Περί Ιερών γάμων


Ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία, 458.d.8 – 460.a.10», και αφού έχουν προηγηθεί οι απαραίτητες εξηγήσεις πάνω σε άλλα θέματα, μας λέγει πώς :

«Ύστερα όμως από αυτά, Γλαύκων, η χωρίς τάξη γενετήσια επικοινωνία ή οποιαδήποτε άλλη πράξη σε μια πόλη ευδαίμονα ούτε ευσεβής θα ήταν ούτε οι άρχοντες θα το επιτρέψουν. – Γιατί δεν είναι δίκαιο, είπε. – Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι έρχεται πια σειρά να θεσπίσουμε γάμους ιερούς, όσο πιο πολύ μπορούμε, και θα θεωρήσουμε ιερούς, όσοι είναι πιο ωφέλιμοι. – Χωρίς αμφιβολία. – Πως θα γίνου όμως ωφελιμότατοι ;; Αυτό να μου πεις, Γλαύκων. Βλέπω στο σπίτι σου όχι μόνον θηρευτικούς κύνες, αλλά και πολλά γενναία ορνίθια (καλής ράτσας). – Πες μου, στο όνομα του Δία, πρόσεξες άραγε κάτι επάνω στους γάμους και στην παιδοποιία τους ;; – Τι πράγμα, είπε. – Πρώτα πρώτα ανάμεσα σε αυτά, αν και είναι γενναία (από καλή ράτσα), δεν υπάρχουν μερικά καλύτερα από τα άλλα ;; – Υπάρχουν. – Χωρίς διάκριση όλα τα βάζεις να γεννούν ή προτιμάς ιδιαιτέρως τα άριστα ; – Τα άριστα. – Κι ακόμα τα νεώτερα ή τα πιο γέρικα ή τα ακμαιότερα κατά τις δυνάμεις τους ;; –  Από τα ακμαιότερα. – Και αν οι γέννες δεν κανονίζονται έτσι, δεν νομίζεις ότι τα ορνίθια και οι κύνες θα χειροτερέψουν στο είδος τους ;; – Μάλιστα, είπε. Για τους ίππους και για τα λοιπά ζώα τι νομίζεις ; ή μήπως έχεις διαφορετική γνώμη για αυτά ;; – Αυτό θα ήταν παράλογο, είπε. – Πω, πω, είπα, αγαπητέ μου φίλε, πόσο έξοχοι άρχοντες μας χρειάζονται, αν βέβαια συμβαίνει το ίδιο σχετικά με το γένος των ανθρώπων! – Και βέβαια το ίδιο συμβαίνει, είπε, αλλά τι θέλεις να πεις ;; – Ότι θα αναγκασθούν, είπα, να χρησιμοποιούν πολλά φάρμακα. Για σώματα που δεν έχουν ανάγκη από φάρμακα και πρόθυμα υποβάλλονται σε δίαιτα, νομίζομε ότι αρκετός είναι κι ένας κατώτερος γιατρός. Όταν όμως παραστεί ανάγκη να δώσει και φάρμακα ξέρουμε ότι χρειάζεται ένας γιατρός ανώτερος. – Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά που θέλεις να φτάσεις με αυτά που λες ;; – Στο εξής, είπα. Φαίνεται πως θα χρειαστεί οι άρχοντες μας να καταφεύγουν την ψευτιά και στην απάτη για την ωφέλεια των αρχομένων. Είπαμε, νομίζω, πως όλα αυτά είναι ωφέλιμα σαν φάρμακα. – Και πολύ ορθά, είπε. – Στους γάμους λοιπόν και στην παιδοποιία αυτό το «ορθά» δεν είναι ασήμαντο. – Πως δηλ. ;; – Από ότι παραδεχτήκαμε, είπα, πρέπει οι άριστοι άντρες να πλησιάζουν όσο μπορούν πιο συχνά τις άριστες γυναίκες, και πιο σπάνια οι φαυλότεροι τις φαυλότερες. Και των μεν πρώτων τα παιδιά να τα τρέφουν, των άλλων όμως όχι, αν πρόκειτε το ποίμνιο να κρατηθεί στο ύψος του. Και αυτά πρέπει να γίνονται κρυφά από όλους – μόνο οι άρχοντες να τα ξέρουν -, αφού πρέπει η αγέλη των φυλάκων να κρατιέται όσο γίνεται μακριά από την διχοστασία. – Πολύ σωστά, είπε. – Πρέπει λοιπόν ο νόμος να θεσπίσει και μερικές εορτές, για να φέρουμε σε αυτές την επαφή ανάμεσα στις νύφες και στους νυμφίους, να γίνονται θυσίες και οι ποιητές μας να συνθέτουν ύμνους που να ταιριάζουν στους τελούμενους γάμους. Τον αριθμό όμως των γάμων θα τον αφήσουμε στην πρωτοβουλία των αρχόντων, για να μπορούν με όλη τη δυνατή ακρίβεια να κρατούν τον ίδιο αριθμό ανδρών, λαμβάνοντας υπόψη τους πολέμους, τις ασθένειες κι όλα τα παρόμοια, ώστε η πόλη να μι γίνεται μήτε μεγάλη μήτε μικρή. Όσο αυτό είναι κατορθωτό. – Σωστά, είπε. – Πρέπει, λοιπόν, νομίζω, να γίνονται μερικές έξυπνες κληρώσεις, ώστε ο κατώτερος εκείνος σε κάθε ζευγάρωμα να ρίχνει το φταίξιμο στην τύχη, κι όχι στους άρχοντες.  –

