Τα έθη των ανθρώπων.


Αφού πρώτα μελετήσουμε επαρκώς την μελέτη «Η κατά Πλάτωνα «αποκατάσταση» των ψυχών» θα πούμε ότι :

Ο Πλάτων στους «Νόμους, 712.d.2  –  714.a» αναφέρει ότι οι άνθρωποι «Πρέπει να ζούμε είτε ως δημόσιοι άντρες είτε ως ιδιώτες στους οίκους μας και στις πόλεις μας υπακούοντας στη μικρή σπίθα της αθανασίας που υπάρχει μέσα μας και δίνοντας την ονομασία νόμος σε αυτή τη λογική αρχή – καὶ ὅσον ἐν ἡμῖν ἀθανασίας ἔνεστι, τούτῳ πειθομένους δημοσίᾳ καὶ ἰδίᾳ τάς τ᾽ οἰκήσεις καὶ τὰς πόλεις διοικεῖν, τὴν τοῦ νοῦ διανομὴν ἐπονομάζοντας νόμον».

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι συνήθειες  – τα έθη – του καθενός ανθρώπου, είτε οι προσωπικές είτε οι κοινές, είναι χωρίς καμία αμφιβολία ένα είδος έμψυχων νόμων, όπου άλλα ακολουθούν τον ένα και άλλα άλλον νόμο. Τους φυσικούς νόμους τα ζώα τους πολιτικούς δε οι άνθρωποι.

Αν αυτός ο νόμος, ο αναφερόμενος στον «Πολιτικό», εξεταστεί στην περίπτωση των θεϊκών και ουράνιων στοιχείο, θα δούμε ότι είναι πάντοτε παρών σε αυτά και με τον ίδιο τρόπο και σύμφωνα πάντα με μία λογική αρχή, αν πάλι εξεταστεί στην περίπτωση των ανθρώπων θα δούμε ότι κυριαρχεί σε τακτές χρονικές περιόδους, αν τέλος εξεταστεί ως προς τα ζώα θα δούμε ότι απλά ολοκληρώνει την φυσική τάση του καθενός.

Αυτός ο Νόμος βέβαια είναι θεός ο οποίος συνέχει τόσο τους «εἱμαρμένους νόμους» – που στην ομιλία του προς τις ψυχές, ο πατέρας και δημιουργός του σύμπαντα Κόσμου, στον Πλατωνικό «Τίμαιο», τους εγγράφει μέσα στην ουσία των ψυχών, όσο και εκείνους που αφορούν τη πολιτεία του Κόσμου. Άλλωστε, κάτι τέτοιο λέγουν οι θεολόγοι και τον εξυμνούν αλλά και ο Πλάτων στον «Γοργία»   και στους «Νόμους».

Χάρη σε αυτόν τον θεό θα λέγαμε ότι υπάρχει η δύναμη των συνηθειών σε κάθε πλάσμα, δύναμη η οποία κατέχει μεγάλο μερίδιο μέσα στον Κόσμο, και ότι πολλά που συμβαίνουν και μέσα στις ψυχές των όντων υπόκεινται σε αυτή την δύναμη. Και βέβαια όπως οι αληθείς νόμοι είναι εικόνες των κοσμικών νόμων, ενώ οι ψευδείς είναι μεν νόμοι αλλά, ως σκιαγραφίες που είναι, αποτελούν υποβαθμισμένες μορφές εκείνων, έτσι ακριβώς και προκειμένου για τις συνήθειες, τα έθη : άλλες/α επικρατούν στη ζωή των όντων σαν ομοιώσεις των συνηθειών – εθών του σύμπαντος και άλλες/α είναι απλά είδωλα εκείνων, έχουν όμως και τούτες – τούτα τη δύναμη να διαφοροποιούν τις «λήξεις» μας [πεπρωμένα] και τις τιμές ή τις ατιμίες που αποκομίζουμε εντός του σύμπαντος.

Ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 619.c.6 – d.1» στο σημείο που αναφέρεται στην επιλογή των κλήρων εκ μέρους των ψυχών αναφέρεται επί του ιδικού στην περίπτωση κάποιας ψυχή και λέγει συγκεκριμένα ότι «αυτός ήταν από εκείνους που ήλθαν από τον ουρανό, και είχε ζήσει κατά τον προηγούμενο βίο του σε μια πολιτεία καλά οργανωμένη, αλλά είχε αποκτήσει την αρετή, από συνήθεια και όχι από φιλοσοφική παιδεία εἶναι δὲ αὐτὸν τῶν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἡκόντων, ἐν τεταγμένῃ πολιτείᾳ ἐν τῷ προτέρῳ βίῳ βεβιωκότα, ἔθει ἄνευ φιλοσοφίας ἀρετῆς μετειληφότα».

Αναφερόμενος δε στον θέμα περί του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, και πάντα σχετικά με τα παραπάνω, στον «Φαίδρο, 81.b.1 – 82.c.1» λέγει ότι : «Εάν όμως χωρίζεται η ψυχή από το σώμα μολυσμένη και ακάθαρτος, διότι ευρίσκεται εις διαρκεί επικοινωνία με αυτό και το περιποιείται και το αγαπά, ή έχει γοητευθεί υπό αυτού εξαιτίας των επιθυμιών και ηδονών, ώστε τίποτα άλλο να μην νομίζει ότι είναι αληθές παρά το σωματοειδές, το οποίο μπορεί δύναται κανείς να δει και να ακουμπήσει, και δια του οποίου δύναται να πιεί και να φάει και να το μεταχειρισθεί δια τις αφροδίσιες επαφές, ενώ έχει συνηθίσει να μισεί, να τρέμει και να φεύγει το στα όμματα σκοτεινό και αόρατο, νοητό δε και εξηγούμενο δια της φιλοσοφία, νομίζει ότι η ψυχή, ούτως έχουσα αυτή καθ’ εαυτή, καθαρή θα αποχωρισθεί από του σώματος ;

– Καθόλου, είπε.

– Αλλά θα χωρισθεί, σκέφτομαι, πιασμένη από το σωματοειδές, το οποίο κόλλησε στην φύση της η σχέση και συναναστροφή με το σώμα, εξαιτίας της διαρκούς συνυπάρξεως με αυτό και της πολλής σχετικής φροντίδας.

– Βεβαίως.

– Τούτο δε το σωματοειδές πρέπει να το φανταστείς, φίλε μου, βαρύ, γεώδες και ορατό. Αυτό λοιπόν έχουσα η τοιαύτη ψυχή είναι βαριά και σύρεται πάλι στο ορατό τόπο, εκ φόβου προς το αόρατο Κόσμο και τον Άδη, καθώς λέγεται. Περιφέρεται πέριξ των μνημείων και των τάφων, πέριξ των οποίων είδαν και φαντάσματα εν είδη σκιάς, οποία ομοιώματα ταιριάζουν σε αυτές τις ψυχές, οι οποίες δηλαδή δεν απαλλάχτηκαν καθαρά από το σώμα, αλλά μετέχουν του ορατού Κόσμου, εξαιτίας του οποίου και είναι ορατές.

– Εύλογο είναι τούτο Σωκράτη.

– Εύλογο βεβαίως είναι Κέβη, αλλά δεν είναι εύλογο καθόλου να είναι αυτές οι ψυχές των αγαθών, αλλά οι ψυχές των φαύλων, οι οποίες αναγκάζονται να πλανώνται περί τους τάφους, τιμωρούμενες δια τον προηγούμενό του βίο, ο οποίος ήταν κακός. Και μέχρι τότε πλανώνται, μέχρις ότου ένεκα της επιθυμίας εκείνου που τις συνοδεύει, δηλαδή του σωματοειδούς, δεσμευθούν πάλι μέσα σε σώμα.

– Δεσμεύονται δε, καθώς είναι εύλογο, στο σώμα το οποίο έχει ήθη ανάλογα με εκείνα, τα οποία στον βίο επεδίωκε.

– Ποια είναι αυτά, Σωκράτη ;;

– Ούτως εκείνοι οι οποίοι ευχαριστούνται με την αδηφαγία και ασέλγεια και αγαπούν τα ποτά και έζησαν αναιδώς, είναι εύλογο να δεσμεύονται μέσα στα γένη των όνων και των τοιούτων άλλων ζώων. Ή νομίζεις ότι δεν έχει τοιουτοτρόπως το πράγμα ;;

– Αυτά, που λέγεις, είναι πάρα πολύ πιθανά.

