Περί Θεών – μέρος Α’ (εκ του υπομνήματος του Πρόκλου στον «Κρατύλο» του Πλάτωνα)


«Το πατρικό αίτιο άρχεται άνωθεν, από των νοητών και κρυφών Θεών (εκεί πράγματι βρίσκονται οι πρώτιστοι πατέρες των όλων), και δια μέσου όλων των νοητικών Θεών προχωρά στην δημιουργική τάξη.[1] Αυτήν εξυμνεί ο “Τίμαιος”, ως δημιουργική και συνάμα πατρική, λέγοντας “δημιουργός και πατέρας έργων”, αλλά στην περίπτωση των υπέρ τη μια δημιουργία “θεοί θεών” λέγονται πατέρες, ενώ ο δημιουργός “πατέρας ανδρών και θεών”, που δίνει την ύπαρξη σε εγκόσμιους θεούς και ανθρώπους. Αλλά και στην περίπτωση μερικών από τους τελευταίους ονομάζεται ξεχωριστά πατέρας (όπως του Ηρακλή), αυτών δηλ. που διαφύλαξαν αναλλοίωτο τον δίιον και ηγεμονικό βίο ζώντας εν τη γενέσει. Υπό τρείς έννοιες άρα είναι πατέρας ο Ζευς, θεών, ψυχών και μερικών/επιμέρους ψυχών που επέλεξαν νοητικό και δίιο βίο.»[2]

Περί Διός

 «Η νοητική διακόσμηση των Θεών[3], οριοθετείται εκ των άνω από τον βασιλέα των όλων θείων γενών που έχει την πατρική υπεροχή σε όλους τους νοητικούς θεούς, “τον οποίο Φάνη”, κατά τον Ορφέα (απ. Νο.127), “πρωτογέννητο τον λένε οι μακάριοι Θεοί στον ψηλό Όλυμπο”, και προχωρεί μέσα από τις τρείς Νύχτες και τις ουράνιες υποστάσεις στην Τιτανική γενιά, την πρώτη που διαχώρισε τον εαυτό της από τους πατέρες και άλλαξε τη διαιρετική προστασία των πάντων με την συνεκτική βασιλεία. Εμφανίζεται λοιπόν όλο το γένος το δημιουργικό των Θεών από όλα τα προαναφερθέντα αρχικά και βασιλικά αίτια, απευθείας από τον ένα καθηγημόνα των Τιτανικών  διακόσμων, και μπροστά από τους άλλους δημιουργούς ο Ζευς, αφού κλήρωσε το ενιαίο κράτος της σύνολης δημιουργικής σειράς και αφού έφτιαξε και έδωσε υπόσταση σε όλα τα αφανή και εμφανή, νοητικός ο ίδιος κατά την τάξη, προάγοντας όμως τα γένη και τα είδη των όντων στην αισθητή διακόσμηση (διάκοσμο), πλήρης από τους υπέρ αυτόν θεούς και παραχωρώντας ο ίδιος σε όλους τους εγκόσμιους που προέρχονται από αυτόν την πρόοδο στο είναι. Για τούτο και ο Ορφέας παραδίδει ότι αυτός δημιούργησε σύμπασα την ουράνια γενιά και δημιούργησε τον ήλιος και την σελήνη και τους άλλους αστρώους θεούς, κι ότι επίσης δημιούργησε τα στοιχεία της υποσελήνιας περιοχής και διευθέτησε τα είδη, τα οποία προηγουμένως βρίσκονταν σε αταξία, ότι έδωσε υπόσταση σε σειρές (γενεαλογίες) θεών περί όλον τον Κόσμο, εξαρτημένες από εκείνον, και θέσπισε για όλους τους εγκόσμιους θεούς τις κατά την αξία τους παροχές από την πρόνοια του σύμπαντος. Ο Όμηρος, επίσης, έρχεται μετά τον Ορφέα και τον εξυμνεί ως “πατέρα” γενικά “θεών και ανδρών”, και “ηγεμόνα“, “βασιλέα” και ”ύπατο των ανωτέρων” (<ὕπατον κρειόντων>[4]), λέγοντας ότι περί αυτόν συνάγεται όλο το πλήθος των εγκόσμιων θεών, μένει σε αυτόν και τελειοποιείται υπό αυτόν. Πράγματι, όλοι επιστρέφουν προς αυτόν δια της Θέμιδας. “Και ο Ζευς διέταξε τη Θέμιδα να καλέσει σε συνέλευση τους θεούς … κι εκείνη σε όλα τα μέρη Πήγε και πρόσταξε να πάνε στου Διός το δώμα”. Συγκεντρώνονται λοιπόν όλοι στη μια και μόνη του Διός βούληση και γίνονται Διός ενδόν (έρχονται μέσα στον Ζευς, όπως λέει το ποίημα, και ενδόν κατά τις δύο συστοιχίες τους χωρίζει και τους οδηγεί στην πρόνοια των κατώτερων, ενώ “κλείστηκε” ο ίδιος “στον εαυτό του με τον συνηθισμένο του τρόπο”, κατά τον “Τίμαιο, 42.e”. “Έτσι μίλησε ο Κρονίδης, και πόλεμο σήκωσε ασίγαστο” λέγει ο Όμηρος (Υ’ σ. 31). Εκείνος βέβαια είναι χωριστός και εξηρημένος (=υπερβατικός) αφ όλων τω εγκόσμιων. Έτσι, ακόμα και οι πλέον καθολικοί και ηγεμονικοί από τους άλλους θεούς, αν και τρόπο τινά θεωρούνται ισάξιοι του Διός λόγω του ότι προήλθαν από τα ίδια αίτια, τον αποκαλούν πατέρα. Πραγματικά, ακόμα και ο Ποσειδώνας και η Ήρα με την προσαγόρευση αυτή τον επευφημούν. Ωστόσο η Ήρα προσπαθεί να δικαιωθεί απέναντί του ως θεά ίδια τάξεως : “Στ’ αλήθεια κι εγώ θεός είμαι, το γένος μου κρατάει απ’ όπου και το δικό σου κι εμένα σεβαστότατη με γέννησε ο Κρόνος” λέγει η ομηρική Ήρα. Αλλά και ο Ποσειδώνας : “Τρείς αδερφοί είμαστε, εκ του Κρόνου, που η Ρέα τους έτεκε, ο Ζεύς και εγώ, τρίτος ο Άδης” λέγει ο ομηρικός Ποσειδών. Παρά ταύτα, και οι δύο τον αποκαλούν πατέρα. Το αίτιο, τώρα, καθότι προέλαβε τη μια και αδιαίρετη αιτία της σύνολης δημιουργίας, υπάρχει πριν από την Κρόνια τριάδα, αποτελώντας συνεκτικό για τους τρείς πατέρες, και περιέχει πλήρως τη ζωογονία της Ήρας. Εξ ου και με την εμψύχωση εκείνης, αυτός μαζί με τους άλλους έδωσε υπόσταση στο σύμπαν και στις ψυχές. Είναι λογικό λοιπόν να λέμε ότι και ο μέγιστος δημιουργός του “Τίμαιου” είναι ο Ζευς. Αυτός άλλωστε δημιουργεί και τους εγκόσμιους νόες και τις ψυχές. Πραγματικά, αυτός είναι που διακοσμεί τα σώματα με τα σχήματα και τους αριθμούς και τους εμβάλει τη μια ένωση και φιλία ως ακατάλυτο δεσμό. Τέτοιες εξάλλου είναι και οι συμβουλές που δίνει η Νύχτα στον Ζευς σχετικά με τη δημιουργία του σύμπαντος, όπως λέει ο Ορφέας (απ. Νο.122): “Δεσμό ισχυρό στα πάντα να απλώσεις”. Ο δεσμός αφορά τα εγκόσμια, ο πιο κοντινός είναι αυτός που αποτελεί μια αναλογία, ο πιο τέλειος συνδέεται με τον νου και την ψυχή. Για αυτό και ο “Τίμαιος” ονομάζει “δεσμά” τη μέσω της αναλογίας σύνδεση των στοιχείων και την ακατάλυτη ένωση από τη ζωή. “Τα ζωντανά όντα γεννήθηκαν αφού δέθηκαν με έμψυχα δεσμά” λέγεται στον “Τίμαιο, 38.e”. Ακόμα πιο σεβαστός δεσμός είναι αυτός που προέρχεται από τη δημιουργική βούληση. “Γιατί με τη δίκη βούληση διαθέτετε δεσμό πολύ μεγαλύτερο και στερεότερο από εκείνους” λέγει. Αυτή λοιπόν τη σύλληψη του μέγιστου Διός, “σαν από σταθερά πιασμένο παλαμάρι”, ότι είναι δημιουργός και πατέρας του σύμπαντος αυτού, ότι είναι Νους αμέθεκτος και τέλειος και ότι πληροί τα πάντα με όλα τα άλλα αγαθά και κυρίως με τη ζωή, ας το θεωρήσουμε όπως ο Σωκράτης ότι αποκαλύπτει μέσα από τα ονόματα τη μυστική αλήθεια για τον θεό αυτό.»[5]

 «Ο Τίμαιος (28.c) υποστηρίζει ότι είναι δύσκολο να γνωρίσουμε την ουσία του δημιουργού, και στον παρόντα διάλογο ο Σωκράτης (“Κρατύλος, 396.a”) λέει ότι δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε το όνομά του, που δηλώνει τη δύναμη και την ενέργεια του.»[6]

«Διότι, πράγματι, το όνομα του θεού (Διός) είναι λόγος ακέραιος, τον οποίο έρχονται οι άνθρωποι και τον διχοτομούν και, αφού τον διχοτομήσουν, άλλοι μεν χρησιμοποιούν το ένα μέρος, άλλοι δε το άλλο – γι’ αυτό άλλοι μεν τον αποκαλούν “Ζήνα“, άλλοι δε “Δία” – μέρη πάντως, που, αν ενωθούν, δηλώνουν αμέσως τη φύση του θεού, φανερώνοντας δηλαδή ό,τι ακριβώς προσηκεί στο όνομα να μπορεί να επιτελεί και να απεργάζεται με μία λέξη: να κάνει. Διότι αίτιος του ζην του δικού μας και του ζην όλων των άλλων όντων δεν είναι δυνατόν να’ ναι άλλος κανείς, πλην ο άρχων και ο βασιλιάς των πάντων, ο άρχων και ο βασιλιάς του σύμπαντος κόσμου. Ορθότατα, λοιπόν, ονομάζεται όπως ονομάζεται ο θεός αυτός, στον οποίο οφείλουν αιωνίως το ζην τους όλα τα ζωντανά όντα. Το δε όνομα του, ενώ ήταν ένα, ενιαίο και ακέραιο, έχει διχοτομηθεί, έχει διαιρεθεί, όπως είπα, σε δύο ονόματα: στο “Δία” και στο “Ζήνα”.»[7]

—- Βλ. Πλάτων “Κρατύλος, 396.a.2 – 396.b.3″. —-

«Το αμέριστο της ενέργειας των θεών η ψυχή μας το γνωρίζει μεριστά, και το ενιαίο πεπληθυσμένως, και τούτο συμβαίνει κατεξοχήν σχετικά με τον δημιουργό, το ένα και μοναδικό όνομα του οποίου προφέρουμε ως λόγο, αυτόν που εξαπλώνει τα νοητικά είδη και προκαλεί της νοητές αιτίες τις οποίες ανελίσσει προς την δημιουργία του σύμπαντος. Ο “Παρμενίδης, 146.a” τον χαρακτηρίζει βάσει της ταυτότητας και της ετερότητας, και, σύμφωνα με τον ποιητή (Ιλιάδα Ω’ 527), έχει δυο πύθους, λέει, “κάθονται κοντά του ως δυάδα” και συνεχίζει : “Με δυο δυνάμεις όπου με τον νου κατέχει τα νοητά και κατευθύνει την αίσθηση στους Κόσμους”. Τι πρέπει να λέμε λοιπόν ; Εξ αυτού τον προσαγορεύει “δυο φορές επέκεινα” και “δυο φορές εκεί”, και γενικά τον επευφημεί μέσα από την δυάδα. Πραγματικά, καθετί το γόνιμο και υποστατικό στα εγκόσμια ο δημιουργός το συμπεριλαμβάνει εκ των προτέρων και ενοειδώς. Εύλογα λοιπόν και τα όνομα του είναι διττό, όπου το “Δίας” δηλώνει την αιτία “δια” της οποίας έγιναν τα πάντα, που είναι η πατρική του αγαθότητα, ενώ το “Ζήνας” τη “ζωογονία” των πραγμάτων που τις πρώτες αιτίες τους μέσα στο σύμπαν ο δημιουργός συμπεριέλαβε εκ των προτέρων ενοειδώς. Το ένα όνομα είναι σύμβολο της Κρονικής και πατρικής σειράς, το δε άλλο της ζωογόνου Ρέας και της μητρικής, και σαν να υποδέχτηκε εντός του όλο τον Κρόνο ουσιοποιεί της τριπλή ουσία, αμέριστη, μέση και μεριστή. Σύμφωνα τώρα με την εντός του Ρέα, είναι πηγή τριπλής ζωής, νοητικής, ψυχικής και σωματικής. Με τις δημιουργικές δυνάμεις και ενέργειες του ειδοποιεί (μορφοποιεί) και διευθετεί τα παραπάνω, είναι άρχοντας και βασιλέας των πάντων, διακρινόμενος από τους τρείς δημιουργούς. Αυτοί, δηλ., μοίρασαν την εξουσία του πατέρα, όπως λέει ο Σωκράτης του “Γοργία, 523.a” και ο Ζευς μεμιάς βασιλεύει επί των τριών αδιαιρέτως και κυβερνά ενιαίως. Είναι λοιπόν αίτιος της πατρικής τριάδος και σύμπασας της δημιουργίας, συνεκτικός των τριών δημιουργών, βασιλέας μεν κατά το ότι συντάσσεται στην πλευρά των πατέρων, και άρχοντας κατά το ότι είναι εγκατεστημένος υπεράνω και εγγύς της δημιουργικής τριάδος, περιέχοντας ενιαία την αιτία. Το διττό του ονόματός του φανερώνει ότι οι εικόνες δέχονται μεριστώς τις ενιαίες αιτίες των υποδειγμάτων και ότι είναι συγγενικό προς αυτό που προθέτει του εαυτού του την νοητική δυάδα. Εξάλλου, ο Ζευς υποστασιοποιεί διττούς διακόσμους, τον ουράνιο και τον υπερουράνιο, εξ ου και ο θεολόγος (απ. Νο.116) λέει ότι το σκήπτρο του “είναι είκοσι τεσσάρων μέτρων”, καθώς είναι άρχοντας δύο δωδεκάδων.»[8]


Περί Διός και Κρόνου

«Να μην νομίσει κανείς ότι οι θεοί με τη δημιουργία των κατώτερων ελαττώνονται ούτε ότι υφίστανται μερισμό της ουσίας τους για την υπόσταση των υποδεέστερων ούτε ότι εκθέτουν τους γόνους τους κάπου εκτός του εαυτού τους, όπως οι αίτιοι των θνητών παιδιών, ούτε εν γένει ότι γεννούν κινούμενοι ή μεταβαλλόμενοι, αλλά σε πλήρη ταύτιση με τον εαυτό τους δημιουργούν τις επόμενες υπάρξεις και περιέχουν πλήρως τα δημιουργούμενα, ολοκληρώνοντας άνωθεν όλες τους τις ποιήσεις και ενέργειες. Ούτε να νομίσει πάλι κανείς ότι τα λεγόμενα παιδιά των καθολικότερων θεών απομακρύνονται από τους πρεσβύτερους και διακόπτουν την ένωσή τους με αυτούς, ούτε ότι προσδέχονται την ιδιότητα της υπάρξεως μέσα από την κίνηση και από την απροσδιοριστία που στρέφεται προς την κανονικότητα. Διότι δεν υπάρχει τίποτα άλογο ή άμετρο στους ανώτερούς μας. Αντίθετα, να θεωρήσουμε ότι η προχώρηση πραγματοποιείται δια της ομοιότητας, ότι η (επι)κοινωνία της ουσίας είναι μια, και ότι η ακολουθία των δυνάμεων και των ενεργειών ανάμεσα στα παιδιά και στους πατέρες τους είναι αδιάσπαστη, όπου οι κατώτεροι συνολικά είναι εγκατεστημένοι μεταξύ των πρεσβυτέρων, οι οποίοι πάλι μεταδίδουν στους υποδεέστερους τελειότητα, ακμή και ποιητική δραστηριότητα. Σύμφωνα λοιπόν με τους καθορισμούς αυτούς να θεωρήσουμε ότι ο Ζευς λέγεται γιός του Κρόνου. Όντας δηλαδή ο Ζευς νους δημιουργικός, προέρχεται από άλλον νου υπέρτερο και περισσότερο ενιαίο χαρακτήρα, και πολλαπλασιάζει μεν τις οικείες νοήσεις, στρέφει όμως την πολλαπλότητα προς την ενότητα. Που  πολλαπλασιάζει επίσης τις νοητικές δυνάμεις, αλλά ανάγει τις παντοειδής ανελίξεις τους στην αδιαίρετη ταυτότητα. Εγκαθιστώντας λοιπόν άμεση της προς αυτόν επικοινωνία του και πληρούμενος από μέρους εκείνου με όλα τα νοητικά αγαθά, εύλογα ονομάζεται γιος του Κρόνου στους ύμνους και στις επικλήσεις, κατά το ότι φανερώνει το απόκρυφο, απλώνει το συσπειρωμένο και διαιρεί το αδιαίρετο της μονάδας του Κρόνου, γεννώντας μια δεύτερη βασιλεία, που είναι μερικότερη αντί καθολικότερη, που είναι δημιουργική αντί πατρική, που προχωρεί προς όλες τις κατευθύνσεις αντί να μένει ακίνητη στον εαυτό της.»[9]

 «Γιατί ο Σωκράτης εξέλαβε ως προσβλητικό το όνομα του βασιλιά Κρόνου και σε τι απέβλεπε όταν έλεγε τα όσα είπε στον «Κρατύλο»;; Μήπως οι ποιητές λένε ότι ο «κόρος» είναι αίτιος της ύβρεως, χαρακτηρίζοντας με τον τρόπο αυτό την έλλειψη μέτρου και την πλησμονή, λέγοντας ότι ο «ο κόρος τίκτει την ύβρη»;; Αν κάποιος παρατηρήσει χωρίς να εμβαθύνει το όνομα του Κρόνου, θα το νομίσει προσβλητικό, αφού όποιος το ακούει ξαφνικά καταλαβαίνει το “κορεσμένο” και “πεπληρωμένο”. Γιατί όμως, ακόμη και αν ήταν προσβλητικό το όνομα του είδους αυτού, δεν παραδόθηκε στη σεβαστή και πρέπουσα στους θεούς σιγή ;; Στην πραγματικότητα, επειδή η βασιλική σειρά των θεών ξεκινά από τον Φάνη και καταλήγει στον δεσπότη ημών τον Διόνυσο και μεταβιβάζει το ίδιο το σκήπτρο από ψηλά, μέχρι την έσχατη βασιλεία, μόνο ο Κρόνος στον οποίο έλαχε η τέταρτη βασιλική βαθμίδα, αντίθετα προς τους άλλους, πήρε με υβριστικό τρόπο, κατά το μυθικό πρόσχημα, το σκήπτρο από τον Ουρανό και έδωσε εν συνέχεια στον Ζευς. Διότι και η Νύχτα το παίρνει από τον Φάνη με τη θέλησή του: “Το λαμπερό του σκήπτρο έβαλε στα χέρια της θεάς Νύχτας, για να έχει βασιλική τιμή” λέγεται στο ορφικό απόσπασμα Νο.86.  Και ο Ουρανός παίρνει από τη Νύχτα με τη θέλησή της την κυριαρχία επί των πάντων. Το ίδιο και ο Διόνυσος, “ὁ τελευταῖος θεῶν βασιλεὺς παρὰ τοῦ Διός”. Πράγματι, ο πατέρας τον εγκαθιστά στον βασιλικό θρόνο και του δίνει το σκήπτρο και τον κάνει βασιλιά όλων των ενδοκοσμικών θεών : “ακούστε, Θεοί. Αυτόν εγώ ορίζω βασιλιάς σας” λέει ο Ζευς προς τους νέους Θεούς σύμφωνα  με το ορφικό απόσπασμα Νο.190. Ο Κρόνος λοιπόν είναι ο μόνος που αφαιρεί εντελώς την βασιλεία από τον Ουρανό, και παραχωρεί την ηγεμονία στον Ζευς “τέμνοντας και τεμνόμενος” όπως λέγεται στο ορφικό απόσπασμα Νο. 114. Επειδή λοιπόν ο Πλάτων έβλεπε ότι η διαδοχή την οποία ανέφεραν οι θεολόγοι προκειμένου για τον Κρόνο ήταν προσβλητική, έκρινε σωστό να κάνει μνεία σχετικά με την εντύπωση της ύβρεως που δίνει το όνομα του Κρόνου, ώστε και με τον τρόπο αυτό να παρουσιάσει το όνομά ως κατάλληλο για τον θεό και ως φορέα της εικόνας της προσβολής που μυθολογείται σχετικά με αυτόν, και επιπλέον να διδάξει εμάς αλλά και να επαναφέρει τις μυθοπλασίες στην αλήθεια, όπως είναι σωστό τις σχετικές με τους θεούς φαινομενικές τερατολογίες νε τις αναγάγουμε σε επιστημονικές θεωρίες.»[10]

