐτοῖς ποικιλίαν καὶ τὰς ὑπάρξεις αὐτῶν ἐκφαίνει καὶ τὰ περὶ αὐτοὺς πάθη, τάς τε κοινωνίας αὐτῶν καὶ τὰς διαφορότητας, ἀφ᾽ὧν δὴ καὶ τὰς φανταστὰς διαμορφώσεις σχημάτων ἐν πέρασιν ὡρισμένοις περιλαμβάνει καὶἀνάγει πρὸς τὴν οὐσιώδη τῶν λόγων ὑπόστασιν—κατὰ δὲ τὰς τρίτας τῆς διανοήσεως διεξόδους τὴν φύσιν ἐπισκοπεῖ καὶ τὰ εἴδη τῶν αἰσθητῶν στοιχείων καὶ τῶν περὶ αὐτὰ δυνάμεων, ὅπως κατ᾽ αἰτίαν ἐν τοῖς λόγοις αὐτῆς προείληπται, παραδίδωσιν. ἔχει γὰρ εἰκόνας μὲν τῶν νοητῶν ὅλων γενῶν, παραδείγματα δὲ τῶν αἰσθητῶν, οὐσίωται δὲ κατὰ τὰ εἴδη τὰ διανοητὰ καὶ διὰ μέσων τούτων ἄνεισί τε καὶ κάτεισιν ἐφ᾽ὅλα τὰὄντα καὶ τὰ γινόμενα. γεωμετρικῶς δὲ περὶ τῶν ὄντων ἀεὶ φιλοσοφοῦσα καὶ πρὸς τοῖς λόγοις ἅπασι τῶν ἀρετῶν τὰς εἰκόνας περιέχει τῶν τε νοερῶν καὶ τῶν ψυχικῶν καὶ τῶν φυσικῶν καὶ πάσας ἐν τάξει παραδίδωσι τὰς τῶν πολιτειῶν διακοσμήσεις καὶἐν αὑτῇ δείκνυσι τὰς ποικίλας αὐτῶν μεταβολάς, καὶ ταῦτα μὲν ἀΰλως καὶ γνωστικῶς ἐνεργοῦσα, τῆς δὲὕλης ἐφαπτομένη πολλὰς ἀφ᾽ἑαυτῆς ἐπιστήμας ἐκδίδωσιν, οἷον τὴν γεωδεσίαν, τὴν μηχανικήν, τὴν ὀπτικήν, δι᾽ὧν καὶ τὸν θνητὸν βίον εὐεργετεῖ.

[10] Βλ. Πυθαγορεικά “Χρυσά έπεη, 47-48” :

Carmenaureum 47 ` to     Carmenaureum 48 ναὶ μὰ τὸν ἁμετέραι ψυχᾶι παραδόντα τετρακτύν, παγὰν ἀενάου φύσεως.

[11] «Οι Φυσικοί αριθμοί είναι τα ένυλα είδη και διανέμονται στο υπόστρωμά τους»

—Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Γ’, 2.25.1 – 2.25.3 —

inTi 2.25.1 ` to     inTi 2.25.3 εἰσὶ δὲἀριθμοὶ μὲν οἱ φυσικοὶ τὰ εἴδη τὰἔνυλα, τὰ μεριζόμενα περὶ τὸὑποκείμενον,

[12] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.21 – 1.16.25» :

inTi 1.16.21 ` to     inTi 1.17.4 τοῖς ἀριθμοῖς πᾶσαν τὴν φυσικὴν ποίησιν ἔλεγον συνέχεσθαι, καὶ κατ᾽ἀριθμοὺς συνεστάναι πάντα τὰ δημιουργήματα τῆς φύσεως, εἶναι δὲ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους μετεχομένους, ὥσπερ καὶ πάντα τὰἐγκόσμια εἴδη μεθεκτάἐστιν. εἰκότως ἄρα καὶἀρχόμενος ὁ λόγος διὰ τῶν ἀριθμῶν πρόεισι καὶἀριθμοῖς χρῆται τοῖς ὡς ἀριθμητοῖς, ἀλλ᾽ οὐκ αὐτοῖς ἐκείνοις, ὧν καὶ οὗτοι μετέχουσιν· ἄλλο γὰρ μονὰς δυὰς τριάς, ἄλλο τὸ εἷς δύο τρεῖς· τὰ μὲν γὰρ ἁπλᾶ καὶ αὐτὸἕκαστον, τὰ δὲ μετέχοντα ἐκείνων, καὶ οὐκ ἄρα ὀρθῶς <Ἀριστοτέλης> λέγων, ὅτι τοὺς ἀριθμοὺς ἐν τοῖς αἰσθη τοῖς οἱἄνδρες ἐτίθεντο· πῶς γάρ; οἱ τὸν ἀριθμὸν ὑμνοῦν τες <πατέρα μακάρων καὶἀνδρῶν> καὶ τὴν <τετρακτὺν> <παγὰν ἀενάου φύσεως>; ἐπεὶ δ᾽ οὖν φυσικὸς ὁ διάλογος, ἀπὸ τῶν μετεχομένων ἀριθμῶν πεποίηται τὴν πρώτην ἐπιβολήν, οἷοι δή εἰσιν οἱ φυσικοὶ πάντες.

[13] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.10 – 1.18.28» :

inTi 1.17.10 ` to     inTi 1.18.28 διὰ τῶν πρώτων καὶἡγεμονικῶν ἀριθμῶν πάντα ἐγέννων οἱἄνδρες, καὶἀπὸ τῶν τριῶν θεῶν πᾶσι τὴν ὑπόστασιν ἐδίδοσαν τοῖς ἐγκοσμίοις. τούτων ἔνδειξιν ἔχουσιν ἥ τε μονὰς καὶἡ δυὰς καὶἡ τριάς, ὥστε ἀπ᾽ αὐτῶν ἄρχεσθαι δέον καὶ πρὸς αὐτὰς βλέπειν τὸν ἐσόμενον τῆς φύσεως θεατήν. ἔτι τὰ μὲν συν αίτια τῶν φυσικῶν πραγμάτων καὶ παρ᾽ἄλλοις ἐτεθεώρητο, τὸ δὲ τελικὸν καὶ παραδειγματικὸν καὶ ποιητικὸν ἰδίως παρ᾽ αὐτοῖς ἐξητάζετο. ταῦτ᾽ οὖν τὰ αἴτια διὰ τῶν ἐκκειμένων ἀριθμῶν δηλοῦται, τὸ μὲν τελικὸν διὰ τῆς μονάδος· ἐν τἀγαθοῦ γὰρ τάξει προέστηκε τῶν ἀριθμῶν· τὸ δὲ παραδειγματικὸν διὰ τῆς δυάδος· ἡ γὰρ ἑτερότης τῶν ὄντων διέκρινε τὰς πρωτουργοὺς αἰτίας τῶν ὅλων· ἔτι δὲ καὶἡ δυὰς ἀρχὴ τῆς τετρακτύος ἐστὶ τῶν νοητῶν παραδειγμάτων· τὸ δὲ ποιητικὸν σημαίνεται διὰ τῆς τριάδος· οἰκεῖος γὰρ ὁ νοῦς τῇ τριάδι, τρίτος ὢν ἀπὸ τοῦὄντος διὰ μέσης τῆς ζωῆς, ἢἀπὸ τοῦ πατρὸς διὰ τῆς δυνάμεως, ἢἀπὸ τοῦ νοητοῦ διὰ τῆς νοήσεως· ἀνάλογον γὰρ ὡς μονὰς πρὸς δυάδα, οὕτως τὸὂν πρὸς τὴν ζωήν, καὶὁ πατὴρ πρὸς τὴν δύναμιν, καὶ τὸ νοητὸν πρὸς τὴν νόησιν· ὡς δὲ δυὰς πρὸς τριάδα, ἥ τε ζωὴ πρὸς τὸν νοῦν καὶἡ δύναμις καὶἡ νόησις. ἔτι τὰ θεῖα πάντα ἐν πᾶσίν ἐστι καὶἥνωται ἀλλήλοις, ὡς εἶναι καὶ πάντας ἐν ἑνὶ καὶἐν πᾶσιν ἕκαστον καὶ διὰ τῆς θείας φιλίας συνέχεσθαι· καὶὁἐκεῖ <Σφαῖρος> [Emped. frg. 27D.] τὴν μίαν ἕνωσιν περιέχει τῶν θεῶν. εἰκότως ἄρα καὶὁ Σωκράτης εἰς τὸ θεῖον βλέπων κοινωνίας καὶὁμονοίας προκατάρχει καὶ εἰς ταύ την καὶ τοὺς ἄλλους παρακαλεῖ. καὶ μὴν καὶἡἑστίασις καὶἡ δαὶς προσήκοντάἐστιν ὀνόματα τοῖς θεοῖς καὶ οὐχ ἥκιστα τοῖς ἐγκοσμίοις· συνανίασι γὰρ τοῖς ἀπολύτοις θεοῖς <ἐπὶ δαῖτά τε καὶ θοίνην>, ὥς φησιν ὁἐν τῷ <Φαίδρῳ Σωκράτης> [247.a ], καὶἡἑστίασις ἡἐν τοῖς γενεθλίοις τῆς Ἀφροδίτης παρὰ τῷ μεγάλῳ γίγνεται Διί. ταῦτα δὴ καὶὁ Σωκράτης ἀνάλογον ἀξιοῖ γίγνεσθαι περὶ αὐτούς, νοήσεων θείων κοινωνοῦντας ἀλλήλοις. καὶ οὐδὲν θαυμαστόν, εἰ καὶ Τίμαιος ἑστιᾷ τοὺς ἄλλους καὶἑστιᾶται παρ᾽ αὐτῶν, ἐπεὶ καὶ παρὰ τοῖς <θεολόγοις> μεταδόσεις εἰσὶ δυνάμεων ὑμνημέναι καὶ μετουσίαι, πληρούντων τε ἄλληλα τῶν θείων καὶ πληρουμένων ὑπ᾽ἀλλήλων· οὕτω γὰρ καὶ παρὰ τοῖς <φοιβολήπτοις ποιηταῖς> ἠκούσαμεν, ὅτι δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοὶ ταῖς νοεραῖς ἐνεργείαις ἢ ταῖς προνοητικαῖς εἰς τὸ πᾶν ποιήσεσι·
<τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι δειδέχατ᾽ἀλλήλους Τρώων πόλιν εἰσορόωντες> [Δ 4]. εἰ δὲ καὶ γιγνώσκουσιν ἀλλήλους καὶ νοοῦσιν·   <οὐ γάρ τ᾽ἀγνῶτες θεοὶἀλλήλοισι πέλονται> [ε 79]· τροφὴ δὲ τὸ νοητὸν τῷ νοοῦντι κατὰ τὸ <λόγιόν> ἐστι, δῆλον ὅτι καὶ τὸἀνταφεστιᾶν πρώτως ἐν τοῖς θεοῖς, καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ σοφώτεροι μιμούμενοι καὶ ταύτῃ τοὺς θεοὺς μεταδιδόασιν ἀλλήλοις ἀφθόνως τῶν οἰκείων ἕκαστοι νοήσεων.

[14] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.17.4 – 1.17.7» :

inTi 1.17.4 ` to     inTi 1.17.7 ἔτι τὴν φυσικὴν κοινωνίαν οἱἄνδρες ἐπρέσβευον, τήν τε ἐν τῇ γενέσει, καθ᾽ἣν πάντα ῥητὰ καὶ σύμμετρα ἀλλήλοις ἀποτελεῖται, καὶ τὴν ἐν τοῖς οὐρανίοις· μεταδίδωσι γὰρ ἀλλήλοις καὶἐκεῖνα τῶν οἰκείων δυνάμεων.

[15]     inTi 1.25.8 ` to     inTi 1.26.8 φυσικὰ δὲ τὸ τὴν ἀντίδοσιν τῶν λόγων εἰκόνα φέρειν τῆς ἐν τοῖς φυσικοῖς ἔργοις κοινωνίας τῶν δυνάμεων καὶἀμοιβῆς, δι᾽ἣν πάντα συντέτακται καὶ εἰς τὴν μίαν ἁρμονίαν συντελεῖ τοῦ παντός, καὶ τὸ κατὰ χρόνον ἐξαλλάττεσθαι τὰς τῆς φύσεως ἐνεργείας, νῦν μὲν ἄλλων, νῦν δὲἄλλων ποιούντων εἰς ἄλλα καὶἄλλα· τούτοις γὰρ ἔοικε τὸἀνταφεστιᾶν τὸν ἑστιάσαντα χθές. θεολογικὸν δὲ τὸ τὸ δημιουργικὸν αἴτιον διὰ πάντων προϊέναι καὶ πάντα πληροῦν καὶ πᾶσαν ἔλλειψιν ἀποκόπτειν διὰ τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως καὶ τῆς γονίμου περιουσίας, καθ᾽ἣν οὐδὲν ἀφίησιν ἔρημον ἑαυτοῦ· τῷ γὰρ ὑπερπλήρει καὶ τῷἱκανῷ καὶ τῷ παντελείῳ χαρακτηρίζεται. καὶ μὴν καὶ τὸ <ἀνταφεστιᾶν> ἀπὸ τῆς ἐν ταῖς θεομυθίαις ἑστιάσεως εἵλκυσται, καθ᾽ἣν δεξιοῦνται ἀλλήλους οἱ θεοί· <τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι Δειδέχατ᾽ἀλλήλους> [Δ 4]· παρὰ τῷ μεγίστῳ Διὶ πληρούμενοι τοῦ νέκταρος. καὶ οὐδὲἁπλῶς εἴρηται ἀνθεστιᾶν, ἀλλ᾽ἀνταφεστιᾶν· ἡ γὰρ ἀφεστίασις τὴν ὁλοτελῆ τῆς ἑστιάσεως ἀποπλήρωσιν συνείληφεν. ὁρᾶται δὲ τοῦτο καὶἐν τοῖς ὅλοις· αἵ τε γὰρ φαινόμεναι διακοσμήσεις διὰ τῆς ἑαυτῶν ἄκρας ἐπιτηδειότητος προκαλοῦνται τὰς ἀφανεῖς δυνάμεις, καὶἐκεῖναι δι᾽ἀγαθότητος ὑπερβολὴν καὶ ταύτας τελειοῦσι, καὶ συνάπτεται ταῦτα πάντα ἀλλήλοις, καὶἀνταπόδοσις γίνεται τῆς προκλήσεως ἡ τῆς τελειότητος μετάδοσις. ἔτι τοίνυν τὸ μετὰ <τοῦ δικαίου> ταῦτα πάντα ποιεῖν εἰκόνα φέρει τῆς Δίκης τῆς ἅμα τῷ Διὶ πάντα ταττούσης, τὸ <δὲ πρέπον> τῆς τῷ καλῷ τῷ δημιουργικῷ τὰὅλα καταλαμπούσης αἰτίας, τὰ <δὲ ξένια> τῆς κατὰ τὰς θείας ἰδιότητας ἀφωρισμένης ἐξαλλαγῆς· ἕκαστον γὰρ τῶν θείων οἰκείας ἔχει δυνάμεις καὶἐνεργείας. ὥσπερ οὖν ὁ <Σωκράτης> τοῖς ἀπὸ τῆς ἑαυτοῦ φιλοσοφίας λόγοις ἐξένισε τὸν Τίμαιον, οὕτω δὴ καὶ τῶν θεῶν ἕκαστος κατὰ τὰς ἰδίας ἐνεργῶν δυνάμεις συντελεῖ πρὸς τὴν μίαν τοῦ δημιουργοῦ καὶὑπερέχουσαν πρόνοιαν τῶν ὅλων.

[16] «το ιδιαίτερο έργο της δικαιοσύνης, και καμίας άλλης τέχνης, είναι να δημιουργεί φιλία μέσα στις πόλεις.»

—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.d.4 – 6.» —-

Clit409.d.4 ` to     Clit 409.d.6 τὸ τῆς δικαιοσύνης ἴδιον ἔργον, ὃ τῶν ἄλλων οὐδεμιᾶς, φιλίαν ἐν ταῖς πόλεσιν ποιεῖν.

«η όντως φιλία δηλώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια με τη λέξη ομόνοια.»

—-Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, . 409.e.3 – 4» —-

Clit 409.e.3 ` to     Clit 409.e.4 τὴν δὲὄντως καὶἀληθῶς φιλίαν εἶναι σαφέστατα ὁμόνοιαν.

[17] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.27 – 1.15.28» :

inTi 1.15.27 ` to     inTi 1.15.28 τὴν φιλίαν οἱἄνδρες ἐκεῖνοι σκοπὸν ἐτίθεντο πάσης τῆς ἑαυτῶν φιλοσοφίας καὶ τὴν ὁμονοητικὴν ζωήν·

[18]Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.28 – 1.15.30» :

inTi 1.15.28 ` to     inTi 1.15.30 ταύτην δὴ καὶὁ Σωκράτης πρὸ πάντων προβέβληται φίλον τὸν Τίμαιον ἀποκαλῶν.

[19] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 739.b.8 – 739.e.3» :

Leg 739.b.8 ` to     Leg 739.e.3 Πρώτη μὲν τοίνυν πόλις τέἐστιν καὶ πολιτεία καὶ νόμοι ἄριστοι, ὅπου τὸ πάλαι λεγόμενον ἂν γίγνηται κατὰ πᾶσαν τὴν πόλιν ὅτι μάλιστα· λέγεται δὲὡς ὄντως ἐστὶ κοινὰ τὰ φίλων. τοῦτ᾽ οὖν εἴτε που νῦν ἔστιν εἴτ᾽ἔσται ποτέ— κοινὰς μὲν γυναῖκας, κοινοὺς δὲ εἶναι παῖδας, κοινὰ δὲ χρή ματα σύμπαντα—καὶ πάσῃ μηχανῇ τὸ λεγόμενον ἴδιον πανταχόθεν ἐκ τοῦ βίου ἅπαν ἐξῄρηται, μεμηχάνηται δ᾽ εἰς τὸ δυνατὸν καὶ τὰ φύσει ἴδια κοινὰἁμῇ γέ πῃ γεγονέναι, οἷον ὄμματα καὶὦτα καὶ χεῖρας κοινὰ μὲν ὁρᾶν δοκεῖν καὶἀκούειν καὶ πράττειν, ἐπαινεῖν τ᾽ αὖ καὶ ψέγειν καθ᾽ἓν ὅτι μάλιστα σύμπαντας ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς χαίροντας καὶ λυπου μένους, καὶ κατὰ δύναμιν οἵτινες νόμοι μίαν ὅτι μάλιστα πόλιν ἀπεργάζονται, τούτων ὑπερβολῇ πρὸς ἀρετὴν οὐδείς ποτε ὅρον ἄλλον θέμενος ὀρθότερον οὐδὲ βελτίω θήσεται. ἡ μὲν δὴ τοιαύτη πόλις, εἴτε που θεοὶἢ παῖδες θεῶν αὐτὴν οἰκοῦσι πλείους ἑνός, οὕτω διαζῶντες εὐφραινόμενοι κατοι κοῦσι· διὸ δὴ παράδειγμά γε πολιτείας οὐκ ἄλλῃ χρὴ σκοπεῖν, ἀλλ᾽ἐχομένους ταύτης τὴν ὅτι μάλιστα τοιαύτην ζητεῖν κατὰ δύναμιν.

[20] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Α’, 677.24 – 677.29» :

in Prm 677.24 ` to in Prm 677.29 διὰ φιλίας καὶ κοινωνίας τῶν σπουδαίων ἠθῶν ἡ τελειότης προσγίγνεται ταῖς ψυχαῖς, περὶἣν οἱ Πυθαγόρειοι διαφερόντως ἐσπούδαζον, τέλος ποιούμενοι τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τὴν καθαρωτάτην φιλίαν•

[21] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.13 – 113.15 :

inAlc 113.13 ` to     inAlc 113.15 ἡἀληθινὴ φιλία καὶ τῶν θεῶν ἐστὶν αὐτῶν καὶ τῶν κρειττόνων ἡμῶν γενῶν, ἥκει δὲ καὶ εἰς ψυχὰς τὰς ἀγαθάς·

[22] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 113.17 – 113.21 :

inAlc 113.17 ` to     inAlc 113.21 δέον δὲ γιγνώσκειν, ὅτι σεμνὸν μὲν καὶ τίμιον ἡ φιλία ἐστί, δεῖται δὲ ζωῆς θεοπρεποῦς καὶ νοερᾶς· ἐπεὶ καὶ τὴν πρώτην ἐν τοῖς θεοῖς ὑπέστη καὶ τῇ νοερᾷ ζωῇ καὶ τῷ κατὰ τὸν Ἐμπεδοκλέα νοητῷ θεῷ· «<σφαῖρον>» δὲ αὐτὸν ἐκεῖνος εἴωθεν ἀποκαλεῖν.

[23] Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.80.6 – 2.80.28) :

in R 2.80.6 ` to     in R 2.80.28   ΜΕ. Τέλος ἐστὶν τῆς ἀρίστης πολιτείας ἡἕνωσις, ὥσπερ δὴ καὶ τοῦ κόσμου τῆς συστάσεως, καὶ πρὸ τοῦδε τοῦ κόσμου τὸἕν. καὶ γὰρ ἡὁμοιότης τῆς τοῦἑνός ἐστι συστοιχίας· διὸ καὶ πάντα τὰ προϊόντα δι᾽ὁμοιότητος ἀπὸ τῶν οἰκείων αἰτίων παράγεται, καὶ πάντα τὰἐπιστρέφοντα πρὸς τὰς ἀρχὰς δι᾽ὁμοιότητος ἐπιστρέφει πόθῳ τοῦἑνός· τὸ γὰρ ἐν τῷἑνὶ μεῖναι μὴ δυνηθὲν τὸὅμοιον ὡς συγγενὲς ἀσπάζεται πρὸς τὸἕν. καὶἡἁρμονία δὲ καὶὁῥυθμὸς δι᾽ὁμοιότητος ἔχουσιν τὴν ὕπαρξιν, ὧν αἱ Μοῦσαι προεστᾶσιν· ὅθεν δὴ καὶ οὐ πάντες λόγοι ῥυθμοὺς ποιοῦσιν ἢἁρμονίας, ἀλλ᾽ οἱ τῆς ὁμοιότητος ὄντες ἐπιμόριοι καὶ πολλαπλάσιοι· τὸ δὲ πολυσχιδὲς τῶν ἄλλων λόγων καὶ πολυσύνθετόν ἐστι τῶν μουσικῶν λόγων ἀλλότριον. ἑπομένως ἄρα ταῖς ἑαυτῶν ἐνεργείαις αἱ Μοῦσαι καὶ τοῖς δώροις, οἷς δωροῦνται τὸν κόσμον, εἰς τὴν ἀνομοιότητα τὴν στάσιν ἀνήγαγον καὶ αὖ τὴν φιλίαν εἰς τὴν ὁμοιότητα τῆς ζωῆς· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὁ τῶν Μουσῶν ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ταὐτοῦ καὶὁμοίου φύσεώς ἐστιν, ἐκ τοῦ πρώτου περιττοῦ καὶ τελείου τετράγωνος ὤν, ἐν τρισὶ τριάσιν ἀφωρισμένος, καὶ οὐ μόνον τέλειος ὤν, ἀλλὰ κατὰ πάντα τέλειος, εἴς τε τὴν μονάδα συνελισσόμενος, ἀφ᾽ἧς προῆλθεν, καὶἓν νέον εἶναι καὶ αὐτὸς ἐπειγόμενος. καὶἔστω καὶἡμῖν τοῦτο τέλος τῆς τοῦ λόγου τῶν Μουσῶν ἐπιβλέψεως ἐπὶ τὸἓν ἀναγαγοῦσι τὴν θεωρίαν.

[24] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.15.30 – 1.15.31» :

inTi 1.15.30 ` to     inTi 1.15.31 τὰς ὁμολογίας ᾤοντο χρῆναι βεβαίας αὐτοῖς διαμένειν, ἃς πρὸς ἀλλήλους ἐποιοῦντο·

[25] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.1 – 1.16.3» :

inTi 1.16.1 ` to     inTi 1.16.3 τὴν κοινωνίαν ἠσπάζοντο τὴν ἐν ταῖς εὑρέσεσι τῶν δογμάτων, καὶ τὰἑνὸς συγγράμματα κοινὰ πάντων ἦν·

[26] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.3 – 1.16.6» :

inTi 1.16.3 ` to     inTi 1.16.6 τοῦτο καὶὁ Σωκράτης βεβαιοῖ τοὺς αὐτοὺς δαιτυμόνας καὶἑστιάτορας γίγνεσθαι παρακαλῶν, πληροῦντάς τε καὶ πληρουμένους, διδάσκοντας καὶ μανθά νοντας.

[27] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.16.8 – 1.16.19» :

inTi 1.16.8 ` to     inTi 1.16.19 ὁ δὲ Πλάτων δι᾽ αὐτῆς τῆς μιμήσεως τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν τοὺς τῶν καθηκόντων ἡμῖν ὑπογράφει τύπους, οἳ πολὺ τὸ δραστικώτερον ἔχουσι τῶν ἐν κανόσι ψιλοῖς ἀποκειμένων· διατίθησι γὰρ ἡ μίμησις τὰς τῶν ἀκουόντων ζωὰς κατὰ τὴν ἑαυτῆς ἰδιότητα. περὶ τίνα οὖν ὁ φιλόσοφος μάλιστα πλεονάσει, δηλοῖ διὰ τούτων· ὅτι περὶ τὴν τῶν λόγων ἀκρόασιν· καὶ τίνα ἡγήσεται θοίνην εἶναι ἀληθινήν· ὅτι οὐχ ἣν οἱ πολλοὶἥγηνται—ζωώδης γάρ—ἀλλὰ τὴν ἑστιῶσαν τὸν ἐν ἡμῖν ἄνθρωπον. διὸ καὶ πολὺ παρ᾽ αὐτῷ τὸἑστιᾶσθαι ἐπὶ τῶν λόγων· ἢ <δῆλον, ὅτι τῶν λόγων ὑμᾶς Λυσίας εἱστία> [Phaedr. 227.B]; καὶ <ὑμεῖς μόνω ἑστιάσεσθον, ἡμῖν δὲ οὐ μεταδίδοτον> [Lys. 211.D].

[28]Βλ. Ιάμβλιχος, στο «Περί της κοινής μαθηματικής επιστήμης, 24.1 – 24.31» :

CommMath 24.1 ` to     CommMath 24.31 Τὸ δὴ μετὰ τοῦτο καὶ τὴν συνήθειαν ἄξιον εἰπεῖν τῆς ἐν τοῖς μαθήμασι διατριβῆς τῶν Πυθαγορείων. ἐκεῖνοι τοίνυν ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἀπέστησαν τοὺς περὶ τῶν μαθημάτων λόγους, εἴς τε πίστιν ἀσωμάτου οὐσίας περιῆγον δι᾽ αὐτῶν τὴν διάνοιαν, διαπορθμεύουσί τε αὐτοῖς ἐχρῶντο ἐπὶ τὰ νοητά, καὶἐν τοῖς μάλιστα ἐσκόπουν τί πρὸς τὰ καθαρὰ εἴδη καὶ τοὺς ἑνιαίους λόγους ἐστὶν ἐν αὐτοῖς ἀπεικασμένον. τοῖς μὲν οὖν θεωρήμασι τοῦτον προσεφέροντο τὸν τρόπον, ἅπαξ δὲἀποστήσαντες αὐτῶν τὴν ἐπιστήμην τῆς κοινῆς καὶ δεδημοσιευμένης γνώσεως, καὶ τὴν μετάδοσιν ἐποιοῦντο αὐτῶν κατὰ τὰ αὐτὰἐν ἀπορρήτοις· ὀλίγοις τε πάνυ τῆς γνώσεως αὐτῶν ἐκοινώνουν, καὶ εἴ πού τι ἔκφορον γένοιτο εἰς τοὺς πολλούς, ἀφωσιοῦντο τοῦτο ὡς ἀσέβημα· διόπερ ἀπωθοῦντο καὶ τοὺς ἔξω τῆς συνηθείας, ὡς ἀναξίους ὄντας αὐτῶν μεταλαμβάνειν. ὑπέλαβε γὰρ Πυθαγόρας οὐ πᾶσι δεῖν κοινωνεῖν τῆς ἐν τοῖς μαθήμασι φιλοσοφίας, ἀλλ᾽ αὐτοῖς μόνοις, οἷσπερ ἄν τις τοῦ παντὸς βίου κοινωνήσειε. καὶ πρὸς ταύτην τὴν ὁμιλίαν οὐκ εἰκῇ προσίετο οὐδὲ τοὺς τυχόντας, ἀλλὰ πεῖράν τε λαμβάνων ἐν πολλῷ χρόνῳ καὶ τοὺς ἀναξίους ἀπωθούμενος. καὶ τοῖς μὲν ἔξω τῆς συνηθείας οὐκ ἐποιήσατο κοινὴν τὴν δι᾽ αὑτοῦ γενομένην ἐπίδοσιν ἀπορρήτους ποιησάμενος πρὸς τοὺς ἄλλους τοὺς περὶ αὐτῶν λόγους, ἐν δὲ τοῖς ὀνομασθεῖσι Πυθαγορείοις διὰ τὴν πρὸς ἑαυτὸν ἑταιρίαν πολλὴν ἐπίδοσιν παρέσχε τῇ τε περὶ τὰ μαθήματα φιλοσοφίᾳ καὶ τῇ περὶ γεωμετρίαν θεωρίᾳ.

[29]     Tim 27.b.7 ` to     Tim 27.b.9   {ΣΩ.} Τελέως τε καὶ λαμπρῶς ἔοικα ἀνταπολήψεσθαι τὴν τῶν λόγων ἑστίασιν. σὸν οὖν ἔργον λέγειν ἄν, ὦ Τίμαιε, τὸ μετὰ τοῦτο, ὡς ἔοικεν, εἴη καλέσαντα κατὰ νόμον θεούς..

[30] Βλ. Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, τόμος Α’ (συνέχεια), 1.203.15 – 1.204.15» :

in Ti 1.203.15 ` to   in Ti 1.204.15 Τὸ μὲν τέλειον καὶ τὸ λαμπρὸν τῆς ἀποδόσεως τήν τε ὑπερφυῆ καὶ τὴν διὰ πάντων χωροῦσαν ἐνδείκνυται ποίησιν τοῖς εἰς τὰ παραδείγματα καὶ ταῦτα ἀνάγουσι τὰῥήματα τοῦ Σωκράτους· ἡ δὲ τῶν λόγων ἑστίασις τὴν τῶν δημιουργικῶν εἰδῶν ἀποπλήρωσιν· ἡ δὲ τοῦ Τιμαίου παράκλησις τὴν τῶν μερικῶν αἰτίων ἐπιστροφὴν πρὸς τὸὅλον καὶ πρόκλησιν τῶν ἐκεῖθεν ἀγαθῶν· ἡ δὲ τῶν θεῶν ἐπίκλησις τὴν ἄνωθεν ἀπὸ τῶν νοητῶν ἐξημμένην δημιουργίαν. οὐ γάρ ἐστι τὸ <κατὰ νόμον> τοιοῦτον, οἷον οἱ πολλοὶἀκούουσι τὸν Ἰταλικὸν ἢἈττικόν, ἀλλ᾽ὥσπερ εἰώθασι λέγεσθαι παρὰ τοῖς <Πυθαγορείοισ> [carm. aur. 1] τὸ <ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμῳὡς διάκεινται, τίμα·> δηλοῖ γὰρ ὁ νόμος τὴν τάξιν τὴν θείαν, καθ᾽ἣν ἐξήρτηται ἀεὶ τὰ δεύτερα τῶν προτέρων καὶ πληροῦται ἀπ᾽ αὐτῶν. οὗτος δὲὁ νόμος ἀπὸ τῶν νοητῶν ἀρξάμενος καθήκει καὶ εἰς τὴν δημιουργικὴν αἰτίαν καὶἀπὸ ταύτης πρόεισι καὶ μερίζεται περὶ τὸ πᾶν. ἅμα δὲἐνδείκνυται διὰ τούτων ὁ Σωκράτης καὶὅτι Πυθαγόρειον ἀπαιτεῖ γενέσθαι τὴν φυσιολογίαν, ἀπὸ τῆς θείας αἰτίας ἀρχομένην, ἀλλὰ μὴ τοιαύτην, ὁποίαν αὐτὸς ἀπεδοκίμασεν ἐν <Φαίδωνι> [98.C], τὴν ἀπο τυφλοῦσαν τὸὄμμα τῆς ψυχῆς, ἀέρας καὶ αἰθέρας αἰτιωμένην κατὰ τὸν <Ἀναξαγόραν>. δεῖ γὰρ τὴν ἀληθινὴν φυσιολογίαν ἐξάπτειν τῆς θεολογίας, ὥσπερ καὶἡ φύσις ἐξήρτηται τῶν θεῶν καὶ διῄρηται κατὰ τὰς ὅλας τάξεις αὐτῶν, ἵνα καὶ οἱ λόγοι μιμηταὶ τῶν πραγμάτων ὦσιν, ὧν εἰσι σημαντικοί, ἐπεὶ καὶ αὐτὸν τὸν ῞Ηφαιστον, τὸν προεστηκότα τῆς φύσεως, ἐρῶντα τῆς Ἀθηνᾶς οἱ μυθοπλάσται παραδεδώκασι, τῆς τῶν νοερῶν εἰδῶν τὸν διάκοσμον ὑφαινούσης καὶ τῶν νοήσεων χορηγοῦ πᾶσι τοῖς ἐγκοσμίοις.

[31] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 623.29 – 624.1» :

in Prm 623.29 ` to     in Prm 624.1  ὁ Σωκράτης θαυμάσας τὴν ἐπιστημονικὴν αὐτῆς ἀκρίβειαν καὶ τὴν νοερὰν τῶν ἀνδρῶν ἀγασθεὶς διδασκαλίαν, ἐξαίρετον οὖσαν τοῦἘλεατικοῦ διδασκαλείου, καθάπερ ἄλλο τι τοῦ Πυθαγορείου λέγουσιν, ὡς τὴν διὰ τῶν μαθημάτων ἀγωγὴν, καὶἄλλο τοῦἩρακλειτείου, τὴν διὰ τῶν ὀνομάτων ἐπὶ τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν ὁδόν·

[32] Βλ. Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 647.4 – 647.24» :

in Prm 647.4 ` to     in Prm 647.24  ἡ δὲ τῶν ἱερατικῶν, ὀνόματα τῶν θεῶν κατὰ τὴν ἑαυτῶν μυστικὴν ἑρμηνείαν ἐκδεδωκότων, οἷα τὰ τοῖς Ἀσσυρίοις ὑμνημένα, Ζῶναι καὶἌζωνοι, καὶ Πηγαὶ καὶἈμείλικτοι καὶ Συνοχεῖς, δι᾽ὧν ἐκεῖνοι τὰς τάξεις ἑρμηνεύουσι τῶν θεῶν· ἡ δὲ τῶν Ὀρφικῶν τῆς Ἑλληνικῆς οὖσα θεολογίας ἰδία, Κρόνον καὶ Δία καὶ Οὐρανὸν καὶ Νύκτα καὶ Κύκλωπας καὶἙκατόγχειρας ἐπιφημίζουσα ταῖς ἀκροτάταις τῶν πάντων ἀρχαῖς. Ἡ τοίνυν διαλεκτικὴ τῶν θείων ἐξήγησις ἀντὶ πάντων, ὡς εἴρηται, τῶν τοιούτων ὀνόμασι χρῆται διαλεκτικοῖς, ἓν καὶὂν, καὶ <ὅλον> καὶ <μέρη>, καὶ <ταὐτὸν> καὶ <ἕτερον>, καὶ <ὅμοιον> καὶ < ἀνόμοιον>· περὶἃ δὴ καὶ διαφερόντως ἡ διαλεκτικὴ διατρίβει, παραλαμβάνουσα πρὸς τὴν τῶν θείων ἑρμηνείαν· διὸ καὶ χαρακτὴρ προσήκει τοῖς τοιούτοις ὀνόμασιν ἀπὸ τῆς συνηθείας εἰλημμένος οὗτος ὃν ὁ Παρμενίδης μετῆλθε νῦν, οὐχ ὁ μεγαλόφωνος, ἀλλ᾽ὁἰσχνὸς, οὐδὲὁ κα τεσκευασμένος περιττῶς, ἀλλ᾽ὁ αὐτοφυής.

[33] Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτωνα Θεολογία, Βιβλίο Α’, 1.5.6 – 1.6.15») :

TheolPlat 1.5.6 ` to     TheolPlat 1.6.15   Ἅπασαν μὲν τὴν Πλάτωνος φιλοσοφίαν, ὦ φίλων ἐμοὶ φίλτατε Περίκλεις, καὶ τὴν ἀρχὴν ἐκλάμψαι νομίζω κατὰ τὴν τῶν κρειττόνων ἀγαθοειδῆ βούλησιν, τὸν ἐν αὐτοῖς κεκρυμμένον νοῦν καὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁμοῦ τοῖς οὖσι συνυφεστῶσαν ταῖς περὶ γένεσιν στρεφομέναις ψυχαῖς, καθ᾽ὅσον αὐταῖς θεμιτὸν τῶν οὕτως ὑπερφυῶν καὶ μεγάλων ἀγαθῶν μετέχειν, ἐκφαίνουσαν, καὶ πάλιν ὕστερον τελειωθῆναι καὶὥσπερ εἰς ἑαυτὴν ἀναχωρήσασαν καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν φιλοσοφεῖν ἐπαγγελλομένων καὶ <τῆς τοῦὄντος θήρασ> ἀντιλαμβάνεσθαι σπευδόντων ἀφανῆ καταστᾶσαν, αὖθις εἰς φῶς προελθεῖν· διαφερόντως δὲ οἶμαι τὴν περὶ αὐτῶν τῶν θείων μυσταγωγίαν <ἐν ἁγνῷ βάθρῳ> καθαρῶς ἱδρυμένην καὶ παρ᾽ αὐτοῖς τοῖς θεοῖς διαιωνίως ὑφεστηκυῖαν ἐκεῖθεν τοῖς κατὰ χρόνον αὐτῆς ἀπολαῦσαι δυναμένοις ἐκφανῆναι δι᾽ἑνὸς ἀνδρός, ὃν οὐκ ἂν ἁμάρτοιμι <τῶν> ἀληθινῶν <τελετῶν, ἃς τελοῦνται> χωρισθεῖσαι τῶν περὶ γῆν τόπων αἱ ψυχαί, καὶ τῶν <ὁλοκλήρων καὶἀτρεμῶν φασμάτων> ὧν μεταλαμβάνουσιν αἱ τῆς εὐδαίμονος καὶ μακαρίας ζωῆς γνησίως ἀντεχόμεναι, προηγεμόνα καὶἱεροφάντην ἀποκαλῶν· οὕτως δὲ σεμνῶς καὶἀπορρήτως ὑπ᾽ αὐτοῦ τὴν πρώτην ἐκλάμψασαν οἷον ἁγίοις ἱεροῖς καὶ τῶν ἀδύτων ἐντὸς ἱδρυνθεῖσαν ἀσφαλῶς καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν εἰσιόντων ἀγνοηθεῖσαν [ἀσφαλῶς], ἐν τακταῖς χρόνων περιόδοις ὑπὸ δή τινων ἱερέων ἀληθινῶν καὶ τὸν προσήκοντα τῇ μυσταγωγίᾳ βίον ἀνελομένων προελθεῖν μὲν ἐφ᾽ὅσον ἦν αὐτῇ δυνατόν, ἅπαντα δὲ καταλάμψαι τὸν τόπον καὶ πανταχοῦ <τὰς> τῶν θείων φασμάτων ἐλλάμψεις καταστήσασθαι.

[34] εξ ου και μύηση.

[35] εξ ου και εποπτεία.