– Εκείνοι δε οι οποίοι είχαν προτιμήσει αδικίες ή βιαιότητες και αρπαγές, εύλογο είναι να μεταμορφώνονται στα γένη των λύκων, των ιέρακων, των περδικογέρακων. Ή σε όποιο άλλο γένος ισχυριζόμαστε ότι αυτοί δύνανται να υπάγουν ;;

– Βεβαίως, είπε ο Κέβης, σε αυτά τα ζώα.

– Λοιπόν, είπε, δεν είναι φανερό που ήθελε να μεταβεί έκαστη των ψυχών των άλλων ανθρώπων συμφώνως προς τα διαφέροντα, τα οποία ανέπτυξαν στον βίο ;;

– Είναι φανερό, είπε. Πως όχι ;;

Λοιπόν δεν είναι οι ευδαιμονέστατοι μεταξύ των ανθρώπων της κατηγορίας τούτης και δεν θα  μεταβούν εις την άριστη θέση, εκείνοι οι οποίοι εφήρμοσαν την κοινωνική και πολιτική αρετή, την οποία καλούν σωφροσύνη και δικαιοσύνη, και η οποία αποκτάται εκ συνηθείας και εμπειρικής ασκήσεως άνευ φιλοσοφίας και νοός;;

– Πως λοιπόν αυτοί είναι ευδαιμονέστατοι ;;

– Διότι εύλογο είναι οι ψυχές τούτων να έρχονται πάλι σε τούτο το γένος, οργανωμένο κοινωνικώς και ήμερο, ή μελισσών ή σφηκών ή μυρμηγκιών, ή και στο ίδιο πάλι το ανθρώπινο γένος, και να γίνονται εξ αυτών άνδρες με μέτρο.

– Εις το γένος των θεών δεν είναι θεμιτό να μεταβαίνει ένας που δεν φιλοσόφησε και δεν απήλθε από τον Κόσμο τούτο όλως διόλου καθαρός, παρά μόνο ο φιλομαθής.

Ἐὰν δέ γε οἶμαι μεμιασμένη καὶ ἀκάθαρτος τοῦ σώματος ἀπαλλάττηται, ἅτε τῷ σώματι ἀεὶ συνοῦσα καὶ τοῦτο θερα πεύουσα καὶ ἐρῶσα καὶ γοητευομένη ὑπ᾽ αὐτοῦ ὑπό τε τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ἡδονῶν, ὥστε μηδὲν ἄλλο δοκεῖν εἶναι ἀληθὲς ἀλλ᾽ ἢ τὸ σωματοειδές, οὗ τις ἂν ἅψαιτο καὶ ἴδοι καὶ πίοι καὶ φάγοι καὶ πρὸς τὰ ἀφροδίσια χρήσαιτο, τὸ δὲ τοῖς ὄμμασι σκοτῶδες καὶ ἀιδές, νοητὸν δὲ καὶ φιλοσοφίᾳ αἱρετόν,   τοῦτο δὲ εἰθισμένη μισεῖν τε καὶ τρέμειν καὶ φεύγειν, οὕτω δὴ ἔχουσαν οἴει ψυχὴν αὐτὴν καθ᾽ αὑτὴν εἰλικρινῆ ἀπαλλάξεσθαι;

– Οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν, ἔφη.

–  Ἀλλὰ [καὶ] διειλημμένην γε οἶμαι ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς, ὃ αὐτῇ ἡ ὁμιλία τε καὶ συνουσία τοῦ σώματος διὰ τὸ ἀεὶ συνεῖναι καὶ διὰ τὴν πολλὴν μελέτην ἐνεποίησε σύμφυτον;

– Πάνυ γε.