 «Γιατί όμως στη ο Πλάτων στον “Κρατύλο, 396.b” ονομάζει τον Κρόνο “διάνοια”;; Στην πραγματικότητα, αποβλέποντας στο πλήθος των νοήσεων που ενυπάρχουν σε αυτόν, στις βαθμίδες των νοητών που περιέχονται σε αυτόν και την ανέλιξη των ειδών, επειδή και αλλού υποστηρίζει ότι ο δημιουργικός νους συλλογίζεται, κάνει τον Κόσμο διανοούμενο, αποβλέποντας στις μεριστές και διαιρεμένες νοήσεις του, σύμφωνα με τις οποίες δημιουργεί όχι μόνον τα καθολικά αλλά και τα επιμέρους. Όταν όμως ο Κρόνος ονομάζεται νους, ο Ζευς επέχει τάξη διάνοιας. Όταν πάλι ο Κρόνος ονομάζεται διάνοια, θα πούμε ότι σε κάθε περίπτωση ονομάζεται έτσι κατ’ αναλογία προς κάποιον άλλο, υπέρτερο νου. Είτε λοιπόν μιλήσουμε για τον νοητό και απόκρυφο νου είτε για τον αποκαλυπτικό είτε για τον συνεκτικό είτε για τον τελειοποιητικό (τελεσιουργόν), ο Κρόνος θα ήταν διάνοια σε σχέση προς όλους τούτους. Διότι προάγει σε πολλαπλότητα την ενοποιητική νόηση και πληροί τον εαυτό του με τα νοητά που εμφανίζονται σε καθετί. Εξ αυτού λοιπόν λέγεται “ἡγεμὼν” του Τιτανικού γένους και “ἔξαρχος” κάθε είδους διάκρισης και δύναμης μεταβολής. Ο Πλάτων άλλωστε μας παραδίδει διπλή και πρωταρχικού χαρακτήρα εξήγηση σχετικά με το όνομα των Τιτάνων, την οποία κατέγραψαν ο Ιάμβλιχος και ο Αμέλιος. Ο ένας λέει ότι το «Τιτάνες» προέρχεται “παρὰ τὸ διατείνειν ἐπὶ πάντα τὰς ἑαυτῶν δυνάμεις” ο δε από το “τι άτομον”, εννοώντας ότι το μεριστό και ο χωρισμός των όλων σε μέρη έχουν την αρχή τους σε αυτούς. Ο Πλάτων αποδεικνύει και τα δύο τούτα χαρακτηρίζοντας ως “μεγάλην τινα” τη διάνοια του βασιλέα των Τιτάνων : το “μέγα” αφορά τη δύναμη που εκτείνεται επί των πάντων, ενώ το “τινὰ” το δηλώνει αυτή που προχωρεί έως τα μερικότερα.»[11]

«Το όνομα Κρόνος αναλύεται λοιπόν από τον Πλάτωνα κατά τρεις τρόπους. Η πρώτη σημασία, που λέει ότι είναι πλήρωση νοητικών αγαθών και κορεσμός του θεϊκού νοός, απορρίπτεται ως υβριστική επειδή δίνει έμφαση στον επικρινόμενο από τους πολλούς κορεσμό και στην πλησμονή. Η δεύτερη σημασία επίσης απορρίπτεται, ως δηλωτική ατέλειας και παιδαριώδης. Η τρίτη όμως γίνεται δεκτή, καθώς εξυμνεί τον προστάτη της ακλόνητης ζωής, τον πλήρη καθαρότητας και αχράντου νοήσεως. Πράγματι, ο βασιλέας Κρόνος είναι νους και δίνει υπόσταση σε κάθε νοητική ζωή, αλλά εξηρημένος  έναντι της συνύπαρξης με τα αισθητά, άυλος και εξηρημένος από αυτά, στραμμένος  ο ίδιος προς τον εαυτό του, ο οποίος και τα δικά του δημιουργήματα τα έστρεψε πάλι προς τον εαυτό του, τα εγκολπώθηκε και τα τοποθέτησε σταθερά στον εαυτό του. Διότι ο δημιουργός του σύμπαντος, ακόμα και αν είναι θεϊκός νους, διαρθρώνει σε Κόσμο τα αισθητά και προνοεί για τα υποδεέστερα. Ο μέγιστος Κρόνος αποκτά ουσία μέσα σε χωριστές [υπερβατικές] νοήσεις που υπερέχουν έναντι των όλων. “Δεν είναι η ύλη εκείνο όπου το επέκεινα πυρ, το πρωταρχικό, στέλνει τη δύναμή του”, λέει ένας χρησμός. Από αυτό είναι εξαρτημένος και από αυτό προέρχεται ο δημιουργούς, νους στην περιοχή του άυλου νοός, ενεργώντας ως νοητό περί αυτόν και προάγοντας στο φανερό τον απόκρυφο χαρακτήρα του. Πράγματι, ο ποιητής του Κόσμου είναι “νους νοός”, και ο Κρόνος, κορυφαίος των θεών που ξεχωριστά αποκαλούνται νοητικοί, είναι νους σε σχέση με το νοητό γένος των θεών. Διότι όλοι οι νοητικοί συνδέονται με τα νοητά και συνάπτονται με εκείνα μέσω των νοήσεων. “σεις που κατέχετε τον υπερκόσμιο πατρικό βυθό με την νόησής σας”, λέει ο προς αυτούς ύμνος. Είναι μάλιστα νοητός σε σχέση με όλους τους νοητικούς. Τούτη λοιπόν την ανεπίδεκτη μερισμού και μεθέξεως υπεροχή του δηλώνει η καθαρότητά του, καθώς μέσα από το καθαρό δηλώνεται το ανέπαφο της ύλης, το αμέριστο και ακατάσχετο. Τούτη είναι στ’ αλήθεια η υπεροχή του θεού αυτού σε σχέση προς κάθε συνύπαρξη με τα υποδεέστερα και η άχραντη ένωσή του με το νοητό, έτσι που να μην έχει ανάγκη ούτε από την Κουρητική φρουρά, όπως η Ρέα, ο Ζευς και η Κόρη. Πράγματι, όλοι τούτοι, λόγω της πορείας τους προς τα κατώτερα, χρειάστηκαν την άτρεπτη φρούρηση των Κουρητών. Ο Κρόνος όμως, μόνιμα εγκατεστημένος στον εαυτό του και έχοντας απομακρύνει τον εαυτό του από όλα τα κατώτερα, βρίσκεται πάνω από την φρουρά των Κουρητών, εμπεριέχει μάλιστα μέσα του μια ενιαία μορφή την αιτία τους. Διότι τούτο το καθαρό και το άχραντο δίνει υπόσταση σε όλες τις προόδους των Κουρητών. Για τούτο και στους χρησμούς λέγεται ότι περιέχει την πρωταρχική πηγή των αμείλικτων θεών, και ότι επιβαίνει σε όλους τους άλλους. “Νους του πατέρα, που επιβαίνει σε άρρητους οδηγούς μέσα από την σκληρή λάμψη του αμείλικτου πυρός” λέγει ένας χρησμός. Είναι λοιπόν καθαρός νους καθώς δίνει υπόσταση στην άχραντη τάξη και ηγείται του όλου νοητικού Κόσμου. “Από αυτόν ξεπηδούν αμείλικτοι κεραυνοί και πρηστηροδόχοι κόλποι….της πατρογένητης Εκάτης και κρυφό πυρός ανθός και δυνατή πνοή πάνω από τους πύρινους πόλους” λέγει ένας χρησμός. Πραγματικά, ανελίσσει ολόκληρη την επτάδα των πηγών και της δίνει υπόσταση από την ενιαία και νοητή υπεροχή του. Είναι, δηλαδή, όπως λέει ο χρησμός, “άτμητος”, ενοειδής και αδιαίρετος, “συνεκτικός όλων των πηγών”, που τις στρέφει όλες προς τον ευτόν του και τις ενοποιεί, όντας  χωριστός από αυτές με άχραντο τρόπο. Για τούτο είναι και “κορόνους”[12] [=καθαρός νους], άυλος και καθαρός νους που εγκατέστησε τον εαυτό του στην πατρική σιγή, και εξυμνείται ως “πατὴρ πατέρων”. Ο Κρόνος λοιπόν είναι πατέρας νοητός σε σχέση με τους νοητικούς θεούς.»[13]

 «Κάθε νους ή είναι ακίνητος, οπότε είναι νοητός ως ανώτερος της κίνησης, ή κινείται, οπότε είναι νοητικός, ή και τα δύο, οπότε είναι νοητός και νοητικός ταυτόχρονα. Και ο πρώτος είναι ο Φάνης, ο δεύτερος – που και κινείται και ακινητεί – ο Ουρανός, και αυτός που μόνο κινείται ο Κρόνος.»[14]

  • Ακίνητος & νοητός = Φάνης
  • Ακίνητος & κινείται, νοητός & νοητικός = Ουρανός
  • Κινείται & νοητικός = Κρόνος

«Τον Κρόνο λόγω της αμέριστης, ενιαίας, πατρικής και αγαθοεργού φύσης του μεταξύ των νοητικών, μερικοί από τους παλαιούς θεολόγους τον ταύτιζαν με την μία αιτία των πάντων, χωρίς να το λένε όμως σωστά. Διότι είναι απλός ανάλογος της, όπως και οι Ορφικοί αποκαλούν την πρώτη αιτία των πάντων «Χρόνο», με το ίδιο σχεδόν όνομα με τον Κρόνο, και οι θεοπαράδοτοι χρησμοί την θεότητα αυτή την χαρακτηρίζουν με το «ἅπαξ», λέγοντας «ἅπαξ ἐπέκεινα», διότι το «ἅπαξ» είναι αριθμητικό επίρρημα του «ένας» και έτσι συγγενεύει με το Ένα.»[15]

 

Περί Ουρανού

«Ο Ουρανός, ο πατήρ του Κρόνου, είναι νους που νοεί και τον εαυτό του, ενωμένος με τα πρωταρχικά νοητά, εγκατεστημένος σταθερά στην περιοχή τους και συνεκτικός όλων των νοητικών Κόσμων μέσω της παραμονής του στην νοητή ένωση. Ο θεός τούτος είναι συνεκτικός, όπως ο Κρόνος είναι διακριτικός, και για τον λόγο αυτό πατέρας. Διότι τα συνεκτικά αίτια προηγούνται των διακριτικών, και τα νοητά και ταυτόχρονα νοητικά προηγούνται των απλώς νοητικών. Έτσι λοιπόν και ο Ουρανός, όντας συνεκτικός των πάντων σε μία ένωση, δίνει υπόσταση στην Τιτανική σειρά και πριν από αυτή σε άλλους Κόσμους θεών, εκ των οποίων κάποιοι παραμένουν στον εαυτό τους μόνο, που τους κατέχει ο ίδιος, κάποιοι άλλοι και παραμένουν και προχωρούν, που μετά τη φανέρωσή τους λέγεται ότι τους αποκρύπτει, και μετά από αυτούς σε όλους όσοι προχωρούν προς τα πάντα και διακρίνονται από τον πατέρα. Παράγει δηλαδή διπλές μονάδες και τριάδες ισάριθμες με τις μονάδες και επτάδες. Αυτά όμως εξετάζονται εκτενέστερα αλλού. Πήρε την ονομασία του από την ομοιότητά του με τον φαινόμενο ουρανό. Καθένας δηλαδή από τους δύο αυτούς περισφίγγει και συνέχει [συγκρατεί] όλα όσα περιέχονται σε αυτούς, και δημιουργούν την μια ταυτοπάθεια και συνοχή του όλου Κόσμου. Η συνοχή, πράγματι, είναι δεύτερη μετά την ενοποιό δύναμη και προέρχεται από εκείνη. Στον “Φαίδρο, 246,b” λοιπόν ο Πλάτων παραδίδει τη δημιουργία του ουρανού σε όλα τα κατώτερα, και δείχνει το πώς με την αναγωγή υψώνει τα πάντα και τα ανελίσσει προς το νοητό, το οποίο είναι το κορυφαίο σημείο του, ποιο το βάθος της σύνολης Κοσμικής του διάταξης και ποιο το τέλος της όλης πορείας. Στον “Κρατύλο” δε αναζητώντας την αλήθεια των πραγμάτων με βάση τα ονόματα, ανακοινώνει την ενέργειά του που κατευθύνεται προς τα υψηλότερα, απλούστερα και τοποθετημένα πιο κοντά στο Ένα, όπου φαίνεται να αναλύει με σαφήνεια τη βαθμίδα του Ουρανού, που είναι νοητή και νοητική. Αν δηλαδή ατενίζει τα επάνω, ενεργεί νοητικά και προ αυτού είναι το νοητό γένος των θεών, προς το οποίο αποβλέποντας είναι νοητικός, κατά τον τρόπο ακριβώς που είναι νοητός για ότι προέρχεται από αυτόν. Ποια είναι όμως τα επάνω από αυτόν ;; Μήπως προφανώς ο “υπερουράνιος τόπος και η αχρώματος και ασχημάτιστος και αναφής ουσία” και το “όλο νοητό πλάτος”, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 31.a”, που “τα νοητά ζωντανά όντα περιέχει” και την μία αιτία όλων των αιώνιων και τις κρυφές αρχές τους, όπως λέγουν οι Ορφικοί στο απόσπασμα Νο.116, οριοθετούμενος από επάνω από τον Αιθέρα και από κάτω από τον Φάνη (δεδομένου ότι όλα τα ενδιάμεσά τους ολοκληρώνουν τον νοητό Κόσμο) ;; Αναφέρεται σε αυτόν ως ένα και ως πολλά, επειδή και ενωμένα είναι όλα εκεί και συνάμα διαχωρισμένα το ένα από το άλλο, με ένωση και διαχωρισμό στα ακραία σημεία. Πρέπει όμως εδώ να ακουστούν με τον ορθό τρόπο και οι Μετεωρολόγοι, που επιλέγουν τον βίο που οδηγεί προς τα επάνω και ζουν νοητικά, που δεν είναι “βαρείς” και “οπισθόβουλοι”, αλλά υψώνονται προς το ανώτατο σημείο του θεωρητικού βίου. Η λεγόμενη  δηλ. εκεί Γη δίνει υπόσταση ως μητέρα σε εκείνα στα οποία ο συγγενικός με αυτή Ουρανός δίνει υπόσταση ως πατέρας. Όποιος δρα στην περιοχή εκείνη λοιπόν εύλογα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μετεωρολόγος. Ο Ουρανός, συνεκτικός ως προς την φύση του, απλώνεται πάνω από τους Κρόνιους Κόσμους και από κάθε νοητική υπόσταση, και δημιουργεί  αφ’ εαυτού όλη την Τιτανική γένεσιν και, πριν από αυτήν, “τὴν τελεσιουργὸν” [=τελειοποιητική] και την “φρουρητικήν”, και γενικά ηγείται όλων των αγαθών για τους νοητικούς θεούς. Επειδή λοιπόν εξύμνησε τον Κρόνο, με την ασυγκράτητη νόηση προς τα εγκόσμια και τη ζωή που είναι στραμμένη προς την δική του κορυφή, ο Πλάτων μακαρίζει τον Ουρανό με μια άλλη, πιο τέλεια ενέργεια. Πράγματι, τον συνδέεσαι με τα ανώτερα είναι σπουδαιότερο αγαθό από το να είσαι στραμμένος προς τον εαυτό σου. Κανείς όμως να μην νομίσει για τον λόγο ότι οι προαναφερθείσες ενέργειες των θεών είναι χωρισμένες, όπως για τον Ζευς η πρόνοια μόνο, για τον Κρόνο η προς εαυτόν στροφή μόνο και για τον Ουρανό η προς τον νοητό ανάταση μόνο. Διότι ο Ζευς δεν προνοεί για τα εγκόσμια με άλλο τρόπο από το “πρὸς τὸ νοητὸν βλέπων”. Καθώς, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 39.e”, “ο νους ορά αντιλαμβάνεται πόσες και ποιες Ιδέες ενυπάρχουν στο αμετάβλητο νοητό παράδειγμα”. Ή όπως λέγουν οι Ορφικοί ο Ζευς καταπίνει τον πρόγονο αυτού Φάνη και “ἐγκολπίζεται πάσας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις ὁ Ζεὺς” και γίνεται νοητικώς όλα όσα ήταν εκείνος νοητά. Λέγουν επίσης ότι ο Κρόνος παραδίδει στον Ζευς όλες τι αρχές και τις πρόνοιες για την δημιουργία των αισθητών, και νοώντας τον εαυτό του ενώνεται με τα πρωταρχικά νοητά και πληρούται από τα εκεί αγαθά. Για αυτό και οι Ορφικοί  στο απόσπασμα Νο. 98 λέγουν ότι “τρέφεται υπό της Νυκτός” : “Από όλους τον Κρόνο η Νύχτα έτρεφε και περιποιόταν”. Αν λοιπόν το νοητό είναι τροφή, ο Κρόνος είναι κορεσμένος όχι από τα συγγενικά του νοητά αλλά και από την νόηση των εντελώς κορυφαίων και απόκρυφων. Αλλά και ο ίδιος ο Ουρανός πληροί όλα τα κατώτερα με τα οικεία του αγαθά και όλα τα φρουρεί με τις ακμαιότατες δυνάμεις του, με τις αιώνιες λάμψεις που του έδωσε ο πατέρας εκ των άνω για να εξασφαλίζει τη συνοχή και για να φρουρεί. Νοεί επίσης τον εαυτό του και είναι στραμμένος προς τα νοητά που εμπεριέχει. Τη νόησή του αυτή ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 247.c» την ονομάζει “περιφορά”. Όπως δηλαδή το κυκλικώς κινούμενο κινείται γύρω από το κέντρο του, έτσι και ο Ουρανός ενεργεί γύρω από το νοητό του κατά την νοητική του περιφορά. Δεδομένου όμως ότι όλοι υπάρχουν σε όλα και ότι καθένας έχει όλες τις ενέργειες, ο ένας υπερέχει από τον άλλο ως προς διαφορετική ενέργεια, σύμφωνα με την οποία δέχεται και διαφορετικό χαρακτηρισμό. Ο Ζευς σύμφωνα με την πρόνοια, για τούτο και το όνομά του αναλύεται έτσι όπως αναφέραμε στον “Κρατύλο”. Ο Κρόνος σύμφωνα με την στροφή προς τον εαυτό του (εξ ου και “στρεψόβουλος” (ἀγκυλομήτης), για αυτό και τοποθετήσαμε έτσι την ορθότητα των ονομάτων. Ο Ουρανός σύμφωνα με τη σχέση του προς τα ανώτερα, από όπου έλαβε και την ονομασία του, αφού και το ότι υποστασιοποιεί τον καθαρό και Κρόνιο νου παριστά αυτή την διπλή κατευθύνσεως ενέργειά του. Υπάρχουν πολλές δυνάμεις στον Ουρανό, συνεκτικές, φρουρητικές και επιστρεπτικές, και θα βρει κανείς ότι το όνομα αυτό συνδυάζεται με όλες  κατά τον σωστό τρόπο. Ο συνεκτικός χαρακτήρας συνδέει τη σημασία του με την οριοθέτηση των νοητικών θεών (συνοχή = προσδιορισμός του ενυπάρχοντος πλήθους). Ο φρουρητικός των όλων με το ότι διαθέτει “φρουρό” (οὖρον) την νοητικής ουσίας και παρέχει ασφάλεια. Ο επιστρεπτικός με την επιστροφή προς τα επάνω τα οποία βλέπουν και νοούν. Όλα τούτα είναι οικεία για τον Ουρανό. Δεν υπάρχει δηλαδή φόβος να διασκορπιστούν οι θεοί ώστε να χρειάζεται τα συνεκτικά αίτια, ούτε να υποστούν μεταβολή ώστε να διαφυλαχτούν από τα φρουρητικά. Ο Πλάτων όμως στον “Κρατύλο, 396.b-c” τα δήλωσε όλα μαζί μέσω της επιστρεπτικής ενέργειας. Διότι αυτό είναι το «τὰ ἄνω ὁρᾶν», το να είναι στραμμένος προς αυτά και για τούτο να εξασφαλίζει συνοχή και φρούρηση. Κατά την γνώμη μας αυτή την ιδιότητα την έχει ο Ουρανός στον βαθμό της ομοιότητας του προς τον «νοητὸν αἰῶνα καὶ τὴν νοητὴν ὁλότητα». Πράγματι, Πλάτων στον “Τίμαιο, 37.d” χαρακτήρισε με ξεχωριστό τρόπο τον αιώνα λέγοντας ότι η παραμονή στο προ αυτού “Ένα” και η εγκατάσταση στο κορυφαίο σημείο των νοητών. Και για τον Ουρανό ο Πλάτων στον  “Κρατύλο, 396.b-c” είπε ότι προέρχεται από το «ὁρᾶν τὰ ἄνω», δηλαδή τον υπερουράνιο τόπο και όσα έχουν περιληφθεί στην “θεοθρεμένη σιγή των πατέρων”. Όπως λοιπόν στον “Παρμενίδη” ο Πλάτων δήλωσε με την ολότητα την καθεμία από τις βαθμίδες αυτές, τη μία μέσω την νοητής και την άλλη μέσω της νοητικής, έτσι και στον “Τίμαιο” ο Πλάτων δείχνει τον Ουρανό μέσα από την προς τα ανώτερα στροφή. Η στροφή όμως έχει διαφοροποιήσεις όπως και η ολότητα. Νοητή, αφ’ ενός, εκείνη του αιώνος, λόγος για τον οποίο ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 37.d” είπε ότι δεν βλέπει το νοητό που βρίσκεται πριν από αυτήν, αλλά μόνον «μένειν σταθερῶς». Νοητική, αφ’ ετέρου, εκείνη του Ουρανού, λόγος για τον οποίο ο Πλάτων είπε «ὁρᾶν τὰ ἄνω», όπως και ότι στρέφεται προς τον εαυτό του και φρουρεί και συγκρατεί όλα τα επόμενα του. Για τούτο και στον “Φαίδρο, 247.c” λέει ότι με “τῇ ἑαυτοῦ περιφορᾳ” τα “πάντα περιάγειν εἰς τὸν ὑπερουράνιον τόπον καὶ τὴν τῶν πρωτίστων νοητῶν περιωπήν”.»[16]

 

οι 3εις πατέρες και βασιλείς (Ουρανός, Κρόνος και Ζευς), η Ουράνια βασιλεία (υπουράνια αψίδα, ουρανός [=νοητή περιφορά] και υπερουράνιος τόπος).

