Περί Διχοστασίας – κατάλυση της πολιτείας


Αφού μελετήσουμε επαρκώς την εργασία «Η σχέση της Ψυχής και της Πολιτείας [Πολίτευμα] κατά τον Πλάτωνα», στην συνέχεια θα αντιγράψουμε ένα απόσπασμα από το 4ο βιβλίο των «Νόμων» του Πλάτωνα :

………………. ΜΕΓΙΛΛΟΣ : Πολύ ωραία. Όταν σκέφτομαι το πολιτικό σύστημα που ισχύει στην Λακεδαίμονα, φίλε μου, το βρίσκω δύσκολο να σας δώσω μια καθαρή απάντηση, γιατί δεν ξέρω πως πρέπει να το ονομάσουμε. Εμένα μου φαίνεται ότι είναι Τυραννία, επειδή υπάρχουν οι Έφοροι, ένας θεσμός καθαρά τυραννικός, αλλά πολλές φορές νομίζω πως είναι η πιο δημοκρατική πόλη. Δεν θα ήταν όμως σωστό να μην πούμε ότι πρόκειται για Αριστοκρατία. Τέλος, υπάρχει και ισόβια Βασιλεία, την οποία τόσο εμείς όσο και ο υπόλοιπος κόσμος θεωρούμε ότι είναι αρχαιότερη από όλες τις άλλες. Όταν όμως με ρωτάτε έτσι ξαφνικά, δεν μπορώ, όπως είπα ήδη, να ξεχωρίσω σε ποιο πολίτευμα ανήκει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ : Μου φαίνεται ότι το ίδιο έπαθα και εγώ, Μέγγιλε. Μου είναι δύσκολο να πω με βεβαιότητα ότι το πολίτευμα που έχουμε στην Κνωσό ανήκει σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ : Αυτό συμβαίνει, φίλοι μου, γιατί μετέχετε σε πραγματικά πολιτεύματα, ενώ όσα είπαμε πριν από λίγο είναι απλοί τρόποι διακυβέρνησης πόλεων στις οποίες ορισμένοι πολίτες ζουν ως σκλάβοι κάτω από την εξουσία των άλλων. Έτσι, κάθε τέτοια πόλη παίρνει το όνομα της από την τάξη που βρίσκεται στην εξουσία. Αν όμως ονομάζουμε κάποια πόλη από μια τέτοια εξουσία, το σωστό θα ήταν να παίρνει το όνομά της από τον θεό που πραγματικά κυβερνά τους συνετούς ανθρώπους.
ΚΛ. : Και ποιος είναι αυτός ο θεός ;
ΑΘ. : Ίσως θα έπρεπε να καταφύγουμε και πάλι στον μύθο για λίγο, ώστε να ξεκαθαρίσουμε ικανοποιητικά το ζήτημα.
ΚΛ. : Ναι, αυτή είναι η πιο σωστή διαδικασία.
ΑΘ. : Ασφαλώς. Λοιπόν, πολλούς αιώνες πριν ιδρυθούν οι πόλεις που αναφέραμε προηγουμένως, λέγεται ότι υπήρχε από τον καιρό του Κρόνου μια πολύ πετυχημένη πόλη που κυβερνιόταν με εξαιρετικό τρόπο και αποτελεί πρότυπο για τις σημερινές πόλεις που θέλουν να διοικούνται παρόμοια.
ΚΛ. : Τότε νομίζω ότι πρέπει να μάθουμε περισσότερα για αυτήν.
ΑΘ. : Σύμφωνοι. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο το ανέφερα.
ΚΛ. : Έκανες πολύ καλά. Και επειδή έχει άμεση σχέση με το θέμα μας, θα έκανες ακόμα καλύτερα αν μας έδινες μια πιο λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων.
ΑΘ. : Θα προσπαθήσω να το κάνω. Μια παράδοση που έφτασε μέχρι τις μέρες μας αναφέρει πόσο ευτυχισμένοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, όταν η γη τους πρόσφερε τα πάντα χωρίς κόπο. Ο λόγος πιστεύεται ότι ήταν ο εξής. Ο Κρόνος γνώριζε, όπως είπαμε, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ να διοικήσει όλα τα ανθρώπινα πράγματα χωρίς να γίνει αλαζονικός και άδικος. Με τη σκέψη αυτή, όρισε για βασιλιάδες και κυβερνήτες στις πολιτείες μας όχι ανθρώπους αλλά πλάσματα από ανώτερο και θεϊκό γένος, του Δαίμονες. Έτσι κάνουμε κι εμείς σήμερα με τα κοπάδια μας και τα άλλα κατοικίδια ζώα μας. Δεν βάζουμε βόδια για αρχηγούς των βοδιών ούτε κατσίκες αλλά τις εξουσιάζουμε εμείς οι ίδιοι γιατί ανήκουμε σε ανώτερο είδος. Το ίδιο έκανε κι ο Κρόνος, που αγαπούσε τους ανθρώπους. Μας έβαλε κάτω από την εποπτεία των Δαιμόνων, που ήταν ανώτεροι από μας, για να μας φροντίζουν. Κι αυτοί, με μεγάλη ευκολία, τόσο για το δικό τους όσο και για το δικό μας καλό έδωσαν ειρήνη, σεβασμό προς τους άλλους, καλούς νόμους, δικαιοσύνη, ευτυχία και ομόνοια ανάμεσα σε όλες τις φυλές του Κόσμου. Η ιστορία αυτή έχει ένα ηθικό δίδαγμα για όλους, το οποίο κλείνει μέσα του μια μεγάλη αλήθεια. Όταν ο άρχοντας μιας πόλης δεν είναι θεός αλλά άνθρωπος, οι πολίτες δεν μπορούν να ξεφύγουν από τους κόπους και τις δυστυχίες. Πρέπει επομένως να καταλάβουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να μιμηθούμε τη ζωή που λέγεται ότι ζούσαν όλοι στην εποχή του Κρόνου. Πρέπει να ζούμε είτε ως δημόσιοι άντρες είτε ως ιδιώτες στους οίκους μας και στις πόλεις μας υπακούοντας στη μικρή σπίθα της αθανασίας που υπάρχει μέσα μας και δίνοντας την ονομασία νόμος σε αυτή τη λογική αρχή. …………………
. ……………..ΜΕ. : Καὶ μὴν συννοῶν γε, ὦ ξένε, τὴν ἐν Λακεδαίμονι πολιτείαν οὐκ ἔχω σοι φράζειν οὕτως ἥντινα προσαγορεύειν αὐτὴν δεῖ. καὶ γὰρ τυραννίδι δοκεῖ μοι προσεοικέναι—τὸ γὰρ τῶν ἐφόρων θαυμαστὸν ὡς τυραννικὸν ἐν αὐτῇ γέγονε —καί τις ἐνίοτέ μοι φαίνεται πασῶν τῶν πόλεων δημοκρατουμένη μάλιστ᾽ ἐοικέναι. τὸ δ᾽ αὖ μὴ φάναι ἀριστοκρατίαν αὐτὴν εἶναι παντάπασιν ἄτοπον· καὶ μὲν δὴ βασιλεία γε διὰ βίου τ᾽ ἐστὶν ἐν αὐτῇ καὶ ἀρχαιοτάτη πασῶν καὶ πρὸς πάντων ἀνθρώπων καὶ ἡμῶν αὐτῶν λεγομένη. ἐγὼ δὲ οὕτω νῦν ἐξαίφνης ἂν ἐρωτηθείς, ὄντως, ὅπερ εἶπον, οὐκ ἔχω διορισάμενος εἰπεῖν τίς τούτων ἐστὶν τῶν πολιτειῶν.
ΚΛ. Ταὐτόν σοι πάθος, ὦ Μέγιλλε, καταφαίνομαι πεπονθέναι· πάνυ γὰρ ἀπορῶ τὴν ἐν Κνωσῷ πολιτείαν τούτων τινὰ διισχυριζόμενος εἰπεῖν.
ΑΘ. Ὄντως γάρ, ὦ ἄριστοι, πολιτειῶν μετέχετε· ἃς δὲ ὠνομάκαμεν νῦν, οὐκ εἰσὶν πολιτεῖαι, πόλεων δὲ οἰκήσεις δεσποζομένων τε καὶ δουλευουσῶν μέρεσιν ἑαυτῶν τισι, τὸ τοῦ δεσπότου δὲ ἑκάστη προσαγορεύεται κράτος. χρῆν δ᾽ εἴπερ του τοιούτου τὴν πόλιν ἔδει ἐπονομάζεσθαι, τὸ τοῦ ἀληθῶς τῶν τὸν νοῦν ἐχόντων δεσπόζοντος θεοῦ ὄνομα λέγεσθαι.
ΚΛ. Τίς δ᾽ ὁ θεός;
ΑΘ. Ἆρ᾽ οὖν μύθῳ σμικρά γ᾽ ἔτι προσχρηστέον, εἰ μέλλομεν ἐμμελῶς πως δηλῶσαι τὸ νῦν ἐρωτώμενον;
ΚΛ. Οὐκοῦν χρὴ ταύτῃ δρᾶν;
ΑΘ. Πάνυ μὲν οὖν. τῶν γὰρ δὴ πόλεων ὧν ἔμπροσθε τὰς συνοικήσεις διήλθομεν, ἔτι προτέρα τούτων πάμπολυ λέγεταί τις ἀρχή τε καὶ οἴκησις γεγονέναι ἐπὶ Κρόνου μάλ᾽ εὐδαίμων, ἧς μίμημα ἔχουσά ἐστιν ἥτις τῶν νῦν ἄριστα οἰκεῖται.
ΚΛ. Σφόδρ᾽ ἄν, ὡς ἔοικ᾽, εἴη περὶ αὐτῆς δέον ἀκούειν.
ΑΘ. Ἐμοὶ γοῦν φαίνεται· διὸ καὶ παρήγαγον αὐτὴν εἰς τὸ μέσον τοῖς λόγοις.
ΚΛ. Ὀρθότατά γε δρῶν· καὶ τόν γε ἑξῆς περαίνων ἂν μῦθον, εἴπερ προσήκων ἐστίν, μάλ᾽ ὀρθῶς ἂν ποιοίης.
ΑΘ. Δραστέον ὡς λέγετε. φήμην τοίνυν παραδεδέγμεθα τῆς τῶν τότε μακαρίας ζωῆς ὡς ἄφθονά τε καὶ αὐτόματα πάντ᾽ εἶχεν. ἡ δὲ τούτων αἰτία λέγεται τοιάδε τις. γιγνώσκων ὁ Κρόνος ἄρα, καθάπερ ἡμεῖς διεληλύθαμεν, ὡς ἀνθρωπεία φύσις οὐδεμία ἱκανὴ τὰ ἀνθρώπινα διοικοῦσα αὐτοκράτωρ πάντα, μὴ οὐχ ὕβρεώς τε καὶ ἀδικίας μεστοῦσθαι, ταῦτ᾽ οὖν διανοούμενος ἐφίστη τότε βασιλέας τε καὶ ἄρχοντας ταῖς πόλεσιν ἡμῶν, οὐκ ἀνθρώπους ἀλλὰ γένους θειοτέρου τε καὶ ἀμείνονος, δαίμονας, οἷον νῦν ἡμεῖς δρῶμεν τοῖς ποιμνίοις καὶ ὅσων ἥμεροί εἰσιν ἀγέλαι· οὐ βοῦς βοῶν οὐδὲ αἶγας αἰγῶν ἄρχοντας ποιοῦμεν αὐτοῖσί τινας, ἀλλ᾽ ἡμεῖς αὐτῶν δεσπόζομεν, ἄμεινον ἐκείνων γένος. ταὐτὸν δὴ καὶ ὁ θεὸς ἄρα καὶ φιλάνθρωπος ὤν, τὸ γένος ἄμεινον ἡμῶν ἐφίστη τὸ τῶν δαιμόνων, ὃ διὰ πολλῆς μὲν αὐτοῖς ῥᾳστώνης, πολλῆς δ᾽ ἡμῖν, ἐπιμελούμενον ἡμῶν, εἰρήνην τε καὶ αἰδῶ καὶ εὐνομίαν καὶ ἀφθονίαν δίκης παρεχόμενον, ἀστασίαστα καὶ εὐδαίμονα τὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπηργάζετο γένη. λέγει δὴ καὶ νῦν οὗτος ὁ λόγος, ἀληθείᾳ χρώμενος, ὡς ὅσων ἂν πόλεων μὴ θεὸς ἀλλά τις ἄρχῃ θνητός, οὐκ ἔστιν κακῶν αὐτοῖς οὐδὲ πόνων ἀνάφυξις· ἀλλὰ μιμεῖσθαι δεῖν ἡμᾶς οἴεται πάσῃ μηχανῇ τὸν ἐπὶ τοῦ Κρόνου λεγόμενον βίον, καὶ ὅσον ἐν ἡμῖν ἀθανασίας ἔνεστι, τούτῳ πειθομένους δημοσίᾳ καὶ ἰδίᾳ τάς τ᾽ οἰκήσεις καὶ τὰς πόλεις διοικεῖν, τὴν τοῦ νοῦ διανομὴν ἐπονομάζοντας νόμον.
(Βλ. Πλατών «Νόμοι», 712.d.2 – 714.a).

