Περί Θεών – μέρος Β’ (εκ του υπομνήματος του Πρόκλου στον “Κρατύλο” του Πλάτωνα)


Ο Ποσειδών

 «Το όνομα “Ποσειδών” αναλύεται στο σημείο αυτό του διαλόγου κατά τρείς τρόπους (άλλωστε και την τρίαινα κατέχει ο θεός αυτός, και στον κύκλο του ανήκουν οι Τρίτωνες και η Αμφιτρίτη). Πρώτον, με βάση τον κλήρο που του έλαχε είναι ”επίτροπος” των στην γένεσιν ερχόμενων ψυχών, για τις οποίες ο κύκλος του αμεταβλήτου “πεπέδηται[1] [=δέθηκε], εφόσον η θάλασσα αναλογεί στην γέννεση. Δεύτερον, πριν από την επαφή του με το πρώτο, σύμφωνα με ότι ειπώθηκε συγκριτικά για τον Δία : “ο Ζεύς έγινε πρώτος και πιο πολλά γνωρίζει”. Άλλωστε ο Ζεύς αυτός είναι το άμεσο προς αυτόν, τον Ποσειδώνα, νοητό. Τρίτον, από την ενέργεια που κατευθύνει προς τα εξωτερικά πράγματα και την επαφή του με τον Πλούτωνα, διότι εκείνος δίνει κίνηση στην φύση και ζωοποιεί τα τελευταία στοιχεία, εποπτεύει την ίδια την γη και την αναγείρει προς τις απογεννήσεις.»[2]

 «Ο Ποσειδώνας είναι θεός νοητικός & δημιουργικός, είναι αυτός που υποδέχεται τις κατερχόμενες στην γένεσιν ψυχές, ενώ ο Άδη είναι θεός νοητικός και δημιουργικός, αυτός που λύει τις ψυχές από γενέσεως. Δεδομένου δε ότι η σύνολη κυκλική πορεία μας διαιρείται σε τρία μέρη – στην πριν της γενέσεως Διιακήν ζωή, στην εν τη γενέσει Ποσειδωνιακή ζωή και στην μετά την γένεσιν Πλουτωνιακή ζωή -, είναι εύλογο ο Πλούτωνας, προσδιοριζόμενος βάση του νου, να στρέφει τα τέλη προς τις αρχές, ολοκληρώνοντας μια κυκλική πορεία χωρίς αρχή και τέλος, όχι μόνον προκειμένου για τις ψυχές αλλά και τη σύμπασα δημιουργία τόσο των σωμάτων όσο και γενικώς των περιφορών, προκαλώντας την ανέλιξη από αΐδιο, όπως στην περίπτωση της ανέλιξης των κινήσεων των αστρώων ψυχών και των περί την γένεσιν και τα παρόμοια. Ο Ζεύς, εξάλλου, κυβερνά τη ζωή των προ της γενέσεως ψυχών.»[3]

«Ορισμένοι που ερμηνεύουν το όνομα του Πλούτωνα με βάση τον πλούτο που δίνει η γη από τους καρπούς και τα μέταλλα, και το όνομα Άδης με βάση το «αϊδές» [=αόρατο], το σκοτεινό και το φοβερό είναι κάτι λανθασμένο. Καθώς τον Πλούτωνα πρέπει να τον εκλάβουμε, αφενός ως Νου στον πλούτο της φρόνησης, και τον Άδη, αφετέρου, στον Νου τον «ειδότα» [=που γνωρίζει] τα πάντα. Πράγματι, σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση «ο Θεός τούτος είναι Σοφιστής»[4], και με την κάθαρση που κάνει μετά θάνατον στις ψυχές τις ελευθερώνει από τον κόσμο της γένεσης. Διότι το «αϊδές», καθώς εξηγούν λανθασμένα κάποιοι, δεν είναι κακό. Ούτε άλλωστε και ο θάνατος είναι κακό, μολονότι μερικοί θεωρούν υπό το κράτος πάθους πως είναι αϊδές. Είναι αϊδές και υπέρτερο του εμφανούς, όπως το νοητό παν.»[5]

«Όπως τον Πλούτωνα δεν πρέπει να τον ερμηνεύουμε μόνο με βάση αυτό που έρχεται πρώτο μπροστά μας, τον πλούτο δηλ. που δίνει η γη, αλλά και με βάση τον πλούτο της φρόνησης, έτσι και τη Δήμητρα δεν πρέπει να την ερμηνεύουμε με βάση τη σωματική τροφή, αλλά πρέπει να την εννοούμε στην αρχή της από τους ίδιους τους Θεούς ως χορηγό, κατά πρώτον, τροφής στους ίδιους αυτούς, εν συνεχεία στους μετά από εκείνους και να εννοούμε ότι η αγαθοεργός γραμμή του είδους αυτού συνεχίζεται μέχρι τη σωματική τροφή. Άλλωστε και του Έρωτα η ξεχωριστή λαμπερή απορροή προς τους θεούς πρώτα εκπέμπεται, το ίδιο η μαντική και η ιατρική του Απόλλωνα, το ίδιο και οι ιδιαίτεροι χαρακτήρες των άλλων.»[6]

«Τροφή προκειμένου για τους Θεούς, είναι η νοητική συμπλήρωση των υψηλοτέρων προς τους κατώτερους. Οι Θεοί λοιπόν τρέφονται όταν νοούν τους προ αυτών θεούς και τελειοποιούνται και ατενίζουν τα “νοητά κάλλη”, επί παραδείγματι τη καθαυτό δικαιοσύνη, την καθαυτό σωφροσύνη και ούτω καθεξής, όπως ελέχθη στον “Φαίδρο, 247.d”.»[7]

«Ο Ορφέας, λέγοντας ότι η Δήμητρα ταυτίζεται με την Ρέα, αναφέρει ότι όταν βρίσκεται ψηλά, αχώριστη με τον Κρόνο, είναι Ρέα, ενώ όταν μετατοπίζεται και γεννά τον Δία είναι Δήμητρα : “Ρέα πρωτύτερα ήταν, σαν έγινε του Δία μάνα όμως έγινε Δημήτηρ” αναφέρεται στο ορφικό απόσπασμα Νο.106. Ο Ησίοδος εξάλλου, στην «Θεογονία, σ. 454», λέει τη Δήμητρα κόρη της Ρέας, και είναι προφανές ότι οι θεολόγοι των Ελλήνων συμφωνούν. Είτε δηλ. από την Κρόνια ένωση προχώρησε στον κατώτερο Κόσμο είτε είναι της Ρέας η πρώτη κόρη, το ίδιο γίνεται. Καθώς λοιπόν τέτοιος είναι ο χαρακτήρας της Δήμητρας, καθώς έλαβε την κατεξοχήν σεβάσμια και ηγεμονική βαθμίδα ως κλήρο από την καθολική ζωογόνο Ρέα και καθώς συνέχει τις ενδιάμεσες κορυφές της σύνολης ζωογονίας, πληροί όλα τα υπερκόσμια με τους οχετούς [αγωγούς] της ολοκληρωμένης ζωής εκπορεύοντας προς τα πάντα τη ζωή με τρόπο αμέριστο, ενιαίο και χωρίς διαχωρισμούς. Προ όλων αυτών όμως μας φανερώνει τον δημιουργό νου καθαυτόν και του δίνει τη δύναμη για την δημιουργία της ζωής των πάντων. Όπως δηλαδή ο Κρόνος χορηγεί σε αυτόν εκ των άνω την αιτία της ύπαρξης και της ουσίας, έτσι και η Δήμητρα εκ των άνω, από τους γόνιμους κόλπους της, διοχετεύει τη ζωογονία προς τον δημιουργό. Η ίδια, κατέχοντας το μέσο κάθε ζωογόνου θεότητας, κυβερνά όλες τις πηγές που υπάρχουν σε αυτήν, και περιέχει τον ένα και μοναδικό σύνδεσμο των πρωταρχικών και μαζί των έσχατων δυνάμεων της ζωής. Συσπειρώνει τις κατώτερες πηγές και εξασφαλίζει τη σταθερή τους συνοχή, και οδηγεί προς τα επάνω τις ενιαίες αιτίες των υπέρτερων προς την κατεύθυνσή της δημιουργίας των όλων. Με τον τρόπο αυτό ως ζωογόνος αποβαίνει συνολικά μια και μαζί επταδική : ως προς την εξηρημένη ένωση, αφενός, προϋπάρχουσα της επτάδας, ως προς τη συμπαρατασσόμενη με άλλα, αφετέρου, συνάγοντας σε ένα και μοναδικό νοητικό κέντρο τις εντός της τριαδικές πηγές, και περιέχοντας την Εστία και την Ήρα. Την Ήραν από τα δεξιά να εκχέει όλο τον Κόσμο των ψυχών, και την Εστία από τα αριστερά να  εκπέμπει όλο το φώς της αρετής. Για τούτο είναι δικαιολογημένο να αποκαλείται από τον Πλάτωνα, στον «Κρατύλο, 404.b»,  μητέρα και χορηγός της τροφής : μητέρα επειδή περιέχει την αιτία της  Ήρας, και χορηγός της τροφής επειδή περιέλαβε εκ των προτέρων εντός της την Εστία.»[8]

«Η Δήμητρα, όπως περιέχει κάθε ζωή, έτσι ακριβώς παρέχει και κάθε τροφή. Ως παράδειγμα [υπόδειγμα] της μάλιστα έχει την Νύχτα (πράγματι, στο ορφικό απόσπασμα Νο.99, λέγεται ότι είναι των θεών η θεία τροφός), εκείνη όμως είναι με τρόπο νοητό. Διότι για τους νοητικούς Κόσμους των θεών το νοητό είναι τροφή. Η Δήμητρα, μάλιστα, ήταν η πρώτη που μοίρασε τις δύο τροφές που βρίσκονται στους θεούς, όπως λέγεται στο ορφικό απόσπασμα Νο.107 : “επινόησε προπομπούς, συνοδούς και ακολούθους, επινόησε την αμβροσία και το ερυθρού νέκταρος το ποτό, επινόησε το λαμπρό έργο των βουερών μελισσών”. Όχι μόνο λοιπόν τη ζωή αλλά και την τελειοποίηση της ζωής δημιούργησε η δέσποινά μας Δήμητρα, από τα επάνω μέχρι τα τελευταία. Διότι και η αρετή είναι η τελείωση των ψυχών. Έτσι, κατ’ εικόνα της αΐδιας αυτής διπλής δημιουργίας, και οι μητέρες που γεννούν μέσα στον χρόνο γεννούν το βρέφος και ταυτόχρονα δημιουργούν με φυσικό τρόπο το γάλα ως τροφή για το  νεογέννητο – πράγμα που δεν κάνουν ούτε πριν ούτε μετά.»[9]

«Ο δημιουργικός νους συζευγνύεται με τις ζωογόνες αιτίες κατά τρείς  τρόπους. Συνδέεται με τις πριν από αυτόν πηγές, και συνυπάρχει κατά φυσική συμφωνία με τις συγγενικές τους, ενώ συνεργάζεται με τους υποδεέστερους του Κόσμους. Με την πρότερή του Δήμητρα συνευρίσκεται στη βάση της επιστροφής, με την ύστερή του Κόρη – Περσεφόνη στη βάση της πρόνοιας και με την ομόλογή του Ήρα στη βάση του έρωτα. Εξ ου και λέγεται ότι ο Ζευς είναι ερωτευμένος με την Ήρα : “Όπως τώρα ερωτεύτηκα εσένα»” λέει ο Ζευς στον 328ο στίχο της Ξ’ ραψωδίας της Ομηρικής Ιλιάδος. Αυτή μάλιστα είναι και η νόμιμη σύζυγος ενώ οι άλλες δυο φαίνονται παράνομες. Τούτη λοιπόν η θεά, η Ήρα, παράγει αφ’ εαυτού της, μαζί με τον δημιουργό και ταυτόχρονα πατέρα, όλα τα γένη των ψυχών, τα υπερκόσμια και τα εγκόσμια, τα ουράνια και τα υποσελήνια, τα θεϊκά και τα αγγελικά και τα δαιμονικά και τα μεριστά. Υπό μια έννοια εξάλλου διαχωρίζεται από τον δημιουργό, υπό μιαν άλλη πάλι είναι ενωμένη με αυτόν. Διότι, αναφέρεται από τον Πλάτωνα στον «Φίληβο, 30.d» ότι ο Δίας έχει «νου βασιλικό» επειδή η Ήρα έχει συζευχθεί με αυτόν ή περιέχεται σε αυτόν. Έτσι στον 213ο στοίχο της Ξ’ ραψωδίας της Ομηρικής Ιλιάδος λέγεται ότι “στου μεγάλου Διός την αγκαλιά κοιμάται”. Πράγματι ο Ζευς, συνέχει ενοποιητικά την πατρική και τη μητρική αιτία του Κόσμου, και η πηγή των ψυχών λέγεται ότι ενυπάρχει στον Δία, κατά τον ίδιο τρόπο ακριβώς πάλι που στη νόηση του Δια πρώτη μετέχει η Ήρα. Άλλωστε όπως λέγει και ο ομηρικός Ζευς, στον 547ο στοίχο της Α’ ραψωδίας της Ιλιάδος, “κανένας άλλος θεός δεν γνωρίζει τον νου μου πριν από την Ήρα”. Έτσι λοιπόν, ”διὰ ταύτην οὖν τὴν ἄφραστον τῶν θεῶν κοινωνίαν”[επαφή], ο Κόσμος μετέχει στις νοητικές ψυχές, και έλαβαν υπόσταση οι νόες που εποχούνται των ψυχών και μαζί με αυτές πληρούν τη σύνολη δημιουργία. Για τούτα δίνει τη μαρτυρία του και ο Σωκράτης του πλατωνικού «Κρατύλου, που ομολογεί το όνομα της Ήρας όχι από κάπου αλλού παρά από τον έρωτα, καθώς είναι εραστή του Διός.»[10]

 Ο δημιουργικός νους συζευγνύεται με τις ζωογόνες αιτίες κατά τρείς τρόπους.

  • με την πρότερή του Δήμητρα συνευρίσκεται στη βάση της επιστροφής
  • με την ύστερή του Κόρη – Περσεφόνη στη βάση της πρόνοιας
  • με την ομόλογή του Ήρα στη βάση του έρωτα

Δίας + Ήρα (παράγει αφ’ εαυτού της, μαζί με τον δημιουργό και ταυτόχρονα πατέρα, όλα τα γένη των ψυχών :

  • τα υπερκόσμια και τα εγκόσμια
  • τα ουράνια και τα υποσελήνια
  • τα θεϊκά και τα αγγελικά και τα δαιμονικά και τα μεριστά.

Δηλ, ”διὰ ταύτην οὖν τὴν ἄφραστον τῶν θεῶν κοινωνίαν”[επαφή], ο Κόσμος μετέχει στις νοητικές ψυχές, και έλαβαν υπόσταση οι νόες που εποχούνται των ψυχών και μαζί με αυτές πληρούν τη σύνολη δημιουργία.

«τις ζωογονικές τούτες τρείς μονάδες παραδίδει κατά σειρά στον «Κρατύλο, 404.bc» ο Πλάτων, τη Δήμητρα, την Ήρα και την Περσεφόνη, αυτή δηλαδή που λέγεται μητέρα του δημιουργού, αυτή που λέγεται αδελφή του δημιουργού και αυτή που λέγεται κόρη του αντίστοιχα. Και οι τρείς μάλιστα τίθενται ως κοινωνοί της όλης δημιουργίας, η πρώτη με χαρακτήρα εξηρημένο και νοητικό, η δεύτερη με χαρακτήρα αρχή και ηγετικό και η τρίτη ως πηγή και ταυτόχρονα αρχή. Η τελευταία από τις παραπάνω θεές έλαχε τριπλή δύναμη και περιέλαβε τρεις μονάδες θεών, κατά τρόπο αδιαίρετο και ενιαίο. Προσονομάζεται επίσης Κόρη, «διὰ τὴν καθαρότητα τῆς οὐσίας καὶ τὴν ἄχραντον ἐν ταῖς ἀπογεννήσεσιν ὑπεροχήν». Η ηγεμονία της διακρίνεται σε ανώτερη, ενδιάμεση και κατώτερη. Στο κορυφαίο της σημείο ονομάζεται από τον Ορφέα Άρτεμη, στο κέντρο της Περσεφόνη και στο τέλος του θεϊκού Κόσμου Αθηνά. Στην ύπαρξη της που υπερβαίνει τις άλλες δυνάμεις του ζωογονικού τούτου Κόσμου εγκαθίσταται η αρχή της Εκάτης, στην ενδιάμεση και γεννητική των όλων δύναμη ενυπάρχει η ψυχική δύναμη και στο νοητική της επιστροφή η αρετή. Στην επάνω λοιπόν και υπερκόσμια περιοχή η Κόρη «τὴν τριπλῆν ταύτην ἑνοειδῶς προτείνει τὴν τῶν θεῶν διακόσμησιν» [προβάλει σε πνεύμα ενότητας τον τριπλό Κόσμο των θεών], και μαζί με τον Δία «ἀπογεννᾷ» τον αμερίστως εξάρχοντα της μεριστής δημιουργίας Διόνυσο, ενώ στην κάτω περιοχή μαζί με τον Πλούτωνα γίνεται θεατή με ξεχωριστό τρόπο κατά την ενδιάμεση ιδιότητά της. τούτη δηλαδή είναι που προχωρεί σε όλα τα μέρη, που χορηγεί τη ζωοποιία στα έσχατα. Για αυτό και αποκαλείται Περσεφόνη κατά κύριο λόγο επειδή συνευρίσκεται με τον Πλούτωνα και μαζί με αυτόν δίνει κοσμική τάξη στα τελευταία μέρη του σύμπαντος. Στα άκρα λέγεται ότι είναι παρθένα και ότι παραμένει άχραντος, ενώ στο μέσο «ζεύγνυσθαι τῷ Ἅιδῃ καὶ συναπογεννᾶν τὰς ἐν τοῖς ὑποχθονίοις Εὐμενίδας». Ονομάζεται λοιπόν αυτή Κόρη και κατά τρόπο διαφορετικό από την υπερκόσμια και ηγεμονική. Η Ενάδα δηλαδή συνέχει τις τρείς ζωογονικές αρχές, ενώ η μεσότητα περιέχει εντός της τους ιδιαίτερους χαρακτήρες των άκρων. Για τούτο στη μαζί με τον Πλούτωνα Περσεφόνη θα βρει κανείς τον χαρακτήρα της Εκάτης, ή της Αθηνάς, με την διαφορά ότι τα άκρα θα είναι σε αυτή απόκρυφα, ενώ εμφανής θα είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της μεσότητας και προσδιοριστικός της αρχικής ψυχής, πράγμα που στην εκεί περιοχή υπάρχει ηγεμονικώς, στην εδώ όμως εγκοσμίως.»[11]

Οι 3εις ζωογονικές μονάδες :

  • Δήμητρα – μητέρα του δημιουργού Δία
  • Ήρα – αδελφή του δημιουργού Δία
  • Περσεφόνη – κόρη του δημιουργού Δία

Κοινωνοί της καθολικής δημιουργίας

  •  Δήμητρα – εξηρημένως και νοητικά
  •  Ήρα – αρχικώς και ηγεμονικικώς
  •  Περσεφόνη – Πηγαίως και αρχικώς

Υπερκόσμια Δημιουργική τριάδα:

  •  “μικρός” Ζεύς = Νους καθολικός
  •  Ζεύς ενάλιος ή Ποσειδών = καθολική Ψυχή
  •  Ζεύς καταχθόνιος ή Πλούτων ή Άδης = Καθολική Φύση
  1. “μικρός” Ζεύς + Κόρη => ο αμερίστως εξάρχων της μεριστής δημιουργίας Διόνυσος Ζαγρέας.
  2.  Ζεύς ενάλιος ή Ποσειδών
  3.  Ζεύς καταχθόνιος ή Πλούτων ή Άδης + Κόρη => 7 Υποχθόνιες Ευμενίδες

Υπερκόσμια ζωογόνος τριάδα ή Κόρη ή Άρτεμις Κορική

  • Άρτεμις (Εκάτης αρχή, Ενάδα)
  • Περσεφόνη (Εγκόσμια Ψυχή, δύναμη)
  •  Αθηνά (Αρετή, επιστροφή[νους])