«Από τους τρείς τούτους πατέρες και βισιλείς, μνεία των οποίων κάνει και ο Σωκράτης στο σημείο αυτό του διαλόγου, μόνο ο Κρόνος φαίνεται ότι παρέλαβε με βίαιο τρόπο την εξουσία από τον πατέρα του και τη μεταβίβασε στον διαδοχό του. Αυτά είναι θρύλοι των μυθοπλαστών που μιλούν για Ουράνιες και Κρόνιες τομές (ακρωτηριασμούς). Όσο για το αίτιο, έχει να κάνει με το ότι ο Ουρανός ανήκει στη συνεκτική τάξη, ο Κρόνος στην Τιτανική και ο Ζευς στην δημιουργική. Το Τιτανικό γένος πάλι γνωρίζει διακρίσεις και ετερότητες, προόδους και πολλαπλασιασμούς των δυνάμεων. Ο Κρόνος ο διαιρετικός θεός, χωρίζει τη βασιλεία του από αυτή του Ουρανού, ενώ ως καθαρός νους είναι εξηρημένος της επί της ύλης δημιουργίας. Για τούτο και το δημιουργικό γένος χωρίζεται πάλι από αυτόν. Η τμήση μάλιστα γίνεται και προς τις δυο πλευρές : κατά το ότι δηλαδή είναι Τιτάνας, έχασε με αυτή τα συναικτικά αίτια. Κατά το ότι δεν παραχωρεί τον εαυτό του στην επί της ύλης δημιουργία, αποκόβεται από τον δημιουργό Ζευς.»[17]

 «Στο σημείο αυτό του διαλόγου («Κρατύλος, 396.b-c») πρέπει να εννοήσουμε ως Ουρανό τη μέση τριάδα των καθολικών θεών, νοητή άμα και νοητική υπάρχουσα, το κορυφαίο σημείο της οποίας λέγεται “υπερουράνιος τόπος” και πρωταρχικός αριθμός (εδώ είναι το γόνιμο και θηλυκό γένος των θεών και το φρουρητικό)». Το μέσον του “ουρανού” λέγεται “περιφορά” και νοητική ολότητα, και σε αυτήν είναι το συνεκτικό των θεών γένος. Το τελευταίο μέρος λέγεται “υπουράνια αψίδα” και εκεί είναι το τελεσιουργόν (τέλειοποιητικό) και επιστρεπτικο των θεών γένος.»[18]

«Φαίνεται ότι στο σημείο αυτό ο Πρόκλος τοποθετεί τον υπερουράνιο τόπο σε δυο διάκοσμους (Κόσμους) που διαφέρουν κατά το είδος, στον φρουρητικό νου και στους απλώς νοητούς Θεούς. Ίσως λοιπόν το πέρας των νοητών συναπτόμενο με το κορυφαίο σημείο των νοητικών και ταυτόχρονα νοητών, ταυτιζόμενο τρόπο τινά ως προς την ουσία, αξιώνεται και της ίδια ονομασία. Όπως ακριβώς στην περίπτωση που κάποιος χαρακτήριζε την άλογη δοξασία “εντύπωση”» ή τον νου “διάνοια”, αποβλέποντας σε κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Τον υπερουράνιο τόπο λοιπόν, προς τον οποίο εκτείνει ο Ουρανός τη νοητική ζωή του, άλλοι τον χαρακτηρίζουν με άρρητα σύμβολα και άλλοι, μολονότι του δίνουν όνομα, τον άφησαν άγνωστο, χωρίς να καταφέρουν να μιλήσουν ούτε για το είδος του ούτε για το σχήμα και την μορφή του. Πηγαίνοντας ακόμα παραπάνω από αυτόν, μπόρεσαν να δηλώσουν μόνο κατ’ όνομα το πέρας των νοητών θεών, ενώ τα επέκεινα αυτού τα εκφράζουν μόνο μέσω αναλογίας, άρρητα καθώς είναι και ακατάληπτα. Επειδή όμως και μεταξύ των νοητών θεών μόνο τούτος ο θεός, που περικλείει το πατρικό διάκοσμο (Κόσμο), λέγεται ότι μπορεί να λάβει όνομα από τους σοφούς, για τούτο και η θεουργία φτάνει μέχρι αυτή τη βαθμίδα. Καθώς λοιπόν στα προ του Ουρανού έλαχε τέτοια υπεροχή της ενιαίας υπόστασης, καθώς εκείνα είναι ρητά και συνάμα άρρητα, φθεγκτά και άφθεγκτα, γνωστά και άγνωστα λόγω της συγγένειας τους με το Ένα, εύλογα ο Σωκράτης αποφεύγει να μιλήσει για εκείνα, δεδομένου ότι και τα ονόματα δεν μπορούν να περιλάβουν πλήρως με την ύπαρξή τους και γενικώς επειδή η διάκριση του ρητού και αρρήτου της ύπαρξης ή της δυνάμεως τους απαιτεί μια αξιοθαύμαστη πραγματεία. Μέμφεται λοιπόν την μνήμη, χωρίς να δυσπιστεί προς τους μύθους που τοποθετούν επέκεινα του Ουρανού κάποιες πρεσβύτερες αιτίες ή να μην τους θεωρεί αξιομνημόνευτους (ο ίδιος άλλωστε στον “Φαίδρο” εξυμνεί τον “υπερουράνιο τόπο”), αλλά επειδή τα πρωταρχικά όντα δεν θα ήταν δυνατόν να απομνημονευτούν ή να γίνουν γνωστά μέσα από τις εντυπώσεις, τις δοξασίες ή τη διάνοια. Πράγματι , από τη φύση μας συνδεόμαστε με αυτά με το άνθος του νου και την ουσίας μας καθαυτή, σχηματίζοντας μέσω εκείνων μια αίσθηση για τη φύση τους. Αυτό ακριβώς ο εξηρημένος (υπερβατικός) χαρακτήρας τους είναι και για τη δική μας γνωστική και μνημονευτική ζωή, κατά τον Σωκράτη, αίτιο του να μην ονομάζουμε με κατηγορίες ονομάτων. Πραγματικά, είναι φυσικό τους χαρακτηριστικότατο να μη γίνονται γνωστά μέσω ονομάτων. Έτσι και οι θεολόγοι δηλώνουν τις σημασίες τους μάκροθεν, βάσει της προς αυτά αναλογίας των φαινομένων. Αν επρόκειτο για πράγματα δεκτικά ονομασίας και γνωστικά προσλαμβανόμενα, θα μιλούσαμε και για τα δικά τους ονόματα.»[19]

Κρόνος και Ρέα. Εστία, Δήμητρα και Ήρα

«ο Κρόνος μετά της Ρέας παράγει την Εστία και την Ήρα που αντιστοιχούν προς τα δημιουργικά αίτια. Η Εστία, από την μία, αφ’ εαυτής δίνει την αμετακίνητη παραμονή, την εδραίωση σε αυτά τα ίδια και την ουσία αδιάλυτη, ενώ η Ήρα δίνει την πρόοδο (προχωρητική πορεία) και τον πολλαπλασιασμό στα κατώτερα, και είναι ζωοποιός πηγή των λόγων και μητέρα των γόνιμων δυνάμεων. Για τούτο λέγεται ότι συνευρίσκεται με τον δημιουργικό Ζευς και δια της κοινωνίας απογεννά ως μητέρα όσα ο απογεννά Ζευς ως πατέρας. Η Εστία, αντίθετα παραμένει σταθερά στον εαυτό της, διατηρώντας άχραντη την παρθενία της και αποβαίνοντας αίτια της ταυτότητας για τα πάντα. Καθεμία από τις δύο αυτές κατέχει μαζί με τη δική της τελειότητα και την δύναμη της λογικής σύμφωνα με τη μέθεξη της, κι αυτός συνεπώς είναι ο λόγος για τον οποίο λέγεται για την Εστία ότι πήρε το όνομά της από το “εσσία” (=Ουσία, Είναι), αποβλέποντας στην καθ’ υπόσταση ύπαρξή της (=στην οικία ύπαρξή της). Άλλοι, με κριτήριο τη ζωογονική και κινητική δύναμη που ενυπάρχει σε αυτήν προελθούσα από την Ήρα, την ονομάζουν “ωσίαν”, ως αιτία της “ὤσεως” (=ώθηση, κίνηση). Πράγματι, όλα τα θεϊκά υπάρχουν σε όλα, και με ιδιάζοντα τρόπο τα συγγενικά μετέχουν το ένα προς το άλλο και υποστασιοποιούνται το ένα στο άλλο. Καθένας λοιπόν από τους δημιουργικούς και ζωογονικούς Κόσμους μεταλαμβάνει από την Εστία το να είναι ότι είναι, και οι ουράνιοι κύκλοι των κινούμενων εξ αυτής παίρνουν “τὸ ὡσαύτως” (=τη σταθερή τους ταυτότητα), όπως και οι πόλοι και τα κέντρα το “τὸ ἠρεμεῖν ἀεὶ” από αυτήν το έλαχαν.»[20]

«Η Εστία δεν δηλώνει την “ουσία” αλλά την παραμονή και τη σταθερή ίδρυση (=εγκατάσταση) της ουσίας στον εαυτό της. Για τούτο η θεά αυτή (προ)ήλθε μετά τον μέγα Κρόνο. Τα πριν από τον Κρόνο άλλωστε δεν διαθέτουν “το είναι εν αυτώ και το είναι εν άλλο”, αλλά αυτός ο χαρακτήρας αρχίζει από τον Κρόνο. Το “είναι εν αυτώ” είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Εστίας και το “είναι εν άλλο” της Ήρας.»[21]

«Η θεολογία του Ησιόδου από τη μονάδα της Ρέας παράγει κατά την ανώτερη κατεύθυνση της συγγενικής αλληλουχίας την Εστία, κατά την κατώτερη την Ήρα και κατά την ενδιάμεση τη Δήμητρα. Ο Ορφέας, εξάλλου, στο ορφικό απ. Νολ.106, λέει ότι η Ρέα τρόπο τινά ταυτίζεται με την Δήμητρα της καθολικής ζωογονίας, ενώ με κατ’ άλλον τρόπο δεν ταυτίζεται. Όταν δηλαδή βρίσκεται άνω, είναι Ρέα, ενώ κάτω, μετά του Διός, είναι Δημήτηρ. Διότι και τα παραγόμενα είναι όμοια και σχεδόν ταυτίζονται με αυτά που παράγουν.» [22]

 «Στο σημείο αυτό του διαλόγου [=“Κρατύλος, 402.b”] πρέπει να σχηματίσουμε σωστή αντίληψη για τα ρεύματα και για τις κινήσεις. Διότι ο Σωκράτης δεν κατεβαίνει στην υλική ροή του Ηράκλειτου (αυτό είναι ψέμα και ανάξιο για την διάνοια του Πλάτωνα). Επειδή όμως το ορθό είναι να ερμηνεύουμε τα θεία με την αναλογία μέσα από οικείες εικόνες, είναι λογικό ο Σωκράτης, μεταξύ σοβαρού και αστείου, παρομοιάζει με ρεύματα τις πηγαίες και Κρόνιες θεότητες, με βάση το ότι διοχετεύουν διηνεκώς τα αγαθά από τους επάνω προς τους κάτω. Εξ ου και με την απεικόνιση τους ως ποταμών, μετά από τις πηγαίες θεότητες από τις οποίες πηγάζουν και αναβλύζουν αενάως τα αγαθά, υμνούνται οι (πρωτ)αρχικές θεότητες. Πράγματι, μετά την πηγή [του ποταμού] τίθεται η δική τους αρχή.»[23]

Ρέα

«Οι καθολικοί θεοί στους οποίους αποδίδεται ως ιδιαίτερη ονομασία το νοητικός, που έχουν πατέρα τον μεγάλο Κρόνο, αποκαλούνται με την ιδιαίτερη ονομασία “πηγαίοι”. “Από αυτόν ξεπηδούν αμείλικτοι κεραυνοί”, λέγει ο χρησμός για τον Κρόνο. Και για την ζωογόνο πηγή Ρέα, από την οποία γεννιέται κάθε ζωή – θεία, νοητική, ψυχική, εγκόσμια – λέει : “Ρέα, πηγή συνάμα και ροή για τους μακάριους νοητικούς πρώτη αυτή από όλους στους μυστικούς της κόλπους δέχτηκε δυνάμεις και έχυσε εμπρός τη εμπρός την γενεά που επί παντός τρέχει”. Πραγματικά, η θεά τούτη δίνει υπόσταση στην ατελείωτη διάχυση κάθε ζωής και σε όλες τις ανεξάλειπτες δυνάμεις, κινεί τα πάντα σύμφωνα με τα μέτρα των θείων κινήσεως και στρέφεται προς τον εαυτό της εδραιώνοντας τα πάντα στον εαυτό της, σύστοιχη του Κρόνου καθώς είναι. Λέγεται λοιπόν “Ρέα” από την αιώνια εξ αυτής “απορροή” των αγαθών και από τη θεία “ραστώνη, για τους θεούς που ζούνε ράθυμα”. Σε αυτή μάλιστα βρίσκεται το ύδωρ και όλα τα υδραγωγά.»[24]

 

Ο Ωκεανός και η Τηθύς

«ο Ωκεανός είναι για όλους αίτιος της οξείας και κατεξοχήν ακμαίας ενέργειας, αυτός που προσδιορίζει τις διακρίσεις των πρώτων, ενδιάμεσων και τελευταίων Κόσμων. Στραμμένος προς τον εαυτό του και τις δικές του αρχές μέσα από την ταχύτητα του νου του, και κινεί τα πάντα αφ’ εαυτού του προς τις ενέργειες που τους ανήκουν, οδηγεί τις δυνάμεις τους στην τελείωση και τις κάνει να μην εκλείπουν ποτέ. Η Τηθύς, από την πλευράς της, εμβάλει το στοιχείο της ακινησίας σε αυτά που κινεί ο Ωκεανός και παρέχει την εδραία σταθερότητα σε όσα εκείνος παρακινεί προς την γέννηση των κατώτερων, και την καθαρότητα της ουσίας σε όσα εκδηλώνουν την έφεσή τους για την ακμαία παραγωγή των πάντων, δεδομένου ότι αυτή κρατά ψηλά καθετί το “διαττώμενον” (=κοσκινισμένο) και “διηθούμενο” (=στραγγισμένο, φιλτραρισμένο) από τις θείες υποστάσεις. Καθένα πράγματι από τα πρωταρχικά αίτια, ακόμα και αν προσφέρει στα κατώτερα τη συμμετοχή στα αγαθά, κρατά σε κάθε περίπτωση για τον εαυτό του τον άχραντο, αμιγές και καθαρό χαρακτήρα της μέθεξης, της ζωής, φερ’ ειπείν, ή του Όντος ή της νόησης. Πληρούται λοιπόν ο νους και πληροί με τη σειρά του της ψυχή, αλλά εγκαθιστώντας εντός του τον καθαρό και εξηρημένο χαρακτήρα καθενός από αυτά, εκπέμπει αφ΄ εαυτού προς τα κατώτερα τα υποδεέστερα μέτρα των αγαθών αυτών. Η ακμή των ενεργειών που υπάρχουν στα πρεσβύτερα οφείλεται στον Ωκεανό, ενώ το “διαττώμενον” και “διηθούμενο” στην Τηθύ. Όλα όσα δίνονται από τα υπερκείμενα προς τα κατώτερα, είτε θα αναφερόσουν σε ουσίες, είτε σε ζωές είτε σε νοήσεις, διηθούνται. Και όσα μεν είναι πρωταίτια εδράζονται εκεί, τα ατελέστερα όμως μετακινούνται προς κατώτερα, όπως ακριβώς τα ύδατα των ναμάτων που κοντά στην αρχή είναι πιο καθαρά και όσο απομακρύνονται θολώνουν. Ο Ωκεανός και η Τυθύς λοιπόν είναι πηγαίοι θεοί κατά τις πρωταρχικές τους υποστάσεις. Για τούτο και ο Σωκράτης, στο σημείο αυτό του διαλόγου (“Κρατύλος, 402.b”) τους αποκαλεί γονείς των ρευμάτων. Προχωρούν μάλιστα και στους άλλους Κόσμους των Θεών, δείχνοντας σε καθέναν από αυτούς τις ίδιες δυνάμεις, με πνεύμα πρωταρχικό, ανεξάρτητο και ουράνιο. Ο “Τίμαιος” (40.e) εξάλλου εξύμνησε και τις υποσελήνιες βαθμίδες τους, αποκαλώντας τους γονείς του Κρόνου και της Ρέας, απογόνους του Ουρανού και της Γής. Στο τέλος έρχονται οι επιμερισμένοι στην περιοχή της γης κλήροι τους, τόσο εκείνοι που φαίνονται πάνω από τη γη όσο και οι κάτω, που οριοθετούν το βασίλειο του Άδη από την επικράτεια του Ποσειδώνα.»[25]

 «Ο Κρόνος συνδέεται και με τη Ρέα και με τον Ζευς. Με εκείνη ως πατέρας βάσει της γόνιμης δύναμης και με εκείνον ως νοητός από τον νου.»[26]

«Λέγεται ότι ο Ωκεανός ”παντρεύτηκε” την Τηθύ, ο Ζεύς την Ήρα και ούτω καθεξής, βάσει του ότι εγκαινίασε την επαφή με αυτή την γέννηση των κατώτερων. Πράγματι, την υπό το πνεύμα ομόνοιας σύνδεση των θεών και την κοινή τους συνεργασία για της δημιουργικές πράξεις οι θεολόγοι την ονομάζουν “γάμο”.»[27]

«η Τηθύς πήρε το όνομά της από το “διαττώμενον και “διηθούμενον” : Διαττηθύς. Και με αφαίρεση των δύο πρώτων συλλαβών έγινε Τηθύς.»[28]

 

ο Κρόνος, ο “μεγάλος” Ζευς και οι τρείς Κρονίδες Δίες (“μικρός Ζεύς, Ζεύς ενάλιος ή Ποσειδών, Ζεύς καταχθόνιος ή Πλούτων ή Άδης”).

«Ο Κρόνος είναι μονάδα της Τιτανικής διακοσμήσεως (Κόσμου) των θεών και ο Ζεύς της δημιουργικής διακοσμήσεως (Κόσμου). Τούτος μάλιστα είναι διττός : είναι, αφενός πηγαίος, ενεργώντας γενικά στο πλαίσιο της τριάδας των νοητικών πατέρων και ανελίσσοντας συνδυασμένα το πέρας τους. Αφετέρου, καταριθμείται μεταξύ των γιών του Κρόνου, κληρονομώντας την Κρονική εξουσία και την ηγεσία της τριάδας των αδελφών – αυτός δηλαδή για τον οποίο ο ομηρικός Ποσειδώνας λέει : “Τρείς αδελφοί είμαστε, εκ του Κρόνου” (Ιλιάδα, Ο’, σ. 187). Και ο μεν πρώτος Ζεύς, όντας ο των όλων δημιουργός, είναι ο βασιλέας των πρώτων, των ενδιάμεσων και των τελευταίων. Για αυτό και ο Σωκράτης έλεγε λίγο πιο πριν (=“Κρατύλος, 396.ab”) ότι είναι άρχων και βασιλέας των πάντων και η ζωή και η σωτηρία των πάντων έρχονται για τα πάντα δια αυτού. Το να βρίσκεται δηλ. προ των πάντων δηλώνει τον επικεφαλής των τριών Ζευς. Ο αρχικός τώρα Ζεύς και σύστοιχος των τριών Κρονιδών επιτροπεύει για το ένα από τα τρία μέρη των όλων σύμφωνα με το “στα τρία έχουν μοιραστοί τα πάντα”, είναι ο κορυφαίος των τριών και ομώνυμος με τον πηγαίο Ζευς, ενωμένος με αυτόν καλείται ως μονάδα Ζευς, ο δεύτερος καλείται δυαδικώς Ζεύς ενάλιος και Ποσειδώνας. Ο τρίτος καλείται τριαδικώς Ζεύς καταχθόνιος και Πλούτων και Άδης. Ο πρώτος σώζει, δημιουργεί και ζωοποιεί τα πρώτα, ο δεύτερος τα δεύτερα κατά σειρά και ο τρίτος τα τρίτα. Για αυτό λέγεται ότι αυτός αρπάζει την Κόρη, για να καταστήσει έμψυχα μαζί με αυτήν τα πέρατα των πάντων.»[29]

 Δηλ. ο είναι άλλος ο πηγαίος Ζεύς που ενεργώντας γενικά στο πλαίσιο της τριάδας των νοητικών πατέρων – Ουρανός, Κρόνος, Ζευς – και ανελίσσει συνδυασμένα το πέρας τους, αυτός είναι ο “μεγάλος” Ζευς, που είναι ο Ζευς της 1-ης τριάδας των 3-ων τριάδων της βαθμίδας των νοητικών θεών (=καθαρός νους ή Κρόνος, νοητική ζωή ή Ρέα, δημιουργός νους/καθολικός δημιουργός ή «μεγάλος» Ζευς).

Και άλλος ο Ζευς αυτός που είναι ενωμένος με τα των 3-ων υπερκόσμιων δημιουργών ή 3-ων Κρονιδών, «μικρός» Ζευς, Ζεύς ενάλιος ή Ποσειδών και Ζεύς Καταχθόνιος  ή Πλούτων ή Άδης.