[36] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.12.11 – 1.17.7» :

TheolPlat 1.12.11 ` to     TheolPlat 1.17.7   Ἅπαντες μὲν οὖν ὅσοι πώποτε θεολογίας εἰσὶν ἡμμένοι, τὰ πρῶτα κατὰ φύσιν θεοὺς ἐπονομάζοντες, περὶ ταῦτα τὴν θεολογικὴν ἐπιστήμην πραγματεύεσθαί φασιν. Καὶ οἱ μὲν τὴν σωματικὴν ὑπόστασιν τοῦ εἶναι μόνον ἀξιοῦντες, τὰ δὲ τῶν ἀσωμάτων γένη συμπάντα πρὸς οὐσίαν δεύτερα τιθέμενοι, τάς τε ἀρχὰς τῶν ὄντων σωματοειδεῖς καὶ τὴν ταύτας γνωρίζουσαν ἐν ἡμῖν ἕξιν σωματικὴν ἀποφαίνουσιν. Οἱ δὲ τὰ μὲν σώματα πάντα τῶν ἀσωμάτων ἐξάψαντες, τὴν <δὲ> πρωτίστην ὕπαρξιν ἐν ψυχῇ καὶ ταῖς ψυχικαῖς δυνάμεσιν ὁριζόμενοι, θεοὺς μέν, οἶμαι, καλοῦσι τῶν ψυχῶν τὰς ἀρίστας, τὴν δὲ μέχρι τούτων ἀνιοῦσαν καὶ ταύτας γινώσκουσαν ἐπιστήμην θεολογίαν ἐπονομάζουσιν. Ὅσοι δὲ αὖ καὶ τὰ τῶν ψυχῶν πλήθη παράγουσιν ἐξ ἄλλης πρεσβυτέρας ἀρχῆς καὶ <νοῦν ἡγεμόνα> τῶν ὅλων ὑποτίθενται, τέλος μὲν τὸἄριστον εἶναί φασι τὴν πρὸς τὸν νοῦν τῆς ψυχῆς ἕνωσιν καὶ τὸ νοερὸν τῆς ζωῆς εἶδος τιμιότητι τῶν πάντων διαφέρειν νομίζουσιν, εἰς δὲ ταὐτὸν ἄγουσι θεολογίαν δήπου καὶ τὴν περὶ τῆς νοερᾶς οὐσίας ἐξήγησιν.
Ἅπαντες μὲν οὖν, ὅπερ ἔφην, τὰς πρωτίστας ἀρχὰς τῶν ὄντων καὶ αὐταρκεστάτας θεοὺς ἀποκαλοῦσι καὶ θεολογίαν τὴν τούτων ἐπιστήμην. Μόνη δὲἡ τοῦ Πλάτωνος ἔνθεος ὑφήγησις τὰ μὲν σωματικὰ πάντα πρὸς ἀρχῆς λόγον ἀτιμάσασα (διότι δὴ τὸ μεριστὸν πᾶν καὶ διαστατὸν οὔτε παράγειν οὔτε σῴζειν ἑαυτὸ πέφυκεν ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸἐνεργεῖν ἢ πάσχειν διὰ ψυχῆς ἔχει καὶ τῶν ἐν αὐτῇ κινήσεων), τὴν δὲ ψυχικὴν οὐσίαν πρεσβυτέραν μὲν εἶναι σωμάτων ἀποδείξασα τῆς δὲ νοερᾶς ὑποστάσεως ἐξηρτημένην (ἐπειδὴ πᾶν τὸ κατὰ χρόνον κινούμενον, κἂν αὐτοκίνητον ᾖ, τῶν μὲν ἑτεροκινήτων ἐστὶν ἡγεμονικώτερον τῆς δὲ διαιωνίας κινήσεως δεύτερον), σωμάτων μέν, ὥσπερ εἴρηται, καὶ ψυχῶν πατέρα τὸν νοῦν ἀποφαίνει καὶ αἴτιον, καὶ περὶἐκεῖνον πάντα καὶ εἶναι καὶἐνεργεῖν ὅσα τὴν ζωὴν ἐν διεξόδοις καὶἀνελίξεσι κέκτηται, πρόεισι δὲἐπ᾽ἄλλην ἀρχὴν τοῦ νοῦ παντελῶς ἐξῃρημένην καὶἀσωματωτέραν καὶἄρρητον ἀφ᾽ἧς πάντα, κἂν τὰἔσχατα τῶν ὄντων λέγῃς, τὴν ὑποστάσιν ἔχειν ἀναγκαῖον· ψυχῆς μὲν γὰρ οὐ πάντα μετέχειν πέφυκεν ἀλλ᾽ὅσα ζωὴν ἔσχηκε τρανεστέραν ἢἀμυδροτέραν ἐν αὑτοῖς, οὐδὲ νοῦ πάντα καὶ τοῦὄντος ἀπολαύειν δυνατὸν ἀλλ᾽ὅσα κατ᾽ εἶδος ὑφέστηκε, δεῖ δὲ αὖ τὴν ἀρχὴν τῶν πάντων ὑπὸ πάντων μετέχεσθαι τῶν ὄντων, εἴπερ <μηδενὸς ἀποστατήσει>, πάντων αἰτία τῶν ὁπωσοῦν ὑφεστάναι λεγομένων οὖσα.
Ταύτην δὲ πρωτίστην τῶν ὅλων καὶ νοῦ πρεσβυτέραν ἀρχὴν ἐν ἀβάτοις ἀποκεκρυμμένην ἐνθέως ἀνευροῦσα καὶ τρεῖς ταύτας αἰτίας καὶ μονάδας ἐπέκεινα σωμάτων ἀναφήνασα, ψυχὴν λέγω καὶ νοῦν τὸν πρώτιστον καὶ τὴν ὑπὲρ νοῦν ἕνωσιν, παράγει μὲν ἐκ τούτων ὡς μονάδων τοὺς οἰκείους ἀριθμούς, τὸν μὲν ἑνοειδῆ τὸν δὲ νοερὸν τὸν δὲ ψυχικόν (πᾶσα γὰρ μονὰς ἡγεῖται πλήθους ἑαυτῇ συστοίχου), συνάπτει δὲὥσπερ τὰ σώματα ταῖς ψυχαῖς οὕτω δήπου καὶ <τὰς> ψυχὰς μὲν τοῖς νοεροῖς εἴδεσι, ταῦτα δὲ ταῖς ἑνάσι τῶν ὄντων, πάντα δὲ εἰς μίαν ἐπιστρέφει τὴν ἀμέθεκτον ἑνάδα. Καὶ μέχρι ταύτης ἀναδραμοῦσα, πέρας οἴεται τὸἀκρότατον ἔχειν τῆς τῶν ὅλων θεωρίας, καὶ ταύτην εἶναι τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν, ἣ περὶ τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων πραγματεύεται, καὶ τάς τε προόδους αὐτῶν καὶ τὰς ἰδιότητας παραδίδωσι καὶ τὴν τῶν ὄντων πρὸς αὐτὰς συναφὴν καὶ τὰς τῶν εἰδῶν τάξεις, αἳ τούτων ἐξήρτηνται τῶν ἑνιαίων ὑποστάσεων· τὴν δὲ περὶ νοῦν καὶ τὰ εἴδη καὶ τὰ γένη τοῦ νοῦ στρεφομένην θεωρίαν δευτέραν εἶναι τῆς περὶ αὐτῶν τῶν θεῶν πραγματευομένης ἐπιστήμης· καὶ ταύτην μὲν ἔτι νοητῶν ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ τῇ ψυχῇ δι᾽ἐπιβολῆς γινώσκεσθαι δυναμένων εἰδῶν, τὴν δὲ ταύτης ὑπερέχουσαν ἀρρήτων καὶἀφθέγκτων ὑπάρξεων μεταθεῖν τήν τε ἐν ἀλλήλαις [αὐτῶν] διάκρισιν καὶ τὴν ἀπὸ μιᾶς αἰτίας ἔκφανσιν. Ὅθεν οἶμαι καὶ τῆς ψυχῆς τὸ μὲν νοερὸν ἰδίωμα καταληπτικὸν ὑπάρχειν τῶν νοερῶν εἰδῶν καὶ τῆς ἐν αὐτοῖς διαφορᾶς, τὴν δὲἀκρότητα τοῦ <νοῦ> καί, ὥς φασι, τὸ <ἄνθος> καὶ τὴν ὕπαρξιν συνάπτεσθαι πρὸς τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων καὶ διὰ τούτων πρὸς αὐτὴν τὴν πασῶν τῶν θείων ἑνάδων ἀπόκρυφον ἕνωσιν. Πολλῶν γὰρ ἐν ἡμῖν δυνάμεων οὐσῶν γνωριστικῶν, κατὰ ταύτην μόνην τῷ θείῳ συγγίνεσθαι καὶ μετέχειν ἐκείνου πεφύκαμεν· οὔτε γὰρ αἰσθήσει <τὸ θεῶν γένος> ληπτόν, εἴπερ ἐστὶ σωμάτων ἁπάντων ἐξῃρημένον, οὔτε δόξῃ καὶ διανοίᾳ, μερισταὶ γὰρ αὗται καὶ πολυειδῶν ἐφάπτονται πραγμάτων, οὔτε <νοήσει μετὰ λόγου>, τῶν γὰρ ὄντως ὄντων εἰσὶν αἱ τοιαῦται γνώσεις, ἡ δὲ τῶν θεῶν ὕπαρξις <ἐποχεῖται> τοῖς οὖσι καὶ κατ᾽ αὐτὴν ἀφώρισται τὴν ἕνωσιν τῶν ὅλων. Λείπεται οὖν, εἴπερ ἐστὶ καὶὁπωσοῦν τὸ θεῖον γνωστόν, τῇ τῆς ψυχῆς ὑπάρξει καταληπτὸν ὑπάρχειν καὶ διὰ ταύτης γνωρίζεσθαι καθ᾽ὅσον δυνατόν. <Τῷ γὰρ ὁμοίῳ> πανταχοῦ <φαμὲν τὰὅμοια γινώσκεσθαι>· τῇ μὲν αἰσθήσει δηλαδὴ τὸ αἰσθητόν, τῇ δὲ δόξῃ τὸ δοξαστόν, τῇ δὲ διανοίᾳ τὸ διανοητόν, τῷ δὲ νῷ τὸ νοητόν, ὥστε καὶ τῷἑνὶ τὸἑνικώτατον καὶ τῷἀρρήτῳ τὸἄρρητον. Ὀρθῶς γὰρ καὶὁἐν Ἀλκιβιάδῃ Σωκράτης ἔλεγεν εἰς ἑαυτὴν εἰσιοῦσαν τὴν ψυχὴν τά τε ἄλλα πάντα κατόψεσθαι καὶ τὸν θεόν· συννεύουσα γὰρ εἰς τὴν ἑαυτῆς ἕνωσιν καὶ τὸ κέντρον τῆς συμπάσης ζωῆς καὶ τὸ πλῆθος ἀποσκευαζομένη καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν ἐν αὑτῇ παντοδαπῶν δυνάμεων, ἐπ᾽ αὐτὴν ἄνεισι τὴν ἄκραν τῶν ὄντων <περιωπήν>. Καὶὥσπερ ἐν ταῖς τῶν τελετῶν ἁγιωτάταις φασὶ τοὺς μύστας τὴν μὲν πρώτην πολυειδέσι καὶ πολυμόρφοις τῶν θεῶν προβεβλημένοις γένεσιν ἀπαντᾶν, εἰσιόντας δὲἀκλινεῖς καὶ ταῖς τελεταῖς πεφραγμένους αὐτὴν τὴν θείαν ἔλλαμψιν ἀκραιφνῶς ἐγκολπίζεσθαι καὶ <γυμνῆτας>, ὡς ἂν ἐκεῖνοι φαῖεν, τοῦ θείου μεταλαμβάνειν· τὸν αὐτὸν οἶμαι τρόπον καὶἐν τῇ θεωρίᾳ τῶν ὅλων εἰς μὲν τὰ μεθ᾽ἑαυτὴν βλέπουσαν τὴν ψυχὴν τὰς σκιὰς καὶ τὰ εἴδωλα τῶν ὄντων βλέπειν, εἰς ἑαυτὴν δὲἐπιστρεφομένην τὴν ἑαυτῆς οὐσίαν καὶ τοὺς ἑαυτῆς λόγους ἀνελίττειν· καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὥσπερ ἑαυτὴν μόνον καθορᾶν, βαθύνουσαν δὲ τῇἑαυτῆς γνώσει καὶ τὸν νοῦν εὑρίσκειν ἐν αὑτῇ καὶ τὰς τῶν ὄντων τάξεις, χωροῦσαν δὲ εἰς τὸἐντὸς αὑτῆς καὶ τὸ οἷον ἄδυτον τῆς ψυχῆς, ἐκείνῳ καὶ τὸ <θεῶν γένος> καὶ τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων <μύσασαν> θεάσασθαι. Πάντα γάρ ἐστι καὶἐν ἡμῖν ψυχικῶς καὶ διὰ τοῦτο τὰ πάντα γινώσκειν πεφύκαμεν, ἀνεγείροντες τὰς ἐν ἡμῖν δυνάμεις καὶ τὰς εἰκόνας τῶν ὅλων.
Καὶ τοῦτόἐστι τὸἄριστον τῆς ἐνεργείας, ἐν ἠρεμίᾳ τῶν δυνάμεων πρὸς αὐτὸ τὸ θεῖον ἀνατείνεσθαι καὶ περιχορεύειν ἐκεῖνο, καὶ πᾶν τὸ πλῆθος τῆς ψυχῆς <συναγείρειν> ἀεὶ πρὸς τὴν ἕνωσιν ταύτην, καὶ πάντα ἀφέντας ὅσα μετὰ τὸἓν αὐτῷ προσιδρύεσθαι καὶ συνάπτεσθαι τῷἀρρήτῳ καὶ πάντων ἐπέκεινα τῶν ὄντων. Μέχρι γὰρ τούτου τὴν ψυχὴν ἀνιέναι θεμιτὸν ἕως ἂν ἐπ᾽ αὐτὴν ἀνιοῦσα τελευτήσῃ τὴν τῶν ὄντων ἀρχήν· ἐκεῖ δὲ γενομένην καὶ τὸν ἐκεῖ τόπον θεασαμένην καὶ κατιοῦσαν ἐκεῖθεν καὶ διὰ τῶν ὄντων πορευομένην καὶἀνελίττουσαν τὰ πλήθη τῶν εἰδῶν, τάς τε μονάδας αὐτῶν καὶ τοὺς ἀριθμοὺς διεξιοῦσαν καὶὅπως ἕκαστα τῶν οἰκείων ἑνάδων ἐξήρτηται νοερῶς διαγινώσκουσαν, τελεωτάτην οἴεσθαι τῶν θείων ἐπιστήμην ἔχειν, τάς τε τῶν θεῶν προόδους εἰς τὰὄντα καὶ τὰς τῶν ὄντων περὶ τοὺς θεοὺς διακρίσεις ἑνοειδῶς θεασαμένην.

[37]Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.17.25 – 1.19.21» :

TheolPlat 1.17.25 ` to     TheolPlat 1.19.21   Ἐν Φαίδρῳ μὲν γὰρ <νυμφόληπτος> γενόμενος καὶ τῆς ἀνθρωπίνης νοήσεως τὴν κρείττονα μανίαν ἀλλαξάμενος, ἐνθέῳ στόματι πολλὰ μὲν περὶ τῶν νοερῶν διέξεισι θεῶν ἀπόρρητα δόγματα, πολλὰ δὲ περὶ τῶν ἀπολύτων ἡγεμόνων τοῦ παντός, οἳ τὸ τῶν ἐγκοσμίων θεῶν πλῆθος ἐπὶ τὰς νοητὰς καὶ χωριστὰς τῶν ὅλων μονάδας ἀνατείνουσιν, ἔτι δὲ πλείω περὶ αὐτῶν τῶν τὸν κόσμον διαλαχόντων θεῶν, τάς τε νοήσεις αὐτῶν καὶ τὰς περικοσμίους ποιήσεις ἀνυμνῶν καὶ τήν τε πρόνοιαν τὴν ἄχραντον καὶ τὴν περὶ τὰς ψυχὰς διακυβέρνησιν καὶὅσα ἄλλα παραδίδωσιν ὁ Σωκράτης ἐν ἐκείνοις ἐνθεαστικῶς, ὡς αὐτὸς διαρρήδην λέγει, καὶ τοῦτο τοὺς ἐγχωρίους θεοὺς τῆς τοιαύτης μανίας αἰτιώμενος. Ἐν δέ γε τῷ Σοφιστῇ περί τε τοῦὄντος καὶ τῆς τοῦἑνὸς ἀπὸ τῶν ὄντων χωριστῆς ὑποστάσεως διαλεκτικῶς ἀγωνιζόμενος καὶἀπορῶν πρὸς τοὺς παλαιοτέρους, ἐπιδείκνυσιν ὅπως τὰ μὲν ὄντα πάντα τῆς ἑαυτῶν αἰτίας ἐξήρτηται καὶ τοῦ πρώτως ὄντος, αὐτὸ δὲ τὸὂν μετέχει τῆς ἐξῃρημένης τῶν ὅλων ἑνάδος, καὶὡς πεπονθός ἐστι τὸἓν ἀλλ᾽ οὐκ αὐτοέν, ὑφειμένον τοῦἑνὸς καὶἡνωμένον ὑπάρχον ἀλλ᾽ οὐ πρώτως ἕν. Ὁμοίως δὲ αὖ κἀν τῷ Παρμενίδῃ τάς τε τοῦὄντος ἀπὸ τοῦἑνὸς προόδους καὶ τὴν τοῦἑνὸς ὑπεροχὴν διὰ τῶν πρώτων ὑποθέσεων ἐκφαίνει διαλεκτικῶς καί, ὡς αὐτὸς ἐν ἐκείνοις λέγει, κατὰ τὴν τελεωτάτην τῆς μεθόδου ταύτης διαίρεσιν. Καὶ μὴν καὶἐν Γοργίᾳ μὲν περὶ τῶν τριῶν δημιουργῶν καὶ περὶ τῆς δημιουργικῆς ἐν αὐτοῖς διακληρώσεως μῦθον ἀπαγγέλλων, οὐ <μῦθον> ὄντα μόνον ἀλλὰ καὶ <λόγον> ἐν Συμποσίῳ δὲ περὶ τῆς τοῦἔρωτος ἑνώσεως, ἐν δὲ Πρωταγόρᾳ περὶ τῆς τῶν θνητῶν ζῴων ἀπὸ θεῶν διακοσμήσεως, τὸν συμβολικὸν τρόπον κατακρύπτει τὴν περὶ τῶν θείων ἀλήθειαν, καὶ μέχρι ψιλῆς ἐνδείξεως ἐκφαίνει τὴν ἑαυτοῦ βούλησιν τοῖς γνησιωτάτοις τῶν ἀκουόντων. Εἰ δὲ βούλει καὶ τῆς διὰ τῶν μαθημάτων διδασκαλίας μνησθῆναι καὶ τῆς ἐκ τῶν ἠθικῶν ἢ φυσικῶν λόγων περὶ τῶν θείων πραγματείας, οἷα πολλὰ μὲν ἐν Τιμαίῳ πολλὰ δὲἐν Πολιτικῷ πολλὰ δὲἐν ἄλλοις διαλόγοις ἐστὶ κατεσπαρμένα θεωρεῖν, ἐνταῦθα δήπου σοι καὶ <ὁ> διὰ τῶν εἰκόνων τὰ θεῖα γινώσκειν ἐφιέμενος τρόπος ἔσται καταφανής. Ἅπαντα γὰρ ταῦτα τὰς τῶν θείων ἀπεικονίζεται δυνάμεις· ὁ μὲν πολιτικός, εἰ τύχοι, τὴν ἐν οὐρανῷ δημιουργίαν, τὰ δὲ τῶν πέντε στοιχείων ἐν λόγοις γεωμετρικοῖς ἀποδεδομένα σχήματα τὰς τῶν θεῶν τῶν ἐπιβεβηκότων τοῖς μέρεσι τοῦ παντὸς ἰδιότητας, αἱ δὲ τῆς ψυχικῆς οὐσίας διαιρέσεις τὰς ὅλας τῶν θεῶν διακοσμήσεις. Ἐῶ γὰρ λέγειν ὅτι καὶ τὰς πολιτείας ἃς συνίστησιν ἀπεικάζων τοῖς θείοις καὶ τῷ παντὶ κόσμῳ καὶ ταῖς ἐν αὐτῷ δυνάμεσι διακοσμεῖ. Πάντα δὴ οὖν ταῦτα δι᾽ὁμοιότητος τῶν τῇδε πρὸς τὰ θεῖα τὰς ἐκείνων ἡμῖν προόδους καὶ τάξεις καὶ δημιουργίας ἐν εἰκόσιν ἐπιδείκνυσιν.

[38] Άλλωστε : «όλα τα όντα είναι έκγονα των θεών και όλα παράγονται από αυτούς άμεσα και εδράζονται σε αυτούς. Γιατί δεν πραγματοποιείται μόνο η συνεχής πρόοδος των πραγμάτων και τα επόμενα δεν λαμβάνουν υπόσταση πάντα μόνο από τα αμέσως προηγούμενα αίτιά τους, αλλά κατά κάποιο τρόπο τα πάντα γεννιούνται κατευθείαν από τους θεούς, ακόμα και αν λέγονται ότι είναι πάρα πολύ μακριά από τους θεούς, ακόμα κι αν μιλήσεις για την ίδια την ύλη. Γιατί το θείο δεν λείπει από τίποτα, αλλά παρευρίσκεται εξίσου στα πάντα. Για αυτό, ακόμα κι αν πάρεις τα τελευταία όντα, και σε αυτά θα βρεις να υπάρχει το θείο. Γιατί το Ένα υπάρχει παντού, στον βαθμό που κάθε ον έχει λάβει υπόσταση από τους θεούς, και τα πάντα, μολονότι έχουν προέλθει από τους θεούς, δεν έχουν απομακρυνθεί από αυτούς, αλλά είναι ριζωμένα σε αυτούς. Γιατί που θα μπορούσαν να απομακρυνθούν, αφού οι θεοί έχουν περιβάλει και συμπεριλάβει τα πάντα και τα κρατούν μέσα τους ;; Γιατί αυτό που υπάρχει πέρα από τους θεούς είναι «τὸ μηδαμῶς ὄν ἐστι» (αυτό που δεν υπάρχει καθόλου). Όλα τα όντα περιλαμβάνονται ολόγυρα από τους θεούς και υπάρχουν μέσα σε αυτού. Με έναν θαυμαστό, λοιπόν, τρόπο, και έχουν βγει τα πάντα και δεν έχουν βγει. Γιατί δεν αποσπάστηκαν από τους θεούς. Γιατί αν είχαν αποσπαστεί, δεν θα υπήρχαν καν, επειδή και όλα τα γεννήματα, από αποσπαστούν από τους πατέρες τους, αμέσως ξεπέφτουν στην αχάνεια του μη όντος. Αντιθέτως, είναι εδραιωμένα κατά κάποιο τρόπο σε αυτούς και, για να μιλήσουμε γενικά, έχουν προχωρήσει στον εαυτό τους, παραμένουν όμως στους θεούς. Επειδή, όμως, από τη στιγμή που προχώρησαν, έπρεπε και να επιστρέψουν, μιμούμενοι την εμφάνιση των θεών και την επιστροφή τους στο αίτιο, προκειμένου και αυτά να είναι τακτοποιημένα σύμφωνα με την τελειοποιητική τριάδα [(παρα)μονή, πρόοδος και επιστροφή] και να περιέχονται πάλι από τους θεούς και τις πρωταρχικές Ενάδες, για αυτό δέχονται από αυτούς μια κατώτερη τελειότητα, με βάση την οποία μπορούν να επιστρέφουν προς την αγαθότητα των θεών, προκειμένου, επειδή εξ αρχής ήταν ριζωμένα στους θεούς, να στηριχτούν και πάλι σε αυτούς μέσω της επιστροφής, κάνοντας ένα τέτοιο κύκλο που ξεκινά από τους θεούς και καταλήγει στους θεούς. Όλα, λοιπόν, και μένουν και επιστρέφουν στους θεούς, έχοντας λάβει από αυτούς τούτη τη δύναμη και έχοντας υποδεχτεί στην ουσία τους δύο συνθήματα (σύμβολα), το ένα για να μένουν εκεί και το άλλο για να επιστρέφουν μετά την πρόοδό τους. Και αυτά μπορούμε να τα δούμε όχι μόνο στις ψυχές αλλά και στα κατώτερα άψυχα όντα. Γιατί τι άλλο είναι αυτό που και σε τούτα προκαλεί την ομοιοπάθεια με διαφορετικές κάθε φορά δυνάμεις, αν όχι το ότι έχουν λάβει συνθήματα (σύμβολα) από τη φύση, εκ των οποίων η καθεμία τα εξοικειώνει και με διαφορετική σειρά των θεών ;; Γιατί η φύση είναι εξαρτημένη από ψηλά και από τους ίδιους τους θεούς και έχει διανεμηθεί στις τάξεις των θεών και βάζει μέσα στα σώματα συνθήματα (σύμβολα) της εξοικείωσης των σωμάτων με τους θεούς, σε άλλα ηλιακές, σε άλλα σεληνιακές και σε άλλα κάποιου άλλου θεού, και τα επιστρέφει και αυτά στους θεούς, αλλά γενικά στους θεούς και άλλα σε συγκεκριμένους θεούς, τελειοποιώντας τα γεννήματα της με βάση διαφορετική κάθε φορά ιδιότητα των θεών. Αυτά, λοιπόν, πολύ πιο πριν και ο δημιουργός τα έπραξε στις ψυχές, δίνοντας τους συνθήματα (σύμβολα) της παραμονής και της επιστροφής τους, εδραιώνοντας τις στο Ένα και χαρίζοντας τους την «κατὰ τὸν νοῦν ἐπιστροφὴν»”.

— Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Β’, 1.209.13 – 211.8». —

inTi 1.209.13 ` to     inTi 1.211.8 Πάντα τὰὄντα θεῶν ἐστιν ἔκγονα καὶ παράγεται ὑπ᾽ αὐτῶν ἀμέσως πάντα καὶἱδρύεται ἐν αὐτοῖς. οὐ γὰρ μόνον ἡ κατὰ συνέχειαν ἐπιτελεῖται τῶν πραγμάτων πρόοδος, ἀεὶ τῶν ἑξῆς ἀπὸ τῶν προσεχῶς αἰτίων ὑφισταμένων, ἀλλὰ καὶ αὐτόθεν ἀπὸ τῶν θεῶν ἔστιν ὅπῃ γεννᾶται τὰ πάντα, κἂν πορρωτάτω τῶν θεῶν εἶναι λέγηται, κἂν αὐτὴν εἴπῃς τὴν ὕλην• οὐδενὸς γὰρ ἀφέστηκε τὸ θεῖον, ἀλλὰ πᾶσιν ἐξ ἴσου πάρεστι. διό, κἂν τὰἔσχατα λάβῃς, καὶ τούτοις παρὸν τὸ θεῖον εὑρήσεις• ἔστι γὰρ πανταχοῦ τὸἕν, καθὸ τῶν ὄντων ἕκαστον ἐκ θεῶν ὑφέστηκε, προελθόντα δὲ πάντα ἐκ θεῶν οὐκ ἐξελήλυθεν ἀπ᾽ αὐτῶν, ἀλλ᾽ἐνερρίζωται ἐν αὐτοῖς• ποῦ γὰρ ἂν καὶἐξέλθοι, πάντα τῶν θεῶν περιειληφότων καὶ προκατειληφότων καὶἐν ἑαυτοῖς ἐχόντων; τὸ γὰρ ἐπέκεινα τῶν θεῶν τὸ μηδαμῶς ὄν ἐστι. πάντα δὲ τὰὄντα κύκλῳ περιείληπται ὑπὸ τῶν θεῶν καὶἐν αὐτοῖς ἐστι. θαυμαστὸν οὖν τινα τρόπον καὶ προῆλθε πάντα καὶ οὐ προῆλθεν. οὐ γὰρ ἀπεσπάσθη τῶν θεῶν• οὐδὲ γὰρ ἂν ἦν ἀποσπασθέντα, διότι καὶ πάντα τὰἔκγονα τῶν πατέρων ἀποσπώμενα πρὸς τὴν ἀχάνειαν εὐθὺς ὑποτρέχει τοῦ μὴὄντος• ἀλλ᾽ἵδρυταί πως ἐν αὐτοῖς, καί, ὡς τὸὅλον εἰπεῖν, ἑαυτοῖς μὲν προελήλυθε, μένει δὲ τοῖς θεοῖς. ἐπεὶ δὲ προελθόντα καὶἐπιστρέφειν ἔδει μιμούμενα τὴν τῶν θεῶν ἔκ φανσίν τε καὶ εἰς τὸ αἴτιον στροφήν, ἵνα κατὰ τὴν τελεσιουργὸν τριάδα καὶ ταῦτα διατεταγμένα πάλιν ὑπὸ τῶν θεῶν περιέχηται καὶ τῶν πρωτίστων ἑνάδων, δευτέραν τινὰ δέχεται παρ᾽ αὐτῶν τελειότητα, καθ᾽ἣν ἐπιστρέφειν δύναται πρὸς τὴν ἀγαθότητα τῶν θεῶν, ὅπως ἂν ἐρριζωμένα τὴν ἀρχὴν ἐν θεοῖς διὰ τῆς ἐπιστροφῆς αὖθις ἐν αὐτοῖς ἀπερείδηται, κύκλον τινὰ τοῦτον ἀπὸ θεῶν τε ἀρχόμενον καὶ εἰς θεοὺς λήγοντα ποιούμενα. πάντ᾽ οὖν καὶ μένει καὶἐπιστρέφει πρὸς τοὺς θεούς, ταύτην λαβόντα παρ᾽ αὐτῶν τὴν δύναμιν καὶ διττὰ συνθήματα κατ᾽ οὐσίαν ὑποδεξάμενα, τὰ μὲν ὅπως ἂν ἐκεῖ μένῃ, τὰ δὲὅπως ἂν ἐπιστρέφῃ προελθόντα. καὶ ταῦτα οὐκ ἐν ψυχαῖς μόνον, ἀλλὰ καὶἐν τοῖς ἑπομένοις ἀψύχοις πάρεστι θεωρεῖν. τί γὰρ ἄλλο ἐστὶ τὸ καὶ τούτοις τὴν συμπάθειαν πρὸς ἄλλας καὶἄλλας δυνάμεις ἐναπεργαζόμενον, ἢ τὸ σύμβολα παρὰ τῆς φύσεως εἰληχέναι, τὰ μὲν πρὸς ἄλλην, τὰ δὲ πρὸς ἄλλην οἰκειοῦντα σειρὰν θεῶν; ἄνωθεν γὰρ καὶἀπ᾽ αὐτῶν ἐξηρτημένη τῶν θεῶν ἡ φύσις καὶ διανενεμημένη περὶ τὰς τῶν θεῶν τάξεις ἐντίθησι καὶ τοῖς σώμασι τῆς πρὸς θεοὺς αὐτῶν οἰκειότητος συνθήματα, τοῖς μὲν Ἡλιακά, τοῖς δὲ Σεληνιακά, τοῖς δὲἄλλου τινὸς θεῶν, καὶἐπιστρέφει καὶ ταῦτα πρὸς θεούς, τὰ μὲν ὡς πρὸς θεοὺς ἁπλῶς, τὰ δὲὡς πρὸς τούσδε τοὺς θεούς, τελεώσασα τὰἑαυτῆς γεννήματα κατ᾽ἄλλην καὶἄλλην ἰδιότητα θεῶν. ταῦτ᾽ οὖν πολλῷ πρότερον καὶὁ δημιουργὸς περὶ τὰς ψυχὰς ἐνήργησε τοῦ τε μένειν αὐταῖς καὶ τοῦἐπιστρέφειν συνθήματα δοὺς καὶ κατὰ μὲν τὸἓν ἱδρύσας αὐτάς, κατὰ δὲ τὸν νοῦν τὴν ἐπιστροφὴν αὐταῖς καταχαρισάμενος.

Επίσης :

«Της ίδιας της άρρητης και επέκεινα των νοητών αιτίας υπάρχει για καθένα από τα όντα, μέχρι και τα έσχατα, ένα σημείο, μέσω του οποίου τα πάντα εξαρτώνται από εκείνη, άλλα πιο μακριά και άλλα πιο κοντά, ανάλογα με το πόσο έντονο ή πόσο αμυδρό είναι το σημείο σε αυτά, και τούτο είναι η κινητήρια δύναμη προς τον πόθο του Πλατωνικού Αγαθού ή Ένα, αυτό που παρέχει στα όντα άσβεστο τον έρωτα αυτόν, άγνωστο το ίδιο στην ύπαρξή του (καθώς φτάνει και μέχρι εκείνα που δεν μπορούν να έχουν γνώση), υπέρτερο της ζωής (υπάρχει άλλωστε και στα άψυχα) και χωρίς νοητική τη δύναμη του (καθώς βρίσκεται και στα αμέτοχα της νόησης). Όπως λοιπόν η Φύση και η δημιουργική μονάδα – ο δημιουργός Νους που είναι ο τελευταίος της βαθμίδας των νοητικών θεών – και ο ίδιος ο εξηρημένος των όλων πατέρας εγκατέσπειρε στα δευτερεύοντα τα συνθήματα [σύμβολα] της δικής τους ιδιότητας, και μέσω εκείνων στρέφουν τα πάντα προς τον εαυτό τους, έτσι και όλοι οι θεοί δίνουν σε όσα δημιουργούνται από αυτούς τα σύμβολα της δικής τους αιτίας, και μέσω αυτών εγκαθιστούν τα πάντα στον εαυτό τους.»
—-Βλ. Πρόκλος, στα «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 71. 29-46».—-

       inCra 71.29 ` toinCra 71.46 ἀλλὰ αὐτῆς τῆς ἀρρήτου καὶἐπέκεινα τῶν νοητῶν αἰτίας ἐστὶν ἑκάστῳ τῶν ὄντων σύνθημα καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων, δι᾽ οὗ πάντα εἰς ἐκείνην ἀνήρτηνται τὰ μὲν πορρώτερον τὰ δ᾽ἐγγύτερον κατὰ τὴν τρανότητα καὶ τὴν ἀμυδρότητα τοῦἐν αὐτοῖς συνθήματος, καὶ τοῦτόἐστιν τὸ πάντα κινοῦν εἰς τὸν τοῦἀγαθοῦ πόθον καὶἄσβεστον τὸν ἔρωτα τοῦτον παρεχόμενον τοῖς οὖσιν, ἄγνωστον μὲν ὑπάρχον (διήκει γὰρ καὶ μέχρι τῶν γινώσκειν μὴ δυναμένων), κρεῖττον δ᾽ὂν ζωῆς (πάρεστι γὰρ καὶ τοῖς ἀψύχοις), νοερὰν δὲ τὴν δύναμιν οὐκ ἔχον (ἔγκειται γὰρ τοῖς ἀμοίροις τοῦ νοεῖν). ὥσπερ οὖν ἡ φύσις καὶἡ μονὰς ἡ δημιουργικὴ καὶ αὐτὸς <ὁ> πάντων ἐξῃρημένος πατὴρ ἐνέσπει- ραν τοῖς δευτέροις τῆς οἰκείας ἰδιότητος συνθήματα, καὶ δι᾽ἐκείνων ἐπιστρέφουσι πάντα πρὸς ἑαυτούς, οὕτως δὲ καὶ πάντες οἱ θεοὶ τοῖς ἀφ᾽ἑαυτῶν παραγομένοις ἐνδιδόασι τῆς σφετέρας αἰτίας σύμβολα, καὶ διὰ τούτων ἑδράζουσι πάντα ἐν ἑαυτοῖς.

[39] «Ο σκοπός τώρα του διαλόγου «Σοφιστής», σύμφωνα με τον μεγάλο Ιάμβλιχο, είναι ο υποσελήνιος δημιουργός. Διότι αυτός είναι δημιουργός ειδώλων και καθαρτής ψυχών, που τις χωρίζει πάντα από τους αντίθετους λόγους, μεταπράτης και «έμμισθος θηρευτής πλούσιων νέων», ο οποίος υποδέχεται ψυχές που κατεβαίνουν από πάνω γεμάτες με λογικές αρχές και παίρνει από αυτές ως μισθό την χορηγία ζωής στα θνητά σύμφωνα με λογικές αρχές. Είναι συνδεδεμένος με το “μη-ΟΝ”, επειδή δημιουργεί τα ένυλα [είδη] και επειδή ασπάζεται το αληθινό ψεύδος, την ύλη. Αποβλέπει, ωστόσο, στο όντως ΌΝ. Αυτός είναι ο πολυκέφαλος, έχει προβάλει πολλές ουσίες και ζωές, μέσα από τις οποίες κατασκευάζει την ποικιλία της γένεσης. Είναι επίσης γητευτής, καθώς γοητεύει τις ψυχές με φυσικούς λόγους, έτσι ώστε να τους γίνεται δύσκολο να αποσπαστούν από την γένεση. Διότι και ο έρωτας είναι γητευτής, αλλά και η φύση έχει χαρακτηριστεί από κάποιους ως μάγος λόγω των φυσικών συμπαθειών και αντιπαθειών. Εδώ λοιπόν θέλει να μας διδάξει τον πολύμορφο σοφιστή. Διότι, πράγματι, και ο φιλόσοφος είναι σοφιστής, εφόσον μιμείται τόσο τον ουράνιο δημιουργό όσο και τον γενεσιουργό. Η τέχνη της διαίρεσης, πάλι, μιμείται την πρόοδο των όντων από το Ένα, όπως και ο γενεσιουργός δημιουργός μιμείται τον ουράνιο. Γι’ αυτό και σοφιστής. Κι ο ίδιος ο σοφιστής, που είναι άνθρωπος, λέγεται σοφιστής επειδή μιμείται τα σπουδαία πράγματα. Γι’ αυτό και αποκάλεσε τον σοφιστή «πολυκέφαλο». Ας διανοηθούμε τον Ξένο στον ρόλο του υπερουράνιου και υπερβατικού πατέρα των δημιουργών, ενώ τους ακροατές του στον ρόλο των δημιουργικών νοήσεων, τον ένα στον ρόλο της νοήσεως τους Διός και τον άλλο στον ρόλο της αγγελικής νοήσεως, επειδή ανήκει στην σειρά του Ερμή και είναι γεωμέτρης. Και επειδή η δημιουργία προχωρεί από το ατελές στο τέλειο, γι’ αυτόν τον λόγο ο Ξένος πρώτα συνομιλεί με τον Θεόδωρο και έπειτα, μέσω της επιστροφής, με τον Σωκράτη, που αντιστοιχεί στον Δία».

—- Βλ. Ιάμβλιχος «Σχόλια» εις τον Πλάτωνα Εις Σοφιστην Προοίμιον». —-

ScholiainPlatonemSph.t.1 ` to     ScholiainPlatonemSph.adtit.27 Sph.t {1ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΟΦΙΣΤΗΝ}1 Sph.adtit ΣΟΦΙΣΤΗΣ. ὅτι σοφιστὴν καλεῖὁ Πλάτων καὶ τὸν <Ἔρωτα> καὶ τὸν Ἅιδην καὶ τὸν Δία, καὶ παγκάλην λέγει εἶναι τὴν σοφιστικὴν τέχνην· ὅθεν ὑπονοοῦμεν ὅτι γλαφυρωτέρου σκοποῦἔχεται ὁ διάλογος. ἔστι γὰρ κατὰ τὸν μέγαν Ἰάμβλιχον ὁ σκοπὸς νῦν περὶ τοῦὑπὸ σελήνην δημιουργοῦ. οὗτος γὰρ καὶ εἰδωλοποιὸς καὶ καθαρτὴς ψυχῶν, ἐναντίων λόγων ἀεὶ χωρίζων, μεταβλητικός, καὶ νέων πλουσίων ἔμμισθος θηρευτής, ψυχὰς ὑποδεχόμενος πλήρεις ἀλόγων ἄνωθεν ἰούσας, καὶ μισθὸν λαμβάνων παρ᾽ αὐτῶν τὴν ζωοποιίαν τὴν κατὰ λόγον τῶν θνητῶν. οὗτος ἐνδέδεται τῷ μὴὄντι, τὰἔνυλα δημιουργῶν, καὶ τὸὡς ἀληθῶς ψεῦδος ἀσπαζόμενος, τὴν ὕλην· βλέπει δὲ εἰς τὸὄντως ὄν. οὗτός ἐστιν ὁ πολυκέφαλος, πολλὰς οὐσίας καὶ ζῳὰς προβεβλημένος, δι᾽ὧν κατασκευάζει τὴν ποικιλίαν τῆς γενέσεως. ὁ δ᾽ αὐτὸς καὶ γόης, ὡς θέλγων τὰς ψυχὰς τοῖς φυσικοῖς λόγοις, ὡς δυσαποσπάστως ἔχειν ἀπὸ τῆς γενέσεως. καὶ γὰρ ὁἔρως γόης, καὶἡ φύσις ὑπό τινων μάγος κέκληται διὰ τὰς συμπαθείας καὶἀντιπαθείας τῶν φύσει. νῦν οὖν τὸν παντοδαπὸν σοφιστὴν βούλεται διδάσκειν. καὶ γὰρ καὶὁ φιλόσοφος σοφιστὴς ὡς μιμούμενος τόν τε οὐράνιον δημιουργὸν καὶ τὸν γενεσι ουργόν. καὶἡ διαιρετικὴ μιμεῖται τὴν ἀπὸ τοῦἑνὸς τῶν ὄντων πρόοδον, καὶὁ γενεσιουργὸς τὸν οὐράνιον δημιουργόν· διὸ καὶ σοφιστής. καὶ αὐτὸς δὲὁ σοφιστὴς ἄνθρωπος ὢν διὰ τὸ τὰ μεγάλα μιμεῖσθαι σοφιστὴς καλεῖται· ὅθεν καὶ τὸν σοφιστὴν πολυκέφαλον εἴρηκεν. ὁ δὲ ξένος εἰς τύπον τοῦ πατρὸς τῶν δημιουργῶν νοείσθω ὑπερουράνιος καὶἐξῃρημένος, οἱ δὲἀκροαταὶ εἰς τὰς δημιουργικὰς νοήσεις, ὁ μὲν εἰς τὴν τοῦ Διός, ὁ δὲ εἰς τὴν ἀγγελικὴν ὡς Ἑρμαϊκὸς καὶ γεωμετρικός. καὶἐπεὶἡ δημιουργία ἐκ τοῦἀτελοῦς εἰς τὸ τέλειον, διὰ τοῦτο πρῶτον ὁ ξένος τῷ Θεοδώρῳ συγγίνεται, εἶτα δι᾽ἐπιστροφῆς τῷ διίῳ Σωκράτει.

[40] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.23.22 – 1.25.22» :

TheolPlat 1.23.13 ` to     TheolPlat 1.25.22   Ἔστι μὲν οὖν διὰ πάντων, ὡς εἰπεῖν, τῶν Πλατωνικῶν διαλόγων ἡ περὶ θεῶν ἀλήθεια διήκουσα καὶ πᾶσιν ἐνέσπαρται τοῖς μὲν ἀμυδρότερα τοῖς δὲ εὐαγέστερα <τὰ> τῆς πρωτίστης φιλοσοφίας νοήματα σεμνὰ καὶἐναργῆ καὶὑπερφυῆ καὶ πρὸς τὴν ἄυλον καὶ χωριστὴν οὐσίαν τῶν θεῶν ἀνεγείροντα τοὺς καὶὁπωσοῦν αὐτῶν μετασχεῖν δυναμένους· καὶὥσπερ ἐν ἑκάστῃ μοίρᾳ τοῦ παντὸς καὶ φύσει τῆς ἀγνώστου τῶν θεῶν ὑπάρξεως ἰνδάλματα κατέθηκεν ὁ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ πάντων δημιουργὸς ἵνα πάντα πρὸς τὸ θεῖον ἐπιστρέφηται κατὰ τὴν πρὸς αὐτὸ συγγένειαν, οὕτως οἶμαι καὶ τὸν ἔνθεον τοῦ Πλάτωνος νοῦν ἅπασι τοῖς ἑαυτοῦ γεννήμασι τὰς περὶ θεῶν ἐννοίας συνυφῆναι καὶ μηδὲν ἄμοιρον ἀφεῖναι τῆς τοῦ θείου μνήμης ἵν᾽ἐκ πάντων ἀνάγεσθαι καὶ τῶν ὅλων ἀνάμνησιν πορίζεσθαι τοῖς γνησίοις ὑπάρχῃ τῶν θείων ἐρασταῖς.
Εἰ δὲ δεῖ τοὺς μάλιστα τὴν περὶ θεῶν μυσταγωγίαν ἡμῖν ἐκφαίνοντας τῶν πολλῶν προθεῖναι διαλόγων, οὐκ ἂν φθάνοιμι τόν τε Φαίδωνα καὶ τὸν Φαῖδρον ἀπολογιζόμενος καὶ τὸ Συμπόσιον καὶ τὸν Φίληβον, τόν τε αὖ Σοφιστὴν καὶ τὸν Πολιτικὸν μετὰ τούτων καταλέγων καὶ Κρατύλον καὶ Τίμαιον· ἅπαντες γὰρ οὗτοι τῆς ἐνθέου τοῦ Πλάτωνος ἐπιστήμης δι᾽ὅλων, ὡς εἰπεῖν, ἑαυτῶν πλήρεις τυγχάνουσιν ὄντες. Δευτέρους ἂν ἔγωγε θείην μετὰ τούτους τόν τε ἐν Γοργίᾳ καὶ τὸν Πρωταγόρειον μῦθον καὶ τὰ περὶ προνοίας θεῶν ἐν Νόμοις καὶὅσα περὶ Μοιρῶν ἢ τῆς μητρὸς τῶν Μοιρῶν ἢ τῶν περιφορῶν τοῦ παντὸς ἐν τῷ δεκάτῳ τῆς Πολιτείας ἡμῖν παραδέδοται. Εἰ δὲ βούλει, κατὰ τρίτην τάξιν καὶ τὰς Ἐπιστολὰς τίθει παρ᾽ὅσων δυνατὸν εἰς τὴν περὶ τῶν θείων ἐπιστήμην ἀναπέμπεσθαι· καὶ γὰρ περὶ τῶν τριῶν βασιλέων ἐν ταύταις εἴρηται καὶἄλλα πάμπολλα δόγματα θεῖα τῆς Πλατωνικῆς ἐπάξια θεωρίας.
Δεῖ τοίνυν πρὸς ταῦτα βλέποντας ἕκαστον διάκοσμον θεῶν ἐν τούτοις ἀναζητεῖν, καὶ λαμβάνειν ἐκ μὲν τοῦ Φιλήβου τὴν περὶ τοῦἑνὸς ἀγαθοῦ καὶ τὴν περὶ τῶν δυεῖν ἀρχῶν τῶν πρωτίστων καὶ τῆς ἐκ τούτων ἀναφανείσης τριάδος ἐπιστήμην, εὑρήσεις γὰρ ταῦτα πάντα διακεκριμένως ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος ἡμῖν παραδεδομένα, ἐκ δὲ τοῦ Τιμαίου τὴν περὶ τῶν νοητῶν θεωρίαν καὶ τὴν περὶ τῆς δημιουργικῆς μονάδος ἔνθεον ὑφήγησιν καὶ τὴν περὶ τῶν ἐγκοσμίων θεῶν πληρεστάτην ἀλήθειαν, ἐκ δὲ τοῦ Φαίδρου τά τε νοητὰ πάντα καὶ νοερὰ γένη καὶ τὰς ἀπολύτους τάξεις τῶν θεῶν ὅσαι προσεχῶς ὑπερίδρυνται τῶν οὐρανίων περιφορῶν, ἐκ δὲ τοῦ Πολιτικοῦ τήν τε ἐν οὐρανῷ δημιουργίαν καὶ τὰς διττὰς περιόδους τοῦ παντὸς καὶ τὰς νοερὰς αἰτίας αὐτῶν, ἐκ δὲ τοῦ Σοφιστοῦ σύμπασαν τὴν ὑπὸ σελήνην γένεσιν καὶ τὴν ἰδιότητα τῶν ταύτην κληρωσαμέ νων θεῶν. Περὶ δὲ αὖ τῶν καθ᾽ἕκαστα θεῶν πολλὰ μὲν ἐκ τοῦ Συμποσίου θηράσομεν ἱεροπρεπῆ νοήματα, πολλὰ δὲἐκ τοῦ Κρατύλου, πολλὰ δὲἐκ τοῦ Φαίδωνος· <ἐν> ἑκάστῳ γὰρ αὐτῶν πλείων ἢἐλάττων μνήμη γίνεται τῶν θείων ὀνομάτων ἀφ᾽ὧν ῥᾴδιον τοῖς περὶ τὰ θεῖα γεγυμνασμένοις τὰς ἰδιότητας αὐτῶν τῷ λογισμῷ περιλαμβάνειν.

[41]Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.27.17 – 1.28.2» :

TheolPlat 1.27.17 ` to     TheolPlat 1.28.2 Ο μὲν γὰρ Τίμαιος ἡμᾶς, εἰ τύχοι, διδάξει τὴν περὶ τῶν νοητῶν γενῶν θεωρίαν, ὁ δὲ Φαῖδρος τὰς πρώτας νοερὰς διακοσμήσεις ἐν τάξει παραδιδοὺς ἀναφανήσεται· ποῦ δὲἡ τῶν νοερῶν πρὸς τὰ νοητὰ σύνταξις καὶ τίς ἡ τῶν δευτέρων ἀπὸ τῶν πρώτων γένεσις, καὶὅλως τίνα τρόπον ἀπὸ τῆς μιᾶς τῶν πάντων ἀρχῆς εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἐγκοσμίων θεῶν ἡ πρόοδος γέγονε τῶν θείων διακόσμων καὶ πῶς συμπεπλήρωται τὰ μέσα τοῦ τε ἑνὸς καὶ τοῦ παντελοῦς ἀριθμοῦ ταῖς τῶν θεῶν ἀπογεννήσεσι κατὰ τὴν ὁμοφυῆ καὶἀδιαίρετον ὑπόβασιν τῶν ὅλων, εἰπεῖν οὐχ ἕξομεν.

[42]Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.28.12 – 1.28.15» :

TheolPlat 1.28.12 ` to     TheolPlat 1.28.15 ἐκ μὲν τοῦ Τιμαίου τὴν ὅλην περὶ τῆς φύσεως θεωρίαν προάγειν δυνήσεσθε, ἐκ δὲ τῆς Πολιτείας ἢ τῶν Νόμων τὰ περὶ τῶν ἠθῶν κάλλιστα δόγματα πρὸς ἓν φιλοσοφίας εἶδος συντείνοντα,

[43] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.29.24 – 1.30.10» :

TheolPlat 1.29.24 ` to     TheolPlat 1.30.10 Εν Τιμαίῳ <δὲ> τὰ περὶ τῶν νοητῶν θεῶν τῆς προκειμένης ἕνεκα φυσιολογίας παρείληπται, διότι δὴ πανταχοῦ τὰς εἰκόνας ἀπὸ τῶν παραδειγμάτων γινώσκειν ἀναγκαῖον, παραδείγματα δὲ τὰἄυλα τῶν ἐνύλων, τὰ νοητὰ τῶν αἰσθητῶν, τὰ χωριστὰ τῶν φυσικῶν εἰδῶν. Ἐν δὲ αὖ τῷ Φαίδρῳ τόν τε <ὑπερουράνιον τόπον> ἀνυμνεῖ καὶ τὸὑπουράνιον βάθος καὶ πᾶν τὸὑπὸ τοῦτο γένος τῆς <ἐρωτικῆς> ἕνεκα <μανίας> καὶ τοῦ τρόπου τῆς <ἀναμνήσεως> τῶν ψυχῶν καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἐπ᾽ἐκεῖνα <πορείας>.