«Η Περσεφόνη πήρε το όνομά της τόσο επειδή χωρίζει τα είδη το ένα από το άλλο, καθώς ο φόνος δηλώνει υπαινικτικά την αναίρεση, όσο και γιατί “χωρίζειν τὰς ψυχὰς τελέως ἐκ τῶν σωμάτων διὰ τῆς πρὸς τὸ ἄνω ἐπιστροφῆς”, πράγμα που για όσους τα αξιώνονται είναι ο κατεξοχήν “εὐτυχέστατος φόνος καὶ θάνατος”. Η “Φερέφαττα”, εξάλλου, ως προς την επαφή της με τα της γενέσεως ταιριάζει στην δεύτερη, και ως προς τη σοφία και την γνώμη (σκέψη) της στην τρίτη, όλα όμως τα γνωρίσματα της συνδυάζονται με την τελειότητα της ψυχής. Για τούτο και προσαγορεύεται Περσεφόνη και δεν παίρνει τα ονόματα που έχει στα άκρα, δεδομένου ότι και το αντικείμενο της αρπαγής από τον Πλούτωνα είναι το ενδιάμεσο των άκρων, αυτό που ακινητεί σταθερά στον εαυτό της και σύμφωνα με το οποίο λέγεται ότι ο Κόρη μένει παρθένα.»[12]

Περί Απόλλωνος

«Εύλογα, μετά την Περσεφόνη, στο σημείο αυτό του διαλόγου αναλύει τον Απόλλωνα. Πραγματικά η επαφή των δύο θείων σειρών – εννοώ την Κορικής και της Απολλωνιακής – είναι μεγάλη. Η πρώτη δηλ., η Κόρη, είναι μονάδα της ενδιάμεσης τριάδας των αρχών και παρήγαγε αφ΄εαυτής δυνάμεις ζωογονικές. Ο άλλος επιστρέφει σε μια και μόνη ένωση της ηλιακές αρχές, “κατέχοντας την τρίπτερη αρχή”, όπως λέει ο Χαλδαικός Χρησμός. Οι ηλιακές αρχές μάλιστα έλαβαν την υπόσταση τους αμέσως μετά από τις ζωογονικές. Εξ ου και στον Ορφέα η Δήμητρα τη στιγμή που παραδίδει τη βασιλεία στην Κόρη παρουσιάζεται να λέει : “Να ανέβεις στο θαλερό κρεβάτι του Απόλλωνα και να γεννήσεις λαμπρά τέκνα, με πρόσωπα που θα τα φλέγει  το πύρ”. Και πως θα μπορούσε να γίνει τούτο, αν η επαφή των θεών αυτών δεν ήταν μεγάλη ; Σχετικά με τον Απόλλωνα, πρέπει να γνωρίζουμε ότι με μία και μόνη αυτοφυή την πρωταρχική νοητική σύλληψη αυτός που είναι αίτιος της ένωσης και που ανάγει πλήθος στο Ένα δηλώνεται πως είναι Απόλλων, και ότι ο τρόπος τούτος της σχετικής με το όνομα θέασης αρμόζει σε όλες της βαθμίδες του Θεού. Ο Σωκράτης στον «Κρατύλο, 405.d+» εξετάζοντας τις μερικότερες δυνάμεις του Απόλλωνα, διότι το πλήθος των δυνάμεων του Απόλλωνα είναι για εμάς ασύλληπτο και απερίγραπτο. Πότε άλλωστε ο ανθρώπινος λογισμός στάθηκε δυνατόν να περιλάβει το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτήρων όχι μόνο του Απόλλωνα αλλά και κάποιου άλλου θεού ; Στ’ αλήθεια οι θεολόγοι έχουν παραδώσει πλήθος των Απολλωνιακών ιδιοτήτων, μας παραδίδει μόνο τέσσερις. Ο Κόσμος δηλαδή είναι σαν δεκάδα, πλήρης από όλους τους Λόγους, που περιέλαβε τα πάντα στον εαυτό του και επέστρεψε στην οικεία αρχή της δεκάδας, αμέσως μετά την οποία η τετράδα έχει περιλάβει την αιτία, και ξεχωριστά την μονάδα. Και στη μία αυτό συμβαίνει αδιαίρετα και απόκρυφα, στην άλλη διαχωρισμένα, όπως ακριβώς ο Απόλλων ενοποιεί το πλήθος των ενδοκοσμικών πραγμάτων σε άμεση ακολουθία, ενώ ο δημιουργικός νους ξεχωριστά. Ό Σωκράτης λοιπόν κάνει χρήση της βαθμίδας αυτής. Όντως, αρχίζει από την ιατρική και περνώντας από την μαντική και την τοξευτική καταλήγει στη μουσική. Πρέπει βέβαια να πούμε ότι όλες οι ενέργειες του θεού τούτου υπάρχουν σε όλους τους Κόσμους των όντων, αρχίζοντας από πάνω φτάνοντας μέχρι τους τελευταίους, και διαφορετικές ενέργειες φαίνονται να επικρατούν, λιγότερο ή περισσότερο, σε διαφορετικούς Κόσμους. Επί παραδείγματι, η ιατρική ενέργεια του θεού επικρατεί κατά κύριο λόγο στον υποσελήνιο Κόσμο, “όπου υπάρχουν το μίσος, ο φόνος κι οι άλλοι δαίμονες του θανάτου, οι εξαντλητικές αρρώστιες, οι σήψεις και τα αβέβαια έργα” (κατά την έκφραση του Εμπεδοκλή). Αυτά δηλαδή, κινούμενα με ελλειμματικό τρόπο, χρειάζονται την επαναφορά τους από το παρά φύση στο κατά φύση, από την ασυμμετρία και την πολλαπλή διάσπαση στη συμμετρία και στην ενότητα. Η μαντική πάλι επικρατεί στον ουρανό. Εκεί κατεξοχήν η αποκαλυπτική δύναμη του θεού καταυγάζει τα νοητά αγαθά φανερώνοντας τα στους ουράνιους. Για τούτο και “συμπεριπολεῖ” με τον ήλιο, και ο ίδιος νους απλώνεται πάνω και στα δύο, επειδή και ο ίδιος μεταδίδει με το φώς με τη λάμψη τους στους ουράνιους και χορηγεί στα πάντα την ενοποιητική του δύναμη. Η τοξευτική επικρατεί στους ανεξάρτητους Κόσμους. Διότι εκεί με την εφ’  όλων εξουσία του ενεργοποιεί τις κινήσεις του, τις οποίες παρομοιάζουν παντού με βέλη, και δίνει τέλος, αφενός, σε κάθε έλλειψη τάξης, ενώ πληροί, αφετέρου, τα πάντα με τις δημιουργικές του παροχές, εξ ου και ονομάζεται “εκατηβελέτης”, διότι, όντας χωριστός και εξηρημένος, φτάνει στα πάντα δια μέσου των ενεργειών του. Η Μουσική, τέλος, κατέχει τον ηγεμονικό και αρχικό κατά κύριο λόγο Κόσμο, διότι εκείνος είναι που και τον σύνολο Κόσμο συναρμόζει στη βάση μιας και μόνης ένωσης, στήνοντας γύρω του τον χορό των Μουσών, “περήφανος στην αρμονία του φωτός του, όπως λέει κάποιος από τους θεουργούς των τελετών”. Υπάρχει λοιπόν, όπως ειπώθηκε, και ο μουσικός και οι άλλοι Απόλλωνες, και στη γη και στους άλλους τόπους, αλλού όμως φαίνεται περισσότερο και αλλού λιγότερο. Οι εν λόγω μάλιστα δυνάμεις ενυπάρχουν στον θεό κατά τρόπο ενιαίο και ξεχωριστό, και στην ακολουθία του θεού, υπέρτερη από εμάς, συνδέονται με την γένεση στη βάση της μέθεξης και μεριστά, κατά τον τρόπο που υπάρχουν πολλοί δήμοι ιατρικών αγγέλων, δαιμόνων και ηρώων συνδεδεμένων με τον Απόλλωνα, κι επίσης άλλων μαντικών, μουσικών και τοξευτικών στους οποίους κατανέμονται οι ενιαίες δυνάμεις του θεού με τον διαχωρισμό και τον μερισμό. Πρέπει μάλιστα καθεμία από τις δυνάμεις να την εξετάζουμε στη βάση ενός προσδιορισμού ιδιαίτερου χαρακτήρα : την μουσική φερειπείν, βάσει της ικανότητας της να συνδέει τη διαφορισμένη πολλαπλότητα, την τοξευτική “κατὰ τὸ τῆς ἀτάκτου φύσεως ἀναιρετικόν, την μαντική βάσει της αποκαλυπτικής και την ιατρική “κατὰ τὸ τελεσιουργόν. Τους εν λόγω ιδιαίτερους χαρακτήρες πάντως πρέπει να τους αντικρίζουμε υπό διαφορετικό πνεύμα προκειμένου για τους θεούς καθαυτούς, και υπό διαφορετικό προκειμένου για τους αγγέλους, τους δαίμονες, τους ήρωες, και υπό διαφορετικό πνεύμα πάλι προκειμένου για τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και ούτω καθεξής. Διότι οι δυνάμεις των θεών εκτείνονται από την επάνω περιοχή μέχρι τα έσχατα, εμφανιζόμενες με τον κατάλληλο εκάστοτε τρόπο, όπου και η τελεστική προσπαθεί να πετύχει τη σύναψη τους προς τους θεούς μέσα από την ταυτοπάθεια. Σε όλες μάλιστα τις βαθμίδες πρέπει να διατηρούμε την αντίληψη ότι ο θεός τούτος είναι ενοποιός της πολλαπλότητας. Πραγματικά, η ιατρική καταργεί την πολυμορφία των νοσημάτων και χαρίζει την ενιαία υγεία, δεδομένου ότι η υγεία αποτελεί κατάσταση συμμετρίας και κατά φύση, ενώ το παρά φύσει είναι πολύμορφο. Αλλά και η μαντική, αποκαλύπτοντας την απλότητα της Αλήθειας, καταργεί την του ψεύδους ποικιλία. Όσο για την τοξευτική, δίνοντας τέλος σε κάθε σφαλερό και θηριώδες στοιχείο και προετοιμάζοντας την επικράτηση του συντεταγμένου και ήμερου, συνδέεται με το Ένα και αποσυνθέτει τη φυσική αταξία που οδηγείται στην πολλαπλότητα. Η μουσική, τέλος, με τον ρυθμό και την αρμονία εμβάλλει στα πάντα τον σύνδεσμο, την φιλία και την ένωση και απομακρύνει τα αντίθετα τους. Κατά τον ίδιο τρόπο συνεπώς και ο δημιουργός του σύμπαντος δημιουργεί άτρωτο απέναντι στην νόσο και στο γήρας το σύμπαν, μέσω της νοητικής ιατρικής, η οποία αναιρεί εκ των προτέρων καθετί το παρά φύση και δεν του επιτρέπει καν να λάβει υπόσταση. Μέσω της θείας τοξευτικής αποκαθιστά σε τάξη την αταξία και το πλημμελές. Με την θεία μουσική συνδέει την ασυνάρμοστη ύλη μέσω των αρμόνιων και συναρμόζει τις ψυχές. Και προλέγοντας στις ψυχές τα μέλλοντα με τη νοητική μαντική που ενυπάρχει σε αυτόν, η οποία μαζί με τις προφητείες συμβάλλει στην ολοκλήρωση της δημιουργίας των πραγμάτων, αποκαλύπτει την αλήθεια. Όλες οι παραπάνω δυνάμεις υπάρχουν κατά τρόπο πρωταρχικό και εξηρημένο στον δημιουργό των πάντων και ενοειδώς, με κατώτερο τρόπο και διακεκριμένως υπάρχουν στον Απόλλωνα, έτσι που ο Απόλλων να μην ταυτίζεται για τον λόγο αυτό προς τον δημιουργικό νου, τον Δία : ο τελευταίος περιέχει τις δυνάμεις αυτές καθολικά και πατρικά ενώ ο Απόλλων υπολείπεται και μιμείται τον πατέρα του. Όλες δηλαδή οι ενέργειες και δυνάμεις των δεύτερων θεών περιέχονται στον δημιουργό αιτιακώς, και εκείνος, ως κάτοχος όλων αυτών, ταυτόχρονα και αθροιστικά, δημιουργεί το σύμπαν και του δίνει την μορφή Κόσμου, ενώ οι κατιόντες του, ο καθένας με τις διαφορετικές του δυνάμεις, συνεργάζονται με τον πατέρα[13]

 «Το ότι βλέπουμε την κάθαρση όχι μόνο στην περίπτωση της ιατρικής αλλά και της μαντικής δείχνει ότι γενικά η καθαρτήρια δύναμη του Απόλλωνα περιέχει και τις δυο ενέργειες, Με τις του φωτός του μαρμαρυγές λαμπρύνει τον Κόσμο και με τις παιωνικές του ενέργειες αποκαθαίρει όλη την αμετρία της ύλης – πράγματι τον μιμούνται οι γιατροί και οι μάντεις του εδώ Κόσμου, με τους πρώτους να καθαρίζουν τα σώματα και τους δεύτερους να εξαγνίζουν τους εαυτούς τους και όσους τους ακολουθούν δια των περιρράνσεων (ραντίσματα) και των περιθειώσεων (καθαρμοί). Στ’ αλήθεια, όπως λέει ο “Τίμαιος, 22.c”, οι Θεοί αποκαθαίρουν και το Σύμπαν είτε με το πυρ είτε με το ύδωρ, πράγματα που μιμούνται και οι μάντεις. Για αυτό και οι Θεουργίες δίνουν εντολή στους “κλήτορες” και στους “δοχείς” να κάνουν με τους τρόπους αυτούς τους καθαρμούς τους, και όχι από τους μάντεις μόνο αλλά και από τελεστές οι καθαρμοί παραλαμβάνονται πριν από τις τελετές, καταργώντας κάθε αλλότριο στοιχείο της προκείμενης τελετής. Και η αναγωγή των πολύμορφων καθάρσεων στη μία και μόνη καθαρτική δύναμη του Θεού είναι στοιχείο οικείο σε αυτόν. Διότι σε όλες τις περιπτώσεις ο Απόλλων ενωτικός είναι το πλήθους και συναγωγός σε ένα, και όλους τους τρόπους της κάθαρσης ενοειδώς τους παρέλαβε, αποκαθαίροντας τον σύνολο ουρανό, την γένεσιν και όλες τις εγκόσμιες ζωές και επιμέρους ψυχές χωρίζοντάς τες εκ των παχυσμάτων της ύλης. Για τούτο και ο θεουργός ο της τελετής του καθηγούμενος αρχίζει από τις καθάρσεις και τα ραντίσματα. “Κι ο ίδιος, ο πρώτιστος Ιερεύς, των έργων του πυρός ο κυβερνήτης, να ραίνει με τον παγερό το κύμα του πολυθόρυβου θαλασσόνερου”, όπως λέει ο χρησμός για αυτόν. Ο χαρακτήρας εξάλλου του θεού ως εποπτεύοντος της γνωστικής πολυμορφίας και ως αποκαλυπτικού της αλήθειας παριστά την αναλογία του προς το Αγαθό, την οποία εξυμνεί  και ο Σωκράτης της “Πολιτείας”, λέγοντας ότι ο ήλιος είναι έκγονο του Αγαθού και ανάλογος προς αυτό . Όντας λοιπόν από την ίδια του την ουσία ενωτικός και κατά αυτό τον τρόπο ταγμένος ως προς τους εκδοκοσμικούς Θεούς ως ανάλογο προς το Αγαθό, αποκαλύπτει και σε εμάς μέσω της αλήθειας την προς εκείνο – αν επιτρέπεται να το πούμε – ομοιότητα. Η απλομορφία, δηλ., είναι έκφραση του Ενός, και η γνωστική αλήθεια έκφανση της υπερούσιας και πρωταρχικότατης αλήθειας που προέρχεται από το Αγαθό. Το ότι ο Θεός τούτος “είναι πάντοτε κυρίαρχος των βολών” δείχνει την εξουσία του που είναι ικανή να ανταγωνιστεί τα πάντα μέσα στον Κόσμο. Διότι από ψηλά, από την υπερουράνια βαθμίδα, διασπείρει τους οχετούς (αγωγούς) του Διός και τις ακτίνες του σε όλο τον Κόσμο. Πράγματι, τα βέλη του υπαινίσσονται ότι ο θεός τούτος είναι αίτιος κάθε αρμονίας, αφανούς όσο και εμφανούς, μέσω των ηγεμονικών του δυνάμεων, με τις οποίες συμβάλλει, μαζί με την Μνημοσύνη και τον Δία, στην γέννηση των Μουσών, και συμπράττει στην αναγωγή της όλης αισθητής περιοχής σε Κόσμο μέσω των δημιουργικών του δυνάμεων, αυτών τις οποίες “τα παιδιά των θεουργών χέρια” ονομάζουν, δεδομένου ότι και η ενέργεια της αρμονίας συνάπτεται προς την κίνηση των χεριών. Αλλά και τις ψυχές και τα σώματα κοσμεί μέσα από τις αρμονικές αναλογίες, χρησιμοποιώντας εν είδει φθόγγων τις διαφορετικές τους δυνάμεις, και με τις δις δημιουργικές του κινήσεις κινεί τα πάντα με τρόπο αρμονικό και ρυθμικό. Και η σύμπασα όμως ουράνια τάξη και κίνηση καταδεικνύει το αρμονικό έργο του θεού. Για τούτο και οι μεριστές ψυχές δεν φτάνουν στην τελείωσή τους με άλλο τρόπο παρά μόνο μέσα από την ομοιότητα προς το εναρμόνιο σύμπαν, αποσυνθέτοντας τον ανάρμοστο χαρακτήρα που φέρουν από τη γένεσή τους. Διότι τότε λαβαίνουν την άριστη ζωή που θέτει μπροστά τους ο Θεός. Από την ανάλυση τώρα σχετικά με τον βασιλέα Απόλλωνα μεταβαίνει στις Μούσες και στο όνομα της μουσικής. Διότι ο Απόλλων εξυμνείται ως Μουσηγέτης, και είναι ο ίδιος μονάδα σε σχέση με την εντός του παντός αρμόνια. Ο χορός των Μουσών εξάλλου είναι δεκτικός του σύνολου αριθμού της εννεάδας. Από τα δυο άλλωστε αυτά στοιχεία όλο ο Κόσμος “δέθηκε με άλυτα δεσμά”, και είναι και πλήρης, οφείλοντας τον χαρακτήρα τον χαρακτήρα του ενός στην μονάδα του Απόλλωνα και τον χαρακτήρα του πλήρους στον αριθμό των Μουσών. Διότι ο ένατος, δημιουργημένος από τον πρώτο τέλειο, μέσω της ομοιότητας και της ταυτότητας, είναι οικείος προς τις πολύμορφες αιτίες της τάξης και της αρμονίας του Κόσμου, που όλες κορυφώνονται σε μια και μόνη τελειότητα. Εκείνες δηλ. δημιουργούν την ποικιλία των Λόγων, κι εκείνος συνέχει ενωτικά την όλη πολλαπλότητα τους. Εκείνες δίνουν υπόσταση στην ψυχική αρμονία, κι εκείνος έρχεται ως χορηγός της νοητικής και αμέριστης αρμονίας. Εκείνες διαιρούν  το εμφανές κατά τις αρμονικές αναλογίες, κι εκείνος δίνει συνοχή στην αφανή και χωριστή αρμονία. Κι εκείνες και αυτός δίνουν υπόσταση στα ίδια πράγματα, εκείνες όμως ως προς τον αριθμό, και αυτός κατά ένωση. Εκείνες διαιρούν το ένα το Απόλλωνα, και αυτός ενίζει το μουσικό πλήθος, στρέφοντας αυτό προς τον εαυτό του και συνέχοντάς το. Πράγματι, το πλήθος των Μουσών είναι εκείνο που προέρχεται από την ενιαία και χωριστή ύπαρξη του Μουσηγέτη, όπως και ο αριθμός του είναι εκείνος που προήλθε και ανέλιξε τη μια και πρώτιστη αιτία της αρμονίας των πάντων.»[14]

«Το όνομα των Μουσών ετυμολογείται κάπως έτσι : δεδομένου, αφενός, ότι ο Πλάτων αποκαλεί τη φιλοσοφία “μεγίστη μουσική[15], κατά το ότι κάνει τις ψυχικές μας δυνάμεις να κινούνται αρμονικά, σε συμφωνία προς τα όντα και προς τις συντεταγμένες κινήσεις των κύκλων της, και, αφετέρου, ότι προς αυτή μας οδηγεί η αναζήτηση της ουσίας του εαυτού μας και του σύμπαντος μέσα από την στροφή προς τους εαυτούς μας και προς τις ανώτερες μας υποστάσεις , και ερχόμαστε σε συμφωνία προς το σύμπαν μέσα από την εξομοίωση των εντός μας περιφορών προς αυτές του σύμπαντος[16], για τους λόγους αυτούς και στις Μούσες δίνουμε ονόματα που βασίζονται στην αναζήτηση αυτή. Ο ίδιος ο Μουσαγέτης φανερώνει στις ψυχές την αλήθεια σύμφωνα με τη μια νοητική απλομορφία, ενώ οι Μούσες τελειοποιούν τις πολύμορφες ενέργειες μας που ανυψώνουν στο νοητικό Ένα. Οι αναζητήσεις λοιπόν έχουν την αναλογία της ύλης ως προς το τέλος που έρχεται από την εύρεση, όπως ακριβώς και τι πλήθος ως προς το ένα, και η ποικιλομορφία προς την απλομορφία. Γνωρίζουμε λοιπόν ότι οι Μούσες δίνουν στις ψυχές τη ζήτηση της αλήθειας, στα σώματα τη πλήθος των δυνάμεων και παντού την ποικιλία των αρμονιών.»[17]