Τελικά, όμως, ποιο πολίτευμα έχει η Κρητική Κνωσός ;;

Η απάντηση έρχεται από τον Σωκράτη της Πλατωνικής «Πολιτείας» που μας αναφέρει :

…………….Βέβαια και θυμάμαι, είπε, ότι είχαμε τη γνώμη, πως δεν πρέπει κανείς να έχει τίποτα από εκείνα που έχουν οι σημερινοί φύλακες [βλ. 521d] σαν ιδιοκτησία τους, αλλά σαν ειδικευμένοι αθλητές για τον πόλεμο και φύλακες, θα παίρνουν από τους άλλους την τροφή τους για ένα χρόνο ως μισθό τους για τις υπηρεσίες τους, και θα φροντίζουν μόνο για την ασφάλεια τη δική τους, και της άλλης πόλεως. – Σωστά τα λες, είπα. Έλα όμως τώρα, αφού τα αποτελειώσαμε αυτά, ας θυμηθούμε από πού ξεκινήσαμε και φθάσαμε στην ίδια συζήτηση. – Αυτό δεν είναι δύσκολο, είπε. Γιατί, όπως και τώρα, έτσι και τότε σχεδόν μιλούσες σαν να είχες τελειώσει τη συζήτηση για την πόλη, δηλώνοντας ότι θα θεωρούσες καλή πόλη την όμοια με εκείνη που τότε περιέγραψες, και καλόν άνθρωπο εκείνον που της μοιάζει, και μάλιστα, καθώς φαινόσουν, μπορούσες να μας επιδείξεις ακόμα καλύτερη πόλη και ακόμα καλύτερον άντρα. Έλεγες όμως ότι, εάν η πόλη που παρουσίασες ήταν ορθή, όλες οι άλλες θα ήσαν ελαττωματικές. Ως προς τις υπόλοιπες πολιτείες έλεγες, καθώς θυμάμαι, ότι υπάρχουν τέσσερα είδη και αξίζει να συζητήσουμε για αυτές και ιδούμε τα σφάλματα τους και τους ανθρώπους που είναι όμοιοι με αυτές, για να δυνηθούμε να εξετάσουμε ποιος είναι ο άριστος άνθρωπος και ποιος ο κάκιστος, εάν ο άριστος είναι ευτυχέστατος και ο κάκιστος αθλιότατος ή συμβαίνει διαφορετικά. Και όταν εγώ ρώτησα ποιες ήσαν αυτές οι τέσσερις πολιτείες που λες, τη στιγμή εκείνη πήρε το λόγο ο Πολέμαρχος και ο Αδείμαντος, και έτσι συ απαντώντας έφτασες στο σημείο που είσαι. – Τα θυμάμαι με πολλή ακρίβεια, είπα. – Πάλι τώρα λοιπόν, σαν να είσαι παλαιστής, δώσε μου την ίδια λαβή και προσπάθησε να πεις, απαντώντας στην ίδια ερώτησή μου, εκείνο που επρόκειτο να πεις τότε. – Αν βέβαια μπορώ, είπα εγώ. – Λοιπόν, είπε αυτός, έχω μεγάλη επιθυμία να ακούσω ποιες είναι οι τέσσερις πολιτείες που έλεγε. – δεν είναι δύσκολο να το ακούσεις, είπα εγώ. Γιατί αυτές που εννοώ είναι εκείνες που έχουν και γνωστά ονόματα, πρώτη είναι αυτή που επαινείται από τους πολλούς, δηλαδή η Κρητική και η Λακωνική δεύτερη και στην σειρά και στους επαίνους είναι αυτή που ονομάζεται Ολιγαρχία, μια πολιτεία που είναι γεμάτη από ελαττώματα ύστερα από αυτή έρχεται η αντίθετη της Δημοκρατία και η τέταρτη, που είναι και το χείριστο νόσημα για μία πόλη, είναι η ευγενέστατη δα’ Τυραννία, όλους διόλου διαφορετική από όλες τις άλλες ή μήπως έχεις υπόψη σου καμία άλλη πολιτεία που να ανήκει σε άλλο ευκολοδιάκριτο είδος ;; Γιατί οι δυναστείες και οι βασιλείες που στηρίζονται στο χρήμα και άλλες τέτοιες πολιτείες, νομίζω πως κατατάσσονται στα μεσοδιαστήματα των προηγουμένων, και από αυτές μπορεί να βρει όχι λιγότερες στους βαρβάρους παρά στους Έλληνες. – Πραγματικώς, είπε, αναφέρονται πολλές τέτοιες και παράδοξες πολιτείες. …….. ………….Ἀλλὰ μνημονεύω, ἔφη, ὅτι γε οὐδὲν οὐδένα ᾠόμεθα δεῖν κεκτῆσθαι ὧν νῦν οἱ ἄλλοι, ὥσπερ δὲ ἀθλητάς τε πολέμου καὶ φύλακας, μισθὸν τῆς φυλακῆς δεχομένους εἰς ἐνιαυτὸν τὴν εἰς ταῦτα τροφὴν παρὰ τῶν ἄλλων, αὑτῶν τε δεῖν καὶ τῆς ἄλλης πόλεως ἐπιμελεῖσθαι. Ὀρθῶς, ἔφην, λέγεις. ἀλλ᾽ ἄγ᾽, ἐπειδὴ τοῦτ᾽ ἀπετελέσαμεν, ἀναμνησθῶμεν πόθεν δεῦρο ἐξετραπόμεθα, ἵνα πάλιν τὴν αὐτὴν ἴωμεν. Οὐ χαλεπόν, ἔφη. σχεδὸν γάρ, καθάπερ νῦν, ὡς διεληλυθὼς περὶ τῆς πόλεως τοὺς λόγους ἐποιοῦ, λέγων ὡς ἀγαθὴν μὲν τὴν τοιαύτην, οἵαν τότε διῆλθες, τιθείης πόλιν, καὶ ἄνδρα τὸν ἐκείνῃ ὅμοιον, καὶ ταῦτα, ὡς ἔοικας, καλλίω ἔτι ἔχων εἰπεῖν πόλιν τε καὶ ἄνδρα. ἀλλ᾽ οὖν δὴ τὰς ἄλλας ἡμαρτημένας ἔλεγες, εἰ αὕτη ὀρθή. τῶν δὲ λοιπῶν πολιτειῶν ἔφησθα, ὡς μνημονεύω, τέτταρα εἴδη εἶναι, ὧν καὶ πέρι λόγον ἄξιον εἴη ἔχειν καὶ ἰδεῖν αὐτῶν τὰ ἁμαρτήματα καὶ τοὺς ἐκείναις αὖ ὁμοίους, ἵνα πάντας αὐτοὺς ἰδόντες, καὶ ὁμολογησάμενοι τὸν ἄριστον καὶ τὸν κάκιστον ἄνδρα, ἐπισκεψαίμεθα εἰ ὁ ἄριστος εὐδαιμονέστατος καὶ ὁ κάκιστος ἀθλιώτατος, ἢ ἄλλως ἔχοι· καὶ ἐμοῦ ἐρομένου τίνας λέγοις τὰς τέτταρας πολιτείας, ἐν τούτῳ ὑπέλαβε Πολέμαρχός τε καὶ Ἀδείμαντος, καὶ οὕτω δὴ σὺ ἀναλαβὼν τὸν λόγον δεῦρ᾽ ἀφῖξαι. Ὀρθότατα, εἶπον, ἐμνημόνευσας. Πάλιν τοίνυν, ὥσπερ παλαιστής, τὴν αὐτὴν λαβὴν πάρεχε, καὶ τὸ αὐτὸ ἐμοῦ ἐρομένου πειρῶ εἰπεῖν ἅπερ τότε ἔμελλες λέγειν. Ἐάνπερ, ἦν δ᾽ ἐγώ, δύνωμαι. Καὶ μήν, ἦ δ᾽ ὅς, ἐπιθυμῶ γε καὶ αὐτὸς ἀκοῦσαι τίνας ἔλεγες τὰς τέτταρας πολιτείας. Οὐ χαλεπῶς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἀκούσῃ. εἰσὶ γὰρ ἃς λέγω, αἵπερ καὶ ὀνόματα ἔχουσιν, ἥ τε ὑπὸ τῶν πολλῶν ἐπαινουμένη, ἡ Κρητική τε καὶ Λακωνικὴ αὕτη· καὶ δευτέρα καὶ δευτέρως ἐπαινουμένη, καλουμένη δ᾽ ὀλιγαρχία, συχνῶν γέμουσα κακῶν πολιτεία· ἥ τε ταύτῃ διάφορος καὶ ἐφεξῆς γιγνομένη δημοκρατία, καὶ ἡ γενναία δὴ τυραννὶς καὶ πασῶν τούτων διαφέρουσα, τέταρτόν τε καὶ ἔσχατον πόλεως νόσημα. ἤ τινα ἄλλην ἔχεις ἰδέαν πολιτείας, ἥτις καὶ ἐν εἴδει διαφανεῖ τινι κεῖται; δυναστεῖαι γὰρ καὶ ὠνηταὶ βασιλεῖαι καὶ τοιαῦταί τινες πολιτεῖαι μεταξύ τι τούτων πού εἰσιν, εὕροι δ᾽ ἄν τις αὐτὰς οὐκ ἐλάττους περὶ τοὺς βαρβάρους ἢ τοὺς Ἕλληνας. Πολλαὶ γοῦν καὶ ἄτοποι, ἔφη, λέγονται. ..(Βλ. Πλάτωνα «Πολιτεία», 543.b.7 – 544.d.5).