[44] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.4.2 – 1.4.30» :

inTi 1.4.2 ` to     inTi 1.4.30 τῆς γὰρ δὴ φυσιολογίας τριχῆ διῃρημένης, ὡς συνελόντι φάναι, καὶ τῆς μὲν περὶ τὴν ὕλην ἀσχολουμένης καὶ τὰς ὑλικὰς αἰτίας, τῆς δὲ προστιθείσης καὶ τὴν τοῦ εἴδους ζήτησιν καὶ τοῦτο κυριώτερον αἴτιον ἀποφαινομένης, τῆς δ᾽ αὖ τρίτης ταῦτα μὲν οὐδὲ τῶν αἰτίων λόγον, ἀλλὰ τὸν τῶν συναιτίων ἔχειν ἀποδεικνυούσης, τὰς δὲ κυρίως αἰτίας τῶν φύσει γινομένων ἄλλας ὑποτιθεμένης, τὸ ποιητικόν, τὸ παραδειγματικόν, τὸ τελικόν, οἱ μὲν πολλοὶ τῶν πρὸ τοῦ Πλάτωνος φυσικῶν περὶ τὴν ὕλην διέτριψαν, οἳ μὲν ἄλλο, οἳ δὲἄλλο τὸὑποκείμενον λέγοντες· καὶ γὰρ αὖ καὶ <Ἀναξαγόρας>, ὃς δὴ δοκεῖ <καθευδόντων τῶν ἄλλων> τὸν νοῦν αἴτιον ὄντα τῶν γιγνομένων ἰδεῖν, οὐδὲν ἐν ταῖς ἀποδόσεσι προσχρῆται τῷ νῷ, μᾶλλον δὲ <ἀέρας> τινὰς αἰτιᾶται <καὶ αἰθέρας> τῶν γινομένων, ὡς ὁἐν <Φαίδωνι> [98 C] <Σωκράτης> φησίν· οἱ δὲ μετὰ Πλάτωνα προστάντες τῆς αἱρέσεως, οὐ πάντες, ἀλλ᾽ὅσοι γε αὐτῶν ἀκριβέστεροι, καὶ τὸ εἶδος μετὰ τῆς ὕλης θεωρεῖν ἠξίωσαν τὸν φυσικόν, εἰς ὕλην καὶ εἶδος ἀνάγοντες τὰς τῶν σωμάτων ἀρχάς· καὶ γὰρ εἴ που καὶ τῆς ποιητικῆς αἰτίας διαμνημονεύουσιν, ὥσπερ ὅταν τὴν <φύσιν ἀρχὴν κινήσεως> λέγωσιν, ἀλλ᾽ἀφαιροῦσιν αὐτῆς τὸ δραστήριον καὶ τὸ κυρίως ποιητικόν, λόγους ἐν αὐτῇ μὴ συγχωροῦντες εἶναι τῶν παρ᾽ αὐτῆς ποιουμένων, ἀλλὰ πολλὰ καὶ αὐτομάτως γίγνεσθαι διδόντες, πρὸς τῷ μηδὲ πάντων ἁπλῶς τῶν φυσικῶν ποιητικὴν αἰτίαν ὁμολογεῖν προϋφεστάναι, μόνων δὲ τῶν ἐν γενέσει φερομένων· ἐπεὶ τῶν γε ἀϊδίων οὐδὲν ποιητικὸν εἶναί φασι διαρρήδην· ὅπου καὶ λανθάνουσιν ἢ τὸν ὅλον οὐρανὸν ἀπὸ ταὐτομάτου συνιστάντες, ἢ τὸ σωματικὸν αὐτὸἑαυτοῦ παρακτικὸν ἀποφαινόμενοι.

[45] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.2.29 – 1.6.6» :

inTi 1.2.29 ` to     inTi 1.6.6 μόνος δὲὁ Πλάτων τοῖς Πυθαγορείοις ἑπομένως παραδίδωσι μὲν καὶ   τὰ συναίτια τῶν φυσικῶν πραγμάτων, τὸ πανδεχὲς καὶ τὸἔνυλον εἶδος, δουλεύοντα τοῖς κυρίως αἰτίοις εἰς γένεσιν· πρὸ δὲ τούτων τὰς πρωτουργοὺς αἰτίας διερευνᾶται, τὸ ποιοῦν, τὸ παράδειγμα, τὸ τέλος, καὶ διὰ ταῦτα νοῦν τε ἐφίστησι τῷ παντὶ δημιουργικὸν καὶ νοητὴν αἰτίαν, ἐν ᾗ πρώτως ἐστὶ τὸ πᾶν, καὶ τὸἀγαθόν, ἐν ἐφετοῦ τάξει τῷ ποιοῦντι προϊδρυμένον· ἐπεὶ γὰρ τὸὑπ᾽ἄλλου κινούμενον ἤρτηται τῆς τοῦ κινοῦντος δυνάμεως, οὔτε παράγειν ἑαυτὸ δηλαδὴ πέφυκεν οὔτε τελειοῦν οὔτε σῴζειν, ἐν πᾶσι δὲ τούτοις τῆς ποιητικῆς αἰτίας δεῖται καὶὑπ᾽ἐκείνης συνέχεται. καὶ οὖν καὶ τὰ συναίτια τῶν φυσικῶν ἐξηρτῆσθαι προσήκει τῶν ἀληθινῶν αἰτίων, ἀφ᾽ὧν παρῆκται, πρὸς ἃ δεδημιούργηται παρὰ τοῦ πάντων πατρός, ὧν ἕνεκα γέγονεν. εἰκότως ἄρα τῷ Πλάτωνι πάντα ταῦτα μετ᾽ἀκριβείας ἐξητασμένα παραδέδοται, καὶἀπὸ τούτων ἐξημμένα τὰ λοιπὰ δύο, τό τε εἶδος καὶ τὸὑποκείμενον· οὐ γάρ ἐστιν ὁ κόσμος οὗτος ὁ αὐτὸς τοῖς νοητοῖς ἢ νοεροῖς κόσμοις, οἵτινες ἐν εἴδεσι καθαροῖς ὑφεστήκασιν, ἀλλ᾽ἔστιν ἐν αὐτῷ τὸ μὲν ὡς λόγος καὶ εἶδος, τὸ δὲὡς ὑποκείμενον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ εἰσαῦθις ἐξέσται σκοπεῖν· ὅτι δὲ εἰκότως πάσας τὰς αἰτίας ταύτας ὁ Πλάτων παραδέδωκε τῆς κοσμοποιίας, ἐκ τούτων πρόδηλον, τὸἀγαθόν, τὸ νοητὸν παράδειγμα, τὸ ποιοῦν, τὸ εἶδος, τὴν ὑποκειμένην φύσιν· εἰ μὲν γὰρ περὶ νοητῶν διελέγετο θεῶν, τἀγαθὸν ἂν μόνον αἴτιον αὐτῶν ἀπέφαινεν· ἐκ γὰρ ταύτης μόνης τῆς αἰτίας ὁ νοητὸς ἀριθμός· εἰ δὲ περὶ νοερῶν, τό τε ἀγαθὸν ἂν καὶ τὸ νοητὸν αἴτιον τούτων ὑπέθετο· πρόεισι γὰρ τὸ νοερὸν πλῆθος ἔκ τε τῶν νοητῶν ἑνάδων καὶ τῆς μιᾶς τῶν ὄντων πηγῆς· εἰ δὲ περὶ τῶν ὑπερκοσμίων, παρῆγεν ἂν αὐτοὺς ἔκ τε τῆς δημιουργίας τῆς νοερᾶς καὶὁλικῆς κἀκ τῶν νοητῶν θεῶν καὶ τοῦ τῶν ὅλων αἰτίου· πάντων γάρ, ὧν τὰ δεύτερα γεννητικά, πρώτως ἐστὶ καὶἀρρήτως ἐκεῖνο καὶἀνεπινοήτως ὑποστατικόν· ἐπειδὴ δὲ περὶἐγκοσμίων διαλέξεται πραγμάτων καὶ περὶ κόσμου τοῦ ξύμπαντος, ὕλην τε αὐτῷ δώσει καὶ εἶδος ἀπὸ τῶν ὑπερκοσμίων θεῶν εἰς αὐτὸν ἐφῆκον καὶ τῆς ὅλης ἐξάψει δημιουργίας καὶ πρὸς τὸ νοητὸν ἀπεικάσει ζῷον καὶ θεὸν ἀποδείξει τῇ μετουσίᾳ τἀγαθοῦ, καὶ οὕτω δὴ θεὸν ἔννουν ἔμψυχον ἀποτελέσει τὸν ὅλον κόσμον.
Σκοπὸς μὲν οὖν οὗτος, οὗ φαμεν στοχάζεσθαι τὸν Τίμαιον, καὶ τοιοῦτος, ὥσπερ εἴπομεν. τούτου δὲὄντος τοιούτου πρεπόντως ἐν ἀρχῇ μὲν δι᾽ εἰκόνων ἡ τοῦ παντὸς ἐπιδείκνυται τάξις, ἐν μέσοις δὲἡ σύμπασα κοσμοποιία παραδίδοται, πρὸς δὲ τῷ τέλει τὰ μερικὰ καὶ τὰ τέλη τῆς δημιουργίας συνυφαίνεται τοῖς ὅλοις· ἡ μὲν γὰρ τῆς Πολιτείας ἐπανάληψις καὶὁ περὶ τῆς Ἀτλαντίδος μῦθος τὴν δι᾽ εἰκόνων ἐμφαίνει τοῦ κόσμου θεωρίαν· εἴτε γὰρ εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ τὸ πλῆθος ἀπίδοιμεν τῶν ἐγκοσμίων, τῆς μὲν ἑνώσεως εἰκόνα φήσομεν εἶναι τὴν Πολιτείαν, ἣν ὁ Σωκράτης ἀνακεφαλαιοῦται, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν κοινωνίαν ὡς τέλος προστησαμένην, τῆς δὲ διαιρέσεως καὶ μάλιστα τῆς κατὰ τὰς δύο συστοιχίας ἀντιθέσεως τὸν τῶν Ἀτλαντίνων πρὸς Ἀθηναίους πόλεμον, ὃν ὁ Κριτίας ἱστορεῖ· εἴτε κατὰ τὸ οὐράνιον καὶ τὸὑπὸ σελήνην, τὴν μὲν Πολιτείαν ὁμοιοῦσθαι φήσομεν πρὸς τὴν οὐρανίαν διακόσμησιν—καὶ γὰρ ὁ <Σωκράτης> [rep. IX 592.B ] ἐν οὐρανῷ φησιν αὐτῆς τὸ παράδειγμα ἱδρῦσθαι—τὸν δὲ τῶν Ἀτλαντίνων πόλεμον τῇ γενέσει δι᾽ἐναντιώσεως καὶ μεταβολῆς ὑφισταμένῃ. ταῦτα μὲν οὖν διὰ ταῦτα προηγεῖται τῆς ὅλης φυσιολογίας. Ἐπὶ δὲ τούτοις τό τε δημιουργικὸν αἴτιον παραδίδοται τοῦ παντὸς καὶ τὸ παραδειγματικὸν καὶ τελικόν· ὧν προϋπαρχόντων δημιουργεῖται τὸ πᾶν καθ᾽ὅλον τε καὶ κατὰ μέρη· καὶ γὰρ τὸ σωματοειδὲς αὐτοῦ τεκταίνεται τοῖς εἴδεσι καὶ ταῖς δημιουργικαῖς τομαῖς καὶ τοῖς θείοις ἀριθμοῖς τεμνόμενον, καὶἡ ψυχὴ παράγεταί τε ἀπὸ τοῦ δημιουργοῦ καὶ πληροῦται λόγων ἁρμονικῶν καὶ συμβόλων θείων καὶ δημιουργικῶν, καὶ τὸὅλον ζῷον συνυφαίνεται κατὰ τὴν ἡνωμένην ἐν τῷ νοητῷ τοῦ κόσμου περιοχήν, τά τε μέρη τὰἐν αὐτῷ δεόντως ἐν τῷὅλῳ τάττεται, ὅσα τε σωματικὰ καὶὅσα ζωτικά· καὶ γὰρ ψυχαὶ μερικαὶ εἰσοικιζόμεναι τάττονται περὶ τοὺς ἡγεμόνας θεοὺς καὶἐγκόσμιαι γίνονται κατὰ τὰὀχήματα τὰἑαυτῶν, μιμούμεναι τοὺς ἡγουμένους αὐτῶν, καὶ τὰ θνητὰ ζῷα δημιουργεῖται καὶ ζῳοποιεῖται παρὰ τῶν οὐρανίων θεῶν· οὗ δὴ καὶἄνθρωπος ὅπη τε συνέστη καὶ δι᾽ οἵας αἰτίας τεθεώρηται, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων οὗτος, <ἢ> διότι καὶ προσήκουσάἐστιν ἡμῖν ἡ περὶ αὐτοῦ θεωρία τὸν ἀνθρώπου λόγον προβεβλημένοις καὶ κατὰ τοῦτον ζῶσιν, ἢ διότι μικρὸς κόσμος ὁἄνθρωπος καὶἔστι καὶἐν τούτῳ πάντα μερικῶς, ὅσα ἐν τῷ κόσμῳ θείως τε καὶὁλικῶς· νοῦς τε γάρ ἐστιν ἡμῖν ὁ κατ᾽ἐνέργειαν, καὶ ψυχὴ λογικὴ προελθοῦσα ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς ζῳογόνου θεᾶς τῇὅλῃ, καὶὄχημα αἰθέριον ἀνάλογον τῷ οὐρανῷ, καὶ σῶμα γήινον ἐκ τῶν τεττάρων στοιχείων φυραθέν, οἷς καὶ σύστοιχόν ἐστιν. εἰ τοίνυν ἔδει πολλαχῶς θεωρῆσαι τὸ πᾶν καὶἐν τῷ νοητῷ καὶἐν τῷ αἰσθητῷ παραδειγματικῶς, εἰκονικῶς, ὁλικῶς, μερικῶς, εὖἂν ἔχοι καὶὁ περὶἀνθρώπου φύσεως λόγος ἐν τῇ τοῦ παντὸς θεωρίᾳ τελέως ἐξεργασθείς. εἴποις δ᾽ἂν κἀκεῖνον ἔτι τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὸ <Πυθαγορικὸν> ἔθος ἔδει συνάψαι τῷ θεωρουμένῳ τὸν περὶ τοῦ θεωροῦντος λόγον· ἐπεὶ γὰρ ἔχομεν, τίς ὁ κόσμος, ἐχρῆν οἶμαι προσθεῖναι κἀκεῖνο, τί ποτέἐστι τὸ ταῦτα ἐπισκεπτόμενον καὶ λογικῶς κατανοοῦν. ὅτι δὲ καὶ πρὸς τοῦτο ἀπέβλεψεν, ἐδήλωσε πρὸς τῷ τέλει διαρρήδην εἰπών [90.D], ὅτι <δεῖ τῷ κατανοουμένῳ τὸ κατα νοοῦν ἐξομοιῶσαι> τὸν μέλλοντα τῆς εὐδαίμονος ζωῆς ἐπήβολον ἔσεσθαι· τὸ μὲν γὰρ ὅλον ἀεὶ εὔδαιμον· ἔσται δὲ καὶ τὸἡμέτερον εὔδαιμον ὁμοιωθὲν τῷ παντί· καὶ γὰρ πρὸς τὴν αἰτίαν οὕτως ἀναχθήσεται· ἐπεὶ γὰρ ὡς ὁἐνταῦθα ἄν θρωπος πρὸς τὸ πᾶν, οὕτω καὶὁ νοητὸς ἄνθρωπος πρὸς τὸ αὐτοζῷον, ἐκεῖ δὲἀεὶ τὰ δεύτερα τῶν πρώτων ἐξέχεται καὶ τὰ μέρη τῶν ὅλων ἐστὶν ἀνεκφοίτητα καὶἵδρυται ἐν αὐτοῖς, ὅταν καὶὁ τῇδε ἄνθρωπος ἀφομοιῶται τῷ παντί, μιμήσεται καὶ τὸἑαυτοῦ παράδειγμα τὸν προσήκοντα τρόπον, κόσμιος γενόμενος διὰ τὴν πρὸς τὸν κόσμον ὁμοιότητα καὶ εὐδαίμων διὰ τὴν πρὸς τὸν εὐδαίμονα θεὸν ἀπεικασίαν.

[46] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.8.2 – 1.8.9» :

inTi 1.8.2 ` to     inTi 1.8.9 σεμνὸς μέν ἐστιν ὁ διάλογος καὶἄνωθεν ἀπὸ τῶν πρωτίστων ἀρχῶν ποιεῖται τὰς ἐπιβολάς, μίγνυσι δὲ τῷἀποφαντικῷ τὸἀποδεικτικόν, καὶ τὰ φυσικὰ οὐ φυσικῶς μόνον, ἀλλὰ καὶ θεολογικῶς νοεῖν ἡμᾶς παρασκευάζει· καὶ γὰρ αὐτὴἡ φύσις ἡ ποδηγετοῦσα τὸ πᾶν ἐξηρτημένη τῶν θεῶν καὶὑπ᾽ αὐτῶν ἐμπνεομένη κατευθύνει τὸ σωματοειδὲς καὶ οὔτε ὡς θεός ἐστιν οὔτε ἔξω τῆς θείας ἰδιότητος τῷ προσλάμπεσθαι παρὰ τῶν ὄντως ὄντων θεῶν.

[47] Δηλ μέσα στα νοητά πράγματα/όντα προυπάρχουν αρχηγικώς τα μαθηματικά πράγματα/όντα και τα φυσικά πράγματα/όντα, μέσα στα μαθηματικά πράγματα/όντα υπάρχουν ως εικόνες τα νοητά πράγματα/όντα και ως υποδείγματα τα φυσικά πράγματα/όντα, τέλος δε μέσα στα φυσικά πράγματα/όντα υπάρχουν «ἰνδάλματα» τόσο των νοητών πραγμώτων/όντων όσο και των μαθηματικών πραγμώτων/όντων.

[48]Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.8.13 – 1.8.27» :

inTi 1.8.13 ` to     inTi 1.8.27 ἔτι δέ, ἐπειδὴ κατὰ τὸ <Πυθαγόρειον ἀρέσκον> τριχῆ τὰ πράγματα διῄρηται, εἴς τε τὰ νοητὰ καὶ τὰ φυσικὰ καὶ τὰ τούτων μέσα, ἃ δὴ καλεῖν εἰώθασι μαθηματικά, πάντα δὲἐν πᾶσιν ἔστι θεωρεῖν οἰκείως—καὶ γὰρ ἐν τοῖς νοητοῖς ἀρχηγικῶς προϋφέστηκε τά τε μέσα καὶ τὰἔσχατα, καὶἐν τοῖς μαθηματικοῖς ἀμφότεράἐστιν, εἰκονικῶς μὲν τὰ πρῶτα, παραδειγματικῶς δὲ τὰ τρίτα, καὶἐν τοῖς φυσικοῖς ἐστιν ἰνδάλματα τῶν πρὸ αὐτῶν—εἰκότως δήπου καὶὁ Τίμαιος τὴν te ψυχὴν ὑφι στὰς διὰ τῶν μαθηματικῶν ὀνομάτων ἐνδείκνυται τάς τε δυνάμεις αὐτῆς καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰ στοιχεῖα, Πλάτων δὲἀπὸ τῶν σχημάτων τῶν γεωμετρικῶν τὰς ἰδιότητας αὐτῆς ἀφορίζεται καὶ τούτων ξυμπάντων ἐν τῷ νοητῷ καὶ δη μιουργικῷ νῷ τὰς αἰτίας ἀπολείπει προϋπαρχούσας ἀρχοειδῶς.

[49] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.10.5 – 1.12.4» :

inTi 1.10.5 ` to     inTi 1.12.4 τῶν γὰρ παλαιῶν οἳ μὲν τὴν ὕλην φύσιν ἐκάλουν, ὡς <Ἀντιφῶν>, οἳ δὲ τὸ εἶδος, ὡς <Ἀριστοτέλης> ἐν πολλοῖς, οἳ δὲ τὸὅλον, ὡς τῶν πρὸ Πλάτωνός τινες, περὶὧν ἐν <Νόμοις> [X 892.Bἱστόρησεν, ὅτι δὴ τὰ φύσει φύσεις προσηγόρευον, οἳ δὲ τὰς φυσικὰς δυνάμεις, βαρύτητας, κουφότητας, μανώσεις, πυκνώσεις, ὥς τινες τῶν <Περιπατητικῶν> καὶ τῶν ἔτι ἀρχαιοτέρων φυσικῶν, οἳ δὲ τέχνην θεοῦ τὴν φύσιν προσωνόμαζον, οἳ δὲ ψυχήν, οἳ δὲἄλλο τι τοιοῦτον· ὁ δέ γε Πλάτων ὕλην μὲν ἢ τὸἔνυλον εἶδος ἢ τὸ σῶμα ἢ τὰς δυνάμεις τὰς φυσικὰς οὐκ ἀξιοῖ πρώτως ἐπονομάζεσθαι φύσιν, ψυχὴν δὲ αὐτὴν αὐτόθεν ὀκνεῖ προσαγορεύειν, ἐν μέσῳ δὲἀμφοῖν τὴν οὐσίαν αὐτῆς θέμενος, ψυχῆς λέγω καὶ τῶν σωματικῶν δυνάμεων, ὑφειμένην μὲν ἐκείνης τῷ μερίζεσθαι περὶ τὰ σώματα καὶ τῷ μὴἐπιστρέφειν εἰς αὐτήν, ὑπερέχουσαν δὲ τῶν μετ᾽ αὐτὴν τῷ λόγους ἔχειν τῶν πάντων καὶ γεννᾶν πάντα καὶ ζῳοποιεῖν, τὴν ἀκριβεστάτην περὶ αὐτῆς θεωρίαν ἡμῖν παραδέδωκε. κατὰ γὰρ τὰς κοινὰς ἐννοίας ἄλλο φύσις καὶἄλλο τὸ κατὰ φύσιν καὶ τὸ φύσει· καὶ γὰρ τὸ τεχνητὸν ἄλλο παρὰ τὴν τέχνην· καὶἄλλο ψυχὴ νοερὰ καὶἄλλο φύσις· ἡ μὲν γὰρ φύσις τῶν σωμάτων ἐστί, δύνουσα κατ᾽ αὐτῶν καὶ οὖσα ἀχώριστος ἀπ᾽ αὐτῶν, ἡ δὲ ψυχὴ χωριστήἐστι καὶἐν αὐτῇἵδρυται καὶἑαυτῆς ἐστιν ἅμα καὶἄλλου, τῷ μὲν μετέχεσθαι τὸἄλλου ἔχουσα, τῷ δὲ μὴ νεύειν εἰς τὸ μετασχὸν τὸἑαυτῆς, ὥσπερ ὁ τῆς ψυχῆς πατὴρ ἑαυτοῦ μόνον ἐστὶν ἀμέ θεκτος ὤν, καί, εἰ βούλει, πρὸ τούτου τὸ νοητὸν παράδειγμα τοῦ κόσμου παντὸς αὐτό. ταῦτα γάρ ἐστιν ἐχόμενα ἀλλήλων· τὸ αὐτό, τὸ αὐτοῦ, τὸ αὐτοῦ καὶἄλλου, τὸἄλλου, τὸἄλλο· τοῦτο μὲν δῆλον ὅτι τὸ αἰσθητὸν πᾶν, ἐν ᾧ διάστασις καὶ μερισμὸς παντοῖος· ἐκείνων δὲ τὸ μὲν ἡ φύσις ἡἀχώριστος τῶν σωμάτων, τὸ δὲἡ ψυχὴἐν ἑαυτῇ τε οὖσα καὶἐλλάμπουσα δευτέραν εἰς ἄλλο ζωήν, τὸ δὲὁ δημιουργικὸς νοῦς <ἐν τῷἑαυτοῦ> μένων <κατὰ τρόπον ἤθει> [Tim. 42.e], τὸ δὲἡ νοητὴ πάντων αἰτία καὶ παραδειγματικὴ τῶν ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ ποιουμένων, ἣν καὶ αὐτοζῷον διὰ τοῦτο καλεῖν ὁ <Πλάτων> ἠξίωσεν [30.c-d]. ἡ τοίνυν φύσις ἐσχάτη μέν ἐστι τῶν τὸ σωματοειδὲς τοῦτο καὶ αἰσθητὸν δημιουργούντων αἰτίων καὶ τὸ πέρας τοῦ τῶν ἀσωμάτων οὐσιῶν πλάτους, πλήρης δὲ λόγων καὶ δυνάμεων, δι᾽ὧν κατευθύνει τὰἐγκόσμια, καὶ θεὸς μέν, τῷ δὲἐκθεοῦσθαι καὶ οὐκ αὐτόθεν ἔχουσα τὸ εἶναι θεός—καὶ γὰρ τὰ θεῖα σώματα θεοὺς καλοῦμεν, ὡς ἀγάλματα τῶν θεῶν—ποδηγετοῦσα δὲ τὸν ὅλον κόσμον ταῖς ἑαυτῆς δυνάμεσι καὶ τὸν μὲν οὐρανὸν τῇἑαυτῆς ἀκρότητι συνέχουσα, τὴν δὲ γένεσιν διὰ τοῦ οὐρανοῦ κυβερνῶσα, πανταχοῦ δὲ τὰ μερικὰ συνυφαίνουσα τοῖς ὅλοις. τοιαύτη δὲ οὖσα προελήλυθεν ἀπὸ τῆς ζῳογόνου θεᾶς· <νώτοις δ᾽ἀμφὶ θεᾶς φύσις ἄπλετος ᾐώρηται·> ἀφ᾽ἧς πᾶσα ζωὴ πρόεισιν, ἥ τε νοερὰ καὶἡἀχώριστος τῶν διοικουμένων· ἐξηρτημένη δὲἐκεῖθεν καὶἀπαιωρουμένη φοιτᾷ διὰ πάντων ἀκωλύτως καὶ πάντα ἐμπνεῖ· δι᾽ἣν καὶ τὰἀψυχότατα ψυχῆς μετέχει τινός, καὶ τὰ φθειρόμενα μένει διαιωνίως ἐν τῷ κόσμῳ, ταῖς ἐν αὐτῇ τῶν εἰδῶν αἰτίαις συνεχόμενα. <ἄρχει δὲ αὖ φύσις ἀκαμάτη κόσμων τε καὶἔργων>, φησὶ τὸ <λόγιον>, <οὐρανὸς ὄφρα θέῃ δρόμον ἀΐδιον κατασύρων> καὶ τὰἑξῆς. ὥστ᾽ εἴ τις ἐθέλοι τῶν τοὺς τρεῖς δημιουργοὺς λεγόντων εἰς ταύτας ἀναπέμπειν τὰς ἀρχὰς αὐτούς, τὸν δημιουργικὸν νοῦν, τὴν ψυχήν, τὴν ὅλην φύσιν, ὀρθῶς ἂν λέγοι διὰ τὰς εἰρημένας αἰτίας·

[50]Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.12.26 – 1.14.1» :

inTi 1.12.26 ` to     inTi 1.14.1   Ἐπειδὴ τοίνυν εἴρηται, τίς ἡ κατὰ Πλάτωνα φύσις, ὅτι οὐσία ἀσώματος, ἀχώριστος σωμάτων, λόγους ἔχουσα αὐτῶν, εἰς ἑαυτὴν ὁρᾶν οὐ δυναμένη, καὶ δῆλον ἀπὸ τούτων, ὅπως ὁ διάλογος φυσικός, ὁ περὶ τῆς ὅλης κοσμοποιίας ἀναδιδά σκων, ἀκόλουθον ἂν εἴη τὰ τούτοις ἐφεξῆς συνάπτειν· τῆς γὰρ ὅλης φιλοσοφίας εἴς τε τὴν περὶ τῶν νοητῶν καὶ <τὴν> περὶ τῶν ἐγκοσμίων θεωρίαν διῃρημένης, καὶ εἰκότως, ὅτι καὶ διττὸς ὁ κόσμος, ὁ μὲν νοητός, ὁ δὲ αἰσθητός, ὡς ἐρεῖ [30.C] καὶ αὐτὸς προελθών, ὁ μὲν Παρμενίδης τὴν περὶ τῶν νοητῶν πραγματείαν περιείληφεν, ὁ δὲ Τίμαιος τὴν τῶν ἐγκοσμίων· ὃ μὲν γὰρ ἁπάσας τὰς θείας τάξεις παραδίδωσιν, ὃ δὲἁπάσας τῶν ἐγκοσμίων τὰς προόδους· οὔτε δὲἐκεῖνος πάντη παραλείπει τὴν τῶν ἐν τῷ παντὶ θεωρίαν, οὔτε οὗτος τὴν τῶν νοητῶν, διότι καὶ τὰ αἰσθητὰἐν τοῖς νοητοῖς ἐστι παραδειγματικῶς καὶ τὰ νοητὰἐν τοῖς αἰσθητοῖς εἰκονικῶς· πλεονάζει δὲὃ μὲν περὶ τὸ φυσικόν, ὃ δὲ περὶ τὸ θεολογικόν, οἰκείως τοῖς ἀνδράσιν, ἀφ᾽ὧν ὀνομάζονται· Τιμαίῳ τε γὰρ τοιοῦτό τι γράμμα περὶ τῆς τοῦ παντὸς ἐγέγραπτο φύσεως, καὶ Παρμενίδῃ δὲ περὶ τῶν ὄντως ὄντων. ὀρθῶς ἄρα φησὶν ὁ θεῖος <Ἰάμβλιχος> τὴν ὅλην τοῦ Πλάτωνος θεωρίαν ἐν τοῖς δύο τούτοις περιέχεσθαι διαλόγοις, Τιμαίῳ καὶ Παρμενίδῃ· πᾶσα γὰρ ἡ περὶ τῶν ἐγκοσμίων καὶὑπερκοσμίων πραγματεία τέλος ἔχει τὸἄριστον ἐν αὐτοῖς, καὶ οὐδεμία τάξις τῶν ὄντων ἀδιερεύνητος παραλέλειπται. φανείη δ᾽ἂν τοῖς μὴ παρέργως ἐντυγχάνουσι καὶὁ τῆς πραγματείας τρόπος τοῦ Τιμαίου πρὸς τὸν Παρμενίδην ὁμοιότατος· ὡς γὰρ ὁ Τίμαιος πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ τὴν αἰτίαν ἐπὶ τὸν πρώτιστον ἀνάγει δημιουργόν, οὕτως ὁ Παρμενίδης τῶν ὄντων ἁπάντων τὴν πρόοδον ἐξάπτει τοῦἑνός· καὶὃ μὲν ᾗ μετέχει πάντα τῆς δημιουργικῆς προνοίας παραδίδωσιν, ὃ δὲᾗ τῆς ἑνοειδοῦς ὑπάρξεως τὰὄντα μετείληφεν· ἔτι δὲὥσπερ ὁ Τίμαιος πρὸ τῆς φυσιολογίας τὴν δι᾽ εἰκόνων προ τείνει θεωρίαν τῶν ἐγκοσμίων, οὕτως ὁ Παρμενίδης τὴν περὶ τῶν εἰδῶν τῶν ἀύλων ἀνακινεῖ ζήτησιν πρὸ τῆς θεολογίας· καὶ γὰρ δεῖ γυμνασάμενον μὲν ἐν τοῖς περὶ τῆς ἀρίστης πολιτείας λόγοις εἰς τὴν τοῦ παντὸς ἀνάγεσθαι κατανόησιν, ἀθλήσαντα δὲἐν ταῖς συντόνοις περὶ τῶν εἰδῶν ἀπορίαις   1.14 ἐπὶ τὴν τῶν ἑνάδων ἀναπεμφθῆναι μυστικὴν θεωρίαν.

[51]       Eclogae de philosophia Chaldaica 2.17 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 2.18  ἀκαλλώπιστονεὐμορφίανθεὸςφιλεῖ.

[52] Βλ. Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 645.11 – 645.27» :

in Prm 645.11 ` to     in Prm 645.27   Τὰ μὲν γάρ ἐστι θεῖα καὶἐν τῇἁπλότητι τοῦἑνὸς ἱδρυμένα, τὴν ἀκαλλώπιστον εὐμορφίαν, ὡς φησί τις τῶν τὰὅσια σοφῶν, διαφερόντως ἀγαπῶντα καὶ προτείνοντα τοῖς εἰς αὐτὰ βλέπειν δυναμένοις· ἡ δὲ δι᾽ αὐτῶν τῶν ἀκριβεστάτων πρόεισι τοῦ λόγου δυνάμεων, πᾶσαν ἀφεῖσα χάριν ἐπισκευαστικὴν ἔξω τῶν πραγμάτων φέρουσαν, κόσμου τε παντὸς ἀμελοῦσα καὶ πρὸς μόνην τεταμένη τὴν διηκριβωμένην θήραν τῶν ζητουμένων, γεωμετρικαῖς ἀνάγκαις καταδουμένη τῶν προκειμένων ἕκαστον. Ἀμφοτέροις δὴ οὖν καὶ τὸ τῆς ἑρμηνείας εἶδος εὖ τε καὶ καλῶς συνήρμοσται· ταῖς τε γὰρ διαλεκτικαῖς μεθόδοις προσήκει τὸἰσχνὸν, καὶ τοῖς περὶ θείων πραγμάτων λόγοις τὸἀπέριττον καὶ αὐτοφυὲς καὶἀκαλλώπιστον.

[53]Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, 1.32.25 – 1.33.12 :

TheolPlat 1.32.25 ` to     TheolPlat 1.33.12 τοὺς δὲ σεμνοτέρους τούτων καὶ <τῶν εἰδῶν φίλους>, οἳ τὴν μὲν τῶν ὑποθέσεων περὶ τοῦ πρώτου, τὴν δὲ περὶ τοῦ δευτέρου θεοῦ καὶ τῆς νοερᾶς φύσεως ἁπάσης, τὴν δὲ περὶ τῶν μετὰ ταύτην εἴτ᾽ οὖν κρειττόνων γενῶν εἴτε ψυχῶν εἴτε ἄλλων ὡντινωνοῦν—οὐδὲν γὰρ πρὸς τὸν παρόντα λόγον ἡ περὶ τούτων ζήτησις—τὰς δὲ οὖν τρεῖς ὑποθέσεις ταύτας τὸν τρόπον διανέμουσι τοῦτον, τὰ δὲ πλήθη τῶν θεῶν καὶ τὰ γένη τὰ νοητὰ καὶ τὰ νοερὰ καὶ τὰ πρὸ τοῦ κόσμου καὶ τὰἐν τῷ κόσμῳ πάντα μὴ καταδιαιρεῖν ἐνταῦθα μηδὲ πολυπραγμονεῖν ἀξιοῦσι· κἂν γὰρ ἐν τῇ δευτέρᾳ περὶ τῶν νοερῶν ὄντων ποιῆται τὴν πραγματείαν, ἀλλ᾽ἡ τοῦ νοῦ φύσις μία καὶἁπλῆ καὶἀδιαίρετός ἐστι.

[54] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, 1.35.8 – 1.35.14» :

TheolPlat 1.35.8 ` to    TheolPlat 1.35.14 Εἰ δὲ βούλει καὶ τοῦτο πρὸς τοῖς εἰρημένοις θεασώμεθα, τί ποτε ὑποσχόμενος ὁ Παρμενίδης καὶ περὶ τίνος ποιή σεσθαι τὸν λόγον εἰπὼν ἐφήψατο τῆς τοιαύτης πραγμα τείας. Ἆρ᾽ οὐ περὶ τοῦ κατ᾽ αὐτὸν ὄντος καὶ τῆς τῶν ὄντων ἁπάντων ἑνάδος, ἐφ᾽ἣν ἀνατεινόμενος <2ἐλελήθει τοὺς πολλοὺσ>2 ὡς τὰ πλήθη τῶν ὄντων εἰς μίαν ἕνωσιν ἀδιάκριτον συνάγειν παρακελευόμενος;

[55] Βλ. Πρόκλος στο «Είς τον Πλάτωνος Παρμενίδης, βιβλίο Α’, 641.1 – 644.15» :

in Prm 641.1 ` to     in Prm 644.15 Τοιοῦτον δ᾽ οὖν οἰόμενος εἶναι τὸν σκοπὸν, οὔτε περὶ τοῦὄντος οὔτε περὶ τῶν ὄντων αὐτῶν εἶναι μόνων διετείνετο· συγχωρῶν δὲ εἶναι περὶ τῶν πάντων, ἠξίου προστιθέναι καθ᾽ὅσον ἑνὸς πάντα ἐστὶν ἔκγονα καὶ εἰς ἓν ἀνήρτηται πάντων αἴτιον, καὶ, ἵνα τὸ δοκοῦν εἴπωμεν, καθ᾽ὅσον πάντα τεθέωται· τῷ γὰρ ἑνὸς μετέχειν ἕκαστα κατὰ τὴν ἑαυτῶν τάξιν εἴποις ἂν τεθεῶσθαι, κἂν τὰἔσχατα λέγῃς τῶν ὄντων. Εἰ γὰρ θεὸς καὶἓν ταὐτὸν, διότι μήτε θεοῦ τι κρεῖττόν ἐστι μήτε ἑνὸς, τὸἡνῶσθαι τῷ τεθεῶσθαι ταὐτόν· καὶ γὰρ εἰἥλιος καὶ θεὸς ἦν ταὐτὸν, ἦν ἂν τὸ πεφωτίσθαι τῷ τεθεῶσθαι ταὐτόν· δίδωσι γὰρ τὸ μὲν ἓν τὴν ἕνωσιν, ὁ δὲἥλιος τὴν φώτισιν. Ὥσπερ οὖν ὁ Τίμαιος οὐχ ἁπλῶς φυσιολογεῖ κατὰ τοὺς πολλοὺς φυσιολόγους, ἀλλὰ καθ᾽ὅσον πάντα ἀπὸ τοῦἑνὸς δημιουργοῦ κεκόσμηται διδάσκει, τοῦτον καὶ τὸν Παρμενίδην τὸν τρόπον, κἂν περὶ τῶν ὄντων πραγματεύηται, καθ᾽ὅσον ταῦτα ἐκ τοῦἑνός ἐστιν αὐτὸν πραγματεύεσθαι φήσομεν· τοῦτο δὲ τὸἓν ἄλλως μὲν εἶναι ἐν τοῖς θεοῖς, ἄλλως δὲἐν τοῖς μετὰ θεούς· ὅπου μὲν αὐτοτελὲς, οὐχ οἷον ἐν ὑποκειμένῳὄν. Πᾶς γὰρ θεὸς κατὰ τὸἓν θεὸς, εἰ καὶἐκεῖνος μὲν μόνως ἓν ἀπλεόναστος ὢν, ἕκαστος δὲ τῶν ἄλλων ἐπλεόνασεν, ὁ μὲν ἄλλοις, ὁ δὲἄλλοις τοῖς ἐξημμένοις· ἐλάττους μὲν οἱἐγγυτέρω τοῦἀπλεοναστοῦ, πλείους δὲ οἱ ποῤῥώτερον, ὥσπερ καὶἔχει φύσιν συγγενεστέραν αὐτῷ [τὰἐγγυ τέρω], καὶἧττον συγγενῆ γε τὰ ποῤῥώτερον, καὶ τὴν πρόθεσιν καὶ τὸν πλεονασμὸν γίγνεσθαι δι᾽ὕφεσιν. Ὅπου μὲν οὖν ὄντως εἶναι τὸἓν, ὅπου δὲὡς ἕξιν· καὶ γὰρ πᾶν εἶδος καὶ πᾶσαν ψυχὴν καὶ πᾶν σῶμα μετέχειν ἑνός τινος, ἀλλ᾽ οὐκ ἔτι τοῦτο θεὸν εἶναι τὸἓν, εἰ καὶ εἰκὼν, εἰ θέμις εἰπεῖν, ἔστι καὶ τοῦτο θεοῦ, καὶ σπέρμα θεῖον, ὡς τὸ εἶδος εἰκὼν τοῦὄντος, ὡς ἡ γνῶ σις εἰκὼν τοῦ νοῦ, καὶἡἐν τοῖς ἐσχάτοις ὡς καὶἡ αὐτοκινησία ψυχῆς. Ὡς οὖν πᾶν τὸ αὐτοκίνητον ἢ ψυχήἐστιν ἢἐψύχωται, καὶὡς πᾶν τὸ γνωστικὸν ἢ νοῦς ἐστιν ἢ νενόωται, καὶὡς πᾶν εἶδος ἢ οὐσία ἐστὶν ἢ οὐσίωται, οὕτω πᾶν ἓν ἢ θεός ἐστιν ἢ τεθέωται. Τὸν μὲν οὖν Τίμαιον εἰς τὸν δημιουργὸν ἀναφέρειν πάντα, τὸν δὲ Παρμενίδην εἰς τὸἓν, καὶ εἶναι ἀνάλογον ὡς ὁ δημιουργὸς πρὸς τὰἐγκόσμια, τὸἓν πρὸς πάντα …. ἁπλῶς δὲ οὐχ ἑνός· τίς γὰρ θεὸς καὶ οὗτος· ὁ γὰρ κατὰ τὸἓν θεὸς οὐ τὶς θεὸς, ἀλλ᾽ἁπλῶς θεός· τὶς δὲ θεὸς ὁ δημιουργὸς, διότι θεοῦ τίς ἐστιν ἰδιότης ἡ δημιουργικὴ, καὶἄλ λων οὐσῶν ἰδιοτήτων θείων μὲν, οὐ μέντοι δημιουργικῶν. Ταύτην δὲ τῶν διαλόγων πρὸς ἀλλήλους ἐχόντων ἀναλογίαν ἐν ταῖς προθέσεσι, καὶ τοὺς χρόνους τῶν ὑποκειμένων αὐτοῖς πραγμάτων ὁμολογεῖν· τὸν μὲν γὰρ ἐν τοῖς μικροῖς ὑποκεῖσθαι Παναθηναίοις, τὸν δὲἐν τοῖς μεγάλοις, ὡς προείπομεν, ἐν οἷς καὶὁ πέπλος ἂν εἴη ὁ τῆς θεοῦ τὴν κατὰ τῶν γιγάντων νίκην ἔχων· καὶ τοῦτο δήπου τοῖς περὶ τῆς διὰ πάντων διηκούσης ἑνότητος θεάμασι πρεπωδέστατον τὸ τῶν γιγάντων· ἐν γὰρ τοῖς μεριστῶς διοικουμένοις καὶὑλικῶς αὕτη νοῦν καὶἕνωσιν προστιθεῖσα κρατεῖν ἐκείνων λέγεται, τὰ νοερώτερα τῶν ἀλογωτέρων καὶ τὰἀϋλότερα τῶν ἐνυλοτέρων καὶ τὰἡνωμένα τῶν πεπληθυσμένων ἐπικρατέστερα ποιοῦσα. Τοῦτο μὲν οὖν σύνθημα τῆς Ἀθηναϊκῆς ἦν δυνάμεως τῆς ἐξῃρημένης τῶν ἐγκοσμίων, καθ᾽ἣν καὶ τῷ πατρὶ σύνεστι καὶ μετ᾽ἐκείνου κρατεῖ τῶν γιγάντων· τὰ δὲ δὴ μικρὰ καλούμενα Παναθήναια τὴν ἐγκόσμιον αὐτῆς τιμᾷ διαφερόντως τάξιν καὶ τὴν συντεταγμένην πρὸς τὴν Σεληνιακὴν περίοδον. Διὸ δὴ καὶ πρέπειν ἔδοξε τῷ τὴν κοσμικὴν πᾶσαν γένεσιν ἡμῖν ἐκφαίνοντι διαλόγῳ, τὸν μὲν οὖν χρόνον ταύτῃ συμβαίνειν πρὸς τὸν τοῦ Παρμενίδου σκοπὸν, εἶναι δὲ καὶ τὴν συνουσίαν τετάρτην οὖσαν ἀπὸ τῆς πρώτης ταύτην ἣν ὁ Κέφαλος ποιεῖται, πρὸς οὓς δὴ καὶ ποιεῖται συνᾴδουσαν τῇἀπὸ τοῦἑνὸς προόδῳ τῶν πάντων μέχρι τῶν ἐσχάτων. Πάντα γὰρ τὰἐκεῖθεν προελθόντα ἢἑνάδες εἰσὶν, ἃ δὴ καὶ αὐτόθεν ἀπὸ τοῦἑνὸς ὑφεστᾶσιν, ἢ οὐσίαι ἀπὸ τῶν ἑνάδων προϊοῦσαι τούτων ἀπὸ τοῦἑνὸς, ἢ μεσότητες τῶν οὐσιῶν καὶ τῶν γενέσεων, ἃς δὴ καὶ οὐσίαι παράγουσι καὶ πρὸ τῶν οὐσιῶν ἑνάδες καὶ τὸἓν, ἢ γενέσεις αἱἐκ τῶν πάντων ἐκείνων πρόοδοι.