Περί της Λυτώς

«Η Λυτώ είναι ζωογόνος πηγή που περιέχεται στην Δήμητρα. Για αυτό και οι πατροπαράδοτες μας τελετές (τὰ παρ᾽ ἡμῖν πάτρια) “τὴν αὐτὴν Δήμητρά τε καὶ Λητὼ θεραπεύουσιν” ταυτιζόμενες, καταδεικνύοντας την ένωση των θεαινών αυτών. Η θεός τούτη εκπέμπει όλο το ζωογόνο φως και φωτίζει τις νοητικές ουσίες των θεών και τους ψυχικούς Διακόσμους (Κόσμους), ενώ τελευταίον καταυγάζει σύμπαντα τον αισθητό ουρανό, “ἀπογεννήσασα τὸ περικόσμιον φῶς καὶ τούτου τὴν αἰτίαν ἱδρύσασα” στα παιδιά της, τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, εναστράπτουσα νοητικό και ζοωγόνο φως προς τα πάντα. Αλλά και στις ψυχές δίνει την τελείωση της αρετής και την “ἔλλαμψιν τὴν ἀνάγουσαν αὐτὰς” στην νοητική περιοχή του πατέρα, αναρπάζοντας τες από τις σκολίες ατραπούς της ύλης, από την πολυσύνθετη κακία και από την εν τη γενέσει τραχύτητα. Σε αυτά προσβλέποντας και οι θεολόγοι την προσονομάζουν Λητώ, επειδή χρίζει στις ψυχές το «λείο» χαρακτήρα, την πηγή της εκούσιας ζωής και την χορηγία της “θείας ῥᾳστώνης. Τούτα, στα αλήθεια, δίνει σε όσους αποτείνονται προς αυτή, άφατη ενέργεια, αβλαβή ζωή, πραότητα, αταραξία και νοητική γαλήνη. Είτε λοιπόν από το εθελούσιο αποκλήθηκε Λητώ (το “λῶ γάρ ἐστιν ῥῆμα δηλοῦν τὸ βούλομαι”), είτε από το “λείο”, ως “Λεητώ”, σε κάθε περίπτωση μέσα και από τα δύο τούτα το όνομα φανερώνει τις δυνάμεις της θεού. Οι “ἠναγκασμέναι”, πράγματι, ενέργειες της ψυχής οφείλονται στην υλική τραχύτητα, ενώ και η σκολιότητα της ζωής εν τη γενέσει ελαττώνει την εκούσια ζωή των ψυχών. Αντίθετα, η άνοδος προς τους θεούς κάνει τη ζωή ομαλή και ήμερη αντί για σκληρή και τραχιά, ελεύθερα επιθυμητή αντί για εξαναγκασμένη. Για τον λόγο αυτό και η θεός που είναι αιτία για όλα αυτά ονομάζεται Λητώ. Γιατί λοιπόν να ονομάζουμε Λητώ την ύλη, με την σκέψη ότι είναι ευχάριστη και χρησιμεύει ως εκμαγείο για όλα τα είδη, δεχόμενη σαν κάτοπτρο τις εμφανίσεις όλων των όντων, και σαν αιτία λήθης για όλους όσοι κοιτάζουν σε αυτή ;; Γιατί τον Απόλλωνα πρέπει να τον ονομάζουμε αρμονία βάσει του ότι έλαβε υπόσταση από τη Λητώ και τον Δία ;; Κατά αυτόν τον τρόπο, δηλ., και ο θεός τούτος θα ήταν αδιαχώριστος από την ύλη και όχι αίτιος  “τῆς ἐν τῷ παντὶ ἁρμονίας”. Πως είναι όμως δυνατόν άλλοτε να τον ταυτίζουμε με τον ίδιο τον Δημιουργό και άλλοτε να μην τον διαχωρίζουμε από την ύλη ;; Το ορθό λοιπόν είναι να μην λέμε πως Λητώ είναι αυτή που υποδέχτηκε τον Απόλλωνα, αλλά να την εννοούμε ως μητέρα και πηγή παντός ζωογονικού φωτός που με την θερμότητά του διαφυλάσσει τα πάντα, και  τον Απόλλωνα πάλι, που είναι ξεχωριστός, να τον εννοούμε ως χορηγό της εναρμόνιας ζωής στο σύνολό της και όλων των εγκόσμιων Λόγων, με τους οποίους “ἀλύτως συνδέδεται τὸ πᾶν. Ονομάζοντας άλλωστε τη μέγιστη τούτη θεά “Λητώ” ο Σωκράτης, με τη σκέψη πως το όνομα προέρχεται από τη «λήθη», ήθελε να προφυλάξει την ανωριμότητα της νεανικής ηλικίας, και στην περίπτωση αυτής θα μπορούσε κατά κύριο λόγω να ειπωθεί και τούτο, λόγω του ότι εμβάλει στις ψυχές τη λήθη των κακών, της εν τη γενέσει αναστάτωσης και του κλυδωνισμού, πράγματα που ενόσω η ψυχή εξακολουθεί να θυμάται είναι αδύνατον να εγκατασταθεί στο νοητό. ”ἄγει γὰρ ἡ μνήμη πρὸς τὸ μνημονευτόν”, λέγει ο Πλωτίνος, και καθ΄ όσον ακριβώς τρόπο “ἡ Μνημοσύνη τὴν μνήμην τῶν νοητῶν ἀνεγείρει”, ομοίως και η Λητώ “τὴν λήθην δωρεῖται τῶν ἐνύλων”.»[18]

Περί Αρτέμιδος

«Ο Πλάτων παραδίδει τρεις ιδιότητες της δέσποινας μας Αρτέμιδος, την άχραντη, την κόσμια και την αναγωγόν (ανυψωτική). Λόγω της πρώτης λοιπόν λέγεται πως η θεά αγαπά την παρθενία, λόγω της δεύτερης, με βάση την οποία είναι τελειοποιητική, λέγεται πως είναι έφορος (επόπτης) της αρετής, και λόγω της τρίτης, σύμφωνα με την οποία είναι επιστρεπτική, λέγεται ότι μισεί τις γενεσιουργούς ορμές. Από τις τρείς αυτές, η πρώτη κατεξοχήν ταιριάζει στην πορεία της θεάς, σύμφωνα με την οποία έλαβε την ύπαρξη στην ζωογόνο τριάδα των αρχών, είτε προσονομάζεται Εκατική θεότητα, όπως λένε οι θεουργοί, είτε Άρτεμη, όπως την λέει ο Ορφέας. Διότι εκεί εγκατεστημένη πληρούται από άχραντες δυνάμεις, από μέρους των αμείλικτων θεών, ενώ ατενίζει την πηγή της αρετής και ασπάζεται την παρθενία της. Νοώντας λοιπόν εκείνη δίνει υπόσταση και στην αρετή των αρχών, και διαχωρίζεται από κάθε επαφή και σύζευξη. Από κάθε πορεία προς γένεσιν. Για τούτο λοιπόν και η Κόρη, ως προς την Άρτεμη και την Αθηνά που βρίσκονται μέσα της, λέγεται ότι μένει παρθένα, ως προς τη γόνιμη δύναμη της Περσεφόνης όμως πλησιάζει και συνάπτεται με τον τρίτο δημιουργό, και, όπως λέγει ο Ορφέας στο απ. Νο.218, γεννά “εννιά γαλανομάτες θυγατέρες που τα άνθη δημιουργούν”. Και τούτο διότι η Αρτέμη και η Αθηνά που βρίσκονται μέσα της διατηρούν πάντοτε ίδια την παρθενιά. Η πρώτη δηλαδή χαρακτηρίζεται από το μόνιμο (αμετάβλητο γνώρισμα) της Κόρης, και η άλλη από το επιστρεπτικό. Όσο για την γεννητική δύναμη, έλαβε την ενδιάμεση βαθμίδα σε αυτήν. Λένε μάλιστα πως αυτή επιθυμεί την παρθενία, επειδή η μορφή της περιέχεται στη ζωογόνο πηγή, και νοεί την αρετή της πηγής και δίνει υπόσταση στην αρχική και ανυψωτική αρετή, και περιφρονεί κάθε υλική ένωση, μολονότι εποπτεύει τους καρπούς των τέτοιου είδους υλικών ενώσεων. “μολονότι ατελής και δεν γνώρισε γάμο λευτερώνει στο τέλος κάθε παιδογόνο γέννα” λέγει ο Ορφέας στο απ. Νο.137. Φαίνεται μάλιστα ότι οι γενέσεις και οι πρόοδοι των πραγμάτων εκτρέπονται και ότι αυτή τους προσδίδει τους χαρακτήρες της τελείωσης, τις ψυχές τις τελειοποιεί μέσω της σύμφωνης προς την αρετή ζωής, ενώ στα θνητά ζώα χορηγεί την αποκατάστασή τους στο Είδος. Το ότι η ένωση της Άρτεμης και με την εγκόσμια Εκάτη και με την Κόρη είναι μεγάλη το βλέπουν εκείνοι που έχουν συγκρίνει έστω και λίγο με τον Ορφέα. Από αυτά είναι προφανές ότι και η Λητώ περιέχεται μέσα στην Δήμητρα μαζί με τον Δία έδωσε υπόσταση στην Κόρη και στην εγκόσμια Εκάτη, δεδομένου ότι ο Ορφέας και την Άρτεμη την αποκαλεί Εκάτη : “η θεϊκή λοιπόν Εκάτη, η κόρη της ομορφοπλέξουδης Λητώς, άφησε εκεί τα μέλη του παιδιού κι ανέβηκε στον Όλυμπο” λέγει ο Ορφέας στο απ. Νο.201. Δεν είναι να απορεί κανείς που και την Άρτεμη η οποία βρίσκεται μέσα στην Κόρη την αποκαλέσαμε αλλού Εκάτη. Και ο Πλάτων εξυμνώντας μέσα από τις τρείς νοητικές συλλήψεις, θα μπορούσε να πει ότι η μια από αυτές σημαίνει κάτι, και η άλλη σημαίνει τα πάντα. Πράγματι, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ονομάστηκαν έτσι η μεν πρώτη “για τα πάντα” και οι μετά από αυτήν, καθώς έλαχαν βαθμίδα μερικότερου χαρακτήρα, “για κάτι ένα”, με βάση το οποίο κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζεται.»[19]

Περί Αδώνιδος

«Τον εγκόσμιο Διόνυσο το συμπαράταξε με την εγκόσμια Αφροδίτη επειδή τον ερωτεύτηκε και έπλασε ως απεικόνισή του τον πολυτιμημένο ανάμεσα στους Κίλικες και τους Κύπριους Άδωνη. Είναι αυτονόητο ότι τον τέτοιας λογής έρωτα της Αφροδίτης πρέπει να τον εκλάβουμε ως αγαθοειδή και προνοητικό, βάσει του ότι προέρχεται από ανώτερη θεότητα και ολοκληρώνεται εκδηλούμενος προς υποδεέστερον.»[20]

  • Άνθρωπος Άδωνις = είδωλο του Εγκόσμιου Διονύσου από την Εγκόσμια Αφροδίτη

Θα πρέπει δηλ. να ξέρουμε ότι είναι άλλος ο μυθολογικά αναφερόμενος άνθρωπος Άδωνης και άλλος ο Έλληνας Θεός Άδωνης (εγκόσμιος Διόνυσος). Σχετικά με τον Μυθολογικό άνθρωπο Άδωνη ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος, στην «Μυθολογική Βιβλιοθήκη, Τόμος Γ’, 3.47.1 – 3.50.13», λέγει πως :

«ο Κινύρας, ο γιός του Αστύννοου και της Φερνάκης, κόρης του Μεγάσσαρου (βασιλιάς των Υριέων), με την Μεθάρμη, κόρη του βασιλιά των Κυπρίων Πιγμαλίωνα, απέκτησε τον Οξύπορο και τον Άδωνη και τις Ορσεδίκη, Λαογόρη και Βραισία. Ο Άδωνης, νέος ακόμα, λόγω του θυμού της Αρτέμιδος για αυτόν, πληγώθηκε στο κυνήγι από ένα αγριόχειρο, και πέθανε. Ο Ησίοδος τον ονομάζει γιο του Φοίνικα και της και της Αλφεσίβοια, ενώ ο Πανύασσις λέει ότι ήταν γιός του Θείοντα, του βασιλιά των Ασσυρίων, ο οποίος είχε κόρη τη Σμύρνα. Αυτή, εξαιτίας της οργής της Αφροδίτης – γιατί δεν την τιμούσε – , ερωτεύτηκε τον πατέρα της και με συνεργό της την παραμάνα της κοιμήθηκε με τον πατέρα της εν αγνοία του δώδεκα νύχτες. Μόλις αυτός το κατάλαβε, τράβηξε το ξίφος και την κυνήγησε η κοπέλα τότε, τη στιγμή που κόντευε να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να γίνει άφαντη. Οι θεοί, επειδή τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Δέκα μήνες αργότερα το δέντρο άνοιξε και γεννήθηκε ο λεγόμενος Άδωνης, τον οποίο η Αφροδίτη, μικρό παιδί ακόμα, τον έκρυψε κρυφά από τους θεούς σε λάρνακα, εξαιτίας της ομορφιάς του, και την εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη. Εκείνη, μόλις, είδε το παιδί, αρνήθηκε να το δώσει πίσω. Το θέμα λοιπόν τέθηκε στην κρίση του Διός, ο οποίος διαίρεση το έτος στα τρία και διέταξε το ένα τρίτο του χρόνου να μένει ο Άδωνις μόνος του, ένα τρίτο κοντά στην Περσεφόνη, και ένα τρίτο κοντά στην Αφροδίτη. Ο Άδωνης όμως παραχώρησε σε αυτήν το δικό του ένα τρίτο. Αργότερα πέθανε στο κυνήγι, χτυπημένος από αγριόχοιρο

Περί Διονύσου

 «Όταν ο νεαρός ρωτάει σχετικά με τον δεσπότη μας Διόνυσο νομίζοντας ότι πρόκειται για κάτι δευτερεύον, για τούτο και αποστομώνεται από τον Σωκράτη, και δεν μαθαίνει για τις κρυφές προόδους των Θεών τούτων, αλλά για τις τελευταίες μόνο, τις εγκόσμιες. Σε αυτό βέβαια ο φιλόσοφος προσδίδει σοβαρότητα, μολονότι, καθώς λέει, πρόκειται για παιχνίδια, μιας και οι Θεοί τούτοι είναι φιλοπαίγμονες. Όπως δηλ. για τις έσχατες ενέργειες των άλλων Θεών, που είναι φοβερές, τιμωρητικές και κολαστικές, λέει ότι είναι τελεσιουργικές για τις ψυχές – επι παραδείγματι ότι “μετά τον Δία έρχεται η Δίκη, του θείου νόμου τιμωρός” και ότι για όσους είναι κόσμιοι και ζουν σύμφωνα με τις επιταγές του νους η θεά τούτη – η Δίκη – είναι ευεργετική, ενώ σε όσους είναι υβριστές και ανακατεύουν τη ζωής τους με την αμάθεια επιβάλλει την τιμωρία τους, ώσπου να εξαφανίσει εντελώς τους ίδιους, τις οικογένειες τους, τις πόλεις τους – έτσι και τις έσχατες ενέργειες του Διονύσου και της Αφροδίτης, που δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα, τις αντιμετωπίζει με σοβαρότητα, αποκαθαίροντας στο σύνολό τους τις περί θεών αντιλήψεις μας και προετοιμάζοντας μας να κατανοήσουμε ότι τα πάντα αποβλέπουν πως το άριστο τέλος, όποιας λογής και αν είναι αυτό. Το ότι δηλαδή, θεραπεύουν την ασθένεια της θνητής φύσεως και αποκαθιστούν τις δυσκολίες της σωματικής ζωής είναι ο λόγος για τον οποίο οι αίτιοι τούτων είναι φιλοπαίγμονες. Έτσι, και στις απεικονίσεις άλλοτε τους φτιάχνουν σαν, θα έλεγε κανείς, να γελούν, να είναι χαλαροί και να χορεύουν, και άλλοτε αυστηρούς, τρομακτικούς να τους βλέπεις και βλοσυρούς, ανάλογα με τις εγκόσμιες των θεών (απο)λήξεις.»[21]

 «Τον δεσπότη μας τον Διόνυσο οι θεολόγοι πολλές φορές τον αποκαλούν «Οίνο» με βάση τα τελευταία του δώρα, όπως επί παραδείγματι ο Ορφέας στο απ. Νο. 202 λέγει : “Τη ρίζα του Οίνου από μονή που ήταν την έκαναν τριπλή ” ή στο απ. Νο. 203 που λέγει ότι : “Του Οίνου όλα τα μέλη λάβε τα με προσοχή και φέρ’ τα μου ” ή ακόμη στο απ. Νο. 204 που λέγει “Ήταν οργισμένη με τον Οίνο, τον γιο του Δία”. Αν πάλι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται έτσι, είναι φανερό ότι και οι πρώτες και οι ενδιάμεσες ενέργειές του θα μπορούσαν να πάρουν την ίδια ονομασία με την τελευταία, ώστε ο Σωκράτης του Πλατωνικού «Κρατύλου» αποβλέποντας σε τούτο ακριβώς το στοιχείο ονομάζει τον θεό “Διδονυσον”, ξεκινώντας από τον οίνο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να δηλώσει όλες τις δυνάμεις του θεού. Όπως και στον Πλατωνικό «Φαίδρο» ο Σωκράτης ονομάζει τον μεγάλο Έρωτα με κοινή ονομασία τόσο για τον θεϊκό όσο και για τον σωματικό. Όταν λοιπόν περί οίνου πρέπει να σχηματίζουμε την εντύπωση για τον μερικό Νου. Πραγματικά, το «οιόνους» δεν είναι άλλο παρά το διαιρεμένο από το όλον και δεκτικό πλέον συμμετοχής νοητικό είδος, που γίνεται “οίον” [=μόνο] και μονάχο. Ο μεν πλήρης Νους, δηλαδή ο Δίας, είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο μερικός όμως, ο Διόνυσος,  και δεκτικός συμμετοχής είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί ως προς το ένα είδος, εκείνο που προβάλλεται σε αυτόν από όλα, το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό. Τούτο λοιπόν το ιδιαίτερο και διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα δηλώνει ο οίνος που σημαίνει τον «οίον» και «τινά» Νουν. Επειδή λοιπόν ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από την μονάδα του Διονύσου, διαιρώντας από τον καθολικό νου τους επιδεκτικούς συμμετοχής εγκόσμιους νόες, και το πλήθος των ψυχών από την μία ψυχή, και όλες τις αισθητές μορφές από τις δικές τους ολότητες, για αυτό και τον ίδιο τον θεό οι θεολόγοι τον προσονόμασαν «Οίνο», και ομοίως όλα τα δημιουργήματα του. Διότι όλα είναι γεννήματα του Νου και μετέχουν στην μεριστή διανομή του Νου άλλα από πιο μακριά και άλλα από πιο κοντά. Ανάλογα ενεργεί και ο οίνος όταν εισέλθει στα όντα. Στο σώμα, αφενός, κατά τον τρόπο του ειδώλου [ειδωλικώς], με εικασίες και φαντασία [φανταστικές εικόνες], και στα νοητικά, αφετέρου, κατά τον τρόπο που ενεργεί και δημιουργεί ο νους. Άλλωστε και στον διαμελισμό από τους Τιτάνες μόνο η καρδιά λέγεται ότι έμεινε αδιαίρετη, δηλαδή η αμέριστη ουσία του νου.» [22]