Δηλαδή, όπως συμπεραίνεται εκ των λεγομένων του Σωκράτη, το πολίτευμα της Κρητικής πολιτεία, της Κνωσού, είναι προφανώς Τιμοκρατία : ένα πολίτευμα που δημιουργείτε εκ της πτώσεως της Αριστοκρατίας, της Πλατωνικής Πολιτείας, εξαιτίας της αμέλειας των αρχόντων της πόλης να διακρίνουν και συγκρατήσουν την σύσταση των τάξεων και εκ της από τούτου της διαφθοράς της αρμονίας.

Εις αυτό το σημείο θα αντιγράψουμε από την Πλατωνική «Πολιτεία» ένα απόσπασμα που είναι το πλέον απαραίτητο : ………………..Εμπρός λοιπόν, είπα εγώ, ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κατά ποιόν τρόπο μπορεί να προέλθει Τιμοκρατία από την Αριστοκρατία ;; Ή δεν είναι ολοφάνερη αλήθεια το ότι κάθε μεταβολή στην πολιτεία προέρχεται από την τάξη που έχει την εξουσία, όταν συμβεί καμία διχόνοια ανάμεσα στα μέλη της τάξεως αυτής, επίσης το ότι, όταν ο ομονοούν τα μέλη αυτής της τάξεως, έστω και αν είναι πολύ λίγα, είναι αδύνατον να κλονίσει ;; – Βέβαια, έτσι είναι, – Πώς λοιπόν, Γλαύκων, είπα, θα κλονησθεί η πόλη μας και από πού θα εισβάλει η διχοστασία στην πόλη των επίκουρων και των αρχόντων, είτε αναμεταξύ τους, είτε προς τον εαυτόν τους ;;; ή θέλεις, όπως ο Όμηρος, να παρακαλέσουμε τις Μούσες να μας πουν πως ακριβώς στην αρχή – αρχή γεννήθηκε η διχοστασία και να φαντασθούμε πως αυτές, επειδή απασχολούνται με σοβαρά πράγματα, μας απαντούνε με την υψηλή γλώσσα της τραγωδίας, ενώ πραγματικώς παίζουν και φλυαρούν με εμάς, σαν να μας θεωρούν παιδία ;; – Πώς ;; – Έτσι περίπου «είναι δύσκολο να κλονησθεί μία πόλη οργανωμένη κατά τν τρόπο που είπαμε επειδή όμως κάθε πράγμα που γεννιέται έχει και φθορά, ούτε και η τέτοια οργάνωση της πολιτείας θα μείνει αιώνια, αλλά θα διαλυθεί. Αυτή η διάλυση θα είναι η ακόλουθη. Υπάρχει ευφορία και αφορία της ψυχής και των σωμάτων όχι μόνο στα φυτά που είναι ριζωμένα μέσα στην γη, αλλά και στα ζώα που ζουν επάνω στην γη, (αυτά γίνεται) όταν η περιοδική ανακύκληση συμπληρώνει για το κάθε είδος από αυτά περιφορές κύκλων που είναι μικρότερες μεν για τα βραχύβια, αντίθετες δε για τα αντίθετα. Ως προς το δικό σας γένος, εκείνοι που σεις μορφώσατε για άρχοντες της πόλεως, αν και είναι σοφοί, δεν θα μπορέσουν να καθορίσουν με ακρίβεια τις περιόδους της ευγονίας και της αφορίας, μολονότι θα βοηθήσουν τον λογισμό με την αίσθηση, αλλά θα τους ξεφύγουν οι κατάλληλες περιστάσεις και γεννήσουν παιδιά κάποτε που δεν θα πρέπει. Για το θείο γένος υπάρχει περίοδος που την περιλαμβάνει ένας τέλειος αριθμός, για το ανθρώπινο γένος όμως υπάρχει ένας αριθμός, μέσα στον οποίο πρώτον (πριν από κάθε άλλον) πολλαπλασιασμοί δυνάμεων και δυναστευόμενοι, αφού προχωρήσουν τρις αποστάσει και τέσσερα τέρματα, που δηλώνουν ομοίωση και ανομοίωση, αύξηση και φθορά, φανερώνουν στο τέλος όλα τα μέλη του συνόλου να έχουν μεταξύ τους σχέσεις αρμονικές και ρητές. Η επίτριτη βάση αυτών άμα πολλαπλασιαστεί με την πεντάδα και το γινωμένο τους και υψωθεί στην τέταρτη δύναμη, μας δίνει δυο αρμονίες. Από αυτές η μία είναι εκείνη που προέρχεται από αριθμό ίσες φορές ίσων (υψωμένο στο τετράγωνο) και πολλαπλασιαζόμενο με το αριθμό εκατό φορές εκατό (1002). Η άλλη όμως είναι ισομήκης κατά την μία διεύθυνση, γιατί είναι καμωμένη από παράγοντες ίσους, και κατά την άλλη της είναι προμήκης, γιατί έχει άνισους παράγοντες, με άλλα λόγια, στην μία διεύθυνση ο αριθμός είναι εκατό το τετράγωνο των ρητών διαγωνίων του 5, αφού το κάθε τετράγωνο λογαριασθεί ελαττωμένο κατά ένα ή εκατό φορές το τετράγωνο των αρρήτων διαγωνίων, αλλά τότε το κάθε τετράγωνο μειώνεται κατά δύο στην άλλη διεύθυνση ο αριθμός είναι εκατό φορές ο κύβος της τριάδος. Ολόκληρος δε αυτός ο γεωμετρικώς αριθμός έχει την ιδιότητα να κανονίζει τις καλύτερες και τις χειρότερες γεννήσεις και όταν από άγνοια οι φύλακες σας συνενώνουν τους γαμπρούς με τις νυφάδες σε περίσταση που δεν είναι κατάλληλη θα γεννηθούν παιδιά που δεν θα είναι ευνοημένα ούτε από την Φύση, ούτε από την τύχη. Από αυτά τα παιδιά οι προκάτοχοι σας θα βάλουν άρχοντες τα καλύτερα, αυτά όμως, επειδή είναι ανάξια, μόλις πάρουν στα χέρια τους την εξουσία των πατέρων τους, θα αρχίσουν να παραμελούν πρώτα – πρώτα εμάς, αν και είναι φύλακες, γιατί θα δώσουν λιγότερη από όσο πρέπει σημασία στην μουσική, ύστερα το ίδιο θα κάνουν και στην γυμναστική, και από αυτό οι νέοι σας θα γίνουν αμουσότεροι. Από τους νέους αυτούς θα βγουν άρχοντες που δεν θα είναι κατάλληλοι, σαν φύλακες, στο να διακρίνουν το γένος που αναφέρει ο Ησίοδος, και το παραδεχθήκατε και εσείς, ποιο είναι χρυσό ή αργυρό ποιο είναι χάλκινο ή σιδερένιο. Όταν δεν αναμειχθεί ο σίδηρος με τον άργυρο και ο χαλκός με το χρυσό, θα προκύψει ανομοιότητα και ανάρμοστη ανωμαλία, και αυτά είναι τέτοια ελαττώματα, ώστε άμα γεννηθούν και οπουδήποτε γεννηθούν, πάντοτε γεννούν τον πόλεμο και τα μίση. Πρέπει να παραδεχθούμε πως και η στάση, οπουδήποτε και αν παρουσιάζεται κάθε φορά, προέρχεται από τέτοια γενεά». – Και θα παραδεχθούμε βέβαια, είπε, ότι μας απάντησαν σωστά. – Βεβαίως είπα εγώ, είναι ανάγκη να το παραδεχθούμε αφού άλλωστε είναι Μούσες. – Τι λένε λοιπόν οι Μούσες ύστερα από αυτό ;; είπε εκείνος. – «όταν λοιπόν κάποτε έγινε στάση», είπα εγώ, «τραβούσε η κάθε ομάδα των γενών χωριστά, το σιδερένιο και το χάλκινο στην απόκτηση χρημάτων, γης, κατοικίας, χρυσού και αργύρου, το χρυσό και το αργυρό από το άλλο μέρος επειδή δεν ήσαν φτωχά, αλλά από την φύση τους ήσαν πλούσια στην ψυχή, τραβούσαν στην αρετή και την αρχαία κατάσταση ύστερα από πολλούς αγώνες και διαμάχες συνεβιβάσθηκαν να μοιράσουν μεταξύ τους την γη και τις κατοικίες, εκείνους δεν που αυτά τα ίδια τους εφύλαγαν πρωτύτερα ως ελευθέρους, αφού ήσαν φίλοι και προδότες τους να τους υποδουλώσουν και να τους έχουν από τώρα και πέρα δουλοπάροικους και υπηρέτες, να αναλάβουν δε αυτά τα ίδια την φροντίδα του πολέμου και της ασφάλειας εκείνων». – Μου φαίνεται, είπε, πως αυτή η μεταβολή γίνετε από όσα είπες. – Δεν θα είναι λοιπόν, είπα εγώ, αυτή η πολιτεία κάτι το μεταξύ Αριστοκρατίας και Ολιγαρχίας ;; ………..……….Φέρε τοίνυν͵ ἦν δ΄ ἐγώ͵ πειρώμεθα λέγειν τίνα τρόπον τιμοκρατία γένοιτ΄ ἂν ἐξ ἀριστοκρατίας. ἢ τόδε μὲν ἁπλοῦν͵ ὅτι πᾶσα πολιτεία μεταβάλλει ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἔχοντος τὰς ἀρχάς͵ ὅταν ἐν αὐτῷ τούτῳ στάσις ἐγγένηται· ὁμονοοῦντος δέ͵ κἂν πάνυ ὀλίγον ᾖ͵ ἀδύνατον κινηθῆναι; Ἔστι γὰρ οὕτω. Πῶς οὖν δή͵ εἶπον͵ ὦ Γλαύκων͵ ἡ πόλις ἡμῖν κινηθήσεται͵ καὶ πῇ στασιάσουσιν οἱ ἐπίκουροι καὶ οἱ ἄρχοντες πρὸς ἀλλήλους τε καὶ πρὸς ἑαυτούς; ἢ βούλει͵ ὥσπερ Ὅμηρος͵ εὐχώμεθα ταῖς Μούσαις εἰπεῖν ἡμῖν ὅπως δὴ πρῶτον στάσις ἔμπεσε͵ καὶ φῶμεν αὐτὰς τραγικῶς ὡς πρὸς παῖδας ἡμᾶς παιζούσας καὶ ἐρεσχηλούσας͵ ὡς δὴ σπουδῇ λεγούσας͵ ὑψηλολογουμένας λέγειν; Πῶς; Ὧδέ πως. χαλεπὸν μὲν κινηθῆναι πόλιν οὕτω συστᾶσαν· ἀλλ΄ ἐπεὶ γενομένῳ παντὶ φθορά ἐστιν͵ οὐδ΄ ἡ τοιαύτη σύστασις τὸν ἅπαντα μενεῖ χρόνον͵ ἀλλὰ λυθήσεται. λύσις δὲ ἥδε· οὐ μόνον φυτοῖς ἐγγείοις͵ ἀλλὰ καὶ ἐν ἐπιγείοις ζῴοις φορὰ καὶ ἀφορία ψυχῆς τε καὶ σωμάτων γίγνονται͵ ὅταν περιτροπαὶ ἑκάστοις κύκλων περιφορὰς συνάπτωσι͵ βραχυβίοις μὲν βραχυπόρους͵ ἐναντίοις δὲ ἐναντίας. γένους δὲ ὑμετέρου εὐγονίας τε καὶ ἀφορίας͵ καίπερ ὄντες σοφοί͵ οὓς ἡγεμόνας πόλεως ἐπαιδεύσασθε͵ οὐδὲν μᾶλλον λογισμῷ μετ΄ αἰσθήσεως τεύξονται͵ ἀλλὰ πάρεισιν αὐτοὺς καὶ γεννήσουσι παῖδάς ποτε οὐ δέον. ἔστι δὲ θείῳ μὲν γεννητῷ περίοδος ἣν ἀριθμὸς περιλαμβάνει τέλειος͵ ἀνθρωπείῳ δὲ ἐν ᾧ πρώτῳ αὐξήσεις δυνάμεναί τε καὶ δυναστευόμεναι͵ τρεῖς ἀποστάσεις͵ τέτταρας δὲ ὅρους λαβοῦσαι ὁμοιούντων τε καὶ ἀνομοιούντων καὶ αὐξόντων καὶ φθινόντων͵ πάντα προσήγορα καὶ ῥητὰ πρὸς ἄλληλα ἀπέφηναν· ὧν ἐπίτριτος πυθμὴν πεμπάδι συζυγεὶς δύο ἁρμονίας παρέχεται τρὶς αὐξηθείς͵ τὴν μὲν ἴσην ἰσάκις͵ ἑκατὸν τοσαυτάκις͵ τὴν δὲ ἰσομήκη μὲν τῇ͵ προμήκη δέ͵ ἑκατὸν μὲν ἀριθμῶν ἀπὸ διαμέτρων ῥητῶν πεμπάδος͵ δεομένων ἑνὸς ἑκάστων͵ ἀρρήτων δὲ δυοῖν͵ ἑκατὸν δὲ κύβων τριάδος. σύμπας δὲ οὗτος ἀριθμὸς γεωμετρικός͵ τοιούτου κύριος͵ ἀμεινόνων τε καὶ χειρόνων γενέσεων͵ ἃς ὅταν ἀγνοήσαντες ὑμῖν οἱ φύλακες συνοικίζωσιν νύμφας νυμφίοις παρὰ καιρόν͵ οὐκ εὐφυεῖς οὐδ΄ εὐτυχεῖς παῖδες ἔσονται· ὧν καταστήσουσι μὲν τοὺς ἀρίστους οἱ πρότεροι͵ ὅμως δὲ ὄντες ἀνάξιοι͵ εἰς τὰς τῶν πατέρων αὖ δυνάμεις ἐλθόντες͵ ἡμῶν πρῶτον ἄρξονται ἀμελεῖν φύλακες ὄντες͵ παρ΄ ἔλαττον τοῦ δέοντος ἡγησάμενοι τὰ μουσικῆς͵ δεύτερον δὲ τὰ γυμναστικῆς͵ ὅθεν ἀμουσότεροι γενήσονται ὑμῖν οἱ νέοι. ἐκ δὲ τούτων ἄρχοντες οὐ πάνυ φυλακικοὶ καταστήσονται πρὸς τὸ δοκιμάζειν τὰ Ἡσιόδου τε καὶ τὰ παρ΄ ὑμῖν γένη͵ χρυσοῦν τε καὶ ἀργυροῦν καὶ χαλκοῦν καὶ σιδηροῦν· ὁμοῦ δὲ μιγέντος σιδηροῦ ἀργυρῷ καὶ χαλκοῦ χρυσῷ ἀνομοιότης ἐγγενήσεται καὶ ἀνωμαλία ἀνάρμοστος͵ ἃ γενόμενα͵ οὗ ἂν ἐγγένηται͵ ἀεὶ τίκτει πόλεμον καὶ ἔχθραν. ταύτης τοι γενεῆς χρὴ φάναι εἶναι στάσιν͵ ὅπου ἂν γίγνηται ἀεί. Καὶ ὀρθῶς γ΄͵ ἔφη͵ αὐτὰς ἀποκρίνεσθαι φήσομεν. Καὶ γάρ͵ ἦν δ΄ ἐγώ͵ ἀνάγκη Μούσας γε οὔσας. Τί οὖν͵ ἦ δ΄ ὅς͵ τὸ μετὰ τοῦτο λέγουσιν αἱ Μοῦσαι; Στάσεως͵ ἦν δ΄ ἐγώ͵ γενομένης εἱλκέτην ἄρα ἑκατέρω τὼ γένει͵ τὸ μὲν σιδηροῦν καὶ χαλκοῦν ἐπὶ χρηματισμὸν καὶ γῆς κτῆσιν καὶ οἰκίας χρυσίου τε καὶ ἀργύρου͵ τὼ δ΄ αὖ͵ τὸ χρυσοῦν τε καὶ ἀργυροῦν͵ ἅτε οὐ πενομένω ἀλλὰ φύσει ὄντε πλουσίω͵ τὰς ψυχὰς ἐπὶ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἀρχαίαν κατάστασιν ἠγέτην· βιαζομένων δὲ καὶ ἀντιτεινόντων ἀλλήλοις͵ εἰς μέσον ὡμολόγησαν γῆν μὲν καὶ οἰκίας κατανειμαμένους ἰδιώσασθαι͵ τοὺς δὲ πρὶν φυλαττομένους ὑπ΄ αὐτῶν ὡς ἐλευθέρους φίλους τε καὶ τροφέας͵ δουλωσάμενοι τότε περιοίκους τε καὶ οἰκέτας ἔχοντες͵ αὐτοὶ πολέμου τε καὶ φυλακῆς αὐτῶν ἐπιμελεῖσθαι. καὶ φυλακῆς αὐτῶν ἐπιμελεῖσθαι. Δοκεῖ μοι͵ ἔφη͵ αὕτη ἡ μετάβασις ἐντεῦθεν γίγνεσθαι. Οὐκοῦν͵ ἦν δ΄ ἐγώ͵ ἐν μέσῳ τις ἂν εἴη ἀριστοκρατίας τε καὶ ὀλιγαρχίας αὕτη ἡ πολιτεία ; ……..………..(Βλ. Πλάτων “Πολιτεία”, 545.c.8 – 547.c.8).