[56] Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτωνος Θεολογία, Βιβλίο Α, 1.30.19 – 1.32.11» :

TheolPlat 1.30.19 ` to     TheolPlat 1.32.11   καὶ τὸν Πλάτωνα πανταχοῦ μὲν τοὺς περὶ θεῶν λόγους ἑπομένως ταῖς παλαιαῖς φήμαις καὶ τῇ φύσει τῶν πραγμά των μετιέναι φήσω, καὶ ποτὲ μὲν τῆς αἰτίας ἕνεκα τῶν προκειμένων ἐπὶ τὰς ἀρχὰς τῶν δογμάτων ἀνάγεσθαι κἀκεῖθεν <ὥσπερ ἀπὸ σκοπιᾶς> καταθεωρεῖν τὴν τοῦ προκειμένου φύσιν, ποτὲ δὲ καὶ προηγούμενον τέλος τίθεσθαι τὴν θεολογικὴν ἐπιστήμην· καὶ γὰρ ἐν Φαίδρῳ περὶ τοῦ νοητοῦ κάλλους καὶ τῆς ἐκεῖθεν ἐπὶ πάντα διηκούσης τῶν καλῶν μετουσίας καὶἐν Συμποσίῳ περὶ τῆς ἐρωτικῆς τάξεως ἡ πραγματεία.   Εἰ δὲ δεῖ τὸ παντελὲς καὶὅλον καὶ συνεχὲς ἄνωθεν ἄχρι τοῦ σύμπαντος ἀριθμοῦ τῆς θεολογίας ἐν ἑνὶ Πλατωνικῷ διαλόγῳ σκοπεῖν, παράδοξον μὲν ἴσως εἰπεῖν καὶ τοῖς ἐκ τῆς ἡμετέρας ἑστίας μόνης τὸ λεχθησόμενον καταφανές· τολμητέον δ᾽ οὖν ὅμως, ἐπείπερ ἠρξάμεθα τῶν τοιούτων λόγων, καὶῥητέον πρὸς τοὺς ταῦτα λέγοντας ὡς ὁ Παρμενίδης ὃν ποθεῖτε, καὶ τὰ μυστικὰ τοῦ διαλόγου τοῦδε νοήματα φαντάζεσθε. Πάντα γὰρ ἐν τούτῳ τὰ θεῖα γένη καὶ πρόεισιν ἐκ τῆς πρωτίστης αἰτίας ἐν τάξει καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα συνάρτησιν ἐπιδείκνυσι· καὶ τὰ μὲν ἀκρότατα καὶ τῷἑνὶ συμφυόμενα καὶ πρωτουργὰ τὸἑνιαῖον καὶἁπλοῦν καὶ κρύφιον ἔλαχε τῆς ὑπάρξεως εἶδος, τὰ δὲἔσχατα πληθύνεται κατακερματιζόμενα καὶ τῷ μὲν ἀριθμῷ πλεονάζει τῇ δὲ δυνάμει τῶν ὑπερτέρων ἐλασσοῦται, τὰ δὲ μέσα κατὰ τὸν προσήκοντα λόγον συνθετώτερα μέν ἐστι τῶν αἰτίων ἁπλούστερα δὲ τῶν οἰκείων γεννημάτων. Καὶ πάντα, ὡς συνελόντι φάναι, τὰ τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης ἀξιώματα τελέως ἐνταῦθα καταφαίνεται καὶ τῶν θείων οἱ διάκοσμοι πάντες συνεχῶς ὑφιστάμενοι δείκνυνται· καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ θεῶν γένεσις ὑμνημένη καὶ τῶν ὁπωσοῦν ὄντων ἀπὸ τῆς ἀρρήτου καὶἀγνώστου τῶν ὅλων αἰτίας. Τό τε οὖν ὅλον καὶ τέλειον τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης <φῶς> ὁ Παρμενίδης <ἀνάπτει> τοῖς τοῦ Πλάτωνος ἐρασταῖς, καὶ μετὰ τοῦτον οἱ προειρημένοι διάλογοι μέρη κατενείμαντο τῆς περὶ θεῶν μυσταγωγίας, καὶ πάντες ὡς εἰπεῖν τῆς ἐνθέου σοφίας μετειλήφασιν καὶ τὰς αὐτοφυεῖς ἡμῶν ἐννοίας περὶ τὸ θεῖον ἀνεγείρουσι. Καὶ δεῖ τὸ μὲν ὅλον πλῆθος εἰς τοὺς προκειμένους ἀναφέρειν διαλόγους, τοὺς δὲ αὖ πάλιν εἰς τὴν μίαν καὶ παντελῆ τοῦ Παρμενίδου θεωρίαν συνάγειν.

[57] Βλ. Πρόκλος στο «Είς τον Πλάτωνος Παρμενίδης, βιβλίο Α’, 640.37 – 640.39» :

inPrm 640.37 ` to     inPrm 640.39 ἐκεῖνο δὲ πρεσβυτικῆς εἶναι διανοίας καθορᾷν, καὶ οὐδὲἀνθρωπίνης, ὡς ἐν τοῖς ποιήμασί φησιν, ἀλλὰ νύμφης Ὑψιπύλης τινός.

[58] Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτωνος Θεολογία, Βιβλίο Α, 1.32.15 – 1.32.18» :

TheolPlat 1.32.15 ` to     TheolPlat 1.32.18 τὴν Πλατωνικὴν θεωρίαν εἰς ἕνα τὸν Παρμενίδην ἀνοίσομεν, ὥσπερ δὴ τὴν περὶ φύσεως ἐπιστήμην σύμπασαν ὁ Τίμαιος περιέχειν ὑπὸ πάντων ὁμολογεῖται τῶν καὶ σμικρὰ συνορᾶν δυναμένων.

[59] Βλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.41.7 – 1.41.17» :

TheolPlat 1.41.7 ` to     TheolPlat 1.41.17   Ἐννέα τοίνυν ὑποθέσεων ὑπὸ τοῦ Παρμενίδου γεγυμ νασμένων ἐν τῷ διαλόγῳ τούτῳ, καθάπερ ἡμῖν ἐν τοῖς εἰς αὐτὸν εἰρημένοις ὑπέμνησται, καὶ τῶν πέντε τῶν προηγου μένων τὸἓν ὑποτιθεμένων καὶ διὰ ταύτην τὴν ὑπόθεσιν τά τε ὄντα πάντα καὶ τὰς μεσότητας τῶν ὅλων καὶ τὰς ἀποπερατώσεις τῆς προόδου τῶν πραγμάτων ὑποστῆσαι δυναμένων, τῶν δὲ αὖ τεττάρων τῶν ταύταις ἑπομένων μὴ εἶναι μὲν τὸἓν κατὰ τὴν τῆς διαλεκτικῆς μεθόδου παρα κέλευσιν εἰσηγουμένων ἐκ δὲ τῆς τοῦἑνὸς ἀναιρέσεως ἅπαντα τὰὄντα καὶὅσα φαινομένως ἐστὶν ἐκποδὼν γινό μενα κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην διελέγχειν προθεμένων,

[60]Βλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.41.23 – 1.43.21» :

TheolPlat 1.41.23 ` to     TheolPlat 1.43.21 περὶ μὲν οὖν τῆς πρωτίστης τῶν ὑποθέσεων ἅπαντες σχεδὸν συμπεφωνήκασιν ἀλλήλοις καὶ τῆς ὑπερουσίου τῶν ὅλων ἀρχῆς διὰ ταύτης ἀξιοῦσι τὸν Πλάτωνα τῆς ὑποθέσεως τὸἄρρητον καὶἄγνωστον καὶ παντὸς ἐπέκεινα τοῦὄντος ἀνυμνεῖν. Περὶ δὲ τῆς μετὰ ταύτην οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον ἅπαντες ἀναδιδάσκουσιν. Ἀλλ᾽ οἱ μὲν παλαιοὶ καὶ τῆς Πλωτίνου φιλοσοφίας μετασχόντες τὴν νοερὰν φύσιν ἐνταῦθα πεφηνέναι λέγουσιν ἀπὸ τῆς ὑπερουσίου τῶν ὄντων ἀρχῆς ὑφισταμένην, καὶ πάνθ᾽ὅσα διὰ ταύτης συμπεράσματα προτείνεται τῇ τοῦ νοῦ μιᾷ καὶ παντελεῖ δυνάμει συναρμόζειν ἐπιχειροῦσιν· ὁ δὲ δὴ τῆς περὶ θεῶν ἡμῖν ἀληθείας καθηγεμὼν καὶ τοῦ Πλάτωνος, ἵνα καθ᾽Ὅμηρον εἴπωμεν, <ὀαριστὴς> τὸ τῆς θεωρίας τῶν παλαιοτέρων ἀόριστον εἰς ὅρον μεταστήσας καὶ τὸ συγκεχυμένον τῶν διαφόρων τάξεων εἰς διάκρισιν νοερὰν περιαγαγών, ἐν ταῖς ἀγράφοις συνουσίαις κἀν ταῖς περὶ τούτων πραγματείαις παρεκελεύετο τὴν τῶν συμπερασμάτων διαίρεσιν κατ᾽ἄρθρον λαμβάνοντας ἐπὶ τοὺς θείους διακόσμους ἀναφέρειν, καὶ τὰ μὲν πρώτιστα καὶἁπλούστατα τῶν δεικνυμένων τοῖς πρωτίστοις ἐφαρμόζειν τῶν ὄντων, τὰ δὲ μέσα τοῖς μέσοις, ὥσπερ δὴ καὶἔλαχε τὴν ἐν τοῖς οὖσι τάξιν, τὰ δὲἔσχατα καὶ πολυειδῆ τοῖς ἐσχάτοις. Οὐ γάρ ἐστιν ἡ τοῦὄντος φύσις μία καὶἁπλῆ καὶἀδιαίρετος· ἀλλ᾽ὥσπερ ἐν τοῖς αἰσθητοῖς εἷς μὲν ὁ μέγας οὗτος οὐρανός, περιέχει δὲ πλῆθος ἐν ἑαυτῷ σωμάτων, καὶ συνεκτικὴ μὲν τοῦ πλήθους ἡ μονάς, ἐν δὲ τῷ πλήθει τάξις ἐστὶ τῆς προόδου καὶ τὰ μὲν πρῶτα τὰ δὲ μέσα τὰ δὲἔσχατα τῶν αἰσθητῶν, καὶ πρὸ τούτων ἐν ταῖς ψυχαῖς ἀπὸ τῆς μιᾶς τὸ πλῆθος ὑπέστη τῶν ψυχῶν, καὶ τούτων αἱ μὲν [ἐν] ἐγγυτέρω τῆς ἑαυτῶν ὁλότητος αἱ δὲ πορρωτέρω ἐτάχθησαν αἱ δὲ καὶ τὴν μεσότητα τῶν ἄκρων συμπεπληρώκασιν, οὕτως ἀνάγκη δήπου καὶ τῶν ὄντως ὄντων τὰ μὲν ἑνοειδῆ καὶ κρύφια τῶν γενῶν ἐνιδρῦσθαι τῇ μιᾷ καὶ πρωτίστῃ τῶν ὅλων αἰτίᾳ, τὰ δὲ εἰς τὸ πᾶν προεληλυθέναι πλῆθος καὶ τὸν ὅλον ἀριθμόν, τὰ δὲ τὸν σύνδεσμον αὐτῶν ἐν μέσῳ κατέχειν, καὶ μήτε τὰς τῶν πρώτων ἰδιότητας ἐφαρμόζειν τοῖς δευτέροις μήτε τὰς τῶν ὑφειμένων τοῖς ἑνικωτέροις, ἀλλὰ τῶν μὲν ἄλλας εἶναι τῶν δὲἄλλας δυνάμεις καὶ τάξιν ἐν τῇ προόδῳ ταύτῃ καὶ τῶν δευτέρων ἀπὸ τῶν πρώτων ἔκφανσιν. Ἵν᾽ οὖν συνελόντες εἴπωμεν, τὸἓν ὂν πρόεισι μὲν ἀπὸ τῆς ἑνάδος τῆς πρὸ τῶν ὄντων, πᾶν δὲ τὸ θεῖον γένος ἀπογεννᾷ, τό τε νοητὸν καὶ τὸ νοερὸν καὶ τὸὑπερουράνιον καὶ τὸ μέχρι τῶν ἐγκοσμίων προεληλυθός· καὶ δεῖ καὶ τῶν συμπερασμάτων ἕκαστον ἰδιότητος εἶναι θείας γνωριστικόν. Εἰ δὲ καὶ πάντα πάσαις ἐφαρμόζει ταῖς τοῦἑνὸς ὄντος προόδοις, ἀλλ᾽ οὐδὲν οἶμαι θαυμαστὸν [καὶ] τὰ μὲν ἄλλαις τὰ δὲἄλλαις [ὑποθέσεσι] μᾶλλον προσήκειν. Τὰ μὲν γὰρ ἴδιά τινων διακόσμων οὐκ ἐξ ἀνάγκης ὑπάρχει πᾶσι τοῖς θεοῖς, τὰ δὲ αὖ πᾶσιν ὑπάρχοντα πολλῷ δήπου μᾶλλον ἑκάστοις πάρεστιν.

[61] Βλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.44.21 – 1.44.25» :

TheolPlat 1.44.21 ` to     TheolPlat 1.44.25 Καὶ μὴν καὶὁἐν Φιλήβῳ Σωκράτης παρακελεύεται <τοῖς> τῶν ὄντων <φιλοθεάμοσι> τῇ διαιρετικῇ μεθόδῳ τάς τε μονάδας ἀεὶ τῶν ὅλων διακόσμων ἐπιζητεῖν καὶ τὰς ἀπ᾽ αὐτῶν προϊούσας δυάδας ἢ τριάδας ἢἄλλους οὑστι νασοῦν ἀριθμούς.

[62] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.44.25 – 1.45.15» :

TheolPlat 1.44.25 ` to     TheolPlat 1.45.15 Εἰ δὲ τοῦτο ὀρθῶς παρείληπται, δεῖ δήπου καὶ τὸν Παρμενίδην τῇ συμπάσῃ διαλεκτικῇ χρώμενον καὶ περὶ τοῦἑνὸς ὄντος διαλεγόμενον μήτε τὸ πλῆθος πρὸ τοῦἑνὸς ἐπισκοπεῖν μήτε μένειν ἐπὶ τῆς μιᾶς τῶν ὄντων μονάδος μηδ᾽ὅλως τῷἑνὶ τῷ πάντων ἐπέκεινα τῶν ὄντων τὸ σύμπαν εὐθὺς πλῆθος προσφέρειν τοῦἑνὸς ὄντος, ἀλλὰ πρῶτα μὲν ἐκφαίνειν τὰ κρυφίως ὄντα καὶ τῷἑνὶ συγγενέστατα, μέσα δὲ τὰ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν θεῶν γένη τῶν μὲν ἄκρως ἡνωμένων διῃρημένα μᾶλλον τῶν δὲἐπὶ πᾶν προεληλυθότων τελεωτέραν ἕνωσιν λαχόντα, τελευταῖα δὲ τὰ κατὰ τὴν ἐσχάτην διαίρεσιν τῶν δυνάμεων ὑφεστηκότα καὶ αὐτὴν ἤδη μετὰ τούτων τὴν ἐκθεουμένην οὐσίαν..

[63] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.45.12 – 1.45.17» :

TheolPlat 1.45.12 ` to     TheolPlat 1.45.18 Εἰ τοίνυν ἡ πρώτη τῶν ὑποθέσεων περὶ τοῦἑνός ἐστιν, ὃ παντὸς ἐπέκεινα πλήθους ὁ λόγος ἀπέφηνε, δεῖ δήπου τὴν μετὰ ταύτην μὴ τὸὂν ἀδιορίστως οὕτω καὶἀδιακρίτως ἐκφαίνειν, ἀλλὰ πάσας τὰς διακοσμήσεις τῶν ὄντων. Τὸ γὰρ ὅλον πλῆθος ὁμοῦ τῷἑνὶ προσφέρειν ὁ τῆς διαιρετικῆς τρόπος ἀποδοκιμάζει, καθάπερ ἡμᾶς ὁἐν τῷ Φιλήβῳ Σωκράτης ἐδίδαξεν.

[64]  Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.45.20 – 1.46.22» :

TheolPlat 1.45.20 ` to     TheolPlat 1.46.22 Τὰ μὲν γὰρ πρῶτα τῶν συμπερασμάτων δι᾽ἐλαχίστων ὡς οἷόν τε καὶἁπλουστάτων καὶ γνωριμωτάτων καὶ οἷον κοινῶν ἐννοιῶν εὐθὺς κατάδηλα γίνεται, τὰ δὲ τούτων ἐφεξῆς διὰ πλειόνων καὶ ποικιλωτέρων, τὰ δὲἔσχατα παντελῶς ἐστὶ συνθετώτατα· χρῆται γὰρ ἀεὶ τοῖς πρώτοις συμπεράσμασιν εἰς τὰς τῶν ἐχομένων ἀποδείξεις καὶ τῆς ἐν γεωμετρίᾳ τάξεως ἢ τοῖς ἄλλοις μαθήμασι παράδειγμα προτείνει νοερὸν τὴν τῶν συμπερασμάτων τούτων πρὸς ἄλληλα συνάρτησιν. Εἰ τοίνυν οἱ λόγοι τῶν πραγμάτων εἰκόνα φέρουσιν <ὧν εἰσὶν ἐξηγηταὶ> καὶὡς ἔχουσιν αἱ [ἀπὸ] τῶν ἀποδείξεων ἀνελίξεις οὕτως ἀνάγκη καὶ τὰ δεικνύμενα τάξεως ἔχειν, ἀναγκαῖον οἶμαι τὰ μὲν δι᾽ἁπλουστάτων ἀρχόμενα πάντως ἀρχοειδέστατα καὶ τῷἑνὶ συνηνωμένα τετάχθαι, τὰ δὲἀεὶ πληθυόμενα καὶ ποικίλων ἀποδείξεων ἠρτημένα πορρώτερον προεληλυθέναι τῆς <τοῦἑνὸς ἀποστάσεως>, εἰ θέμις εἰπεῖν. Οἷς μὲν γὰρ ἂν ὑπάρχῃ τὰ δεύτερα συμπεράσματα, τούτοις ἀνάγκη καὶ τὰ πρὸ αὐτῶν ὑπάρχειν· οἷς δ᾽ἂν τὰ πρωτουργὰ καὶ αὐτοφυῆ καὶἁπλᾶ, τούτοις οὐκ ἀνάγκη καὶ τὰ συνθετώτερα παρεῖναι καὶ διὰ πλειόνων δεικνύμενα καὶὄντα πορρωτέρω τῆς τῶν ὄντων ἀρχῆς. Ἔοικεν ἄρα τὰ μὲν θειοτέρων εἶναι τάξεων ἐκφαντικὰ τὰ δὲ καταδεεστέρων, καὶ τὰ μὲν ἑνικωτέρων τὰ δὲἤδη πληθυομένων, καὶ τὰ μὲν μονοειδεστέρων τὰ δὲ πολυειδεστέρων. Αἱ γὰρ ἀποδείξεις ἐκ τῶν αἰτίων εἰσὶ καὶ τῶν πρώτων ἑκασταχοῦ. Εἰ τοίνυν τὰ πρότερα συμπεράσματα τῶν δευτέρων αἴτια, τάξις ἐστὶν αἰτίων καὶ αἰτιατῶν ἐν τῷ πλήθει τῶν συμπερασμάτων, καὶ πάντα συγχεῖν καὶἀδιορίστως ἐν ἑνὶ θεωρεῖν οὔτε τῇ φύσει τῶν πραγμάτων οὔτε τῇ τοῦ Πλάτωνος ἐπιστήμῃ προσήκει.

[65]Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.47.6 – 1.52.19» :

TheolPlat 1.47.6 ` to     TheolPlat 1.52.19   Ἀλλ᾽ἐπειδὴ τοῦτο πλῆθός ἐστι καὶ οὐχ ἓν αὐτὸ μόνον, ὥσπερ τὸ πρὸ τῶν ὄντων ἕν—<τὸ> γὰρ <ὂν πεπονθός ἐστι τὸἕν>, ὥσπερ καὶὁἘλεάτης ξένος ἡμᾶς ἐν Σοφιστῇ περὶ τούτων ἀνεδίδαξε καὶ παρ᾽ αὐτοῖς εἴωθε θρυλλεῖσθαι, τὸ μὲν πρῶτον <ἓν> τιθεμένοις, τὸν δὲ νοῦν <ἓν πολλά>, τὴν δὲ ψυχὴν <ἓν καὶ πολλά>, τὰ δὲ σώματα πολλὰ καὶἕν—ἐπειδὴ τοίνυν, τὸ [μὲν] μυριόλεκτον τοῦτο, μετὰ τῆς ἑνώσεως καὶ πλῆθός ἐστιν ἐν τῷὄντως ὄντι, πότερον τῷ μὲν ὅλῳ ταῦτα φήσουσιν ἐφαρμόζειν τοῖς δὲ μέρεσιν οὐκέτι τοῦὄντος ἢ καὶ τῷὅλῳ καὶ τοῖς μέρεσι; <Καὶ εἰ τῷὅλῳ καὶ τοῖς μέρεσι,> πάλιν αὐτοὺς ἐρησόμεθα πότερον ἑκάστῳ πάντα τῶν τοῦὄντος μερῶν ἀποδώσουσιν ἢ τὰ μὲν ἄλλοις διανεμοῦσι τὰ δὲἄλλοις τῶν ἐν αὐτῷ μερῶν. Εἰ μὲν τοίνυν τῷὅλῳ μόνον ἀξιώσουσιν ἕκαστον προσαρμόττειν, τὸὂν ἐξ οὐκ ὄντων ἔσται καὶ τὸ κινούμενον ἐξ ἀκινήτων καὶ τὸἑστὼς ἐκ τῶν ἐστερημένων τῆς στάσεως καὶ πάντα ἁπλῶς ἐκ τῶν ἀντικειμένων, καὶ οὐκ ἂν ἔτι τῷ Παρμενίδου λόγῳ συνᾴδοιμεν, ὃς καὶ τὰ μέρη τοῦἑνὸς ὄντος ὅλα πως εἶναί φησι καὶἕκαστον αὐτῶν ἕν τε καὶὂν ὑπάρχειν τῷὅλῳ παραπλησίως. Εἰ δὲἑκάστῳ τὰ πάντα δώσομεν καὶ οὐδὲν ὅτι μὴ πάντα ποιήσομεν, πῶς τὸἀκρό τατον τοῦὄντος καὶ τὸἑνικώτατον ὁλότητα καὶ μερῶν ἕξει πλῆθος ἀπερίληπτον; Πῶς δὲὁμοῦ καὶ <ἀριθμὸν> τὸν ὅλον καὶ <σχῆμα> καὶ <κίνησιν καὶ στάσιν> καί, ὡς συνελόντι φάναι, τὰ εἴδη πάντα καὶ τὰ γένη; Ταῦτα γὰρ διαφέρει τε ἀλλήλων καὶἀδύνατα λέγειν. Ἔσται δὴ οὖν ἡμῖν ὁμοίως πεπληθυσμένα τά τε ἐγγὺς τοῦἑνὸς καὶ τὰ πόρρω, καὶ οὐ παρ᾽ἔλαττον πλῆθος τοῦἐσχάτου τὸ πρώτιστον οὐδὲ αὖ παρ᾽ἔλαττον ἓν ἔσται τοῦ πρωτίστου τὸἔσχατον καὶ τὰ μέσα τῶν ἄκρων κατὰ τὴν διαίρεσιν ἀδιάφορα. Ὅτε τοίνυν μήτε τῷὅλῳ μόνῳἀποδιδόναι προσήκει τῶν συμπερασμάτων τὸ σύμπαν τοῦτο πλῆθος μήτε ἐν πᾶσι πάντα παραπλησίως ποιεῖν τῶν τοῦὄντος μερῶν, λείπεται δήπου τὰ μὲν ἄλλοις τὰ δὲἄλλοις ἐφαρμόζειν.

Οὐκοῦν ἀναγκαῖον ἢἄτακτον εἶναι τὴν τῶν συμπερασμάτων ἀπαρίθμησιν ἢ τεταγμένην· ἀλλ᾽ εἰ μὲν ἄτακτον φήσουσιν, οὔτε τῇ διαλεκτικῇ προσήκοντα λόγον ἐροῦσιν οὔτε τῷ τρόπῳ τῶν ἀποδείξεων ἐκ τῶν προτέρων ἀεὶ τοῖς δευτέροις διδόντι τὴν γέννησιν οὔτε τῇ τοῦ Πλάτωνος ἐπιστήμῃ πανταχοῦ συνοδεύοντος τῇ τάξει τῶν πραγμάτων· εἰ δὲ τεταγμένην, ἀναγκαῖον οἶμαι πάντως ἢἀπὸ τῶν πρώτων ἄρχεσθαι κατὰ φύσιν ἢἀπὸ τῶν ἐσχάτων· ἀλλ᾽ εἰ μὲν ἀπὸ τῶν ἐσχάτων, ἔσται τὸ μὲν ἓν ὂν ἔσχατον, τὸ δὲ κατὰ χρόνον κινούμενον πρώτιστον. Τοῦτο μὴν ἀδύνατον· τὸ μὲν γὰρ χρόνου μετέχον καὶ τοῦἑνὸς ὄντος πολλῷ πρότερον ἀνάγκη μετέχειν, τὸ δὲ τοῦἑνὸς ὄντος μετειληφὸς οὐκ ἀνάγκη καὶ τοῦ χρόνου μετέχειν· ἐπέκεινα ἄρα τοῦ χρόνου τὸἓν ὄν ἐστιν. Εἰ τοίνυν ἄρχεται μὲν ἀπὸ τοῦἑνὸς ὄντος, καταλήγει δὲ εἰς τὸ τοῦ χρόνου μετέχον, ἄνωθεν κἀκ τῶν πρωτίστων ἄχρι τῶν ἐσχάτων πρόεισι τοῦὄντως ὄντος μερῶν· ὥστε τὰ μὲν πρώτιστα τῶν συμπερασμάτων ἐπὶ τὰς πρωτίστας ἀνενεκτέον τάξεις, τὰ δὲ μέσα κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπὶ τὰς μέσας, τὸ δὲἔσχατον δῆλον ὡς ἐπὶ τὰς ἐσχάτας, ἐπείπερ ἀναγκαῖον, ὡς ὁ λόγος ἀπέφηνεν, ἄλλα μὲν ἄλλαις διανέμειν καὶἄρχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀκροτάτων τὴν τοιαύτην διανομήν.

Καὶ μὴν καὶἡ τῶν ὑποθέσεων τάξις ἱκανόν, οἶμαι, τεκμήριόν ἐστιν ὧν λέγομεν· ἡ μὲν γὰρ περὶ τοῦἑνὸς ὃ πλήθους ἐστὶ παντὸς ἐξῃρημένον πρωτίστην ἔλαχε τάξιν καὶἀπ᾽ αὐτῆς ἡ τῶν λόγων ἁπάντων ἀνέλιξις ὥρμηται, δευτέραν δὲἄρα μετὰ ταύτην <ἡ> περὶ τῶν ὄντως ὄντων καὶ τῆς μετεχομένης ὑπὸ τούτων ἑνάδος, τρίτην δὲἐφεξῆς ἡ περὶ τῆς ψυχῆς, εἴτ᾽ οὖν ἁπάσης εἴτε καὶ μή· καὶ γὰρ τοῦτο παγκάλως τῷἡμετέρῳ καθηγεμόνι δέδεικται, καὶὡς προείληπται ὁ περὶ τῶν ὅλων ψυχῶν λόγος κατὰ τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν. Εἰ τοίνυν κατὰ τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν ἡ τῶν τριῶν τούτων ὑποθέσεων τάξις προελήλυθε, δῆλον ὅτι τὰ μὲν πρῶτα τῆς δευτέρας τῇ πρὸ αὐτῆς συμφυόμενα, τὰ δὲἔσχατα τῇ μετ᾽ αὐτήν. Καὶ τί γὰρ ἂν φανείη τοῖς μὴ παντάπασι τῶν τοιούτων λόγων ἀπείροις ἢ τοῦἑνὸς ὄντος, ὃ πρῶτον ἐκφαίνεται τῶν τῆς δευτέρας συμπερασμάτων, τῷἑνὶ συγγενέστερον, ἢ τοῦ χρόνου μεριστῶς μετέχοντος, ὃ τῶν ἐν αὐτῇ δεικνυμένων ἐστὶν ἔσχατον, τῇ ψυχῇ προσεχέστερον; Καὶ γὰρ ταῖς μερικαῖς ψυχαῖς τὸ ζῆν κατὰ χρόνον, ὥσπερ καὶ ταῖς ὅλαις, καὶ τὸἓν ὂν τὸ πρώτως ἐστὶ μετασχὸν τοῦἑνὸς καὶ τῇ τοῦὄντος συναρτήσει τῆς ἀμεθέκτου πλεονάσαν ἑνάδος. Εἰ δὲ μέσης οὔσης ταύτης τῆς ὑποθέσεως τὰἄκρα τοῖς ἄκροις οἰκεῖα, καὶ τὰ μέσα δήπου τοῖς μέσοις ἐφαρμόσομεν· ἀρχομένη γὰρ ἀπὸ τοῦἑνὸς ὄντος διὰ πάντων πρόεισι τῶν μετ᾽ αὐτὸ γενῶν, ἄχρις ἂν εἰς τὴν τοῦ χρόνου μετέχουσαν καταλήξῃ φύσιν.

Καὶ μὲν δὴ καὶἐκ τῶν κοινῶν ὁμολογημάτων τοῖς τὰ θεῖα δεινοῖς τῶν τὰ Πλάτωνος ἐξηγουμένων ἡγούμεθα τὸ αὐτὸ δεικνύναι τοῖς ἔμπροσθεν εἰρημένοις. Πλωτῖνος μὲν γὰρ ἐν τῷ Περὶ τῶν ἀριθμῶν βιβλίῳ ζητήσας πότερον τὰὄντα πρὸ τῶν ἀριθμῶν ὑφέστηκεν ἢ πρὸ τῶν ὄντων οἱἀριθμοί, λέγει διαρρήδην ὅτι τὸ πρώτιστον ὂν πρὸ τῶν ἀριθμῶν ὑπέστη καὶὡς γεννᾷ τὸν θεῖον ἀριθμόν. Εἰ δὲ ταῦτα ἐκεῖνος ὀρθῶς διατάττεται, καὶ γεννητικὸν μέν ἐστι τὸὂν τοῦἀριθμοῦ τοῦ πρώτου, παράγεται δὲὁἀριθμὸς ὑπὸ τοῦὄντος, οὐ δεῖ συγχεῖν τὴν τάξιν τῶν γενῶν τούτων οὐδὲ εἰς μίαν ὑπόστασιν συνάγειν, οὐδὲ τοῦ Πλάτωνος ἰδίᾳ μὲν τὸἓν ὂν παράγοντος, ἰδίᾳ δὲ τὸν ἀριθμόν, ἑκάτερον τῶν συμπερασμάτων εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ἀναφέρειν· τὸ γὰρ αἴτιον καὶ τὸ αἰτιατὸν οὐδαμῶς θέμις ἢ δύναμιν τὴν αὐτὴν ἢ τάξιν ἔχειν, ἀλλὰ διώρισται μὲν ταῦτα ἀπ᾽ἀλλήλων, διακέκριται δὲ καὶἡ περὶ αὐτῶν ἐπιστήμη καὶ οὔτε μία φύσις αὐτῶν οὔτε λόγος εἷς. Πορφύριος δὲ αὖ μετὰ τοῦτον ἐν τῇ Περὶἀρχῶν πραγματείᾳ τὸν νοῦν εἶναι μὲν αἰώνιον ἐν πολλοῖς καὶ καλοῖς ἀποδείκνυσι λόγοις, ἔχειν δὲὅμως ἐν ἑαυτῷ καὶ προαιώνιόν <τι· καὶ τὸ μὲν προαιώνιον> τοῦ νοῦ τῷἑνὶ συνάπτειν (ἐκεῖνο γὰρ ἦν ἐπέκεινα παντὸς αἰῶνος) τὸ δὲ αἰώνιον δευτέραν ἔχειν, μᾶλλον δὲ τρίτην ἐν ἐκείνῳ τάξιν· δεῖ γάρ, οἶμαι, τοῦ προαιωνίου καὶ τοῦ αἰωνίου τὸν αἰῶνα μέσον ἱδρῦσθαι. Ἀλλὰ μήπω τοῦτο· τοσόνδε δὲὅμως ἐκ τῶν εἰρημένων λάβωμεν, ὅτι δὴ καὶὁ νοῦς ἔχει τι κρεῖττον ἐν ἑαυτῷ τοῦ αἰωνίου· καὶ τοῦτο λαβόντες ἐρώμεθα τὸν <τοῦ λόγου πατέρα> πότερον καὶ τοῦτο οὐ μόνον <ἓν ὄν> ἐστιν, ἀλλὰ καὶ <ὅλον καὶ μέρη> καὶ <πλῆθος> πᾶν καὶ <ἀριθμὸς> καὶ <σχῆμα> καὶ <κινούμενον καὶἑστώς>, ἢ τὰ μὲν αὐτῷ τῶν συμπερασμάτων προσοίσο μεν, τὰ δὲ οὔ. Πάντα μὲν γὰρ ἀδύνατον· πᾶσα γὰρ νοερὰ κίνησις ἐν αἰῶνι, καὶ στάσις ὡσαύτως· εἰ δὲ τὰ μέν, τὰ δ᾽ οὔ, δῆλον ὅτι καὶ τὰς ἄλλας ἐν τῷ νῷ τάξεις διερευνητέον καὶ τῶν συμπερασμάτων ἕκαστον ἀνενεκτέον ἐπ᾽ἐκείνην ᾗἂν μάλιστα φαίνηται προσῆκον· ὁ γὰρ νοῦς οὐχ ἕν ἐστιν ἀριθμῷ καὶἄτομον, ὥς πού τισι τῶν παλαιῶν δοκεῖ, ἀλλὰ σύμπασαν περιέχει τὴν τοῦἑνὸς ὄντος πρόοδον. Ἐκ τρίτων δὴ οὖν ἡμῖν μετὰ τούτους ὁ θεῖος Ἰάμβλιχος ἐν τῇ Περὶ θεῶν πραγματείᾳ τοὺς τὰ γένη τοῦὄντος ἐν τοῖς νοητοῖς ἀποτιθεμένους ᾐτιάσατο· καὶ γὰρ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν καὶ τὴν ποικιλίαν πορρωτέρω βεβλῆσθαι τοῦἑνός. Ποῦ τοίνυν ταῦτα πρώτως ὑποτίθεσθαι προσήκει διδάσκων ἐπήνεγκε· πρὸς γὰρ τῷ τέλει τῆς νοερᾶς τάξεως ὑπὸ τῶν ἐκεῖ θεῶν ταῦτα παράγεται. Πῶς μὲν οὖν τὰ γένη τοῦὄντος καὶἔστιν ἐν ἐκείνοις καὶ οὐκ ἔστιν, ἐν τοῖς ὕστερον ἔσται καταφανές. Εἰ δ᾽, ὥσπερ ἐκεῖνος διατάττεται, τὰ νοητὰ τῶν γενῶν τούτων ἐξῄρηται, πολλῷ δήπου μᾶλλον καὶ <ὁμοιότητος καὶἀνομοιότητος> καὶ <ἰσότητος καὶἀνισότητος>. Οὐκ ἄρα ἦν ἕκαστον τῶν συμπερασμάτων ἅπασιν ὡσαύτως ἐφαρμόζειν οὐδὲἐπὶ πᾶν τὸ νοητὸν πλάτος ἢ νοερὸν ἀναπέμπειν. Ὥστε καὶἐξ ὧν εἰρήκασιν ἰδίᾳ φιλοσοφοῦντες οἱ τῶν ἐξηγητῶν ἄριστοι τό τε πλῆθος ἀναφαίνεται τῶν θείων διακόσμων καὶἡ τῶν Πλατωνικῶν λόγων <κατ᾽ἄρθρα> προϊοῦσα διάκρισις.

[66] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.54.2 – 1.54.9» :

TheolPlat 1.54.12 ` to     TheolPlat 1.55.9   Ἀλλὰ μὴν κἀκεῖνο συμβαίνει τοῖς λέγουσι μίαν εἶναι τὴν ἐν ἅπασι τοῖς λόγοις ἐξεταζομένην φύσιν, τὸ μὴ διορᾶν ὅπως ἐν μὲν τοῖς τρισὶ τοῖς πρώτοις συμπεράσμασιν ἀδιάκριτον μένει τοῦὄντος τὸἕν, ἐν δὲ τῷ τετάρτῳ διακρίνεται πρώτως, ἐν δὲ τοῖς ἑξῆς ἅπασι χωρὶς τοῦὄντος αὐτὸ καθ᾽ἑαυτὸ θεωρούμενον ἐξήτασται. Πῶς οὖν οὐκ ἀνάγκη τὰς τάξεις ταύτας διαφέρειν ἀλλήλων; Τὸ μὲν γὰρ ἀδιάκριτον ἅτε κρυφίως ὂν καὶἀδιαιρέτως συγγενέστερόν ἐστι πρὸς τὸἕν, τὸ δὲ διακρινόμενον δευτέραν ἔχει μετὰ τοῦτο τάξιν, τὸ δὲ διακεκριμένον πορρώτερον ἤδη προελήλυθεν ἀπὸ τῆς πρωτίστης.   Εἰ δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν λόγων ἀνασκέψασθαι καὶ τὸ τῆς ὑποθέσεως μῆκος ἐθέλοις ὁπόσῳ διαφέρει τῆς μετ᾽ αὐτήν, οὐδὲ ταύτῃ σοι φανεῖται περὶ μιᾶς εἶναι φύσεως αὐτὴν καὶἀδιακρίτου παντελῶς. Οἱγὰρπερὶτῶνθείωνλόγοισυνῄρηνταιμὲνἐντοῖςἀρχηγικωτέροιςαἰτίοις, διότιτὸκρύφιονἐκείνωντοῦφανοῦκαὶτὸἄρρητοντοῦγνωστοῦπλεονάζει, πληθύονταιδὲκαὶἀνελίττονταιπροϊόντεςἐπὶτὰςπροσεχεστέραςἡμῖντῶνθείωνδιακοσμήσεις. Τὰμὲνγὰρτοῦἀρρήτουκαὶἀγνώστουκαὶἐνἀβάτοιςἐξῃρημένουσυγγενῆπρὸςτὴνδιὰλόγωνμήνυσινἀλλοτριωτέρανἔλαχετὴνὕπαρξιν, τὰδὲεἰςτὸπρόσωπροεληλυθότακαὶἡμῖνγνωριμώτερακαὶτῇφαντασίᾳκαταφανέστερατῶνπρὸαὐτῶνἐστί.

[67] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.55.11 – 1.55.19» :

TheolPlat 1.55.11 ` to     TheolPlat 1.55.18   Τοῦτο μὲν οὖν ἐνταῦθα κείσθω διὰ πλειόνων ἡμῖν ἀποπεφασμένον, ὡς ἀνάγκη τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν ἁπάσας μὲν τὰς θείας ἐκφαίνειν διακοσμήσεις, ἄνωθεν δὲἀπὸ τῶν ἁπλουστάτων καὶἑνικωτάτων εἰς τὸὅλον πλῆθος τῶν θείων καὶ τὸν σύμπαντα χωρεῖν ἀριθμόν, εἰς ὃν κατέληξε τῶν ὄντως ὄντων ἡ τάξις, ὑπεστρωμένη μὲν ταῖς ἑνάσι τῶν θεῶν, συνδιαιρουμένη δὲ ταῖς ἀρρήτοις αὐτῶν καὶἀφράστοις ἰδιότησιν.

[68] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.55.19 – 1.56.3» :

TheolPlat 1.55.19 ` to     TheolPlat 1.56.3 ἐκ ταύτης δήπου τῆς ὑποθέσεως τήν τε τῶν θείων διακόσμων συνέχειαν καὶ τὴν τῶν δευτέρων ἀπὸ τῶν πρώτων πάροδον ληπτέον καὶ τὴν ἰδιότητα τῶν θείων ἁπάντων γενῶν καὶ τίς μὲν αὐτῶν ἡ πρὸς ἄλληλα κοινωνία τίς δὲἡ κατὰ μέτρα προϊοῦσα διάκρισις· καὶ τὰς ἐκ τῶν λοιπῶν διαλόγων ἀφορμὰς τῆς περὶ τῶν ὄντως ὄντων ἢ τῶν ἑνάδων τῶν ἐν αὐτοῖς ἀληθείας εἰς τήνδε τὴν ὑπόθεσιν ἀνενεκτέον. Τὰς γὰρ ὅλας προόδους τῶν θεῶν καὶ τὰς παντελεῖς αὐτῶν διακοσμήσεις ἐνταῦθα κατὰ τὴν θεολογικὴν ἐπιστήμην ἐκφαινομένας θεωρήσομεν.

[69] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.56.11 – 1.57.7» :

TheolPlat 1.56.11 ` to     TheolPlat 1.57.7   Εἰ τοίνυν ὁ Παρμενίδης περὶ τοῦἑνὸς αὐτῷ τὸν σύμπαντα λόγον ἔσεσθαι συνομολογεῖ καὶ πῶς ἔχει τοῦτο πρός τε αὑτὸ καὶ τὰἄλλα πάντα, δῆλον ὡς καὶ τούτου ἀναγκαῖον ἄρχεσθαι μὲν τὴν θεωρίαν ἀπὸ τῶν ἀκροτάτων, τελευτᾶν δὲ εἰς τὸἔσχατον τῶν πάντων· πρόεισι γὰρ ἡ τοῦἑνὸς ὕπαρξις ἄνωθεν ἄχρι τῆς ἀμυδροτάτης τῶν πραγμάτων ὑποστάσεως. Ἀλλ᾽ἐπείπερ ἡ πρωτίστη τῶν ὑποθέσεων τὴν ἀπεριήγητον τῆς πρωτίστης ἀρχῆς ὑπερβολὴν διὰ τῶν ἀποφάσεων ἐπιδείκνυσι καὶ πάσης μὲν οὐσίας αὐτὴν πάσης δὲ γνώσεως ἐξῃρημένην ἀφίησι, δῆλον ὡς ἡ μετ᾽ αὐτήν, ἅτε προσεχῶς ἀπ᾽ αὐτῆς ἐκφαινομένη, τὸν σύμπαντα διάκοσμον ἐκφαίνει τῶν θεῶν. Οὐ γὰρ τὸ νοερὸν αὐτῶν οὐδὲ τὸ οὐσιῶδες μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ θεῖον τῆς ὑπάρξεως ἰδίωμα παραλαμβάνει διὰ πάσης τῆς ὑποθέσεως. Τί γὰρ ἄλλο ἐστὶ τὸἓν τὸ μετεχόμενον ὑπὸ τοῦὄντος ἢ τὸἐν ἑκάστῳ θεῖον, καθ᾽ὃ καὶἥνωται πάντα πρὸς τὸἀμέθεκτον ἕν; Ὡς γὰρ τὰ σώματα τῇἑαυτῶν ζωῇ συνάπτεται πρὸς τὴν ψυχήν, καὶὡς αἱ ψυχαὶ τῷἑαυτῶν νοητικῷ πρὸς τὸν ὅλον νοῦν ἀνατείνονται καὶ τὴν πρωτίστην νόησιν, οὕτω δήπου καὶ τὰὄντως ὄντα τῷἑαυτῶν ἑνὶ πρὸς τὴν ἐξῃρημένην ἕνωσιν ἀνῆκται καὶ ταύτῃ τῆς πρωτίστης αἰτίας ἐστὶν ἀνεκφοίτητα.