Περί Αφροδίτης

«Από τις παιγνιώδεις έννοιες σχετικά με τους θεούς είναι δυνατόν και να καταληφθούμε από θεία έμπνευση, αν ατενίσουμε τα πράγματα κατά τρόπο περισσότερο νοητικό. Σύμφωνα λοιπόν με τις υλικού χαρακτήρα αντιλήψεις των πολλών, ας πούμε ότι η Αφροδίτη είναι εκείνη που έλαβε τη γένεση της από τον «αφρό», όπου ο αφρός είναι η έκκριση του σπέρματος, και η εξ αυτού δημιουργούμενη ηδονή κατά τις συνευρέσεις είναι η Αφροδίτη. Ποιος λοιπόν είναι τόσο αφελής ώστε να μην θεωρεί τα πρωταρχικά και αΐδια αίτια πριν από τα έσχατα και φθαρτά ;; Για τούτο άλλωστε και ο Σωκράτης επικαλείται τη μαρτυρία του Ησιόδου, για να μας θυμίσει την εμπνεόμενη από τους θεούς νοητική μας σύλληψη και να μας κάνει να αφήσουμε κάτω την εκλαϊκευμένη. Ας πούμε λοιπόν τι είναι η τέτοιου είδους θεϊκή νοητική σύλληψη. Λέγεται ότι η πρωταρχική Αφροδίτη γεννήθηκε από δύο αίτια : το ένα νοείται ως αυτό δια του οποίου προήλθε, και το άλλο ως αυτό που τη γέννηση. Ο Κρόνος, από την μία, νοείται ως αυτό μέσω του οποίου έγινε η σύμπραξη για την πορεία της, ως αυτό που προκαλεί τη γόνιμη δύναμη του πατέρα και την αποδίδει στους νοητικούς Κόσμους. Ο Ουρανός, από την άλλη, ως ποιητής και αίτιος, αυτός που έφερε τούτη τη θεά στο φώς από τη δική του γεννητική περίσσεια. Εκείνη δηλαδή που συνήγαγε τα διαφορετικά γένη σε μια και μόνη έφεση του κάλλους από πού αλλού έπρεπε να λάβει την υπόσταση της αν όχι από τη συνεκτική δύναμη του Ουρανού ;; Την παράγει λοιπόν ο Ουρανός από τον αφρό τον γόνιμων οργάνων του που ρίχτηκαν στ πέλαγος, όπως λέει ο Ορφέας [βλ. Ορφικό απ. Νο. 101] : “Τα μόριά του πέσανε στο πέλαγος από ψηλά κι ολόγυρά τους από παντού τα περικύκλωσε εκεί που έπλεαν λευκός αφρός. Κι όπως οι εποχές γυρνούσαν, έτηκε ο ενιαυτός μια σεμνή παρθένα, που, σαν πρωτογεννήθηκε, την πήραν στις παλάμες τους μαζί ο Ζήλος και η Απάτη”. Την δεύτερη Αφροδίτη την παράγει ο Ζευς από τις δικές του γεννητικές δυνάμεις, και στην παραγωγή της συμμετέχει και η Διώνη. Η θεά προέρχεται από τον αφρό, κατά τον ίδιο τρόπο με την πρώτη. Ο ίδιος θεολόγος λοιπόν μιλάει και για αυτής ως εξής, στο απ. Νο. 140 : “Αυτόν ο πόθος τον κατακυρίευσε, και ξεπήδησε για τον ύψιστο πατέρα το αφρογέννημα από τα γεννητικά του μέλη, κι η θάλασσα υποδέχτηκε το σπέρμα του μεγάλου Δία. Κι όπως κυλούσε ο ενιαυτός προς τις εποχές που γεννάνε τους ωραίους, γέννησε την Αφροδίτη που φέρνει τη χαρά, την αφρογέννητη”. Διαφέρουν λοιπόν η μία από την άλλη η θεές κατά την αιτία, κατά τις τάξεις και κατά τις δυνάμεις. Εκείνη δηλαδή που προήλθε από τον Ουρανό “ὑπερκόσμιός ἐστιν καὶ ἀναγωγὸς ἐπὶ τὸ νοητὸν κάλλος καὶ ἀχράντου ζωῆς χορηγός” είναι και χωρίζει από τον κόσμο της γενέσεως. Εκείνη πάλι που γεννήθηκε από τη Διώνη “ἐπιτροπεύει πάσας τὰς ἐν τῷ Οὐρανίῳ κόσμῳ καὶ γῇ συστοιχίας” και τις συνδέει μεταξύ τους και επιπλέον τελειοποιεί της γεννητικές τους προόδους ενώνοντας τε σε πνεύμα ομόνοιας. Αυτές μάλιστα ενώνονται μεταξύ τους βάσει της ομοιότητας της υπόστασής τους. Από τις γεννητικές δηλαδή δυνάμεις προήλθε η συνεκτική και δημιουργική. Η θάλασσα εξάλλου δηλώνει την εξαπλωμένη και δίχως όρια ζωή και το βάθος που προχωρεί προς τα πάντα, ενώ ο αφρός το κατεξοχήν καθαρό στοιχείο, το γεμάτο από γόνιμο φως και δύναμη, αυτό που επιπλέει σε όλη την ζωή, το άνθος της, θα έλεγε κανείς, το κορυφαίο. Η Αφροδίτη, λοιπόν, αποκαλύπτεται ως το ζωής το ενοειδέστατο και καθαρότατο.»[23]

Για την δέσποινά μας την Αθηνά

«Οι Θεολόγοι εξυμνούν δυο κατά κύριο λόγο δυνάμεις της, την φρουρητική και την τελειοποιητική, όπου η μια διαφυλάσσει την καθολική τάξη αμόλυντη και απροσμάχητη από την ύλη, και η άλλη που πληροί τα πάντα με νοητικό φώς και τα στρέφει προς τη δίκη τους αιτία. Για τούτο και ο Πλάτων αναλόγως εξυμνεί την Αθηνά στον “Τίμαιο, 24.c” ως “φίλη του πολέμου και της σοφίας”. Αυτής παραδίδονται τρεις βαθμίδες : Μια η πηγαία και η νοητική, βάσει της οποίας εγκατέστησε τον εαυτό της στον πατέρα και είναι αδύνατον να χωριστεί από εκεί. Δεύτερη η αρχική, βάσει της οποίας συνυπάρχει με την Κόρη, ολοκληρώνει κάθε πορεία της και στρέφει προς τον εαυτό της. τρίτη η ανεξάρτητη, βάσει της οποίας οδηγεί όλο τον Κόσμο στην τελείωση, τον φρουρεί και τον προστατεύει με τις δυνάμεις της, συνδέοντας όλες τις εγκόσμιες κορυφές και δίνοντας την ύπαρξη σε όλους τους ουράνιους κλήρους και σε όσους κινήθηκαν προς την υποσελήνια περιοχή. Στο σημείο αυτό του διαλόγου ο Σωκράτης τη φρουρητική την εξυμνεί με το όνομα Παλλάδα και την τελειοποιητική με το όνομα της Αθηνά. Τον ρυθμικό κυκλικό χορό τον υποδεικνύει μέσω της κίνησης, την οποία μετέδωσε πρώτη από όλες στην βαθμίδα των Κουρητών και εν συνέχεια και στους άλλους θεούς. Πράγματι, η θεά είναι, σύμφωνα με την δύναμη της αυτή, ηγέτιδα των Κουρητών, όπως λέει ο Ορφέας. Έτσι κοσμείται και με τα πύρινα όπλα, όπως κι εκείνοι, με τα οποία επανορθώνει κάθε έλλειψη τάξης και διαφυλάσσει την ακινησία της δημιουργικής βαθμίδας, φανερώνοντας δια μέσου της ρυθμικής κίνησης και την όρχηση. Φρουρεί επίσης τον Λόγο που προέρχεται από τον Νουν και που χάρη σε αυτήν κυριαρχεί επί της ύλης. Όπως δηλαδή λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιος, 47.e», «το Σύμπαν είναι μείγμα από τον Νου και την ανάγκη», όπου η ανάγκη υποτάσσεται στην πειθώ του Νου και όλα τα υλικά αίτια υποχωρούν μπροστά στην βούληση του πατέρα. Η θεά τούτη είναι αυτή που υποτάσσει την ανάγκη στον ποιητικό Νουν, που υψώνει το Σύμπαν στην μέθεξη του θεού, που το σηκώνει και το εγκαθιστά στους κόλπους του πατέρα και το φρουρεί δια μέσου των αιώνων. Και αν το Σύμπαν λέγεται ακατάλυτο, τούτη είναι που του παρέχει τη σταθερότητα του, και μετέχει στον χορό της αιωνιότητας, αυτή είναι η προστάτιδα της χορηγίας σύμφωνα με ένα και μόνο λόγο, με μία και μόνη τάξη. Εποπτεύει λοιπόν τη σύνολη δημιουργία του πατέρα, συνέχει και στρέφει προς αυτόν, και αντιμάχεται τη σύνολη απροσδιοριστία της ύλης. Για τούτο προσονομάστηκε και Νίκη και Υγεία, επειδή κάνει τον Νουν να κυριαρχεί επί της ανάγκης και το είδος επί της ύλης, και επειδή διαφυλάσσει επίσης τον κόσμο όλο απρόσβλητο από το γήρας και την νόσο. Έργο λοιπόν της θεάς αυτής είναι και το να τον ανυψώνει, να τον μερίζει και μέσα από την νοητική χορεία να τον συνδέει με τα κατεξοχήν θεϊκά όντα, να τον εγκαθιστά και να τον φρουρεί μέσα στις νοήσεις του Διός.»[24]

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 15/1/2014


[1] «Ο Ποσειδώνας ονομάστηκε έτσι από τον πρώτο που τον ονόμασε, επειδή, καθώς εκείνος βάδιζε, η φύση της θάλασσας δεν τον άφησε να προχωρήσει αλλά του έγινε δέσιμο των ποδιών. Τον θεό λοιπόν, που είναι άρχοντας της δύναμης αυτής, τον ονόμασε “Ποσειδώνα”, ως να ήταν ”Ποσίδεσμος” (=με δεμένα πόδια). Το ε προστέθηκε λόγο ευπρέπειας.»

—- Βλ. Πλάτων «Κρατύλος, 402.d.11 – 402.e.6.» —-

Crat 402.d.11 ` to     Crat 402.e.6   {ΣΩ.}Τὸ μὲν τοίνυν τοῦ Ποσειδῶνός μοι φαίνεται ὠνομάσθαι [τοῦ πρώτου ὀνομάσαντος], ὅτι αὐτὸν βαδίζοντα ἐπέσχεν ἡ τῆς θαλάττης φύσις καὶ οὐκέτι εἴασεν προελθεῖν, ἀλλ᾽ ὥσπερ δεσμὸς τῶν ποδῶν αὐτῷ ἐγένετο. τὸν οὖν ἄρχοντα τῆς δυνάμεως ταύτης θεὸν ὠνόμασεν «Ποσειδνα» ὡς «ποσδεσμον» ὄντα· τὸ δὲ ε ἔγκειται ἴσως εὐπρεπείας ἕνεκα».

[2] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 151.1 – 151.14»

in Cra 151.1 ` to     in Cra 151.14     Ὅτι τριχῶς τὸ <Ποσειδῶν> ὄνομα ἀναλέλυται <νῦν> (p 402 e sqq), καὶ γὰρ τριαινοῦχος ὁ Ποσειδῶν, καὶ οἱ Τρίτωνες καὶ ἡ Ἀμφιτρίτη οἰκεῖα τοῦ θεοῦ τούτου. καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἀπὸ τοῦ κλήρου τοῦ ἐπιτροπευομένου καὶ τῶν εἰς τὴν γένεσιν ἐλθουσῶν ψυχῶν, ὧν ὁ ταὐτοῦ κύκλος πεπέδηται, εἴπερ καὶ ἡ θάλασσα τῇ γενέσει ἀναλογεῖ. τὸ δὲ δεύτερον ἀπὸ τῆς πρὸς τὸ πρῶτον κοινωνίας, καθ᾽ ὃ συγκριτικῶς <εἴρηται> (Hom. N 355) περὶ τοῦ Διός·  <ἀλλὰ Ζεὺς πρότερος γεγόνει καὶ πλείονα ᾔδει>·  καὶ γὰρ προσεχὲς νοητὸν τοῦΠοσειδῶνος ὁ τοιοῦτος Ζεύς. τὸ δὲ τρίτον ἀπὸ τῆς εἰς τὰ ἐκτὸς ἐνεργείας καὶ τῆς πρὸς τὸν Πλούτωνα κοινωνίας· κἀκεῖνος γὰρ κινητικός ἐστιν τῆς φύσεως καὶ ζωοποιὸς τῶν τελευταίων, καὶ αὐτὴν ἐπιτροπεύει τὴν γῆν καὶ ἀνεγείρει πρὸς τὰς ἀπογεννήσεις.

[3] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 152.1 – 152.14» :

in Cra 152.1 ` to     in Cra 152.14     Ὅτι Ποσειδῶν ἐστιν θεὸς νοερὸς δημιουργικὸς καὶ τὰς ψυχὰς κατιούσας εἰς τὴν γένεσιν ὑποδεχόμενος, Ἅιδης δὲ θεὸς νοερὸς δημιουργικὸς τὰς ψυχὰς λύων ἀπὸ τῆς γενέσεως· τῆς γὰρ ὅλης ἡμῶν περιόδου τριχῇ διῃρημένης, εἴς τε τὴν πρὸ τῆς γενέσεως Διιακὴν ζωὴν εἴς τε τὴν ἐν γενέσει Ποσειδωνιακὴν καὶ εἰς τὴν μετὰ τὴν γένεσιν Πλουτωνιακήν, εἰκότως ὁ Πλούτων κατὰ τὸν νοῦν χαρακτηριζόμενος ἐπιστρέφει τὰ τέλη ταῖς ἀρχαῖς, κύκλον ἄναρχον καὶ ἀτελεύτητον ἀποτε λῶν οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ψυχῶν ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πάσης τῆς δημιουργίας τῶν τε σωμάτων καὶ ἁπλῶς πασῶν περιόδων, τοῦτο ἀνελίσσων ἐξ ἀιδίου, οἷον τὰς τῶν ψυχῶν τῶν ἀστρῴων τε καὶ τῶν περὶ τὴν γένεσιν ἀνελίξεις τῶν κινήσεων, καὶ τὰ τοιαῦτα. οὐκοῦν ὁ Ζεὺς ἐπιτροπεύει τὴν ζωὴν τῶν πρὸ τῆς γενέσεως ψυχῶν.

[4] «Ο Πλάτων γνωρίζει να αποδίδει το όνομα “Σοφιστής” σε σεμνό αντικείμενο. Έτσι δηλ. ονομάζει αυτόν που είναι ικανός να στρέφει τα άλλα προς τον εαυτό του, επί παραδείγματι τον Δία, τον Άδη και τον Έρωτα».

—- Βλ. Πρόκλος, «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 159.1 -159. 4». —-

in Cra 159.1 ` to     in Cra 159.4 Οτι οἶδεν ὁ Πλάτων τὸ ὄνομα <τὸν σοφιστὴν> ἐπὶ σεμνῷ τάττειν πράγματι· τὸν γὰρ πρὸς ἑαυτὸν τὰ ἄλλα δυνάμενον ἐπιστρέφειν οὕτως καλεῖ, οἷον τὸν Δία τὸν Ἅιδην τὸν Ἔρωτα.

[5] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 153. 1 -14» :

in Cra 153.1 ` to     in Cra 153.14    Ὅτι κακῶς τινας ἀναλύοντας τὸ μὲν τοῦ <Πλούτωνος> ὄνομα εἰς τὸν ἐκ τῆς γῆς πλοῦτον διά τε τοὺς καρποὺς καὶ τὰ μέταλλα, τὸν δὲ Ἀίδην εἰς τὸ ἀιδὲς καὶ σκοτεινὸν καὶ φοβερόν, ἐπιρραπίζει <νῦν> (p 403 e  404b) ὁ Σωκράτης, εἰς ταὐτὸν ἄγων σημαινόμενον τὰ δύο ὀνόματα. τὸν μὲν Πλούτωνα ὡς νοῦν εἰς τὸν τῆς φρονήσεως πλοῦτον, τὸν δὲ Ἀίδην εἰς τὸν εἰδότα νοῦν τὰ πάντα· <σοφιστὴς> γὰρ ὁ <θεὸς οὗτος>, καὶ τὰς ψυχὰς μετὰ θάνατον καθαίρων ἐλευθεροῖ τῆς γενέσεως. τὸ γὰρ ἀιδές, ὥς τινες κακῶς ἐξηγοῦνται, οὐκ ἔστι κακόν· οὐδὲ γὰρ ὁ θάνατος κακόν, εἰ καὶ δοκεῖ τισιν ἐμπαθῶς ἀιδὲς εἶναι· ἀλλ᾽ ἔστιν ἀιδὲς καὶ κρεῖττον τοῦ ἐμφανοῦς, οἷον τὸ νοητὸν πᾶν.

[6] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 164. 1 -10» :

in Cra 164.1 ` to     in Cra 164.10    Ὅτι ὥσπερ τὸν Πλούτωνα ἀναλύειν δεῖ οὐκ εἰς τὸ πρόχειρον μόνον, τὸν ἐκ τῆς γῆς πλοῦτον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τῆς φρονήσεως πλοῦτον, οὕτως καὶ τὴν Δήμητρα οὐ μόνον εἰς τὴν σωματικὴν τροφήν, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ αὐτῶν τῶν θεῶν ἀρξαμένην δεῖ αὐτὴν ἐννοεῖν χορηγὸν οὖσαν τροφῆς πρῶτον μὲν αὐτοῖς τοῖς θεοῖς, εἶτα τοῖς μετ᾽ ἐκείνους, καὶ φοιτᾶν τὴν σειρὰν τῆς τοιαύτης ἀγαθουργίας μέχρι τῆς σωματικῆς τροφῆς· καὶ γὰρ καὶ ἡ τοῦ Ἔρωτος ἰδιότης πρώτοις ἐπιλάμπει τοῖς θεοῖς καὶ ἡ τοῦ Ἀπόλλωνος μαντική τε καὶ ἰατρική, καὶ τῶν ἄλλων ὡσαύτως.

[7] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 165. 1 – 5» :

in Cra 165.1 ` to     in Cra 165.5 Ὅτι τροφὴ ἐπὶ θεῶν ἐστιν ἡ τῶν ὑψηλοτέρων τοῖς δευτέροις νοερὰ ἀποπλήρωσις. τρέφονται οὖν οἱ θεοί, ὅταν νοῶσι τοὺς πρὸ ἑαυτῶν θεοὺς καὶ τελειῶνται καὶ ὁρῶσι τὰ <νοητὰ κάλλη>, οἷον <αὐτὴν δικαιοσύνην αὐτὴν σω φροσύνην> καὶ τὰ τοιαῦτα, ὡς ἐν <Φαίδρῳ> (p 247 d) λέλεκται.