Εκ της Ελληνικής παραδόσεως γνωρίζουμε ότι μετά από τους θεούς τα γένη που αιωνίως έπονται αυτών και συμβάλουν στις κοντινές προς τον Κόσμο δημιουργίες, από τα ανώτερα έως τα έσχατα, άλλα αποκαλύπτουν τη γένεση, άλλα μεταβιβάζουν την ένωση, άλλα μεταβιβάζουν την δύναμη και άλλα προκαλούν τη γνώση των θεών και τη νοητική ουσία. Από αυτά άλλα χαρακτηρίζουν αγγελικά οι ικανοί περί τα θεία, αυτά που βρίσκονται σε συμφωνία με την ύπαρξη των θεών καθαυτή και δίνουν στο ενιαίο της φύσεως χαρακτήρα σύμμετρο προς τα δεύτερα. Για τούτο και το αγγελικό φύλο είναι αγαθόμορφο σαν να αποκαλύπτει την απόκρυφη αγαθότητα των θεών. Άλλα πάλι γένη τα αποκαλούν δαιμονικά, βάσει του ότι συνδέουν τη μεσότητα των όλων και επιμερίζουν τη θεϊκή δύναμη οδηγώντας τη μέχρι και τα τελευταία, καθώς το Ομηρικό «δαῖσαι – δαίω» σημαίνει «επιμερίζω, μερίζω, χωρίζω, καίω». Το γένος τούτο μάλιστα έχει πολλές δυνάμεις και πολλά μέρη. Και οι υλικοί δαίμονες, αυτοί που οδηγούν τις ψυχές προς τα κάτω, έλαβαν υπόσταση ως έσχατοι, και συνδέονται με το κατεξοχήν μερικό και συναφές προς την ύλη είδος της ενέργειας. Άλλα τέλος τα αποκαλούν ηρωικά, αυτά αίρουν στα ύψη τις ανθρώπινες ψυχές και τις ανυψώνουν μέσω του έρωτα, χορηγούν τη νοητική ζωή που συνδέεται με τις μεγάλες πράξεις και εμφορείται από υψηλό φρόνημα και λαβαίνουν μια απολύτως επιστρεπτική τάξη και πρόνοια μαζί με τη συγγένειά τους προς τον θεϊκό Νου, προς τον οποίο και δημιουργούν τη στροφή των κατώτερων. Για τούτο τους έλαχε και η προσωνυμία αυτή, επειδή μπορούν να «αίρουν» και να σηκώνουν τις ψυχές προς τους θεούς. Τα τρία αυτά μετά τους θεούς γένη είναι, αφενός, εξαρτημένα αιώνια από αυτούς και, αφετέρου, είναι χωρισμένα μεταξύ τους. Και άλλα από αυτά είναι νοητικά κατά την ουσία τους, άλλα αποκτούν ουσία στις λογικές ψυχές, άλλα όμως υποστασιοποιούνται ακόμα και σε άλογες και «φανταστικές ζωές», και είναι φανερό ότι στα μεν νοητικά έλαχε η φρόνηση που υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση, στην αιώνια συναφή της προς τα νοούμενα, ενώ τα λογικά ενεργούν διεξοδικώς κατά φρόνηση, κι αυτό διότι οικούν στην ύλη και στα σκοτεινότερα σημεία του σύμπαντος, συνδέουν τις ψυχές με τους ειδωλοποιούς κόλπους και θλίβουν όσες υποβιβάστηκαν στην τόπο εκείνο, μέχρι να ξεπληρώσουν με την τιμωρία που τους αρμόζει. Τα τρία λοιπόν ανώτερα από εμάς γένη ο Σωκράτης στον Πλατωνικό «Κρατύλο» αποκαλεί «Δαίμονες». Η ύπαρξη των ανώτερών μας γενών είναι τριπλή : νοητική, λογική και φανταστική, και στην νοητική αναλογεί το Χρυσό Γένος. Πράγματι, οι Έλληνες θεολόγοι λένε ότι ο χρυσός έχει αποδοθεί στον πρωταρχικό από τους Κόσμους, τον «εμπύριο και νοητικό». Το Αργυρό Γένος αναλογεί στη λογική ύπαρξη, αφού ο άργυρος αναλογεί στον ενδιάμεσο και αιθέριο Κόσμο. Το δε Χάλκινο Γένος, τέλος, αναλογεί στην άλογη και φανταστική ύπαρξη, διότι και η φανταστική εντύπωση είναι νους που μορφοποιεί, όχι όμως καθαρός, όπως ακριβώς και ο χαλκός που δίνει την εντύπωση πως έχει το χρώμα του χρυσού, περιέχει όμως άφθονο το γήινο στοιχείο, παρόμοιο και συγγενικό προς τα στερεά και αισθητά. Εξ ου και αναλογεί προς τον «πολύχαλκο ουρανό» και τον «χάλκινο»», πού είναι ο αισθητός Κόσμος, το σώμα του για την ακρίβεια, του οποίου και ο άμεσος δημιουργός παραδίδεται ότι τον χαλκεύει, είναι δηλ. ο Ήφαιστος. Τούτα λοιπόν είναι τα τρία γένη των δαιμόνων, στα οποία αναλογούν το χρυσό, το αργυρό και το χάλκινο γένος.