[70] Πρβλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.57.8 – 1.58.22» :

TheolPlat 1.57.8 ` to     TheolPlat 1.58.22   Ἐπεὶ δὲἄρχεται μὲν ἀπὸ τοῦἑνὸς ὄντος ἡὑπόθεσις αὕτη καὶ τὴν ἀκρότητα τῶν νοητῶν πρώτην ἀπὸ τοῦἑνὸς ὑφίστησι, καταλήγει δὲ εἰς τὴν τοῦ χρόνου μετέχουσαν οὐσίαν καὶ τὰς θείας ψυχὰς ἐπ᾽ἐσχάτοις τῶν θείων διακόσμων παράγει, τὴν τρίτην ἀναγκαῖον πάντως τὸ τῶν μερικῶν ψυχῶν πλῆθος ἅπαν καὶ τὰς ἐν αὐταῖς διαφορὰς τοῖς ποικίλοις συμπεράσμασιν ἐπιδεικνύναι. Καὶ μέχρι τούτων ἡ χωριστὴ καὶἀσώματος ὑπόστασις προελήλυθε. Μετὰ δὲ ταύτην ἡ μεριστὴ περὶ τὰ σώματα καὶ τῆς ὕλης ἀχώριστος, ἣν ἡ τετάρτη παραδίδωσιν ἄνωθεν ἀπὸ τῶν θεῶν ἠρτημένην. [ἡ] Τελευταία δὲἡ τῆς ὕλης πρόοδος εἴτε μιᾶς εἴτε ποικίλης οὔσης, ἣν ἡ πέμπτη διὰ τῶν ἀποφάσεων κατὰ τὴν πρὸς τὸ πρῶτον αὐτῆς <ἀνόμοιον ὁμοιότητα> δείκνυσιν. Ἀλλ᾽ οὗ μὲν αἱἀποφάσεις στερήσεις εἰσίν, οὗ δὲ αἰτίαι τῶν γενομένων ἁπάντων ἐξῃρημέναι. Καί, ὃ πάντων ἐστὶ θαυμαστότατον, αἱ μὲν ἄκραι μόνως ἀποφατικαί, ἀλλ᾽ἡ μὲν καθ᾽ὑπεροχὴν ἡ δὲ κατὰἔλλειψιν· τῶν δὲὑπ᾽ αὐτὰς ἑκατέρα καταφατική, ἀλλ᾽ἡ μὲν παραδειγματικῶς ἡ δὲ εἰκονικῶς· ἡ δὲ μέση τῇ ψυχικῇ τάξει προσήκουσα· σύγκειται μὲν γὰρ ἐκ καταφατικῶν καὶἀποφατικῶν συμπε ρασμάτων, ἔχει δὲ συστοίχους ταῖς καταφάσεσι τὰς ἀποφάσεις καὶ οὔτε ὡς τὰἄλλα πεπλήθυσται μόνον καὶἐπεισοδιῶδες ἔχει τὸἓν οὔτε ὡς τὰ πρὸ αὐτῆς ὑπερανενήνεκται τῆς οὐσίας τὸἕν, ἀλλ᾽ἓν μέν ἐστιν ἔτι τὸἐν αὐτῇ προτεινόμενον ἕν, κινήσει δὲ καὶ πληθυσμῷ τὸἓν τοῦτο καὶ οἷον ὑπὸ τῆς οὐσίας καταπινόμενον προελήλυθεν.   Αἱ μὲν οὖν τὰὄντα πάντα τά τε χωριστὰ καὶ τὰἀχώριστα καὶ τὰς αἰτίας τῶν ὅλων τάς τε ἐξῃρημένας καὶ τὰς ἐν αὐτοῖς τοῖς πράγμασιν οὔσας ἐκφαίνουσαι κατὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦἑνός εἰσι τοιαίδε τινὲς ὑποθέσεις. Ἄλλαι δὲ πρὸς ταύταις τέτταρες, αἳ τὸἓν ἀνελοῦσαι πάντα ἐκποδὼν φαίνουσι τὰὄντα καὶ γινόμενα καὶ οὐδὲν ἔτι οὐδαμοῦὄν, ἵνα δὴ καὶ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ σῴζεσθαι τὸἓν αἴτιον ἀποδειχθῇ καὶ δι᾽ἐκεῖνο πάντα τὰὄντα μετέχῃ τῆς τοῦὄντος φύσεως καὶ πρὸς ἐκεῖνο τὴν ὕπαρξιν ἕκαστον ἀνηρτημένην ἔχῃ. Καὶὡς συλλήβδην εἰπεῖν, τοῦτο διὰ πάντων συλλογιζόμεθα τῶν ὄντων ὡς, εἴτε ἔστι τὸἕν, τὰ πάντα ἐστὶν ἄχρι καὶ τῆς ἐσχάτης ὑποστάσεως, εἴτε μὴἔστι τὸἕν, οὐδέν ἐστι τῶν ὄντων. Αἴτιον ἄρα καὶ [τὸ] ὑποστατικὸν καὶ σωστικὸν τῶν ὄντων ἁπάντων τὸἕν, ὃ καὶὁ Παρμενίδης ἐπὶ τέλει τοῦ διαλόγου συνήγαγεν.

[71] Βλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.19.23 – 1.20.25» :

TheolPlat 1.19.23 ` to     TheolPlat 1.20.25 δῆλον δὲἐκ τῶν εἰρημένων 1.20 Οἱ μὲν οὖν τρόποι τῆς παρὰ τῷ Πλάτωνι θεολογικῆς διδασκαλίας τοιοίδε τινές εἰσι· ὅτι καὶ τὸν ἀριθμὸν εἶναι τοσούτους ἀναγκαῖον· οἱ μὲν γὰρ δι᾽ἐνδείξεως περὶ τῶν θείων λέγοντες ἢ συμβολικῶς καὶ μυθικῶς ἢ δι᾽ εἰκόνων λέγουσιν, οἱ δὲἀπαρακαλύπτως τὰς ἑαυτῶν διανοήσεις ἀπαγγέλλοντες οἱ μὲν κατ᾽ἐπιστήμην οἱ δὲ κατὰ τὴν ἐκ θεῶν ἐπίπνοιαν ποιοῦνται τοὺς λόγους. Ἔστι δὲὁ μὲν διὰ τῶν συμβόλων τὰ θεῖα μηνύειν ἐφιέμενος Ὀρφικὸς καὶὅλως τοῖς τὰς θεομυθίας γράφουσιν οἰκεῖος. Ὁ δὲ διὰ τῶν εἰκόνων Πυθαγόρειος, ἐπεὶ καὶ τοῖς Πυθαγορείοις τὰ μαθήματα πρὸς τὴν τῶν θείων ἀνάμνησιν ἐξηύρητο καὶ διὰ τούτων ὡς εἰκόνων ἐπ᾽ἐκεῖνα διαβαίνειν ἐπεχείρουν· καὶ γὰρ τοὺς ἀριθμοὺς ἀνεῖσαν τοῖς θεοῖς καὶ τὰ σχήματα, καθάπερ λέγουσιν οἱ τὰἐκείνων ἱστορεῖν σπουδάζοντες. Ὁ δὲἐνθεαστικῶς μὲν αὐτὴν καθ᾽ἑαυτὴν ἐκφαίνων τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν παρὰ τοῖς ἀκροτάτοις τῶν τελεστῶν μάλιστα καταφανής· οὐ γὰρ ἀξιοῦσιν οὗτοι διὰ δή τινων παραπετασμάτων τὰς θείας τάξεις ἢ τὰς ἰδιότητας αὐτῶν τοῖς ἑαυτῶν γνωρίμοις ἀποδιδόναι, ἀλλὰ τάς τε δυνάμεις καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς ὑπ᾽ αὐτῶν κινούμενοι τῶν θεῶν ἐξαγγέλλουσιν. Ὁ δὲ αὖ κατ᾽ἐπιστήμην ἐξαίρετός ἐστι τῆς τοῦ Πλάτωνος φιλοσοφίας· καὶ γὰρ τὴν ἐν τάξει πρόοδον τῶν θείων γενῶν καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφορὰν καὶ τάς τε κοινὰς τῶν ὅλων διακόσμων ἰδιότητας καὶ τὰς ἐν ἑκάστοις διῃρημένας μόνος, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, τῶν ἡμῖν συνεγνωσμένων ὁ Πλάτων καὶ διελέσθαι καὶ τάξαι κατὰ τρόπον ἐπεχείρησε.

[72] Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων Πρόλογος Α’, 21.25 – 22.16» :

in Euc 21.25 ` to     in Euc 22.16   Ἀλλ᾽ὅτι μὲν πρὸς φιλοσοφίαν ἡ μαθηματικὴ τὴν πρωτίστην παρέχεται συντέλειαν, ἐκ τούτων δῆλον. δεῖ δὲ καὶ τῶν καθ᾽ἕκαστα μεμνῆσθαι, καὶὅτι θεολογίᾳ μὲν προευτρεπίζει τὰς νοερὰς ἐπιβολάς. ὅσα γὰρ τοῖς ἀτελέσι δυσθήρατα καὶἀνάντη φαίνεται τῆς περὶ τῶν θεῶν ἀληθείας εἰς διάγνωσιν, ταῦτα οἱ τῆς μαθηματικῆς λόγοι πιστὰ καὶ καταφανῆ καὶἀνέλεγκτα διὰ τῶν εἰκόνων ἀποφαίνουσι. τῶν μὲν γὰρ ὑπερουσίων ἰδιοτήτων ἐν τοῖς ἀριθμοῖς τὰς ἐμφάσεις δεικνύουσι, τῶν δὲ νοερῶν σχημάτων ἐν τοῖς διανοητοῖς τὰς δυνάμεις ἐκφαίνουσιν. δι κα <Πλτων> πολλ κα θαυμαστ δγματα περ θεν δι τν μαθηματικν εδν μς ναδιδσκει κα τν <Πυθαγορεων> φιλοσοφα παραπετσμασι τοτοις χρωμνη τν μυσταγωγαν κατακρπτει τν θεων δογμτων. τοιοτος γρ καερς σμπας λγος κα <Φιλλαος> ν τας Βκχαις καλος τρπος τς <Πυθαγρου> περ θεν φηγσεως.

[73] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, τόμος Γ’ (συνέχεια), 2.246. 4 – 9» :

in Ti 2.246.4 ` to     in Ti 2.246.9 ὁ δέ γε Πλάτων δι᾽ἐπίκρυψιν τοῖς μαθη ματικοῖς τῶν ὀνομάτων οἷον <παραπετάσμασιν ἐχρήσατο> τῆς τῶν πραγμάτων ἀληθείας, ὥσπερ οἱ μὲν <θεολόγοι> τοῖς μύθοις, οἱ δὲ <Πυθαγόρειοι> τοῖς συμβόλοις· ἔστι γὰρ καὶἐν ταῖς εἰκόσι τὰ παραδείγματα θεωρεῖν καὶ διὰ τούτων ἐπ᾽ἐκεῖνα μεταβαίνειν.

[74] Βλ. Πρόκλος στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.20.13 – 1.20.25» :

Theol Plat 1.20.1 ` to     Theol Plat 1.20.25  Ὁ δὲἐνθεαστικῶς μὲν αὐτὴν καθ᾽ἑαυτὴν ἐκφαίνων τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν παρὰ τοῖς ἀκροτάτοις τῶν τελεστῶν μάλιστα καταφανής· οὐ γὰρ ἀξιοῦσιν οὗτοι διὰ δή τινων παραπετασμάτων τὰς θείας τάξεις ἢ τὰς ἰδιότητας αὐτῶν τοῖς ἑαυτῶν γνωρίμοις ἀποδιδόναι, ἀλλὰ τάς τε δυνάμεις καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς ὑπ᾽ αὐτῶν κινούμενοι τῶν θεῶν ἐξαγγέλλουσιν. Ὁ δὲ αὖ κατ᾽ἐπιστήμην ἐξαίρετός ἐστι τῆς τοῦ Πλάτωνος φιλοσοφίας· καὶ γὰρ τὴν ἐν τάξει πρόοδον τῶν θείων γενῶν καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφορὰν καὶ τάς τε κοινὰς τῶν ὅλων διακόσμων ἰδιότητας καὶ τὰς ἐν ἑκάστοις διῃρημένας μόνος, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, τῶν ἡμῖν συνεγνωσμένων ὁ Πλάτων καὶ διελέσθαι καὶ τάξαι κατὰ τρόπον ἐπεχείρησε.

[75] Παράφραση χωρίου στον πλατωνικό «Φαίδρο, 229.d».

[76] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.21.4 – 1.23.11» :

Theol Plat 1.21.4 ` to     Theol Plat 1.23.11 οὐ πᾶσαν ὁ Πλάτων εἰσεδέξατο τὴν δραματουργίαν ἀλλ᾽ὅσον αὐτῆς τοῦ καλοῦ <στοχάζεται> καὶ <τοῦἀγαθοῦ> καὶ πρὸς τὴν θείαν ὑπόστασίν ἐστιν οὐκ ἀνάρμοστον. Ἔστι μὲν γὰρ ὁ τῆς μυθολογίας τρόπος ἀρχαῖος, δι᾽ὑπονοιῶν τὰ θεῖα μηνύων καὶ πολλὰ παραπετάσματα τῆς ἀληθείας προβεβλημένος καὶ τὴν φύσιν ἀπεικονιζόμενος, ἣ τῶν νοητῶν αἰσθητὰ καὶ τῶν ἀύλων ἔνυλα καὶ τῶν ἀμερίστων μεριστὰ προτείνει πλάσματα, καὶ τῶν ἀληθινῶν εἴδωλα καὶ ψευδῶς ὄντα κατασκευάζει. Τῶν δέ γε παλαιῶν ποιητῶν τραγικώτερον συντιθέναι τὰς περὶ τῶν θεῶν ἀπορρήτους θεολογίας ἀξιούντων καὶ διὰ τοῦτο πλάνας θεῶν καὶ τομὰς καὶ πολέμους καὶ σπαραγμοὺς καὶἁρπαγὰς καὶ μοιχείας καὶ πολλὰἄλλα τοιαῦτα σύμβολα ποιουμένων τῆς ἀποκεκρυμμένης παρ᾽ αὐτοῖς περὶ τῶν θείων ἀληθείας, τὸν μὲν τοιοῦτον τρόπον τῆς μυθολογίας ὁ Πλάτων ἀποσκευάζεται καὶ πρὸς παιδείαν εἶναί φησι παντελῶς ἀλλοτριώτατον, πιθανώτερον δὲ καὶ πρὸς ἀλήθειαν καὶ φιλόσοφον ἕξιν οἰκειότερον πλάττειν παρακελεύεται τοὺς περὶ θεῶν λόγους ἐν μύθων σχήμασι, πάντων μὲν ἀγαθῶν τὸ θεῖον αἰτιωμένους κακοῦ δὲ οὐδενός, μεταβολῆς μὲν ἁπάσης ἄμοιρον ἀεὶ δὲ τὴν ἑαυτοῦ τάξιν ἄτρεπτον διαφυλάττον καὶ τῆς μὲν ἀληθείας ἐν ἑαυτῷ τὴν πηγὴν προειληφὸς ἀπάτης δὲ οὐδεμιᾶς ἄλλοις αἴτιον γινόμενον· τοιούτους γὰρ ἡμῖν θεολογίας τύπους ὁἐν Πολιτείᾳ Σωκράτης ὑφηγήσατο. Πάντες τοίνυν οἱ τοῦ Πλάτωνος μῦθοι τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀπορρήτῳ φρουροῦντες οὐδὲ τὴν ἐκτὸς προφαινομένην διασκευὴν ἀπᾴδουσαν ἔχουσι τῆς περὶ θεῶν ἀδιδάκτου καὶἀδιαστρόφου κατὰ φύσιν ἐν ἡμῖν προλήψεως, ἀλλ᾽ [ὅτι] εἰκόνα φέρουσι <τῆς> κοσμικῆς συστάσεως, ἐν ᾗ καὶ τὸ φαινόμενον κάλλος θεοπρεπές ἐστι καὶ <τὸ> τούτου θειότερον ἐν ταῖς ἀφανέσιν ἵδρυται ζωαῖς καὶ δυνάμεσι τῶν θεῶν.

Ἕνα μὲν οὖν τοῦτον τὸν τρόπον τοὺς περὶ τῶν θείων πραγμάτων μύθους ἐκ τοῦ φαινομένου παρανόμου καὶἀλο γίστου καὶἀτάκτου μετήγαγεν εἰς τάξιν καὶὅρον καὶ τὴν τοῦ καλοῦ καὶἀγαθοῦ στοχαζομένην σύνθεσιν· ἕτερον δὲὃν ἐν Φαίδρῳ παραδίδωσιν, ἄμικτον ἀξιῶν φυλάττειν τὴν θεομυθίαν πανταχοῦ πρὸς τὰς φυσικὰς ἀποδόσεις καὶ μηδαμοῦ συμφύρειν μηδὲἐπαλλάττειν θεολογίαν καὶ φυσικὴν θεωρίαν. Ὡς γὰρ αὐτὸ τὸ θεῖον ἐξῄρηται τῆς ὅλης φύσεως, οὕτω δήπου καὶ τοὺς περὶ θεῶν λόγους καθαρεύειν πάντῃ προσήκει τῆς περὶ τὴν φύσιν πραγματείας· τὸ γὰρ τοιοῦτον <ἐπίπονον καὶ οὐ πάνυ>, φησίν, <ἀνδρὸς ἀγαθοῦ>, τέλος ποιεῖσθαι τῆς τῶν μύθων ὑπονοίας τὰ φυσικὰ παθήματα, καὶ τήν τε <Χίμαιραν>, εἰ τύχοι, καὶ τὴν <Γοργόνα> καὶ τῶν τοιούτων ἕκαστον ὑπὸ <σοφίας> εἰς ταὐτὸν ἄγειν φυσικοῖς πλάσμασιν. Ταῦτα γὰρ δὴ καὶὁ Σωκράτης ἐν ἐκείνοις αἰτιώμενος πεποίηται τοὺς τὴν Ὠρείθυιαν παίζουσαν ὑπὸ τοῦ πνεύματος βορέου κατὰ τῶν πετρῶν ὠσθεῖσαν ἐν μύθου σχήματι λέγοντας ὑπὸ τοῦ Βορέου δι᾽ἔρωτα θνητὴν οὖσαν ἡρπάσθαι· δεῖ γὰρ, οἶμαι, τὰ περὶ θεῶν μυθολογήματα σεμνοτέρας ἀεὶ τῶν φαινομένων ἔχειν τὰς ἀποκεκρυμμένας ἐννοίας. Ὥστ᾽ εἴ τινες καὶ τῶν Πλατωνικῶν μύθων φυσικὰς ἡμῖν εἰσηγοῖντο καὶ περὶ τὰ τῇδε στρεφομένας ὑποθέσεις, παντάπασιν αὐτοὺς τῆς τοῦ φιλοσόφου διανοίας ἀποπλανᾶσθαι φήσομεν καὶ μόνους ἐκείνους τῶν λόγων τῆς ἐν τούτοις ἀληθείας ὑπάρχειν <ἐξηγητάς>, ὅσοι τῆς θείας καὶἀύλου καὶ χωριστῆς ὑποστάσεως στοχάζονται καὶ πρὸς ταύτην βλέποντες τάς τε συνθέσεις ποιοῦνται καὶ τὰς ἀναλύσεις τῶν μύθων οἰκείας ταῖς περὶ τῶν θείων ἐν ἡμῖν προλήψεσιν.

[77] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Ε’, 5.131.24 – 5.132.8» :

Theol Plat 5.131.24 ` to     Theol Plat 5.132.8 Ο δέ γε Πλάτων συγχωρεῖ μὲν τοῖς φοιβολήπτοις ποιηταῖς μυστικῶς τὰ τοιαῦτα αἰνίσσεσθαι, τοὺς δὲ πολλοὺς ἐξείργει τῆς τούτων ἀκροάσεως, τοῖς μυθικοῖς τῆς ἀληθείας παραπετάσμασιν ἀβασανίστως πειθομένους, ὃ δὴ καὶ τὸν Εὐθύφρονα παθόντα διήλεγξεν ὁ Σωκράτης ὡς τῶν θείων ἀνεπιστήμονα. Καὶ κατ᾽ αὐτὸν ἄρα τὸν τοῦ Πλάτωνος ἔνθεον νοῦν τὰ τοιαῦτα πάντα μεθαρμόζοντες εἰς τὴν περὶ τῶν ὅλων ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐν αὐτοῖς ἀποκρυπτομένην θεωρίαν ἀναπτύσσοντες τευξόμεθα τῆς περὶ τὸ θεῖον εἰλικρινοῦς θεραπείας.

[78] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη (Α’ μέρος, 1-140), 1.3 – 11.17» :

inAlc 1.3 ` to     inAlc11.17   Τῶν Πλατωνικῶν διαλόγων καὶ πάσης, ὡς εἰπεῖν, τῆς φιλοσόφου θεωρίας ἀρχὴν κυριωτάτην καὶ βεβαιοτάτην εἶναι νομίζομεν τὴν τῆς ἑαυτῶν οὐσίας διάγνωσιν. ταύτης γὰρ ὀρθῶς ὑποτεθείσης καὶ τὸἀγαθὸν τὸ προσῆκον ἡμῖν καὶ τὸ τούτῳ μαχόμενον κακὸν πάντως που καταμαθεῖν ἀκριβέστερον δυνησόμεθα. πέφυκε γὰρ ἑκάστῳ τῶν ὄντων, ὥσπερ τὸ εἶναι διάφορον, οὕτω δὴ καὶἡ τελειότης τοῖς μὲν ἄλλη, τοῖς δὲἄλλη, κατὰ τὴν τῆς οὐσίας ὕφεσιν. εἴτε γὰρ ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἑστίας 2 καὶ πρωτίστης πηγῆς τό τε εἶναι πρόεισι καὶ τὸἀγαθόν, ὡς Ἀριστοτέλης φησίν, ἀνάγκη δήπου κατὰ τὰ μέτρα τῆς οὐσίας καὶ τὸν ὅρον ἑκάστοις παραγίνεσθαι τῆς τελειότητος· εἴτε ἀπ᾽ἄλλης μὲν τὸἀγαθὸν αἰτίας ἥκει πρεσβυτέρας καὶἁγιωτέρας, ἀπ᾽ἄλλης δὲἡ οὐσία καὶ τὸ εἶναι τοῖς πράγμασιν, ὡς ἕκαστον μετέχει τοῦὄντος ἀμυδρότερον ἢἐναργέστερον, οὕτω δήπου καὶ τοῦἀγαθοῦ μεταλήψεται, τὰ μὲν πρώτως ὄντα μείζονος καὶ τελεωτέρου, τὰ δὲἐν μέσοις τεταγμένα κατὰ τὴν ἑαυτῶν τάξιν δευτέρου, τὰ δὲἔσχατα τῶν ὄντων ἐσχάτου. καὶ πῶς γὰρ ἂν ἄλλως ἔχοι τὰὄντα, θεῶν καὶ προνοίας ἡγουμένων, ἢ τὴν κατ᾽ἀξίαν ἐν τῷἀγαθῷ διανομήν; οὐ γὰρ δὴ νοῦς μὲν εἰς τάξιν ἄγει τὰὄντα καὶ μέτρον ἑκάστῳ τοῦ εἶναι παρέχεται τὸ προσῆκον, τὸ δὲἀγαθόν, ὃ καὶ αὐτὸ πρεσβύτερόν ἐστι τοῦ νοῦ, τὰς ἑαυτοῦ μεταδόσεις εἰς τὰὄντα καὶ τὰς ἐποχετεύσεις τῶν ἀγαθῶν ἀτάκτους ποιεῖται, καὶἢ τοῖς δια φόροις κατ᾽ οὐσίαν (λέγω δὲ οἶον τοῖς αἰτίοις καὶ τοῖς αἰτιατοῖς) τῆς αὐτῆς μεταδίδωσιν ἀγαθότητος ἢ τοῖς αὐτοῖς κατὰ τὸ εἶναι τὰς τῶν ἀρχικωτέρων τε καὶἑπομένων διανέμει τελειότητας. «<θέμις>» γὰρ «<οὔτε ἦν>», φησὶν ὁ Τίμαιος, «<οὔτε ἐστὶ τῷἀρίστῳ δρᾶν ἄλλο τι πλὴν τὸ κάλλιστον> καὶ συμμετρότατον». συμμετρότατον δὲ οὐ τοῖς πρώτως οὖσι καὶ δευτέρως τὸ αὐτὸἀγαθόν, οὐδὲ τοῖς ὁμοίως οὖσιν ἡ κατ᾽ οὐσίαν ἐξηλλαγμένη τελειότης, ἀλλ᾽, ὥσπερ φησὶν ὁἈθηναῖος ξένος, ἡ τοῖς ἀνίσοις τὰἄνισα διανέμουσα ἰσότης, καὶ τοῖς μὲν μείζοσι τὰ μείζω, τοῖς δὲἐλάττοσι τὰἐλάττω, πασῶν μουσικωτάτη τε καὶἀρίστη. κατὰ ταύτην δὴ οὖν καὶ τὸἀγαθὸν ἄλλο ἐν ἄλλοις, καὶ τῇἑκάστου φύσει σύστοιχον τὸἐν αὐτῷ δήπου πέφυκεν ἀγαθόν. διὸ νοῦ μέν ἐστιν ἐν αἰῶνι τὸ τέλειον, ψυχῆς δὲἐν χρόνῳ· καὶ ψυχῆς μὲν κατὰ νοῦν τὸἀγαθόν, σώματος δὲ κατὰ φύσιν· καὶ αὖ πάλιν θεῶν μὲν ἄλλη τελειότης, ἀγγέλων δὲἄλλη καὶ δαιμόνων, ψυχῶν δὲἄλλη μερικῶν. καὶὅστις οἴεται τῆς οὐσίας οὔσης ἐν τούτοις διαφερούσης εἶναι τὴν τελειότητα τὴν αὐτήν, ἁμαρτάνει τῆς ἐν τοῖς οὖσιν ἀληθείας· «<ἐπεὶ οὔποτε φῦλον ὁμοῖον>», ὥς φησιν Ὅμηρος, οὔτε «θεῶν καὶἀνθρώπων» οὔτε τῶν μεταξὺ τούτων γενῶν τε αὖ καὶ τῶν ἄκρων ἀμφοτέρων. Εἰ δὴ ταῦτα ὀρθῶς ὑπείληπται, δεῖ δήπου καθ᾽ἑκάστην τάξιν τῶν ὄντων τὴν οὐσίαν πρὸ τῆς τελειότητος γινώσκειν· οὐ γὰρ ἑαυτῆς ἐστὶν ἡ τελειότης, ἀλλὰτῆς οὐσίας ὑφ᾽ἧς μετέχεται. ταύτην τοίνυν πρώτην θεωρητέον, οἷον, εἰ τῶν ἀμερίστων ἐστὶν οὐσιῶν ἢ τῶν μεριστῶν περὶ τοῖς σώμασιν ἢ τῶν ἐν μέσῳ τεταγμένων· καὶἢ τῶν αἰωνίων ἢ τῶν κατὰ πάντα τὸν χρόνον ὑφισταμένων ἢ τῶν ἐν μορίῳ τινὶ χρόνου γιγνομένων· καὶἢ τῶν ἁπλῶν καὶ πρὸ πάσης συνθέσεως ἱδρυμένων ἢ τῶν συνθέτων μέν, ἀεὶ δὲ συντιθεμένων ἐν <2τοῖς ἀλύτοις δεσμοῖσ>2, ἢ τῶν ἀναλύεσθαι πάλιν εἰς ταῦτα ἐξ ὧν συνετέθησαν δυναμένων. κἂν οὕτω θεωρῶμεν ἕκαστον, δυνησόμεθα καὶ τὸἀγαθὸν αὐτοῦ κατανοεῖν, ὁποῖον δή τι τυγχάνει ὄν. δῆλον γὰρ αὖ, ὅτι τῶν μὲν ἀμέριστον τὴν οὐσίαν λαχόντων τὸἀγαθὸν αἰώνιόν ἐστι, τῶν δὲ μεριστὴν καὶ τὸἀγαθὸν κατὰ χρόνον καὶἐν κινήσει πέφυκε, τῶν δὲ μεταξὺ κατὰ τὰ μέτρα τῆς ὑποστάσεως καὶἡ τελειότης θεωρεῖται, χρόνου μέν, ἀλλὰ τοῦ πρώτου, δεομένη, καὶ τὰς ἀσωμάτους περιόδους δυναμένου καταμετρεῖν. Ὥστε καὶ φιλοσοφίας ἁπάσης καὶ τῆς τοῦ Πλάτωνος πραγματείας ταύτην ἂν ἀρχὴν κυριωτάτην νομίζοιμεν, ὅπερ εἴπομεν, τὴν ἡμῶν αὐτῶν καθαρὰν καὶἀκίβδηλον εἴδησιν ἐν ὅροις ἐπιστημονικοῖς περιγεγραμμένην καὶ τοῖς τῆς αἰτίας λογισμοῖς βεβαίως καταδεθεῖσαν. καὶ πόθεν γὰρ ἄλλοθεν ἄρχεσθαι προσήκει τῆς ἑαυτῶν καθάρσεως καὶ τελειώσεως ἢὅθεν καὶὁἐν Δελφοῖς παρεκελεύσατο θεός; ὡς γὰρ τοῖς εἰς τὸ τῶν Ἐλευσινίων τέμενος εἰσιοῦσιν ἐδήλου τὸ πρόγραμμα μὴ χωρεῖν εἴσω τῶν ἀδύτων ἀμυήτοις οὖσι καὶἀτελέστοις, οὕτω δὴ καὶ πρὸ τοῦ νεὼ τοῦ Δελφικοῦ τὸ «<γνῶθι σαυτὸν>» ἀναγεγραμμένον ἐδήλου τὸν τρόπον οἶμαι τῆς ἐπὶ τὸ θεῖον ἀναγωγῆς καὶ τῆς εἰς κάθαρσιν ὁδοῦ τῆς ἀνυσιμωτάτης, μονονουχὶ λέγον σαφῶς τοῖς ξυνιέναι δυναμένοις, ὡς ὁ μὲν γνοὺς ἑαυτὸν ἀφ᾽ἑστίας ἀρξάμενος συνάπτεσθαι δύναται θεῷ τῷ τῆς ὅλης ἀληθείας ἐκφαντικῷ καὶἡγεμόνι τῆς καθαρτικῆς ζωῆς, ὁ δὲἀγνοῶν ὅστις ἐστίν, ἀτέλεστος καὶἀμύητος ὢν μετέχειν τῆς τοῦἈπόλλωνος προνοίας ἐστὶν ἀνεπιτήδειος. Αὕτη τοίνυν ἔστω καὶ φιλοσοφίας ἀρχὴ καὶ τῆς Πλάτωνος διδασκαλίας, ἡἑαυτῶν γνῶσις· προσήκει γὰρ οἶμαι τὸν τοῦἈπόλλωνος   ὀαριστὴν ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἄρχεσθαι τῆς τῶν ἀτελῶν τελειώσεως, ἀφ᾽ὧν καὶ αὐτὸς ὁ θεὸς παρακελεύεται. ἐπεὶ καὶὁ Σωκράτης, ὁ «<τῶν κύκνων ὁμόδουλος>» εἶναι λέγων καὶ οὐχ ἧττον αὐτῶν παρὰ τοῦ θεοῦ τὴν μαντικὴν λαβών, ἐντεῦθεν ἄρξασθαι λέγεται τῆς ἐπὶ φιλοσοφίαν ὁρμῆς, τῷ Πυθικῷ γράμματι περιτυχὼν καὶ οἷον αὐτοῦ τοῦἈπόλλωνος ταύτην εἶναι τὴν παρακέλευσιν ἡγησάμενος. ἐντεῦθεν τοίνυν καὶἡμῖν ἀρκτέον ἑπομένοις θεῷ· καὶ ζητητέον, ἐν τίνι μάλιστα τῶν διαλόγων ὁ Πλάτων τοῦτον ἔχει σκοπόν, τὴν θεωρίαν τῆς οὐσίας ἡμῶν, ἵνα ἐκεῖθεν ποιησώμεθα καὶ τὴν τῶν Πλατωνικῶν συγγραμμάτων πρωτίστην ἀρχήν. ἆρ᾽ οὖν ἄλλον τινὰἂν ἔχοιμεν εἰπεῖν πρὸ τοῦἈλκιβιάδου καὶ τῆς ἐν τούτῳ παραδεδομένης τοῦ Σωκράτους συνουσίας; καὶ ποῦ φήσομεν οὕτως ἀλλαχοῦ δείκνυσθαι τὴν οὐσίαν ἡμῶν ἥτις ἐστί; ποῦ δὲ τὸν ἄνθρωπον ἐζητῆσθαι καὶ τὴν ἀνθρώπου φύσιν; ποῦ δὲ τὸ γράμμα τὸ Δελφικὸν ὅ τι ποτὲ νοεῖ, τελέως βεβασανίσθαι; ἢ πῶς δ᾽ἂν πρὸ τούτων ἄλλο τι τῶν ὄντων ζητήσαιμεν εἴτε τῶν ὄντων εἴτε τῶν γινομένων, αὐτοῦ Σωκράτους ἀκούσαντες λέγοντος· «<γελοῖον δή μοι φαίνεται ἐμαυτὸν ἀγνοοῦντα τὰ τῶν ἄλλων σκοπεῖν>»; οὐδὲν γὰρ ἡμῖν ἐστὶν ἔγγιον ἡμῶν αὐτῶν· τὸ τοίνυν ἐγγυτάτω μὴ γιγνώσκοντας τίς μηχανὴ τὰ πορρώτερον γινώσκειν καὶἃ δι᾽ἡμῶν γιγνώσκεσθαι πέφυκεν; εἰ δὲ δὴ μὴ ταῦτα μόνον ἐννοήσειας ἐν τῷδε τῷ διαλόγῳ πολλῆς τυγχάνοντα διαρθρώσεως, ἀλλὰ καὶὅτι πρώτην ταύτην ὁ Σωκράτης καταβάλλεται συνουσίαν πρὸς τὸν Ἀλκιβιάδην καὶ αὐτός ἐστιν ὁ τὰς ἀρχὰς τῆς τελειώσεως ἐκ τῆς ἑαυτῶν θεωρίας ἠρτῆσθαι λέγων, οὐκ ἂν ἔτι διστάσειας ὡς ἐντεῦθεν καὶ πᾶσι τοῖς τελειωθῆναι σπεύδουσιν ἀρκτέον. καὶ γὰρ ἡμῶν ἕκαστος καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἐναργέστερον ἢἀμυδρότερον τοῖς αὐτοῖς ἔνοχος παθήμασιν οἷσπερ δὴ καὶὁ Κλεινίειός ἐστι. καὶ γὰρ ἀγνοοῦμεν ἑαυτοὺς ὑπὸ τῆς γενεσιουργοῦ λήθης κατεχόμενοι καὶὑπὸ τῆς ταραχῆς τῶν ἀλόγων εἰδῶν τῆς ζωῆς ἐκκρουόμενοι, καὶ οἰόμεθα πολλὰ γινώσκειν ὧν ἀγνοοῦμεν διὰ τοὺς κατ᾽ οὐσίαν ἡμῖν ἐνυπάρχοντας λόγους· καὶ τῆς αὐτῆς δεόμεθα βοηθείας, ἵνα τῆς τε περιττῆς οἰήσεως ἀποστήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τῆς προσηκούσης ἡμῖν ἐπιμελείας τύχωμεν. Ἀλλ᾽ὅτι μὲν προηγεῖσθαι δεῖ τὴν ἑαυτῶν γνῶσιν παντὸς ἄλλου σκέμματος καὶ πάσης ὡς εἰπεῖν τῆς φιλοσόφου θεωρίας, εἴρηται· τάχα δ᾽ἄν τις ἡμῖν ἐπιτιμήσειεν οὕτω προχείρως τὸν σκοπὸν τοῦἈλκιβιάδου τοῦτον εἶναι τιθεμένοις, ἐπεὶ καὶἄλλων πολλῶν καὶ κλεινῶν ἐξηγητῶν λόγοι προθέσεις οἱ μὲν ἄλλας οἱ δὲἄλλας αὐτοῦ γεγράφασιν. οὐ μὴν ἀλλ᾽ αἰσχυνθείην ἂν ἐμαυτόν, εἰ τὸ τελεώτατον ἐν τῷ διαλόγῳ καὶἐπιστήμης μείζονος δεόμενον καὶ πάντων περιεκτικὸν τῶν προβλημάτων ὁρῶν τοῦτο, τὸ τὴν οὐσίαν ἡμῶν ἐκφαῖνον, ἥτις ἐστί, καὶ διὰ πάντων τῶν κεφαλαίων διατεῖνον, τὰ δεύτερα καὶἀτελέστερα καὶ μερικώτερα σκοποὺς ποιησαίμην τοῦ προκειμένου συγγράμματος. οὔτε γὰρ ἐπὶ   μόνον τὸν Ἀλκιβιάδην ἀναφέρειν προσήκει τὴν τοῦ διαλόγου πρόθεσιν, ὥς τινες ὑπέλαβον (ἡ γὰρ ἐπιστημονικὴ θεωρία τὸ κοινὸν ὁρᾷ καὶ τὸ 8 διατεῖνον ἐπὶ πᾶσαν τὴν ὁμοίαν ἕξιν)· οὔτε τὰὄργανα τὰ διαλεκτικὰ προτείνειν ὡς σκοποὺς τῆς συνουσίας, οἷον τὴν προτροπὴν ἢ τὴν μαιείαν ἢ τὸν ἔλεγχον, ἀλλ᾽ὁρᾶν εἰς τί καὶ ταῦτα τέλος ἀνατείνεται· οὔτε ἀποστάντας τῶν προκειμένων σκεμμάτων ἐπ᾽ἄλλας οὐσίας οὐδὲν ἡμῖν προσηκούσας, θείας ἢ δαιμονίας, μεταφέρειν τὴν ζήτησιν (οἰκεῖον γὰρ εἶναι δεῖ τῇ πρώτῃ καταβολῇ τῆς φιλοσόφου θεωρίας τὸν σκοπόν, ἐπεὶ καὶὁ Σωκράτης νυνὶ πρῶτον φησὶ τῷ νεανίσκῳ προσελθεῖν)· οὔθ᾽ὅλως ἄλλην τινὰ πρόθεσιν ἐπισκευαστὴν μηχανᾶσθαι τοῦ διαλόγου, ταύτην ἀφέντας ᾗ μαρτυρεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Σωκράτης. εἰ γὰρ παντὸς ἄλλου σκέμματος δεῖ προηγεῖσθαι τὴν ἡμῶν αὐτῶν γνῶσιν, πῶς ἂν τῆς πρώτης συνουσίας ἄλλο ἄν τι γένοιτο τέλος σκοπιμώτερον τοῦ γνῶναι ἑαυτούς; Προτροπαὶ τοίνυν καὶἀποτροπαὶ καὶἔλεγχοι καὶ μαιεῖαι καὶἔπαινοι καὶ ψόγοι τὸν ὧν οὐκ ἄνευ λόγον ἐπέχουσιν· ἄνευ γὰρ τούτων οὐκ ἔστι γνῶναι ἑαυτόν, ἀλλὰ δεῖ προτροπῆς μὲν ἐπὶ τὸὄντως ἀγαθόν, ἀποτροπῆς δὲ τῶν ὄντως κακῶν· καὶ μαιείας μὲν εἰς τὴν προβολὴν τῶν ἀδιαστρόφων λόγων, ἐλέγχου δὲ εἰς τὴν κάθαρσιν τῆς ἀγνοίας τῆς διπλῆς· καὶἐπαίνου μὲν εἰς τὴν οἰκείωσιν τῶν τελειουμένων, ψόγου δὲ 9 εἰς τὴν ὠφέλειαν αὐτῶν καὶ τὴν θεραπείαν ἐν οἷς πράττουσι κακῶς. ὥσπερ οὖν ἐν ταῖς τελεταῖς καθάρσεις ἡγοῦνται καὶ περιρραντήρια καὶἁγνισμοί, ἃ τῶν ἐν ἀπορρήτοις δρωμένων καὶ τῆς τοῦ θείου μετουσίας γυμνάσματά εἰσιν, οὕτω μοι δοκεῖ καὶἡ φιλόσοφος τελεσιουργία προκαθαίρειν καὶ προπαρασκευάζειν εἰς τὴν ἑαυτῶν γνῶσιν καὶ τὴν αὐτοφανῆ τῆς οὐσίας ἡμῶν θεωρίαν τοὺς ἐπ᾽ αὐτὴν στελλομένους. ὥστε σκοπὸς μὲν οὗτός ἐστι τοῦ διαλόγου καὶ οὐκ ἄλλος· τῶν δὲἐν αὐτῷ δεικνυμένων τὰ μὲν προηγεῖται, τὰ δὲἐπακολουθεῖ τῇ προθέσει ταύτῃ, καθάπερ συμπεράσματα τῷ τέλει τούτῳ συνηρτημένα. προηγεῖται μὲν γὰρ ἡ τῆς διπλῆς ἀγνοίας ἀπόθεσις καὶἡ προτροπὴ καὶὅσα τοιαῦτα, ἕπεται δὲἡ τῆς ἀρετῆς καὶἡ τῆς εὐδαιμονίας ἐπίδειξις καὶἡ τῶν πολλῶν τεχνῶν κατάγνωσις ὡς ἀγνοουσῶν καὶἑαυτὰς καὶ τὰ αὑτῶν καὶ πάντα ἁπλῶς καὶὅσα τούτου τοῦ εἴδους ἐπὶ τέλει τοῦ διαλόγου συγκατασκευάζεται· τὸ δὲ τελικώτατον αὐτὸ καὶ σκοπιμώτατόν ἐστι τῆς ὅλης συνουσίας ἡ θεωρία τῆς οὐσίας ἡμῶν. Ἐπεὶ καὶ εἴ τις λέγοι τέλος εἶναι τὴν ἑαυτῶν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ταύτης γνῶσιν τῷ διαλόγῳ, τίθεται μὲν ὀρθῶς, ἐννοείτω δὲὅτι τοῦτο μὲν ὡς τέλος καὶὡς τὸἀγαθὸν ὑπάρχειν ἡμῖν ἐκ τῶν ἀποδεικνυμένων προσήκει, τὸ δὲ ζητούμενόν ἐστι πρόβλημα, καὶ οὗἕνεκα πάντες οἱ συλλογισμοί, τὸ γνῶναι ἑαυτούς. ἄλλο γὰρ ἦν τὸν σκοπὸν γνῶναι τοῦ διαλόγου καὶ τὸἀγαθὸν ἄλλο τὸἐκ τῆς τοιαύτης προθέσεως. δεῖ γοῦν, ὥσπερ καὶἐν ἄλλοις εἴπομεν περὶ τῶν διαλόγων, ἕκαστον ἔχειν ἅπερ καὶ τὸ πᾶν· καὶ εἶναι τὸ μέν τι τῷἀγαθῷ τεταγμένον ἀνάλογον ἐν αὐτοῖς, τὸ δέ τι τῷ νῷ, τὸ δὲ τῇ ψυχῇ, τὸ δὲ τῷ εἴδει, τὸ δὲ αὐτῇ τῇ   ὑποκειμένῃ φύσει. λεγέσθω δὴ οὖν κἀν τούτοις τῷ μὲν ἀγαθῷ τὸὁμοιωθῆναι τῷ θείῳ διὰ τῆς ἑαυτῶν ἐπιμελείας ἀναλογεῖν, τῷ δὲ νῷ τὸ γνῶναι ἑαυτούς, τῇ δὲ ψυχῇ τὸ πλῆθος τῶν ἀποδείξεων τῶν εἰς τοῦτο ἀγουσῶν ἡμᾶς τὸ συμπέρασμα καὶ πᾶν ὡς εἰπεῖν τὸ συλλογιστικὸν τοῦ διαλόγου, τῷ δὲ εἴδει λοιπὸν ὁ χαρακτὴρ τῆς λέξεως καὶ τῶν σχημάτων καὶ τῶν ἰδεῶν ἡ πλοκὴ καὶὅσα ἄλλα τῆς λεκτικῆς ἐστὶ δυνάμεως, τῇ δὲὕλῃ τὰ πρόσωπα καὶὁ καιρὸς καὶἡ καλουμένη παρά τισιν ὑπόθεσις. ταῦτα μὲν οὖν ἐν παντὶ διαλόγῳ· τὸ δὲ προκείμενον, σκοπὸς μέν ἐστι τῷδε τῷ συγγράμματι τὸ γνῶναι τὴν οὐσίαν ἡμῶν, ταύτης δὲ τῆς γνώσεως ἐρασταὶ τυγχάνομεν ὄντες ἵνα τῆς ἑαυτῶν τύχωμεν τελειότητος. καὶὥσπερ ἐν τοῖς αἰτίοις αὐτοῖς ὁ νοῦς ἐξήρτηται τἀγαθοῦ, οὕτω δὴ καὶἐν τούτοις τὸ ζητούμενον ἐν τῷ διαλόγῳ συνέζευκται τῷ τέλει τῆς συνουσίας· τέλος δέἐστιν ὅπερ εἴπομεν.

Ταῦτα καὶ περὶ τῆς προθέσεως ἡμῖν ἀναγεγράφθω, προαποδείξασιν ὡς ἄρα ἐντεῦθεν ἀρκτέον τῆς ἑαυτῶν τελειώσεως, ἀπὸ τῆς ἑαυτῶν καθαρᾶς γνώσεως. ἀρχὴ δέἐστιν οὗτος ὁ διάλογος ἁπάσης φιλοσοφίας, ὥσπερ δὴ καὶἡἑαυτῶν γνῶσις· καὶ διὰ τοῦτο πολλῶν μέν ἐστι λογικῶν ἐν αὐτῷ θεωρημάτων κατεσπαρμένη παράδοσις, πολλῶν δὲἠθικῶν καὶ τῶν πρὸς ὅλην ἡμῖν τὴν περὶ εὐδαιμονίας ἐπίσκεψιν συντελούντων ἀνακάθαρσις, πολλῶν δὲ εἰς φυσιολογίαν ἢ καὶ τὴν περὶ αὐτῶν τῶν θείων ἀλήθειαν ἡμᾶς ποδηγούντων δογμάτων ὑποτύπωσις, ἵν᾽ὥσπερ ἐν <τύπῳ> τούτῳ τῷ διαλόγῳ πάσης φιλοσοφίας ἡ κοινὴ καὶ μία καὶὁλοσχερὴς ὑπογραφὴ περιλαμβάνηται, δι᾽ αὐτῆς τῆς πρώτης ἡμῖν εἰς ἑαυτοὺς ἐπιστροφῆς ἀναφαινομένη. καί μοι δοκεῖ καὶ διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ὁ θεῖος Ἰάμβλιχος τὴν πρώτην αὐτῷ διδόναι τάξιν ἐν τοῖς δέκα διαλόγοις ἐν οἷς οἴεται τὴν ὅλην τοῦ Πλάτωνος περιέχεσθαι φιλοσοφίαν, ὥσπερ ἐν σπέρματι τούτῳ τῆς συμπάσης ἐκείνων διεξόδου προειλημμένης. οἵτινες δέ εἰσιν οἱ δέκα καὶὅπως αὐτοὺς προσήκει τάττειν καὶὅπως ἐν τοῖς δύο τοῖς μετ᾽ αὐτοὺς συνῄρηνται, προηγουμένως ἐν ἄλλοις πεπραγματεύμεθα..