– Ἐμβριθὲς δέ γε, ὦ φίλε, τοῦτο οἴεσθαι χρὴ εἶναι καὶ βαρὺ καὶ γεῶδες καὶ ὁρατόν· ὃ δὴ καὶ ἔχουσα ἡ τοιαύτη ψυχὴ βαρύνεταί τε καὶ ἕλκεται πάλιν εἰς τὸν ὁρατὸν τόπον φόβῳ τοῦ ἀιδοῦς τε καὶ Ἅιδου, ὥσπερ λέγεται, περὶ τὰ μνήματά τε καὶ τοὺς τάφους κυλινδουμένη, περὶ ἃ δὴ καὶ ὤφθη ἄττα ψυχῶν σκιοειδῆ φαντάσματα, οἷα παρέχονται αἱ τοιαῦται ψυχαὶ εἴδωλα, αἱ μὴ καθαρῶς ἀπολυθεῖσαι ἀλλὰ τοῦ ὁρατοῦ μετέχουσαι, διὸ καὶ ὁρῶνται.

– Εἰκός γε, ὦ Σώκρατες.

– Εἰκὸς μέντοι, ὦ Κέβης· καὶ οὔ τί γε τὰς τῶν ἀγαθῶν αὐτὰς εἶναι, ἀλλὰ τὰς τῶν φαύλων, αἳ περὶ τὰ τοιαῦτα ἀναγκάζονται πλανᾶσθαι δίκην τίνουσαι τῆς προτέρας τροφῆς κακῆς οὔσης. καὶ μέχρι γε τούτου πλανῶνται, ἕως ἂν τῇ τοῦ συνεπακολουθοῦντος, τοῦ σωματοειδοῦς, ἐπιθυμίᾳ πάλιν ἐνδεθῶσιν εἰς σῶμα·

– ἐνδοῦνται δέ, ὥσπερ εἰκός, εἰς τοιαῦτα ἤθη ὁποῖ᾽ ἄττ᾽ ἂν καὶ μεμελετηκυῖαι τύχωσιν ἐν τῷ βίῳ.

– Τὰ ποῖα δὴ ταῦτα λέγεις, ὦ Σώκρατες;

Οἷον τοὺς μὲν γαστριμαργίας τε καὶ ὕβρεις καὶ φιλοποσίας μεμελετηκότας καὶ μὴ διηυλαβημένους εἰς τὰ τῶν ὄνων γένη  καὶ τῶν τοιούτων θηρίων εἰκὸς ἐνδύεσθαι. ἢ οὐκ οἴει;

– Πάνυ μὲν οὖν εἰκὸς λέγεις.

– Τοὺς δέ γε ἀδικίας τε καὶ τυραννίδας καὶ ἁρπαγὰς προ τετιμηκότας εἰς τὰ τῶν λύκων τε καὶ ἱεράκων καὶ ἰκτίνων γένη· ἢ ποῖ ἂν ἄλλοσέ φαμεν τὰς τοιαύτας ἰέναι;   – Ἀμέλει, ἔφη ὁ Κέβης, εἰς τὰ τοιαῦτα.

– Οὐκοῦν, ἦ δ᾽ ὅς, δῆλα δὴ καὶ τἆλλα ᾗ ἂν ἕκαστα ἴοι κατὰ τὰς αὐτῶν ὁμοιότητας τῆς μελέτης;

– Δῆλον δή, ἔφη· πῶς δ᾽ οὔ;

Οὐκοῦν εὐδαιμονέστατοι, ἔφη, καὶ τούτων εἰσὶ καὶ εἰς βέλτιστον τόπον ἰόντες οἱ τὴν δημοτικὴν καὶ πολιτικὴν ἀρετὴν ἐπιτετηδευκότες, ἣν δὴ καλοῦσι σωφροσύνην τε καὶ δικαιοσύνην, ἐξ ἔθους τε καὶ μελέτης γεγονυῖαν ἄνευ φιλο σοφίας τε καὶ νοῦ;;

– Πῇ δὴ οὗτοι εὐδαιμονέστατοι;

– Ὅτι τούτους εἰκός ἐστιν εἰς τοιοῦτον πάλιν ἀφικνεῖσθαι πολιτικὸν καὶ ἥμερον γένος, ἤ που μελιττῶν ἢ σφηκῶν ἢ μυρμήκων, καὶ εἰς ταὐτόν γε πάλιν τὸ ἀνθρώπινον γένος, καὶ γίγνεσθαι ἐξ αὐτῶν ἄνδρας μετρίους.