Ποιο αναλυτικά θα αναφέρουμε ότι ο θεολόγος Ορφέας διδάσκει ότι υπάρχουν τρία γένη ανθρώπων. Πρωταρχικότερο όλων το Χρυσό, το οποίο, λέει, το δημιούργησε ο Φάνης. Δεύτερο το Αργυρό, του οποίου ηγήθηκε ο μέγιστος Κρόνος. Τρίτο το Τιτανικό, για το οποίο λέει ότι το δημιούργησε ο Δίας από τα μέλη των Τιτάνων. Ο Ορφέας εν ολίγις λέει ότι μέσα στους τρείς τούτους όρους περιέχεται κάθε είδος της ανθρώπινης ζωής. Ή δηλαδή είναι νοητικό και θεϊκό, εγκαθιδρυμένο ακριβώς στο κορυφαία των όντων, ή στρέφεται προς τον εαυτό του και νοεί τον εαυτό του και αρέσκεται στην τέτοιου είδους ζωή, ή στρέφει το βλέμμα του προς τα χειρότερα και θέλει να ζει μαζί με εκείνα, τα οποία δεν διαθέτουν λογική, με τα άλογα όντα. Καθώς λοιπόν η ανθρώπινη ζωή έχει τρία είδη, το πρωταρχικότερο όλων προέρχεται από τον Φάνη, ο οποίος συναρτά προς τα νοητά κάθε νοητικό υποκείμενο, το δεύτερο είδος προέρχεται από τον Κρόνο τον πρώτο, τον παλαιό, όπως λέει ο μύθος, τον «αγκυλομήτη», δηλ. «αυτό με τις στρεψίβουλες σκέψεις», αυτός ο οποίος κάνει τα πάντα να στρέφονται προς τον εαυτό τους, ενώ το τρίτο από τον Δία, ο οποίος διδάσκει την πρόνοια για τα δεύτερα και την οργάνωση των κατώτερων δε Κόσμων. Αυτό πράγματι άλλωστε είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του δημιουργού.

Ο Ησίοδος από πλευράς του δεν δημιουργεί τρία μόνο γένη, αλλά πρώτο το χρυσό, έπειτα το αργυρό, στη συνέχεια το χάλκινο, μετά κάποιο ηρωικό γένος κι ύστερα το σιδερένιο, προχωρώντας τον χωρισμό σε πιο πολλά είδη ζωής. Το χρυσό λοιπόν δηλώνει και για τον Ησίοδο κάποια μορφή νοητικής ζωής, άυλης και αγνής, σύμβολο της οποίας είναι το χρυσάφι που δεν σκουριάζει. Για τον λόγο αυτό μετακινεί το γένος αυτό στη σειρά των δαιμόνων, η οποία προνοεί, φρουρεί και απομακρύνει τα κακά από το γένος των ανθρώπων, μετά τον κύκλο της γένεσης. Ευρισκόμενο μάλιστα αυτό το γένος στην περιοχή της γένεσης ανατρέφεται, λέει, και τελειοποιείται από τους πατέρες για εκατό χρόνια. Κατά τη γνώμη μου, γράφει ένα μύθο που συνδέεται με τις Μούσες και δείχνει ότι σύμφωνα με τον νου ενέργεια από τους πατέρες, και χωρισμένο από την ανθρώπινη πολυπραγμοσύνη ζει μια ζωή αποκαταστατική. Και όπως και στον Πλάτωνα έτσι και στον Ησίοδο δηλώνει τον κύκλο της ταυτότητας [=κύκλος του Ταύτου – ουράνιος ισημερινός] και της ομοιότητας και του νοητικού είδους ζωής. Το επόμενο από αυτό το γένος, το αργυρό, προχωρεί από την σύμφωνα με τον νου ενέργεια στην μεικτή από νου και Λόγο ενέργεια. Αναγνωριστικό του σύμβολο είναι ο άργυρος, που διαθέτει, αφενός, ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τη λαμπρότητα της σύμφωνης με τον Λόγο ζωής και τη φωτεινότητα όπως και το ότι μερικές φορές προσβάλλεται από τη σκουριά και τη σήψη, αλλά που, αφετέρου, έχει και κάτι πέρα από τα παραπάνω, το ότι όταν το βάλεις μαζί με το χρυσάφι παίρνει τη λάμψη του χωρίς να εκδηλώνει καμίαν αντίθεση προς αυτό. Έτσι είναι άλλωστε και ο Λόγος της ψυχής, μολονότι μερικές φορές πληρούται από την ύλη και από την υλική ακαθαρσία. Αλλά επίσης καταυγάζεται και φωτίζεται από τον νου, και, αφού φωτιστεί, εκδηλώνει μια μόνο και κοινή με αυτόν ενέργεια, «θεώμενος τα όντα» «με την νόηση συνοδευόμενη από τον Λόγο», όπως λέγει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο, 28.a» και στον «Φαίδρο, 247.e» αντίστοιχα. Το χάλκινο γένος, εξάλλου, το τρίτο, σταθεροποιεί το οικείο του είδους ζωής ακριβώς στη σύμφωνη με τον Λόγο ενέργεια και μόνο, την οποία δηλώνει συμβολικά ο χαλκός, κατά τον ποιητή, ο οποίος λέγει ότι εκείνοι που τοποθετήθηκαν στο γένος τούτο από τον Δία πραγματοποιούν όλες τις τεχνικές τους δραστηριότητες και όλες τις πολεμικές τους ενέργειες χρησιμοποιώντας τον χαλκό. Ένας λόγος λοιπόν άυλος, που υπάρχει ως καθαρό φώς και είναι απαλλαγμένος από τη σκοτεινή ύλη, που έχει μάλιστα και ο ίδιος κάποια ομοιότητα με τον Νου λόγω της επιστροφής προς τον εαυτό του, όπως έχει κάνει και ο χαλκός με το χρυσάφι, προσδιορίζοντας τη ζωή τούτων. Και αν ο χαλκός είναι αυτός που κατεξοχήν παράγει ήχο και μιμείται τον ζωτικό συριγμό της ψυχής, είναι αυτός που ταιριάζει στο ενδιάμεσο είδος της ζωής, το σύμφωνο με τον Λόγο. Το γένος των ημιθέων, που είναι το τέταρτο στην σειρά, στρέφει τον Λόγο συνολικά προς την πρακτική ζωή, ενώ λαμβάνει επίσης λόγω του πάθους, και κάποια άλογη κίνηση και ορμή κατά τις πράξεις, επιδιδόμενο έτσι σε αυτές με περισσότερη προθυμία. Για αυτό επομένως και ο ποιητής δεν παραχώρησε στο γένος τούτο κάποιο ιδιαίτερο μέταλλο με τη σκέψη ότι έχει τους χαρακτήρες του πριν και του μετά από αυτό γένους, όντας πραγματικά γένος ημιθέων, διότι με τον Λόγο, στον οποίο έλαχε θεϊκή ουσία, συνέμειξε την θνητή ζωή του πάθους. Τη μεγαλοπρέπεια και την επιτυχία που έχει το γένος τούτο στα έργα του την προσφέρει ο Λόγος, ενώ την ενεργητική η παθητική δράση μέσω της ταύτισης ή της αντίθεσης των αισθημάτων του την προσδίδει το πάθος στη συνύφανση του με τον Λόγο. Το σιδερένιο γένος, το πέμπτο στην σειρά, είναι πραγματικά τελευταίο και χθόνιο, γεμάτο πάθη καθώς είναι παραπλήσιο με το σίδερο : ανθεκτικό, σκληρό και γεώδες, μαύρο και σκοτεινό. Τέτοια είναι άλλωστε και η φύση των παθών, ανεπίδεκτη νουθεσίας και αλύγιστη από τον Λόγο, και επίσης βαριά και αμέτοχη τρόπο τινά στον Λόγο, ο οποίος είναι φώς. Πραγματικά, εικόνα όλων τούτων είναι το σίδερο, με το οποίο ο ποιητής απεικόνισε το 5ο γένος. Δικαιολογημένα λοιπόν αυτό είναι το τελευταίο και λιγότερο τιμώμενο, μέσα στα πάθη καθώς κυλιέται, με τον κίνδυνο να εκπέσει στην εντελώς θηριώδη και δίχως λογικό ζωή, έχοντας πάνω του αμυδρό και θαμπό το φως του Λόγου, όμοια και το σίδερο έχει μιαν αμυδρή ομοιότητα στην απόχρωση του με τον άργυρο, ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του είναι μαύρο. Και το παθητικό στοιχείο άλλωστε έχει μια δύναμη φαντασίας η οποία τείνει να μιμηθεί τον Νου και τον Λόγο, αλλά δεν μπορεί επειδή εκδηλώνει την ενέργεια της μαζί με την ύλη.

Αλλά ας δούμε λεπτομερώς τι λέει ο Ησίοδος …..