Καὶ μάλα, εἶπον. ἀλλὰ μετὰ δὴ ταῦτα, ὦ Γλαύκων, ἀτάκτως μὲν μείγνυσθαι ἀλλήλοις ἢ ἄλλο ὁτιοῦν ποιεῖν οὔτε ὅσιον ἐν εὐδαιμόνων πόλει οὔτ᾽ ἐάσουσιν οἱ ἄρχοντες.

Οὐ γὰρ δίκαιον, ἔφη.

Δῆλον δὴ ὅτι γάμους τὸ μετὰ τοῦτο ποιήσομεν ἱεροὺς εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα· εἶεν δ᾽ ἂν ἱεροὶ οἱ ὠφελιμώτατοι.

Παντάπασι μὲν οὖν.

Πῶς οὖν δὴ ὠφελιμώτατοι ἔσονται; τόδε μοι λέγε, ὦ Γλαύκων· ὁρῶ γάρ σου ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ κύνας θηρευτικοὺς καὶ τῶν γενναίων ὀρνίθων μάλα συχνούς· ἆρ᾽ οὖν, ὦ πρὸς Διός, προσέσχηκάς τι τοῖς τούτων γάμοις τε καὶ παιδοποιίᾳ;

Τὸ ποῖον; ἔφη.

Πρῶτον μὲν αὐτῶν τούτων, καίπερ ὄντων γενναίων, ἆρ᾽ οὐκ εἰσί τινες καὶ γίγνονται ἄριστοι;

Εἰσίν.

Πότερον οὖν ἐξ ἁπάντων ὁμοίως γεννᾷς, ἢ προθυμῇ ὅτι μάλιστα ἐκ τῶν ἀρίστων;

Ἐκ τῶν ἀρίστων. Τί δ᾽; ἐκ τῶν νεωτάτων ἢ ἐκ τῶν γεραιτάτων ἢ ἐξ ἀκμαζόντων ὅτι μάλιστα;

Ἐξ ἀκμαζόντων.

Καὶ ἂν μὴ οὕτω γεννᾶται, πολύ σοι ἡγῇ χεῖρον ἔσεσθαι τό τε τῶν ὀρνίθων καὶ τὸ τῶν κυνῶν γένος;

Ἔγωγ᾽, ἔφη.

Τί δὲ ἵππων οἴει, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ τῶν ἄλλων ζῴων; ἦ ἄλλῃ πῃ ἔχειν;

Ἄτοπον μεντἄν, ἦ δ᾽ ὅς, εἴη.

Βαβαῖ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε ἑταῖρε, ὡς ἄρα σφόδρα ἡμῖν δεῖ ἄκρων εἶναι τῶν ἀρχόντων, εἴπερ καὶ περὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ὡσαύτως ἔχει.

Ἀλλὰ μὲν δὴ ἔχει, ἔφη· ἀλλὰ τί δή;

Ὅτι ἀνάγκη αὐτοῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, φαρμάκοις πολλοῖς χρῆ σθαι. ἰατρὸν δέ που μὴ δεομένοις μὲν σώμασι φαρμάκων, ἀλλὰ διαίτῃ ἐθελόντων ὑπακούειν, καὶ φαυλότερον ἐξαρκεῖν ἡγούμεθα εἶναι· ὅταν δὲ δὴ καὶ φαρμακεύειν δέῃ, ἴσμεν ὅτι ἀνδρειοτέρου δεῖ τοῦ ἰατροῦ.