– Εἰκός

– Εἰς δέ γε θεῶν γένος μὴ φιλοσοφήσαντι καὶ παντελῶς καθαρῷ ἀπιόντι οὐ θέμις ἀφικνεῖσθαι ἀλλ᾽ ἢ τῷ φιλομαθεῖ».

Το ότι ο άνθρωπος αυτός όμως μετέχει της εν ουρανό ζωής σύμφωνα με την αρετή χωρίς όμως την φιλοσοφία, λόγω της ζωής του στην ευνοούμενη πολιτεία, μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι αυτός ασφαλώς και στον ουρανό ζούσε με το σώμα του και ότι φαίνεται και το όχημα της ψυχής του να ανυψώνει στον ουρανό. Διότι η ψυχή που ζει μαζί με το σώμα είναι εκεί όπου είναι το σώμα στη βάση του συσχετισμούς τους. Επομένως επειδή το σώμα μαζί με το οποίο ζει ήταν στην υποσελήνια περιοχή, τότε και η ψυχή είναι στην υποσελήνια περιοχή.

Αναγκαία λοιπόν και το όχημα της θα ανέρχεται μαζί της.

Πραγματικά, αυτό που αναφέρει ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 249.a – » ότι οι ψυχές που δεν έχουν καθαρθεί μέσω της φιλοσοφίας «ανυψώνονται εις τόπο τινά του ουρανού και ελαφρώνονται από την δικαιοσύνη – εἰς τοὐρανοῦ τινα τόπον ὑπὸ τῆς Δίκης κουφισθεῖσαι», φαίνεται ότι δηλώνει κάτι τέτοιο. Διότι και το «ελαφρώνονται – κουφίζεσθαι» και το «ανυψώνονται εις τόπο τινά του ουρανού – εἰς τοὐρανοῦ τινα τόπον» φέρουν μαζί τους την υπόνοια για κλήρο σωματόμορφο.

Γράφει για του λόγου του αληθές ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 249.b.6 – 249.d.3» : «Ο ευρισκόμενος εις μια από όλες αυτές τις τάξεις, εάν περάσει μετά δικαιοσύνης τον βίο του, μετά θάνατον μετέχει σε καλύτερη μοίρα, χειρότερης δε αν ζήσει βίο αδικίας. Διότι κάθε ψυχή δεν μπορεί να επανέλθει εις το αυτό σημείο από το οποίο αναχώρησε παρά μετά από δέκα χιλιάδες έτη. Πράγματι πριν παρέλθει τόσος χρόνος δεν δύναται να αναπτύξει πτερά η ψυχή, πλην της ψυχής του άδολου φιλοσόφου και εκείνου που αγάπησε παιδιά με έρωτα φιλοσοφικό. Οι άλλες όμως ψυχές, (των τελευταίων τούτων) κατά την τρίτη χιλιετή περίοδο, εάν εκλέξουν τρείς φορές φιλοσοφικό βίο, απέρχονται (προς τους θεούς) κατά το τρισχιλιοστό έτος. Οι άλλες όμως ψυχές, όταν τελειώσει ο πρώτος βίος τους, υποβάλλονται σε κρίση και όταν κριθούν, άλλες μεν έρχονται εις τα εβρισκόμενα υπό γη δικαιωτήριοι και εκτίουν την ποινή τους, άλλες δε ανυψώνονται εις τόπο τινά του ουρανού ελαφρώνονται από την δικαιοσύνη και διάγουν επαξίως του καλού βίου τον οποίο έζησαν υπό ανθρώπινη μορφή. Κατά το χιλιοστό εν τούτοις έτος και οι μεν και οι δε έρχονται προς εκλογή δευτέρου βίου και κάθε μία προτιμά όποιον θέλει. Εκεί κατά την εκλογή μια ανθρώπινη ψυχή μπορεί να καταντήσει και εις βίο ζώου και από ζώο, το οποίον αρκεί να ήταν ποτέ άνθρωπος, δύναται η ψυχή να επανέλθει εις άνθρωπο. Διότι η ψυχή μη ειδούσα ποτέ την αλήθεια, δεν δύναται να λάβει το ανθρώπινο σχήμα.