………….….Πρώτο έπλασαν το χρυσό γένος των μερόπων ανθρώπων οι αθάνατοι που κατοικούνε στου Ολύμπου δώματα. Αυτοί (οι άνθρωποι) υπήρχαν τον καιρό του Κρόνου, όταν βασίλευε στον ουρανό. Ζούσαν σαν θεοί, μη έχοντας καμία έγνοια στο μυαλό τους και μακριά και έξω από κόπους και βάσανα. Ούτε υπήρχαν τα γερατειά που εμείς τα τρέμουμε, και έχοντας πάντα νεανικά τα χέρια και τα πόδια τέρπονταν με συμπόσια, μακριά από κάθε κακό. Και πέθαιναν σαν να τους έπαιρνε ο ύπνος. Και είχαν όλα τα καλά. Η ζωοδότρα γη ανάδινε μονάχη της πολύ και άφθονο καρπό. Και εκείνοι ευχαρεστημένοι, ζούσαν ξεκούραστοι από τα κτήματα τους ανάμεσα σε πολλά καλά, [πλούσιοι σε πρόβατα και φίλοι των μάκαρων θεών]. Λοιπόν, από τον καιρό που σκέπασε πια η γαία αυτό το γένος, τούτοι έγινα με την θέληση του μεγάλου Διός Δαίμονες, εσθλοί, επιχθόνιοι, φύλακες των θνητών ανθρώπων [και τούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα, αεροντυμένοι περιέρχονται επί Αίαν], και χαρίζουνε πλούτη. Αυτό το βασιλικό προνόμιο πήρανε.
Ύστερα πάλι δεύτερο γένος, πολύ κατώτερο, ασημένιο έπλασαν αυτοί που κατοικούν στου Ολύμπου τα δώματα, που δεν ήταν όμοιο με το χρυσό ούτε στου κορμιού ουτε στου νου τη δύναμη. Παρά εκατό έτη μεγάλωνε το παιδί, παίζοντας στον οίκο του δίπλα στην στοργική μητέρα του, όλως διόλου νήπιο. Μα όταν ερχόταν ο καιρός να γίνουν παληκάρια και έπερναν τα σημάδια της ήβης, πολύ λίγο καιρό ζούσαν, αφού τραβούσαν βάσανα από την αμυαλιά τους. Γιατί δεν μπορούσαν να κρατούν μακριά ο ένας από τον άλλον την ανόσια αλαζονεία, και δεν ήθελαν να λατρεύουν τους αθανάτους, ούτε να θυσιάζουν επάνω στους ιερούς βωμούς των μακάρων, σύμφωνα με τα έθιμα που έχουν οι άνθρωποι ο καθένας στον τόπο του. Ύστερα από αυτά ο Κρονίδης Ζεύς θύμωσε και τους έκρυψε, αφού πρόσφεραν τιμές στους μακαρισμένους θεούς που κατοικούν στον Όλυμπο. Όταν και τούτο το γένος κατά γαίαν καλύφτηκε, αυτοί καλούνται υποχθόνιοι μάκαρες θνητοί, και έρχονται σε κατώτερη τάξη, μα τους ακολουθεί και τούτος κάποια τιμή.
Και ο Ζευς ο πατήρ ένα άλλο τρίτο γένος έπλασε μερόπων ανθρώπων, χάλκινο, που δεν έμοιαζε καθόλου με το ασημένιο, εκ μελίας, σκληρό και δυνατό. Τούτοι καταγίνονται στα πολυστέχνατα έργα του Άρεως και σε πράξεις βίας. Ούτε έτρωγαν καθόλου σιτάρι, παρά είχαν αδάμαντος είχαν κρατερόφρονα θυμό, και έμπνεαν τρόμο. Μεγάλη ήταν η δύναμη τους, και τα ανίκητα χέρια τους ξεφύτρωναν από τους ώμους επάνω στα στιβαρά κορμιά τους. Τα όπλα τους ήσαν χάλκινα και χάλκινοι οι οίκοι τους, και με τον χαλκό εργαζόταν, γιατί δεν υπήρχε μαύρος σίδερος. Και τούτοι αφανισμένοι ο ένας από το χέρι του άλλου μπήκαν στο μουχλιασμένο δόμα του κρυερού Άδη, χωρίς να αφήσουν όνομα. Αν και ήσαν τρομεροί, τους πείρε ο θάνατος κι έχασαν το λαμπρό φώς του ήλιου.
Αφού λοιπόν και τούτο το γένος κατά γαία εκάλυψε, πάλι και τέταρτο έπλασε ο Κρονίδης Ζευς επί της πολυτρόφου χθόνας, πιο δίκαιο και αντρειωμένο, το θείο γένος των Ηρώων που ονομάζονται ημίθεοι, η πρωτύτερη από τη δική μας γενειά επάνω στην απέραντη γαία. Και τούτους όμως πόλεμος κακός και τρομερή σύγκρουση, άλλους στην εφτάπυλη Θήβα, της Καδμείας γαίας, αφάνισε, που μάχονταν για τα κοπάδια του Οιδίποδα, και άλλους και μέσα στα καράβια απάνω από την άπατη θάλασσα, αφου τους έφερε στην Τροία για την ελένη την ομορφομαλλούσα. Άλλους εκεί, αλήθεια, ο θάνατος τους σκέπασε και πέθαναν, και άλλους ο Κρονίδης Ζευς, αφού ξέχωρα από τους ανθρώπους τους ώρισε να ζουν και να κατοικούν, τους τοποθέτησε στα πέρατα της γαίας, μακριά από τους αθανάτους, και ο Κρόνος είναι βασιλιάς τους, γιατί τον έλυσε από τα δεσμά ο πατέρας των ανθρώπων και των θεών. Και τούτοι μεν κατοικούν έχοντες ξέγνοιαστη καρδιά στα Νησιά των Μακάρων κοντά στον βαθυδίνη Ωκεανό, όλβιοι ήρωες που η πολύκαρπη αρούρα [γη] τους χαρίζει γλυκό καρπό που ωριμάζει τρείς φορές το χρόνο. Και στους άλλους που βρίσκονται στον κάτω Κόσμο χάρισε τιμή και κύδος. Ούτε άλλο γένος έκαμε τόσο ονομαστό ο ευρύοπας Ζευς ανάμεσα στους ανθρώπους που γεννήθηκαν επί της πολυτρόφας χθόνας.
Αχ! Να μην έσωνα κι εγώ, ύστερα από αυτούς, να βρίσκομαι με τους ανθρώπους του πέμπτου γένους, παρά ή να πέθαινα πρωτύτερα ή να ζούσα κατόπιν. Γιατί τώρα πια υπάρχει το πέμπτο γένος, το σιδηρένιο. Ποτέ δεν θα πάψουν την ημέρα να τραβάνε κόπους και βάσανα και τη νύχτα να μαραζώνουν για κάτι τι, γιατί βαρεές έγνοιες θα τους δίνουν οι θεοί. Μα όπως και να είναι, με τα κακά αυτά θα αναμιχθούν και καλά. Ο Ζευς θα αφανήσει και τούτο το γένος των ανθρώπων τότε που θα μοιάζει των παιδιών του ούτε και τα παιδιά (του πατέρα), ούτε ο αδελφός στον αδελφό, καθώς πρωτύτερα. Και τους γονείς, μόλις γεράσουν, θα τους καταφρονούν. Θα τους βρίζουν τότε λέγοντάς τους βαρειά λόγια, οι κακοί, χωρίς να λογαριάζουν την τιμωρία των θεών. Ούτε και θα αποδίδουν αυτοί στους γερασμένους γονείς τους τα όσα ξόδεψαν για να τους μεγαλώσουν. [θα βάζουν το δίκιο στην δύναμή τους. Κι ο ένας του άλλου θα λεηλατεί την πόλη]. Ούτε καμία τιμή θα έχει όποιος κρατεί τον όρκο του, ούτε ο δίκαιος ούτε ο καλός, και μάλλον θα τιμούν τον άνθρωπο που κάνει εγκλήματα και αυθαιρεσίες. Το δίκαιο θα είναι στο δύναμη και σεβασμός δεν θα υπάρχει. Και θα ζημιώνει ο αχρείος τον ευγενεικό άνθρωπο λέγοντας του λόγια απατηλά που θα παίρνει όρκο για αυτά. Και ο φθόνος ο πικρόγλωσσος ο χαιρέκακος, θα παρακολουθεί όλους τους άθλιους ανθρώπους με μάτια γεμάτα μίσος. Και τότε πια από την πλατύδρομη χθόνα η Αιδώς και η Νέμεσις, αφού σκεπάσουν το ωραίο τους πρόσωπο με τα λευκά πέπλα τους, θα ανέβουν στον Όλυμπο, κοντά στους ανθανάτους, παρατώντας τους ανθρώπους. Και θ αμείνουν στους θνητούς οι βαρειές θλίψεις. Και το κακό δεν θα έχει γιατρειά. …..

………Χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες. οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν· ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι δειλὸν γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι, κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων· θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἳ δ᾽ ἐθελημοὶ ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν. αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε, τοὶ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων, [οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα ἠέρα ἑσσάμενοι πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,] πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον.
Δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες, χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα· ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων, μέγα νήπιος, ᾧ ἐνὶ οἴκῳ· ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο, παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν. αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε, τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέονται, δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ.
Ζεὺς δὲ πατὴρ τρίτον ἄλλο γένος μερόπων ἀνθρώπων χάλκειον ποίησ᾽, οὐκ ἀργυρέῳ οὐδὲν ὁμοῖον, ἐκ μελιᾶν, δεινόν τε καὶ ὄβριμον· οἷσιν Ἄρηος ἔργ᾽ ἔμελε στονόεντα καὶ ὕβριες, οὐδέ τι σῖτον ἤσθιον, ἀλλ᾽ ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν. [ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσι.] τῶν δ᾽ ἦν χάλκεα μὲν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οἶκοι, χαλκῷ δ᾽ εἰργάζοντο· μέλας δ᾽ οὐκ ἔσκε σίδηρος. καὶ τοὶ μὲν χείρεσσιν ὑπὸ σφετέρῃσι δαμέντες βῆσαν ἐς εὐρώεντα δόμον κρυεροῦ Ἀίδαο, νώνυμνοι· θάνατος δὲ καὶ ἐκπάγλους περ ἐόντας εἷλε μέλας, λαμπρὸν δ᾽ ἔλιπον φάος ἠελίοιο.
Αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν, αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον, ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν. καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ, ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο, τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο. [ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε] τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης. καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην, ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
Μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι ἀνδράσιν, ἀλλ᾽ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι. νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον· οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος οὐδέ τι νύκτωρ φθειρόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας. ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν. Ζεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων, εὖτ᾽ ἂν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν. οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος οὐδέ τι παῖδες οὐδὲ ξεῖνος ξεινοδόκῳ καὶ ἑταῖρος ἑταίρῳ, οὐδὲ κασίγνητος φίλος ἔσσεται, ὡς τὸ πάρος περ. αἶψα δὲ γηράσκοντας ἀτιμήσουσι τοκῆας· μέμψονται δ᾽ ἄρα τοὺς χαλεποῖς βάζοντες ἔπεσσι, σχέτλιοι, οὐδὲ θεῶν ὄπιν εἰδότες· οὐδέ κεν οἵ γε γηράντεσσι τοκεῦσιν ἀπὸ θρεπτήρια δοῖεν· [χειροδίκαι· ἕτερος δ᾽ ἑτέρου πόλιν ἐξαλαπάξει·] οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται οὐδὲ δικαίου οὐδ᾽ ἀγαθοῦ, μᾶλλον δὲ κακῶν ῥεκτῆρα καὶ ὕβριν ἀνέρα τιμήσουσι· δίκη δ᾽ ἐν χερσί· καὶ αἰδὼς οὐκ ἔσται, βλάψει δ᾽ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα μύθοισι σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὀμεῖται. ζῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασι δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει στυγερώπης. καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης λευκοῖσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλὸν ἀθανάτων μετὰ φῦλον ἴτον προλιπόντ᾽ ἀνθρώπους Αἰδὼς καὶ Νέμεσις· τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ θνητοῖς ἀνθρώποισι· κακοῦ δ᾽ οὐκ ἔσσεται ἀλκή. ……………

Η φράση, λοιπόν, «πρώτα το χρυσό γένος Χρύσεον μὲν πρώτιστα» [σ. 109 – 110], που είναι σχετική με τις ανθρώπινες πολιτείες, περιέχει μια ένδειξη των μεταβολών που συμβαίνουν στις ανθρώπινες ζωές από την αρετή στην κακία και από την κακία στην αρετή, και ότι σε όλους δεν υπάρχει μια ζωή αλλά η ζωή έχει ποικιλία. Και το ότι λέει ότι άλλοτε υπάρχει καλύτερο γένος και άλλοτε χειρότερο, ενώ υπάρχουν πάντα τα καλύτερα και τα χειρότερα (γιατί δεν είναι δυνατόν να χαθούν ούτε τα κακά ούτε και φυσικά τα καλά), δεν πρέπει να μας κάνει να απορούμε καθόλου. Γιατί βλέπει αυτές τις μεταβολές σαν να κοιτάζει σε έναν τόπο. Και σύμφωνα με την ποιητική άδεια, δεν αποκλείεται καθόλου να υπάρχει αλλού το σιδερένιο γένος και αλλού το χρυσό γένος. Το ότι, όμως, χρησιμοποιεί αμετάβλητα πράγματα, όπως τον χρυσό, τον άργυρο και τον σίδηρο, για να υποδείξει τις ζωές, ούτε και αυτό είναι περίεργο. Γιατί η μεταφορά και η αναπαράσταση μέσω εικόνων είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό για την ποίηση.
Το «αυτοί ήταν τον καιρό του Κρόνου – οἳ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν» [σ. 111] το λέει γιατί οι άνθρωποι που άνηκαν στον χρυσό γένος είχαν ζωή καθαρή, αύλη και απαθή. Και αυτή δηλώνει ο χρυσός, όπως ακριβώς κατέστησε φανερό ο Πλάτων στον «Κρατύλο, 397.e.2 – 398.c.4»