Κρόνος και Ωκεανός

«Ο Τιτανικός διάκοσμος (Κόσμος) διαχωρίζει τον εαυτό του από τη συνοχική τάξη του Ουρανού, έχοντας εντός του σύμφυτο κάποιο στοιχείο διαμονής εν αυτώ, και ηγεμών του διαχωρισμού αυτού είναι ο Κρόνος, και για τον λόγο αυτό οπλίζει και τους άλλους εναντίον του πατέρα του και λαμβάνει ο ίδιος παρά της μητρός του την άρπη, μέσω της οποίας οριοθετεί τη δική του βασιλεία από την Ουράνια βασιλεία. Ο Ωκεανός συμπαρατάσσεται με όσα μένουν στα ήθη του πατέρα και φρουρεί το ενδιάμεση των δύο διακόσμων (Κόσμων), συναριθμούμενος, αφενός, ως Τιτάνας στους θεούς που ακολουθούν τον Κρόνο και, αφετέρου, κατά το ότι αγαπά τη συμπαράταξη με τον Ουρανό συνδέοντας τον εαυτό του με τους συνοχικούς Θεούς. Πραγματικά, αυτός που οριοθετεί την πρώτη και την δεύτερη διακόσμηση (Κόσμο) ταιριάζει να βρίσκεται τοποθετημένος στο ενδιάμεσο των οριοθετούμενων. Ο Θεός αυτός βέβαια σε όλα τα σημεία έλαχε τη δύναμη του είδους αυτού και διαχωρίζει τα γένη των θεών, τα Τιτανικά από τα συνεκτικά και τα ζωογονικά από τα δημιουργικά. Εξ ου και ο παλαιός χρησμός αποκαλεί Ωκεανό αυτόν που ορίζει το φανερό και το αφανές του ουρανού, και για τούτο οι ποιητές λένε ότι ο Ήλιος και οι άλλοι αστέρες ανεβαίνουν από τον Ωκεανό. Με τούτες λοιπόν τις δύο συζυγίες ο λόγος περιέλαβε τη σύνολη Τιτανική τάξη (βαθμίδα), την μένουσα και μαζί προχωρεί, και με την Κρόνια τάξη (βαθμίδα) δηλώνει όλα όσα διαχωρίζονται από τους πατέρες, ενώ με αυτή του Ωκεανού όλα όσα συνδέονται με τους συνοχικούς Θεούς. Ή, αν θέλεις να το πούμε έτσι, με την Κρόνια τάξη (βαθμίδα) δηλώνει κάθε μητρικό αίτιο, και με την άλλη καθετί υπήκοον στην πατρική αιτία. Πραγματικά, της προόδου και του διαχωρισμού το αίτιο είναι το θηλυκό ενώ της ένωσης και της μονής το αρσενικό[30]

Οι έξι αειφανείς αστερισμοί του Βορείου Ημισφαιρίου είναι η Μεγάλη Άρκτος, η Μικρή Άρκτος, ο Δράκοντας, ο Κηφέας, η Κασσιόπη και η Καμηλοπάρδαλη. (Μικρή Άρκτος = βόρειος κοσμικός πόλος. Δράκοντας = βόρειος εκλειπτικός πόλος.)

 

δημιουργική τριάδα, που διαιρεί τον Σύμπαντα Κόσμο και κατανέμει την αδιαίρετη και μια και μια καθολική του πρωτίστου Διός δημιουργία.

 «Στην δημιουργική τριάδα, που διαιρεί τον Σύμπαντα Κόσμο και κατανέμει την αδιαίρετη και μια και μια καθολική του πρωτίστου Διός δημιουργία, κορυφαίο σημείο το οποίο έχει τον Λόγο του πατέρα είναι ο Ζευς, που από την ένωση του με τον καθολικό δημιουργικό νου έτυχε της ίδιας επονομασίας, και για τούτο ακριβώς παραλείπεται στο “Κρατύλο”. Το ενδιάμεσο και συνδετικό των δύο άκρων είναι ο κλήρος του Ποσειδώνα, που πληρούται από την ουσία του Διός και πληροί με τη σειρά του τον Πλούτωνα. Όλης της Δημιουργικής τριάδας πατήρ είναι ο Ζευς, δύναμη ο Ποσειδών και νους ο Πλούτωνας. Ενώ όμως όλοι βρίσκονται σε άπασα τα όντα, καθένας λαμβάνει με διαφορετικό τρόπο τον χαρακτήρα της υποστάσεώς του, μιας και ο Ζευς υποστασιοποιείται κατά το Είναι/Ουσία, ο Ποσειδώνας κατά την δύναμη και ο Πλούτωνας κατά τον νου. Έτσι, και ενώ όλοι είναι αίτιοι της ζωής των πάντων, ωστόσο ο Ζευς είναι ουσιωδώς, ο Ποσειδώνας είναι ζωτικώς και ο Πλούτωνας νοητικώς. Για αυτό και ο Ορφέας λέει ότι οι ακραίοι μαζί με την Κόρη Περσεφόνη δημιουργούν τα πρώτα και τα έσχατα, ενώ ο μεσαίος και άνευ εκείνης συγκροτεί την γεννητική αιτία από τον δικό του κλήρο. Για τούτο και λέγεται ότι η Κόρη βιάζεται υπό του Διός και αρπάζεται υπό του Πλούτωνος. Για τον ενδιάμεσο λέγεται ότι ο Ποσειδώνας είναι ο αίτιος της κίνησης για τα πάντα, καθώς και για τα ακίνητα. Έτσι καλείται “Εννοσίγαιος” [=αυτός που σείει τη γαία, ως προεξάρχων της κινήσεως, και κατά την διανομή της βασιλείας του Κρόνου του αποδόθηκε ο μεσαίος κλήρος και “ἡ εὐκίνητος θάλασσα”. Μάλιστα στην σύνολη διαίρεση “Δίια μέν ἐστιν τὰ ἀκρότατα, Ποσειδώνια δὲ τὰ μέσα, Πλουτώνια δὲ τὰ ἔσχατα”, είτε στα κέντρα αποβλέψεις κανείς – ανατολή, μεσουράνημα & δύση – είτε τον όλον Κόσμο διαιρέσει – “εἰς τὸ ἀπλανὲς καὶ πλανώμενον καὶ ὑπὸ σελήνην” – είτε στο γενητόν – “εἰς τὸ πύρινον καὶ τὸ χθόνιον καὶ τὸ μεταξύ” – είτε στη γη – “εἰς τὰ ἄκρα αὐτῆς καὶ τὰ μέσα καὶ κοῖλα καὶ τὰ ὑποχθόνια”».[31]

 Εκτός αυτού :

«ο λαχνός και η διανομή τους [=το μερίδιο] πρώτα – πρώτα, σε ολόκληρο το σύμπαν είναι το εξής : ο ένας δημιουργεί τις ουσίες, ο δεύτερος τις ζωές και τις γενέσεις [τα όντα γεννιούνται], και ο τρίτος εποπτεύει τις διαιρέσεις σε είδη. Και ο ένας εδραιώνει στον ένα δημιουργό όλα όσα προέρχονται από εκεί, ο άλλος ανακαλεί στην πρόοδο, και ο τελευταίος επιστρέφει τα πάντα σε αυτόν. Δεύτερον, ως προς τα μέρη του σύμπαντος, τα μερίδια τους είναι τα εξής : ο πρώτος κατακοσμεί την του “Ταύτου” και την απλανή περιφορά [βλ. “Τίμαιος, 36.b-c”], ο ενδιάμεσος κατευθύνει τους πλανήτες και κάνει αποτελεσματικές και γόνιμες τις πολύμορφες κινήσεις τους, ενώ ο τελευταίος εποπτεύει τον υποσελήνιο τόπο και τελειοποιεί νοητικά τον χθόνιο Κόσμο. Τρίτον, πάλι, “ἐν τῷ γενητῳ”», ας παρατηρήσουμε αυτές τις τρείς δημιουργικές σειρές, αφού και ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 41.α” μνημονεύει τους υιούς του Κρόνου, οι οποίοι βρίσκονται εδώ : ο Ζευς, λοιπόν, κατέχει την κορυφή των όντων που γεννιούνται και κυβερνά την σφαίρα του πυρός και τον αιθέρα, ο Ποσειδώνας κινεί με όλους τους τρόπους τα ενδιάμεσα και πολυμετάβολα στοιχεία και είναι έφορος [=επόπτης] κάθε υγρής ουσίας η οποία παρατηρείται στον αήρ και στο ύδωρ, ενώ ο Πλούτων ασκεί την πρόνοια του στην γη και στα μέσα στην γη, και για αυτό αποκαλείται “Χθόνιος Ζεύς”. Τέταρτον, όσον αφορά ολόκληρη τη γη, ο Ζευς έλαβε την κορυφή και όλα τα μέρη που είναι μερίδια των ευδαιμόνων ψυχών, όπως λέει ο Σωκράτης στον “Φαίδωνα, 81.a“, καθώς πολιτεύονται [διοικούνται] υπό του Διός έξω της γενέσεως. Ο Ποσειδώνας κατέχει τα «κοίλα και τα ύπαντρα» της μέρη, στα οποία προκαλείται η γένεσις και η κίνηση και η πρόκληση των σεισμών, και για αυτό τον αποκαλούν “χθονοσείστη” θεό. Και ο Πλούτωνας κατέχει τα υπό γη, τα ποικίλα ρεύματα και τα ίδια τα Τάρταρα και γενικά τα “δικαιωτήρια” [=δικαστήρια] των ψυχών όπως λέει ο Πλάτων στον “Φαίδρο,249.a”. Για αυτό λένε ότι όσες ψυχές δεν κατέβουν “εἰς γένεσιν”, αλλά παραμένουν “ἐν τῷ νοητῷ”, ανήκουν στη δικαιοδοσία του Διός, όσες “ἐν γενέσει” πολιτεύονται [ζουν] ανήκουν στην δικαιοδοσία του Ποσειδώνα, όσες μετά την γένεσιν καθαίρονται ή κολάζονται [=τιμωρούνται] και περιπλανιούνται “υπό τη γη κατά τη χιλιετή πορεία”, όπως λέγει ο Σωκράτης στην πλατωνική “Πολιτεία, 615.a”, ανήκουν στην δικαιοδοσία του Πλούτωνα. Πέμπτον θα πούμε ότι τα μερίδια τους είναι χωρισμένα και όσον αφορά τα κέντρα του σύμπαντος. Και ο Ζευς έχει το ανατολικό κέντρο, καθώς αυτό έχει λάβει μια σειρά ανάλογη με αυτή του πυρός, ο Ποσειδώνας έχει το ενδιάμεσο, το οποίο ταιριάζει στην ζωογονία και με βάση το οποίο η γένεσις απολαμβάνει τα ουράνια, ενώ ο Πλούτων κατέχει το δυτικό, επειδή λέμε πως η δύση είναι αντίστοιχη με τη γη, αφού είναι νυχτερινή και υπαίτια του σκοταδιού. Γιατί και η σκιά προέρχεται από τη γη και τη στέρηση του φωτός από τη δύση στην ανατολή.»[32]

 στον μικρό Ζευς ανήκουν :

  • «τὰ ἀκρότατα»
  • η ανατολή
  • «τὸ ἀπλανὲς»
  • «τὸ πύρινον» – το ένα εμπύριο σύμπαν, που είναι η κορυφή του σωματικού Κόσμου
  • «τὰ ἄκρα της γης».

Στον Ποσειδώνα ανήκουν :

  • «τὰ μέσα»
  • το μεσουράνημα
  • « τὸ πλανώμενον»
  • «τὸ μεταξύ πύρινου και χθόνιου» – το τριμερές αιθερικό σύμπαν, που είναι η μέση του σωματικού Κόσμου
  • «τὰ μέσα, τα κοῖλα και τα ύπαντρα».

Στον Πλούτωνα :

  • «τὰ ἔσχατα»
  • η δύση
  • « τὰ ὑπὸ σελήνην»
  • «τὸ χθόνιον» – το τριμερές υλικό σύμπαν (Απλανείς & πλανήτες & υποσελήνιο τόπο), που είναι η τέλος του του σωματικού Κόσμου
  • «τὰ ὑποχθόνια».

 

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 1/1/2014


[1] «Ας ειπωθεί, όμως, και τώρα εν συντομία ότι υπάρχουν αυτά τα τέσσερα, ο πατήρ, ο πατήρ και δημιουργός, ο δημιουργός και πατέρας και ο δημιουργός, και ότι αυτοί οι τέσσερις που διατηρούν την παραπάνω αναλογία είναι με τη σειρά οι εξής : Πατήρ είναι ο Αιθέρας, ο πρώτος από του Ενός προελθών· Πατήρ και πποιητής είναι ο Θεός που αντιστοιχεί στο νοητό υπόδειγμα, «τον οποίο πρωτόγονον (=πρωτογέννητο) Φάνητα αποκαλούν οι μακάριοι Θεοί» [βλ. Ορφ. Αποσπ. Νο.85], ποιητής και πατήρ είναι ο Ζευς, ο οποίος αποκαλεί τώρα τον εαυτό του «ποιητή και πατέρα των έργων», όπως θα έλεγαν οι Ορφικοί· Ποιητής μόνο είναι ο αίτιος της μεριστής δημιουργίας, όπως θα έλεγαν οι ίδιοι, δηλ. ο Διόνυσος. Στον Πατέρα, λοιπόν, μόνο υπάγονται όλα τα νοητά, όλα τα νοερά, τα υπερκόσμια και τα εγκόσμια· στον Πατέρα-Ποιητή, υπάγονται όλα τα νοερά, τα υπερκόσμια και τα εγκόσμια· στον Ποιητή-Πατέρα, που είναι νοερός, υπάγονται τα υπερκόσμια και τα εγκόσμια· στον Ποιητή, τέλος, μόνο τα εγκόσμια. Και όλα αυτά μας τα δίδαξε η διδασκαλία του Ορφέως· διότι ανάλογα με την ιδιότητα από τους τέσσερις έχει υπαχθεί ένα πλήθος Θεών. Ποια είναι, όμως τα έργα του δημιουργού και πατέρα ; Προφανώς είναι όλα τα σώματα, η σύσταση των ζωντανών όντων και ο αριθμός των μεθεκτών ψυχών. Όλα αυτά, λοιπόν είναι αδιάλυτα λόγω του θελήματος του πατέρα. Γιατί αυτό τους έχει μεταδώσει τη δύναμη της αμετάτρεπτης διατήρησης, καθώς τα συνέχει και τα φρουρεί με εξηρημένο τρόπο. Οι νόες οι οποίοι επιβαίνουν στις ψυχές εκ των άνωθεν δεν θα μπορούσαν έργα του πατέρα. Γιατί δεν έλαβαν γέννηση, αλλά αγενήτως φανερώθηκαν, σαν τικτώθηκαν εντός των αδύτων και να μην βγήκαν από αυτά. Γιατί δεν υπάρχουν καν υποδείγματα των νοών, αλλά των μεσαίων και των τελευταίων οντοτήτων μόνο. Γιατί η ψυχή είναι η πρώτη εικόνα, και όλα τα όντα, όπως ζωντανά, έμψυχα, έννοα και γενητά, έλαβαν υπόσταση από τα νοητά υποδείγματα, τα οποία συμπεριέλαβε το καθαυτό ζωντανό ΟΝ».

—- Βλ. Πρόκλο «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, 3.208.25 – 3.209.26». —-

in Ti 3.208.25 ` to     in Ti 3.209.26 λεγέσθω δὲ συντόμως καὶ νῦν, ὅτι τέτταρά ἐστι ταῦτα, ὁ πατὴρ καὶ ὁ ποιητής, καὶ τέτταρες οὗτοι <οἱ> τὴν ἀναλογίαν ταύτην σῴζοντές εἰσιν ἐφεξῆς· πατὴρ μὲν ὁ πρῶτος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς προελθὼν Αἰθήρ. πατὴρ δὲ καὶ ποιητὴς ὁ κατὰ παράδειγμα θεός, <ὅν τε Φάνητα πρωτόγονον μάκαρες κάλεον>. ποιητὴς δὲ καὶ πατὴρ ὁ Ζεύς, ὃς καὶ νῦν λέγεται <δημιουργὸς> ὑφ᾽ ἑαυτοῦ <πατήρ τε ἔργων>, φαῖεν ἂν <οἱ Ὀρφικοί>. ποιητὴς δὲ μόνως ὁ τῆς μεριστῆς ἐστι δημιουργίας αἴτιος, ὡς ἂν <οἱ αὐτοὶ> φαῖεν. τῷ μὲν οὖν πατρὶ μόνως ὑπόκειται τὰ νοητὰ πάντα, <τὰ νοερὰ πάντα>, τὰ ὑπερκόσμια, τὰ ἐγκόσμια· τῷ δὲ πατρὶ καὶ ποιητῇ τὰ νοερὰ πάντα, τὰ ὑπερκόσμια, τὰ ἐγκόσμια· τῷ δὲ ποιητῇ καὶ πατρὶ νοερῷ ὄντι τὰ ὑπερκόσμια, τὰ ἐγκόσμια· τᾷ δὲ ποιητῇ μόνως τὰ ἐγκόσμια. καὶ ταῦτα πάντα ἡμᾶς ἡ Ὀρφέως ἐδίδαξεν ὑφήγησις· καθ᾽ ἑκάστην γὰρ ἰδιότητα τῶν τεττάρων πλῆθος ὑποτέτακται θεῶν. τίνα δὲ τὰ ἔργα τοῦ δημιουργοῦ καὶ πατρός; ἦ δῆλον ὅτι τά τε σώματα πάντα καὶ ἡ τῶν ζῴων σύστασις καὶ ὁ τῶν ψυχῶν τῶν μεθεκτῶν ἀριθμός. ταῦτα οὖν πάντα ἄλυτά ἐστι διὰ τὸ θέλημα τοῦ πατρός· τοῦτο γὰρ καὶ αὐτοῖς ἐνδέδωκε δύναμιν τῆς ἀτρέπτου διαμονῆς, συν εκτικὸν αὐτῶν καὶ φρουρητικὸν ὑπάρχον ἐξῃρημένως. οἱ δὲ νόες οἱ ταῖς ψυχαῖς ἄνωθεν ἐπιβεβηκότες οὐκ ἂν λέγοιντο ἔργα τοῦ πατρός· οὐδὲ γὰρ γένεσιν ἔσχον, ἀλλ᾽ ἀγενήτως ἐξεφάνησαν, οἷον ἐντὸς ἀδύτων τεχθέντες καὶ οὐ προελθόντες ἐξ αὐτῶν· ἐκείνων γὰρ οὐδὲ παραδείγματά ἐστιν, ἀλλὰ τῶν μέσων τε καὶ τῶν τελευταίων· ψυχὴ γὰρ πρώτη τῶν εἰκόνων, τὰ δὲ ὅλα, οἷον τὰ ζῷα καὶ ἔμψυχα καὶ ἔννοα καὶ γενητά, καὶ ἐκ τῶν νοητῶν ὑπέστη παραδειγμάτων, ὧν καὶ τὸ αὐτοζῷον ἦν περιληπτικόν.

[2]  Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 98.1 – 12» :

in Cra 98.1 ` to     in Cra 98.12 Οτι τὸ πατρικὸν αἴτιον ἄρχεται μὲν ἄνωθεν ἀπὸ τῶν νοητῶν καὶ κρυφίων θεῶν (ἐκεῖ γὰρ οἱ πρώτιστοι τῶν ὅλων πατέρες), πρόεισι δὲ διὰ πάντων τῶν νοερῶν θεῶν εἰς τὴν δημιουργικὴν τάξιν. καὶ γὰρ ταύτην ἅμα ποιητικήν τε καὶ πατρικὴν ἀνυμνεῖ ὁ <Τίμαιος> (p 41a ) λέγων <δημιουργὸς πατήρ τε ἔργων>, ἀλλ᾽ ἐπὶ μὲν τῶν ἀνωτέρω τῆς μιᾶς δημιουργίας <θεοὶ θεῶν> λέγονται πατέρες, ὁ δὲ δημιουργὸς <πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε> ὑφιστὰς θεούς τε καὶ ἀνθρώπους, ἐπὶ δὲ καὶ τῶν δε τινῶν ἰδίως καλεῖται πατήρ, οἷον Ἡρακλέους, ο τν δϊον βον καγεμονικν δι τς ν τ γενσει ζως τρπτως διεφλαξαν. τριχῶς ἄρα πατρ Ζες, θεν, ψυχν, μερικν ψυχν νοερν κα δϊον λομνων βον.

[3] ο νοητικός Κόσμος των θεών, ο Κόσμος των νοητικών Θεών.

[4] <ὕπατε κρειόντων> = · βασιλεῦ βασιλευόντων. (Βλ. Ησύχιου Λεξικό).