Ἀληθῆ· ἀλλὰ πρὸς τί λέγεις;

Πρὸς τόδε, ἦν δ᾽ ἐγώ· συχνῷ τῷ ψεύδει καὶ τῇ ἀπάτῃ κινδυνεύει ἡμῖν δεήσειν χρῆσθαι τοὺς ἄρχοντας ἐπ᾽ ὠφελίᾳ  τῶν ἀρχομένων. ἔφαμεν δέ που ἐν φαρμάκου εἴδει πάντα τὰ τοιαῦτα χρήσιμα εἶναι.

Καὶ ὀρθῶς γε, ἔφη.

Ἐν τοῖς γάμοις τοίνυν καὶ παιδοποιίαις ἔοικε τὸ ὀρθὸν τοῦτο γίγνεσθαι οὐκ ἐλάχιστον.

Πῶς δή;

Δεῖ μέν, εἶπον, ἐκ τῶν ὡμολογημένων τοὺς ἀρίστους ταῖς ἀρίσταις συγγίγνεσθαι ὡς πλειστάκις, τοὺς δὲ φαυλοτάτους ταῖς φαυλοτάταις τοὐναντίον, καὶ τῶν μὲν τὰ ἔκγονα τρέφειν, τῶν δὲ μή, εἰ μέλλει τὸ ποίμνιον ὅτι ἀκρότατον εἶναι, καὶ ταῦτα πάντα γιγνόμενα λανθάνειν πλὴν αὐτοὺς τοὺς ἄρχοντας, εἰ αὖ ἡ ἀγέλη τῶν φυλάκων ὅτι μάλιστα ἀστασίαστος ἔσται.

Ὀρθότατα, ἔφη.

Οὐκοῦν δὴ ἑορταί τινες νομοθετητέαι ἐν αἷς συνάξομεν τάς τε νύμφας καὶ τοὺς νυμφίους καὶ θυσίαι, καὶ ὕμνοι ποιητέοι τοῖς ἡμετέροις ποιηταῖς πρέποντες τοῖς γιγνομένοις γάμοις· τὸ δὲ πλῆθος τῶν γάμων ἐπὶ τοῖς ἄρχουσι ποιή σομεν, ἵν᾽ ὡς μάλιστα διασῴζωσι τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, πρὸς πολέμους τε καὶ νόσους καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα ἀποσκοποῦντες, καὶ μήτε μεγάλη ἡμῖν ἡ πόλις κατὰ τὸ δυνατὸν μήτε σμικρὰ γίγνηται»

Ὀρθῶς, ἔφη.

Κλῆροι δή τινες οἶμαι ποιητέοι κομψοί, ὥστε τὸν φαῦλον ἐκεῖνον αἰτιᾶσθαι ἐφ᾽ ἑκάστης συνέρξεως τύχην ἀλλὰ μὴ τοὺς ἄρχοντας«.

Στον δε πλατωνικό «Τίμαιο, 18.c.6 – 19.a.5» πάνω στο ίδιο θέμα συμπληρώνει τα εξής:

«ΣΩ. : Και δια την γέννηση των παιδιών τι λέγαμε ; ή τα ενθυμείστε καλά αυτά που είπαμε, επειδή ακριβώς ήσαν ασυνήθιστα ;; Διότι ορίσαμε ότι όλα, και γάμοι και παιδιά, θα ήσαν κοινά δια όλους, και λάβαμε μέτρα ώστε κανείς ποτέ να μη αναγνωρίσει το ιδικό του τέκνο. Όλοι θα πιστεύουν ότι όλοι ανήκουν στο ίδιο γένος και θεωρούν αδελφές και αδελφούς όσους θα είχαν την πρέπουσα ηλικία, ενώ όσους έχουν γεννηθεί πριν από αυτούς θα τους θεωρούν γονείς και προγόνους γονέων, και όσους έχουν γεννηθεί κατόπιν, θα τους θεωρούν παιδιά τους και απογόνους τους.

ΤΙ. : Ναι, και αυτά τα ενθυμούνται καλά, όπως τα λέγεις.