[79] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη (Α’ μέρος, 1-140), 13.16 – 14.23» :

inAlc 13.16 ` to     inAlc 14.23   Ἐκεῖνος δὴ οὖν ὁ τρόπος τῆς τοῦ διαλόγου τομῆς ἔμοιγε δοκεῖ πάντων εἶναι τελεώτατος, ὃν καὶὁ φιλόσοφος Ἰάμβλιχος ἐνέκρινεν, ὁἀπ᾽ αὐτῶν ὁρμώμενος τῶν πραγμάτων καὶ συνάγων εἰς τρία κεφάλαια τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ συγγράμματος καὶ πρὸς ταῦτα ἀναφέρων τάς τε συλλογιστικὰς μεθόδους καὶ τὰς λεκτικὰς μεταχειρίσεις. δεῖ γὰρ ἀεὶ τὰ δεύτερα καὶ τὰὀργανικὰ τῶν πρώτων καὶ κυρίων μερῶν ἀντέχεσθαι κἀκείνων ἐστοχασμένως παραδίδοσθαι. πῶς οὖν φαμὲν τὸν διάλογον εἰς τὰ προσεχῆ καὶ κυριώτατα μέρη διαιρεῖσθαι; πῶς δὲἄλλως ἢἐπειδὴ σκοπὸς μέν ἐστιν αὐτῷ τὴν οὐσίαν ἐκφῆναι τοῦἀνθρώπου καὶἐπιστρέψαι πρὸς ἑαυτὸν ἕκαστον ἡμῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὰἔξω βλεπούσης ὁρμῆς καὶ τῆς ἀλλοτριοπραγμοσύνης, ταύτην δὲἀνάγκη γίγνεσθαι τὸν μὲν λόγον ἡμῶν καθαιρόντων ἀπὸ τῶν ἐπιπροσθούντων αὐτῷ καὶ τὴν ἐπιστροφὴν διακοπτόντων, τὸ δὲἄλογον παιδευόντων καὶ πρὸς τὴν κατὰ τὸν λόγον τελείωσιν ἀνακαλουμένων, προηγεῖται μὲν κεφάλαιον ἕν, τὸ τὴν ἄγνοιαν ἀφαιροῦν τοῦ λόγου καὶ τὰἐμπόδια τῆς ἐπιστήμης τὰἐν αὐτῷ διὰ τὴν γένεσιν ἀναστέλλον πολλοῖς δή τισι καὶ παντοδαποῖς συλλογισμοῖς· δεύτερον δὲἐπὶ τούτῳ τέτακται τοῦ διαλόγου μέρος, τὸ κατασκευάζον ὡς οὐ χρὴ τοῖς φυσικοῖς πλεονεκτήμασιν ἀρκούμενον ἀπολιμπάνεσθαι τῶν κατὰ τὴν τελείαν ἀρετὴν ἐπιτηδευμάτων· τρίτον δὲἐπὶ τούτοις τὸ τὴν ἀνάμνησιν πορίζον τῆς ἀληθινῆς ἡμῶν οὐσίας καὶ τῆς ἐπιμελείας τῆς ὀρθῆς τὴν εὕρεσιν καὶ τέλος τὸ προσῆκον ἐπάγον τῇὅλῃ προθέσει τῶν λόγων; τρία τοίνυν ταῦτα τοῦ προκειμένου διαλόγου μέρη· τὰ δὲἄλλα πάντα τούτων ἕνεκα παραλαμβάνεται καὶ πρὸς ταῦτα συντελεῖ, τά τε ἀποδεικτικὰ καὶ τὰ τῇ λεκτικῇ καθήκοντα. καὶ γὰρ τῶν συλλογισμῶν ἕκαστος ὀφθήσεται πρὸς ἓν τοῦτο τέλος ἀνάγων ἡμᾶς, τὴν θεωρίαν τῆς ἡμετέρας ὑποστάσεως καὶ τὴν γνῶσιν τὴν ἑαυτῶν. εἰ γὰρ βούλει καθ᾽ἑαυτὸν ἕκαστον σκοπεῖν καὶἣν ἔχει δύναμιν ἐξετάζειν, εἰς μίαν ταύτην ἀρχὴν ἅπαντας ἀναφερομένους εὑρήσεις.

[80] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη (Α’ μέρος, 1-140), 18.13 – 19.18» :

in Alc 18.13 ` to     in Alc 19.18   Τὰ προοίμια τῶν Πλατωνικῶν διαλόγων συνᾴδει πρὸς τοὺς ὅλους αὐτῶν σκοπούς, καὶ οὔτε δραματικῆς ἕνεκα ψυχαγωγίας μεμηχάνηται τῷ Πλάτωνι (πόρρω γάρ ἐστιν ὁ τρόπος οὗτος τῆς συγγραφῆς τῆς τοῦ φιλοσόφου μεγαλοφροσύνης) οὔτε τῆς ἱστορίας στοχάζεται μόνης, ὥσπερ τινὲς ὑπειλήφασιν· οὔτε γὰρ πιθανόν ἐστιν οὔθ᾽ὅλως δυνατόν, ἅπαντα ἑξῆς ἀπὸ τῶν γεγονότων ἢῥηθέντων λαμβάνεσθαι πρὸς τὴν μίαν τῶν Πλατωνικῶν συγγραμμάτων τελείωσιν· ἀλλ᾽ὥσπερ καὶ τοῖς ἡμετέροις δοκεῖ καθηγεμόσι καὶἡμῖν ἐν ἄλλοις μετρίως ὑπέμνησται, τῆς ὅλης τῶν διαλόγων ἐξήρτηται καὶ ταῦτα προθέσεως, καὶ τὰ μὲν ἐκ τῶν ὑποκειμένων πραγμάτων ἢ λόγων συναρμόζεται πρὸς τὸν παρόντα σκοπόν, τὰ δὲ τελειοῦται τῶν ἐλλειπόντων εἰς τὴν τῆς προκειμένης θεωρίας συμπλήρωσιν, ὁμοῦ δὲ πάντα καθάπερ ἐν τελετῇ πρὸς τὴν ὅλην ἀνάγεται τῶν ζητουμένων τελείωσιν. τοῦτο δὴ οὖν μοι δοκεῖ καὶἐν τούτῳ τῷ διαλόγῳ προτείνειν ἡμῖν ὁ Πλάτων τὸ δόγμα, καὶ καλῶς ἐπιδεικνύναι δι᾽ αὐτῆς τῆς πρωτίστης ἐπιβολῆς τῶν λόγων τὸν σύμπαντα τοῦ γράμματος σκοπόν.   Πρόκειται μὲν γὰρ αὐτῷ, καθάπερ εἴπομεν, τὴν φύσιν ἡμῶν ἐκφῆναι καὶ τὴν οὐσίαν ὅλην καθ᾽ἣν ἕκαστος ἀφώρισται τοῖς ἐπιστημονικοῖς   καὶἀνελέγκτοις τῆς θεωρίας λόγοις περιλαβεῖν καὶ τοῦτο ἐκεῖνο τὸ Δελφικὸν παράγγελμα τὸ <γνῶθι σαυτόν>, ὅ τι ποτέἐστιν, ἀποκαλύψαι διὰ τῶν ἀποδεικτικῶν μεθόδων· αὐτὸ δὲ τὸ προοίμιον ἐπιστρέφει μὲν εἰς ἑαυτὸν τὸν νέον καὶ καθίστησιν ἐξεταστὴν τῶν ἐν αὐτῷ προϋποκειμένων διανοημάτων, ἀνάγει δὲ αὐτὸν ὁμοῦ τῇ πρὸς ἑαυτὸν ἐπιστροφῇ καὶ εἰς τὴν τῆς Σωκρατικῆς ἐπιστήμης περιωπήν.

[81] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη (Α’ μέρος, 1-140), 20.1 – 21.7» :

inAlc 20.1 ` to     inAlc 21.7 ἔστι μὲν οὖν τὰ εἴδη τῆς ἐπιστροφῆς τριττά· πᾶν γὰρ τὸἐπιστρεφόμενον ἢ πρὸς τὸ χεῖρον ἐπιστρέφει ἑαυτοῦ διὰ τὴν ἀπόπτωσιν τῆς οἰκείας τελειότητος ἢ πρὸς τὸ κρεῖττον ἀνάγεται διὰ τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς καὶ τῆς κατὰ φύσιν ἐνεργείας ἢ πρὸς ἑαυτὸἐπιστρέφει κατὰ τὴν σύστοιχον ἑαυτῷ γνῶσιν καὶ τὸ μέσον εἶδος τῆς κινήσεως. ἀλλ᾽ἡ μὲν πρὸς τὸ χεῖρον ἐπιστροφὴ ψυχῆς ἐστὶ πάθος <πτερορρυησάσης> καὶ γενομένης ἐν λήθῃ καὶἑαυτῆς ἅμα καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς· ἡ δὲ καὶ πρὸς ἑαυτὸ καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον οὐκ ἐν ψυχαῖς ἐστὶ μόναις ἀλλὰ καὶἐν αὐτοῖς τοῖς θείοις, ὥσπερ ἡμᾶς ὁ Παρμενίδης ἀναδιδάσκει διττὰ τὰ τῆς ἐπιστροφῆς εἴδη τιθέμενος καὶ δεικνύς, ὅπως μὲν εἰς ἑαυτὸ τὸ θεῖον ἐπέστραπται καὶἐν ἑαυτῷἐστίν, ὅπως δὲ εἰς τὸ πρὸ αὐτοῦ, καθ᾽ὃ δὴ καὶἐν ἄλλῳ περιέχεται καὶ συνήνωται πρὸς τὴν κρείττονα φύσιν. ὅθεν δὴ καὶὁ Σωκράτης ἐπὶ τέλει τοῦ διαλόγου τὸν εἰς ἑαυτὸν ἐπιστραφέντα καὶἑαυτοῦ γενόμενον θεωρὸν ἐντεῦθεν καὶ τὸ θεῖον ἅπαν κατόψεσθαί φησι, καὶ διὰ τῆς πρὸς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς ὥσπερ βαθμοῦ τινὸς ἀναγωγοῦ μεταστήσεσθαι πρὸς τὴν τοῦ θείου περιωπὴν καὶ εἰς τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ἑαυτὸν ἐπανάξειν στροφήν. ταῦτα τοίνυν ἐκ προοιμίων ἐνδεικνύμενος ὁ λόγος ἀπὸ μὲν τῆς ἔξω φερομένης ζωῆς εἰς τὴν ἐπίσκεψιν τὴν ἑαυτοῦ περιάγει τὸν Ἀλκιβιάδην, ἀπὸ δὲ τῆς ἑαυτοῦ κατανοήσεως εἰς τὸν ἔρωτα τῆς Σωκρατικῆς ἐπιστήμης ἀνακαλεῖται. τὸ γὰρ τὴν αἰτίαν ποθῆσαι μαθεῖν ὧν πράττει Σωκράτης, ἐραστήν ἐστι γενέσθαι τῆς ἐν αὐτῷ προϋπαρχούσης ἐπιστήμης.

[82] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη (Α’ μέρος, 1-140), 21.9 – 22.15» :

inAlc 21.9 ` to     inAlc 22.15 δεύτερον δὲἕτερον ἐπὶ τούτῳ τοιόνδε· τὸν σπουδαῖον πανταχοῦ τοῖς ὑποκειμένοις γνωστοῖς καὶ τὰς γνώσεις συστοίχους προβάλλειν, καὶ μήτε περὶ τῶν ἐνδεχομένων καὶἄλλοτε ἄλλως φερομένων τὴν ἑστῶσαν καὶὡρισμένην καὶἄτρεπτον προειληφέναι γνῶσιν μήτε περὶ τῶν ἀναγκαίων καὶἀεὶὡσαύτως ἐχόντων ἀμφίβολον καὶἀόριστον καὶἄστατον ἔχειν ὑπόληψιν, ἀλλ᾽ὥσπερ αὐτὸς ὁ Σωκράτης ἐν Πολιτείᾳ διέκρινε, τῇ μὲν ἁπλῇ καὶ μονοειδεῖ καὶ νοερᾷ γνώσει τὰ νοητὰ πάντα συζύγως θεωρεῖν, τῇ δὲἐπιστημονικῇ καὶ διανοητικῇ τῶν εἰδῶν ἀνελίξει καὶ συνθέσει τοὺς μέσους τῶν ὄντων λόγους ἐπισκοπεῖσθαι, <τρίτῃ> δὲ <ἀπὸ τῆς ἀληθείας> τῇ αἰσθήσει δι᾽ὀργάνων ἐφαπτομένῃ τῶν οἰκείων γνωστῶν τὰ αἰσθητὰ πάντα διακρίνειν δεόντως, τῇ δὲ εἰκαστικῇ τὸ λοιπὸν δυνάμει τὰ εἰκαστὰ τῶν αἰσθητῶν εἴδωλα τυγχάνοντα γινώσκειν. καὶ μὴν καὶὁ Τίμαιος ἀνάλογον τοῖς οὖσι τὰς γνώσεις διελόμενος <νοήσει> μὲν ἡμᾶς καὶ <λόγῳ> παρακελεύεται τὰὄντα κρίνειν, <δόξῃ> δὲ καὶ <αἰσθήσει> τὰ μὴὄντα μέν, <γιγνόμενα> δὲ <καὶἀπολλύμενα>· καὶ τῶν μὲν ὄντως ὄντων ἀνελέγκτους καὶἀραρότας εἶναι τοὺς λόγους, τῶν δὲ φύσιν οὐ τοιαύτην λαχόντων, ἀλλ᾽ἐν γενέσει φερομένων, εἰκαστικοὺς καὶ <τοῦ προστυχόντος>, ὡς αὐτός που λέγει, μετειληχότας· πανταχοῦ γὰρ οἱ λόγοι μιμηταὶ τῶν πραγμάτων εἰσὶν ὧν ὑπάρχουσιν <ἐξηγηταί>. τὸ δὴ τρίτον ὅτι καὶὁἐν τῷ Κρατύλῳ Σωκράτης τὰ μὲν ἐπὶ τῶν ἀϊδίων εἶναί φησιν ὀνόματα τῆς τῶν πραγμάτων φύσεως μᾶλλον ἐφαπτόμενα, τὰ δὲἐπὶ τῶν γιγνομένων καὶ φθειρομένων πολυειδῶς ἐξαλλαττόμενα καὶ πολὺ τοῦ θέσει μετέχοντα διὰ τὴν τῶν ὑποκειμένων αὐτοῖς ἄστατον φοράν.

[83] Βλ. Πρόκλος «Περί πρόνοιας και ειμαρμένης και του εφ ημί, 27 – 32». Πβ. Πρόκλος, «Κατά Πλάτωνος Θεολογία, Βιβλίο Α’ , 12.1 – 32.15, 104.20 – 106.1, 114.25 – 125.2», «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος, 16. 1 – 23, 51.45 – 52.7, 71. 1 – 172, 88. 1 – 17», «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Α’ [συνέχεια], 91.1 – 92.30   &   147. 1 – 25», «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, 69.1».

[84] Με την κορυφή της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών : με τον Αιθέρα της τριάδα Αιθήρ-Χάος-Ωό. Δηλ. με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα –, με το «Ένα-ΟΝ» που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την 1η νοητή Eνάδα/Αγαθότητα/Θεό.

[85] Βλ. Πρόκλος «Εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.42 – 5.15» :

EclogaedephilosophiaChaldaica 4.42 ` to     EclogaedephilosophiaChaldaica 5.15 Ἱσταμένη ἡ ψυχὴ κατὰ τὸ διανοητικὸν τὸἑαυτῆς, ἐπιστήμων ἐστὶ τῶν ὄντων· ἐν δὲ τῷ νοερῷ τῆς οἰκείας οὐσίας ἑαυτὴν ἱδρύσασα, νοεῖ τὰ πάντα ταῖς ἁπλαῖς καὶἀμερίστοις ἐπιβολαῖς. Εἰς δὲ τὸἓν ἀναδραμοῦσα, καὶ πᾶν τὸἐν αὐτῇ συμπτύξασα πλῆθος, ἐνθεαστικῶς ἐνεργεῖ καὶ συνάπτεται ταῖς ὑπὲρ νοῦν ὑπάρξεσι· τῷ γὰρ ὁμοίῳ πανταχοῦ τὸὅμοιον συνάπτεσθαι πέφυκε, καὶ πᾶσα γνῶσις δι᾽ὁμοιότητα συνδεῖ τῷ κατανοουμένῳ τὸ κατανοοῦν, τῷ μὲν αἰσθητῷ τὸ αἰσθητικόν, τῷ δὲ διανοητῷ τὸ διανοητικόν, τῷ δὲ νοητῷ τὸ νοητικόν, ὥστε καὶ τῷ πρὸ νοῦ τὸἄνθος τοῦ νοῦ. Ὡς γὰρ ἐν τοῖς ἄλλοις οὐκ ἔστι νοῦς τὸἀκρότατον, ἀλλ᾽ἡὑπὲρ νοῦν ἄλλοις οὕτως ἐν ταῖς ψυχαῖς οὐκ ἔστι νοερὸν τὸ πρῶτον τῆς ἐνεργείας εἶδος, ἀλλὰ τοῦ νοῦ θειότερον· καὶ πᾶσα ψυχὴ καὶ πᾶς νοῦς ἐνεργείας ἔχει διττάς, τὰς μὲν ἑνοειδεῖς καὶ κρείττονας νοήσεως, τὰς δὲ νοητικάς. Δεῖ οὖν ἐκεῖνο τὸ νοητὸν καὶ κατ᾽ αὐτὸ τὸἐνιστάμενον καὶ τὴν ὕπαρξιν νοεῖν, μύσαντα κατὰ πάσας τὰς ἄλλας ζωὰς καὶ δυνάμεις. Ὡς γὰρ νοειδεῖς γιγνόμενοι τῷ νῷ πρόσιμεν, οὕτως ἑνοειδεῖς πρὸς τὴν ἕνωσιν ἀνατρέχομεν, ἐπ᾽ἄκρῳ τῷ οἰκείῳ στάντες νῷ· ἐπεὶ καὶὀφθαλμὸς οὐκ ἄλλως ὁρᾷ τὸν ἥλιον ἢ γενόμενος ἡλιοειδής, ἀλλ᾽ οὐ τῷἐκ πυρὸς φωτί· ᾧ καὶ δῆλον ὅτι τὸ νοεῖν ἐκεῖνο μὴ νοεῖν ἐστιν. «Ἐὰν δέ», φησίν, ἐπεγκλίνῃς σὸν νοῦν», τοῦτ᾽ἔστιν, ἐπερείσῃς ταῖς νοεραῖς ἐπιβολαῖς εἰς τὴν πρὸς ἐκεῖνο συναφήν, καὶ οὕτως «ἐκεῖνο νοήσῃς» τὸ νοητόν, «ὥς τι νοῶν», τοῦτ᾽ἔστι, κατά τι μέτρον εἴδους καὶ γνώσεως ἐπιβλητικῶς, «οὐκ ἐκεῖνο νοήσεις»· κἂν γὰρ ὦσιν αἱ τοιαῦται νοήσεις ἁπλαῖ, ἀπολείπονται τῆς τοῦ νοητοῦἑνιαίας ἁπλότητος καὶ εἰς δευτέρας φέρονταί τινας νοερὰς <φύσεις> εἰς πλῆθος ἤδη προελθούσας. Οὐδὲν γὰρ γνωστὸν δι᾽ἐλάττονος γιγνώσκεται γνώσεως· οὐ τοίνυν οὐδὲ τὸὑπὲρ νοῦν, διὰ νοῦ· ἅμα γὰρ νοῦς ἐπιβάλλει τινὶ καὶ τοιόνδε λέγει τὸ νοούμενον, ὅπερ ἐστὶ τοῦ νοητοῦ δεύτερον· ἀλλ᾽ εἰἐν τῷἄνθει τοῦἐν ἡμῖν νοῦ τὸ νοητὸν τοῦτο νοοῦμεν, ἐπ᾽ἄκρῳ τῆς πρώτης νοητῆς τριάδος ἱδρυνθέν, τίνι ἂν ἔτι συναφθείη μὲν πρὸς τὸἕν, ὅἐστιν ἀσύντακτον πρὸς πάντα καὶἀμέθεκτον; εἰ γὰρ ὁ πρῶτος «Πατὴρ» ἁρπάζειν «ἑαυτόν» λέγεται τοῦ νοῦ καὶ τῆς «δυνάμεως», τίς ὁ μηδὲ οὕτως ἁρπάσαι δεηθεὶς ἑαυτόν, ἀλλ᾽ὑπερηρμενος; εἰ δὲ καὶ περὶ τοῦ πρωτίστου Πατρὸς ἐν ἄλλοις εἴρηται· «καὶ δύναμιν πρώτην ἱεροῦ λόγου», τίς ὁὑπὲρ τοῦτον καὶ οὗπερ οὗτος μετέχων ἱερὸς λέγεται; καὶ εἰὁἐκφαίνων ἀρρητότερον ὄντα λόγος ὀνομάζεται, δεῖ πρὸ τοῦ λόγου τὴν τὸν λόγον ὑποστήσασαν εἶναι σιγήν, καὶ πρὸ παντὸς ἱεροῦ τὴν ἐκθεωτικὴν αἰτίαν. Ὡς οὖν τὰ μετὰ τὰ νοητὰ λόγοι τῶν νοητῶν εἰσι, συνηγμένων ὄντων, οὕτως ὁἐν ἐκείνοις λόγος, ἀπ᾽ἄλλης ἀρρητοτέρας ἑνά δος ὑποστάς, λόγος μέν ἐστι τῆς πρὸ τῶν νοητῶν σιγῆς, τῶν δὲ νοητῶν σιγωμένων, σιγή. Μήποτε οὖν οὐκ ἔστι ταὐτὸν νοῦἄνθος καὶ πάσης ἡμῶν τῆς ψυχῆς ἄνθος· ἀλλὰ τὸ μέν ἐστι τῆς νοερᾶς ἡμῶν ζωῆς τὸἑνοειδέστατον, τὸ δὲἁπασῶν τῶν ψυχικῶν δυνάμεων ἕν, πολυειδῶν   οὐσῶν· οὐ γάρ ἐσμεν νοῦς μόνον, ἀλλὰ καὶ διάνοια καὶ δόξα καὶ προσοχὴ καὶ προαίρεσις, καὶ πρὸ τῶν δυνά μεων τούτων οὐσία μία τε καὶ πολλὴ καὶ μεριστή τε καὶἀμερής. Διττοῦ τε τοῦἑνὸς πεφηνότος, καὶ τοῦ μὲν τῆς πρωτίστης ἡμῶν τῶν δυνάμεων ἄνθους ὄντος, <τοῦ> δὲ τῆς ὅλης οὐσίας κέντρου καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ἁπασῶν παντοίων δυνάμεων, ἐκεῖνο μόνον ἡμᾶς συνάπτει τῷ πατρὶ τῶν νοητῶν· νοερὸν γάρ ἐστιν ἕν, νοεῖται δὲ καὶἐκεῖνο ὑπὸ τοῦ πατρικοῦ νοῦ κατὰ τὸἓν τὸἐν αὐτῷ· τὸ δὲἓν εἰς ὃ πᾶσαι αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις συννεύουσιν αὐτῆς [ὃ] μόνον πέφυκε προσάγειν ἡμᾶς τῷ πάντων ἐπέκεινα τῶν ὄντων, καὶ αὐτὸ πάντων ὃν τῶν ἐν ἡμῖν ἑνοποιόν· καθὸ καὶἐρριζώθημεν κατ᾽ οὐσίαν ἐν ἐκείνῳ, καὶ τῷἐρρ ζῶσθαι κἂν προΐωμεν, οὐκ ἀποστησόμεθα τῆς ἑαυτῶν αἰτίας.

[86] Βλ. Ερμείας, «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδρο, 150.24 – 28» :

InPlatonisPhaedrumscholia 150.24 ` to     InPlatonisPhaedrumscholia 150.28 Ο θεῖος Ἰάμβλιχος κυβερνήτην τὸἓν τῆς ψυχῆς ἀκούει· ἡνίοχον δὲ τὸν νοῦν αὐτῆς· τὸ δὲ <θεατῇ> οὐχ ὅτι καθ᾽ἑτερότητα ἐπιβάλλει τούτῳ τῷ νοητῷἀλλ᾽ὅτι ἑνοῦται αὐτῷ καὶ οὕτως αὐτοῦἀπολαύει· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸν κυβερνήτην τελειότερόν τι τοῦἡνιόχου καὶ τῶν ἵππων· τὸ γὰρ ἓν τῆς ψυχῆς ἑνοῦσθαι τοῖς θεοῖς πέφυκεν.»

[87] Βλ. Ερμείας, «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδρο, 152.8 – 152.25».

[88] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.14.5 – 1.15.21» :

TheolPlat 1.14.5 ` to     TheolPlat 1.15.21   Ταύτην δὲ πρωτίστην τῶν ὅλων καὶ νοῦ πρεσβυτέραν ἀρχὴν ἐν ἀβάτοις ἀποκεκρυμμένην ἐνθέως ἀνευροῦσα καὶ τρες τατας ατας κα μονδας πκεινα σωμτων ναφνασα, ψυχν λγω κα νον τν πρτιστον κα τν πρ νον νωσιν, παργει μν κ τοτων ς μονδων τος οκεους ριθμος, τν μν νοειδ τν δ νοερν τν δ ψυχικν (πσα γρ μονς γεται πλθους αυτ συστοχου), συνπτει δσπερ τ σματα τας ψυχας οτω δπου κας> ψυχς μν τος νοερος εδεσι, τατα δ τας νσι τν ντων, πντα δ ες μαν πιστρφει τν μθεκτον νδα. Καὶ μέχρι ταύτης ἀναδραμοῦσα, πέρας οἴεται τὸἀκρότατον ἔχειν τῆς τῶν ὅλων θεωρίας, καὶ ταύτην εἶναι τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν, ἣ περὶ τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων πραγματεύεται, καὶ τάς τε προόδους αὐτῶν καὶ τὰς ἰδιότητας παραδίδωσι καὶ τὴν τῶν ὄντων πρὸς αὐτὰς συναφὴν καὶ τὰς τῶν εἰδῶν τάξεις, αἳ τούτων ἐξήρτηνται τῶν ἑνιαίων ὑποστάσεων· τὴν δὲ περὶ νοῦν καὶ τὰ εἴδη καὶ τὰ γένη τοῦ νοῦ στρεφομένην θεωρίαν δευτέραν εἶναι τῆς περὶ αὐτῶν τῶν θεῶν πραγματευομένης ἐπιστήμης· καὶ ταύτην μὲν ἔτι νοητῶν ἀντιλαμβάνεσθαι καὶ τῇ ψυχῇ δι᾽ἐπιβολῆς γινώσκεσθαι δυναμένων εἰδῶν, τὴν δὲ ταύτης ὑπερέχουσαν ἀρρήτων καὶἀφθέγκτων ὑπάρξεων μεταθεῖν τήν τε ἐν ἀλλήλαις [αὐτῶν] διάκρισιν καὶ τὴν ἀπὸ μιᾶς αἰτίας ἔκφανσιν. Ὅθεν οἶμαι καὶ τῆς ψυχῆς τὸ μὲν νοερὸν ἰδίωμα καταληπτικὸν ὑπάρχειν τῶν νοερῶν εἰδῶν καὶ τῆς ἐν αὐτοῖς διαφορᾶς, τὴν δὲἀκρότητα τοῦ <νοῦ> καί, ὥς φασι, τὸ <ἄνθος> καὶ τὴν ὕπαρξιν συνάπτεσθαι πρὸς τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων καὶ διὰ τούτων πρὸς αὐτὴν τὴν πασῶν τῶν θείων ἑνάδων ἀπόκρυφον ἕνωσιν. Πολλῶν γὰρ ἐν ἡμῖν δυνάμεων οὐσῶν γνωριστικῶν, κατὰ ταύτην μόνην τῷ θείῳ συγγίνεσθαι καὶ μετέχειν ἐκείνου πεφύκαμεν· οὔτε γὰρ αἰσθήσει <τὸ θεῶν γένος> ληπτόν, εἴπερ ἐστὶ σωμάτων ἁπάντων ἐξῃρημένον, οὔτε δόξῃ καὶ διανοίᾳ, μερισταὶ γὰρ αὗται καὶ πολυειδῶν ἐφάπτονται πραγμάτων, οὔτε <νοήσει μετὰ λόγου>, τῶν γὰρ ὄντως ὄντων εἰσὶν αἱ τοιαῦται γνώσεις, ἡ δὲ τῶν θεῶν ὕπαρξις <ἐποχεῖται> τοῖς οὖσι καὶ κατ᾽ αὐτὴν ἀφώρισται τὴν ἕνωσιν τῶν ὅλων. Λείπεται οὖν, εἴπερ ἐστὶ καὶὁπωσοῦν τὸ θεῖον γνωστόν, τῇ τῆς ψυχῆς ὑπάρξει καταληπτὸν ὑπάρχειν καὶ διὰ ταύτης γνωρίζεσθαι καθ᾽ὅσον δυνατόν. <Τῷ γὰρ ὁμοίῳ> παντα χοῦ <φαμὲν τὰὅμοια γινώσκεσθαι>· τῇ μὲν αἰσθήσει δηλαδὴ τὸ αἰσθητόν, τῇ δὲ δόξῃ τὸ δοξαστόν, τῇ δὲ διανοίᾳ τὸ διανοητόν, τῷ δὲ νῷ τὸ νοητόν, ὥστε καὶ τῷἑνὶ τὸἑνικώτατον καὶ τῷἀρρήτῳ τὸἄρρητον.

[89] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Γ, 3.17.6 – 3.17.9» :

TheolPlat 3.17.6 ` to     TheolPlat 3.17.9 Καὶ τὸ μὲν ὡς ὄντως ὑπερούσιον ἕν, ἕκαστος δὲ τῶν ἄλλων θεῶν κατὰ μὲν τὴν οἰκείαν ὕπαρξιν, ᾗ καὶἔστι θεός, ὑπερού σιος τῷ πρώτῳ παραπλησίως, μετέχονται δὲὑπὸ οὐσίας καὶ τοῦὄντος.

[90] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Γ, 3.14.11 – 3.14.18» :

TheolPlat 3.14.11 ` to     TheolPlat 3.14.18   Πότερον οὖν τὸ πλῆθος τοῦτο τῶν ἑνάδων ἀμέθεκτόν ἐστιν, ὥσπερ αὐτὸ τὸἕν, ἢ μετεχόμενον ὑπὸ τῶν ὄντων, καὶἔστιν ἑνὰς ἑκάστη τῶν ὄντων τινός, οἷον ἄνθος τοῦὄντος καὶἀκρότης καὶ κέντρον περὶὃ τὸὂν ἕκαστον ὑφέστηκεν;

Ἀλλ᾽ εἰἀμέθεκτοι καὶ αὗται, τί διοίσουσι τοῦἑνός; —ἑκάστη γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἓν καὶ πρώτως ἀπὸ τοῦἑνὸς ὑφέστηκεν.

[91] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, βιβλίο ς’, 9.29 – 9.36».

Και

TheolPlat 3.20.2 ` to     TheolPlat 3.20.6 Πάλιν δὴ οὖν συλλήβδην εἴπωμεν ὅτι μετ τν μαν τν λων ρχν μονδες μν ατοτελες φνησαν ο θεο, μετεχμενοι μν π τν ντων, λλ ο μν κατ τν πλουστραν τν ντων οσαν, ο δ κατ τν συνθετωτραν τν ες ατ ποιησμενοι προδον.

[92] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Γ, 3.15.20 – 3.15.24» :

TheolPlat 3.15.20 ` to     TheolPlat 3.15.24 Αἱ γὰρ μετεχόμεναι μονάδες πρὸς τὸ τῶν ὅλων ἐξῃρημένον ἓν τὰὄντα συνάπτουσιν, ὥσπερ δὴ καὶ τὰς ψυχὰς οἱ μετεχόμενοι νόες πρὸς τὸν ὅλον νοῦν καὶ αἱ μετεχόμεναι ψυχαὶ τὰ σώματα πρὸς τὴν ὅλην ψυχήν.

[93] Πρόκλος, «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, βιβλίο Γ’, 3.12.21 – 3.13.5» :

TheolPlat 3.12.21 ` to     TheolPlat 3.13.5 Ὁ δὲ πρώτιστος ἀριθμὸς καὶ τῷἑνὶ συμφυόμενος ἑνοειδὴς καὶἄρρητος καὶὑπερούσιος καὶ πάντῃ τῷ αἰτίῳ προσόμοιος. Οὔτε γὰρ ἑτερότης ἐν τοῖς πρωτίστοις αἰτίοις παρεμπίπτουσα διΐστησιν ἀπὸ τοῦ γεννῶντος τὰ γεννώμενα καὶ εἰς ἑτέραν μεθίστησι τάξιν οὔτε κίνησις τῆς αἰτίας ὕφεσιν ἀπεργαζομένη τῆς δυνάμεως εἰς ἀνομοιότητα καὶἀοριστίαν προάγει τὴν τῶν ὅλων ἀπογέννησιν, ἀλλ᾽περχον νιαως π πσης κινσεως κα διαιρσεως τ τν πντων ατιον περαυτ τν θεον ριθμν δρσατο κα ταυτο συννωσεν πλτητι. Πρ τν ντων ρα τς νδας τν ντων φστησι τν.

[94] Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, βιβλίο Γ’, 3.6.24 –3.14.9» :

TheolPlat 3.13.8 ` to     TheolPlat 3.13.18 Εκαστα γρ τν δευτρων δι τν μοων συνπτεται τος πρ ατν, τ μν σματα δι τν καθκαστα ψυχν τλ, ψυχα δ δι τν νοερν μονδων τ παντ ν, τ δντα δπου πρτα δι τν νιαων πρξεων τν. Τ μν γρ ν κατ τν ατο φσιν νμοιν στι πρς τν· ἡ γὰρ οὐσία πρὸς τὸὑπερούσιον καὶ τὸ δεόμενον ἑνότητος ἀλλαχόθεν πρὸς τὴν πρωτίστην ἕνωσιν ἀσύναπτόν ἐστι καὶ πόρρω διέστηκεν ἀπ᾽ αὐτῆς· α δνδες τν ντων π τς μεθκτου κα τν λων ξρημνης νδος ποστσαι τ τε ντα συνπτειν τν κα πρς αυτς πιστρφειν δνανται.

[95] Πρβλ. Πρόκλος «Θεολογική Στοιχείωση, θεωρ. 28» : «Πᾶν τὸ παράγον τὰὅμοια πρὸς ἑαυτὸ πρὸ τῶν ἀνομοίων ὑφίστησιν.» «Κάθε παραγωγικό αίτιο δίνει υπόσταση στα όμοιά του πριν τα ανόμοιά του

Εξήγηση από τον Πρόκλο : «ἐπεὶ γὰρ κρεῖττον ἐξ ἀνάγκης ἐστὶ τοῦ παραγομένου τὸ παράγον, τὰ αὐτὰ μὲν ἁπλῶς καὶἴσα κατὰ δύναμιν οὐκ ἄν ποτε εἴη ἀλλήλοις. εἰ δὲ μὴἔστι ταὐτὰ καὶἴσα, ἀλλ᾽ἕτερά τε καὶἄνισα, ἢ πάντῃ διακέκριται ἀλλήλων ἢ καὶἥνωται καὶ διακέκριται.   ἀλλ᾽ εἰ μὲν πάντῃ διακέκριται, ἀσύμβατα ἔσται, καὶ οὐδαμῇ τῷ αἰτίῳ τὸἀπ᾽ αὐτοῦ συμπαθές. οὐδὲ μεθέξει τοίνυν θατέρου θάτερον, πάντῃἕτερα ὄντα· τὸ γὰρ μετεχόμενον κοινωνίαν δίδωσι τῷ μετασχόντι πρὸς τὸ οὗ μετέσχεν. ἀλλὰ μὴν ἀνάγκη τὸ αἰτιατὸν τοῦ αἰτίου μετέχειν, ὡς ἐκεῖθεν ἔχον τὴν οὐσίαν.   εἰ δὲ πῇ μὲν διακέκριται, πῇ δὲἥνωται τῷ παράγοντι τὸ παραγόμενον, εἰ μὲν ἐπίσης ἑκάτερον πέπονθεν, ἐπίσης ἂν αὐτοῦ μετέχοι τε καὶ οὐ μετέχοι· ὥστε καὶἔχοι ἂν τὴν οὐσίαν παρ᾽ αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔχοι τὸν αὐτὸν τρόπον. εἰ δὲ μᾶλλον εἴη διακεκριμένον, ἀλλότριον ἂν εἴη τοῦ γεννήσαντος μᾶλλον ἢ οἰκεῖον τὸ γεννηθέν, καὶἀνάρμοστον πρὸς αὐτὸ μᾶλλον ἤπερ ἡρμοσμένον, καὶἀσυμπαθὲς μᾶλλον ἢ συμπαθές. εἰ οὖν καὶ συγγενῆ τοῖς αἰτίοις κατ᾽ αὐτὸ τὸ εἶναι καὶ συμπαθῆ τὰἀπ᾽ αὐτῶν, καὶἐξήρτηται αὐτῶν κατὰ φύσιν, καὶὀρέγεται τῆς πρὸς αὐτὰ συναφῆς, ὀρεγόμενα τοῦἀγαθοῦ καὶ τυγχάνοντα διὰ τῆς αἰτίας τοῦὀρεκτοῦ, δῆλον δὴὅτι μᾶλλον ἥνωται τοῖς παράγουσι τὰ παραγόμενα ἢ διακέκριται ἀπ᾽ αὐτῶν. τὰ δὲ μᾶλλον ἡνωμένα ὅμοιάἐστι μᾶλλον ἢἀνόμοια τούτοις οἷς μάλιστα ἥνωται. τὰ   ὅμοια ἄρα πρὸ τῶν ἀνομοίων ὑφίστησι πᾶν τὸ παρακτικὸν αἴτιον.».

«Γιατί επειδή το παραγωγικό αίτιο είναι αναγκαστικά ανώτερο από το παράγωγο (θεώρημα Νο.7), δεν μπορούν ποτέ να είναι απολύτως ίδια και ίσα μεταξύ τους ως προς την δύναμη. Αν, όμως, δεν είναι ίδια και ίσα, αλλά διαφορετικά και άνισα, τότε είναι εντελώς διαχωρισμένα μεταξύ τους είτε είναι ενωμένα και διαχωρισμένα.   Αλλά, αν είναι εντελώς διαχωρισμένα, θα είναι ασύμβατα και με κανένα τρόπο το παράγωγο του αιτίου δεν θα είναι ομοιοπαθές με το αίτιο. Δεν θα μετέχει, λοιπόν, το ένα στο άλλο, αν είναι εντελώς διαφορετικά. Γιατί αυτό που επιδέχεται συμμετοχή παρέχει σε αυτό που πραγματοποίησε τη συμμετοχή κάποια επικοινωνία με αυτό στο οποίο μετέσχε. Αλλά είναι όμως ανάγκη το αιτιατό να μετέχει στο αίτιο, επειδή έχει την ουσία και την ύπαρξη του από εκεί.   Αν το παράγωγο είναι από μία άποψη διαχωρισμένο και από μια άποψη ενωμένο με το παραγωγικό αίτιο, τότε, αν έχει πάθει καθένα από τα δύο εξίσου, εξίσου θα μετέχει και δεν θα μετέχει στο αίτιο. Επομένως με τον ίδιο τρόπο θα έχει και δεν θα έχει την ουσία και την ύπαρξη του από εκείνο. Αν είναι περισσότερο διαχωρισμένο, τότε το γέννημα θα είναι περισσότερο ξένο παρά οικείο προς αυτό που το γέννησε, περισσότερο δυσαρμονικό προς αυτό παρά αρμονικό, περισσότερο ανομοιοπαθές παρά ομοιοπαθές. Αν, λοιπόν, τα παράγωγα των αιτίων είναι στην ίδια την ουσία τους συγγενικά και ομοιοπαθή με τα αίτιά τους, και αν είναι εξαρτημένα εκ φύσεως από αυτά, και αν επιθυμούν την επαφή με αυτά, καθώς επιθυμούν το Αγαθό και πετυχαίνουν το αντικείμενο της επιθυμίας τους μέσω της αιτίας τους, τότε είναι φανερό ότι τα παράγωγα και τα παραγωγικά αίτια είναι περισσότερο ενωμένα παρά διαχωρισμένα. Και αυτά που είναι περισσότερο ενωμένα, είναι και περισσότερο όμοια παρά ανόμοια. Άρα κάθε παραγωγικό αίτιο δίνει υπόσταση στα όμοια πριν από τα ανόμοια.»

[96] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, βιβλίο ς’, 12.11 – 13.15».

[97] Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 5.1 – 5.13» :

EclogaedephilosophiaChaldaica 5.1 ` to     EclogaedephilosophiaChaldaica 5.13   Ἡ φιλοσοφία τήν τε λήθην καὶἀνάμνησιν τῶν ἀιδίων λόγων αἰτιᾶται τῆς τε ἀποφοιτήσεως τῆς ἀπὸ τῶν θεῶν καὶ τῆς ἐπ᾽ αὐτοὺς ἐπιστροφῆς· τὰ δὲ λόγια, τῶν πατρικῶν συνθημάτων. Συνᾴδει δὲἀμφότερα· συνστηκε γρ ψυχπ τν ερν λγων κα τν θεων συμβλων· ν ο μν εσιν π τν νοερν εδν, τ δπ τν θεων νδων· κασμν εκνες μν τν νοερν οσιν, γλματα [τ] δ τν γνστων συνθημτων. Κασπερ πσα ψυχ πντων μν στι πλρωμα τν εδν, κατ μαν δλως αταν φστηκεν, οτω κα πντων μν μετχει τν συνθημτων, διν συνπτεται τ θε, φρισται δπαρξις ν ν, καθ συνγεται πν τν ατ πλθος ες μαν κορυφν.

Δηλ. : «η φιλοσοφία αποδίδει την αποφοίτηση (=απομάκρυνση) από τους θεούς και την επιστροφή στην λήθη και στην ανάμνηση των αΐδιων λόγων αντίστοιχα. Ενώ οι Χρησμοί τις αποδίδουν στην λήθη και στην ανάμνηση των πατρικών συνθημάτων (συμβόλων). Όμως και οι δύο επί της ουσίας συμφωνούν. Διότι η ψυχή έχει συσταθεί από τους ιερούς λόγους και από τα θεία σύμβολα. Εκ των οποίων οι μεν ιεροί λόγοι είναι (προέρχονται) εκ των νοητικών Ειδών, τα δε θεία σύμβολα ή πατρικά συνθήματα είναι (προέρχονται) εκ των θείων ενάδων. Και είμαστε εικόνες των νοητικών ουσιών και αγάλματα των αγνώστων συνθημάτων (συμβόλων). Και όπως ακριβώς κάθε ψυχή είναι πλήρωμα (σύνολο) όλων των ειδών και έχει λάβει υπόσταση από μία αιτία, έτσι μετέχει σε όλα τα σύμβολα μέσω των οποίων συνάπτεται (συνδέεται) με τον Θεό, ενώ η ύπαρξή της έχει καθοριστεί από ένα, με το οποίο ολόκληρο το πλήθος που έχει μέσα της συνάγεται σε μια κορυφή.»