Τούτο οφείλεται εις το ότι ο άνθρωπος εκ φύσεως δύναται να εννοεί τις γενικές έννοιες των πραγμάτων, ήτοι το προσλαμβανόμενο πλήθος δια των αισθήσεων να το ανάγει σε ένα διαφορετικό λογισμό. Η δύναμη όμως να κάμει τούτο είναι ανάμνηση όσων είδε ποτέ η ψυχή μας, όταν συνοδευόμενη από τους θεούς κατά τας περιστροφές περιφρόνησε όσα καλούμε σήμερα εδώ όντα και ανυψώθηκε εις το όντως ΟΝ. Δια αυτό ακριβώς μόνο η διάνοια του φιλοσόφου δικαίως έχει πτερά. Διότι δια της μνήμης καθόσον δύναται, είναι προσηλωμένος σε εκείνες τις ουσίες στις οποίες ο ίδιος ο θεός ωφέλει την θεότητά του.  Εκείνος δε μάλιστα ο ανήρ που μπορεί να μεταχειριστεί ορθός τας τοιαύτας αναμνήσεις, μυούμενος ολονέν στα μυστήρια της τελειότητας, μόνος αυτός αληθινά γίνεται τέλειος. Αποκρινόμενος από τις ανθρώπινες ασχολίες και πλησιάζοντας προς το θείο, νουθετείτε με έναν από τους πολλούς ως εκτός εαυτού, ενθουσιάζει όμως τους πολλούς χωρίς να φαίνεται. – ἐν δὴ  τούτοις ἅπασιν ὃς μὲν ἂν δικαίως διαγάγῃ ἀμείνονος μοίρας μεταλαμβάνει, ὃς δ᾽ ἂν ἀδίκως, χείρονος· εἰς μὲν γὰρ τὸ αὐτὸ ὅθεν ἥκει ἡ ψυχὴ ἑκάστη οὐκ ἀφικνεῖται ἐτῶν μυρίωνοὐ γὰρ πτεροῦται πρὸ τοσούτου χρόνου-πλὴν ἡ τοῦ φιλοσοφήσαντος ἀδόλως ἢ παιδεραστήσαντος μετὰ φιλοσοφίας, αὗται δὲ τρίτῃ περιόδῳ τῇ χιλιετεῖ, ἐὰν ἕλωνται τρὶς ἐφεξῆς τὸν βίον τοῦτον, οὕτω πτερωθεῖσαι τρισχιλιοστῷ ἔτει ἀπέρχονται. αἱ δὲ ἄλλαι, ὅταν τὸν πρῶτον βίον τελευτήσωσιν, κρίσεως ἔτυχον, κριθεῖσαι δὲ αἱ μὲν εἰς τὰ ὑπὸ γῆς δικαιωτήρια ἐλθοῦσαι δίκην ἐκτίνουσιν, αἱ δ᾽ εἰς τοὐρανοῦ τινα τόπον ὑπὸ τῆς Δίκης κουφισθεῖσαι διάγουσιν ἀξίως οὗ ἐν ἀνθρώπου εἴδει ἐβίωσαν βίου. τῷ δὲ χιλιοστῷ ἀμφότεραι ἀφικνούμεναι ἐπὶ κλήρωσίν τε καὶ αἵρεσιν τοῦ δευτέρου βίου αἱροῦνται ὃν ἂν θέλῃ ἑκάστη· ἔνθα καὶ εἰς θηρίου βίον ἀνθρωπίνη ψυχὴ ἀφικνεῖται, καὶ ἐκ θηρίου ὅς ποτε ἄνθρωπος ἦν πάλιν εἰς ἄνθρωπον. οὐ γὰρ ἥ γε μήποτε ἰδοῦσα τὴν ἀλήθειαν εἰς τόδε ἥξει τὸ σχῆμα.