ΣΩ. : Και δεν θυμόμαστε ακόμη πως είπαμε ότι, δια να γεννιούνται ευθύς εξ αρχής τα παιδιά, όσον είναι δυνατόν, με πολύ καλούς χαρακτήρας, θα πρέπει οι άρχοντες και οι αρχόντισσες να βρίσκουν κρυφά τον τρόπο, με κάποιαν τυπική κλήρωση, ώστε κατά την γαμήλια ένωση οι κακοί και οι καλοί να συνευρίσκονται χωριστά ο καθένας με γυναίκες όμοιες τους, και να μην προέρχεται καμία εχθρότητα μεταξύ τους ένεκα της διακρίσεως αυτής, διότι θα πιστεύουν ότι η τύχη ήτο η αιτία να συνευρεθούν.

ΤΙ. : Το θυμόμαστε.

ΣΩ. : Είπαμε ακόμη ότι μόνον τα παιδιά των καλών πρέπει να ανατρέφουν, ενώ κακών να τα διασκορπίζουμε κρυφά στην άλλη πόλη. Παρακολουθώντας όμως τα παιδιά, όσον προχωρεί η ηλικία τους, πρέπει να επαναφέρουμε τα άξια, ενώ τα ανάξια που έχουν πλησίον τους πρέπει να τα βάζουν στην θέση εκείνων που επιστρέφουν.

–  {ΣΩ.} Τί δὲ δὴ τὸ περὶ τῆς παιδοποιίας; ἢ τοῦτο μὲν διὰ τὴν ἀήθειαν τῶν λεχθέντων εὐμνημόνευτον, ὅτι κοινὰ τὰ τῶν γάμων καὶ τὰ τῶν παίδων πᾶσιν ἁπάντων ἐτίθεμεν, μηχανωμένους ὅπως μηδείς ποτε τὸ γεγενημένον αὐτῶν ἰδίᾳ γνώσοιτο, νομιοῦσιν δὲ πάντες πάντας αὐτοὺς ὁμογενεῖς, ἀδελφὰς μὲν καὶ ἀδελφοὺς ὅσοιπερ ἂν τῆς πρεπούσης ἐντὸς ἡλικίας γίγνωνται, τοὺς δ᾽ ἔμπροσθεν καὶ ἄνωθεν γονέας τε καὶ γονέων προγόνους, τοὺς δ᾽ εἰς τὸ κάτωθεν ἐκγόνους παῖδάς τε ἐκγόνων;

{ΤΙ.} Ναί, καὶ ταῦτα εὐμνημόνευτα ᾗ λέγεις.

{ΣΩ.} Ὅπως δὲ δὴ κατὰ δύναμιν εὐθὺς γίγνοιντο ὡς ἄριστοι τὰς φύσεις, ἆρ᾽ οὐ μεμνήμεθα ὡς τοὺς ἄρχοντας ἔφαμεν καὶ τὰς ἀρχούσας δεῖν εἰς τὴν τῶν γάμων σύνερξιν λάθρᾳ μηχανᾶσθαι κλήροις τισὶν ὅπως οἱ κακοὶ χωρὶς οἵ τ᾽ ἀγαθοὶ ταῖς ὁμοίαις ἑκάτεροι συλλήξονται, καὶ μή τις αὐτοῖς ἔχθρα διὰ ταῦτα γίγνηται, τύχην ἡγουμένοις αἰτίαν τῆς συλλήξεως;

ΤΙ.} Μεμνήμεθα.

{ΣΩ.} Καὶ μὴν ὅτι γε τὰ μὲν τῶν ἀγαθῶν θρεπτέον ἔφαμεν εἶναι, τὰ δὲ τῶν κακῶν εἰς τὴν ἄλλην λάθρᾳ διαδοτέον πόλιν· ἐπαυξανομένων δὲ σκοποῦντας ἀεὶ τοὺς ἀξίους πάλιν ἀνάγειν δεῖν, τοὺς δὲ παρὰ σφίσιν ἀναξίους εἰς τὴν τῶν ἐπανιόντων χώραν μεταλλάττειν;».

Ας δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά.