[98] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Α, 1.15.21 – 1.17.7» :

TheolPlat 1.15.21 ` to     TheolPlat 1.17.7 Ὀρθῶς γὰρ καὶὁἐν Ἀλκιβιάδῃ Σωκράτης ἔλεγεν εἰς ἑαυτὴν εἰσιοῦσαν τὴν ψυχὴν τά τε ἄλλα πάντα κατόψεσθαι καὶ τὸν θεόν· συννεύουσα γὰρ εἰς τὴν ἑαυτῆς ἕνωσιν καὶ τὸ κέντρον τῆς συμπάσης ζωῆς καὶ τὸ πλῆθος ἀποσκευαζομένη καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν ἐν αὑτῇ παντοδαπῶν δυνάμεων, ἐπ᾽ αὐτὴν ἄνεισι τὴν ἄκραν τῶν ὄντων <περιωπήν>. Καὶὥσπερ ἐν ταῖς τῶν τελετῶν ἁγιωτάταις φασὶ τοὺς μύστας τὴν μὲν πρώτην πολυειδέσι καὶ πολυμόρφοις τῶν θεῶν προβεβλη μένοις γένεσιν ἀπαντᾶν, εἰσιόντας δὲἀκλινεῖς καὶ ταῖς τελεταῖς πεφραγμένους αὐτὴν τὴν θείαν ἔλλαμψιν ἀκραιφνῶς ἐγκολπίζεσθαι καὶ <γυμνῆτας>, ὡς ἂν ἐκεῖνοι φαῖεν, τοῦ θείου μεταλαμβάνειν· τὸν αὐτὸν οἶμαι τρόπον καὶἐν τῇ θεωρίᾳ τῶν ὅλων εἰς μὲν τὰ μεθ᾽ἑαυτὴν βλέπουσαν τὴν ψυχὴν τὰς σκιὰς καὶ τὰ εἴδωλα τῶν ὄντων βλέπειν, εἰς ἑαυτὴν δὲἐπιστρεφομένην τὴν ἑαυτῆς οὐσίαν καὶ τοὺς ἑαυτῆς λόγους ἀνελίττειν· καὶ τὸ μὲν πρῶτον ὥσπερ ἑαυτὴν μόνον καθορᾶν, βαθύνουσαν δὲ τῇἑαυτῆς γνώσει καὶ τὸν νοῦν εὑρίσκειν ἐν αὑτῇ καὶ τὰς τῶν ὄντων τάξεις, χωροῦσαν δὲ εἰς τὸἐντὸς αὑτῆς καὶ τὸ οἷον ἄδυτον τῆς ψυχῆς, ἐκείνῳ καὶ τὸ <θεῶν γένος> καὶ τὰς ἑνάδας τῶν ὄντων <μύσασαν> θεάσασθαι. Πάντα γάρ ἐστι καὶἐν ἡμῖν ψυχικῶς καὶ διὰ τοῦτο τὰ πάντα γινώσκειν πεφύκαμεν, ἀνεγείροντες τὰς ἐν ἡμῖν δυνάμεις καὶ τὰς εἰκόνας τῶν ὅλων. Καὶ τοῦτόἐστι τὸἄριστον τῆς ἐνεργείας, ἐν ἠρεμίᾳ τῶν δυνάμεων πρὸς αὐτὸ τὸ θεῖον ἀνατείνεσθαι καὶ περιχορεύειν ἐκεῖνο, καὶ πᾶν τὸ πλῆθος τῆς ψυχῆς <συναγείρειν> ἀεὶ πρὸς τὴν ἕνωσιν ταύτην, καὶ πάντα ἀφέντας ὅσα μετὰ τὸἓν αὐτῷ προσιδρύεσθαι καὶ συνάπτεσθαι τῷἀρρήτῳ καὶ πάντων ἐπέκεινα τῶν ὄντων. Μέχρι γὰρ τούτου τὴν ψυχὴν ἀνιέναι θεμιτὸν ἕως ἂν ἐπ᾽ αὐτὴν ἀνιοῦσα τελευτήσῃ τὴν τῶν ὄντων ἀρχήν· ἐκεῖ δὲ γενομένην καὶ τὸν ἐκεῖ τόπον θεασαμένην καὶ κατιοῦσαν ἐκεῖθεν καὶ διὰ τῶν ὄντων πορευομένην καὶἀνελίττουσαν τὰ πλήθη τῶν εἰδῶν, τάς τε μονάδας αὐτῶν καὶ τοὺς ἀριθμοὺς διεξιοῦσαν καὶὅπως ἕκαστα τῶν οἰκείων ἑνάδων ἐξήρτηται νοερῶς διαγινώσκουσαν, τελεωτάτην οἴεσθαι τῶν θείων ἐπιστήμην ἔχειν, τάς τε τῶν θεῶν προόδους εἰς τὰὄντα καὶ τὰς τῶν ὄντων περὶ τοὺς θεοὺς διακρίσεις ἑνοειδῶς θεασαμένην.

[99] Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Β’, 1.177.14 – 1.178.5» :

inR 1.177.14 ` to     inR 1.178.5 τριττὰς ἐν ψυχῇ εἶναί φαμεν ὡς τὸὅλον εἰπεῖν ζωάς· τὴν μὲν ἀρίστην καὶ τελεωτάτην, καθ᾽ἣν συνάπτεται τοῖς θεοῖς καὶ ζῇ τὴν ἐκείνοις συγγενεστάτην καὶ δι᾽ὁμοιότητος ἄκρας ἡνωμένην ζωήν, οὐχ ἑαυτῆς οὖσαν, ἀλλ᾽ἐκείνων, ὑπερδραμοῦσα μὲν τὸν ἑαυτῆς νοῦν, ἀνεγείρασα δὲ τὸἄρρητον σύνθημα τῆς τῶν θεῶν ἑνιαίας ὑποστάσεως καὶ συνάψασα τῷὁμοίῳ τὸὅμοιον, τῷἐκεῖ φωτὶ τὸἑαυτῆς φῶς, τῷὑπὲρ οὐσίαν πᾶσαν καὶ ζωὴν ἑνὶ τὸἑνοειδέστατον τὴν τῆς οἰκείας οὐσίας τε καὶ ζωῆς. τὴν δὲ ταύτης μὲν δευτέραν πρεσβείᾳ τε καὶ δυνάμει, μέσην δὲἐν μέσῃ τῇ ψυχῇ τεταγμένην, καθ᾽ἣν ἐπιστρέφει μὲν εἰς ἑαυτὴν ἀπὸ τῆς ἐνθέου καταβᾶσα ζωῆς, νοῦν δὲ καὶἐπιστήμην προστησαμένη τῆς ἐνεργείας ἀρχὴν ἀνελίττει μὲν τὰ πλήθη τῶν λόγων, θεᾶται δὲ τὰς παντοίας τῶν εἰδῶν ἐξαλλαγάς, εἰς ταὐτὸν δὲ συνάγει τό τε νοοῦν καὶ τὸ νοούμενον, ἀπεικονίζεται δὲ τὴν νοερὰν οὐσίαν ἐν ἑνὶ τὴν τῶν νοητῶν φύσιν περιλαβοῦσα. τρίτην δὲἄλλην ἐπὶ ταύταις τὴν συμφερομένην ταῖς καταδεεστέραις δυνάμεσιν καὶ μετ᾽ἐκείνων ἐνεργοῦσαν, φαντασίαις τε καὶ αἰσθήσεσιν ἀλόγοις προσχρωμένην καὶ πάντῃ τῶν χειρόνων ἀναπιμπλαμένην.

[100] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Αιγυπτίων μυστηρίων, βιβλίο 1ον, 1.18.18 – 1.12.23» :

Myst 1.12.18 ` to     Myst 1.12.23 ἐν γὰρ τῷ θεωρεῖν τὰ μακάρια θεάματα ἡ ψυχὴἄλλην ζωὴν ἀλλάττεται καὶἑτέραν ἐνέργειαν ἐνεργεῖ καὶ οὐδ᾽ἄνθρωπος εἶναι ἡγεῖται τότε, ὀρθῶς ἡγουμένη· πολλάκις δὲ καὶ τὴν ἑαυτῆς ἀφεῖσα ζωὴν τὴν μακαριωτάτην τῶν θεῶν ἐνέργειαν ἀντηλλάξατο.

[101] Βλ. Πρόκλο «υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».

[102] Βλ. Πρόκλος «Εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 2.1 – 2.3» :

EclogaedephilosophiaChaldaica 2.1 ` to     EclogaedephilosophiaChaldaica 2.3   «Ψυχῆς βάθος» τὰς τριπλᾶς αὐτῆς γνωστικὰς δυνάμεις φησί, νοεράς, διανοητικάς, δοξαστικάς· «ὄμματα» δὲ «πάντα», τὰς τριπλᾶς αὐτῶν γνωστικὰς ἐνεργείας. Τὸ γὰρ ὄμμα, γνώσεως σύμβολον· ἡ δὲ ζωή, ὀρέξεως· τριπλᾶ δὲἑκατέρα.

[103] Βλ Πλάτων «Πολιτεία» : «Πλάσε λοιπόν μια μορφή θηρίου που να είναι ποικίλο και πολυκέφαλο, και να να έχει γύρω του κεφάλια ήμερων και άγριων ζώων, και να μπορεί να αλλάζει και να φανερώνει από το σώμα του όλες αυτές τις μορφές.

– Για τέτοια δουλειά, είπε, χρειάζεται ένας τεχνίτης πολύ επιτήδειος. Εν τούτοις όμως, αφού ο λόγος πλάθεται πολύ ευκολότερα από το κερί και τα παρόμοια του, ας πλάσουμε την εικόνα που λες.

– Πλάσε λοιπόν άλλη μια εικόνα λιονταριού και μια ανθρώπου. Η πρώτη εικόνα να είναι πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δυο, και η δεύτερη μεγαλύτερη από την Τρίτη.

– Αυτά είναι ευκολότερα να γίνουν, είπε. Νάτα μάλιστα πλάσθηκαν.

– Αυτά λοιπόν που είναι τρία σύνδεσέ τα σε ένα μόνο, κατά τρόπο που να φαίνεται πως έχουν κοινή προέλευση και αποτελούν ένα ενιαίο όλο.

– και αυτό έγινε, είπε.

– Γύρω από αυτά τώρα και επάνω τους κάμε την εικόνα ενός ανθρώπου, κατά τρόπο που όποιος δεν μπορεί να δει τι υπάρχει μέσα, αλλά βλέπει, μονάχα ένα ζώο, άνθρωπο

Resp 588.c.7 ` to     Resp 588.e.1   Πλάττε τοίνυν μίαν μὲν ἰδέαν θηρίου ποικίλου καὶ πολυκεφάλου, ἡμέρων δὲ θηρίων ἔχοντος κεφαλὰς κύκλῳ καὶἀγρίων, καὶ δυνατοῦ μεταβάλλειν καὶ φύειν ἐξ αὑτοῦ πάντα ταῦτα.

– Δεινοῦ πλάστου, ἔφη, τὸἔργον· ὅμως δέ, ἐπειδὴ εὐπλαστότερον κηροῦ καὶ τῶν τοιούτων λόγος, πεπλάσθω.

– Μίαν δὴ τοίνυν ἄλλην ἰδέαν λέοντος, μίαν δὲἀνθρώπου· πολὺ δὲ μέγιστον ἔστω τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον τὸ δεύτερον.

– Ταῦτα, ἔφη, ῥᾴω, καὶ πέπλασται.

– Σύναπτε τοίνυν αὐτὰ εἰς ἓν τρία ὄντα, ὥστε πῃ συμπεφυκέναι ἀλλήλοις.

– Συνῆπται, ἔφη.

– Περίπλασον δὴ αὐτοῖς ἔξωθεν ἑνὸς εἰκόνα, τὴν τοῦἀνθρώπου, ὥστε τῷ μὴ δυναμένῳ τὰἐντὸς ὁρᾶν, ἀλλὰ τὸἔξω μόνον ἔλυτρον ὁρῶντι, ἓν ζῷον φαίνεσθαι, ἄνθρωπον.

[104] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, βιβλίο Γ’, 3.29.10 – 3.30.10» :

TheolPlat 3.29.10 ` to     TheolPlat 3.30.13 Ἁπάντων δὴ τῶν ὄντων καὶ αὐτῶν τῶν τὰὄντα παραγόντων θεῶν μία καὶἐξῃρημένη καὶἀμέθεκτος αἰτία προϋφέστηκεν, ἄρρητος μὲν παντὶ λόγῳ καὶἄφραστος, ἄγνωστος δὲ πάσῃ γνώσει καὶἄληπτος, πάντα μὲν ἀφ᾽ἑαυτῆς ἐκφαίνουσα, πάντων δὲἀρρήτως προϋπάρχουσα, καὶ πάντα μὲν πρὸς ἑαυτὴν ἐπιστρέφουσα, πάντων δὲ οὖσα τέλος τὸἄριστον. Ταύτην δὴ οὖν τὴν ὄντως ἐκβεβηκυῖαν χωριστῶς ἀπὸ πασῶν καὶ πάσας μὲν τὰς ἑνάδας τῶν θείων, πάντα δὲ τὰ γένη τῶν ὄντων καὶ τὰς προόδους ἑνιαίως ὑφιστάνουσαν ὁ μὲν ἐν Πολιτείᾳ Σωκράτης <τἀγαθὸν> ἀποκαλεῖ καὶ διὰ τῆς πρὸς τὸν ἥλιον ἀναλογίας τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς πρὸς τὰ νοητὰ πάντα καὶἄγνωστον ὑπεροχὴν ἀποκαλύπτει· ὁ δὲ αὖ Παρμενίδης ἓν μὲν αὐτὴν ἐπονομάζει, διὰ δὲ τῶν ἀποφάσεων τὴν ἐξῃρημένην τοῦἑνὸς τούτου καὶἄρρητον ὕπαρξιν αἰτίαν τῶν ὅλων οὖσαν ἐπιδείκνυσιν· ὁ δὲἐν τῇ πρὸς Διονύσιον ἐπιστολῇ δι᾽ αἰνιγμάτων προϊὼν [ὁ] λόγος <περὶ> ἣν <τὰ πάντα> καὶὡς <αἰτίαν πάντων τῶν καλῶν> ἀνυμνεῖ· ὁ δὲἐν τῷ Φιλήβῳ Σωκράτης οἷον τῶν ὅλων ὑποστάτιν εὐφημεῖ, διότι πάσης ἐστὶ θεότητος αἰτία, τὸ γὰρ εἶναι θεοὶ πάντες οἱ θεοὶ διὰ τὸν πρῶτον ἔχουσι θεόν.   Εἴτ᾽ οὖν πηγὴν θεότητος αὐτὴν ἐπονομάζειν ᾖ θέμις, εἴτε βασιλέα τῶν πάντων, εἴτε ἑνάδα πασῶν ἑνάδων, εἴτε τῆς ἀληθείας γεννητικὴν ἀγαθότητα, εἴτε ἁπάντων τούτων ἐξῃρημένην ὕπαρξιν καὶ πασῶν αἰτιῶν ἐπέκεινα τῶν τε πατρικῶν καὶ τῶν γεννητικῶν, αὕτη μὲν ἡμῖν σιγῇ καὶ τῇ πρὸ σιγῆς ἑνώσει τιμάσθω καὶ τοῦ <μυστικοῦ τέλους> τὴν προσήκουσαν ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς μοῖραν ἐπιλάμψειε· τὰς δὲἀπ᾽ αὐτῆς καὶ μετ᾽ αὐτὴν προελθούσας δυοειδεῖς ἀρχὰς τῷ νῷ θεωρήσωμεν. Τί γὰρ ἄλλο μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς ὅλης θεότητος ἢ τὴν δυάδα τῶν ἀρχῶν ἀνάγκη τετάχθαι;

[105] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, βιβλίο Β’, 2.31.2 – 2.34.17» :

TheolPlat 2.31.2 ` to     TheolPlat 2.34.17   Ὅτι μὲν οὖν τὸἓν ἀρχὴ πάντων καὶ αἰτία πρώτη καὶὅτι πάντα τὰἄλλα τοῦἑνὸς δεύτερα, διὰ τούτων οἶμαι γεγονέναι καταφανές· θαυμάζω δὲἔγωγε <τούς> τε ἄλλους ἅπαντας τοῦ Πλάτωνος ἐξηγητάς, ὅσοι τὴν νοερὰν βασιλείαν ἐν τοῖς οὖσι προσήκαντο, τὴν δὲ τοῦἑνὸς ἄρρητον ὑπεροχὴν καὶ τῶν ὅλων ἐκβεβηκυῖαν ὕπαρξιν οὐκ ἐσέφθησαν, καὶ δὴ διαφερόντως Ὠριγένην τὸν τῷ Πλωτίνῳ τῆς αὐτῆς μετασχόντα παιδείας. Καὶ γὰρ αὖ καὶ αὐτὸς εἰς τὸν νοῦν τελευτᾷ καὶ τὸ πρώτιστον ὄν, τὸ δὲἓν τὸ παντὸς νοῦ καὶ παντὸς ἐπέκεινα τοῦὄντος ἀφίησι· καὶ εἰ μὲν ὡς κρεῖττον ἁπάσης γνώσεως καὶ παντὸς λόγου καὶ πάσης ἐπιβολῆς, οὔτ᾽ἂν τῆς τοῦ Πλάτωνος συμφωνίας οὔτ᾽ἂν τῆς τῶν πραγμάτων φύσεως αὐτὸν ἁμαρτάνειν ἐλέγομεν· εἰ δ᾽ὅτι παντελῶς ἀνύπαρκτον τὸἓν καὶἀνυπόστατον καὶὅτι τὸἄριστον ὁ νοῦς καὶὡς ταὐτόν ἐστι τὸ πρώτως ὂν καὶ τὸ πρώτως ἕν, οὔτ᾽ἂν ἡμεῖς αὐτῷ ταῦτα συνομολογήσαιμεν οὔτ᾽ἂν ὁ Πλάτων ἀποδέξαιτο καὶ τοῖς ἑαυτοῦ γνωρίμοις συναριθμήσειε. Πόρρω γάρ, οἶμαι, τὸ τοιοῦτον δόγμα τῆς τοῦ Πλάτωνος φιλοσοφίας ἐστέρηται καὶ τῆς Περιπατητικῆς ἀναπέπλησται καινοτομίας. Εἰ δὲ βούλει, καὶ πρὸς τοῦτον καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἅπαντας, ὅσοι τῆς αὐτῆς προέστησαν δόξης, μικρὰ διέλθωμεν ὑπὲρ τῆς Πλάτωνος γνώμης διαγωνιζόμενοι καὶ δεικνύντες ὅτι τὴν πρωτίστην αἰτίαν ἐπέκεινα τοῦ νοῦ καὶ τῶν ὄντων ἁπάντων ἐξῃρῆσθαί φησι, καθάπερ αὐτὸν Πλωτῖνός τε καὶ Πορφύριος καὶ πάντες οἱ τὴν τούτων παραδεξάμενοι φιλοσοφίαν οἴονται λέγειν. Ἀρξώμεθα τοίνυν ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Καὶ γὰρ ἐνταῦθα διαρρήδην ὁ Σωκράτης τὸἀγαθὸν ὑπεριδρῦσθαι τοῦ τε ὄντος καὶ τοῦ νοεροῦ διακόσμου παντὸς ἐπιδείκνυσι τῇ πρὸς τὸν ἥλιον ἀναλογίᾳ τῆς πρωτίστης ἀγαθότητος ἑπόμενος. Εἰ γὰρ ὡς ἔχει πρὸς τὴν γένεσιν καὶ πᾶν τὸὁρατὸν καὶ τὰὁρῶντα πάντα κατὰ τὴν γεννητικὴν τοῦ φωτὸς δύναμιν ὁ βασιλεὺς ῞Ηλιος, οὕτως ἀνάγκη καὶ τὸἀγαθὸν ἔχειν πρὸς τὸν νοῦν καὶ τὰ νοητὰ κατὰ τὴν τῆς ἀληθείας οἰστικὴν αἰτίαν, τῶν μὲν ὁρώντων ὁμοῦ καὶ τῶν ὁρωμένων κατὰ μίαν ὑπεροχὴν τὸν ἥλιον ἐξῃρῆσθαι φήσομεν, τῶν δὲ νοούντων ἀεὶ καὶ νοουμένων ἐκβεβηκέναι τὸἀγαθὸν συγχωρήσομεν. Οὐδὲν δὲ οἷον καὶ αὐτῶν ἀκοῦσαι τῶν Πλατωνικῶν ῥημάτων· <Τὸν ἥλιον τοῖς ὁρωμένοις οὐ μόνον, οἶμαι, τὴν τοῦὁρᾶσθαι δύναμιν παρέχειν φήσεις ἀλλὰ καὶ τὴν γένεσιν καὶ αὔξην καὶ τροφήν, οὐ γένεσιν αὐτὸν ὄντα. Πῶς γάρ; Καὶ τοῖς γινωσκομένοις τοίνυν μὴ μόνον τὸ γινώσκεσθαι φάναι με ὑπὸ τοῦἀγαθοῦ παρεῖναι ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναί τε καὶ τὴν οὐσίαν ὑπ᾽ἐκείνου αὐτοῖς προσεῖναι, οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦἀγαθοῦ, ἀλλ᾽ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβείᾳ τε καὶ δυνάμει ὑπερέχοντοσ>.   Διὰ δὴ τούτων πάντων καταφανὲς ὅπως τὸἀγαθὸν καὶ τὴν πρωτίστην ἀρχὴν οὐ τοῦ νοεροῦ μόνον πλάτους ἀλλὰ καὶ τοῦ νοητοῦ καὶ τῆς οὐσίας ὑπερηπλῶσθαι καθ᾽ἕνωσιν ἀφορίζεται, καθάπερ δὴ καὶ τὸν ἥλιον ἁπάντων τῶν ὁρατῶν ὑπερέχειν καὶ πάντα τελειοῦν τῷ φωτὶ καὶ γεννᾶν συλλογίζεται. Πῶς οὖν ἔτι τὸν νοῦν τῷ Πλάτωνι συνεπόμενοι τὸἄριστον εἶναι καὶ τὴν τῶν ὅλων αἰτίαν συγχωρήσομεν; Πῶς δὲ αὐτὸ τὸὂν καὶ τὴν οὐσίαν εἰς ταὐτὸν ἄξομεν τῇ πασῶν ἐξηγουμένῃ τῶν θείων προόδων ἀρχῇ; Καὶ γὰρ ἡ οὐσία καὶὁ νοῦς ἀπὸ τοῦἀγαθοῦ πρώτως ὑφεστάναι λέγεται καὶ περὶ τὸἀγαθὸν τὴν ὕπαρξιν ἔχειν, καὶ πληροῦσθαι τοῦ τῆς ἀληθείας φωτὸς ἐκεῖθεν προϊόντος, καὶ τῆς ἐπιβαλλούσης αὐτοῖς μεθέξεως ἐκ τῆς ἑνώσεως τοῦ φωτὸς τούτου τυγχάνειν, ὃ δὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ νοῦ καὶ τῆς οὐσίας ἐστὶ θειότερον, ὡς τοῦἀγαθοῦ πρώτως ἐξηρτημένον καὶἐν τοῖς οὖσι τῆς πρὸς τὸ πρῶτον ὁμοιότητος παρακτικόν. Καὶ γὰρ τὸὁρατὸν πᾶν <ἡλιοειδὲς> ἀποτελεῖ τὸ φῶς τὸἀφ᾽ἡλίου προβαλλόμενον, καὶ τὸ νοητὸν ἀγαθοειδὲς ἀπεργάζεται καὶ θεῖον ἡ τοῦ φωτὸς ἐκείνου μετουσία. Καὶὁ νοῦς ἄρα θεὸς διὰ τὸ φῶς τὸ νοερόν, καὶ τὸ νοητὸν τὸ καὶ αὐτοῦ τοῦ νοῦ πρεσβύτερον διὰ τὸ φῶς τὸ νοητόν, καὶ τὸ νοητὸν ὁμοῦ καὶ τὸ νοερὸν διὰ τὴν εἰς αὐτὸ καθήκουσαν τοῦ φωτὸς ἀποπλήρωσιν τῆς θείας ὑπάρξεως μετείληφε, καί, ἵνα συλλήβδην εἴπωμεν, ἕκαστον τῶν θείων διὰ τοῦτο καὶἔστιν ὃ λέγεται καὶ τῇ πάντων αἰτίᾳ τῶν ὄντων συνήνωται.   Πολλοῦἄρα δεῖ τὸ πρώτιστον ἀγαθὸν εἰς ταὐτὸν ἥκειν τῷ νῷ καὶ τὸ νοητὸν ἁπάσης ὁμοῦ τῆς ὑπάρξεως τῶν ὅλων εἶναι πρεσβύτερον, ὃ καὶ τοῦ φωτός ἐστι δεύτερον τοῦ προϊόντος ἐκ τοῦἀγαθοῦ, καὶ τελειούμενον ἐκ τούτου συνάπτεται κατὰ τὴν αὑτοῦ τάξιν πρὸς αὐτὸ τὸἀγαθόν. Οὐ γὰρ τὸν αὐτὸν τρόπον τό τε νοητὸν τῷ πρώτῳ καὶ τὸ φῶς ἡνῶσθαι φήσομεν, ἀλλὰ τὸ μὲν διὰ τὴν πρὸς αὐτὸ συνέχειαν ἀμέσως ἐνιδρῦσθαι τῷἀγαθῷ, τὸ δὲ διὰ τοῦτο τῆς πρὸς ἐκεῖνο γειτνιάσεως μεταλαγχάνειν· ἐπεὶ κἀν τοῖς αἰσθητοῖς τὸ μὲν ἡλιακὸν φῶς αὐτῇ τῇ τοῦἡλίου περιφορᾷ πρώτως συμφύεται, καὶ πρὸς τὸ κέντρον τῆς ὅλης σφαίρας ἀνῆκται καὶ περὶ αὐτὸ πανταχόθεν ὑφίσταται, τὰ δὲ πάντα ταῦτα διὰ τοῦτο τῆς πρὸς τὸν ἥλιον ὁμοιότητος τυγχάνει, κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ἕκαστον τῆς ἡλιοειδοῦς πληρούμενον ἐλλάμψεως.   ῏Ην μὲν οὖν καὶ ταῦτα <τοῖς τῆς ἀληθείας φιλο θεάμοσιν> ἱκανὰ τῆς τοῦ Πλάτωνος ἀναμνῆσαι διανοίας καὶ τὴν τοῦ νοῦ τάξιν δευτέραν ἀποφῆναι τῆς ἐξῃρημένης τοῦἑνὸς ὑπεροχῆς· εἰ δὲ δεῖ διὰ πλειόνων τὸ αὐτὸ καταδήσασθαι μαρτυριῶν, σκεψώμεθα τίνα περὶ τούτων ὁἘλεάτης ξένος ἐν τῷ Σοφιστῇ διορίζεται. Λέγει δὴ οὖν ἐκεῖνος ὅτι τὸ μὲν πλῆθος τῶν ὄντων ἁπάντων, εἴτ᾽ οὖν ἐναντίων ὄντων εἴτε καὶ μή, τοῦἑνὸς ὄντος ἐξάπτειν ἀνάγκη, τὸ δὲἓν ὂν αὐτὸ τοῦἑνός.

[106]  Βλ. Μιχαήλ Ψελός «Θεολογικά, 74.124 – 74.138» :

Theologica 74.124 ` to     Theologica 74.138 Ελλήνων δὲ παῖδες, ὧν δὴ τελευταῖος δᾳδοῦχος καὶἱεροφάντης ὁ Πρόκλος ἐγένετο, εἰς τρία δὴ ταῦτα τὴν θεαγωγίαν καταμερίζουσι, καὶ τὸ μὲν αὐτῆς αὐτοπτικόν φασι, τὸ δὲἐποπτικόν, τὸ δὲἐνθεατικόν, ὡς εἶναι καὶ τοὺς ὁρῶντας αὐτόπτας καὶἐπόπτας καὶἐνθεαστάς. εἰ μὲν οὖν τις τῷ νοερῷ τῆς ψυχῆς καὶ αὐγοειδεῖ καὶ αἰθριώδει ὡς ἔχει φύσεως τὸ θεῖον ὁρᾷ, αὐτὸς ὢν καὶ κλήτωρ καὶ θεατής, αὐτόπτης οὗτός ἐστιν· ὅστις δὲ τῷ φανταστικῷ τῆς ψυχῆς ὀχήματι τὰ θεῖα φαντάζοιτο, ὑφ᾽ἑτέρου θεολόγου κατ᾽ἐκείνους πρὸς τοῦτο ἀνακινούμενος, ἐπόπτης ἂν οὗτος καλοῖτο· εἰ δὲ μήτε κατὰ νοῦν θεωροίη μήτε κατὰ φαντασίαν, αὐτοῖς δὲ μόνοις τοῖς ὄμμασι θείας τινὰς ὁράσεις τῷἀέρι ἐμφερομένας, ἐνθεάζει τε οὗτος περὶ αὐτάς, καὶἐνθεαστὴς ὀνομάζοιτο. φασὶ γὰρ καὶ φῶς σωματικὸν ὑπεστρῶσθαι τοῖς θείοις, οὗ δὴἀντιλαμβάνονται, οἱ μὲν ἀπραγματεύτως τοιαύτης τυχόντες ὀμμάτων φύσεως, οἷος δὴ καὶ Σωκράτης καὶ Πλωτῖνος ἐγένοντο, οἱ δὲ κατά τινας περιόδους τῷ σεληναίῳἴσως φωτὶ τρεπόμενοι τὴν διάνοιαν·

[107]     Opusculapsychologica, theologica, daemonologica 136.5 ` to     Opusculapsychologica, theologica, daemonologica 136.13   Χαλδαϊκὸν λόγιον. μὴ φύσεως καλέσῃς αὔτοπτον ἄγαλμα.

Ἐξήγησις. ατοψα στν, ταν ατς τελομενος τ θεα φτα ρ. ε δ οτος μν οδν ρη, δ τν τελετν διατιθμενος ατοπτε τ φαινμενον, ποπτεα τοτο πρς τν τελομενον λγεται. δεῖ δὲ τὸ καλούμενον ἄγαλμα ἐν ταῖς τελεταῖς νοητὸν εἶναι καὶ σώματος παντάπασι χωριστόν. τὸ δὲ τῆς φύσεως μόρφωμα οὐκ ἔστι παντάπασι νοητόν· ἡ γὰρ φύσις σωμάτων ἐστὶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διοικητικὴ δύναμις· «μὴ» οὖν «καλέσῃς», φησίν, ἐν ταῖς τελεταῖς «αὔτοπτον φύσεως ἄγαλμα»· ἐπενέγκοι γάρ σοι μεθ᾽ἑαυτοῦ φυσικῶν δαιμονίων μόνον πληθύν.

[108] Βλ. Μιχαήλ Ψελός, στο «Θεολογικά, 74.124 – 74.138» και «Θεολογικά, 74.136.6 – 8».

[109] Πρβλ.. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.154.5 – 2.154.12) :

inR 2.154.5 ` to     inR 2.154.12 ὡς γὰρ οἱ παρ᾽ἡμῖν ἱερατικοὶ τοῖς ἐπόπταις δύναμιν ἐντιθέασιν ἰδεῖν ἃ μὴ πρότερον φάσματα καὶ ποιοῦσι θεωρούς, οὕτω καὶἡἐν τῷ κόσμῳ πρὸ τῆς παρ᾽ἡμῖν εἰς πολλὰς τοῦτο δρᾷ ψυχὰς τὰς ἀξίας τῆς τοι αύτης μακαριστῆς θέας (πρὸ γὰρ τῶν μερῶν τὸὅλον) καὶ τελεστικαῖς χρῆται δυνάμεσι καὶ εἰς ἀγγελικὴν ἀνάγει τάξιν τὰς τελουμένας τῶν ψυχῶν, ἀλήθειαν διαγγελουσῶν τὴν κρυφίαν· διὸ προξενεῖ τὴν τούτων μακαρίαν θέαν.

[110] Βλ.. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.153.20 – 2.154.5):

inR 2.153.20 ` to     inR 2.154.5 ὡς αἳ μὲν ἄλλων εἰσὶν ἐκφαντορικαὶ ταῖς ἐν γενέσει ψυχαῖς ἀγνώστων αὐταῖς πραγμάτων, αἳ δὲἄλλων κατὰ τὰς διαφόρους τοῦ παντὸς περιόδους· οἷον αἳ μὲν τελετῶν καὶ μυστηρίων, ὅσαι τοῖς τελετουργοῖς ἀνεῖνται θεοῖς· αἳ δὲ τῆς θείας μαντικῆς, ὅσαι ταῖς ἐκφαντορικαῖς τάξεσιν ἀνεῖνται τῆς κρυφίως οὔσης ἐν τοῖς θεοῖς ἀληθείας· αἳ δὲἰατρικῆς, ὅσαι ταῖς παιωνίοις δυνάμεσι ταῖς ἀγήρων καὶἄνοσον καὶἄλυτον συνεχούσαις τὸν ὅλον οὐρανόν. οὕτω δὴ οὖν καὶ τῶν ἀφανῶν περιόδων τῶν ψυχικῶν ἄξιαί τινες γίγνονται διαφερόντως τῆς ἐποψίας, ὅσαι τοῖς τῶν περιόδων τούτων ἡγεμόσιν ᾠκείωνται· καὶ αὗται ποτὲ μὲν αὐτοφανῶς ἰδοῦσαι τὰς ἐν τῷ παντὶ τούτῳ κόσμῳ τάξεις αὐτῶν διαγγέλλουσιν κατὰ τὴν ἐν τῷ παντὶ προϋπάρχουσαν ἱερατικήν, αἱ δὲἄλλον τρόπον ἀναμνησθεῖσαι τῶν ἔξω θεαμάτων κατὰ τὴν φιλόσοφον θεωρίαν.

[111] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Τίμαιο, 1.301.22 – 1.302.25» :

inTi 1.301.22 ` to     inTi 1.302.25 ἀλλὰ δεῖ καὶ τὴν ψυχὴν κόσμον νοερὸν γενομένην καὶὁμοιωθεῖσαν εἰς δύναμιν τῷὅλῳ καὶ νοητῷ κόσμῳ προσάγειν ἑαυτὴν τῷ ποιητῇ τοῦ παντός, ἐκ δὲ τῆς προσαγωγῆς οἰκειωθῆναί πως αὐτῷ διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπιβολῆς—ἡ γὰρ ἀδιάκοπος ἐνέρ γεια περὶἕκαστον ἐκκαλεῖται καὶἀναζωπυρεῖ τοὺς ἐν ἡμῖν λόγους—διὰ δὲ τῆς οἰκειώσεως εἰς τὴν θύραν καταστᾶσαν τοῦ πατρὸς ἑνωθῆναι πρὸς αὐτόν· τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ εὕρεσις, τὸἐντυχεῖν αὐτῷ, τὸἑνωθῆναι, τὸ μόνην μόνῳ συγγενέσθαι, τὸ τῆς αὐτοφανείας ταύτης τυχεῖν, ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐνεργείας εἰς ἐκεῖνον <ἁρπάσασαν ἑαυτήν>, ὅτε καὶ τοὺς ἐπιστημονικοὺς λόγους μύθους ἡγήσεται συνοῦσα τῷ πατρὶ καὶ συνεστιωμένη τὴν ἀλήθειαν τοῦὄντος καὶ <ἐν αὐγῇ καθαρᾷ> καθαρῶς <ὁλόκληρα καὶἀτρεμῆ φάσματα μυουμένη> [Phaedr. 250 C]. τὸ μὲν οὖν εὑρεῖν τοιόνδε τίἐστιν, οὐχ ἡ δοξαστικὴ εὕρεσις· ἀμφίβολος γὰρ αὕτη καὶ οὐ πόρρω τῆς ἀλόγου ζωῆς· οὐδ᾽ἡἐπιστημονική· συλλογι στικὴ γὰρ αὕτη καὶ σύνθετος καὶ οὐκ ἐφάπτεται τῆς τοῦ νοεροῦ δημιουργοῦ νοερᾶς οὐσίας· ἀλλ᾽ἡ κατὰ τὴν ἐπι βολὴν τὴν αὐτοπτικὴν καὶ τὴν ἐπαφὴν τοῦ νοητοῦ καὶ τὴν ἕνωσιν τὴν πρὸς τὸν δημιουργικὸν νοῦν· αὕτη γὰρ <ἔργον> ἂν προσρηθείη κυρίως, ἢὡς χαλεπὴ καὶ δυσέφικτος, μετὰ πᾶσαν τὴν διέξοδον τῆς ζωῆς ἀναφαινομένη ταῖς ψυχαῖς, ἢὡς ἆθλος ἀληθινὸς τῶν ψυχῶν· μετὰ γὰρ τὴν πλάνην τῆς γενέσεως καὶ τὴν κάθαρσιν καὶ μετὰ τὸ τῆς ἐπιστήμης φῶς ἀναλάμπει τὸ νοερὸν ἐνέργημα καὶὁἐν ἡμῖν νοῦς, ὁρμίζων τὴν ψυχὴν ἐν τῷ πατρὶ καὶἐνιδρύων αὐτὴν ἀχράντως ἐν ταῖς δημιουργικαῖς νοήσεσι καὶ φῶς φωτὶ συνάπτων, οὐχ οἷον τὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τοῦδε κάλλιον καὶ νοερώτερον καὶἑνοειδέστερον οὗτος γάρ ἐστιν ὁ πατρικὸς ὅρμος, ἡ εὕρεσις τοῦ πατρός, ἡ πρὸς αὐτὸν ἄχραντος ἕνωσις.

[112] Βλ. Πλωτίνος «Ενεάδες, 5-η Ενεάδα :“Περί του νοητού κάλλους”, 5.8.10.1 – 5.8.10.20»:

Enneades 5.8.10.1 ` to     Enneades 5.8.10.20 καὶ <ὁ Ζεὺς> καίπερ ὢν πρεσβύτατος τῶν ἄλλων θεῶν, ὧν αὐτὸς ἡγεῖται, <πρῶτος πορεύεται> ἐπὶ τὴν τούτου θέαν, οἱ δὲ <ἕπονται θεοὶ> ἄλλοι <καὶ δαίμονες> καὶ ψυχαί, αἳ ταῦτα ὁρᾶν <δύνανται>. Ὁ δὲἐκφαίνεται αὐτοῖς ἔκ τινος ἀοράτου τόπου καὶἀνατεί λας ὑψοῦἐπ᾽ αὐτῶν κατέλαμψε μὲν πάντα καὶἔπλησεν αὐγῆς καὶἐξέπληξε μὲν τοὺς κάτω, καὶἐστράφησαν ἰδεῖν οὐ δεδυνημένοι οἷα ἥλιον. Οἱ μὲν ἄρ᾽ αὐτοῦἀνέχονταί τε καὶ βλέπουσιν, οἱ δὲ ταράττονται, ὅσῳἂν ἀφεστήκωσιν αὐτοῦ. Ὁρῶντες δὲ οἱ δυνηθέντες ἰδεῖν εἰς αὐτὸν μὲν πάντες βλέπουσι καὶ εἰς τὸ αὐτοῦ· οὐ ταὐτὸν δὲἕκαστος ἀεὶ θέαμα κομίζεται, ἀλλ᾽ὁ μὲν ἀτενὲς ἰδὼν ἐκλάμπουσαν εἶδε τὴν τοῦ δικαίου πηγὴν καὶ φύσιν, ἄλλος δὲ τῆς σωφροσύνης ἐπλήσθη τοῦ θεάματος, οὐχ οἵαν ἄνθρωποι παρ᾽ αὐτοῖς, ὅταν ἔχωσι· μιμεῖται γὰρ αὕτη ἀμῃγέπῃἐκείνην·

[113] Βλ. Πλωτίνος «Ενεάδες, 5-η Ενεάδα :“Περί του νοητού κάλλους”, 5.8.9.1 – 5.8.9.27»:

Enneades 5.8.9.1 ` to     Enneades 5.8.9.27 Τοῦτον τοίνυν τὸν κόσμον, ἑκάστου τῶν μερῶν μένοντος ὅἐστι καὶ μὴ συγχεομένου, λάβωμεν τῇ διανοίᾳ, εἰς ἓν <ὁμοῦ πάντα>, ὡς οἷόν τε, ὥστε ἑνὸς ὁτουοῦν προφαινομένου, οἷον τῆς ἔξω σφαίρας οὔσης, ἀκολουθεῖν εὐθὺς καὶ τὴν ἡλίου καὶὁμοῦ τῶν ἄλλων ἄστρων τὴν φαντασίαν, καὶ γῆν καὶ θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ζῷα ὁρᾶσθαι, οἷον ἐπὶ σφαίρας διαφανοῦς καὶἔργῳἂν γένοιτο πάντα ἐνορᾶσθαι. Ἔστω οὖν ἐν τῇ ψυχῇ φωτεινή τις φαντασία σφαίρας ἔχουσα πάντα ἐν αὐτῇ, εἴτε κινούμενα εἴτε ἑστηκότα, ἢ τὰ μὲν κινούμενα, τὰ δ᾽ἑστηκότα. Φυλάττων δὲ ταύτην ἄλλην παρὰ σαυτῷἀφελὼν τὸν ὄγκον λάβε· ἄφελε δὲ καὶ τοὺς τόπους καὶ τὸ τῆς ὕλης ἐν σοὶ φάντασμα, καὶ μὴ πειρῶ αὐτῆς ἄλλην σμικροτέραν λαβεῖν τῷὄγκῳ, θεὸν δὲ καλέσας τὸν πεποιηκότα ἧς ἔχεις τὸ φάντασμα εὖξαι ἐλθεῖν. Ὁ δὲἥκοι τὸν αὐτοῦ κόσμον φέρων μετὰ πάντων τῶν ἐν αὐτῷ θεῶν εἷς ὢν καὶ πάντες, καὶἕκαστος πάντες συνόντες εἰς ἕν, καὶ ταῖς μὲν δυνάμεσιν ἄλλοι, τῇ δὲ μιᾷἐκείνῃ τῇ πολλῇ πάντες εἷς· μᾶλλον δὲὁ εἷς πάντες· οὐ γὰρ ἐπιλείπει αὐτός, ἢν πάντες ἐκεῖνοι γένωνται· ὁμοῦ δέ εἰσι καὶἕκαστος χωρὶς αὖἐν στάσει ἀδιαστάτῳ οὐ μορφὴν αἰσθητὴν οὐδεμίαν ἔχων—ἤδη γὰρ ἂν ὁ μὲν ἄλλοθι, ὁ δέ που ἀλλαχόθι ἦν, καὶἕκαστος δὲ οὐ πᾶς ἐν αὐτῷ—οὐδὲ μέρη ἄλλα ἔχων ἄλλοις ἢ αὐτῷ, οὐδὲἕκαστον οἷον δύναμις κερματισθεῖσα καὶ τοσαύτη οὖσα, ὅσα τὰ μέρη μετρούμενα. Τὸ δέἐστι [τὸ πᾶν] δύναμις πᾶσα, εἰς ἄπειρον μὲν ἰοῦσα, εἰς ἄπειρον δὲ δυναμένη· καὶ οὕτως ἐστὶν ἐκεῖνος μέγας, ὡς καὶ τὰ μέρη αὐτοῦἄπειρα γεγονέναι.

[114] «Το “τούτο εδώ” προστίθεται κατά κάποιος ως δηλωτικό του ότι το σύμπαν είναι αισθητό και μερικό. Γιατί το νοητό σύμπαν δεν είναι “τούτο εδώ” το σύμπαν, επειδή περιέχει όλα τα νοητά Είδη. Στο ορατό λοιπόν σύμπαν ταιριάζει το “τούτο εδώ”, επειδή έλαβε φύση αισθητή και υλική»

[115] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Τίμαιο, 1.300.28 – 1.301.22» :

inTi 1.300.28 ` to     inTi 1.301.22 τὸν τοίνυν δημιουργὸν τοῦδε τοῦ παντὸς εὑρεῖν ἔργον ἐστίν, ὥς φησιν· ἐπειδὴ γὰρ ἡ εὕρεσις, ἣ μὲν ἀπὸ τῶν πρώτων ἐστὶ προϊοῦσα κατ᾽ἐπιστήμην, ἣ δ᾽ἀπὸ τῶν δευτέρων κατὰἀνάμνησιν ὁδεύουσα, τὴν μὲν ἀπὸ τῶν πρώτων εὕρεσιν χαλεπὴν ἂν φαίης, διότι τῆς ἀκροτάτης ἔχεται θεωρίας ἡ τῶν μεταξὺ δυνάμεων εὕρεσις, τὴν δὲἀπὸ τῶν δευτέρων ὀλίγου δέω φάναι ταύτης χαλεπωτέραν· εἰ μὲν γὰρ μέλλοιμεν ἀπὸ τούτων τὴν οὐσίαν ὄψεσθαι τοῦ δημιουργοῦ καὶ τὰς ὅλας αὐτοῦ δυνάμεις, δεῖ τὴν τῶνδε τῶν ὑπ᾽ αὐτοῦ γεγεννημένων φύσιν τεθεᾶσθαι σύμπασαν τάς τε ἐμφανεῖς ἁπάσας τοῦ κόσμου μερίδας καὶ τὰς ἀφανεῖς ἐν αὐτῷ φυσικὰς δυνάμεις, καθ᾽ἃς ἡἐν τῷ κόσμῳ συμπάθεια καὶἀντιπάθεια τῶν μερῶν ὑφέστηκε, καὶ πρὸ τούτων τοὺς ἑστῶτας φυσικοὺς λόγους καὶ τὰς φύσεις αὐτάς, τάς τε ὁλικωτέρας <καὶ τὰς μερικωτέρας>, ἀύλους αὖ καὶἐνύλους, θείας τε καὶ δαιμονίας καὶ τὰς τῶν θνητῶν ζῴων, ἔτι τὰὑπὸ τὴν ζωὴν γένη, τὰ μὲν ἀίδια τὰ δὲ θνητά, καὶ τὰ μὲν ἄχραντα τὰ δὲἔνυλα, καὶ τὰ μὲν ὅλα τὰ δὲ μέρη, καὶ τὰ μὲν λογικὰ τὰ δὲἄλογα, τά τε κρείττονα ἡμῶν πληρώματα, δι᾽ὧν πᾶν τὸ μεταξὺ συνδέδεται θεῶν τε καὶ τῆς θνητοειδοῦς φύσεως, καὶ ψυχὰς παντοίας καὶ θεῶν ἀριθμοὺς ἄλλους κατ᾽ἄλλας τοῦ παντὸς μερίδας, τά τε ἄρρητα καὶ τὰῥητὰ συνθήματα τοῦ κόσμου, δι᾽ὧν συνάπτεται τῷ πατρί· ὁ γὰρ ἄνευ τούτων ὁρμῶν ἐπὶ τὴν τοῦ δημιουργοῦ θεωρίαν ἀτελέστερός ἐστι τῆς νοήσεως τοῦ πατρός· ἀτελὲς δὲ οὐδὲν τῷ παντελείῳ συνάπτεσθαι θέμις.