[8] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 167. 1 – 36» :

in Cra 167.1 ` to     in Cra 167.36 Οτι τὴν Δήμητρα <Ὀρφεὺς> μέν, τὴν αὐτὴν λέγων τῇ Ῥέᾳ εἶναι, λέγει ὅτι ἄνω μὲν μετὰ Κρόνου οὖσα ἀνεκφοίτητος Ῥέα ἐστίν, προβάλλουσα δὲ καὶ ἀπογεννῶσα τὸν Δία Δημήτηρ. λέγει γάρ (frg 106).  <Ῥείη τὸ πρὶν ἐοῦσα, ἐπεὶ Διὸς ἔπλετο μήτηρ,   Δημήτηρ γέγονε>. Ἡσίοδος (Theog. 454) δὲ θυγατέρα τῆς Ῥέας λέγει τὴν Δήμητρα, καὶ συμφωνοῦσι δηλονότι οἱ θεολόγοι· εἴτε γὰρ ἀπὸ τῆς Κρονίας ἑνώσεως εἰς τὴν δευτέραν προῆλθεν διακόσμησιν, εἴτε καὶ παῖς ἐστιν τῆς Ῥέας ἡ πρωτίστη, τὸ αὐτὸ γίνε ται. τοιαύτη οὖν οὖσα ἡ Δημήτηρ καὶ πρεσβυτάτην καὶ ἡγεμονικωτάτην τάξιν ἀπὸ τῆς ὅλης ζωογόνου Ῥέας λαχοῦσα καὶ τὰ μέσα κέντρα συνέχουσα τῆς ὅλης ζωογονίας, πληροῖ πάντα μὲν τὰ ὑπερκόσμια τῶν τῆς ζωῆς τῆς παντελοῦς ὀχετῶν, ἀμερίστως καὶ ἑνοειδῶς καὶ ἀδιακρίτως πᾶσιν ἐπιρρέουσα τὸ ζῆν· πρὸ δὲ τούτων αὐτὸν ἡμῖν ἐκφαίνει τὸν δημιουργικὸν νοῦν καὶ τὴν δύναμιν αὐτῷ τῆς τῶν ὅλων ζωοποιίας ἐνδίδωσιν. ὥσπερ γὰρ ὁ Κρόνος αὐτῷ τὴν τοῦ εἶναι καὶ τὴν τῆς οὐσίας αἰτίαν χορηγεῖ ἄνωθεν, οὕτως καὶ ἡ Δημήτηρ ἄνωθεν ἀπὸ τῶν ἑαυτῆς κόλπων τῶν γονίμων προχέει τὴν ζωογονίαν τῷ δημιουργῷ· αὐτὴ δὲ τὸ μέσον ἔχουσα πάσης ζωογόνου θεότητος, ὅλας κυβερνᾷ τὰς ἐν αὐτῇ πηγὰς καὶ τὸν ἕνα περιέχει σύνδεσμον τῶν τε πρωτίστων καὶ τῶν ἐσχάτων τῆς ζωῆς δυνάμεων, καὶ συνελίσσει μὲν τὰς δευτέρας πηγὰς καὶ συνέχει μονίμως, προάγει δὲ τὰς τῶν προτέρων ἑνοειδεῖς αἰτίας εἰς τὴν τῶν ὅλων ἀπογέννησιν, καὶ οὕτως ἡ σύμπασα ζωογόνος μία τέ ἐστιν καὶ ἑβδομαδική· κατὰ μὲν τὴν ἐξῃρημένην ἕνωσιν προϋπάρχουσα τῆς ἑβδομάδος, κατὰ δὲ τὴν συντεταγμένην   εἰς ἓν νοερὸν κέντρον συνάγουσα τὰς ἐν αὐτῇ τριαδικὰς πηγάς, καὶ τὴν Ἑστίαν περιέχουσα καὶ τὴν ῞Ηραν· τὴν μὲν ῞Ηραν ἀπὸ τῶν δεξιῶν προχέουσαν ὅλον τὸν τῶν ψυχῶν διάκοσμον, τὴν δ᾽ Ἑστίαν ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν πᾶν τὸ τῆς ἀρετῆς φῶς προϊεμένην. διὸ καὶ εἰκότως παρὰ <Πλάτωνι> ( Crat. p 404.b) μήτηρ τε ἅμα καλεῖται καὶ τῆς ἐδωδῆς χορηγός, ὡς μὲν τὴν αἰτίαν τῆς ῞Ηρας περιέχουσα μήτηρ, ὡς δὲ τὴν Ἑστίαν ἐν ἑαυτῇ προειληφυῖα τῆς ἐδωδῆς χορηγός.

[9] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 168. 1 – 17» :

in Cra 168.1 ` to     in Cra 168.17 Οτι ἡ Δημήτηρ, ὥσπερ πᾶσαν ζωὴν προχέει, οὕτως καὶ πᾶσαν τροφήν· ἔχει δὲ παράδειγμα τὴν Νύκτα (<θεῶν> γὰρ <τροφὸς ἀμβροσίη Νὺξ> λέγεται (Orph. frg 99)), ἀλλ᾽ ἐκείνη μὲν νοητῶς· καὶ γὰρ τροφὴ τὸ νοητόν ἐστιν κατὰ τὸ <λόγιον> (or chald p 19 1) ταῖς νοεραῖς διακοσμήσεσι τῶν θεῶν· ἡ δὲ Δημήτηρ πρώτη καὶ τὰς διττὰς τροφὰς διεῖλεν ἐν τοῖς θεοῖς, ὥς φησιν <Ὀρφεύς> (frg 107)· <μήσατο γὰρ προπόλους καὶ ἀμφιπόλους καὶ ὀπαδούς, μήσατο δ᾽ ἀμβροσίην καὶ ἐρυθροῦ νέκταρος ἀρδμόν, μήσατο δ᾽ ἀγλαὰ ἔργα μελισσάων ἐριβόμβων>. οὐ μόνον οὖν τὴν ζωήν, ἀλλὰ καὶ τὴν τῆς ζωῆς τελεσιουργίαν ἀπογεννᾷ ἡ δέσποινα ἡμῶν Δημήτηρ ἀπὸ τῶν ἄνω μέχρι τῶν ὑστάτων· καὶ γὰρ καὶ ἡ ἀρετὴ τελειότης τῶν ψυχῶν. κατ᾽ εἰκόνα οὖν τῆς ἀιδίου ταύτης διττῆς ἀπογεννήσεως καὶ αἱ ἐν χρόνῳ τίκτουσαι μητέρες ἅμα τε τὸ βρέφος ἔτεκον καὶ ἅμα τὸ γάλα τροφὴν τῷ τεχθέντι προβάλλουσι φυσικῶς, καὶ οὔτε πρὶν οὔτε ὕστερον.

[10] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 169. 1 – 26» :

in Cra 169.1 ` to     in Cra 169.26 Οτι τριπλῆ ἐστιν ἡ τοῦ δημιουργικοῦ νοῦ πρὸς τὰς ζωογόνους αἰτίας σύζευξις· καὶ γὰρ ταῖς πρὸ αὐτοῦ συνάπτεται πηγαῖς καὶ ταῖς συστοίχοις ἑαυτοῦ σύνεστιν ὁμοφυῶς καὶ ταῖς καταδεεστέραις ἑαυτοῦ συνεργεῖ διακοσμήσεσι. τῇ μὲν γὰρ πρὸ αὐτοῦ Δήμητρι ἐπιστρεπτικῶς συγγίνεται, τῇ δὲ ὑστέρᾳ Κόρῃ προνοητικῶς, τῇ δὲ συστοίχῳ ῞Ηρᾳ ἐρασμίως· διὸ καὶ ἐρᾶν ὁ Ζεὺς λέγεται τῆς ῞Ηρας· <ὡς σέο νῦν ἔραμαι> ( Hom.  Ξ  328 )· καὶ ἔστιν αὕτη μὲν ἔννομος, αἱ δὲ ἄλλαι δύο ἔκνομοι δοκοῦσιν. πάντα οὖν τὰ γένη τῶν ψυχῶν ἀφ᾽ ἑαυτῆς ἡ θεὸς αὕτη παράγει μετὰ τοῦ δημιουργοῦ καὶ πατρός, τά τε ὑπερκόσμια καὶ ἐγκόσμια τά τε οὐράνια καὶ τὰ ὑπὸ σελήνην τά τε θεῖα καὶ τὰ ἀγγελικὰ καὶ δαιμονικὰ καὶ μεριστά· καὶ τρόπον μέν τινα διῄρηται τοῦ δημιουργοῦ, τρόπον δέ τινα ἥνωται αὐτῷ· <νοῦν> γὰρ ἔχειν <βασιλικὸν> ὁ Ζεὺς λέγεται ἐν <Φιλήβῳ> ( p 30 d ), ἐπειδὴ καὶ ἡ ῞Ηρα συνέζευκται αὐτῷ ἢ περιέχεται ἐν αὐτῷ· καθ᾽ ὃ εἴρηται ( Hom.  Ξ  213 )   <Ζηνὸς γὰρ τοῦ ἀρίστου ἐν ἀγκοίνῃσιν ἰαύεις>. τὴν γὰρ πατρικὴν αἰτίαν τοῦ κόσμου καὶ τὴν μητρικὴν ἑνο ειδῶς συνέχει ὁ Ζεύς, καὶ ἡ πηγὴ τῶν ψυχῶν ἐν τῷ Διὶ λέγεται εἶναι, ὥσπερ πάλιν ἡ νόησις τοῦ Διὸς ὑπὸ πρώτης μετέχεσθαι τῆς ῞Ηρας· οὐδεὶς γάρ, φησὶν ὁ Ζεὺς παρ᾽ <Ὁμήρῳ> (Α  547), τὸν ἐμὸν νοῦν πρὸ τῆς ῞Ηρας ἄλλος θεὸς γινώσκει. διὰ ταύτην οὖν τὴν ἄφραστον τῶν θεῶν κοινωνίαν μετέχει μὲν ψυχῶν νοερῶν ὁ κόσμος, ὑπέστησαν δὲ νόες ἐποχούμενοι ταῖς ψυχαῖς καὶ πληροῦντες μετ᾽ αὐτῶν τὴν ὅλην δημιουργίαν.

[11] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 171. 1 – 37» :

in Cra 171.1 ` to     in Cra 171.37  Τρεῖς ταύτας ζωογονικὰς μονάδας ἐφεξῆς <νῦν> ( p 404 bc ) ὁ Σωκράτης παραδίδωσι, τὴν Δήμητρα τὴν ῞Ηραν τὴν Περσεφόνην, τὴν μὲν μητέρα τοῦ δημιουργοῦ λεγομένην τὴν δὲ ἀδελφὴν τὴν δὲ θυγατέρα· πάσας δὲ κοινωνοὺς τῆς ὅλης δημιουργίας, τὴν μὲν ἐξῃρημένως καὶ νοερῶς τὴν δὲ ἀρχικῶς καὶ ἡγεμονικῶς τὴν δὲ πηγαίως ἅμα καὶ ἀρχικῶς. τούτων δὲ τῶν θεαινῶν ἡ τελευταία τριπλᾶς ἔλαχεν δυνάμεις καὶ θεῶν περιείληφε μονάδας τρεῖς ἀμερίστως καὶ ἑνοειδῶς· προσαγορεύεται δὲ καὶ Κόρη διὰ τὴν καθαρότητα τῆς οὐσίας καὶ τὴν ἄχραντον ἐν ταῖς ἀπογεννήσεσιν ὑπεροχήν. ἔχει δὲ πρώτην τε καὶ μέσην καὶ τελευταίαν ἡγεμονίαν, καὶ κατὰ μὲν τὴν ἀκρότητα ἑαυτῆς Ἄρτεμις καλεῖται παρ᾽ <Ὀρφεῖ> (frg 201), κατὰ δὲ τὸ μέσον κέντρον Περσεφόνη, κατὰ δὲ τὸ πέρας τῆς διακοσμήσεως Ἀθηνᾶ· καὶ κατὰ μὲν τὴν ὕπαρξιν τὴν ὑπερανέχουσαν τῶν ἄλλων δυνάμεων τοῦ ζωογονικοῦ τούτου τριπλοῦ διακόσμου ἵδρυται ἡ τῆς Ἑκάτης ἀρχή, κατὰ δὲ τὴν μέσην δύναμιν καὶ γεννητικὴν τῶν ὅλων ἡ ψυχική, κατὰ δὲ τὴν νοερὰν ἐπιστροφὴν ἡ τῆς ἀρετῆς. ἄνω μὲν οὖν καὶ ἐν τοῖς ὑπερκοσμίοις ἡ Κόρη τὴν τριπλῆν ταύτην ἑνοειδῶς προτείνει τὴν τῶν θεῶν διακόσμησιν, καὶ μετὰ τοῦ Διὸς ἀπογεννᾷ τὸν τῆς μεριστῆς δημιουργίας ἀμερίστως προεστηκότα Διόνυσον, κάτω δὲ μετὰ τοῦ Πλούτωνος κατὰ τὸ μέσον διαφερόντως ἰδίωμα θεωρεῖται· τοῦτο γάρ ἐστιν καὶ τὸ προϊὸν πανταχοῦ καὶ τοῖς ἐσχάτοις χορηγὸν τῆς ζωοποιίας. διὸ καὶ Περσεφόνη καλεῖται μάλιστα τῷ Πλούτωνι συνοῦσα καὶ μετ᾽ αὐτοῦ διακοσμοῦσα τὰ τελευταῖα τοῦ παντός, καὶ κατὰ μὲν τὰ ἄκρα παρθένος εἶναι λέγεται καὶ ἄχραντος μένειν, κατὰ δὲ τὸ μέσον ζεύγνυσθαι τῷ Ἅιδῃ καὶ συναπογεννᾶν τὰς ἐν τοῖς ὑποχθονίοις Εὐμενίδας. καλεῖται μὲν οὖν αὕτη καὶ Κόρη, τρόπον δ᾽ ἄλλον τῆς ὑπερκοσμίου καὶ ἡγεμονικῆς· ἡ μὲν γὰρ ἑνάς ἐστιν συνεκτικὴ τῶν τριῶν ζωογονικῶν ἀρχῶν, ἡ δὲ μεσότης ἐν ἑαυτῇ τὰς ἰδιότητας ἔχουσα τῶν ἄκρων· διὸ καὶ τὸ τῆς Ἑκάτης, εἴτ᾽ οὖν Ἀθηνᾶς, εὕροις ἂν ἐν τῇ Περσεφόνῃ τῇ μετὰ τοῦ Πλούτωνος, ἀλλὰ τὰ μὲν ἄκρα κρυφίως ἐν αὐτῇ, τὸ δὲ τῆς μεσότητος ἴδιον προφαίνεται καὶ τὸ τῆς ἀρχικῆς ψυχῆς ἀφοριστικόν, ὅπερ ἐκεῖ μὲν ἡγεμονικῶς ἦν, ἐνταῦθα δὲ ἐγκοσμίως.

[12] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 173. 1 – 12» :

in Cra 173.1 ` to     in Cra 173.12 Οτι ἡ Περσεφόνη κέκληται ἤτοι διὰ τὸ διακρίνειν τὰ εἴδη καὶ χωρίζειν ἀλλήλων, ὡς τοῦ φόνου τὴν ἀναίρεσιν αἰνιττομένου, ἢ διὰ τὸ χωρίζειν τὰς ψυχὰς τελέως ἐκ τῶν σωμάτων διὰ τῆς πρὸς τὸ ἄνω ἐπιστροφῆς, ὅπερ ἐστὶν εὐτυχέστατος φόνος καὶ θάνατος τοῖς ἀξιουμένοις τούτου. ἡ δὲ Φερέφαττα κατὰ μὲν τὴν τῆς γενέσεως ἐπαφὴν τῇ δευτέρᾳ ἁρμόζει, κατὰ δὲ τὴν σοφίαν καὶ τὴν γνώμην τῇ τρίτῃ, πάντα δ᾽ ὅμως αὐτῇ τὰ γνωρίσματα πρὸς τὴν τῆς ψυχῆς τελειότητα· διὸ καὶ Περσεφόνη προσαγορεύεται, καὶ οὐ τοῖς τῶν ἄκρων ὀνόμασιν, ἐπεὶ καὶ τὸ ἁρπαζόμενον ὑπὸ τοῦ Πλούτωνος τοῦτό ἐστιν τὸ μέσον τῶν ἄκρων, ὃ ἐφ᾽ ἑαυτοῦ μονίμως ἕστηκεν, καθὸ καὶ παρθένος ἡ Κόρη λέγεται διαμένειν.

[13] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 174. 1 – 32» :