Όπως μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 50.7 – 54.10», τη γεωμετρική και την αριθμητική ομοιότητα, ταυτότητα και ισότητα έχει χρησιμοποιήσει ιδιαιτέρως μέσα στην «Πολιτεία, 524.d – 527.c» του ο Πλάτωνας, προκειμένου να διατηρήσει την εξομοίωση της πολιτείας με τον ουρανό όσον αφορά τις αισθήσεις ζωές και με το νοητό όσο αφορά της υπερουράνιες ζωές. Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, και στην περίπτωση των γάμων συνδέει την άριστη με τον άριστο και την κατώτερη με τον κατώτερη, επειδή και στους θεούς τα πρώτα είναι σύμφυτα περισσότερο με τα πρώτα, και στα κατώτερα με τα κατώτερα, και μαζί με την ένωση υπάρχει και η απρόσμικτη καθαρότητα τους, ώστε και στα κατώτερα μετά τους θεούς γένη πραγματοποιείται κατά την βούληση των θεών η παρόμοια κατανομή με βάση την αξία. Για αυτό με τους θεϊκούς δαίμονες συμπαρατάσσονται οι θεϊκές δαιμόνισες, με τους ψυχικούς οι ψυχικές, με τους υλικούς οι υλικές. Και παντού προχωρά με τάξη η αντιστοιχία μέχρι τα κατώτερα. Γιατί και το «να μηχανευτούν κρυφά – λάθρᾳ μηχανᾶσθαι» οι άρχοντες αυτό, υποδεικνύει ικανοποιητικά ότι η αιτία αυτής της σύναψης των γενών παραμένει αφανέρωτη μέσα στους θεούς, καθώς προκύπτει πρωταρχικά από εκεί, δευτερευόντως όμως και από τη σειρά του καθενός, σειρά που υπαινίσσεται ο «κλήρος». Ο κλήρος αυτός έχει το συνδετικό στοιχείο λόγω της ομοιότητας της ζωής, ομοιότητα με βάση την οποία καθετί έχει συμπαραταχτεί με το όμοιό του, το θεϊκό με το θεϊκό, το υλικό με το υλικό, το ενδιάμεσο με το ενδιάμεσο. Και για αυτό έχει αποκλειστεί από τα θεία κάθε σύγκρουση και διχόνοια, καθώς καθετί θείο αγαπά το οικείο του με βάση το σειρά έμφυτη και όχι επείσακτη και επινοημένη. Εικόνα όλων αυτών μας δίνει και το ότι οι πολίτες αποδίδουν την ένωσή τους στους κλήρους, χωρίς να βλέπουν το τέχνασμα που κρύβουν. Γιατί και στην φύση οι υποδοχές απονέμονται κατάλληλα στα είδη και κάθε είδος θα μπορούσε να θεωρήσει τη σειρά όπου έχει τοποθετηθεί ως αιτία για τις παραλλαγές όπου έχει τοποθετηθεί ως αιτία για παραλλαγές της ύλης με την οποία ενώνεται. Ωστόσο, και αυτό επιτελείται σύμφωνα με τα αίτια που προΐστανται της καθολικής δημιουργίας και αντιστοιχούν στους φύλακες.

Αυτά, λοιπόν, ας έχουν ειπωθεί για την μελέτη του σύμπαντος. Ο Λογγίνος όμως απορούσε μήπως ο Πλάτωνας σε αυτό το σημείο θεωρεί ότι εμφυτεύονται οι ψυχές με τα σπέρματα. Γιατί για να γεννηθούν άριστα παιδιά, ενώνει τις όμοιες με τους όμοιους. Ο Συριανός, ο δάσκαλός του Πρόκλου, έκρινε να παρατηρήσουμε ότι ο ίδιος ο Πλάτωνας προσέθεσε το «για να γεννιούνται όσο το δυνατόν άριστα ως προς την φύση τους παιδιά». Γιατί τα παιδιά λαμβάνουν μια φυσική ομοιότητα από τους πατέρες τους και συμμετέχουν στην ευγένεια των γονιών τους ως προς τις φυσικές αρετές. Έπειτα, να λάβουμε υπόψη μας και τούτο, ότι δηλ., ακόμα κι αν δεν είναι αληθές ότι οι ψυχές εμφυτεύονται μαζί με τα σπέρματα, όμως η διανομή των σωμάτων γίνεται με βάση την αξία. Γιατί οι ψυχές δεν εγκαθίστανται σε τυχαία σώματα, αλλά καθεμία στο σώμα που της ταιριάζει. Ο Όμηρος (Ξ’, σ. 382) λέγει ότι «Καλά ο εσθλός φορούσε, τα χειρότερα έδινε στον χειρότερο – ἐσθλὸς ἔδυνε, χέρεια δὲ χείρονι δόσκεν».