[116] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Τίμαιο, 1.302.25 – 1.303.16» :

inTi 1.302.25 ` to     inTi 1.303.16 τὸ δὲ <αὖ εὑρόντα μὴ δυνατὸν εἶναι λέγειν> τάχα μὲν καὶ τὸ τῶν <Πυθαγορείων> ἔθος ἐνδεικνύοιτ᾽ἄν, οἳ τοὺς περὶ τῶν θείων λόγους ἀπορρήτους εἶχον καὶ οὐ πρὸς πάντας διελέγοντο περὶ αὐτῶν· <τὰ γὰρ τῶν πολλῶν ὄμματα καρτερεῖν πρὸς τὸ> ἀληθὲς <ἀφορῶντα ἀδύνατα, φησὶν ὁἘλεάτης ξένος> [ Soph. 254 AB ]. τάχα δὲ καὶ τοῦτο λέγοι ἂν καὶ πολλῷ τούτου σεμνότερον, ὅτι τὸν εὑρόντα λέγειν ὡς εἶδε πρός τινας ἀδύνατον· οὐδὲ γὰρ ἡ εὕρεσις λεγούσης τι τῆς ψυχῆς ἦν, ἀλλὰ μυούσης καὶὑπεστρωμένης πρὸς τὸ θεῖον φῶς, οὐδὲ κινουμένης οἰκείαν κίνησιν, ἀλλὰ σιωπώσης τὴν οἷον σιωπήν· ὅπου γὰρ οὐδὲ τὴν τῶν ἄλλων πραγμάτων οὐσίαν πέφυκεν ἢ δι᾽ὀνόματος αἱρεῖν ἢ δι᾽ὁριστικῆς ἀποδόσεως ἢ δι᾽ἐπιστήμης, ἀλλὰ διὰ νοήσεως μόνης, ὥς φησιν ἐν ταῖς <Ἐπιστολαῖς> [ 342 s ] αὐτός, πῶς ἂν τὴν οὐσίαν τοῦ δημιουργοῦ δύναιτο τρόπον ἕτερον εὑρεῖν ἢ νοερῶς; πῶς δ᾽ἂν οὕτως εὑροῦσα δύναιτο δι᾽ὀνομάτων καὶῥημάτων ἐξαγγεῖλαι τὸὀφθὲν καὶ εἰς ἄλλους ἐξενεγκεῖν; ἡ γὰρ ἐν συνθέσει φερομένη διέξοδος ἀδυνατεῖ τὴν ἑνοειδῆ καὶἁπλῆν παριστάνειν φύσιν.

[117] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Τίμαιο, 1.300.13 – 1.300.24» :

inTi 1.300.13 ` to     inTi 1.300.24 τὸ δὲ <πᾶν τόδε> σημαίνει μὲν καὶ τοὺς ὄγκους τοὺς σωματικοὺς τάς τε ὅλας σφαίρας καὶ τὰ πληρώματα τὰἑκάστης, σημαίνει δὲ καὶ τὰς ἐποχουμένας τοῖς ὄγκοις δυνάμεις ζωτικάς τε καὶ νοεράς, περιλαμβάνει γε μὴν καὶ αὐτοὺς πάντας τοὺς ἐγκοσμίους <θεοὺς> καὶ τὴν ὅλην τοῦ κόσμου θεότητα, περὶἣν πρόεισιν ὁ τῶν ἐγκοσμίων θεῶν ἀριθμός· ἥ τε οὖν μία θεότης καὶὁ εἷς νοῦς καὶἡ θεία ψυχὴ καὶὁὅλος ὄγκος μετὰ τοῦ συζυγοῦντος ἀριθμοῦ θείου τε καὶ νοεροῦ, ψυχικοῦ τε καὶ σωματοειδοῦς—ἑκάστη γὰρ μονὰς ἔχει σύστοιχον ἑαυτῇ πλῆθος—ἀντὶ τοῦ παντὸς εἰλήφθω· ταῦτα γὰρ πάντα σημαίνει <τὸ πᾶν>.

[118] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 1.15.21 – 1,15,25» :

Myst 1.15.21 ` to   Myst 1.15.25 Εγὼ δ᾽ οὐδ᾽ἄλλοις τισὶν ἡγοῦμαι δεῖν εὔχεσθαι. Τὸ γὰρ θεῖον ἐν ἡμῖν καὶ νοερὸν καὶἕν, ἢ εἰ νοητὸν αὐτὸ καλεῖν ἐθέλοις, ἐγείρεται τότε ἐναρ γῶς ἐν ταῖς εὐχαῖς, ἐγειρόμενον δὲἐφίεται τοῦὁμοίου διαφερόντως καὶ συνάπτεται πρὸς αὐτοτελειότητα.

[119] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Βιβλίο Δ’, 30. 17» :

[120] Βλ. Πλωτίνος στην 5η Εννεάδα, στο κεφάλαιο «Περί του Νου και των Ιδεών και του Όντος, 5.9.1.1 – 5.9.1.21» :

Enneades 5.9.1.1 ` to     Enneades 5.9.1.21 Πάντες ἄνθρωποι ἐξ ἀρχῆς γενόμενοι αἰσθήσει πρὸ νοῦ χρησάμενοι καὶ τοῖς αἰσθητοῖς προσβαλόντες πρώτοις ἐξ ἀνάγκης οἱ μὲν ἐνταυθοῖ καταμείναντες διέζησαν ταῦτα πρῶτα καὶἔσχατα νομίσαντες, καὶ τὸἐν αὐτοῖς λυπηρόν τε καὶἡδὺ τὸ μὲν κακόν, τὸ δὲἀγαθὸν ὑπολαβόντες ἀρκεῖν ἐνόμισαν, καὶ τὸ μὲν διώκοντες, τὸ δ᾽ἀποικονομούμενοι διεγένοντο. Καὶ σοφίαν ταύτην οἵ γε λόγου μεταποιούμενοι αὐτῶν ἔθεντο, οἷα οἱ βαρεῖς τῶν ὀρνίθων, οἳ πολλὰἐκ γῆς λαβόντες καὶ βαρυνθέντες ὑψοῦ πτῆναι ἀδυνατοῦσι καίπερ πτερὰ παρὰ τῆς φύσεως λαβόντες. Οἱ δὲἤρθησαν μὲν ὀλίγον ἐκ τῶν κάτω κινοῦντος αὐτοὺς πρὸς τὸ κάλλιον ἀπὸ τοῦἡδέος τοῦ τῆς ψυχῆς κρείττονος, ἀδυνατήσαντες   δὲἰδεῖν τὸἄνω, ὡς οὐκ ἔχοντες ἄλλο, ὅπου στήσονται, κατηνέχθησαν σὺν τῷ τῆς ἀρετῆς ὀνόματι ἐπὶ πράξεις καὶ <2ἐκλογὰσ>2 τῶν κάτω, ἀφ᾽ὧν ἐπεχείρησαν τὸ πρῶτον αἴρεσθαι. Τρίτον δὲ γένος θείων ἀνθρώπων δυνάμει τε κρείττονι καὶὀξύτητι ὀμμάτων εἶδέ τε ὥσπερ ὑπὸὀξυδορκίας τὴν ἄνω αἴγλην καὶἤρθη τε ἐκεῖ οἷον ὑπὲρ νεφῶν καὶ τῆς ἐνταῦθα ἀχλύος καὶἔμεινεν ἐκεῖ τὰ τῇδε ὑπεριδὸν πάντα ἡσθὲν τῷ τόπῳἀληθινῷ καὶ οἰκείῳὄντι, ὥσπερ ἐκ πολλῆς πλάνης εἰς πατρίδα εὔνομον ἀφικόμενος ἄνθρωπος.

[121] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 242.2 – 252.2» :

inAlc 244.2 ` to     inAlc 252.2 καὶἐν ἑκάστῳἡμῶν ἐστί τι <πολυκέφαλον θηρίον>, ὡς αὐτὸς εἴρηκεν, ὅπερ ἀνάλογόν ἐστι τῷ πλήθει· τοῦτο γάρ ἐστιν ὅπερ δῆμος ἐν πόλει, τὸ ποικίλον καὶἄλογον καὶἔνυλον εἶδος τῆς ψυχῆς, ὃ καὶ πεζότατόν ἐστιν ἡμῶν. παρακελεύεται τοίνυν ὁ παρὼν λόγος ἀφίστασθαι τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀπεράντου καὶἀποσκευάζεσθαι τὸ πλῆθος τῆς ζωῆς καὶ τὸν ἐν ἡμῖν δῆμον ὡς οὐκ ὄντα κριτὴν ἀξιόπιστον τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων οὐδὲἐπιστήμης τινὸς ὅλως ὑπάρχοντα δεκτικόν. οὐδὲν γὰρ ἄλογον ἐπιστήμης μετέχειν πέφυκε, μὴὅτι γε τὸ τῶν ἀλόγων καταδεέστατον, ὃ καὶ τὸ πλῆθος ἔχον ἐν ἑαυτῷ στασιάζει καὶ διαμάχεται πρὸς ἑαυτό. τέταρτον δὴ οὖν ἐπὶ τούτοις λέγομεν ὅτι τὴν ἀπόστασιν τὴν ἀπὸ τοῦἑνὸς καὶ τὴν φυγὴν καὶ τὴν ἑτερότητα καὶ τὴν παντοίαν διαίρεσιν ἀξιοῖ μὴ προσίεσθαι ὁ παρὼν λόγος εἰς τὴν ἐπιστήμονα καὶ νοερὰν ζωήν, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ὡς ἀλλότρια τοῦ νοῦ καὶ τῆς ἑνώσεως τῆς θείας ἀποπέμπεσθαι. δεῖ γὰρ μὴ τὸἔξω πλῆθος μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸἐν αὐτῇ τῇ ψυχῇ φεύγειν, μηδὲ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸὁποιονοῦν ἀποσκευάζεσθαι.

Κάτωθεν οὖν ἀρχομένοις φευκτέον τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῶν <ἀγεληδὸν ἰόντων>, ὥς φησι τὸ λόγιον, καὶ οὔτε ταῖς ζωαῖς αὐτῶν οὔτε ταῖς δόξαις κοινωνητέον. φευκτέον τὰς ὀρέξεις τὰς πολυειδεῖς, αἳ μερίζουσιν ἡμᾶς περὶ τὸ σῶμα καὶ ποιοῦσιν ἄλλοτε ἐπ᾽ἄλλα τῶν ἔξω κειμένων ὁρμᾶν, τοτὲ μὲν ἐπὶἡδονὰς ἀλόγους, τοτὲ δὲἐπὶ πράξεις ἀορίστους καὶ μαχομένας ἀλλήλαις· μεταμελείας γὰρ ἡμᾶς ἀναπιμπλᾶσιν αὗται καὶ κακῶν. φευκτέον τὰς συντρόφους ἡμῖν αἰσθήσεις τὰς τὴν διάνοιαν ἀπατώσας· καὶ γὰρ αὗται πολυειδεῖς εἰσὶ καὶἄλλοτε ἀλλοίων πειρῶνται τῶν αἰσθητῶν καὶ οὐδὲν ὑγιὲς λέγουσιν οὐδὲἀκριβές, ὥς πού φησιν αὐτὸς ὁ Σωκράτης. φευκτέον τὰς φαντασίας ὡς μορφωτικὰς καὶὡς μεριστὰς καὶὡς ποικιλίαν ἀμήχανον ὅσην ἐπεισαγούσας καὶ πρὸς τὸἀμέριστον καὶἄϋλον οὐκ ἐώσας ἡμᾶς ἀναχωρεῖν, ἀλλὰ σπεύδοντας τῆς τοιαύτης οὐσίας ἀντιλαβέσθαι κατασπώσας ἐπὶ τὴν παθητικὴν νόησιν. φευκτέον ἀπὸ τῶν δοξῶν· ποικίλαι γὰρ αὗται καὶἄπειροι καὶ εἰς τὸἐκτὸς φερόμεναι καὶ τῇ φαντασίᾳ καὶ τῇ αἰσθήσει συμμιγεῖς καὶ οὐδὲ αὗται καθαρεύουσι τῆς ἐναντιώσεως. μάχονται γάρ που καὶ δόξαι ἀλλήλαις ἐν ἡμῖν, ὥσπερ φαντασίαι φαντασίαις καὶ αἰσθήσεις αἰσθήσεσι. ταῦτα δὴ πάντα τὰ μεριστὰ καὶ ποικίλα τῆς ζωῆς εἴδη φεύγοντες ἐπ᾽ αὐτὴν ἀναδράμωμεν τὴν ἐπιστήμην, κἀκεῖ τὸ πλῆθος τῶν θεωρημάτων εἰς ἕνωσιν συναγάγωμεν καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐπιστημῶν ἑνὶ συνδέσμῳ περιλάβωμεν. οὔτε γὰρ στάσις οὔτε ἐναντίωσίς ἐστιν ἐπιστημῶν πρὸς ἐπιστήμας, ἀλλ᾽ἀεὶ ταῖς πρὸ αὐτῶν ὑπουργοῦσιν αἱ δεύτεραι καὶἔχουσι τὰς οἰκείας ἀρχὰς ἀπ᾽ἐκείνων. δεῖ δὲὅμως ἐνταῦθα πρὸς τὴν μίαν ἐπιστήμην ἀπὸ τῶν πολλῶν ἑαυτὸν περιάγειν, τὴν ἀνυπόθετον καὶ πρώτην, καὶ τὰς ἄλλας ἁπάσας εἰς ἐκείνην ἀνατείνειν. μετὰ δὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν ἐν αὐτῇ γυμνασίαν τὰς μὲν συνθέσεις καὶ τὰς διαιρέσεις καὶ τὰς πολυειδεῖς μεταβάσεις ἀποθετέον, ἐπὶ δὲ τὴν νοερὰν ζωὴν καὶ τὰς ἁπλᾶς ἐπιβολὰς μεταστατέον τὴν ψυχήν. οὐ γάρ ἐστιν ἐπιστήμη τῶν γνώσεων καὶἀκρότης, ἀλλὰ καὶ πρὸ ταύτης ὁ νοῦς· οὐ λέγω τὸν ἐξῃρημένον τῆς ψυχῆς νοῦν, ἀλλ᾽ αὐτὴν τὴν ἐκεῖθεν ἔλλαμψιν τὴν ἐφήκουσαν τῇ ψυχῇ, περὶ οὗ καὶὁἈριστοτέλης φησὶν ὅτι νοῦς ἐστὶν ᾧ τοὺς ὅρους γινώσκομεν, καὶὁ Τίμαιος ὅτι ἐν οὐδενὶἄλλῳἐγγίνεται ἢἐν ψυχῇ. ἐπὶ τοῦτον τοίνυν τὸν νοῦν ἀναβάντες μετ᾽ αὐτοῦ τὴν νοητὴν οὐσίαν θεασώμεθα, ταῖς ἁπλαῖς καὶἀμερίστοις ἐπιβολαῖς τὰἁπλᾶ καὶἀτρεμῆ καὶἀμέριστα τῶν ὄντων ἐποπτεύοντες γένη. μετὰ δὲ τὸν πολυτίμητον νοῦν αὐτὴν τὴν ἄκραν ὕπαρξιν ἀνεγεῖραι δεῖ τῆς ψυχῆς, καθ᾽ἣν ἕν ἐσμεν καὶὑφ᾽ἧς τὸ πλῆθος ἑνίζεται τὸἐν ἡμῖν. ὡς γὰρ νοῦ μετέχομεν κατὰ τὸν εἰρημένον νοῦν, οὕτω καὶ τοῦ πρώτου, παρ᾽ οὗ πᾶσιν ἡἕνωσις, κατὰ τὸἓν καὶ οἷον <ἄνθος> τῆς οὐσίας ἡμῶν, καθ᾽ὃ καὶ μάλιστα τῷ θείῳ συναπτόμεθα. <τῷ> γὰρ <ὁμοίῳ τὸὅμοιον> πανταχοῦ καταληπτόν, τὰ μὲν ἐπιστητὰ τῇἐπιστήμῃ, τὰ δὲ νοητὰ τῷ νῷ, τὰ δὲἑνικώτατα μέτρα τῶν ὄντων τῷἑνὶ τῆς ψυχῆς. αὕτη τῶν ἡμετέρων ἐστὶν ἐνεργειῶν ἡἀκροτάτη· κατὰ ταύτην ἔνθεοι γινόμεθα πᾶν τὸ πλῆθος φυγόντες καὶ εἰς αὐτὴν συννεύσαντες τὴν ἕνωσιν ἡμῶν καὶἓν γενόμενοι καὶἑνοειδῶς ἐνεργήσαντες. καὶ ταύτην ὁ Σωκράτης προευτρεπίζων ἡμῖν τὴν μακαρίαν ζωὴν παρακελεύεται μηδαμοῦ προσίεσθαι τὸἔξω πλῆθος. ἔτι καὶ φευκτέον τὸ σύστοιχον πλῆθος, ὡς ἂν εἰς τὸ <ἄνθος τοῦ νοῦ> καὶ τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν ἀνιόντες καταντήσωμεν.

Καὶ οὕτω μέν, εἰ βούλει κατὰ τὰς γνώσεις ὁδεύειν, ὄψει τὴν τοῦ Σωκράτους παρακέλευσιν ὀρθήν· εἰ δὲ καὶ κατ᾽ αὐτὰ τὰ γνωστὰ μετιέναι τὸν λόγον ἐθέλοις, φύγε τὰ αἰσθητὰ πάντα (διαπεφορημένα γάρ ἐστι καὶ μεριστὰ καὶ τῆς ἀκριβοῦς καταλήψεως ἀμέτοχα) καὶἀπὸ τούτων ἄναγε σαυτὸν ἐπὶ τὴν ἀσώματον οὐσίαν. πᾶν γὰρ αἰσθητὸν ἐπεισοδιώδη τὴν ἕνωσιν ἔχει καὶ διασκεδάννυται καθ᾽ἑαυτό, καὶ δὴ καὶἀπειρίας ἀναπέπλησται· διὸ δὴ καὶ τὸἀγαθὸν αὐτοῦ μεριστόν ἐστι καὶἐπίκτητον καὶἐξιστάμενον ἀφ᾽ἑαυτοῦ καὶἐπ᾽ἀλλοτρίας ἕδρας τὴν ὑπόστασιν ἔχον. ἀναβὰς δὲἐκεῖ καὶ γενόμενος ἐν τοῖς ἀσωμάτοις ὄψει τὸν ψυχικὸν ἐκεῖνον ὑπὲρ τὰ σώματα διάκοσμον, αὐτοκίνητον μὲν καὶ αὐτενέργητον καὶἐν ἑαυτῷ καὶἐφ᾽ἑαυτοῦ τὴν ὑπόστασιν ἔχοντα, πεπληθυσμένον δὲὅμως καὶἔμφασιν προειληφότα <τῆς μεριστῆς περὶ τοῖς σώμασιν οὐσίας>, λόγων σχέσεις παμπληθεῖς καὶἀναλογίας καὶ συνδέσεις καὶὅλα καὶ μέρη καὶ κύκλους ψυχικοὺς καὶ δυνάμεων ποικιλίαν θεάσῃ, καὶ τὴν τελειότητα αὐτῶν οὐκ οὖσαν αἰώνιον οὐδὲὁμοῦ πᾶσαν ἑστῶσαν, ἀλλὰ κατὰ χρόνον ἀνελισσομένην καὶἐν διεξόδοις ὑφεστηκυῖαν· τοιαύτη γὰρ ἡ ψυχῆς φύσις. μετὰ δὲ τὸἐν ψυχαῖς πλῆθος ἀνάτεινον σαυτὸν ἐπὶ νοῦν καὶ τὰς νοερὰς βασιλείας, ἵνα τῆς ἑνώσεως ἀντιλάβῃ τῶν πραγμάτων, καὶ θεατὴς γενοῦ τῆς φύσεως ἐκείνης καὶἴδε μένουσαν ἐν αἰῶνι φύσιν καὶ ζωὴν ζέουσαν καὶἄγρυπνον νόησιν καὶ μηδενὶ λείπουσαν εἰς τὸ ζῆν μηδὲ χρόνου δεομένην μηδὲ περιόδων εἰς τὸ τέλειον. καὶ ταῦτα ἰδὼν καὶὅσῳ δὴ ταῦτα ψυχῶν κρείττω θεασάμενος, ζήτησον εἰ μηδὲν ἐν τούτοις πλῆθος, μηδὲὁ νοῦς εἷς ὢν καὶ παντελής ἐστι, μηδὲ μονοειδὴς ὢν καὶ πολυειδὴς ὑπάρχει. μαθὼν δὲ καὶἐποπτεύσας τὸ νοερὸν πλῆθος τὸἀμέριστον καὶἡνωμένον, ἴθι δὴ πάλιν ἐπ᾽ἄλλην ἀρχὴν καὶ πρὸ τῶν νοερῶν οὐσιῶν τὰς ἑνάδας αὐτῶν σκόπει καὶ τὴν ἐξῃρημένην τῶν ὅλων ἕνωσιν. κἀνταῦθα γενόμενος πᾶν τὸ πλῆθος ἔσῃ καταλιπὼν καὶ πρὸς αὐτὴν ἀναβεβηκὼς τὴν τοῦἀγαθοῦ πηγήν.

Ὁρᾷς ὅπως οὐ σμικρὰν ἡμῖν βοήθειαν ὁ προκείμενος προδείκνυσι λόγος ἀναφεύγειν ἀπὸ τοῦ πλήθους παρακελευόμενος, καὶὅπως εἰς πᾶσαν συντελεῖ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς εἰ τὸ διὰ πάντων τῶν ὄντων διῆκον πλῆθος ἐννοήσομεν. ἀρχὴν ἄρα καλλίστην ὑφηγεῖται τῆς τελειότητος ἡμῖν τὸ τῶν πολλῶν ἑαυτοὺς χωρίζειν τῶν τε ἔξω κειμένων καὶ τῶν ἐν ταῖς ὀρέξεσι τῆς ψυχῆς καὶ τῶν ἐν ταῖς ἀορίστοις δοξαστικαῖς κινήσεσιν. ἐκ δὴ τούτων φανερὸν ὅτι τὰς γνώσεις οὐκ ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν ἀθροίζουσιν αἱ ψυχαί, οὐδὲἀπὸ τῶν μερικῶν καὶ διῃρημένων πραγμάτων τὸὅλον εὑρίσκουσι καὶ τὸἕν, ἀλλ᾽ὡς ἔνδοθεν τὴν μάθησιν προ βάλλουσι καὶἐπανορθοῦνται τὸἀτελὲς τῶν φαινομένων. οὐ γὰρ δεῖ τὰ μηδαμῶς μηδαμῇὄντα ἀρχηγικὰ νομίζειν αἴτια τῆς ἐν ταῖς ψυχαῖς γνώσεως εἶναι, <οὐδὲ> τὰ μαχόμενα πρὸς ἑαυτὰ καὶἐνδεῆ τούτων τῶν λόγων καὶἀμφίβολα προΐστασθαι τῆς ἐπιστήμης ὡσαύτως ἐχούσης αὑτῇ, οὐδὲ τὰ μεταβάλλοντα ποικίλως τῶν ἐν ἑνὶἑστηκότων λόγῳ γεννητικὰ τίθεσθαι καὶ τῆς ὡρισμένης νοήσεως τὰἀόριστα. οὐκ ἄρα ἀπὸ τῶν πολλῶν εἰσδέχεσθαι δεῖ τὴν τῶν ἀϊδίων πραγμάτων ἀλήθειαν οὔτε ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν τὴν τῶν καθόλου διάκρισιν οὔτε ἀπὸ τῶν ἀλόγων τὴν περὶ τῶν ἀγαθῶν κρίσιν, ἀλλ᾽ αὐτὴν ἰοῦσαν τὴν ψυχὴν ἐν ἑαυτῇ ζητεῖν καὶ τὸἀληθὲς καὶ τὸἀγαθὸν καὶ τοὺς ἀϊδίους τῶν ὄντων λόγους. πλήρης γάρ ἐστιν αὐτῆς ἡ οὐσία τούτων, ἐπικρύπτεται δὲἐκ τῆς γενεσιουργοῦ λήθης καὶ πρὸς ἄλλα βλέπει ζητοῦσα τἀληθές, χουσα αὐτὸ κατ᾽ οὐσίαν, καὶἐν ἄλλοις σκοπεῖ τὸἀγαθὸν ἀφεῖσα ἑαυτήν. ἐντεῦθεν ἄρα καὶ τῆς ἑαυτῶν γνώσεως ἡμῖν ἀρχὴ παραγίνεται. ἐὰν μὲν γὰρ εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ἀποβλέπωμεν, οὐκ ἄν ποτε ἴδοιμεν τὸἓν εἶδος αὐτῶν, ἐπισκιαζόμενον ἐκ τοῦ πλήθους καὶ τοῦ μερισμοῦ καὶ τῆς διαστάσεως καὶ τῆς μεταβολῆς τῆς παντοίας τῶν μετειληφότων· ἐὰν δὲ εἰς ἑαυτοὺς ἐπιστραφῶμεν, ἐκεῖ καὶ τὸν λόγον τὸν ἕνα καὶ τὴν φύσιν τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων θεωρήσομεν ἀνεπιθόλωτον. εἰκότως ἄρα ὁ Σωκράτης πόρρωθεν ἀναστέλλει τὴν ψυχὴν τῆς εἰς τὸ πλῆθος ἀφοράσεως τὴν μέλλουσαν γνώσεσθαι, τίς ὁὡς ἀληθῶς ἄνθρωπος, καὶ τὰς ἐμποδίους δόξας προανακαθαίρει τῆς τοιαύτης θεωρίας. ἐμπόδιον γάρ ἐστι τὸ πλῆθος πρὸς τὴν εἰς αὐτοὺς ἡμᾶς   ἐπιστροφὴν καὶ πρὸς τὴν γνῶσιν τοῦἑνὸς εἴδους, διότι δὴ τῷἑνὶ τὸ ποικίλον ἐπισκιάζει καὶ τῷ ταὐτῷ τὸἕτερον καὶ τῷὁμοίῳ τὸἀνόμοιον ἐν τοῖς ἐνύλοις πράγμασιν. οὐ γάρ ἐστιν ἀσυγχύτως ἐνταῦθα τὰ εἴδη οὐδὲἀμιγῆ τὰ βελτίονα πρὸς τὰ χείρονα. τοῖς οὖν τὰἕκαστα τῶν ἀγαθῶν βουλομένοις ἐφ᾽ἑαυτῶν <ἰδεῖν> ἀποστρέφεσθαι προσήκει τὰ πρὸς αὐτὰἀλλότρια.

[122] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.6.16 – 1.7.18» :

TheolPlat 1.6.16 ` to     TheolPlat 1.7.18 Τούτους δὴ τοὺς τῆς Πλατωνικῆς ἐποπτείας ἐξηγητὰς καὶ τὰς παναγεστάτας ἡμῖν περὶ τῶν θείων ὑφηγήσεις ἀναπλώσαντας καὶ τῷ σφετέρῳ καθηγεμόνι παραπλησίαν τὴν φύσιν λαχόντας εἶναι θείην ἂν ἔγωγε Πλωτῖνόν τε τὸν Αἰγύπτιον καὶ τοὺς ἀπὸ τούτου παραδεξαμένους τὴν θεωρίαν, Ἀμέλιόν τε καὶ Πορφύριον, καὶ τρίτους οἶμαι τοὺς ἀπὸ τούτων <2ὥσπερ ἀνδριάντασ>2 ἡμῖν ἀποτελεσθέντας, Ἰάμβλιχόν τε καὶ Θεόδωρον, καὶ εἰ δή τινες ἄλλοι μετὰ τούτους ἑπόμενοι τῷ θείῳ τούτῳ χορῷ περὶ τῶν τοῦ Πλάτωνος τὴν ἑαυτῶν διάνοιαν ἀνεβάκχευσαν, παρ᾽ὧν τὸ γνησιώτατον καὶ καθαρώτατον τῆς ἀληθείας φῶς τοῖς τῆς ψυχῆς κόλποις ἀχράντως ὑποδεξάμενος ὁ μετὰ θεοὺς ἡμῖν τῶν καλῶν πάντων καὶἀγαθῶν ἡγεμών, τῆς τε ἄλλης ἁπάσης ἡμᾶς μετόχους κατέστησε τοῦ Πλάτωνος φιλοσοφίας καὶ κοινωνοὺς ὧν ἐν ἀπορρήτοις παρὰ τῶν αὐτοῦ πρεσβυτέρων μετείληφε, καὶ δὴ καὶ τῆς περὶ τῶν θείων μυστικῆς ἀληθείας συγχορευτὰς ἀπέφηνε.

Τούτῳ μὲν οὖν εἰ μέλλοιμεν τὴν προσήκουσαν χάριν ἐκτίσειν τῶν εἰς ἡμᾶς εὐεργεσιῶν, οὐδ᾽ἂν ὁ σύμπας ἐξαρ κέσειε χρόνος.

[123] Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 1.7.24 – 1.8.22» :

TheolPlat 1.7.24 ` to     TheolPlat 1.8.22 τοὺς θεοὺς παρακαλοῖμεν τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἀνάπτειν ἡμῶν ταῖς ψυχαῖς, καὶ τοὺς τῶν κρειττόνων <ὀπαδοὺς> καὶ <θεραπευτὰς> κατιθύνειν τὸν ἡμέτερον νοῦν, καὶ ποδηγετεῖν εἰς τὸ παντελὲς καὶ θεῖον καὶὑψηλὸν τέλος τῆς Πλατωνικῆς θεωρίας. Πανταχοῦ μὲν γάρ, οἶμαι, προσήκει τὸν <καὶ κατὰ βραχὺ μετέχοντα σωφροσύνης> ἀπὸ θεῶν ποιεῖσθαι τὰς ἀρχάς, οὐχ ἥκιστα δὲἐν ταῖς περὶ τῶν θεῶν ἐξηγήσεσιν· οὔτε γὰρ νοῆσαι τὸ θεῖον ἄλλως δυνατὸν ἢ τῷ παρ᾽ αὐτῶν φωτὶ τελεσθέντας, οὔτε εἰς ἄλλους ἐξενεγκεῖν ἢ παρ᾽ αὐτῶν κυβερνωμένους καὶ τῶν πολυειδῶν δοξασμάτων καὶ τῆς ἐν λόγοις φερομένης ποικιλίας ἐξῃρημένην φυλάττοντας τὴν τῶν θείων ὀνομάτων ἀνέλιξιν.

Ταῦτ᾽ οὖν καὶἡμεῖς εἰδότες καὶ τῷ Πλατωνικῷ Τιμαίῳ παραινοῦντι πειθόμενοι προστησώμεθα τοὺς θεοὺς ἡγεμόνας τῆς περὶ αὐτῶν διδασκαλίας· οἱ δὲἀκούσαντες <ἵλεῴ τε καὶ εὐμενεῖς> ἐλθόντες, ἄγοιεν τὸν τῆς ψυχῆς ἡμῶν νοῦν καὶ περιάγοιεν <εἰς> τὴν τοῦ Πλάτωνος ἑστίαν καὶ τὸ <ἄναντες> τῆς θεωρίας ταύτης. Οὗ δὴ γενόμενοι σύμπασαν τὴν περὶ αὐτῶν ἀλήθειαν ὑποδεξόμεθα, καὶ τέλος τὸἄριστον ἕξομεν τῆς ἐν ἡμῖν ὠδῖνος ἣν ἔχομεν περὶ τὰ θεῖα, γνῶναί τι περὶ τούτων ποθοῦντες καὶ παρ᾽ἄλλων πυνθανόμενοι καὶἑαυτοὺς εἰς δύναμιν βασανίζοντες.

[124] Πρβλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, βιβλίο Α’, 1.10.11 – 1.11.26»

TheolPlat 1.10.11 ` to     TheolPlat 1.11.26   ὁ δὲ αὖ τῶν προκειμένων δογμάτων ἀκροατὴς ταῖς μὲν ἠθικαῖς ἀρεταῖς κεκοσμημένος ὑποκείσθω καὶ πάντα τὰἀγενῆ καὶἀνάρμοστα τῆς ψυχῆς κινήματα τῷ τῆς ἀρετῆς λόγῳ καταδησάμενος καὶ πρὸς ἓν τὸ τῆς φρονήσεως εἶδος ἁρμόσας. <Μὴ καθαρῷ γάρ>, φησὶν ὁ Σωκράτης, <καθαροῦἐφάπτεσθαι μὴ οὐ θεμιτὸν> ᾖ· πᾶς γε μὴν ὁ κακὸς πάντως ἀκάθαρτος, καθαρὸς δὲὁἐναντίος. Ταῖς δὲ λογικαῖς μεθόδοις ἁπάσαις γεγυμνάσθω καὶ πολλὰ μὲν περὶἀναλύσεων πολλὰ δὲ περὶ τῶν ἐναντίων πρὸς ταύτας διαιρέσεων ἀνέλεγκτα νοήματα τεθεαμένος παρέστω, καθάπερ οἶμαι καὶὁ Παρμενίδης τῷ Σωκράτει παρεκελεύσατο· πρὸ γὰρ τῆς τοιαύτης ἐν τοῖς λόγοις <πλάνης>, χαλεπὴ καὶἄπορός ἐστιν ἡ τῶν θείων γενῶν καὶ τῆς ἐν αὐ τοῖς ἱδρυμένης ἀληθείας κατανόησις. Τὸ δὲ δὴ τρίτον ἐπὶ τούτοις μηδὲ τῆς φυσικῆς ἀνήκοος ἔστω καὶ τῶν ἐν ταύτῃ πολυειδῶν δοξασμάτων <ἵνα κἀν> ταῖς εἰκόσι κατὰ τρόπον τὰς αἰτίας τῶν ὄντων διερευνησάμενος ἐπ᾽ αὐτὴν ἤδη τὴν τῶν χωριστῶν καὶ πρωτουργῶν ὑποστάσεων φύσιν ῥᾷον πορεύηται. Μήτ᾽ οὖν ταύτης, ὅπερ εἴπομεν, τῆς ἐν τοῖς φαινομένοις ἀληθείας, μήτε <αὖ τῶν κατὰ παίδευσιν ὁδῶν> καὶ τῶν ἐν αὐταῖς μαθήσεων ἀπολελείφθω· διὰ γὰρ τούτων ἀυλότερον τὴν θείαν οὐσίαν γινώσκομεν.

Πάντα δὲ ταῦτα συνδησάμενος εἰς τὸν ἡγεμόνα νοῦν καὶ τῆς Πλάτωνος διαλεκτικῆς μεταλαβὼν καὶ μελετήσας τὰς ἀΰλους καὶ χωριστὰς τῶν σωματικῶν δυνάμεων ἐνεργείας καὶ <νοήσει μετὰ λόγου> τὰὄντα θεωρεῖν ἐφιέμενος, ἁπτέσθω λιπαρῶς τῆς τῶν θείων τε καὶ μακαρίων δογμάτων ἐξηγήσεως, <ἔρωτι> μὲν <τὰ> <βάθη> κατὰ τὸ Λόγιον ἀναπλώσας <τῆς ψυχῆς>, ἐπεὶ καὶ <συνεργὸν ἔρωτος ἀμείνω λαβεῖν> εἰς τὴν τῆς θεωρίας ταύτης ἀντίληψιν οὐκ ἔστιν, ὥς πού φησιν ὁ Πλάτωνος λόγος, <ἀληθείᾳ> δὲ τῇ διὰ πάντων ἡκούσῃ γεγυμνασμένος καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ὄντως ἀλήθειαν ἐγείρας τὸ νοητὸν ὄμμα, τῷ δὲ μονίμῳ καὶἀκινήτῳ καὶἀσφαλεῖ τῆς τῶν θείων γνώσεως εἴδει προσιδρύσας ἑαυτὸν καὶ μηδὲν ἄλλο θαυμάζειν ἔτι μηδὲἀποβλέπειν εἰς ἄλλα <πειθόμενος>, ἀλλ᾽ἀτρεμεῖ τῇ διανοίᾳ καὶ ζωῆς <ἀτρύτου δυνάμει> πρὸς τὸ θεῖον φῶς ἐπειγόμενος καί, ὡς συνελόντι φάναι, τοιοῦτον ἐνεργείας τε καὶἠρεμίας εἶδος ὁμοῦ προβεβλημένος, ὁποῖον ἔχειν προσήκει τὸν ἐσόμενον οὕτως <κορυφαῖον>, ὥς πού φησιν ὁἐν Θεαιτήτῳ Σωκράτης.

[125]Βλ. Πρόκλος, στο «Εις τον Παρμενίδη Πλάτωνος, τόμος Α’, 681.21 – 681.28»

inPrm 681.21 ` to     inPrm 681.28 Ὁ μέντοι τῆς θεωρίας γνήσιος ἐραστὴς οὐκ ἀναδύεται τὸν πόνον, ἀλλ᾽ὅσῳ χαλεπωτέρα ἡἀντίληψις, τοσούτῳ προθυμότερον πρόσεισιν οὐκ ἀποδειλιῶν πρὸς τοὺς ἄθλους· ὁ δ᾽ἀτελὴς καὶἀγεννὴς, ἀκούσας τὸἔργον ὡς χαλεπὸν, οἴχεται φυγὰς τοῦ πράγματος ὃ μὴ προσῆκον αὐτῷ προσείη.

[126]Βλ. Πρόκλος, στο «Εις τον Παρμενίδη Πλάτωνος, τόμος Α’, 682.9 – 682.13»:

inPrm 682.9 ` to     inPrm 682.13 παγχάλεπον γὰρ λόγῳ μιμεῖσθαι τοὺς λόγους τῶν ἐπιστημόνων, ὡς καὶὁ Τίμαιος ἡμᾶς ἐδί δαξε· καὶ γὰρ ἔδει τοῖς μιμησομένοις τῆς ὁμοίας ἐκείνοις ἀρετῆς, ἵνα καλῶν ἐπάξιοι γέ νωνται τῶν λόγων μιμηταί.

[127]Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 718.6 – 718.11» :

in Prm 718.6 ` to in Prm 718.11 τῶν γὰρ ὄντως ἐπιστημονικῶν καὶ βαθέων γραμμάτων μετὰ πολλῆς τῆς ἀσφαλείας καὶ λογισμοῦ καὶ κρίσεως ποιητέον τὴν μετάδοσιν, ἵνα μὴ δημώδεσιν ἀκοαῖς καὶἐπισεσυρμένοις ἤθεσι λάθωμεν παραδόντες τῶν θεοπρεπῶν ψυχῶν τὰἀπόῤῥητα διανοήματα•

[128] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 718.14 – 718.39» :

in Prm 718.14 ` to in Prm 718.39 οὔτε ὅσα κατὰ διάνοιαν ἔχομεν, διὰ λόγου προβάλλειν δοκιμάζομεν• πολλὰ γὰρ ἐν ἀποῤῥήτοις κρύπτομεν, ἐν τοῖς τῆς ψυχῆς ἕρκεσιν αὐτὰ φρουρεῖν ἐθέλοντες• οὔτε ὅσα διὰ λόγου προφερόμεθα, γράμμασι παραδίδομεν, ἀλλὰ γὰρ κατὰ μνήμην ἀγράφως σώζεσθαι βουλόμεθα, καὶἐν ταῖς τῶν φίλων ἀποκεῖσθαι φαντασίαις ἢ δόξαις, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τοῖς ἀψύχοις• οὔτε ὅσα γράφομεν, ταῦτα εἰς πάντας ἀκρίτως ἐκφέρομεν, ἀλλ᾽ εἰς τοὺς ἀξίους τῆς τούτων μετουσίας, οἷον τῶν οἰκείων θησαυρῶν μετὰ κρίσεως τὴν πρὸς τοὺς ἄλλους ποεῖσθαι κοινωνίαν σπουδάζοντες. Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐθέλοις ἀνάγειν ἐπὶ τὰ θεῖα καὶ θεωρεῖν τίἀνάλογον ἐν ἐκείνοις, οἷον τὴν <κλοπὴν> τοῦ Ζήνωνος γράμματος καὶ τὴν διὰ κλοπῆς ἣν ὁ Πλάτων ἐν τῷ Πρωταγόρᾳ παραδέδωκε, καὶὅπως ἐν θεοῖς γίγνεται μετάδοσις πρὸ λογισμοῦ καὶ βουλῆς ἐπὶ τὰς κατωτέρω τάξεις τῶν ἄνωθεν, ἀθανασίας μὲν εἰς τὸ θνητὸν, λόγου δὲ εἰς τὴν ἀλογίαν (κλοπὴ γάρ ἐστιν ἡ λανθάνουσα τοῦἀλλοτρίου μετάληψις), τὴν οὖν ἀφανῆ καὶ λεληθυῖαν τῶν ὑποδεεστέρων μετάληψιν τῶν θειοτάτων θείαν καὶἐκεῖ νοι προσειρήκασι κλοπὴν εἰς φῶς ἄγουσαν τὰ κεκρυμμένα παρὰ τοῖς θείοις.

[129] Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 1024.2 – 1024.12» :

inPrm 1024.2 ` to     inPrm 1024.12 ὅτι δὲἀπρεπῆ τὰ θειότατα τῶν δογμάτων ἐστὶν εἰς ἀκοὰς καταφερόμενα τῶν πολλῶν, οὐδὲν δεῖ λέγειν, αὐτοῦ Πλάτωνος εἰπόντος ὡς πάντα ταῦτα καταγέλαστα μὲν ἔστι τοῖς πολλοῖς, θαυμασμοῦ δὲἄξια τοῖς σοφοῖς. Οὕτω δὲ καὶ οἱ Πυθαγόρειοι τῶν λόγων τοὺς μὲν ἔφασκον εἶναι μυστικοὺς, τοὺς δὲὑπαιθρίους· καὶ οἱἐκ τοῦ Περιπάτου τοὺς μὲν ἐσωτερικοὺς, τοὺς δὲἐξωτερικούς· καὶ αὐτὸς Παρμενίδης τὰ μὲν <Πρὸς ἀλήθειαν> ἔγραψε, τὰ δὲ <Πρὸς δόξαν>·.

[130]Βλ. Ιάμβλιχος, «Περί Πυθαγορικού βίου, 17.75.10 – 17.76.1» :

Vit Pyth 17.75.10 ` to Vit Pyth 17.76.1 μηδὲ κοινὰ ποιεῖσθαι τὰ σοφίας ἀγαθὰ τοῖς οὐδ᾽ὄναρ τὰν ψυχὰν κεκαθαρμένοις. οὐ γὰρ θέμις ὀρέγεν τοῖς ἀπαντῶσι τὰ μετὰ τοσούτων ἀγώνων σπουδᾷ ποριχθέντα, οὐδὲ μὰν βεβάλοις τὰ ταῖν Ἐλευσινίαιν θεαῖν μυστήρια διαγέεσθαι• κατ᾽ἰσότατα δὲἄδικοι καὶἀσεβέες οἱ ταῦτα πράξαντες.

[131] Βλ. Πλάτων “Επιστολή Β’, 314.b.7 – 314.c.4” :

Ep 314.b.7 ` to     Ep 314.c.4 μεγίστη δὲ φυλακὴ τὸ μὴ γράφειν ἀλλ᾽ἐκμανθάνειν· οὐ γὰρ ἔστιν τὰ γραφέντα μὴ οὐκ ἐκπεσεῖν. διὰ ταῦτα οὐδὲν πώποτ᾽ἐγὼ περὶ τούτων γέγραφα, οὐδ᾽ἔστιν σύγ- γραμμα Πλάτωνος οὐδὲν οὐδ᾽ἔσται, τὰ δὲ νῦν λεγόμενα Σωκράτους ἐστὶν καλοῦ καὶ νέου γεγονότος.

[132] Βλ. Ιάμβλιχος «Προτρεπτικός επί Φιλοσοφία, 105.27 – 106.18» :

Protr 105.27 ` to     Protr 106.18 οἱ γὰρ παλαιότατοι καὶ αὐτῷ συγχρονήσαντες καὶ μαθητεύσαντες τῷ Πυθαγόρᾳ οὐ τῇ κοινῇ καὶ δημώδει καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν εἰωθυίᾳ λέξει τε καὶἑρμηνείᾳἐποιοῦντο συνετὰ καὶ εὐνόητα τοῖς ἁπλῶς ἀκούουσιν ἐξ ἐπιδρομῆς τε ἐντυγχάνουσιν, εὐπαρακολούθητα πειρώμενοι τίθεσθαι τὰ φραζόμενα ὑπ᾽ αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν νενομοθετημένην αὐτοῖς ὑπὸ Πυθαγόρου ἐχεμυθίαν μυστηρίων καὶ πρὸς τοὺς ἀτελεστέρους τρόπων ἀπορρήτων ἥπτοντο καὶ διὰ συμβόλων ἐπέσκεπον τὰς πρὸς ἀλλήλους διαλέξεις ἢ συγγραφάς. καὶ εἰ μή τις αὐτὰ τὰ σύμβολα ἐκλέξας διαπτύξειε καὶἀμώκῳἐξηγήσει περιλάβοι, γελοῖα ἂν καὶ γραώδη δόξειε τοῖς ἐντυγχάνουσι τὰ λεγόμενα λήρου μεστὰ καὶἀδολεσχίας. ἵν᾽ οὖν <τὰ> ῥήματ᾽ἐκφανῆ καὶ τὸ εἰς προτροπὴν αὐτῶν ὄφελος κατάδηλον γένηται, κατὰ τὸἐξωτερικόν τε ἅμα καὶ κατὰ τὸἀκροατικὸν ἀποδώσομεν ἑκάστου συμβόλου τὰς ἐπιλύσεις, μηδὲ τὰ παρ᾽ αὐτοῖς ἀπόρρητα καὶἐχεμυθούμενα πρὸς τοὺς ἀνεισάκτους παραλιπόντες ἀνεξέταστα.