Δεῖ γὰρ ἄνθρωπον συνιέναι κατ᾽ εἶδος λεγόμενον, ἐκ πολλῶν ἰὸν αἰ σθήσεων εἰς ἓν λογισμῷ συναιρούμενον· τοῦτο δ᾽ ἐστὶν ἀνάμνησις ἐκείνων ἅ ποτ᾽ εἶδεν ἡμῶν ἡ ψυχὴ συμπορευθεῖσα θεῷ καὶ ὑπεριδοῦσα ἃ νῦν εἶναί φαμεν, καὶ ἀνακύψασα εἰς τὸ ὂν ὄντως. διὸ δὴ δικαίως μόνη πτεροῦται ἡ τοῦ φιλοσόφου διάνοια· πρὸς γὰρ ἐκείνοις ἀεί ἐστιν μνήμῃ κατὰ δύναμιν, πρὸς οἷσπερ θεὸς ὢν θεῖός ἐστιν. τοῖς δὲ δὴ τοιούτοις ἀνὴρ ὑπομνήμασιν ὀρθῶς χρώμενος, τελέους ἀεὶ τελετὰς τελούμενος, τέλεος ὄντως μόνος γίγνεται· ἐξιστάμενος δὲ τῶν ἀνθρωπίνων σπουδασμάτων καὶ πρὸς τῷ θείῳ γιγνόμενος, νουθετεῖται μὲν ὑπὸ τῶν πολλῶν ὡς παρακινῶν, ἐνθουσιάζων δὲ λέληθεν τοὺς πολλούς».

Βέβαια ο «τόπος του ουρανού» για τον οποίο κάνει λόγο στο παραπάνω χωρίο ο Πλάτων είναι ο ίδιος για τον οποίο κάνει λόγο και στον «Φαίδωνα, 110.c – 111.c» δηλαδή είναι κομμάτι του αιθέριου οχήματος της καθολικής γης.

Η γη βέβαια προέρχεται πρώτα από τη νοητή γη, η οποία περιέχει ενιαία όλες τις νοητές τάξεις των θεών και είναι εδραιωμένη αιώνια μέσα στον πατέρα, και από τη νοητική γη, η οποία είναι παραταγμένη μαζί με τον ουρανό και υποδέχεται όλες τις δημιουργίες του ουρανού. Γιατί, σε αντιστοιχία με εκείνες τις δυο, τούτη η γη μένει αιώνια, εφόσον βρίσκεται στο κέντρο του ουρανού, και συνέχεται ολόγυρα από τον ουρανό και είναι γεμάτη με γεννητική δύναμη και δημιουργική τελειότητα. Άρα η αληθινή γη δεν είναι τούτος ο σωματικός και παχύς όγκος (γιατί λόγω του όγκου δεν θα ήταν «η παλαιότερη και η πρώτη από όσους θεούς έχουν τοποθετηθεί μέσα στον ουρανό», κατά πως λέγει ο Πλάτων στον «Τίμαιο») ούτε είναι η ψυχή τούτου εδώ του σώματος. Γιατί δεν θα βρισκόταν «γύρω από τον πόλο που έχει εκταθεί από την μια άκρη ως την άλλη» κατά πως λέγει ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 616.b+». Γιατί δεν το κάνει αυτό η ψυχή αλλά το σώμα της γης. Αντιθέτως, αν πρέπει να πούμε την πάσα αλήθεια για τη γη, είναι ζωντανό Ον αποτελούμενο από θεϊκή ψυχή και ζωντανό σώμα. Για αυτό και το σύνολο είναι ζωντανό Ον, όπως λέει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο, 32.d». Γιατί υπάρχει μέσα σε αυτό το ζωντανό Ον νους άυλος και υπερβατικός, ο οποίος κρατά στην ίδια θέση τούτον εδώ τον ορατό όγκο. Υπάρχει μέσα του και θεϊκή ψυχή η οποία χορεύει γύρω από αυτόν εδώ τον νου και σώμα αιθέριο που είναι άμεσα εξαρτημένο από την ψυχή. Τελευταίος υπάρχει τούτος ο ορατός όγκος, ο οποίος από κάθε του πλευρά διαπνέεται από το όχημα της ψυχής και συμπληρώνεται με ζωή, λόγω της οποίας η γη γεννά και τρέφει κάθε λογής ζωντανά όντα, άλλα ριζωμένα μέσα της και άλλα κινούμενα γύρω της. Άρα είναι αναγκαίο να αποδώσουμε στη γη ψυχή και νου, την ψυχή για να την κάνει γόνιμη, και τον νου για να τη συγκρατεί στο κέντρο του σύμπαντος. Αυτή, λοιπόν, είναι η γη : θεϊκό ζωντανό ον και σύνολο νοητικών και ψυχικών ουσιών και άυλων δυνάμεων