[5] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 99.1 – 99.83»:

in Cra 99.1 ` to     in Cra 99.83     Τῆς τοίνυν νοερᾶς τῶν θεῶν διακοσμήσεως ἄνωθεν μὲν ὁριζομένης τῷ βασιλεῖ τῶν ὅλων θείων γενῶν καὶ πατρικὴν ἔχοντι πρὸς πάντας τοὺς νοεροὺς ὑπεροχήν, <ὅν τε Φάνητα> φησὶν <Ὀρφεύς> (frg 127), <πρωτόγονον μάκαρες κάλεον κατὰ μακρὸν Ὄλυμπον>, προϊούσης δὲ διά τε τῶν τριῶν Νυκτῶν καὶ τῶν Οὐρανίων ὑποστάσεων εἰς τὴν Τιτανικὴν γενεάν, ἣ πρώτη τῶν πατέρων ἑαυτὴν διέκρινεν καὶ τῆς συνοχικῆς βασιλείας τὴν διαιρετικὴν ἠλλάξατο τῶν ὅλων προστασίαν· [καὶ] ἀναφαίνεται πᾶν τὸ δημιουργικὸν τῶν θεῶν γένος ἀπὸ πάντων μὲν τῶν προειρημένων ἀρχικῶν αἰτίων καὶ βασιλικῶν, προσεχῶς δ᾽ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς τῶν Τιτανικῶν διακόσμων ἡγεμόνος καὶ πρὸ τῶν ἄλλων   δημιουργῶν ὁ Ζεύς, τὸ ἑνιαῖον κράτος τῆς ὅλης δημιουργικῆς σειρᾶς κληρωσάμενος καὶ τά τε ἀφανῆ πάντα καὶ τὰ ἐμφανῆ παράγων καὶ ὑφιστάς, νοερὸς μὲν αὐτὸς ὑπάρχων κατὰ τὴν τάξιν, τὰ δ᾽ εἴδη τῶν ὄντων καὶ τὰ γένη προάγων εἰς τὴν τῶν αἰσθητῶν διακόσμησιν, καὶ τῶν μὲν ὑπὲρ ἑαυτὸν θεῶν πεπληρωμένος, τοῖς δ᾽ ἐγκοσμίοις πᾶσιν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν εἰς τὸ εἶναι πρόοδον παρέχων. διὸ δὴ καὶ <Ὀρφεὺς> (frg 127) δημιουργοῦντα μὲν αὐτὸν τὴν οὐρανίαν πᾶσαν γενεὰν παραδίδωσιν καὶ ἥλιον ποιοῦντα καὶ σελήνην καὶ τοὺς ἄλλους ἀστρῴους θεούς, δημιουργοῦντα δὲ τὰ ὑπὸ σελήνην στοιχεῖα καὶ διακρίνοντα τοῖς εἴδεσιν ἀτάκτως ἔχοντα πρότερον, σειρὰς δ᾽ ὑφιστάντα θεῶν περὶ ὅλον τὸν κόσμον εἰς αὐτὸν ἀνηρτημένας καὶ διαθεσμοθετοῦντα πᾶσι τοῖς ἐγκοσμίοις θεοῖς τὰς κατ᾽ ἀξίαν διανομὰς τῆς ἐν τῷ παντὶ προνοίας. καὶ <Ὅμηρος> δ᾽ ἑπόμενος Ὀρφεῖ <πατέρα> μὲν αὐτὸν ἀνυμνεῖ κοινῇ <θεῶν τε καὶ ἀνθρώπων> καὶ <ἡγεμόνα> καὶ <βασιλέα> καὶ <ὕπατον κρειόντων>, καὶ περὶ αὐτὸν συνάγεσθαί φησι πᾶν τὸ πλῆθος τῶν ἐγκοσμίων θεῶν καὶ ἐν αὐτῷ μένειν καὶ ὑπ᾽ αὐτοῦ τελειοῦσθαι· καὶ γὰρ ἐπιστρέφειν πάντας πρὸς αὐτὸν διὰ τῆς Θέμιδος·   <Ζεὺς δὲ Θέμιστα κέλευσε θεοὺς ἀγορήνδε καλέσσαι   ……………… ἡ δ᾽ ἄρα πάντῃ   φοιτήσασα κέλευσε Διὸς πρὸς δῶμα νέεσθαι>     (Υ  4sqq )· καὶ ἀγείρονται πάντες κατὰ τὴν μίαν τοῦ Διὸς βούλησιν καὶ γίνονται <Διὸς ἔνδον>, ὥς φησιν ἡ <ποίησις> (Υ  13), καὶ διακρίνει πάλιν ἔνδον αὐτοὺς κατὰ τὰς δύο συστοιχίας καὶ εἰς τὴν πρόνοιαν ἀνεγείρει τῶν δευτέρων, <μένων> αὐτὸς <ἐν τῷ ἑαυτοῦ κατὰ τρόπον ἤθει> κατὰ τὸν <Τίμαιον> ( p 42e )· <ὣς ἔφατο Κρονίδης, πόλεμον δ᾽ ἀλίαστον ἔγειρεν> (Υ  31)·  χωριστὸς δ᾽ ἐστὶν ἐκεῖνος καὶ ἀφ᾽ ὅλων ἐξῃρημένος τῶν ἐγκοσμίων· ὅθεν καὶ οἱ τῶν ἄλλων θεῶν ὁλικώτατοι καὶ ἡγεμονικώτατοι, καίτοι δοκοῦντες ἰσάξιοί πως εἶναι τῷ Διῒ διὰ τὴν ἀπὸ τῶν αὐτῶν αἰτίων πρόοδον, πατέρα καλοῦσιν αὐτόν· καὶ γὰρ ὁ Ποσειδῶν καὶ ἡ ῞Ηρα διὰ ταύτης αὐτὸν τῆς προσρήσεως ἀνευφημοῦσιν· καίτοι καὶ ἡ ῞Ηρα δικαιολογεῖται πρὸς αὐτὸν ὡς τῆς αὐτῆς οὖσα τάξεως· <καὶ γὰρ ἐγὼ θεός εἰμι, γένος δέ μοι ἔνθεν ὅθεν σοί, καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος> (Δ  58 sq)· ἀλλὰ καὶ ὁ Ποσειδῶν· <τρεῖς γάρ τ᾽ ἐκ Κρόνου εἰμὲν ἀδελφεοί, οὓς τέκετο Ῥέα, Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ᾽ Ἀίδης> (Ο  187)· ἀλλὰ ὅμως πατὴρ ὑπ᾽ ἀμφοῖν προσαγορεύεται. τὸ δ᾽ αἴτιον, ὅτι πάσης τῆς δημιουργίας τὴν μίαν καὶ ἀμέριστον αἰτίαν προείληφεν, καὶ ἔστι πρὸ τῆς Κρονίας τριάδος καὶ τῶν τριῶν πατέρων συνοχεύς, καὶ τὴν τῆς ῞Ηρας ζωογονίαν περιέχει πανταχόθεν· ὅθεν δὴ καὶ ψυχούσης ἐκείνης τὸ πᾶν αὐτὸς μετὰ τῶν ἄλλων καὶ τὰς ψυχὰς ὑφίστησιν. εἰκότως οὖν καὶ τὸν ἐν <Τιμαίῳ> δημιουργὸν τὸν μέγιστον εἶναι Δία φαμέν· αὐτὸς γάρ ἐστιν ὁ καὶ τοὺς νοῦς παράγων τοὺς ἐγκοσμίους καὶ τὰς ψυχάς. καὶ μὴν καὶ ὁ τὰ σώματα πάντα τοῖς τε σχήμασι καὶ τοῖς ἀριθμοῖς διακοσμῶν καὶ μίαν ἕνωσιν καὶ φιλίαν αὐτοῖς ἄλυτον καὶ δεσμὸν ἐντιθεὶς οὗτός ἐστιν. τοιαῦτα γὰρ καὶ παρὰ τῷ <Ὀρφεῖ> (frg 122) συμβουλεύει τῷ Διῒ περὶ τῆς τοῦ παντὸς δημιουργίας ἡ Νύξ·  <αὐτὰρ ἐπὴν δεσμὸν κρατερὸν περὶ πᾶσι τανύσσῃς>· δεσμὸς δὲ τῶν ἐγκοσμίων, προσεχὴς μὲν ὁ διὰ τῆς ἀναλογίας,   τελειότερος δ᾽ ὁ παρὰ τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς· διὸ καὶ ὁ <Τίμαιος> (p 31c) τήν τε διὰ τῆς ἀναλογίας κοινωνίαν τῶν στοιχείων δεσμὸν προσείρηκεν καὶ τὴν ἀπὸ τῆς ζωῆς ἀδιάλυτον ἕνωσιν· <δεσμοῖς γὰρ ἐμψύχοις δεθέντα τὰ ζῷα ἐγεννήθη>, φησίν (p 38e). τούτων δ᾽ ἔτι σεμνότερος δεσμὸς ἀπὸ τῆς δημιουργικῆς ὑπάρχει βουλήσεως· <τῆς ἐμῆς>, φησί (p 41b), <βουλήσεως μείζονος ἔτι καὶ κυριωτέρου δεσμοῦ λαχόντες ἐκείνων>. ταύτης τοίνυν τῆς ἐννοίας περὶ τοῦ μεγίστου Διὸς ὥσπερ <ςἀσφαλοῦς ἐχόμενοι πείσματος>, ὅτι δημιουργός ἐστιν καὶ πατὴρ τοῦδε τοῦ παντὸς καὶ ὅτι νοῦς ἀμέθεκτος παντελὴς καὶ ὅτι πάντα πληροῖ τῶν τ᾽ ἄλλων ἀγαθῶν καὶ τῆς ζωῆς, θεωρήσωμεν ὅπως ὁ Σωκράτης ἀπὸ τῶν ὀνομάτων ἐκφαίνει τὴν περὶ τοῦ θεοῦ τούτου μυστικὴν ἀλήθειαν.

[6] Βλ. Πρόκλος, στα «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 100.1 – 100.4» :

in Cra 100.1 ` to     in Cra 100.4  Οτι ὁ μὲν <Τίμαιος> (p 28.c) ἐργώδη φησὶν εἶναι τὴν γνῶσιν τῆς τοῦ δημιουργοῦ οὐσίας, <νῦν> (p 396.a) δ᾽ ὁ Σωκράτης τὸ ὄνομα αὐτοῦ οὐ ῥᾴδιον εἶναι κατανοῆσαι λέγει, ὅπερ τὴν δύναμιν καὶ ἐνέργειαν αὐτοῦ δηλοῖ.

[7]  Βλ. Πλάτων “Κρατύλος, 396.a.2 – 396.b.3″ :

Crat 396.a.2 ` to Crat 396.b.3 ἀτεχνῶς γάρ ἐστιν οἷον λόγος τὸ τοῦ Διὸς ὄνομα, διελόντες δὲ αὐτὸ διχῇ οἱ μὲν τῷ ἑτέρῳ μέρει, οἱ δὲ τῷ ἑτέρῳ χρώμεθα— οἱ μὲν γὰρ «Ζῆνα,» οἱ δὲ «Δία» καλοῦσιν—συντιθέμενα δ᾽ εἰς ἓν δηλοῖ τὴν φύσιν τοῦ θεοῦ, ὃ δὴ προσήκειν φαμὲν ὀνόματι οἵῳ τε εἶναι ἀπεργάζεσθαι. οὐ γὰρ ἔστιν ἡμῖν καὶ τοῖς ἄλλοις πᾶσιν ὅστις ἐστὶν αἴτιος μᾶλλον τοῦ ζῆν ἢ ὁ ἄρχων τε καὶ βασιλεὺς τῶν πάντων. συμβαίνει οὖν ὀρθῶς ὀνομάζεσθαι οὗτος ὁ θεὸς εἶναι, <δι᾽> ὃν <ζῆν> ἀεὶ πᾶσι τοῖς ζῶσιν ὑπάρχει• διείληπται δὲ δίχα, ὥσπερ λέγω, ἓν ὂν τὸ ὄνομα, τῷ «Διὶ» καὶ τῷ «Ζηνί.»

[8] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 101.1 – 101.43»:
      in Cra 101.1 ` to     in Cra 101.43 Οτι τὸ ἀμέριστον τῆς τῶν θεῶν ἐνεργείας μεριστῶς ἡ ψυχὴ ἡμῶν γινώσκει καὶ πεπληθυσμένως τὸ ἑνιαῖον, καὶ μάλιστα τοῦτο γίνεται περὶ τὸν δημιουργόν, οὗ καὶ τὸ ἓν ὄνομα ὡς λόγον προφέρομεν, τοῦ ἐξαπλοῦντος τὰ εἴδη τὰ νοερὰ καὶ τὰς νοητὰς αἰτίας προκαλουμένου καὶ ἀνελίσσον τος πρὸς τὴν τοῦ παντὸς δημιουργίαν καὶ γὰρ ὁ <Παρμενίδης> (p 146a) τῇ ταυτότητι καὶ τῇ ἑτερότητι τοῦτον χαρακτηρίζει, καὶ δύο πίθοι παρ᾽ αὐτῷ κατὰ τὴν <ποίησιν> (Ω 527), καὶ ἡ <μυστικωτάτη παράδοσις> καὶ <αἱ παρὰ τῶν θεῶν φῆμαι> λέγει (or chald p14) ὡς <δυὰς παρὰ τῷδε κάθηται>, καὶ φησίν·  <ἀμφότερον γὰρ ἔχει νῷ μὲν κατέχειν τὰ νοητά,  αἴσθησιν δ᾽ ἐπάγειν κόσμοις>.  καὶ τί δεῖ λέγειν; αὐτόθεν γὰρ αὐτὸν προσαγορεύει <δὶς ἐπέ κεινα> καὶ <δὶς ἐκεῖ>, καὶ ὅλως αὐτὸν διὰ τῆς δυάδος εὐφημεῖ· πᾶν γὰρ τὸ γόνιμον καὶ ὑποστατικὸν τῶν ἐγκοσμίων ἑνοειδῶς ὁ δημιουργὸς προείληφεν· εἰκότως ἄρα καὶ τὸ ὄνομα διττόν ἐστιν αὐτοῦ, ὧν τὸ μὲν <Δία> τὴν δι᾽ οὗ αἰτίαν δηλοῖ, ἥτις ἐστὶν ἡ πατρικὴ ἀγαθότης, τὸ δὲ <Ζῆνα> τὴν <ζωογονίαν>, ὧν τὰς πρώτας ἐν τῷ παντὶ αἰτίας ὁ δημιουργὸς ἑνιαίως προείληφεν· καὶ ἔστι τὸ μὲν τῆς Κρονικῆς σειρᾶς καὶ πατρικῆς σύμβολον, τὸ δὲ τῆς ζωογόνου Ῥέας καὶ μητρικῆς, καὶ ὡς μὲν τὸν Κρόνον ὅλον εἰσδεξάμενος οὐσιοποιός ἐστιν τῆς τριπλῆς οὐσίας, ἀμερίστου, μέσης, μεριστῆς. κατὰ δὲ τὴν ἐν ἑαυτῷ Ῥέαν τριπλῆν πηγάζει ζωήν, νοεράν, ψυχικήν, σωματικήν. ταῖς δὲ δημιουργικαῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσι καὶ ἐνεργείαις εἰδοποιεῖ ταῦτα καὶ διακρίνει, καὶ ἔστιν ἄρχων καὶ βασιλεὺς πάντων, καὶ τῶν τριῶν δημιουργῶν ἐξῄρηται. οὗτοι μὲν γὰρ διείλοντο τὴν τοῦ πατρὸς ἀρχήν, ὥς φησιν ὁ ἐν <Γοργίᾳ> (p 523a) Σωκράτης, ὁ δὲ Ζεὺς οὗτος ἅπαξ τῶν τριῶν ἀδιαιρέτως βασιλεύει καὶ ἑνιαίως ἄρχει· ἔστιν οὖν τῆς μὲν πατρικῆς τριάδος αἴτιος καὶ τῆς συμπάσης δημιουργίας, συνοχεὺς δὲ τῶν τριῶν δημιουργῶν, καὶ βασιλεὺς μὲν ὡς τοῖς πατράσι συντεταγμένος, ἄρχων δ᾽ ὡς προσεχῶς τῆς δημιουργικῆς τριάδος ὑπεριδρυμένος καὶ τὴν ἑνοειδῆ περιέχων αὐτῆς αἰτίαν.   τὸ δὲ δίχα διειλῆφθαι τοὔνομα ἐμφαίνει ὅτι μεριστῶς αἱ εἰκόνες τὰς ἑνιαίας τῶν παραδειγμάτων αἰτίας καταδέχονται καὶ ὅτι συγγενὲς τοῦτο τῷ τὴν νοερὰν ἐν ἑαυτῷ προστησαμένῳ δυάδα· καὶ γὰρ διττοὺς ὑφίστησι διακόσμους, τόν τε οὐράνιον καὶ τὸν ὑπερουράνιον, ὅθεν αὐτοῦ καὶ τὸ σκῆπτρον εἶναί φησιν ὁ <θεολόγος> (frg 116 )   <πισύρων καὶ εἴκοσι μέτρων>, ὡς διττῶν ἄρχοντος δυωδεκάδων.

[9] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 104.1 – 104.34»:

in Cra 104.1 ` to     in Cra 104.34     Μὴ δή τις οἰέσθω τοὺς θεοὺς ἐν ταῖς ἀπογεννήσεσι τῶν δευτέρων ἐλασσοῦσθαι μηδ᾽ ἀπομερισμὸν τῆς οἰκείας οὐσίας ὑπομένειν εἰς τὴν τῶν καταδεεστέρων ὑπόστασιν μηδ᾽ ἕξω που ἑαυτῶν ἐκτίθεσθαι τὰ γεννήματα, ὥσπερ τοὺς τῶν θνητῶν παίδων αἰτίους, μηδ᾽ ὅλως κινουμένους ἢ μεταβάλλοντας γεννᾶν, ἀλλὰ μένοντας ἐν ἑαυτοῖς αὐτῷ τῷ εἶναι παράγειν τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ περιέχειν τὰ ὑποστάντα πανταχόθεν, καὶ πάσας αὐτῶν τὰς ποιήσεις καὶ τὰς ἐνεργείας ἄνωθεν τελειοῦν· μηδ᾽ αὖ τοὺς παῖδας λεγομένους τῶν ὁλικωτέρων θεῶν ἡγείσθω τις ἀφίστασθαι τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόπτειν τὴν πρὸς αὐτοὺς ἕνωσιν, μηδὲ τὴν ἰδιότητα τῆς ὑπάρξεως διὰ κινήσεως παραδέχεσθαι καὶ ἀοριστίας εἰς τὸν ὅρον ἐπιστρεφομένης· οὐδὲν γὰρ ἄλογον οὐδ᾽ ἄμετρόν ἐστιν ἐν τοῖς κρείττοσιν ἡμῶν· ἀλλὰ τὰς προόδους ἡγείσθω δι᾽ ὁμοιότητος γίνεσθαι καὶ μίαν κοινωνίαν τῆς οὐσίας εἶναι καὶ συνέχειαν τῶν δυνάμεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν ἀδιαίρετον παρά τε τοῖς παισὶ καὶ τοῖς πατράσιν αὐτῶν, τῶν μὲν δευτέρων ὅλων ἐνιδρυομένων τοῖς πρεσβυτέροις, τούτων δ᾽ αὖ πάλιν τελειότητος καὶ ἀκμῆς καὶ δραστηρίου ποιήσεως τοῖς καταδεεστέροις μεταδιδόντων. κατὰ δὴ τούτους τοὺς προσδιορισμοὺς καὶ τὸν Δία τοῦ Κρόνου λέγεσθαι νομίσωμεν υἱόν (p 396b)· νοῦς γὰρ ὢν δημιουργικὸς ὁ Ζεὺς ἄλλου νοῦ πρόεισιν ὑπερτέρου καὶ ἑνοειδεστέρου, πληθύοντος μὲν τὰς οἰκείας νοήσεις, τὸ δὲ πλῆθος εἰς ἕνωσιν ἐπιστρέφοντος, καὶ πολλαπλασιάζοντος μὲν τὰς νοερὰς δυνάμεις, εἰς δὲ τὴν ἀμέριστον ταυτότητα τὰς παντοίας ἀνελίξεις αὐτῶν ἀνάγοντος· προσεχῆ δὲ τὴν κοινωνίαν πρὸς αὐτὸν ἐνστησάμενος καὶ πληρούμενος ἀπ᾽ αὐτοῦ τῶν νοερῶν ἀγαθῶν ὅλων, εἰκότως καὶ λέγεται τοῦ Κρόνου παῖς ἔν τε ὕμνοις καὶ ἐν ἐπικλήσεσιν, ὡς ἀνεκφαίνων τὸ κρύφιον καὶ ἀναπλῶν τὸ συνεσπειραμένον καὶ διαιρῶν τὸ ἀμέριστον τῆς Κρονίας μονάδος, καὶ δευτέραν βασιλείαν μερικωτέραν ἀντὶ ὁλικωτέρας καὶ δημιουργικὴν ἀντὶ πατρικῆς καὶ πανταχοῦ προϊοῦσαν ἀντὶ τῆς σταθερῶς ἐν ἑαυτῇ μενούσης προβαλλόμενος.

[10] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 105.1 – 105.40» :

in Cra 105.1 ` to     in Cra 105.40  Διὰ τί ὁ Σωκράτης ὑβριστικὸν ὑπέλαβεν (p 396b) εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως <Κρόνου>, καὶ πρὸς τί ἀποβλέψας ταύτην ἀφῆκε τὴν φωνήν; ἦ τὸν <κόρον> ὕβρεως αἴτιον εἶναί φασιν οἱ ποιηταί, τὴν ἀμετρίαν καὶ τὴν πλησμονὴν οὕτως προσαγορεύοντες, <ὕβριν γάρ> φασι, <τίκτει κόρος>; εἰ οὖν τις ἀνεπισκέπτως ἐπιβάλοι τῷ ὀνόματι τοῦ Κρόνου, ὑβριστικὸν αὐτὸ δόξει εἶναι, τὸν γὰρ <κεκορημένον> καὶ πεπληρωμένον δηλοῖ τῷ ἐξαίφνης ἀκούοντι. διὰ τί οὖν, εἰ καὶ ὑβριστικὸν ἦν τὸ τοιοῦτον ὄνομα, οὐκ εὐφήμως καὶ πρεπούσῃ θεοῖς σιγῇ τοῦτο παρέδραμεν; ἦ ὅτι τῆς βασιλικῆς τῶν θεῶν σειρᾶς ἀρχομένης μὲν ἀπὸ Φάνητος, καταντώσης δ᾽ εἰς τὸν δεσπότην ἡμῶν τὸν Διόνυσον καὶ τὸ αὐτὸ σκῆπτρον ἄνωθεν ἄχρι τῆς ἐσχάτης βασιλείας προαγούσης, μόνος ὁ Κρόνος, τὴν τετάρτην βασιλικὴν τάξιν κληρωσάμενος, παρὰ πάντας τοὺς ἄλλους ὑβριστικῶς δοκεῖ κατὰ τὸ μυθικὸν πρόσχημα προσδέχεσθαι καὶ ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ τὸ σκῆπτρον καὶ μεταδιδόναι τῷ Διΐ· καὶ γὰρ ἡ Νὺξ παρ᾽ ἑκόντος αὐτὸ λαμβάνει τοῦ Φάνητος·   <σκῆπτρον δ᾽ ἀριδείκετον εἷο χέρεσσιν θῆκε θεᾶς Νυκτός, <ἵν᾽ ἔχῃ> βασιληΐδα τιμήν> (Orph. frg 86).   καὶ ὁ Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτὸς ἑκούσης ὑποδέχεται τὴν ἐπικράτειαν τῶν ὅλων· καὶ ὁ Διόνυσος <ὁ> τελευταῖος θεῶν βασιλεὺς παρὰ τοῦ Διός· ὁ γὰρ πατὴρ ἱδρύει τε αὐτὸν ἐν τῷ βασιλείῳ θρόνῳ καὶ ἐγχειρίζει τὸ σκῆπτρον καὶ βασιλέα ποιεῖ τῶν ἐγκοσμίων ἁπάντων θεῶν· <κλῦτε, θεοί· τόνδ᾽ ὔμμιν ἐγὼ βασιλῆα τίθημι> (Orph. frg 190). λέγει πρὸς τοὺς νέους θεοὺς ὁ Ζεύς. μόνος δ᾽ ὁ Κρόνος καὶ ἀφαιρεῖται τὸν Οὐρανὸν τὴν βασιλείαν τελέως, καὶ τῷ Διῒ παραχωρεῖ τῆς ἡγεμονίας, <τέμνων καὶ τεμνόμενος>, ὥς φησιν ὁ μῦθος (Orph. Frg 114). ἐπεὶ τοίνυν τὴν τοιαύτην διαδοχὴν ὑβριστικὴν οὖσαν ἐπὶ Κρόνου λεγομένην ἑώρα ὁ Πλάτων παρὰ τοῖς θεολόγοις, μνήμης ἠξίωσεν καὶ τὴν ἐν τῷ ὀνόματι φαντασίαν τῆς ὕβρεως, ἵνα καὶ ταύτῃ προσῆκον ἀποφήνῃ τὸ ὄνομα τῷ θεῷ, καὶ εἰκόνα φέρον τῆς περὶ ἐκεῖνον μυθευομένης ὕβρεως, ἡμᾶς δ᾽ ἀναδιδάξῃ καὶ τὰ μυθικὰ πλάσματα πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐπανάγειν ὡς προσήκει περὶ θεῶν καὶ τὴν φαινομένην τερατολογίαν εἰς ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν ἀναπέμπειν.