in Cra 174.1 ` to     in Cra 174.32  Ὅτι εὐλόγως μετὰ τὴν Περσεφόνην τὸν Ἀπόλλωνα ἀναλύει <νῦν> ( p 404 e sqq )· πολλὴ γάρ ἐστιν ἡ κοινωνία τῶν δύο τούτων σειρῶν, τῆς Κορικῆς λέγω καὶ τῆς Ἀπολλω νιακῆς· ἡ μὲν γὰρ ἑνάς ἐστιν τῆς μέσης τριάδος τῶν ἀρχῶν καὶ ζωογονικὰς προβέβληται δυνάμεις ἀφ᾽ ἑαυτῆς· ὁ δὲ τὰς ἡλιακὰς ἀρχὰς εἰς μίαν ἕνωσιν ἐπιστρέφει, <κατέχων τὴν τρίπτερον ἀρχήν>, ὡς <τὸ λόγιόν> φησι (or chald p 36). προσεχῆ δὲ τὴν ὑπόστασιν ἔλαχον αἱ ἡλιακαὶ ἀρχαὶ μετὰ τὰς ζωογονικάς· διὸ καὶ παρ᾽ <Ὀρφεῖ> ( frg 274 ) ἡ Δημήτηρ ἐγχειρίζουσα τῇ Κόρῃ τὴν βασιλείαν φησίν·   <αὐτὰρ Ἀπόλλωνος θαλερὸν λέχος εἰσαναβᾶσα  τέξεαι ἀγλαὰ τέκνα πυρὶ φλεγέθοντα προσώποις>· τοῦτο δὲ πῶς ἂν γένοιτο μὴ πολλῆς οὔσης τῆς κοινωνίας τῶνδε τῶν θεῶν;   δεῖ δ᾽ εἰδέναι περὶ τοῦ Ἀπόλλωνος τοσοῦτον, ὅτι κατὰ μίαν μὲν καὶ αὐτοφυῆ τὴν πρώτην ἐπιβολὴν ὁ τῆς ἑνώσεως αἴτιος καὶ ὁ πλῆθος ἀνάγων εἰς τὸ ἓν Ἀπόλλων εἶναι σημαίνεται, καὶ οὗτος ὁ τρόπος τῆς περὶ τὸ ὄνομα θεωρίας πάσαις ἐφαρμόζει τοῦ θεοῦ ταῖς τάξεσιν. ὁ δὲ Σωκράτης τὰς μερι κωτέρας αὐτοῦ δυνάμεις μόνας σκοπεῖ· καὶ γὰρ ἀπερίληπτον ἡμῖν καὶ ἀπεριήγητον τὸ πλῆθος τῶν τοῦ Ἀπόλλωνος δυνάμεων. πότε γὰρ ἂν ὁ ἀνθρώπινος λογισμός, μὴ ὅτι γε τοῦ Ἀπόλλωνος, ἀλλὰ καὶ ἄλλου τινὸς θεοῦ δυνατὸς γένοιτο τὰς πάσας περιλαβεῖν ἰδιότητας; πολὺ γὰρ πλῆθος οἱ θεολόγοι τῶν Ἀπολλωνιακῶν ἰδιοτήτων παραδεδώκασιν. ἀλλ᾽ ὁ Σωκράτης <νῦν> (p 405 d sqq) τέτταρας μόνας παραδίδωσιν. ὁ μὲν γὰρ κόσμος οἷον δεκάς τίς ἐστιν ἐκ πάντων πεπληρωμένος τῶν λόγων καὶ πάντα χωρήσας εἰς ἑαυτὸν καὶ ἐπιστρέψας εἰς τὴν οἰκείαν ἀρχὴν τῆς δεκάδος, ἧς προσεχῶς μὲν ἡ τετρὰς τὴν αἰτίαν περιείληφεν, ἐξῃρημένως δ᾽ ἡ μονάς· καὶ ἡ μὲν ἀδιαιρέτως καὶ κρυφίως, ἡ δὲ διακεκριμένως, ὥσπερ δὴ καὶ ὁ Ἀπόλλων ἑνίζει τὸ πλῆθος τῶν ἐγκοσμίων προσεχῶς, ὁ δὲ δημιουργικὸς νοῦς ἐξῃρημένως. διὰ τί οὖν ὁ Σωκράτης τῇ τοι αύτῃ τάξει κέχρηται; ἀπὸ γὰρ τῆς ἰατρικῆς ἀρξάμενος καὶ διὰ τῆς μαντικῆς καὶ τοξικῆς διελθὼν εἰς τὴν μουσικὴν κατέληξεν. ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσαι μὲν αἱ τοῦ θεοῦ τούτου ἐνέργειαι ἐν πάσαις εἰσὶν ταῖς τῶν ὄντων διακοσμήσεσιν ἄνωθεν ἀρχόμεναι ἕως τῶν τελευταίων, ἄλλαι δὲ ἐν ἄλλαις δοκοῦσιν μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπικρατεῖν. οἷον ἡ μὲν ἰατρικὴ τοῦ θεοῦ μᾶλλον ἐν τοῖς ὑπὸ σελήνην, <ἔνθα κότος τε φόνος τε καὶ ἄλλων ἔθνεα κηρῶν,  αὐχμηραί τε νόσοι καὶ σήψιες, ἔργα τε ῥευστά>  ( Empedocl. frg 121, 2-3 Diels )·  ταῦτα γὰρ πλημμελῶς κινούμενα δέονται ἐκ μὲν τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανελθεῖν, ἐκ δὲ ἀσυμμετρίας καὶ πολυσχιδίας εἰς συμμετρίαν καὶ ἕνωσιν. ἡ δὲ μαντικὴ ἐν τῷ οὐρανῷ· ἐκεῖ γὰρ μάλιστα ἡ ἐκφαντορικὴ τοῦ θεοῦ δύναμις   διαλάμπει τὰ νοητὰ ἀγαθὰ τοῖς οὐρανίοις ἐκφαίνουσα· διὸ καὶ ἡλίῳ συμπεριπολεῖ, καὶ ὁ αὐτὸς ἐνήπλωται ἀμφοτέροις νοῦς, ἐπειδὴ καὶ ὁ ἥλιος φῶς διαδίδωσι τοῖς ἐν οὐρανῷ καταλάμπων καὶ χορηγῶν πᾶσι τῆς ἑνοποιοῦ δυνάμεως. ἡ δὲ τοξικὴ ἐν τοῖς ἀπολύτοις· ἐκεῖ γὰρ ἐνεξουσιάζων τοῖς ὅλοις διε γείρει τὰς ἑαυτοῦ κινήσεις, ἃς δὴ βέλεσιν ἀπεικάζουσι παν ταχῇ, καὶ ἀναιρεῖ μὲν πᾶσαν τὴν ἀταξίαν, πληροῖ δὲ πάντα τῶν δημιουργικῶν δόσεων, διὸ καὶ <Ἑκατηβελέτης> (Hom. Α  75) προσαγορεύεται, ὅτι χωριστὸς ὢν καὶ ἐξῃρημένος ἐπὶ πάντα φθάνει ταῖς ἐνεργείαις. ἡ δὲ μουσικὴ τὸν ἡγεμονικὸν καὶ ἀρχικὸν μᾶλλον ἔχει διάκοσμον· ἐκεῖνος γάρ ἐστιν ὁ καὶ τὸν κόσμον ὅλον ἁρμόζων κατὰ μίαν ἕνωσιν, τὸν τῶν Μουσῶν χορὸν περὶ ἑαυτὸν ὑποστησάμενος,  <ἁρμονίᾳ φωτὸς γαυρούμενος, ὥς φησί τις τῶν θεουργῶν> ( or chald p 36 ).  ἔστιν οὖν, ὡς εἴρηται (p 97,18sqq ), καὶ ὁ μουσικὸς καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόλλωνες καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις, ἀλλ᾽ ὅπου μὲν μᾶλλον διαφαίνεται, ὅπου δὲ ἧττον· καὶ αὗται μὲν ἑνιαίως ἐν τῷ θεῷ καὶ ἐξῃρημένως αἱ δυνάμεις, ἐν δὲ τοῖς ὀπαδοῖς τοῦ θεοῦ κρείττοσιν ἡμῶν γένεσιν κατὰ μέθεξιν καὶ μεριστῶς, οἷον πολλοὶ δῆμοι ἰατρικῶν ἀγγέλων καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων εἰσὶν ἐξ Ἀπόλλωνος ἠρτημένων καὶ μαντικῶν ἄλλων καὶ μουσικῶν καὶ τοξικῶν διακεκριμένως καὶ μεριστῶς τὰς ἑνιαίας τοῦ θεοῦ δυνάμεις κατανειμαμένων. δεῖ δ᾽ ἑκά στην τῶν δυνάμεων κατὰ μίαν ἀφωρισμένην ἰδιότητα θεωρεῖν, οἷον τὴν μὲν μουσικὴν κατὰ συνδετικὸν <τὸ> τοῦ δια φορουμένου πλήθους, τὴν δὲ τοξικὴν κατὰ τὸ τῆς ἀτάκτου φύσεως ἀναιρετικόν, τὴν δὲ μαντικὴν κατὰ τὸ ἐκφαντορικόν, τὴν δὲ ἰατρικὴν κατὰ τὸ τελεσιουργόν, καὶ ταύτας τὰς ἰδιότητας ἄλλως μὲν ἐπ᾽ αὐτῶν τῶν θεῶν ὁρᾶν, ἄλλως δ᾽ ἐπὶ τῶν ἀγγελικῶν, καὶ ἐπὶ τῶν δαιμονίων ἄλλως, καὶ ἄλλως ἐπὶ τῶν ἡρωϊκῶν καὶ πάλιν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ ζῴων καὶ φυτῶν ἄλλως καὶ ἄλλως. καθήκουσι γὰρ αἱ τῶν θεῶν δυνάμεις ἄνωθεν ἄχρι τῶν ἐσχάτων, οἰκείως ἐν ἑκάστοις φανταζόμεναι, ἃ καὶ ἡ τελεστικὴ διὰ τῆς συμπαθείας συνάπτειν ἐπιχειρεῖ τοῖς θεοῖς· ἐν ἁπάσαις δὲ ταῖς τάξεσι τοῦτο φυλακτέον, ὅτι ἑνοποιός ἐστιν ὁ θεὸς οὗτος τῶν πεπληθυσμένων. καὶ γὰρ ἡ ἰατρικὴ τὸ πολυσχιδὲς τῶν νοσημάτων ἀφαιροῦσα τὴν ἑνιαίαν ὑγίειαν χαρίζεται· γρ γεια συμμετρα στν κα κατ φσιν, τὸ δὲ παρὰ φύσιν πολύχουν. ἀλλὰ καὶ ἡ μαντικὴ τὴν ἁπλότητα τῆς ἀληθείας ἐκφαίνουσα τὴν τοῦ ψεύδους ποικιλίαν ἀναιρεῖ. ἡ δὲ τοξικὴ πᾶν τὸ πλημμελὲς ἀναιροῦσα καὶ θηριῶδες, τὸ δὲ τεταγμένον καὶ τὸ ἥμερον ἐπικρατεῖν παρασκευάζουσα, τοῦ ἑνὸς ἀντέχεται καὶ τὴν εἰς πλῆθος φερομένην ἄτακτον φύσιν ἀποσκευάζεται. ἡ δὲ μουσικὴ διὰ τοῦ ῥυθμοῦ καὶ τῆς ἁρμονίας δεσμὸν καὶ φιλίαν καὶ ἕνωσιν ἐντίθησι τοῖς ὅλοις, τὰ δ᾽ ἐναντία τούτων ἐκποδὼν καθίστησιν. οὕτως ἄρα καὶ ὁ τοῦ παντὸς δημιουργός, ἄνοσόν τε καὶ ἀγήρων ἐργαζόμενος τὸ πᾶν διὰ τῆς νοερᾶς ἰατρικῆς τῆς προαναστελλούσης πᾶν τὸ παρὰ φύσιν καὶ μηδὲ ὑποστῆναι συγχωρούσης, καὶ τὸ πλημμελὲς καὶ ἄτακτον εἰς τάξιν ἄγων διὰ τῆς θείας τοξικῆς, καὶ τὸ ἀνάρμοστον τῆς ὕλης ἁρμονίαις συνδέων καὶ τὰς ψυχὰς ἁρμόζων κατὰ τὴν θείαν μουσικήν, καὶ ταῖς ψυχαῖς προλέγων τὰ μέλλοντα κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ νοερὰν μαντικὴν ὁμοῦ ταῖς προρρήσεσιν ἀπογεννῶσαν τὰ πράγματα, τὴν ἀλήθειαν ἐκφαίνει. καὶ αὗται πᾶσαι αἱ δυνάμεις πρώτως μὲν καὶ ἐξῃρημένως ἐν τῷ δημιουργῷ τῶν ὅλων καὶ ἑνοειδῶς, δευτέρως δὲ καὶ διακεκριμένως ἐν τῷ Ἀπόλλωνι, ὥστ᾽ οὐ διὰ ταῦτα ὁ Ἀπόλλων ὁ αὐτὸς ἔσται τῷ δημιουργικῷ νῷ, ἀλλ᾽ ἐκεῖνος μὲν ὁλικῶς καὶ πατρικῶς περιέχει τὰς δυνάμεις ταύτας, ὁ δ᾽ Ἀπόλλων ὑφειμένως τὸν ἑαυτοῦ πατέρα μιμούμενος· πσαι γρ α τν δευτρων θεν νργειαι κα δυνμεις ν τ δημιουργ περιχονται κατ αταν, κακενος μν κατ πσας μα καθρως δημιουργε τ πν κα διακοσμε, ο δπ ατο προεληλυθτες λλοι κατλλας δυνμεις τ πατρ συνεργοσιν.

[14] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 176. 1 – 80» :

in Cra 176.1 ` to     in Cra 176.80  Οτι <τὸ> τὴν κάθαρσιν μὴ μόνον ἐπὶ τῆς ἰατρικῆς ὁρᾶν ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς μαντικῆς, δείκνυσιν ὅτι γενικῶς ἡ καθαρτικὴ τοῦ Ἀπόλλωνος δύναμις περιέχει τὰς δύο· καὶ γὰρ ταῖς τοῦ φωτὸς μαρμαρυγαῖς λαμπρύνει τὸν κόσμον καὶ ταῖς παιωνικαῖς ἐνεργείαις πᾶσαν τὴν ὑλικὴν ἀμετρίαν ἐκκαθαίρει, ἃ δὴ καὶ οἱ ἐνταῦθα μιμούμενοι ἰατροί τε καὶ μάντεις, οἱ μὲν τὰ σώματα καθαίρουσιν. οἱ δὲ διὰ τῶν περιρράνσεων καὶ τῶν περιθειώσεων ἁγνοὺς ἑαυτοὺς καὶ τοὺς συνόντας ἀποτελοῦσιν. καὶ γάρ, ὥς φησι <Τίμαιος> ( p 22 c ), καὶ τὸ πᾶν οἱ θεοὶ καθ αίρουσιν ἢ πυρὶ ἢ ὕδατι, ἃ καὶ οἱ μάντεις μιμοῦνται, καὶ διὰ ταῦτα καὶ αἱ θεουργίαι τοὺς μὲν <κλήτορας> καὶ τοὺς <ςδοχέας> τούτοις τοῖς τρόποις προκαθαίρειν παρακελεύονται, καὶ οὐ τοῖς μάντεσι μόνον ἀλλὰ καὶ τοῖς τελεσταῖς οἱ καθαρμοὶ πρὸ τῶν τελετῶν παραλαμβάνονται, πᾶν τὸ ἀλλότριον τῆς προκειμένης τελετῆς ἀποσκευαζόμενοι. καὶ μὴν καὶ τὸ τὰς πολυειδεῖς καθάρσεις εἰς μίαν ἀναπέμπειν τὴν τοῦ θεοῦ καθαρτικὴν δύναμιν οἰκεῖόν ἐστιν αὐτῷ· πανταχοῦ γὰρ ἑνωτικός ἐστιν τοῦ πλήθους ὁ Ἀπόλλων καὶ συναγωγὸς εἰς ἕν, καὶ πάντας τοὺς τρόπους τῆς καθάρσεως ἑνοειδῶς προείληφεν, ὅλον τε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὰς ζωὰς ἁπάσας καθαίρων τὰς ἐγκοσμίους καὶ τὰς μερικὰς ψυχὰς ἀπὸ τῶν παχυσμάτων χωρίζων τῆς ὕλης. διὸ καὶ ὁ θεουργὸς ὁ τῆς τελετῆς τούτου προκαθηγούμενος ἀπὸ τῶν καθάρσεων ἄρχεται καὶ τῶν περιρράνσεων· <αὐτὸς δ᾽ ἐν πρώτοις ἱερεὺς πυρὸς ἔργα κυβερνῶν   κύματι ῥαινέσθω παγερῷ βαρυηχέος ἅλμης>, ὥς φησι <τὸ λόγιον> ( or chald p 55 ) περὶ αὐτοῦ. τὸ δὲ τῆς κατὰ γνῶσιν ἁπλότητος προεστάναι τὸν θεὸν καὶ τῆς ἀληθείας ἐκφαντορικὸν εἶναι τὴν πρὸς τἀγαθὸν αὐτοῦ παρίστησιν ἀναλογίαν, ἣν καὶ ὁ <ἐν Πολιτείᾳ> ( VII p 517 c ) Σωκράτης ἀνυμνεῖ, τὸν ἥλιον ἔκγονον τἀγαθοῦ λέγων καὶ ἀνάλογον αὐτῷ. ἑνωτικὸς οὖν ὑπάρχων καὶ ταύτῃ πρὸς τοὺς ἐγκοσμίους θεοὺς ἀνάλογον τἀγαθῷ τεταγμένος, καὶ διὰ τῆς ἀληθείας ἡμῖν ἐκ φαίνει τὴν πρὸς ἐκεῖνο, εἰ θέμις εἰπεῖν, ὁμοιότητα· τὸ γὰρ ἁπλοῦν τοῦ ἑνός ἐστιν ἔκφανσις καὶ ἡ κατὰ τὴν γνῶσιν ἀλήθεια τῆς ὑπερουσίου καὶ πρωτίστης ἀπὸ τἀγαθοῦ προελθούσης. <τὸ δ᾽ ἀεὶ τῶν βολῶν ἐγκρατῆ> τὸν θεὸν τοῦτον <εἶναι> τὴν δυναστείαν αὐτοῦ τὴν πάντα καταγωνιζομένην τὰ ἐν τῷ κόσμῳ δείκνυσιν· ἄνωθεν γὰρ ἀπὸ τῆς ὑπερουρανίου τάξεως διασπείρει τοὺς ὀχετοὺς τοῦ Διὸς καὶ τὰς ἀκτῖνας ἐπὶ πάντα τὸν κόσμον· τὰ γὰρ βέλη τὰς ἀκτῖνας αἰνίττεται. τὸ δὲ τῆς μουσικῆς παρίστησιν ὅτι <ὁ> θεὸς οὗτος αἴτιός ἐστι πάσης ἁρμονίας ἀφανοῦς τε καὶ ἐμφανοῦς διὰ τῶν ἡγεμονικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, καθ᾽ ἃς ἀπογεννᾷ σὺν τῇ Μνημοσύνῃ καὶ τῷ Διὶ τὰς Μούσας, συνδιακοσμεῖ δὲ πᾶν τὸ αἰσθητὸν ταῖς δημιουργικαῖς αὐτοῦ δυνάμεσιν, ἃς δὴ <θεουργῶν παῖδες χεῖρας> ἀποκαλοῦσιν, ἐπεὶ καὶ <ἡ> τῆς ἁρμονίας ἐνέργεια [τῶν φθόγγων] τῆς τῶν χειρῶν ἐξῆπται κινήσεως· ἀλλὰ   καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα διὰ τῶν ἁρμονικῶν λόγων κα τακοσμεῖ, οἷον φθόγγοις τισὶ χρώμενος ταῖς διαφόροις αὐτῶν δυνάμεσι, καὶ κινεῖ ἐναρμονίως καὶ ἐνρύθμως πάντα ταῖς δημιουργικαῖς αὐτοῦ κινήσεσιν. ἀλλὰ καὶ ἡ οὐρανία πᾶσα τάξις καὶ κίνησις τὸ ἐναρμόνιον τοῦ θεοῦ ἔργον ἐνδείκνυται· διὸ καὶ αἱ μερισταὶ ψυχαὶ οὐκ ἄλλως τελειοῦνται ἢ διὰ τῆς πρὸς τὸ πᾶν ἐναρμονίου ὁμοιότητος τὸ ἀπὸ τῆς γενέσεως ἀνάρμοστον ἀποσκευασάμεναι· τότε γὰρ τυγχάνουσιν τοῦ προτεθέντος αὐταῖς ὑπὸ τοῦ θεοῦ ἀρίστου βίου.  ἀπὸ δὲ τῶν περὶ τοῦ βασιλέως Ἀπόλλωνος λόγων ἐπὶ τὰς Μούσας καὶ τὸ ὄνομα τῆς μουσικῆς μεταβαίνει ( p 406 a )· Μουσηγέτης γὰρ ὁ Ἀπόλλων ἀνυμνεῖται, καὶ ἔστιν αὐτὸς μὲν μονὰς πρὸς τὴν ἐν τῷ παντὶ ἁρμονίαν· ὁ δὲ τῶν Μουσῶν χορὸς τοῦ παντὸς ἀριθμοῦ τῆς ἐννεάδος <δεκτικός>· ἐκ δ᾽ ἀμφοῖν ὁ κόσμος ὅλος <τοῖς ἀλύτοις ἐδέθη δεσμοῖς>, καὶ ἔστιν εἷς τε καὶ παντελής, τὸ μὲν ἔχων διὰ τὴν Ἀπολλωνιακὴν μονάδα, τὸ δὲ παντελὲς διὰ τὸν τῶν Μουσῶν ἀριθμόν· ὁ γὰρ ἔνατος ἐκ τοῦ πρώτου τελείου γεγονὼς δι᾽ ὁμοιότητός τε καὶ ταυτό τητος οἰκείως ἔχει ταῖς πολυειδέσι μὲν αἰτίαις τῆς κοσμικῆς διατάξεως καὶ ἁρμονίας, πάσαις δ᾽ εἰς μίαν τελειότητα κορυφουμέναις. αἱ μὲν γὰρ τὴν ποικιλίαν ἀπογεννῶσι τῶν λόγων, ὁ δὲ πᾶν τὸ πλῆθος αὐτῶν συνέχει καθ᾽ ἕνωσιν, καὶ αἱ μὲν τὴν ψυχικὴν ἁρμονίαν ὑφιστᾶσιν, ὁ δὲ τῆς νοερᾶς καὶ ἀμερίστου χορηγός ἐστιν ἁρμονίας, καὶ αἱ μὲν διαιροῦσι τὸ ἐμφανὲς κατὰ τοὺς ἁρμονικοὺς λόγους, ὁ δὲ τὴν ἀφανῆ καὶ χωριστὴν ἁρμονίαν συνέχει. καὶ ἀμφότεροι δὲ τῶν αὐτῶν ὑποστάται, ἀλλ᾽ αἱ μὲν κατ᾽ ἀριθμόν, ὁ δὲ κατὰ ἕνωσιν· καὶ   αἱ μὲν τὸ ἓν τοῦ Ἀπόλλωνος διαιροῦσιν, ὁ δὲ τὸ μουσικὸν πλῆθος ἑνίζει, ἐπιστρέφων αὐτὸ καὶ συνέχων· τὸ γὰρ τῶν Μουσῶν πλῆθός ἐστιν τὸ ἀπὸ τῆς ἑνιαίας τοῦ Μουσηγέτου καὶ χωριστῆς ὑπάρξεως καὶ ὁ ἀριθμὸς ὁ προελθὼν καὶ ἐξελίξας τὴν μίαν καὶ πρωτουργὸν αἰτίαν τῆς τῶν ὅλων ἁρμονίας.

[15]        Phaed 61.a.3 ` to     Phaed 61.a.4 ὡς φιλοσοφίας μὲν οὔσης μεγίστης μουσικῆς,

[16] Ο Πλάτων στον  «Τίμαιο, 47. b.6- c.4» μας λέγει ότι:  «ο θεός εφεύρε την όραση και μας την δώρισε ώστε βλέποντες και κατανοούντες τις περιφορές του Νου στον ουρανό, να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα των τεταραγμένων περιφορών της δικής μας διανοήσεως, αφού είναι συγγενείς με εκείνες τις αδιαταράκτου. Αφού δε, κατανοήσουμε καλώς εκείνες και μετάσχωμεν της φυσικής ορθότητος των συλλογισμών, να σταθεροποιήσουμε τις εντός μας αστάτους περιφοράς, μιμούμενοι τις θείες που είναι τελείως απλανείς».

Επίσης στον «Τίμαιο 90. a.2 – d.7» λέγει ότι «δια το σπουδαιότερο μέρος της ψυχής, το λογιστικό, πρέπει να σκεπτώμεθα ως εξής: ο θεός το έδωσε στον καθένα μας ως Δαίμονα, και είναι αυτό το λεγόμενο ότι εδρεύει εις το επάνω μέρος του σώματος μας και μας ανυψώνει από την γη προς την ουράνια συγγένεια μας, επειδή λέγουμε, και πολύ δικαιολογημένα, ότι είμεθα όχι γήινο αλλά ουράνιο πλάσμα. Διότι ο θεός αφού κρέμασε από εκεί, από τον ουρανό, από όπου εγεννήθη κατά πρώτον η ψυχή, την κεφαλήν μας ως είδος ρίζας, κρατεί όρθιο ολόκληρο το σώμα μας. Ο άνθρωπος λοιπόν ο οποίος έχει επιδοθεί εις τον κορεσμό των επιθυμιών τους ή σε φιλονικία και με υπερβολική προσήλωση ασχολείται με αυτά, κατ’ ανάγκην θα έχει μέσα του θνητά όλα τα διανοήματά του. Ώστε να γίνεται εξ ολοκλήρου θνητός, όσον είναι δυνατόν να γίνει τούτο, και δεν έχει τίποτα το μη θνητό, διότι αυτό μόνο ηύξησε υπερβολικά. Εκείνος όμως ο οποίος έχει επιδοθεί στην φιλομάθεια και στην απόκτηση αληθινών γνώσεων, και έχει εξασκήσει καλά το μέρος του εκείνο που σκέπτεται τα αθάνατα και τα θεία, αν πλησιάσει την αλήθεια, τότε κατ απόλυτον ανάγκην θα επιτύχει εξ ολοκλήρου την αθανασία, όσον βέβαια είναι δυνατόν να μετάσχει της αθανασίας η ανθρώπινη φύσις. Και επειδή αυτός ο άνθρωπος τιμά πάντοτε τον θεό και έχει μέσα του συγκάτοικο τον δαίμονα πολύ καλά τακτοποιημένο, θα είναι εξαιρετικά ευδαίμονας. Οπωσδήποτε δια κάθε άνθρωπο ένας είναι ο τρόπος θεραπείας : να αποδίδει σε κάθε μέρος του τις τροφές και τις κινήσεις που του ανήκουν. Προς το εν ημίν θείο – τον Νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Αυτές λοιπόν πρέπει να ακολουθεί ο κάθε ένας μας, προσπαθώντας να ανορθώσει τας διεφθαρμένας περιφοράς της γενέσεως που υπάρχουν μέσα εις την κεφαλή μας με την πλήρη κατανόηση των αρμονιών και των περιφορών του Σύμπαντος. Πρέπει ο καθένας να εξομοιώσει τον εαυτό του που κατανοεί, με το κατανοούμενο, τις αρμονίας και τις περιφορές, συμφώνως προς την αρχαία [μας] φύση, και αφού τον εξομοιώσει, να φθάσει εις τον τελικό σκοπό της αρίστης ζωής, που προκαθόρισαν οι θεοί, και δια το παρόν και δια το μέλλον.»