Πρόκειται δηλαδή για μια επιστροφή προς το άστρο κάτω από το οποίο η ψυχή ήταν τοποθετημένη ως προς την ουσία της και είχε κοινή ζωή με εκείνο. Γιατί αυτό είναι δυνατόν να υπάρξει και στις μη φιλοσοφικές ψυχές, το «ανυψώνονται σε κάποιο τόπο του ουρανού και κουφαίνονται από την Δικαιοσύνη ώστε να ζήσουν αντάξια του τρόπου ζωής που έζησαν μέσα στο είδος του ανθρώπου». Γιατί αυτό έχει ειπωθεί στον «Φαίδρο» για τις μη φιλοσοφικές ψυχές των οποίων άλλη είναι η εκ νέου αποκατάσταση στο ίδιο αρχικό σημείο και άλλη η άνοδος στο σύννομο άστρο. Γιατί η αποκατάσταση χρειάζεται τρεις περιόδους, ενώ η άνοδος μπορεί να συμβεί και σε μια περίοδο, και η πρώτη ανεβάζει την ψυχή στο νοητό από το οποίο ξεκίνησε να κατεβαίνει, ενώ η δεύτερη την ανυψώνει σε ένα χαμηλότερο είδος ζωής. Γιατί υπάρχουν βαθμοί ευδαιμονίας. Και η άνοδος είναι διπλή, μια αυτή όσων ανεβαίνουν και μια αυτή όσων έχουν ανέβει. Επομένως και η ψυχή που έφτασε στο συγγενές άστρο είναι δυνατόν είτε να συνταχθεί με τις εγκόσμιες δυνάμεις του θεού της είτε να προχωρήσει και πιο πάνω. Αν, μάλιστα, πρόκειται να ανέβει στο ίδιο το νοητό, χρειάζεται την περίοδο των τριών χιλιάδων ετών. Γιατί με αυτήν επιτυγχάνεται η κορυφαία αναπτέρωση.

Είναι φανερό λοιπόν ότι το δεύτερο όχημα των ψυχών που έχουν καθαρθεί τελείως, παραμένοντας στον υποσελήνιο τόπο, γίνεται λόγω της περιστροφής των ψυχών συγκεχυμένο μέσα στην ζωή και «αναλύεται» στα στοιχεία από τα οποία συνετέθη, ενώ των ψυχών που έχουν «ἐν ἔθεσι μόνον χρηστοῖς βεβιωκυιῶν» διατηρείται και το όχημα φωτιζόμενο από αυτές. Διότι οι ψυχές δεν έχουν καθαρθεί πλήρως από τα σώματα, αφού δεν έχουν καθαρθεί μέσω της φιλοσοφίας. Και αυτό άλλωστε το όχημα κινείται κυκλικά μαζί με τα σύμφυτα των ψυχών οχήματα, όπως οι κομήτες π.χ. με κάποια άστρα.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η αρετή εξ έθους μπορεί να μην καταστεί τις ψυχές τις ποιο ευδαιμονέστατες αλλά τις ανεβάζει σε κάποιο μέρος του ουρανού που από την δικαιοσύνη ελαφρόνουν. Και αφού γνώρισαν μια τέτοια θέαση, είναι αναγκαίο να ακολουθούν μόνο τις ορατές πορείες των ουρανίων σωμάτων, να ικανοποιούνται με την τάξη τους και να την επιθυμούν για την ενυπάρχουσα στα ήθη τάξη που οφείλεται στις συνήθειες και μόνο.


Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [29-2-2006, ΕΛΛΑΣ]

——————————————————————————————————————————————————————————

Πηγές

 

Πλάτων

  • Πολιτεία [περί δικαίου πολιτικός]
  • Τίμαιος [περί φύσεως, φυσικός]
  • Φαίδρος [περί καλού ηθικός]
  • Φαίδων [περί ψυχής, ηθικός]
  • Πολιτικός
  • Επινομίς,

Πρόκλος

  • Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Β’  [συνέχεια  Νο.2  184 – 368],  300.1 – 301.8.