Πώς φτάνουν οι εκλάμψεις των θεών σε όσα έχουν μεταβαλλόμενη της υπόστασή τους.


Πώς γίνονται «αἱ τῶν ἱερῶν καταλύσεις» [καταλήψεις];; Πως ο ίδιος τόπος καταλαμβάνεται κάθε φορά και από διαφορετικά πνεύματα ;;

Ίσως, μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 139.18 – 140.23», επειδή οι θεοί έχουν αϊδιους κλήρους και έχουν χωρίσει τη γη «κατὰ τοὺς θείους ἀριθμοὺς ὁμοίως ταῖς τοῦ οὐρανοῦ τομαῖς» [με βάση τους θεϊκούς αριθμούς ομοίως με τις τομές (διαιρέσεις) του ουρανού], φωτίζονται και τα επίγεια στον βαθμό που είναι επιτήδεια (κατάλληλα). Αυτή την επιτηδειότητα (καταλληλότητα) την προκαλεί «ἡ τῶν οὐρανίων περιφορα», η οποία μέσω συγκεκριμένων σχημάτων (διὰ τῶνδε τῶν σχημάτων) παρέχει σε συγκεκριμένα επίγεια δύναμη ανώτερη από τη φύση που έχουν [τοῖσδε δύναμιν παρεχομένη κρείττω τῆς παρούσης φύσεως], την προκαλεί όμως και το σύνολο της Φύσεως, που εμφυτεύει «συνθήματα θεῖα» σε καθένα από αυτά που φωτίζονται, δια των οποίων «αὐτοφυῶς ταῦτα»[τα επίγεια] μετέχουν στους θεούς – γιατί η Φύση είναι εξαρτημένη από τους θεούς και εμφυτεύει σε κάθε επίγειο διαφορετικές εικόνες των θεών – την προκαλούν και οι Καιροί, από τους οποίους καθορίζεται τόσο η κατάσταση των υπολοίπων πραγμάτων όσο και η των αέρων ευκρασία. Και γενικά όλα όσα μας περιβάλουν συντελούν προς την αύξηση και την μείωση της επιτηδειότητας αυτής. Όταν, λοιπόν, με την συνδρομή αυτών των πολλών αιτιών, γεννηθεί στα εκ φύσεως μεταβαλλόμενα με επιτηδειότητα προς μετουσία των θεών, εμφανίζεται και σε αυτά το θείο, το οποίο προηγουμένως ήταν (αποκε)κρυμμένο λόγω της ανεπιτηδειότητας (ακαταλληλότητας) «τῶν δεξομένων» και το οποίο έχει αιώνιο τον δικό του κλήρο και προσέφερε προς αυτά τη μετουσία τους σε αυτό, αλλά δεν την επιδεχόταν από αυτά, επειδή ήταν ανεπιτήδεια. Ωστόσο, όπως ακριβώς οι επιμέρους ψυχές επιλέγουν κάθε φορά και διαφορετικούς βίους  που είναι κατάλληλοι στους οικείους τους θεούς και άλλες φορές βίους ξένους, επειδή ξέχασαν τους δικούς τους θεούς, έτσι και από τους ιερούς τόπους άλλοι είναι εξοικειωμένοι με τον θεό που έλαβε τον κλήρο του συγκεκριμένου τόπου και άλλοι είναι εξαρτημένοι από άλλη θεϊκή τάξη, και για αυτό άλλοι ευτυχέστερα και άλλοι ατυχέστερα «ἐθείωσαν» [αφιερώθηκαν στους θεούς], λέει ο Πλάτων στους «Νόμους, 771.c». Είτε, λοιπόν, η τελεστική (τελετουργική) είτε η νομοθετική τέχνη αφιερώνει κάποια συγκεκριμένη πόλη στον θεό που έλαβε αυτό το μερίδιο της γης με βάση τον αρχικό αϊδιο κλήρο, η ζωή εξομοιώνεται περισσότερο με τον επόπτη θεό και τα έργα που είναι μεγάλα και θαυμαστά επιτυγχάνεται περισσότερο από αυτόν που δεν σπεύδει στις πράξεις από μία τέτοια αρχή. Και αυτός που έχει επιλέξει τη ζωή του θεού που του έλαχε πετυχαίνει περισσότερο από αυτόν που μετακίνησε τον εαυτό του σε άλλη τάξη.