Επιπλέον, όπως ακριβώς ο τελεστής (τελετουργός), προσθέτοντας κάποια σύμβολα στα αγάλματα, τα καθιστά επιτηδειότερα για την υποδοχή των αντίστοιχων ψυχών, άλλοτε καλύτερων και άλλοτε χειρότερων. Και ο πολιτικός, γνωρίζοντας καλά την φύση, δίνει μεγάλη σημασία στα σπέρματα και σε κάθε φυσική επιτηδειότητα, προκειμένου να κάνει τις άριστες ψυχές να βρεθούν στις άριστες φύσεις. Αυτά πρέπει να ειπωθούν προς την απορία τους Λογγίνου.

Για ποιο λόγο όμως ο Πλάτων θεώρησε καλύτερο να θεωρούν οι πολίτες της τύχη ως αιτία για αυτή την διανομή ;; Επειδή είναι ωφέλιμο να γνωρίζουμε την αιτία όσων θεωρούνται από εμάς αγαθά. Γιατί θα τη θαυμάσουμε περισσότερο. Είναι, όμως, καλύτερο να νομίζουμε ότι δεν έχει αιτία η παρουσία των θεωρούμενων από εμάς κακών παρά να τα αποδίδουμε σε κάποια αιτία που τα διανέμει με καλό σκοπό. Γιατί αυτό οδηγεί στην περιφρόνηση του χορηγού, μάλλον όμως σε μίσος απέναντί του, επειδή καθένας αποφεύγει αυτό που τον βλάπτει.

Τα μέτρα, το «τα παιδιά των καλών πρέπει να ανατρέφουν, ενώ κακών να τα διασκορπίζουμε κρυφά στην άλλη πόλη», που έχουν διατυπωθεί για την πλατωνική πολιτεία, πολύ πιο πριν λαμβάνουν χώρα στο σύμπαν. Γιατί από τα γένη που παράγονται από τους θεούς και τους δαίμονες, άλλα μένουν σε εκείνους, γένη καθαρά και μακριά από την γένεση, τα οποία αποκαλούνται και «άχραντα» για αυτό τον λόγο, και άλλα κατεβαίνουν εις γένεσιν, επειδή δεν μπορούν να μείνουν σταθερά στον ουρανό. «καὶ τὰ μέν ἐστιν ἐξ ἀγαθῶν, τὰ δὲ ἐκ τῶν χειρό νων». Γιατί το κακό του χείρονος είναι δηλωτικού του κατώτερου. Είναι, λοιπόν, «όλοι οι ίπποι και οι ηνίοχοι των θεών αγαθοί», ενώ τα στοιχεία των επιμέρους ψυχών είναι μεμιγμένα. Για αυτό, λοιπόν, υπάρχει «ῥοπὴ καὶ νεῦσις καὶ πτερορρύησις ἐν ταύταις» – κατά τον στοχασμό του Σωκράτη του πλατωνικού «Φαίδρου, 246.c», τις οποίες στέλνουν στην γένεση «οἱ <θεοὶ> ἐν οὐρανῷ καὶ δαίμονες τῶν καθόδων προϊστάμενοι τῶν ψυχικῶν». τα ουράνια, λοιπόν, και άχραντα γένη των ψυχών τρέφονται ακολουθώντας τους θεούς «σε γεύμα και τραπέζι – ἐπὶ δαῖτά τε καὶ θοίνην», όπως λέγεται στον «Φαίδρο, 247.a», και τα γενεσιουργά γένη κοινωνούν (έρχονται σε επαφή) με την γένεση σταλμένα από εκεί. «κρυφά – λάθρᾳ» λέει το κείμενο του πλατωνικού «Τίμαιου», υποδεικνύοντας «τὴν ἀφανῆ καὶ ἀπόκρυφον ἐν τοῖς θεοῖς αἰτίαν τῶν ψυχικῶν καθόδων»,  καθώς και το ότι «πρέπει να διασκορπιστούν στην υπόλοιπη πόληεἰς τὴν ἄλλην λάθρᾳ διαδοτέον πόλιν», υποδεικνύοντας  ότι οι ψυχές που κατεβαίνουν από εκεί τίθενται υπό άλλη πρόνοια και άλλους επόπτες, οι οποίοι επιβλέπουν την γένεση.