………….…ΣΩ. : Αλήθεια, Ερμογένη. Τι να σημαίνει άραγε το όνομα «δαίμονες» ;; Πρόσεξε αν σου φανώ ότι λέω κάτι σπουδαίο.
ΕΡΜ. : Λέγε.
ΣΩ. : Γνωρίζεις ποιοι, κατά τον Ησίοδο, είναι οι δαίμονες ;;
ΕΡΜ. : Δεν γνωρίζω.
ΣΩ. : Δεν γνωρίζεις ούτε για το χρυσό γένος των ανθρώπων, που λέει ότι υπήρξε πρώτο ;; ΕΡΜ. : Αυτό το ξέρω.
ΣΩ. : Λέει λοιπόν για αυτό «Μόλις το γένος τούτο χωρίστηκε σε μέρη οι δαίμονες αγνοί και υποχθόνιοι ονομάζονται, εσθλοί, αλεξίκακοι, φύλακες των ανθρώπων».
ΕΡΜ. : Δηλαδή, τι εννοείς;;
ΣΩ. : Νομίζω πως, λέγοντας χρυσό γένος, δεν εννοεί φτιαγμένο από χρυσάφι, αλλά αγαθό και καλό. Απόδειξη θεωρώ το γεγονός ότι για μας λέει πως είμαστε το σιδερένιο γένος.
ΕΡΜ. : Έχεις δίκιο.
ΣΩ. : Πιστεύεις λοιππον ότι, και αν κάποιος από τους συγχρόνους μας είναι αγαθός, θα μπορούσε να πει πως ανήκει στο χρυσό γένος ;;
ΕΡΜ. : Βέβαια.
ΣΩ. : Οι αγαθοί όμως είναι φρόνιμοι ή τίποτα άλλο ;;
ΕΡΜ. : Φρόνιμοι.
ΣΩ. : Κατά την γνώμη μου, αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τους δαίμονες. Επειδή ήτανφρόνιμοι και «δαήμονες» (σοφοί) τους ονόμασαν «δαίμονες». Και στην αρχαία γλώσσα μας το όνομα αυτό αντιστοιχεί στο ίδιο. Σωστά λοιπόν και αυτός και άλλοι ποιητές λένε ότι, να πεθάνει κάποιος αγαθός, μεγάλη τύχη και τιμές αποκτάει και γίνεται δαίμονας, σύμφωνα με την ονομασία της φρόνησης. Έτσι και εγώ λοιπόν αντιλαμβάνομαι τον «δαήμονα», δηλαδή κάθε άνθρωπο, θεϊκό όσο ζει και αφού πεθάνει, και νομίζω ότι σωστά ονομάζεται «δαίμων». ……………..

………..……{ΣΩ.} Καὶ ὡς ἀληθῶς, ὦ Ἑρμόγενες, τί ἄν ποτε νοοῖ τὸ ὄνομα οἱ «δαίμονες»; σκέψαι ἄν τί σοι δόξω εἰπεῖν.
{ΕΡΜ.} Λέγε μόνον.
{ΣΩ.} Οἶσθα οὖν τίνας φησὶν Ἡσίοδος εἶναι τοὺς δαίμονας;
{ΕΡΜ.} Οὐκ ἐννοῶ.
{ΣΩ.} Οὐδὲ ὅτι χρυσοῦν γένος τὸ πρῶτόν φησιν γενέσθαι τῶν ἀνθρώπων;
{ΕΡΜ.} Οἶδα τοῦτό γε.
{ΣΩ.} Λέγει τοίνυν περὶ αὐτοῦ— Αὐτὰρ ἐπειδὴ τοῦτο γένος κατὰ μοῖρ᾽ ἐκάλυψεν, οἱ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ὑποχθόνιοι καλέονται, ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων.
{ΕΡΜ.} Τί οὖν δή;
{ΣΩ.} Ὅτι οἶμαι ἐγὼ λέγειν αὐτὸν τὸ χρυσοῦν γένος οὐκ ἐκ χρυσοῦ πεφυκὸς ἀλλ᾽ ἀγαθόν τε καὶ καλόν. τεκμήριον δέ μοί ἐστιν ὅτι καὶ ἡμᾶς φησιν σιδηροῦν εἶναι γένος.
{ΕΡΜ.} Ἀληθῆ λέγεις.
{ΣΩ.} Οὐκοῦν καὶ τῶν νῦν οἴει ἂν φάναι αὐτὸν εἴ τις ἀγαθός ἐστιν ἐκείνου τοῦ χρυσοῦ γένους εἶναι;
{ΕΡΜ.} Εἰκός γε.
{ΣΩ.} Οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ ἄλλο τι ἢ φρόνιμοι;
{ΕΡΜ.} Φρόνιμοι.
{ΣΩ.} Τοῦτο τοίνυν παντὸς μᾶλλον λέγει, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, τοὺς δαίμονας· ὅτι φρόνιμοι καὶ ἦσαν, «δαίμονας» αὐτοὺς ὠνόμασεν· καὶ ἔν γε τῇ ἀρχαίᾳ τῇ ἡμετέρᾳ φωνῇ αὐτὸ συμβαίνει τὸ ὄνομα. λέγει οὖν καλῶς καὶ οὗτος καὶ ἄλλοι ποιηταὶ πολλοὶ ὅσοι λέγουσιν ὡς, ἐπειδάν τις ἀγαθὸς ὢν τελευτήσῃ, μεγάλην μοῖραν καὶ τιμὴν ἔχει καὶ γίγνεται δαίμων κατὰ τὴν τῆς φρονήσεως ἐπωνυμίαν. ταύτῃ οὖν τίθεμαι καὶ ἐγὼ [τὸν δαήμονα] πάντ᾽ ἄνδρα ὃς ἂν ἀγαθὸς ᾖ, δαιμόνιον εἶναι καὶ ζῶντα καὶ τελευτήσαντα, καὶ ὀρθῶς «δαίμονα» καλεῖσθαι. ………..

Πως όμως αυτοί ζούσαν τον Καιρό του Κρόνου, θα το καταλάβουμε αν σκεφτούμε ότι ο Κρόνος είναι χορηγός της νοητικής ζωής, καθώς είναι “κόρος” του νοός ή μάλλον “κορός” νους και καθαρός. Γιατί το “κορός” σημαίνει καθαρός. Όλοι, λοιπόν, όσοι ζουν νοητικά έχουν Κρόνια πολιτεία, και για αυτό λέγεται ότι ο βασιλιάς τους είναι ο Κρόνος, όπως ακριβώς ο Δίας είναι βασιλιάς όσων ζουν πολιτικά με βάση την άριστη πολιτεία η οποία θεωρεί τα πάντα κοινά – κατά πως λέγει ο Πλάτωνας στους «Νόμους, 739.b». Δέν πρέπει, λοιπόν, να πιστέψουμε ότι μεταβάλλεται η βασιλεία των θεών, αλλά ότι οι ψυχές μεταβάλλουν την ζωή τους και κάνουν άλλο θεό βασιλιά τους.
Το «και σαν θεοί ζούσαν – ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον» [σ. 112] δικαιολογημένα το λέει ο Ησίοδος, μιας και όσοι ήταν καθαροί από κάθε πάθος έμοιαζαν με τον άφθαρτο και καθαρό χρυσό : λέγεται ότι είναι ομοιότατοι με τους θεούς. γιατί κατά πρώτον οι θεοί είναι απαθείς, ενώ οι ψυχές πετυχαίνουν αυτή την ευδαιμονία μιμούμενες τους θεούς.
Το ότι «ούτε καθόλου έρχονταν τα φοβερά γεράματα για αυτούςοὐδέ τι δειλὸν γῆρας ἐπῆν» [σ. 113-115] είναι Κρόνιο χαρακτηριστικό. Γιατί και ο Ορφέας έλεγε ότι ο Κρόνος έχει πάντα μαύρες τις τρίχες της γενειάδας του. Και ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό, 270.d – e» λέει ότι όσοι ζουν στην περίοδο του Κρόνου αποβάλουν το γήρας και γίνονται πάντα νεότεροι. Υποδεικνύει, μάλιστα, ότι όλοι όσοι ζουν σύμφωνα με τον νου και για τον λόγο αυτό έχουν Κρόνια ζωή, οδεύουν πάντα προς μεγαλύτερη ακμαιότητα, αφήνοντας τη φθορά που συνυπάρχει με την γένεσιν. Γιατί το γήρας υπάρχει μέσα στην γένεση, ενώ έξω από τη γένεση βρίσκεται η διαρκής νεότητα και ακμή, καθώς δεν έχει θέσειτο αφύσικο.
Το «και πέθαιναν σαν να τους έπερνε ο ύπνοςθνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι» [σ. 116-117] που αναφέρει είναι επακόλουθω όλων όσων ζουν χωρίς αρρώστιες, το να πραγματοποιείται δηλαδή ο χωρισμός από τα σώματα χωρίς βιαιότητα και πόνο, και το να είναι η απελευθέρωση από το σώμα σαν το βγάλσιμο του χιτώνα. Για αυτό και είπε ότι έμοιαζε με ύπνο, επειδή συνέβαινε με ευκολία και φυσικότητα, χωρίς βιαιότητα.
Όταν μας λέγει πως «από τον καιρό που σκέπασε πια η γαία αυτό το γένος, τούτοι έγινα με την θέληση του μεγάλου Διός Δαίμονες, εσθλοί, επιχθόνιοι, φύλακες των θνητών ανθρώπων –
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε, τοὶ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων», δεν κάνει τίποτε άλλο από το αναφέρεται στην ζωή όσων ανήκουν στο χρυσό γένος. Λέει ποιος είναι ο κλήρος και η θέση τους μετά θάνατον. Γιατί υπάρχουν τρία πράγματα : η ζωή, ο θάνατος και ο κλήρος. Έχει όμως πει ότι η ζωή τους ήταν απαθής και ο θάνατος αβίαστορς. Τώρα λοιπόν λέγει το τρίτο, ότι ο κλήρος τους ήταν δαιμονικός. Γιατί όσοι έχουν ζήσει έτσι, με θέλημα των θεών τοποθετούνται στην τάξη των δαιμόνων [κατά θέση δαίμονες], καθώς είναι αγαθοί φύλακες των ανθρώπων που ζουν ακόμη τη θνητή ζωή και χορηγοί αγαθών στους ανθρώπους, επειδή φυλάσσουν τη ζωή των ανθρώπων χωρίς βάσανα και κάνουν εύκολη τη ζωή που οι άνθρωποι ζουν με σώματα.