Tim 47.b.6 ` to     Tim 47.c.4 θεὸν ἡμῖν ἀνευρεῖν δωρήσασθαί τε ὄψιν, ἵνα τὰς ἐν οὐρανῷ τοῦ νοῦ κατιδόντες περιόδους χρησαίμεθα ἐπὶ τὰς περιφορὰς τὰς τῆς παρ᾽ ἡμῖν διανοήσεως, συγγενεῖς  ἐκείναις οὔσας, ἀταράκτοις τεταραγμένας, ἐκμαθόντες δὲ καὶ λογισμῶν κατὰ φύσιν ὀρθότητος μετασχόντες, μιμούμενοι τὰς τοῦ θεοῦ πάντως ἀπλανεῖς οὔσας, τὰς ἐν ἡμῖν πεπλανη μένας καταστησαίμεθα.

Tim 90.a.2 ` to     Tim 90.d.7 τὸ δὲ δὴ περὶ τοῦ κυριωτάτου παρ᾽ ἡμῖν ψυχῆς εἴδους διανοεῖσθαι δεῖ τῇδε, ὡς ἄρα αὐτὸ δαίμονα θεὸς ἑκάστῳ δέδωκεν, τοῦτο ὃ δή φαμεν οἰκεῖν μὲν ἡμῶν ἐπ᾽ ἄκρῳ τῷ σώματι, πρὸς δὲ τὴν ἐν οὐρανῷ συγγένειαν ἀπὸ γῆς ἡμᾶς αἴρειν ὡς ὄντας φυτὸν οὐκ ἔγγειον ἀλλὰ οὐράνιον, ὀρθότατα λέγοντες· ἐκεῖθεν γάρ, ὅθεν ἡ πρώτη τῆς ψυχῆς γένεσις ἔφυ, τὸ θεῖον τὴν κεφαλὴν καὶ ῥίζαν ἡμῶν  ἀνακρεμαννὺν ὀρθοῖ πᾶν τὸ σῶμα. τῷ μὲν οὖν περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἢ περὶ φιλονικίας τετευτακότι καὶ ταῦτα διαπονοῦντι σφόδρα πάντα τὰ δόγματα ἀνάγκη θνητὰ ἐγγεγονέναι, καὶ παντάπασιν καθ᾽ ὅσον μάλιστα δυνατὸν θνητῷ γίγνεσθαι, τούτου μηδὲ σμικρὸν ἐλλείπειν, ἅτε τὸ τοιοῦτον ηὐξηκότι· τῷ δὲ περὶ φιλομαθίαν καὶ περὶ τὰς ἀληθεῖς φρονήσεις ἐσπουδακότι καὶ ταῦτα μάλιστα τῶν αὑτοῦ γεγυμνασμένῳ φρονεῖν μὲν ἀθάνατα καὶ θεῖα, ἄνπερ ἀληθείας ἐφάπτηται, πᾶσα ἀνάγκη που, καθ᾽ ὅσον δ᾽ αὖ μετασχεῖν ἀνθρωπίνῃ φύσει ἀθανασίας ἐνδέχεται, τούτου μηδὲν μέρος ἀπολείπειν, ἅτε δὲ ἀεὶ θεραπεύοντα τὸ θεῖον ἔχοντά τε αὐτὸν εὖ κεκοσμημένον τὸν δαίμονα σύνοικον ἑαυτῷ, διαφερόντως εὐδαίμονα εἶναι. θεραπεα δ δ παντ παντς μα, τς οκεας κστ τροφς κα κινσεις ποδιδναι. τ δ ν   μν θείῳ συγγενες εσιν κινσεις α το παντς διανοσεις κα περιφορα· ταταις δ συνεπμενον καστον δε, τς περ τν γνεσιν ν τ κεφαλ διεφθαρμνας μν περιδους ξορθοντα δι τ καταμανθνειν τς το παντς ρμονας τε κα περιφορς, τ κατανοουμν τ κατανοον ξομοισαι κατ τν ρχααν φσιν, μοισαντα δ τλος χειν το προτεθντος νθρποις π θεν ρστου βου πρς τε τν παρντα κα τν πειτα χρνον».

[17] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 177. 1 – 18» :

in Cra 177.1 ` to     in Cra 177.18  Ὅτι τὸ ἔτυμον τοῦ ὀνόματος τῶν Μουσῶν τοι οῦτον· ἐπειδὴ τὴν φιλοσοφίαν καλεῖ ὁ Πλάτων ( Phaed. p 61 a ) <μεγίστην μουσικήν>, ἅτε δὴ τὰς ψυχικὰς ἡμῶν δυνάμεις ἐναρμονίως κινεῖσθαι ποιοῦσαν καὶ πρὸς τὰ ὄντα συμφώνως καὶ τὰς κινήσεις τῶν ἐν αὐτῇ κύκλων τεταγμένας, πρὸς δὲ ταύτην ἡμᾶς ἄγει ἡ ζήτησις τῆς ἑαυτῶν τε οὐσίας καὶ τῆς τοῦ παντὸς διὰ τῆς πρὸς ἑαυτούς τε καὶ τὰ κρείττω ἐπιστρο φῆς, καὶ γινόμεθα σύμφωνοι τῷ παντὶ τὰς ἐν ἡμῖν περιόδους ταῖς τοῦ παντὸς ἐξομοιοῦντες, διὰ τοῦτο καὶ τὰς Μούσας ἀπὸ τῆς ζητήσεως ὀνομάζομεν. αὐτὸς γὰρ ὁ Μουσηγέτης τὴν ἀλήθειαν ἐκφαίνει ταῖς ψυχαῖς κατὰ μίαν ἁπλότητα νοεράν, αἱ δὲ Μοῦσαι τὰς ποικίλας ἡμῶν ἐνεργείας τὰς εἰς τὸ ἓν τὸ νοερὸν ἀναγούσας τελειοῦσιν. ἔχουσι γὰρ αἱ ζητήσεις ὕλης λόγον ὡς πρὸς τὸ ἀπὸ τῆς εὑρέσεως τέλος, καθάπερ καὶ τὸ πλῆθος πρὸς τὸ ἓν καὶ ἡ ποικιλία πρὸς τὴν ἁπλότητα. τὰς τοίνυν Μούσας ἐν μὲν ταῖς ψυχαῖς τὴν ζήτησιν τῆς ἀληθείας, ἐν δὲ τοῖς σώμασιν τὸ πλῆθος τῶν δυνάμεων, πανταχοῦ δὲ τὴν ποικιλίαν τῶν ἁρμονιῶν ἐνδιδούσας ἴσμεν.

[18] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 178. 1 – 28» :

in Cra 178.1 ` to     in Cra 178.28 Οτι ἡ Λητὼ πηγή ἐστιν ζωογόνος ἐν τῇ Δήμητρι περιεχομένη· διὸ καὶ τὰ παρ᾽ ἡμῖν πάτρια τὴν αὐτὴν Δήμητρά τε καὶ Λητὼ θεραπεύουσιν τὴν ἕνωσιν ἐνδεικνύμενα τῶν θεαινῶν. πᾶν δὲ τὸ ζωογόνον φῶς ἐκπέμπει αὕτη ἡ θεός, φωτίζουσα τάς τε τῶν θεῶν νοερὰς οὐσίας καὶ τοὺς ψυχικοὺς διακόσμους, καὶ τελευταῖον τὸν αἰσθητὸν οὐρανὸν   πάντα καταλάμπει ἀπογεννήσασα τὸ περικόσμιον φῶς καὶ τού του τὴν αἰτίαν ἱδρύσασα ἐν τοῖς παισὶν Ἀπόλλωνι καὶ Ἀρτέμιδι, πᾶσι τὸ νοερὸν καὶ ζωογόνον φῶς ἐναστράπτουσα. ἀλλὰ καὶ ταῖς ψυχαῖς τὴν τῆς ἀρετῆς τελεσιουργίαν ἐνδίδωσιν καὶ τὴν ἔλλαμψιν τὴν ἀνάγουσαν αὐτὰς εἰς τὸ νοερὸν τοῦ πατρός, τῶν τε σκολιῶν ἀτραπῶν τῆς ὕλης ἀναρπάζουσα καὶ τῆς πολυπλόκου κακίας καὶ τῆς ἐν τῇ γενέσει τραχύτητος, πρὸς ἅ μοι δοκοῦσι καὶ οἱ θεολόγοι βλέποντες <Λητὼ> προσειπεῖν αὐτήν, διά τε τὸ <λεῖον> τοῦ ἤθους πορίζειν ταῖς ψυχαῖς καὶ τὸ τῆς ἑκουσίου ζωῆς παρεκτικὸν καὶ τῆς θείας ῥᾳστώνης χορηγόν· ταῦτα γὰρ ἐνδίδωσι τοῖς εἰς αὐτὴν ἀνατεινομένοις ἄφατον ἐνέργειαν <καὶ> ζωὴν ἀπήμονα καὶ πραότητα καὶ ἀταραξίαν καὶ γαλήνην νοεράν. εἴτ᾽ οὖν ἀπὸ τοῦ ἐθελουσίου <Λητὼ> κέκληται (λῶ γάρ ἐστιν ῥῆμα δηλοῦν τὸ <βούλομαι>), εἴτ᾽ ἀπὸ τοῦ <λείου Λεητώ> τις οὖσα, πάντως που δι᾽ ἀμφοῖν τὰς τῆς θεοῦ δυνάμεις ἐνδείκνυται τὸ ὄνομα· αἱ γὰρ ἠναγκασμέναι τῆς ψυχῆς ἐνέργειαι διὰ τὴν τραχύτητα συμβαίνουσι τὴν ἔνυλον, καὶ ἡ σκολιότης τῆς ἐν γενέσει ζωῆς τὴν ἑκούσιον ζωὴν ἐλαττοῖ τῶν ψυχῶν, ἡ δ᾽ εἰς τοὺς θεοὺς ἄνοδος λείαν καὶ ἥμερον ἀντὶ σκληρᾶς καὶ τραχείας καὶ βουλητὴν ἀντὶ ἀναγκαίας αὐταῖς παρέχεται ζωήν, καὶ ἡ τούτων αἰτία θεὸς <Λητὼ> διὰ τοῦτο προσαγορεύεται. τί οὖν δεῖ <Λητὼ> καλεῖν τὴν ὕλην, ὡς εὐτράπελον καὶ ἐμμαγεῖον πᾶσι προκειμένην τοῖς εἴδεσιν, οἷον κάτοπτρον πάντων τὰς ἐμφάσεις δεχομένην, ὡς λήθης δὲ αἰτίαν τοῖς εἰς αὐτὴν ὁρῶσι; τί δὲ τὸν Ἀπόλλωνα ὡς ἐκ Λητοῦς ὑποστάντα καὶ Διὸς <ἁρμονίαν> δεῖ λέγειν; οὕτως γὰρ ἂν καὶ ὁ θεὸς οὗτος ἀχώριστος εἴη τῆς ὕλης καὶ οὐχὶ αἴτιος τῆς ἐν τῷ παντὶ ἁρμονίας. καίτοι πῶς δυνατόν, ποτὲ μὲν αὐτὸν τῷ δημιουργῷ τὸν αὐτὸν ποιεῖν ποτὲ δὲ τῆς ὕλης ἀχώριστον; ἄμεινον οὖν λέγειν τὴν μὲν Λητὼ οὐχ ὑποδοχὴν τοῦ Ἀπόλλωνος, ἀλλὰ μητέρα καὶ πηγὴν αὐτὴν νοεῖν παντὸς ζωογονικοῦ φωτὸς θέρμῃ τὰ πάντα σῴζοντος, τὸν δ᾽ Ἀπόλλωνα, χωριστὸν ὄντα, χορηγὸν πάσης τῆς ἐναρμονίου ζωῆς καὶ πάντων τῶν ἐγκοσμίων λόγων, οἷς <ἀλύτως συνδέδεται> τὸ πᾶν· ἐπεὶ καὶ Λητὼ καλεῖν τὴν μεγίστην ταύτην θεὸν ὡς ἀπὸ τῆς <λήθησ> ὁ μὲν Σωκράτης ( p 406 a ) ἴσως διὰ τὸ τοῦ νέου ἀτελὲς ἐφυλάξατο, λέγοιτο δ᾽ ἂν καὶ τοῦτο ἐπ᾽ αὐτῆς κυρίως, λήθην τῶν κακῶν ταῖς ψυχαῖς ἐμποιούσης καὶ τῆς ἐν τῇ γενέσει ταραχῆς καὶ κλύδωνος, ὧν ἔτι μνήμην φέρουσαν τὴν ψυχὴν ἀδύνατον ἐνιδρυθῆναι τοῖς νοητοῖς· <ἄγει γὰρ ἡ μνήμη πρὸς τὸ μνημονευτόν>, φησὶ <Πλωτῖνος>, καὶ ὥσπερ ἡ Μνημοσύνη τὴν μνήμην τῶν νοητῶν ἀνεγείρει, οὕτως καὶ ἡ Λητὼ τὴν λήθην δωρεῖται τῶν ἐνύλων.

[19] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 179. 1 – 31» :

in Cra 179.1 ` to     in Cra 179.31 Οτι τῆς δεσποίνης ἡμῶν Ἀρτέμιδος τρεῖς ὁ Πλάτων ( p 406 b ) παραδίδωσιν ἰδιότητας, τήν τε ἄχραντον καὶ τὴν κόσμιον καὶ τὴν ἀναγωγόν· καὶ διὰ μὲν τὴν πρώτην παρθενίας ἐρᾶν λέγεται ἡ θεός, διὰ δὲ τὴν δευτέραν, καθ᾽ ἣν τελεσιουργός, [ὡς] ἀρετῆς ἔφορος εἶναι λέγεται, διὰ δὲ τὴν τρίτην, καθ᾽ ἣν ….., μισῆσαι λέγεται τὰς γενεσιουργοὺς ὁρμάς. καὶ μάλιστα τῶν τριῶν ἡ πρώτη ἐφαρμόζει τῇ τῆς θεοῦ προόδῳ, καθ᾽ ἣν ἐν τῇ ζωογόνῳ τῶν ἀρχῶν τριάδι τὴν ὕπαρξιν ἔλαχεν, εἴτε Ἑκατικὴ προσαγορευομένη θεότης, ὡς οἱ <θεουργοί> φασιν, εἴτε Ἄρτεμις, ὡς <Ὀρφεύς> (frg 201). ἐκεῖ γὰρ ἱδρυμένη πεπλήρωται μὲν ἀχράντων δυνάμεων ἀπὸ τῶν ἀμειλίκτων θεῶν, εἰς δὲ τὴν τῆς ἀρετῆς βλέπει πηγὴν καὶ τὴν παρθενίαν αὐτῆς ἀσπάζεται· καὶ γὰρ ἐκείνη <τὸ παρθένον οὐ προΐησιν>, ὥς φησι <τὸ λόγιον> (p 28)· νοοῦσα δ᾽ ἐκείνην ὑφίστησιν καὶ τὴν ἀρχικὴν ἀρετήν, καὶ ἐξῄρηται πάσης κοινωνίας καὶ συζεύξεως καὶ τῆς κατὰ τὴν γένεσιν προόδου· ὅθεν δὴ καὶ ἡ Κόρη κατὰ μὲν τὴν Ἄρτεμιν τὴν ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν Ἀθηνᾶν παρθένος λέγεται μένειν, κατὰ δὲ τὴν τῆς Περσεφόνης γόνιμον δύναμιν καὶ προσιέναι καὶ συνάπτεσθαι τῷ τρίτῳ δημιουργῷ καὶ τίκτειν, ὥς φησιν <Ὀρφεύς> (frg 218),  <ἐννέα θυγατέρας γλαυκώπιδας ἀνθεσιουργούς>· ἐπεὶ ἥ γε Ἄρτεμις ἡ ἐν αὐτῇ καὶ ἡ Ἀθηνᾶ τὴν παρθενίαν ἀεὶ τὴν αὐτὴν διασῴζουσι· καὶ γὰρ ἡ μὲν κατὰ τὸ μόνιμον αὐτῆς, ἡ δὲ κατὰ τὸ ἐπιστρεπτικὸν χαρακτηρίζεται· τὸ δὲ γεννητικὸν μέσην ἐν αὐτῇ τάξιν ἔλαχεν. ἐπιθυμεῖν δ᾽ αὐτὴν τῆς παρθενίας φασίν, ἐπειδὴ τὸ εἶδος αὐτῆς ἐν τῇ ζωογόνῳ περι έχεται πηγῇ, καὶ νοεῖ τὴν πηγαίαν ἀρετὴν καὶ ὑφίστησι τὴν ἀρχικὴν καὶ ἀναγωγόν, καὶ τὴν ἔνυλον ἀτιμάζει πᾶσαν μῖξιν, καίτοι ἐφορῶσα τοὺς καρποὺς τῆς τοιαύτης ἐνύλου μίξεως·  <ἀτελής <τε> γάμων καὶ ἄπειρος ἐοῦσα  παιδογόνου λοχίης πάσης ἀνὰ πείρατα λύει,> φησὶν <Ὀρφεύς> (frg 137)· καὶ ἔοικεν τὰς μὲν γενέσεις καὶ τὰς προόδους τῶν πραγμάτων ἐκτρέπεσθαι, τὰς δὲ τελειότητας ἐπιφέρειν αὐτοῖς, καὶ τὰς μὲν ψυχὰς διὰ τῆς κατ᾽ ἀρετὴν ζωῆς τελεσιουργεῖν, τοῖς δὲ θνητοῖς ζῴοις τὴν εἰς τὸ εἶδος ἀποκατάστασιν χορηγεῖν. ὅτι δὲ πολλὴ τῆς Ἀρτέμιδος καὶ ἡ πρὸς τὴν ἐγκόσμιον Ἑκάτην ἕνωσις καὶ ἡ πρὸς τὴν Κόρην, φανερὸν τοῖς καὶ ὀλίγα τῷ <Ὀρφεῖ> παραβεβληκόσιν, ἐξ ὧν δῆλον, ὅτι καὶ ἡ Λητὼ περιέχουσα ἐν τῇ Δήμητρι τῇ καὶ τὴν Κόρην ὑποστησάσῃ τῷ Διὶ καὶ τὴν ἐγκόσμιον Ἑκάτην, ἐπεὶ καὶ τὴν Ἄρτεμιν Ἑκάτην <Ὀρφεὺες> (frg 201) κέκληκεν,  <ἡ δ᾽ ἄρα δῖ᾽ Ἑκάτη παιδὸς μέλη αὖθι λιποῦσα  Λητοῦς εὐπλοκάμοιο κόρη προσεβήσατ᾽ Ὄλυμπον>· ὥστ᾽ οὐδὲν θαυμαστόν, εἰ καὶ τὴν ἐν τῇ Κόρῃ Ἄρτεμιν Ἑκάτην <ἐν ἄλλοισ> κεκλήκαμεν. καὶ ὁ Πλάτων ἐν τούτοις ὑμνήσας διὰ τῶν τριῶν ἐπιβολῶν φήσειεν ἂν ὅτι ἡ μὲν τού των τὶ ἡ δὲ πάντα σημαίνει· ἡ μὲν γὰρ πρώτη <διὰ πάντα>, αἱ δὲ μετ᾽ αὐτήν, ἅτε καὶ μερικωτέραν τάξιν λαχοῦσαι, <δι᾽ ἔν τι> κεκλῆσθαι οὕτως ῥηθεῖεν ἂν καθ᾽ ὃ μάλιστα χαρακτηρίζονται.