Στην «Πολιτεία, 415.b-c» ο Πλάτων καθιερώνει την «μετάστασιν» (μετακίνηση) όχι μόνον όσων «πὸ τῶν ἄνωθεν διαδοθέντων εἰς τὴν κάτω πόλιν», αλλά και «τῶν ἐκεῖ τεχθέντων ὑποχρύσων». Στον «Τίμαιο, 19.a», όμως, καθιερώνει «τὰς ἀναγωγάς» μόνο αυτών που έχουν κατέβει. Πως, λοιπόν, μπορούν αυτά να συμφωνήσουν μεταξύ τους ;; Είναι δυνατόν να συμβιβάσουμε το εδώ κείμενο με τα όσα έχουν διατυπωθεί εκεί, αν το «καθώς μεγαλώνουν – ἐπαυξανομένων» δεν το εννοήσουμε μόνο για όσα στάλθηκαν από πάνω προς τα κάτω, αλλά για όλα όσα ανατρέφονται κάτω. Γιατί, καθώς μεγαλώνουν όσα γενικά τικτόθηκαν (γεννήθηκαν) κάτω ή όσα βρέθηκαν κάτω από πάνω, πρέπει να εξετάζουμε τις φύσεις τους τι λογής είναι, και ετσι να επαναφέρουμε τα άξια. Αν, όμως, θέλεις να αντιληφτείς το κείμενο από την αρχή, πρέπει να πούμε ότι ο Σωκράτης χρησιμοποίησε τώρα κάτι σύμφωνα με τα όσα έχουν προαναφερθεί. Γιατί «αἱ κατελθοῦσαι ψυχαὶ πάλιν ἀνίασιν» (ανεβαίνουν), όχι «σαι τὴν ὑπόστασιν ἐξ ἀρχῆς εἶχον ἐν τῇ γενέσει καὶ περὶ τὴν ὕλην», όπως είναι οι περισσότερες ψυχές των άλογων. Αυτά περί αυτού.

Δείτε, όμως, πως όσα καθορίζει ο Σωκράτης στην πολιτεία του είναι τα ίδια και στο σύμπαν. Άλλα γένη έχουν «ἀεὶ τὴν αὐτὴν ἐν οὐρανῷ τάξιν», παραμένοντας θεία και άτρεπτα, άλλα «ἀεὶ περὶ τὴν γένεσιν»  έχουν βυθιστεί, κι άλλα είναι κατά κάποιο τρόπο ενδιάμεσα των δύο, καθώς άλλοτε είναι εξαρτημένα από εκείνα τα θεϊκά και άλλοτε «ἐπιμιγνύμενα» με τα γένη που  ασπάζονται την γένεση. Δεν είναι, λοιπόν, το γένος των δαιμόνων «τὸ ἀνατασσόμενον ἢ κατατασσόμενον» (αυτό που αναβαθμίζεται ή υποβαθμίζεται),  «οὐδὲ αἱ πολυειδεῖς ζωαὶ οὐδὲ οἱ θάνατοι περὶ τοὺς δαίμονας» (ούτε οι θάνατοι εμφανίζονται στους δαίμονες) αλλά στις επιμέρους ψυχές, οι οποίες άλλοτε προσομιλούν (συγχρονίζονται) με την γένεση και άλλοτε μεταβαίνουν στην περιοχή των δαιμόνων ή των θεών (εἰς δαιμονίαν ἢ θείαν λῆξιν μεθισταμένας). Αυτά γνώριζε και ο Σωκράτης και θεσμοθέτησε στην πολιτεία του κάτι αντίστοιχο. Γιατί και ο ουράνιος Ζευς τοποθέτησε προηγουμένως στον ουρανό τους θεούς και τους δαίμονες οι οποίοι ανεβάζουν (ανάγουν, στα ανώγια) τις επιμέρους ψυχές, καθώς και άλλους οι οποίοι τις κατεβάζουν (στα κατώγια) στην γένεση, προκειμένου να μην εκλείπουν ποτέ από το σύμπαν οι κάθοδοι και οι άνοδοι των ψυχών. Γιατί ακόμη κι αν δεις μια τέτοια ψυχή να έχει αποκατασταθεί στην αρχική της θέση, «άλλη στέλνει ο πατέρας για να συμπληρώσει τον αριθμό – ἀλλ᾽ ἄλλην ἐνίησι πατὴρ ἐναρίθμιον εἶναι», σύμφωνα με την ένθεση υπόδειξη όλων τούτων.