[11] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 106.1 – 106.30»:

in Cra 106.1 ` to     in Cra 106.30     Ὅτι τὸ <μέγα> (p 396b) ἐπὶ τῶν θεῶν οὐ διαστατῶς, ἀλλὰ νοερῶς ἀκουστέον, καὶ κατὰ τὴν τῆς αἰτίας δύναμιν, ἀλλ᾽ οὐ κατὰ τὴν μεριστὴν ὑπεροχήν. ἀλλὰ διὰ τί τὸν Κρόνον <διάνοιαν νῦν> (p 396b) καλεῖ; ἦ εἰς τὸ πλῆθος ἀπιδὼν τῶν ἐν αὐτῷ νοήσεων καὶ τὰς τάξεις τῶν νοητῶν τὰς ἐν αὐτῷ περιεχομένας καὶ τὴν ἀνέλιξιν τῶν εἰδῶν, ἐπεὶ καὶ <ἐν ἄλλοις> τὸν δημιουργικὸν νοῦν λογίζεσθαί φησιν, καὶ   διανοούμενον ποιεῖν τὸν κόσμον, εἰς τὰς μεριστὰς αὐτοῦ καὶ διῃρημένας ἀποβλέπων νοήσεις, καθ᾽ ἃς οὐ τὰ ὅλα μόνον, ἀλλὰ τὰ μέρη δημιουργεῖ. ἀλλ᾽ ὅταν μὲν ὁ Κρόνος νοῦς λέγηται, διανοίας ἐπέχει τάξιν ὁ Ζεύς· ὅταν δ᾽ αὖ ὁ Κρόνος διάνοια, πάντως που πρὸς ἄλλον τινὰ νοῦν ὑπέρτερον κατ᾽ ἀναλογίαν φήσομεν οὕτως καλεῖσθαι. εἴτ᾽ οὖν τὸν νοητὸν καὶ κρύφιον νοῦν λέγειν ἐθέλοις, εἴτε τὸν ἐκφαντορικὸν εἴτε τὸν συνεκτικὸν εἴτε τὸν τελεσιουργόν, εἴη ἂν ὁ Κρόνος διάνοια πρὸς τούτους ἅπαντας· τὴν γὰρ ἡνωμένην νόησιν εἰς πλῆθος προάγει καὶ πεπλήρωκεν ἑαυτὸν τῶν ἐπὶ πᾶν διεγει ρομένων νοητῶν· ὅθεν δὴ καὶ ἡγεμὼν εἶναι λέγεται τοῦ Τιτανικοῦ γένους καὶ διακρίσεως παντοίας ἔξαρχος καὶ τῆς ἑτεροποιοῦ δυνάμεως. καὶ τάχ᾽ ἂν ὁ Πλάτων ἐν τούτοις τοῦ τῶν Τιτάνων ὀνόματος διττὰς ἐξηγήσεις ἡμῖν ἀρχοειδεῖς παραδίδωσιν, ἃς <Ἰάμβλιχός> τε καὶ <Ἀμέλιος> ἀναγέγραφεν· Τιτᾶνας γὰρ ὁ μὲν παρὰ τὸ <διατείνειν> ἐπὶ πάντα τὰς ἑαυτῶν δυνάμεις, ὁ δὲ παρὰ τό <τι ἄτομον> κεκλῆσθαί φησιν, ὡς τοῦ μεριστοῦ καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ὅλων εἰς τὰ μέρη τὴν ἀρχὴν ἐκ τούτων λαμβανούσης. ὁ γοῦν <Σωκράτης νῦν> ταῦτα ἀμφότερα ἐνδείκνυται, <μεγάλην τινὰ> προσειπὼν (p 396b) τὴν διάνοιαν τοῦ βασιλέως τῶν Τιτάνων· τὸ μὲν γὰρ <μέγα> τῆς ἐπὶ πάντα διηκούσης ἐστὶν δυνάμεως, τὸ δὲ <τινὰ> τῆς ἄχρι τῶν μερικωτάτων προϊούσης.

[12] «για αυτό άλλωστε είναι «κορόνους» [=καθαρός νους], όπως λέει ο Σωκράτης, αφού είναι νους ο οποίος ταυτόχρονα έχει γύρω από τον εαυτό του την κορυφή της άχραντης βαθμίδας και επιβαίνει ως επικεφαλής στους ακμαίους θεούς που κυβερνούν τα πάντα».

— Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα θεολογίας, 5.35. 5 – 8.» —-

Theol Plat 5.35.5 ` to     Theol Plat 5.35.8 (διὸ δὴ καὶ κορόνους ἐστίν, ὡς ὁ Σωκράτης φησί, νοῦς γάρ ἐστιν ὁμοῦ τῆς ἀχράντου τάξεως τὴν ἀκρότητα περὶ αὑτὸν ἔχων καὶ τοῖς τὰ ὅλα κυβερνῶσιν ἀκμαίοις θεοῖς ἐποχούμενος)·

[13] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 107.1 – 107.40» :

in Cra 107.1 ` to     in Cra 107.65    Ὅτι τὸ Κρόνος ὄνομα τριχῶς ἀναλύεται νῦν (p 396b)· ὧν ἡ μὲν πρώτη λέγουσα αὐτὸν εἶναι πλήρωμα τῶν νοερῶν ἀγαθῶν καὶ κόρον εἶναι τοῦ θείου νοῦ τῷ ἔμφασιν ἔχειν τὸν ὑπὸ τῶν πολλῶν κακιζόμενον κόρον καὶ πλησμονὴν   ὡς ὑβριστικὴ ἐκβάλλεται· ἡ δὲ δευτέρα, τὸν ἀτελῆ καὶ παιδαριώδη ἐμφαίνουσα, ὡσαύτως ἐκβάλλεται· ἡ δὲ τρίτη, καθα ρότητος μεστὸν καὶ ἀχράντου νοήσεως καὶ ἀμειλίκτου ζωῆς προστάτην ἀνυμνοῦσα, εὐδοκιμεῖ. νοῦς γάρ ἐστιν ὁ βασιλεὺς Κρόνος καὶ πάσης νοερᾶς ζωῆς ὑποστάτης, ἀλλὰ νοῦς ἐξῃρημένος τῆς πρὸς τὰ αἰσθητὰ συντάξεως καὶ ἄυλος καὶ χωριστός, αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπεστραμμένος, ὅς γε καὶ τοὺς ἀπ᾽ αὐτοῦ προκύψαντας εἰς ἑαυτὸν αὖθις ἐπέστρεψεν καὶ ἐνεκολπίσατο καὶ ἐν ἑαυτῷ σταθερῶς ἵδρυσεν. ὁ μὲν γὰρ δημιουργὸς τοῦ παντός, εἰ καὶ νοῦς ἐστιν θεῖος, ἀλλὰ διακοσμεῖ τὰ αἰσθητὰ καὶ προνοεῖ τῶν καταδεεστέρων· ὁ δὲ μέγιστος Κρόνος ἐν νοήσεσιν οὐσίωται χωρισταῖς καὶ τῶν ὅλων ὑπερεχούσαις· <οὐ γὰρ ἐς ὕλην  πῦρ ἐπέκεινα τὸ πρῶτον ἑὴν δύναμιν κατακλίνει>, φησὶ τὸ <λόγιον> (or chald p 13). τούτου δ᾽ ἐξήρτηται καὶ ἀπὸ τούτου πρόεισιν ὁ δημιουργός, νοῦς ὑπάρχων περὶ τὸν ἄυλον νοῦν καὶ περὶ αὐτὸν ὡς νοητὸν ἐνεργῶν καὶ τὸ κρύφιον αὐτοῦ προάγων εἰς τὸ ἐμφανές. <νοῦ> γὰρ <νοῦς> ἐστιν ὁ τοῦ κόσμου ποιητής, καί μοι δοκεῖ τῶν νοερῶν ἰδίως κα λουμένων θεῶν ἀκρότατος ὢν ὁ Κρόνος, νοῦς μὲν ὡς πρὸς τὸ νοητὸν γένος εἶναι τῶν θεῶν· πάντες γὰρ οἱ νοεροὶ τῶν νοητῶν ἀντέχονται καὶ συνάπτονται ἐκείνοις διὰ τῶν νοήσεων· <οἳ τὸν ὑπέρκοσμον πατρικὸν βυθὸν ἴστε νοοῦντες>,  λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ <ὕμνος> (or chald p 18 )· νοητὸς δὲ ὡς πρὸς τοὺς νοεροὺς πάντας. ταύτην τοίνυν τὴν <ἀ>μέριστον αὐ τοῦ καὶ ἀμέθεκτον ὑπεροχὴν ἡ καθαρότης ἐνδείκνυται· τὸ γὰρ ἀνέπαφον τῆς ὕλης καὶ τὸ ἀμέριστον καὶ τὸ ἄσχετον διὰ τοῦ   καθαροῦ σημαίνεται. τοσαύτη γάρ ἐστιν ἡ τοῦ θεοῦ τούτου πάσης τῆς πρὸς τὰ καταδεέστερα συντάξεως ὑπερβολὴ καὶ ἡ πρὸς τὸ νοητὸν ἄχραντος ἕνωσις, ὥστε μηδὲ τῆς Κουρητικῆς αὐτὸν δεῖσθαι φρουρᾶς, ὥσπερ τὴν Ῥέαν καὶ τὸν Δία καὶ τὴν Κόρην· πάντες γὰρ οὗτοι διὰ τὰς εἰς τὰ δεύτερα προόδους τῆς ἀτρέπτου φυλακῆς τῶν Κουρήτων ἐδεήθησαν· ὁ δὲ Κρόνος, ἐν ἑαυτῷ μονίμως ἱδρυμένος καὶ ἀφ᾽ ὅλων τῶν δευτέρων ἁρπάσας ἑαυτόν, τῆς παρὰ τῶν Κουρήτων ὑπερίδρυται φρουρᾶς, ἔχει δὲ καὶ τούτων ἑνοειδῶς ἐν ἑαυτῷ τὴν αἰτίαν· τὸ γὰρ καθαρὸν τοῦτο καὶ τὸ ἄχραντον ὑπόστασιν παρέχεται πάσαις ταῖς τῶν Κουρήτων προόδοις· διὸ καὶ ἐν τοῖς <λογίοις> τὴν πρωτίστην πηγὴν τῶν ἀμειλίκτων λέγεται περιέχειν, ἐπο χεῖσθαι δὲ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν·   <νοῦς πατρὸς ἀρράτοις ἐποχούμενος ἰθυντῆρσιν  ἄγναμπτον στράπτουσιν ἀμειλίκτου πυρὸς ὁλκοῖς> (or chald p21)· ἔστιν δ᾽ οὖν καθαρὸς νοῦς ὡς καὶ τῆς ἀχράντου τάξεως ὑποστάτης καὶ τῆς νοερᾶς ὅλης διακοσμήσεως ἡγεμών· <τοῦδε γὰρ ἐκθρῴσκουσιν ἀμείλικτοί τε κεραυνοί   καὶ πρηστηροδόχοι κόλποι ……… πατρογενοῦς Ἑκάτης, καὶ ὑπεζωκὸς πυρὸς ἄνθος   ἠδὲ κραταιὸν πνεῦμα πόλων πυρίων ἐπέκεινα> (or chald p 20)· ἅπασαν γὰρ συνελίσσει τὴν ἑβδομάδα τῶν πηγῶν καὶ ὑφστησιν ἀπὸ τῆς ἑνιαίας αὐτοῦ καὶ νοητῆς ἀκρότητος. ἔστιν γάρ, ὥς φησι τὸ λόγιον, <ἀμιστύλλευτος> καὶ ἑνοειδὴς καὶ ἀδιαίρετος καὶ <πασῶν συνοχεὺς τῶν πηγῶν>, πάσας ἐπιστρέφων πρὸς ἑαυτὸν καὶ ἑνίζων καὶ χωριστὸς ὢν ἀπὸ πασῶν ἀχράντως· διὸ καὶ <κορόνους> ἐστίν, ὡς νοῦς ἄυλος καὶ καθαρὸς καὶ ἱδρύσας ἑαυτὸν ἐν τῇ πατρικῇ σιγῇ, καὶ <πατὴρ πατέρων> ἀνυμνούμενος. ἔστιν οὖν ὁ Κρόνος πατὴρ καὶ νοητός, ὡς πρὸς τοὺς νοεροὺς θεούς.

[14] Βλ. Πρόκλος, στα «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 108.1 – 108.5» :

in Cra 108.1 ` to     in Cra 108.5     Ὅτι πᾶς νοῦς ἢ ἕστηκε, καὶ ἔστιν νοητὸς τότε ὡς κρείττων κινήσεως, ἢ κινεῖται, καὶ ἔστιν νοερὸς τότε, ἢ ἀμφότερα, καὶ ἔστιν τότε νοητὸς ἅμα καὶ νοερός. καὶ ἔστιν ὁ μὲν πρῶτος Φάνης, ὁ δὲ δεύτερος, ὁ καὶ κινούμενος καὶ ἑστηκώς, Οὐρανός, ὁ δὲ μόνον κινούμενος Κρόνος.

[15]  Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 109.1 – 109.8»:

in Cra 109.1 ` to     in Cra 109.8     Ὅτι τὸν Κρόνον διὰ τὸ ἀμέριστον αὐτοῦ καὶ ἑνιαῖον καὶ πατρικὸν καὶ ἀγαθουργὸν ἐν τοῖς νοεροῖς εἰς ταὐ τόν <τινες> ἄγουσι τῇ μιᾷ τῶν πάντων αἰτίᾳ, οὐ καλῶς λέγοντες· ἀναλογεῖ γὰρ αὐτῇ μόνον, ὡς καὶ <Ὀρφεὺς> (frg 50) τὴν πρώτην πάντων αἰτίαν Χρόνον καλεῖ ὁμωνύμως σχεδὸν τῷ Κρόνῳ, αἱ δὲ <θεοπαράδοτοι φῆμαι> τὴν θεότητα ταύτην τῷ <ἅπαξ> χαρακτηρίζουσιν λέγουσαι <ἅπαξ ἐπέκεινα>· τὸ γὰρ <ἅπαξ> τῷ ἑνὶ συγγενές.

[16] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 110.1 – 110.134»:

in Cra 110.1 ` to     in Cra 110.134     Ὅτι ὁ τοῦ Κρόνου πατὴρ Οὐρανὸς νοῦς ἐστι νοῶν μὲν καὶ ἑαυτόν, ἡνωμένος δὲ τοῖς πρωτίστοις νοητοῖς καὶ ἱδρυμένος σταθερῶς ἐν ἐκείνοις καὶ συνεκτικὸς τῶν νοερῶν πάντων διακόσμων τῷ μένειν ἐν τῇ ἑνώσει τῇ νοητῇ. καὶ ἔστιν συνεκτικὸς οὗτος ὁ θεός, ὥσπερ ὁ Κρόνος διακριτικός, καὶ διὰ τοῦτο πατήρ· προηγεῖται γὰρ τὰ συνοχικὰ αἴτια τῶν διακριτικῶν καὶ τῶν νοερῶν μόνον τὰ νοητὰ ἅμα καὶ νοερά. ὅθεν δὴ καὶ ὁ Οὐρανός, συνοχεὺς ὢν <τῶν> ὅλων κατὰ μίαν   ἕνωσιν, ὑφίστησι τὴν Τιτανικὴν σειρὰν καὶ πρὸ ταύτης ἄλλας διακοσμήσεις θεῶν, τὰς μὲν ἐν ἑαυτῷ μενούσας μόνον, ἃς δὴ καὶ κατέχει παρ᾽ ἑαυτῷ, τὰς δὲ μενούσας καὶ προϊούσας, ἃς δὴ μετὰ τὴν ἔκφανσιν ἀποκρύπτειν λέγεται, καὶ μετὰ ταύτας ἁπάσας τὰς ἐπὶ πᾶν προϊούσας καὶ διακρινομένας ἀπὸ τοῦ πατρός· καὶ γὰρ μονάδας παράγει δισσὰς καὶ τριάδας ἰσα ρίθμους ταῖς μονάσι καὶ ἑβδομάδας· ἀλλὰ ταῦτα μὲν <ἐν ἄλλοις> ἐπὶ πλέον ἐξήτασταιὠνόμασται δ᾽ οὕτως καθ᾽ ὁμοιότητα τοῦ φαινομένου οὐρανοῦ. ἑκάτερος γὰρ αὐτῶν σφίγγει καὶ συνέχει τὰ ἐν αὐτοῖς περιεχόμενα πάντα, καὶ μίαν τὴν τοῦ ὅλου κόσμου ἀπεργάζονται συμπάθειαν καὶ συνέχειαν· ἡ γὰρ συνέχεια δευτέρα τῆς ἑνοποιοῦ δυνάμεως καὶ ἀπ᾽ ἐκείνης πρόεισιν. ἐν μὲν οὖν τῷ <Φαίδρῳ> (p 246b sqq) τὴν εἰς τὰ δεύτερα πάντα ποίησιν τοῦ οὐρανοῦ παραδίδωσιν, καὶ ὅπως διὰ τῆς ἀναφορᾶς ἀνάγει πάντα καὶ συνελίσσει πρὸς τὸ νοητόν, καὶ τίς μὲν ἡ ἐν αὐτῷ ἀκρότης, τί δὲ τὸ βάθος τῆς ὅλης αὐτοῦ διακοσμήσεως, τί δὲ τὸ πέρας τῆς προόδου πάσης· ἐνταῦθα δ᾽ ἀπὸ τῶν ὀνομάτων τὴν ἐν τοῖς πράγμασιν ἀλήθειαν μεταδιώκων, τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ τὴν πρὸς τὰ ὑψηλότερα καὶ ἁπλούστερα καὶ ἐγγυτέρω τοῦ ἑνὸς τεταγμένα ἐκφωνεῖ, καὶ ἔοικε σαφῶς ἐν τούτοις ἐξηγεῖσθαι τὴν τοῦ Οὐρανοῦ τάξιν νοητὴν οὖσαν καὶ νοεράν. εἰ γὰρ ὁρᾷ τὰ ἄνω, νοερῶς ἐνεργεῖ καὶ ἔστι πρὸ αὐτοῦ τὸ νοητὸν γένος τῶν θεῶν, πρὸς ὃ βλέπων νοερός ἐστιν, ὥσπερ τοῖς ἀπ᾽ αὐτοῦ προϊοῦσι νοητός. τίνα δ᾽ οὖν ἐστιν αὐτοῦ ἄνω; ἧ δῆλον ὡς ὁ <ὑπερουράνιος τόπος> καὶ <ἡ> <ἀχρώματος> καὶ <ἀσχημάτιστος καὶ ἀναφὴς> οὐσία καὶ πᾶν τὸ νοητὸν πλάτος, ὡς μὲν ἂν ὁ Πλάτων (Tim. p31a) εἴποι, τά τε <νοητὰ ζῷα περιέχον> καὶ τὴν μίαν τῶν αἰωνίων πάντων αἰτίαν καὶ τὰς κρυφίους τούτων ἀρχάς, ὡς δ᾽ ἂν <οἱ Ὀρφικοὶ> (frg 116) φαῖεν, ἄνωθεν μὲν ὁριζόμενος τῷ Αἰθέρι, κάτωθεν δὲ τῷ Φάνητι (πάντα γὰρ τὰ μεταξὺ τούτων συμπληροῖ τὸν νοητὸν διάκοσμον); τοῦτον δ᾽ ἑνικῶς καὶ πληθυντικῶς καλεῖ <νῦν> (p 396bc), ἐπειδὴ καὶ ἥνωται πάντα ἐκεῖ ἅμα καὶ διακέκριται ἰδίως ἕκαστον κατ᾽ ἄκραν ἕνωσίν τε καὶ διάκρισιν. <μετεωρολόγους> δὲ <νῦν> (p 396c) ἀκουστέον οἰκείως τοὺς ἀναγωγὸν βίον ἑλομένους καὶ νοερῶς ζῶντας καὶ μὴ ὄντας <ἐμβριθεῖσ> καὶ <ὀπισθοβαρεῖς>, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἄναντες τοῦ θεωρητικοῦ βίου μετεωριζομένους. ἡ γὰρ ἐκεῖ λεγομένη Γῆ μητρικῶς ὑφίστησιν ὅσα ὁ Οὐρανὸς πατρικῶς ὁ ταύτῃ σύστοιχος, καὶ ὁ ἐκεῖ ἐνεργῶν οἰκείως λέγοιτ᾽ ἂν μετεωρολόγος.  ὁ γοῦν Οὐρανὸς συνεκτικῆς ὢν φύσεως ὑπερήπλωται μὲν καὶ τῶν Κρονίων διακόσμων καὶ πάσης τῆς νοερᾶς ὑποστάσεως, καὶ παράγει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ πᾶσάν τε τὴν Τιτανικὴν γένεσιν καὶ πρό γε ταύτης τὴν τελεσιουργὸν καὶ τὴν φρουρητικήν, καὶ ὅλως πάντων τῶν ἀγαθῶν ἐξηγεῖται τοῖς νοεροῖς θεοῖς. καὶ ἐπειδὴ τὸν Κρόνον διὰ τῆς ἀσχέτου πρὸς τὰ ἐγκόσμια νοήσεως ἀνύμνησεν ( p 396 b ) καὶ τῆς εἰς τὴν ἑαυτοῦ περιωπὴν ἐπεστραμμένης ζωῆς, τὸν Οὐρανὸν δι᾽ ἄλλης ἐνεργείας τελεωτέρας ἀνευφημεῖ (p 396c)· τὸ γὰρ τοῖς ὑψηλοτέροις συνάπτεσθαι τοῦ πρὸς ἑαυτὸν ἐπεστράφθαι μεῖζόν ἐστιν ἀγαθόν. μηδεὶς δ᾽ οἰέσθω διὰ ταῦτα μεμερισμένας εἶναι τὰς ἐνεργείας τὰς εἰρημένας ἐν τοῖς θεοῖς, οἷον ἐν μὲν τῷ Διῒ μόνην τὴν πρόνοιαν, ἐν δὲ τῷ Κρόνῳ τὴν πρὸς ἑαυτὸν στροφὴν μόνην, ἐν δὲ τῷ Οὐρανῷ τὴν πρὸς τὸ νοητὸν μόνην ἀνάτασιν· καὶ γὰρ ὁ Ζεὺς οὐκ ἄλλως προνοεῖ τῶν ἐγκοσμίων ἢ πρὸς τὸ νοητὸν βλέπων· <ἧπερ οὖν νοῦς ἐνούσας ἰδέας [ἐν] τῷ ὃ ἔστι ζῷον ὅσαι τέ εἰσιν καὶ ὁποῖαι καθορᾷ>, φησὶν ὁ <Τίμαιος> (p 39e)· ὡς δ᾽ <Ὀρφεὺς> (frg 123) ἐνθέῳ στόματι λέγει, καὶ καταπίνει τὸν πρόγονον αὐτοῦ τὸν Φάνητα καὶ ἐγκολπίζεται πάσας αὐτοῦ τὰς δυνάμεις ὁ Ζεὺς καὶ γίνεται πάντα νοερῶς ὅσαπερ ἦν ἐκεῖνος νοητῶς, καὶ ὁ Κρόνος πάσης τῆς δημιουργίας ἐνδίδωσι τῷ Διῒ τὰς ἀρχὰς καὶ τῆς εἰς τὰ αἰσθητὰ προνοίας, καὶ ἑαυτὸν νοῶν ἥνωται τοῖς πρωτίστοις νοητοῖς καὶ πεπλήρωται τῶν ἐκεῖθεν ἀγαθῶν· διὸ καὶ <τρέφεσθαί> φησιν (frg 114) αὐτὸν ὁ <θεολόγος> ὑπὸ τῆς Νυκτός,  <ἐκ πάντων δὲ Κρόνον Νὺξ ἔτρεφεν ἠδ᾽ ἀτίταλλεν>  ( orph. frg 98 )·  εἰ οὖν τροφὴ τὸ νοητόν, διακορής ἐστιν ὁ Κρόνος οὐ μόνον τῶν συστοίχων αὐτῷ νοητῶν, ἀλλὰ τῆς τῶν ἀκροτάτων καὶ κρυφίων νοήσεων. καὶ δὴ καὶ αὐτὸς ὁ Οὐρανὸς πάντα μὲν τὰ δεύτερα πληροῖ τῶν οἰκείων ἀγαθῶν, πάντα δὲ φρουρεῖ ταῖς ἀκμαιοτάταις ἑαυτοῦ δυνάμεσιν, καὶ τὰς ἀειζώους αὐγὰς αὐτῷ παρέδωκε συνέχειν καὶ φρουρεῖν ἄνωθεν ὁ πατήρ· νοεῖ δ᾽ ἑαυτὸν καὶ ἐπέστραπται πρὸς τὰ ἐν ἑαυτῷ νοητά, καὶ τὴν νόησιν αὐτοῦ ταύτην <περιφορὰν> ὁ Πλάτων ἐν τῷ <Φαίδρῳ> (p 247c) προσείρηκεν· ὡς γὰρ τὸ κύκλῳ κινούμενον περὶ τὸ ἑαυτοῦ κινεῖται κέντρον, οὕτως καὶ ὁ Οὐρανὸς περὶ τὸ ἑαυτοῦ νοητὸν ἐνεργεῖ κατὰ τὴν νοερὰν περιφοράν. ἀλλὰ πάντων ὄντων ἐν πᾶσι καὶ ἑκάστου πάσας ἔχοντος τὰς ἐνεργείας, ἄλλος κατ᾽ ἄλλην ἐξέχει καὶ κατὰ ταύτην χαρακτηρίζεται δια φερόντως· ὁ μὲν Ζεὺς κατὰ τὴν πρόνοιαν, διὸ καὶ οὕτως ἀναλέλυται αὐτοῦ τὸ ὄνομα <νῦν> (p 396b)· ὁ δὲ Κρόνος κατὰ τὴν εἰς ἑαυτὸν στροφὴν (<ὅθεν> καὶ <ἀγκυλομήτης>), διὸ καὶ τὴν ὀρθότητα τοῦ ὀνόματος οὕτως ἐποιούμεθα (p 59,5 )· ὁ δὲ Οὐρανὸς κατὰ τὴν πρὸς τὰ κρείττονα σχέσιν, ἀφ᾽ ἧς καὶ τὴν προσηγορίαν ἔσχεν, ἐπεὶ καὶ τὸ ὑφιστάνειν αὐτὸν τὸν καθαρὸν καὶ Κρόνιον νοῦν τὴν ἐπὶ θάτερα αὐτοῦ παρίστησιν ἐνέργειαν. πολλῶν δ᾽ οὐσῶν ἐν τῷ Οὐρανῷ δυνάμεων, οἷον συνεκτικῶν φρουρητικῶν ἐπιστρεπτικῶν, εὕροις ἂν πάσαις ἐφαρμόζον τὸ ὄνομα τοῦτο οἰκείως· τό τε γὰρ συνεκτικὸν διὰ τὸ τοὺς νοεροὺς <ὁρίζειν> θεοὺς σημαίνεται (τὸ γὰρ συνεκτικὸν ὁριστικὸν τοῦ ἐν αὐτῷ πλήθους), καὶ τὸ φρουρητικὸν τῶν ὅλων διὰ τὸ τῆς νοερᾶς οὐσίας <οὖρον> καὶ ἀσφάλειαν ὑπάρχειν αὐτόν, καὶ τὸ ἐπιστρεπτικὸν διὰ τὸ πρὸς τὰ ἄνω τὰ ὁρῶντα καὶ νοοῦντα ἐπιστρέφειν· ταῦτα δὲ πάντα τῷ Οὐρανῷ οἰκεῖα. οὐ γὰρ φόβος μὴ διασκεδασθῶσιν οἱ θεοί, ἵνα δέωνται τῶν συνεκτικῶν αἰτίων, ἢ μεταβολὴν ὑπομείνωσιν, ἵνα ὑπὸ τῶν φρουρητικῶν σῴζωνται· ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιστρεπτικῆς ἐνεργείας ὁμοῦ πάντα <νῦν> (p 396b-c) ὁ Σωκράτης ἐδήλωσεν· τοῦτο γάρ ἐστι <τὸ τὰ ἄνω ὁρᾶν>, τὸ πρὸς αὐτὰ ἐπεστράφθαι καὶ διὰ τοῦτο συνέχεσθαι καὶ φρουρεῖσθαι. καί μοι δοκεῖ καὶ ταύτην τὴν ἰδιότητα ἔχειν ὁ Οὐρανὸς κατὰ τὴν πρὸς τὸν νοητὸν αἰῶνα καὶ τὴν νοητὴν ὁλότητα ἀναλογίαν· καὶ γὰρ τὸν αἰῶνα ὁ <Τίμαιος> (p 37d) τούτῳ διαφερόντως ἐχαρακτήρισεν, τῷ μέ νειν ἐν τῷ πρὸ αὐτοῦ ἑνὶ καὶ τῷ ἐνιδρῦσθαι τῇ ἀκρότητι τῶν νοητῶν, καὶ τὸν Οὐρανὸν ὁ Σωκράτης (Crat. p 396b-c) τῷ ὁρᾶν τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὸν ὑπερουράνιον τόπον καὶ ὅσα τῇ <θεοθρέμμονι σιγῇ> περιείληπται τῶν πατέρων. ὥσπερ οὖν ὁ <Παρμενίδης> διὰ τῆς ὁλότητος ἑκατέραν τῶν τάξεων τούτων ἐσήμηνεν, τὴν μὲν διὰ τῆς νοητῆς τὴν δὲ διὰ τῆς νοερᾶς, οὕτως ἄρα καὶ διὰ τῆς πρὸς τὰ κρείττονα στροφῆς ὅ τε <Τίμαιος> καὶ ὁ <Σωκράτης> αὐτὸν ἐκφαίνουσιν. ἀλλ᾽ ἡ στροφὴ διάφορος ὥσπερ καὶ ἡ ὁλότης· νοητὴ μὲν γὰρ ἡ τοῦ αἰῶνος, διόπερ ἐκεῖνον οὐχ ὁρᾶν εἶπε τὸ πρὸ ἑαυτοῦ νοητὸν ὁ Τίμαιος, ἀλλὰ (p 37d) <μένειν> σταθερῶς μόνον· νοερὰ δ᾽ ἡ τοῦ Οὐρανοῦ, καὶ διὰ τοῦτό φησιν αὐτὸν ὁ Σωκράτης ὁρᾶν τὰ ἄνω καὶ διὰ τὸ ἑαυτόν τε ἐπιστρέφειν καὶ φρουρεῖν καὶ συνέχειν καὶ τὰ μετ᾽ αὐτὸν πάντα, ὅθεν καὶ ἐν τῷ <Φαίδρῳ> ( p 247c) τῇ ἑαυτοῦ περιφορᾷ λέγεται πάντα περιάγειν εἰς τὸν ὑπερουράνιον τόπον καὶ τὴν τῶν πρωτίστων νοητῶν περιωπήν.

[17] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 111.1 – 111.16» :

in Cra 111.1 ` to     in Cra 111.16     Ὅτι τριῶν ὄντων τούτων πατέρων τε καὶ βασιλέων, ὧν καὶ ὁ Σωκράτης ἐν τούτοις ( p 396 a-d ) πεποίηται μνείαν, μόνος ὁ Κρόνος δοκεῖ βιαίως καὶ λαμβάνειν τὴν ἀρχὴν παρὰ τοῦ σφετέρου πατρὸς καὶ διδόναι τῷ μετ᾽ αὐτόν. θρυλοῦσι γοῦν οἱ μυθοπλάσται Οὐρανίας τομὰς καὶ Κρονίας λέγοντες· τὸ δ᾽ αἴτιον, ὅτι συνεκτικῆς μέν ἐστιν τάξεως ὁ Οὐρανός, Τιτανικῆς δ᾽ ὁ Κρόνος, δημιουργικῆς δ᾽ ὁ Ζεύς· τὸ δ᾽ αὖ Τιτανικὸν γένος διακρίσεσι χαίρει καὶ ἑτερότησι, προόδοις τε καὶ πολλαπλασιασμοῖς τῶν δυνάμεων. ὁ τοίνυν Κρόνος ὡς διαιρετικὸς θεὸς χωρίζει τὴν ἑαυτοῦ βασιλείαν ἀπὸ τῆς τοῦ Οὐρανοῦ, ὡς δὲ νοῦς καθαρὸς ἐξῄρηται τῆς εἰς τὴν ὕλην ποιήσεως· διὸ καὶ τὸ δημιουργικὸν γένος πάλιν ἀπ᾽ αὐτοῦ διακρίνεται. ἐφ᾽ ἑκάτερα δ᾽ οὖν ἡ τομὴ αὕτη· καθόσον μὲν γάρ ἐστιν Τιτάν, τῶν συνεκτικῶν αἰτίων ἀποτέτμηται· καθόσον δ᾽ οὐ δίδωσιν ἑαυτὸν τῇ εἰς ὕλην δημιουργίᾳ, τοῦ δημιουργοῦ Διὸς ἀποτέτμηται.

[18] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 112.1 – 112.9» :

in Cra 112.1 ` to     in Cra 112.9 Οτι Οὐρανὸν ἀκουστέον <νῦν> (p 396 bc) τὴν τῶν ὁλικῶν θεῶν μέσην τριάδα, νοητὴν ἅμα καὶ νοερὰν ὑπάρχουσαν, ἧς τὸ μὲν ἀκρότατον <ὑπερουράνιος τόπος> καλεῖται καὶ πρώτιστος ἀριθμός (τὸ δὲ γόνιμον καὶ θῆλυ τῶν θεῶν γένος ἐνταῦθά ἐστιν καὶ τὸ φρουρητικόν)· τὸ δὲ μέσον <οὐρανοῦ περιφορὰ> καλεῖται καὶ ὁλότης νοερά, καὶ ἔστιν ἐν αὐτῇ τὸ συνεκτικὸν τῶν θεῶν γένος· τὸ δὲ τελευταῖον <ὑπουράνιος ἁψὶς> καλεῖται, καὶ ἔστιν ἐν αὐτῇ τὸ τελεσιουργὸν καὶ ἐπιστρεπτικὸν τῶν θεῶν γένος.

[19] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 113.1 – 113.42»:

in Cra 113.1 ` to     in Cra 113.42  Οτι ἔοικεν ὁ <Πρόκλος> τὸν ὑπερουράνιον τόπον ἐπὶ δύο διαφερόντων τῷ εἴδει διακόσμων τάττειν <νῦν> (p 396b), ἐπί τε τοῦ φρουρητικοῦ νοῦ καὶ ἐπὶ τῶν μόνον νοητῶν θεῶν· καὶ ἴσως τὸ πέρας τῶν νοητῶν συνάπτον τῇ ἀκρότητι τῶν νοερῶν ἅμα καὶ νοητῶν, ταὐτόν πως ὂν τῇ οὐσίᾳ τῆς αὐτῆς καὶ κλήσεως ἀξιοῦται· ὥσπερ εἴ τις τὴν ἄλογον δόξαν φαντασίαν προσαγορεύοι ἢ τὸν νοῦν διάνοιαν, πρὸς ἄλλο καὶ ἄλλο βλέπων.  τὸν οὖν ὑπερουράνιον τόπον, ἐφ᾽ ὃν καὶ ὁ Οὐρανὸς ἀνατείνει τὴν ἑαυτοῦ νοερὰν ζωήν, οἱ μὲν ἀρρήτοις χαρακτηρίζουσι συμβόλοις, οἱ δὲ καὶ ὀνομάσαντες ἄγνωστον ἀπέλιπον, μήτ᾽ εἶδος αὐτοῦ μήτε σχῆμα καὶ μορφὴν εἰπεῖν ἐξ ισχύσαντες· ἀνωτέρω δ᾽ ἔτι καὶ τούτου προελθόντες τὸ πέρας τῶν νοητῶν θεῶν μόνον ὀνόματι δηλῶσαι δεδύνηνται, τὰ δ᾽ ἐπέκεινα δι᾽ ἀναλογίας μόνης, ἄρρητα ὄντα καὶ ἄληπτα, σημαίνουσιν· ἐπεὶ καὶ παρ᾽ αὐτοῖς τοῖς νοητοῖς τῶν θεῶν μόνος ὁ θεὸς οὗτος, ὁ συγκλείων τὸν πατρικὸν διάκοσμον, εἶναι λέγεται παρὰ τοῖς σοφοῖς ὀνομαστός, καὶ ἡ θεουργία μέχρι ταύτης ἄνεισι τῆς τάξεως. ἐπεὶ τοίνυν τὰ πρὸ τοῦ Οὐρανοῦ τοιαύτην ἔλαχεν ὑπερβολὴν τῆς ἑνοειδοῦς ὑποστάσεως, ὡς τὰ μὲν εἶναι ῥητά τε ἅμα καὶ ἄρρητα καὶ φθεγκτὰ καὶ ἄφθεγκτα καὶ γνωστὰ καὶ ἄγνωστα διὰ τὴν πρὸς τὸ ἓν συγγένειαν, εἰκότως ὁ Σωκράτης (p 396c-e) ἐπέχει τὸν περὶ ἐκείνων λόγον, ὡς καὶ τῶν ὀνομάτων οὐ πάντῃ καταδράττεσθαι τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν δυναμένων, καὶ ὅλως τοῦ διακρίνεσθαι τῆς ἐκείνων ὑπάρξεως ἢ δυνάμεως τό τε ῥητὸν καὶ τὸ ἄρρητον θαυμαστῆς τινος δεομένου πραγματείας. αἰτιᾶται γοῦν τὴν μνήμην, οὐ τοῖς μύθοις ἀπιστῶν τοῖς ἐπέκεινα τοῦ Οὐρανοῦ τιθεμένοις τινὰς πρεσβυτέρας αἰτίας καὶ οὐδὲν μνήμης ἀξίους αὐτοὺς νομίζων (αὐτὸς γὰρ ἐν <Φαίδρῳ> (p 247c) τὸν ὑπερουράνιον τόπον ἀνυμνεῖ), ἀλλ᾽ ὅτι μνημονευτὰ καὶ διὰ φαντασίας ἢ δόξης ἢ διανοίας γνωστὰ τὰ πρώτιστα τῶν ὄντων οὐκ ἂν γένοιτο· τῷ γὰρ ἄνθει τοῦ νοῦ καὶ τῇ ὑπάρξει τῆς οὐσίας ἡμῶν αὐτοῖς συνάπτεσθαι πεφύκαμεν. καὶ τῆς ἀγνώστου φύσεως αὐτῶν αἴσθησιν δι᾽ ἐκείνων λαμβάνομεν. αὐτὸ δὴ οὖν τὸ ἐξῃρημένον αὐτῶν καὶ τῆς γνωστικῆς ἡμῶν καὶ τῆς μνημονευτικῆς ζωῆς αἴτιον εἶναί φησιν ὁ Σωκράτης τοῦ μὴ δι᾽ ὀνομάτων τάξεως ἐκεῖνα ὀνομάζειν· οὐδὲ γὰρ δι᾽ ὀνομάτων γνωρίζεσθαι πεφύκασιν, ἀλλὰ οἱ θεολόγοι πόρρωθεν αὐτὰ σημαίνουσι ἐκ τῆς τῶν φαινομένων πρὸς ἐκεῖνα ἀναλογίας· εἰ δ᾽ ἦσαν ὀνομασταὶ καὶ διὰ γνώσεως ληπταί, καὶ περὶ ἐκείνων ἂν ἐποιησάμεθα τῆς ὀνομασίας λόγον.

[20] Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 139.1 – 1399.22» :

in Cra 139.1 ` to     in Cra 139.22 Οτι ὁ Κρόνος μετὰ τῆς Ῥέας παράγει τήν τε Ἑστίαν καὶ τὴν ῞Ηραν συστοίχους οὔσας τοῖς δημιουργικοῖς αἰτίοις. ἡ μὲν γὰρ Ἑστία ἐνδίδωσιν ἀφ᾽ ἑαυτῆς τὴν ἀκλινῆ διαμονὴν καὶ ἕδραν ἐν ἑαυτοῖς καὶ τὴν οὐσίαν ἀδιάλυτον, ἡ δ᾽ ῞Ηρα τὴν πρόοδον καὶ τὸν εἰς τὰ δεύτερα πολλαπλασιασμὸν ἐνδίδωσι, καὶ ἔστιν ζωοποιὸς πηγὴ τῶν λόγων καὶ τῶν γονίμων δυνάμεων μήτηρ. διὸ καὶ αὕτη μὲν συνέρχεσθαι τῷ δημιουργικῷ Διῒ λέγεται [καὶ] διὰ τῆς κοινωνίας ἀπογεννῶσα μητρικῶς ὅσα ὁ Ζεὺς πατρικῶς, ἡ δ᾽ Ἑστία μένειν ἐφ᾽ ἑαυτῆς ἄχραντον τὴν παρθενίαν ἔχουσα καὶ ταυτότητος αἰτία οὖσα πᾶσιν· ἑκατέρα δὲ μετὰ τῆς οἰκείας τελειότητος καὶ τὴν τῆς λογικῆς δύναμιν κατὰ τὴν μέθεξιν κέκτηται, καὶ διὰ τοῦτο ἄρα οἱ μὲν τὴν Ἑστίαν ἀπὸ τῆς <ἐσσίας> κεκλῆσθαί φασιν, εἰς τὴν οἰκείαν αὐτῆς ἀποβλέψαντες ὕπαρξιν· οἱ δὲ εἰς τὴν ζωογονικὴν καὶ κινητικὴν δύναμιν τὴν ἐκ τῆς ῞Ηρας αὐτῇ ἐνοῦσαν, <ὠσίαν>ς, ὤσεως οὖσαν αἰτίαν· πάντα γὰρ ἐν πᾶσι τὰ θεῖά ἐστιν καὶ διαφερόντως τὰ σύστοιχα ἀλλήλων μετέχει καὶ ἐν ἀλλήλοις ὑφέστηκεν. ἕκαστος οὖν τῶν τε δη μιουργικῶν καὶ ζωογονικῶν διακόσμων αὐτὸ τὸ εἶναι ὅπερ ἐστὶν ἐκ τῆς Ἑστίας μεταλαβὼν ἔχει, καὶ οἱ ἐν οὐρανῷ κύκλοι τῶν πλανωμένων τὸ ὡσαύτως ἐξ αὐτῆς ἔχουσι, καὶ οἱ πόλοι καὶ τὰ κέντρα τὸ ἠρεμεῖν ἀεὶ παρ᾽ αὐτῆς ἔλαχον.  