[20]       in Cra 180.1 ` to     in Cra 180.6   Ὅτι συνέταξεν ( p 404 b ) τὸν ἐγκόσμιον Διόνυσον τῇ ἐγκοσμίᾳ Ἀφροδίτῃ διὰ τὸ ἐρᾶν αὐτοῦ καὶ εἴδωλον πλάττειν αὐτοῦ τὸν πολυτίμητον Κίλιξι καὶ Κυπρίοις Ἄδωνιν· καὶ δηλονότι τὸν τῆς Ἀφροδίτης τοιοῦτον ἔρωτα ἀγαθοειδῆ καὶ προνοητικὸν ὑποληπτέον, ὡς παρὰ κρείττονος θεοῦ πρὸς καταδεέστερον ἐπιτελούμενον.

[21]       in Cra 181.1 ` to     in Cra 181.23 Οτι ὁ μὲν νεανίσκος ὡς περὶ σμικρῶν δοκεῖ ἐρωτᾶν τὰ περὶ τὸν δεσπότην Διόνυσον, διὸ καὶ ἐπιστομίζεται (p 406.b) ὑπὸ Σωκράτους, καὶ περὶ μὲν τῶν κρυφίων προόδων τῶν θεῶν οὐκ ἀκούει, περὶ δὲ τῶν τελευταίων μόνων καὶ ἐγκοσμίων. καὶ ταῦτα μέντοι ἀποσεμνύνει ὁ σοφός, καί τοι, ὥς φησι (p 406.c), παίγνια ὄντα διὰ τὸ φιλοπαίσμονας εἶναι τοὺς θεοὺς τούτους. ὡς γὰρ τὰ τῶν ἄλλων θεῶν πέρατα, φοβερὰ ὄντα καὶ τιμωρητικὰ καὶ κολαστικά. τελεσιουργὰ λέγει τῶν ψυχῶν, οἷον ὅτι ( legg IV p 716 a ) <2ἕπεται τῷ Διὶ Δίκη τοῦ θείου νόμου τιμωρόσ>2, καὶ τοῖς μὲν κεκοσμημένοις καὶ κατὰ νοῦν ζῶσιν εὐμαρής ἐστιν ἡ θεὸς αὕτη, τοῖς   δ᾽ ὑβρισταῖς καὶ ἀμαθίᾳ τὸν βίον συμφύρουσι τὴν ζημίαν ἐπιβάλλει, ἕως ἂν αὐτοὺς καὶ οἴκους καὶ πόλεις ἄρδην ἀφανίσῃ· οὕτως τὰ τοῦ Διονύσου καὶ Ἀφροδίτης πέρατα γλυκυθυμίαν ἐμποιοῦντα ἀποσεμνύνει, πανταχοῦ διακαθαίρων ἡμῶν τὰς περὶ θεῶν ἐννοίας καὶ νοεῖν παρασκευάζων ὅτι πάντα πρὸς τὸ ἄριστον ἀφορᾷ τέλος, ὁποῖα ἂν ᾖ. διότι γὰρ τὴν τῆς θνητῆς φύσεως ἀσθένειαν ἀναρρώννυσι καὶ ἀνακτᾶται τὴν δυσχέρειαν τῆς σωματικῆς ζωῆς, διὰ τοῦτο φιλοπαίσμονες οἱ τούτων αἴτιοι θεοί· ὅθεν δὴ καὶ τῶν ἀγαλμάτων τὰ μὲν οἷον γελῶντα καὶ ἀνειμένα καὶ χορεύοντά πως ποιοῦσιν, τὰ δ᾽ αὐστηρὰ καὶ καταπληκτικὰ τῶν ὁρώντων καὶ βλοσυρὰ ἀναλόγως ταῖς τῶν θεῶν λήξεσι ταῖς ἐγκοσμίοις.

[22] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 182. 1   37» :

in Cra 182.1 ` to     in Cra 182.37     Ὅτι τὸν δεσπότην ἡμῶν <Διόνυσον> οἱ θεολόγοι πολλάκις καὶ ἀπὸ τῶν τελευταίων αὐτοῦ δώρων <οἶνον> καλοῦσιν, οἷον <Ὀρφεύς> (frg 202)·  <οἴνου δ᾽ ἀντὶ μιῆς τριπλῆν μετὰ ῥίζαν ἔθεντο>· καὶ πάλιν ( frg 203 )·   <οἴνου πάντα μέλη κόσμῳ λαβὲ καί μοι ἔνεικε>· καὶ αὖθις ( frg 204 )·   <οἴνῳ ἀγαιομένη κούρῳ Διόσ>. εἰ δὲ αὐτὸς ὁ θεὸς οὕτως καλεῖται, δῆλον ὅτι καὶ αἱ πρῶται καὶ αἱ μέσαι αὐτοῦ ἐνέργειαι οὕτως ἂν ὀνομάζοιντο, ὥσπερ ἡ τελευταία, ὥστε εἰς τοῦτο <νῦν> (p 406c) βλέπων ὁ Σωκράτης <Διδοίνυσον> καλεῖ τὸν θεὸν ἐκ τοῦ οἴνου ὁρμώμενος, ὅστις, ὡς εἴρηται, πασῶν ἐστι δηλωτικὸς τῶν τοῦ θεοῦ δυνάμεων· ὥσπερ καὶ ἐν <Φαίδρῳ> τὸν μέγαν Ἔρωτα κοι νῶς λέγει τόν τε θεῖον καὶ τὸν φιλοσώματον. ὁ οὖν οἶνος οὕτως κοινῶς ἐξακουόμενος τὴν ἰδιότητα τοῦ μερικοῦ νοῦ παρίστησιν ἡμῖν. τὸ γὰρ οἰόνουν οὐκ ἄλλο τί ἐστιν ἢ τὸ διῃρημένον ἀπὸ τοῦ ὅλου καὶ μετεχόμενον ἤδη νοερὸν εἶδος καὶ <οἶον> καὶ μόνον γενόμενον· ὁ μὲν γὰρ παντελὴς νοῦς πάντα τ᾽ ἐστὶν καὶ ἐνεργεῖ κατὰ πάντα ὡσαύτως· ὁ δὲ μερικὸς καὶ μετεχόμενος πάντα μέν, ἀλλὰ καθ᾽ ἓν εἶδος τὸ αὐτῷ πάντων προβεβλημένον, οἷον τὸ Ἡλιακὸν ἢ τὸ Σεληνιακὸν ἢ τὸ Ἑρμαϊκόν· τοῦτο δ᾽ οὖ<ν> τὸ ἴδιον καὶ διακριθὲν ἀπὸ τῶν λοιπῶν ὁ οἶνος ἐνδείκνυται, σημαίνων τὸν <οἶον> καὶ <τινὰ> νοῦν. ἐπειδὴ τοίνυν ἡ μεριστὴ δημιουργία πᾶσα τῆς Διονυσιακῆς ἐξήρτηται μονάδος, διαιροῦσα τοὺς μὲν μεθεκτοὺς ἐν τῷ κόσμῳ νόας ἀπὸ τοῦ ὅλου νοῦ, τὰς δὲ πολλὰς ψυχὰς ἀπὸ τῆς μιᾶς, τὰ δ᾽ εἴδη τὰ αἰσθητὰ πάντα ἀπὸ τῶν οἰκείων ὁλοτήτων, διὰ δὴ τοῦτο καὶ αὐτὸν τὸν θεὸν <οἶνον> προ<σ>ειρήκασιν οἱ θεολόγοι αὐτόν τε καὶ πάντα τὰ δημιουργήματα αὐτοῦ· πάντα γὰρ ἔκγονα τοῦ νοῦ, καὶ τὰ μὲν πορρώτερον τὰ δὲ ἐγγύτερον μετέχει τῆς μεριστῆς τοῦ νοῦ διανομῆς. ἀναλόγως οὖν ἐν τοῖς οὖσιν ὁ οἶνος ἐγγινόμενος ἐνεργεῖ, ἐν μὲν τῷ σώματι εἰδωλικῶς κατὰ οἴησιν καὶ φαντασίαν ψευδῆ, ἐν δὲ τοῖς νοεροῖς τὸ κατὰ νοῦν ἐνεργεῖν καὶ δημιουργεῖν, ἐπεὶ καὶ ἐν τῇ διασπαράξει τῶν Τιτάνων μόνη ἡ καρδία ἀδιαίρετος μεῖναι <λέγεται>, τουτέστιν ἡ ἀμερὴς τοῦ νοῦ οὐσία.

[23] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 183. 1 – 54» :

in Cra 183.1 ` to     in Cra 183.54 Οτι ἐκ τῶν παιγνιωδῶν ἐννοιῶν τῶν περὶ θεοὺς καὶ ἐνθεάζειν δυνατόν, νοερώτερον τοῖς πράγμασιν ἐπιβάλλοντας. φέρε γὰρ κατὰ τὰς ἐνύλους τῶν πολλῶν ἐπιβολὰς εἶναι <Ἀφροδίτην> τὴν ἐκ τοῦ <ἀφροῦ> τὴν γένεσιν ἔχουσαν, καὶ τὸν μὲν ἀφρὸν εἶναι τὴν τοῦ σπέρματος ἀπόκρισιν, τὴν δ᾽ ἐκ ταύτης ὑφισταμένην ἐν ταῖς μίξεσιν ἡδονὴν Ἀφροδίτην εἶναι. τίς οὖν τοσοῦτόν ἐστιν εὐήθης, ὅστις οὐ πρὸ τῶν ἐσχάτων καὶ φθαρτῶν τὰ πρῶτα καὶ ἀίδια αἴτια θεωρήσειεν; διὰ γὰρ τοῦτο καὶ ὁ Σωκράτης τὸν <Ἡσίοδον> (Theogon. 195sqq ) μαρτύρεται (p 406.c) ἵνα τῆς ἐνθεαστικῆς ἡμᾶς ἐπι βολῆς ἀναμνήσῃ τὴν δεδημευμένην αὐτοῦ κάτω καταλιπόντας. τί οὖν ἐστιν ἡ τοιαύτη θεία ἐπιβολή, εἰρήσθω. γεννᾶσθαι μὲν οὖν τὴν πρωτίστην Ἀφροδίτην φασὶν ἀπὸ διττῶν αἰτίων. τοῦ μὲν ὡς δι᾽ οὗ, τοῦ δὲ ὡς γεννητικοῦ· τὸν μὲν γὰρ Κρόνον αὐτῆς ὡς τὸ δι᾽ οὗ τῇ προόδῳ συνεργεῖν, ὡς τὴν γόνιμον δύναμιν τοῦ πατρὸς <προ>καλούμενον καὶ εἰς τοὺς νοεροὺς διακόσμους ἐκδιδόντα, τὸν δ᾽ Οὐρανὸν ὡς ποιητὴν καὶ αἴτιον, ἐκ τῆς ἑαυτοῦ γεννητικῆς περιουσίας ἐκφαίνοντα τήνδε τὴν θεόν. καὶ πόθεν γὰρ ἄλλοθεν ἔδει τὴν συναγωγὸν τῶν διαφερόντων γενῶν κατὰ μίαν ἔφεσιν τοῦ κάλλους λαβεῖν τὴν ὑπόστασιν ἢ ἐκ τῆς συνοχικῆς τοῦ Οὐρανοῦ δυνάμεως; παράγει οὖν αὐτὴν ὁ Οὐρανὸς ἐκ τοῦ ἀφροῦ τῶν γονίμων ἑαυτοῦ μορίων ῥιφέντος εἰς τὴν θάλασσαν, ὥς φησιν <Ὀρφεύς> (frg 101)· <μήδεα δ᾽ ἐς πέλαγος πέσεν ὑψόθεν, ἀμφὶ δὲ τοῖσι λευκὸς ἐπιπλώουσιν ἐλίσσετο πάντοθεν ἀφρός·  ἐν δὲ περιπλομέναις ὥραις ἐνιαυτὸς ἔτικτεν  παρθένον αἰδοίην, ἣν δὴ παλάμαις ὑπέδεκτο  γεινομένην τὸ πρῶτον ὁμοῦ Ζῆλός τ᾽ Ἀπάτη τε>. τὴν δὲ δευτέραν Ἀφροδίτην παράγει μὲν ὁ Ζεὺς ἐκ τῶν ἑαυ τοῦ γεννητικῶν δυνάμεων, συμπαράγει δ᾽ αὐτῷ καὶ ἡ Διώνη· πρόεισι δ᾽ ἡ θεὸς ἐκ τοῦ ἀφροῦ κατὰ τὸν αὐτὸν τῇ πρεσβυτέρᾳ τρόπον· λέγει δ᾽ οὕτως καὶ περὶ ταύτης ὁ αὐτὸς <θεολόγος> (frg 140)·    <τὸν δὲ πόθος πλέον εἷλ᾽, ἀπὸ δ᾽ ἔκθορε πατρὶ μεγίστῳ  αἰδοίων ἀφροῖο γονή, ὑπέδεκτο δὲ πόντος  σπέρμα Διὸς μεγάλου· περιτελλομένου δ᾽ ἐνιαυτοῦ  ὥραις καλλιφύτοις τέκ᾽ ἐγερσιγέλωτ᾽ Ἀφροδίτην  ἀφρογενῆ>. διαφέρουσι μὲν οὖν ἀλλήλων αἱ θεαὶ κατά τε τὰ αἴτια καὶ κατὰ τὰς τάξεις καὶ κατὰ τὰς δυνάμεις· ἡ μὲν γὰρ ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ ὑπερκόσμιός ἐστιν καὶ ἀναγωγὸς ἐπὶ τὸ νοητὸν κάλλος καὶ ἀχράντου ζωῆς χορηγός, καὶ γενέσεως χωρίζει· ἡ δὲ Διωναία ἐπιτροπεύει πάσας τὰς ἐν τῷ Οὐρανίῳ κόσμῳ καὶ γῇ συστοιχίας καὶ συνδεῖ πρὸς ἀλλήλας, καὶ τελειοῖ τὰς γεννητικὰς αὐτῶν προόδους διὰ τῆς ὁμονοητικῆς συζεύξεως. συνήνωνται δ᾽ ἀλλήλαις κατὰ τὴν ὁμοιότητα τῆς ὑποστάσεως· ἐκ γὰρ τῶν γεννητικῶν δυνάμεων προῆλθεν ἡ μὲν τοῦ συνοχέως ἡ δὲ τοῦ δημιουργοῦ. δηλοῖ δ᾽ ἡ θάλασσα τὴν ἡπλωμένην καὶ ἀπεριόριστον ζωὴν καὶ τὸ βάθος αὐτῆς τὸ ἐπὶ πᾶν προϊόν, ὁ δ᾽ ἀφρὸς τὸ καθαρώτατον καὶ φωτὸς γονίμου πλῆρες καὶ δυνάμεως καὶ ἐπινηχόμενον πάσῃ τῇ ζωῇ καὶ οἷον ἄνθος αὐτῆς τὸ ἀκρότατον. πέφηνεν οὖν ἡ Ἀφροδίτη πάσης οὖσα τῆς ζωῆς τὸ ἑνοειδέστατον καὶ καθαρώτατον.

[24] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 185. 1 – 44» :

in Cra 185.1 ` to     in Cra 185.44    Ὅτι οἱ θεολόγοι δύο μάλιστα δυνάμεις ἀνυμνοῦσι τῆς δεσποίνης ἡμῶν Ἀθηνᾶς, τήν τε φρουρητικὴν καὶ τὴν τελεσιουργόν, τὴν μὲν ἄχραντον φυλάττουσαν τὴν τάξιν τῶν ὅλων καὶ ἀκαταγώνιστον ὑπὸ τῆς ὕλης, τὴν δὲ πάντα πληροῦσαν νοεροῦ φωτὸς καὶ ἐπιστρέφουσαν εἰς τὴν ἑαυτῶν αἰτίαν. διὸ καὶ ὁ Πλάτων ἀναλόγως ἐν Τιμαίῳ ( p 24 c ) <φι λοπόλεμόν τε καὶ φιλόσοφον> ἀνυμνεῖ τὴν Ἀθηνᾶν. αἱ δὲ τάξεις αὐτῆς τρεῖς παραδέδονται· μία μὲν ἡ πηγαία καὶ νοερά, καθ᾽ ἣν ἵδρυσεν ἑαυτὴν ἐν τῷ πατρὶ καὶ ἔστιν ἀνεκφοίτητος ἐκεῖθεν· δευτέρα δ᾽ ἡ ἀρχική, καθ᾽ ἣν τῇ Κόρῃ σύνεστιν καὶ πᾶσαν αὐτῆς περατοῖ τὴν πρόοδον καὶ ἐπιστρέφει πρὸς ἑαυτήν· τρίτη δ᾽ ἡ ἀπόλυτος, καθ᾽ ἣν πάντα τὸν κόσμον τελειοῖ καὶ φρουρεῖ καὶ περικαλύπτει ταῖς ἑαυτῆς δυνάμεσι, πάσας συνέχουσα τὰς ἐγκοσμίους ἀκρότητας καὶ πάσας ὑφιστᾶσα τὰς ἐν οὐρανῷ λήξεις αὐτὴ καὶ τὰς ὑπὸ σελήνην προ ελθούσας. <νῦν> οὖν ὁ Σωκράτης τὴν μὲν φρουρητικὴν διὰ τοῦ τῆς Παλλάδος ἀνυμνεῖ ὀνόματος. τὴν δὲ τελεσιουργὸν διὰ τοῦ τῆς Ἀθηνᾶς. τὴν οὖν ἔνρυθμον χορείαν διὰ τῆς κινήσεως ὑποφαίνει, ἧς καὶ μεταδέδωκεν πρωτίστῃ μὲν τῇ Κουρητικῇ τάξει, δευτέρως δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις θεοῖς· ἔστιν γὰρ ἡ θεὸς κατὰ ταύτην τὴν δύναμιν ἡγεμὼν τῶν Κουρήτων, ὥς φησιν <Ὀρφεύσ> (frg 134)· ὅθεν δὴ καὶ τοῖς ἐμπυρίοις ὅπλοις κε κόσμηται, καθάπερ ἐκεῖνοι, δι᾽ ὧν ἀναστέλλει πᾶσαν ἀταξίαν καὶ φυλάττει τὴν δημιουργικὴν τάξιν ἀκίνητον, καὶ τὴν ὄρχη σιν διὰ τῆς ἐνρύθμου κινήσεως ἐκφαίνει· τὸν δὲ λόγον τὸν ἀπὸ νοῦ προϊόντα φρουρεῖ καὶ κρατοῦντα τῆς ὕλης δι᾽ αὐτήν· <μέμικται> γάρ, φησὶν ὁ <Τίμαιοσ> ( p 47 e sq ), <τὸ πᾶν ἐκ νοῦ καὶ ἀνάγκησ>, πειθομένης τῷ νῷ τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν ἐνύλων πάντων αἰτίων ὑπεσταλμένων πρὸς τὴν βούλησιν τοῦ πατρός. ἡ τοίνυν ὑποτάττουσα τὴν ἀνάγκην τῇ ποιήσει τοῦ   νοῦ καὶ ἐπαίρουσα τὸ πᾶν εἰς τὴν τοῦ θεοῦ μετουσίαν καὶ ἀνεγείρουσα καὶ ἐνιδρύουσα τῷ ὅρμῳ τοῦ πατρὸς καὶ φρου ροῦσα διαιωνίως ἡ θεός ἐστιν αὕτη· κἂν ἄλυτον δὲ λέγηται τὸ πᾶν, αὕτη τῆς αὐτοῦ διαμονῆς χορηγός, κἂν χορεύειν εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον, καθ᾽ ἕνα λόγον καὶ μίαν τάξιν αὕτη τῆς χορηγίας προστάτις. πᾶσαν οὖν τὴν δημιουργίαν ἐφορᾷ τοῦ πατρὸς καὶ συνέχει καὶ ἐπιστρέφει πρὸς αὐτόν, καὶ καταγωνίζεται πᾶσαν τὴν ἔνυλον ἀοριστίαν· διὸ καὶ Νίκη προσηγόρευται καὶ Ὑγίεια, τὸν μὲν νοῦν κρατεῖν ποιοῦσα τῆς ἀνάγ κης καὶ τὸ εἶδος τῆς ὕλης, ὅλον δ᾽ ἀεὶ καὶ τέλειον καὶ ἀγήρων καὶ ἄνοσον διαφυλάττουσα τὸ<ν κόσμον>. οἰκεῖον οὖν τῆς θεοῦ ταύτης καὶ τὸ ἀνάγειν καὶ μερίζειν καὶ διὰ τῆς νοερᾶς χορείας συνάπτειν τοῖς θειοτέροις καὶ ἐνιδρύειν καὶ φρουρεῖν ἐν ……