[21] Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 140.1 – 140.6» :

in Cra 140.1 ` to     in Cra 140.6 Οτι ἡ Ἑστία οὐ τὴν <οὐσίαν> δηλοῖ, ἀλλὰ τὴν μο νὴν καὶ σταθερὰν ἵδρυσιν ἐν ἑαυτῇ τῆς οὐσίας· διὸ καὶ μετὰ τὸν μέγαν Κρόνον προῆλθεν ἡ θεὸς αὕτη. τὰ γὰρ πρὸ τοῦ Κρόνου τὸ ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐν ἄλλῳ οὐκ ἔχει, ἀλλ᾽ ἀπὸ Κρόνου ἄρχεται τοῦτο· καὶ τὸ μὲν ἐν ἑαυτῷ τῆς Ἑστίας, τὸ δὲ ἐν ἄλλῳ τῆς ῞Ηρας ἴδιον.

[22] Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 141.1 – 141.8» :

in Cra 141.1 ` to     in Cra 141.8 Οτι ἡ τοῦ Ἡσιόδου θεολογία (453 sqq ) ἐκ μονά δος τῆς Ῥέας παράγει κατὰ μὲν τὰ κρείττω τῆς συστοιχίας τὴν Ἑστίαν, κατὰ δὲ τὰ χείρω τὴν ῞Ηραν, κατὰ δὲ τὰ μεταξὺ τὴν Δήμητρα. ὁ δ᾽ <Ὀρφεὺς> (frg 106) τρόπον μέν τινα τὴν αὐτὴν εἶναι τὴν Δήμητρα τῇ ὅλῃ ζωογονίᾳ, τρόπον δ᾽ ἄλλον οὐ τὴν αὐτήν· ἄνω μὲν γὰρ οὖσα Ῥέα ἐστί, κάτω δὲ μετὰ τοῦ Διὸς Δημήτηρ· καὶ γὰρ τὰ παραγόμενα ὅμοιά εἰσιν τοῖς παράγουσιν καὶ σχεδὸν τὰ αὐτά.

[23] Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 142.1 – 142.11»:

in Cra 142.1 ` to     in Cra 142.11 Οτι ἀσφαλῶς δεῖ <νῦν> (p 402.b) ἀκούειν περὶ τῶν ῥευμάτων καὶ κινήσεων· οὐ γὰρ εἰς τὴν τοῦ Ἡρακλείτου ἔνυ λον ῥοὴν ὁ Σωκράτης κατέρχεται (ψεῦδος γὰρ καὶ ἀνάξιον τοῦτο τῆς Πλάτωνος διανοίας)· ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀναλόγως τὰ θεῖα δι᾽ εἰκόνων οἰκείων ἑρμηνεύειν θέμις, εἰκότως τὰς πηγαίας θεότητας καὶ Κρονίας ἐν ταυτῷ παίζων ἅμα καὶ σπουδάζων ὁ Σωκράτης ῥεύμασιν ἀπεικάζει διὰ τὸ ἀεὶ ἐποχετεύεσθαι τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν ἄνω τοῖς κάτω. διὸ καὶ κατὰ τὴν τῶν ποτα μῶν εἰκόνα μετὰ τὰς πηγαίας θεότητας ἀεννάως τὰ ἀγαθὰ βλυστανούσας αἱ ἀρχικαὶ θεότητες ἀνυμνοῦνται· μετὰ γὰρ τὴν πηγὴν [τοῦ ποταμοῦ] ἡ ἀρχὴ αὐτῶν θεωρεῖται.

[24] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 143.1 – 143.17» :

in Cra 143.1 ` to     in Cra 143.17 Οτι οἱ ἰδίως νοεροὶ καλούμενοι θεοὶ ὁλικοί, ὧν ἐστι πατὴρ ὁ μέγας Κρόνος, πηγαῖοι ἰδίως καλοῦνται. <τοῦδε γὰρ ἐκθρῴσκουσιν ἀμείλικτοί τε κεραυνοί>, φησὶ <τὸ λόγιον> (or chald p 20) περὶ Κρόνου· περὶ δὲ τῆς ζωογόνου πηγῆς Ῥέας, ἐξ ἧς πᾶσα ζωὴ θεία τε καὶ νοερὰ καὶ ψυχικὴ καὶ ἐγκόσμιος ἀπογεννᾶται, οὕτως φασὶν τὰ λόγια (or chald p 30)· <Ῥείη τοι νοερῶν μακάρων πηγή τε ῥοή τε· πάντων γὰρ πρώτη δυνάμεις κόλποισιν ἀφράστοις   δεξαμένη, γενεὴν ἐπὶ πᾶν προχέει τροχάουσαν>. καὶ γὰρ τὴν τῆς ζωῆς ἁπάσης ἄπειρον χύσιν ὑφίστησιν ἡ θεὸς αὕτη καὶ τὰς ἀνεκλείπτους ἁπάσας δυνάμεις, καὶ κινεῖ πάντα κατὰ τὰ μέτρα τῶν θείων κινήσεων, καὶ ἐπιστρέφει πρὸς ἑαυτὴν πάντα ἑδράζουσα ἐν ἑαυτῇ ὡς σύστοιχος τῷ Κρόνῳ. λέγεται οὖν <Ῥέα> καὶ διὰ τὸ <ἐπιρρεῖν> ἀεὶ τὰ ἀγαθὰ καὶ διὰ τὸ αἰτίαν εἶναι τῆς θείας <ῥᾳστώνης, θεοὶ ῥεῖα ζώοντες>· ἀνάκειται δὲ αὐτῇ τὸ ὕδωρ καὶ τὰ ὑδραγωγὰ πάντα.

[25] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 144.1 – 144.38» :

in Cra 144.1 ` to     in Cra 144.38  Ὅτι ὁ Ὠκεανὸς ἅπασι τῆς ὀξείας καὶ ἀκμαιοτά της ἐνεργείας αἴτιός ἐστιν τοῖς θεοῖς καὶ τῶν διακρίσεων τῶν τε πρώτων καὶ μέσων καὶ τελευταίων διακόσμων ἀφοριστικός, τῇ μὲν ὠκύτητι τοῦ νοῦ πρὸς ἑαυτὸν ἐπεστραμμένος καὶ τὰς οἰκείας ἀρχάς, πάντα δ᾽ ἀφ᾽ ἑαυτοῦ κινῶν εἰς τὰς οἰκείας αὐ τοῖς ἐνεργείας καὶ τελειῶν τὰς δυνάμεις αὐτῶν καὶ ἀνεκλεί πτους ἀπεργαζόμενος. ἡ δὲ Τηθὺς τὴν μονὴν ἐντίθησι τοῖς ὑπὸ τοῦ Ὠκεανοῦ κινουμένοις, καὶ τὴν ἑδραιότητα παρέχεται τοῖς διεγειρομένοις ὑπ᾽ ἐκείνου εἰς τὴν ἀπογέννησιν τῶν δευ τέρων καὶ τὴν καθαρότητα τῆς οὐσίας τοῖς ἀκμαίως πάντα παράγειν ἐφιεμένοις, ὡς πᾶν τὸ <διαττώμενον> καὶ <διηθούμενον> τῶν θείων ὑποστάσεων ἀνέχουσα. ἕκαστον γὰρ τῶν πρωτίστων αἰτίων, κἂν τοῖς δευτέροις παρέχῃ τὴν τῶν ἀγαθῶν μετουσίαν, ἀλλ᾽ ὅμως κατέχει παρ᾽ ἑαυτῷ τὸ ἄχραντον καὶ ἀμιγὲς καὶ καθαρὸν τῆς μεθέξεως, οἷον τῆς ζωῆς ἢ τοῦ ὄντος ἢ τῆς νοήσεως. πεπλήρωται μὲν ὁ νοῦς καὶ πληροῖ τὴν ψυχήν, ἀλλὰ ἱδρύσας ἐν ἑαυτῷ τὸ εἰλικρινὲς ἑκάστου τούτων καὶ ἐξῃρημένον, ἐπιλάμπει καὶ τοῖς δευτέροις ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὰ καταδεέστερα μέτρα τούτων τῶν ἀγαθῶν· καὶ ἡ μὲν ἀκμὴ τῶν ἐνεργειῶν διὰ τὸν Ὠκεανὸν ὑπάρχει τοῖς πρεσβυτέροις, τὸ δὲ διαττώμενον καὶ διηθούμενον διὰ τὴν Τηθύν. πάντα γὰρ τὰ ἐκ τῶν ὑπερκειμένων ἐνδιδόμενα τοῖς δευτέροις, εἴτε οὐσίας εἴτε ζωὰς εἴτε νοήσεις εἴποις, διηθοῦνται· καὶ ὅσα μὲν αὐτῶν ἐστιν πρωτουργὰ ἑδράζεται ἐν αὐτοῖς, ὅσα δ᾽ ἂν εἴη ἀτελέστερα μεθίενται τοῖς ὑφειμένοις, ὥσπερ καὶ τὰ ναματιαῖα ὕδατα τὰ μὲν ἐγγυτέρω τῆς ἀρχῆς ὄντα καθαρώτερα, τὰ δὲ πορρωτέρω θολερώτερα.  εἰσὶν οὖν ὅ τε Ὠκεανὸς καὶ ἡ Τηθὺς πηγαῖοι θεοὶ κατὰ τὰς πρωτίστας ἑαυτῶν ὑποστάσεις· διὸ καὶ ὁ Σωκράτης <νῦν> (p 402.b) πατέρας τῶν ῥευμάτων αὐτοὺς εἴρηκεν. προέρχονται δὲ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους διακόσμους τῶν θεῶν, ἀρχικῶς τε καὶ ἀπολύτως καὶ οὐρανίως τὰς αὐτὰς ἐν ἑκάστοις ἐπιδεικνύμενοι δυνάμεις. ὁ δέ γε <Τίμαιος> (p 40.e) καὶ τὰς ὑποσελήνους αὐτῶν ἀνύμνησεν τάξεις, πατέρας μὲν Κρόνου καὶ Ῥέας αὐτοὺς καλῶν, ἐγγόνους δ᾽ Οὐρανοῦ καὶ Γῆς. τελευταῖαι δ᾽ αὐτῶν εἰσιν αἱ περὶ γῆν [μὲν] μερισταὶ λήξεις, αἵ τε ὑπὲρ αὐτῆς φαινόμεναι καὶ αἱ ὑπὸ γῆν διορίζουσαι τὴν Ἅιδου βασιλείαν τῆς τοῦ Ποσειδῶνος ἀρχῆς.

[26] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 145.1 – 145.2» :

in Cra 145.1 ` to     in Cra 145.2     Ὅτι ὁ Κρόνος καὶ τῇ Ῥέᾳ καὶ τῷ Διῒ συντάττεται, ἀλλὰ τῇ μέν, ὡς πατὴρ δυνάμει γονίμῳ, τῷ δέ, ὡς νοητὸς νῷ.

[27] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 146.1 – 146.6»:

in Cra 146.1 ` to     in Cra 146.6     Οτι <γαμεῖν> λέγεται ( p 402.b) ὅ τε Ὠκεανὸς τὴν Τηθὺν καὶ ῞Ηραν ὁ Ζεὺς καὶ τὰ τοιαῦτα, ὡς κατὰ τὴν τῶν ὑφειμένων ἀπογέννησιν τὴν πρὸς αὐτὴν κοινωνίαν ἐνστησά μενος· ἡ γὰρ ὁμονοητικὴ σύνταξις τῶν θεῶν καὶ ἡ ὁμοφυὴς συνέργεια πρὸς τὰς ποιήσεις <γάμος> ἀποκαλεῖται παρὰ τοῖς <θεολόγοις> ( fr 91 ).

[28]  Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 147.1 – 147.3»:

in Cra 147.1 ` to     in Cra 147.3      Οτι ὠνόμασται ἡ Τηθὺς παρὰ τὸ <διαττώ μενον> καὶ <ἠθούμενον>, οἷον <Διαττηθύς>, καὶ ἀφαιρέσει τῶν πρώτων δύο συλλαβῶν <Τηθύς>.

[29] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 148.1 – 148.25» :

in Cra 148.1 ` to     in Cra 148.25     Ὅτι ὁ μὲν Κρόνος τῆς Τιτανικῆς διακοσμήσεως τῶν θεῶν ἐστι μονάς, ὁ δὲ Ζεὺς τῆς δημιουργικῆς. διττὸς δ᾽ οὗτος, ὁ μὲν ἐξῃρημένος καὶ τῷ Κρόνῳ συνταττόμενος, πηγαῖος ὢν καὶ ὅλως εἰς τὴν τριάδα τῶν νοερῶν πατέρων τελῶν καὶ τὸ πέρας αὐτῶν συνελίσσων· ὁ δὲ τοῖς Κρονίδαις συναριθμούμενος καὶ τὴν Κρονικὴν ἀκρότητα καὶ τὴν ἀρχὴν ἐν τῇ τριάδι ταύτῃ κληρωσάμενος, περὶ οὗ λέγει καὶ ὁ Ὁμηρικὸς Ποσειδῶν (O 187).    <τρεῖς γάρ τ᾽ ἐκ Κρόνου εἰμὲν ἀδελφεοί>· καὶ ὁ μὲν πρῶτος Ζεύς, ἅτε ὅλων ὢν δημιουργός, πρώτων τε καὶ μέσων καὶ τελευταίων βασιλεύς ἐστιν· περὶ οὗ καὶ ὁ Σωκράτης ἔναγχος (p 396a-b) ἔλεγεν ὅτι ἐστὶν ἄρχων τε καὶ βασιλεὺς τῶν πάντων, καὶ ὅτι πᾶσιν ἡ ζωὴ δι᾽ αὐτοῦ ἐστιν καὶ ἡ σωτηρία· τὸ γὰρ πᾶσιν προκείμενον τὸν πρὸ τῶν τριῶν δηλοῖ Δία. ὁ δὲ ἀρχικὸς Ζεὺς καὶ σύστοιχος τῶν τριῶν Κρονιδῶν τὴν τρίτην ἐπιτροπεύει μοῖραν τῶν ὅλων κατὰ τὸ <τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται> (Hom. O 189), καὶ ἔστιν ἀκρότατος τῶν τριῶν καὶ ὁμώνυμος τῷ πηγαίῳ καὶ ἡνωμένος αὐτῷ καὶ καλεῖται μοναδικῶς Ζεύς· ὁ δὲ δεύτερος δυαδικῶς καλεῖται Ζεὺς ἐνάλιος καὶ Ποσειδῶν. ὁ δὲ τρίτος τριαδικῶς Ζεύς τε καταχθόνιος καὶ Πλούτων καὶ Ἅιδης. καὶ ὁ μὲν πρῶτος τὰ ἀκρότατα σῴζει καὶ δημιουργεῖ καὶ ζωοποιεῖ, ὁ δὲ δεύτερος τὰ δεύτερα, ὁ δὲ τρίτος τὰ τρίτα· διὸ καὶ ἁρπάζειν λέγεται τὴν Κόρην οὗτος, ἵνα μετ᾽ αὐτῆς τὰ πέρατα ψυχώσῃ τῶν ὅλων.

[30] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 149.1 – 149.26» :

in Cra 149.1 ` to     in Cra 149.26 Οτι τῆς Τιτανικῆς διακοσμήσεως διαιρούσης μὲν ἑαυτὴν ἀπὸ τῆς συνοχικῆς τοῦ Οὐρανοῦ τάξεως, ἐχούσης δέ τι καὶ μένον ἐν αὐτῇ καὶ συμφυές, ὁ μὲν Κρόνος ἡγεμών ἐστιν τῆς διακρίσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὁπλίζει καὶ τοὺς ἄλλους κατὰ τοῦ πατρὸς καὶ αὐτὸς ὑποδέχεται τὴν ἅρπην παρὰ τῆς μητρός, δι᾽ ἧς ἀφορίζει τὴν ἑαυτοῦ βασιλείαν ἀπὸ τῆς Οὐρανίας· δκεανς συνττακται τος μνουσιν ν τος το πατρς θεσιν κα τν μεστητα φρουρε τν δο διακσμων, ς μν Τιτν τος μετ το Κρνου θεος συναριθμομενος, ς δ τν πρς τν Ορανν σνταξιν γαπν τος συνοχικος αυτν συνπτων. προσκει γρ δ τρζοντι τς πρτας κα δευτρας διακοσμσεις ν μσ τετχθαι τν διοριζομνων· πανταχο δ θες οτος τοιατην κεκλρωται δναμιν κα διακρνει τ γνη τν θεν. τ μν Τιτανικ τν συνοχικν, τ δ ζωογονικ τν δημιουργικν· θεν δ κα <παλαι φμη> τν διορζοντα τ φανερν το ορανο κα τφανς κεανν καλε, κα δι τοτο τν τε λιον κα τος λλους στρας ξ κεανο φασιν νσχειν ο ποιητα. διὰ τούτων ἄρα τῶν δύο συζυγιῶν πᾶσαν τὴν Τιτανικὴν τάξιν περιείληφεν ὁ λόγος μένουσάν τε καὶ προϊοῦσαν ὁμοῦ, καὶ διὰ μὲν τῆς Κρονίας πᾶν τὸ διακρινόμενον ἀπὸ τῶν πατέρων, διὰ δὲ τῆς Ὠκεανίτιδος πᾶν τὸ συναφὲς πρὸς τοὺς συνεκτικοὺς θεούς· ἤ, εἰ βούλει λέγειν, διὰ μὲν τῆς Κρονίας πᾶν τὸ   μητρικὸν αἴτιον, διὰ δὲ τῆς λοιπῆς πᾶν τὸ τῆς πατρικῆς αἰτίας ὑπήκοον· προδου μν γρ κα διακρσεως ατιον τ θλυ, νσεως δ κα μονς σταθερς τρρεν.

[31] Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 150.1 – 150.33»:

      in Cra 150.1 ` to     in Cra 150.33     Ὅτι τῆς δημιουργικῆς τριάδος τῆς διελομένης τὸν σύμπαντα κόσμον καὶ τὴν ἀδιαίρετον καὶ μίαν καὶ ὅλην τοῦ πρωτίστου Διὸς δημιουργίαν κατανειμαμένης, τὸ μὲν ἀκρότατόν ἐστιν καὶ πατρὸς ἔχον λόγον ὁ Ζεύς, ὃς δὴ διὰ τὴν πρὸς τὸν ὅλον δημιουργικὸν νοῦν ἕνωσιν τῆς αὐτῆς ἐπωνυμίας τυχὼν παρεῖται νῦν (p 402d) τῷ Πλάτωνι διὰ τοῦτο αὐτό· τὸ δὲ μέσον καὶ συνδετικὸν ἀμφοῖν τοῖν ἄκροιν ὁ Ποσειδῶν ἐκληρώσατο, πληρούμενος μὲν ἀπὸ τῆς τοῦ Διὸς οὐσίας, πληρῶν δὲ τὸν Πλούτωνα. ἔστιν γὰρ τῆς ὅλης ταύτης τριάδος πατὴρ μὲν ὁ Ζεύς, δύναμις δ᾽ ὁ Ποσειδῶν, νοῦς δ᾽ ὁ Πλούτων. πάντων μὲν ἐν πᾶσιν ὄντων, ἄλλου δὲ κατ᾽ ἄλλο τὸν χαρακτῆρα δεχομένου τῆς ὑποστάσεως· ἐπεὶ καὶ ὁ μὲν Ζεὺς κατὰ τὸ εἶναι ὑφέστηκεν. ὁ δὲ Ποσειδῶν κατὰ τὴν δύναμιν, ὁ δὲ Πλούτων κατὰ τὸν νοῦν· καίτοι ζωῆς πάντων αἴτιοι πάντες, ἀλλ᾽ ὁ μὲν οὐσιωδῶς ὁ δὲ ζωτικῶς ὁ δὲ νοερῶς. ὅθεν καὶ ὁ <θεολόγος> (frg 186) τοὺς μὲν ἄκρους μετὰ τῆς Κόρης φησὶ τά τε πρῶτα καὶ τὰ ἔσχατα δημιουργεῖν, τὸν δὲ μέσον καὶ ἄνευ ἐκείνης, ἀπὸ τοῦ σφετέρου κλήρου τὴν γεννητικὴν αἰτίαν συντάξαντα· διὸ καὶ φασὶν τὴν Κόρην ὑπὸ μὲν τοῦ Διὸς βιάζεσθαι, ὑπὸ δὲ τοῦ Πλούτωνος ἁρπάζεσθαι. τὸν δὲ μέσον φασὶν αἴτιον εἶναι κινήσεως ἅπασιν, ὡς καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀκινήτοις· διὸ καὶ Ἐννοσίγαιος καλεῖται, ὡς κινήσεως ἐξάρχων, καὶ ἐν τοῖς κληρουμένοις τὴν τοῦ Κρόνου βασιλείαν ὁ μέσος κλῆρος καὶ ἡ εὐκίνητος θάλασσα αὐτῷ ἀνάκειται. κατὰ πᾶσαν οὖν διαίρεσιν Δίια μέν ἐστιν τὰ ἀκρότατα, Ποσειδώνια δὲ τὰ μέσα, Πλουτώνια δὲ τὰ ἔσχατα, κἂν εἰς τὰ κέντρα ἀποβλέψειας, οἷον τὸ ἀνατέλλον τὸ μεσουρανοῦν τὸ δῦνον, κἂν τὸν ὅλον κόσμον διαιρῇς, οἷον εἰς τὸ ἀπλανὲς καὶ   πλανώμενον καὶ ὑπὸ σελήνην, κἂν τὸ γενητόν, εἰς τὸ πύρινον καὶ τὸ χθόνιον καὶ τὸ μεταξύ· κἂν τὴν γῆν, εἰς τὰ ἄκρα αὐτῆς καὶ τὰ μέσα καὶ κοῖλα καὶ τὰ ὑποχθόνια· πανταχοῦ γὰρ ἡ τριὰς αὕτη κατενείματο τοῖς δημιουργικοῖς ὅροις τὰς πρώτας καὶ μέσας καὶ τελευταίας τῶν δημιουργημάτων διαφοράς.

[32]  Βλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, βιβλίο ς’, 45.16 – 47.23».