Έπειτα αναφέρεται στο αργυρό γένος, με την φράση «Ύστερα πάλι δεύτερο γένος, πολύ κατώτερο, ασημένιο έπλασαν αυτοί που κατοικούν στου Ολύμπου τα δώματαΔεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν» [σ. 127 – 129]. Από την Ορφική παράδοση γνωρίζουμε, κάτι που αναφέρει και ο Πρόκλος, ότι ότι ο Κρόνος βασιλεύει στο αργυρό γένος, λέγοντας αργυρούς όσους ζουν με βάση τον καθαρό Λόγο [λογική], όπως ακριβώς λέει χρυσούς όσους ζουν με βάση μόνο τον νου [κατά νου μόνον]. Ο Ησίοδος, όμως θέλοντας να δηλώσει τη μεταβολή της ανθρώπινης ζωής παρουσιάζει το αργυρό γένος ράθυμο. Ωστόσο λέγει ότι το αργυρό γένος είναι μεν χειρώτερο από το χρυσό, δεν διολίσθησε όμως στην έσχατη κακία, αλλά στην αργία [απραξία] και στην φυσική ζωή [που είναι σύμφωνη με την φύση] αντί για την νοητική ζωή.
Ποιο κάτω, και όταν λέγει ότι «δεν μπορούσαν να κρατούν μακριά ο ένας από τον άλλον την ανόσια αλαζονεία, και δεν ήθελαν να λατρεύουν τους αθανάτους, ούτε να θυσιάζουν επάνω στους ιερούς βωμούς των μακάρων, σύμφωνα με τα έθιμα που έχουν οι άνθρωποι ο καθένας στον τόπο του
ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα» [σ. 134 – 140] δεν κάνει τίποτα άλλο από τα να μας υποδεικνύει τα επακόλουθα της ράθυμης ζωής των ανθρώπων, δηλαδή λόγω της μαλθακότητάς τους να φέρονται υπεροπτικά και να μην απέχουν από τις αλαζονικές πράξεις ο ένας από τον άλλον ούτε να τηρούν τις υποχρεώσεις τους προς τους θεούς, αλλά να ζούν πίνοντας και τρώγοντας σαν τα φυτά. Έτσι επί παραδείγματι έζησαν οι Συβαρίτες και οι Κολοφώνιοι και χάθηκαν, ενώ αυτό το πάθημα άγγιξε επίσης τους Πέρσες και τους Μύδους.
Όταν δε αναφερόμενος στο τέλος τους μας λέγει ότι «Όταν και τούτο το γένος κατά γαίαν καλύφτηκε, αυτοί καλούνται υποχθόνιοι μάκαρες θνητοί, και έρχονται σε κατώτερη τάξη, μα τους ακολουθεί και τούτος κάποια τιμή
αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε, τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοὶ καλέοντα, δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ» δεν κανει κατι άλλο από το αναφέραιτε στον κλήρο που έλαβαν. Μιας και οι προηγούμενοί τους έγειναν επιχθόνιοι, καθώς είναι χορηγεί αγαθών και φύλακες θνητών. Τούτοι όμως λέγονται μακάριοι «θνητοί» και «υποχθόνιοι», επειδή τοποθετήθηκαν στους τόπους υπό την γη, καθώς ζούσαν ζωή φυσική [σύμφωνη με την φύση] αντί για ζωή νοητική, μοιάζοντας με τα φυτά που έχουν τα κεφάλια τους ριζωμένα στη γη. Γιατί οι ρίζες είναι τα κεφάλια των φυτών. Δικαιολογιμένα λοιπόν είναι «υποχθόνιοι» και «θνητοί» φύλακες, επειδή ζουν με βάση το θνητό τους μέρος. Γιατί τέτοια είναι η φυσική ζωή [η σύμφωνη με τη φύση]. Το ποιών είναι φύλακες βέβαια είναι εύκολα αντιληπτό : των ψυχών που ζουν σε εκείνους τους τόπους, οι οποίες δεν έζησαν μόνο φυσικά [σύμφωνα με τη φύση] αλλά διολήσθησαν σε κάθε κακία. Για αυτό και αναφερόμενος σε τούτους προσέθεσε ότι και αυτούς «τους ακολουθεί τιμή», εφόσον δεν πραγματοποίησαν μεγάλα κακά σαν και αυτά των επομένω τους.

Έπειτα [σ. 143 – 151] ακολουθεί η αναφορά στο τρίτο γένος, το χάλκινο. Αυτό το γένος δικαιολοημένα είναι τρίτο, καθώς δεν είναι ούτε νοητικό ούτε πανούργο, αλλά πραγματικά φοβερό και φονικό, έχοντας εκτραπεί σε τυράννικη άσκηση της δύναμή του, επειδή νιαζόταν μόνο για τα σώματα. Για αυτό και ο Ησίδος λέει: «άπληστοι. Μεγάλη δύναμη και χέρια ανίκητα φύτρωναν από τους ώμους τους ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι ἐξ ὤμων ἐπέφυκον». Γιατί δηλώνει ότι όσοι άνηκαν σε αυτό το γένος ασκούσαν τη σωματική δύναμη αμελώντας τα άλλα. Ασχολούνταν με την κατασκευή των όπλων και χρησιμοποιούσαν για αυτόν τον σκοπό τον χαλκό, όπως το σίδερο για την γεωργία, σκληραίνοντας τον χαλκό, που από την φύση του είναι μαλακός, με κάποια βαφή, δηλαδή με σκλήρυνση με την θέρμανση και απότομη βύθιση σε νερό ή λάδι. Όταν, όμως, τέλειωσε η χρήση αυτής της βαφής, προχώρησαν στη χρήση του σιδήρου κατά τους πολέμους. Χρησιμοποιόντας βέβαια ο Ησίοδος το δωρικό τύπο «μελιᾶν» αντί του «μελιῶν» εννούσε ότι αυτό το χάλκινο γένος ξεφύτρωσε από τα δέντρα μελίες και όχι τις Νύμφες Μελίες. Άλλωστε είναι παράλογο να προέρχονταν από θεϊκό γένος και να είχαν γεννηθεί θηριώδεις. Αντιθέτως, επειδή έχουν γεννηθεί από σκληρά δέντρα που σαπίζουν δύσκολα, έγιναν ισχυροί στα σώματα και ανελέητοι και βίαιοι στον χαρακτήρα. Γιατί αυτό υπαινίσσεται η γέννησή τους από μελίες.
Έπειτα [σ. 152 – 156] λέγει ότι αυτοί κατάρρευσαν από μόνοι τους, επειδή ήταν ακοινώνητοι και θηριώδεις και σχεδόν αλληλοσκοτώνονταν. Και δικαιολογημένα βυθίστηκαν στον υποχθόνιο τόπο, όπου έχει συνενωθεί το άτακτο μέρος του Κόσμου και το θηριώδες γένος των δαιμόνων. Αυτοί, λοιπόν, δικαιολογημένα είναι οι τρίτοι από το Χρυσό γένος. Γιατί εκείνοι ήταν απαθείς, οι επόμενοι τους ούτε απαθείς ούτε εμπαθείς, παρόλο που στο τέλος φέρονταν υπεροπτικά λόγω της εύκολης απόκτησης των αναγκαίων. Τούτοι οι τρίτοι, όμως δεν ήταν μόνο αλαζόνες αλλά και φονικοί και εμπαθείς, και έφτασαν στην έσχατη κακία, ώστε η ανθρώπινι ζωή να έχει συμπεριληφθεί μέσα σε αυτήν την τριάδα, στον χρυσό, στον άργυρο και στον χαλκό. Γιατί και η σειρά αυτών των υλικών είναι τέτοια.

Έπειτα [σ. 157 – 158] λέγει ότι το τρίτο γένος εξαφανίστηκε από κατακλυσμό. Μετά τον κατακλυσμό είρθε στον βίο ένα ιερό γένος, αυτό των ημιθέων, το οποίο διήρκησε οκτώ γενιές μέχρι τα Τρωικά. Γιατί ο Εύμηλος, ο οποίος εκστράτευσε εναντίον της Τροίας, ήταν γιός του Άδμητου, και αυτός του Φέρη, και αυτός του Κρηθέα, και αυτός του Αίολου, και αυτός του Έλληνα, και αυτός του Δευκαλίωνα. Ο Γλαύκος επίσης ήταν γιός του Ιππόλοχου, του γιού του Βελλεφοφάντη, του γιού του Γλαύκου, του γιού του Σίσυφου, του γιού του Αίολου, του γιού του Έλληνα, του γιού του Δευκαλίωνα. Ο Γλαύκος λοιπόν ήταν όγδος. Το γένος λοιπόν διήρκησε τόσο και διέπρεψε στην αρετή.
Αυτούς [σ. 159 – 160] τους αποκάλεσαν ήρωες επειδή γεννήθηκαν από έρωτα, είτε όταν θεοί ερωτεύτηκαν γυναίκες είτε όταν θεές ερωτεύτικαν άνδρες. Τους αποκάλεσαν ημίθεους επειδή κατά τη γέννησή τους είχαν ένα μέρος τους θεϊκό και ένα άλλο ανθρώπινο. Όπως ακριβώς, λοιπόν, είναι θεϊκό το γένος που προέρχεται από δύο θεούς και ανθρώπινο το γένος που προέρχεται από δύο ανθρώπους, έτσι και το μικτό γένος που προέρχεται από θεούς και ανθρώπους λέγεται γένος των ημιθέων. Όσον αφορά, όμως, την ίδια την διαφορά τους στη γέννηση πρέπει να την αναγάγουμε στο είδος της ζωής τους. Γιατί όσους διέπρεψαν περισσότερο στην ανυψωτική ζωή, τους παρουσίασαν να κατάγονται από πατέρα θεόκαι από μητέρα άνθρωπο. Όσους δείπρεψαν στην πρακτική αρετή, αυτούς αντιστρόφως τους παρουσίασαν από μητέρα θεά και από άνθρωπο πατέρα. Γιατί και οι δύο είναι θεϊκές, και η ανυψωτική και η πρακτική αρετή. Αλλά η μια είναι ανδροπρεπής, καθώς ανήκει σε ισχυρότερη ζωή, ενώ η άλλη είναι θυλυπρεπής, επειδή είναι υποβαθμισμένη ως προς τη δύναμη. Επίσης η μια είναι απαθέστερη, ενώ η άλλη είναι ομοιοπαθέστερη προς τα θνητά.
Έπειτα, στους σ. 167–173» όπου λέει ότι «Άλλους εκεί, αλήθεια, ο θάνατος τους σκέπασε και πέθαναν, και άλλους ο Κρονίδης Ζευς, αφού ξέχωρα από τους ανθρώπους τους ώρισε να ζουν και να κατοικούν, τους τοποθέτησε στα πέρατα της γαίας, μακριά από τους αθανάτους, και ο Κρόνος είναι βασιλιάς τους, γιατί τον έλυσε από τα δεσμά ο πατέρας των ανθρώπων και των θεών. Και τούτοι μεν κατοικούν έχοντες ξέγνοιαστη καρδιά στα Νησιά των Μακάρων κοντά στον βαθυδίνη Ωκεανό, όλβιοι ήρωες που η πολύκαρπη αρούρα [γη] τους χαρίζει γλυκό καρπό που ωριμάζει τρείς φορές το χρόνο. Και στους άλλους που βρίσκονται στον κάτω Κόσμο χάρισε τιμή και κύδος. Ούτε άλλο γένος έκαμε τόσο ονομαστό ο ευρύοπας Ζευς ανάμεσα στους ανθρώπους που γεννήθηκαν επί της πολυτρόφας χθόνας
[ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε] τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης. καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην, ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα], κάνει λόγο ο Ησίοδος για τον κλήρο των ηρώων, ότι ο Ζευς τους απένειμε στα πέρατα της γης, χωριστά από τους ανθρώπους, βιος και δικούς τους τόπους, τους οποίους ο Ησίοδος αποκάλεσε «ἤθη» (ενδιαιτήματα).
Ο υπαινυγμός, λοιπόν, δηλώνει ότι εκείνοι έχουν κλήρο πιο θεϊκό από την «
ἐν τῇ γενέσει ζωῆ» και ότι για αυτό λέγεται πως κατοικούν στις νήσους των μακάρων, τις οποίες έχουν λάβει οι μακάριες ψυχές οι οποίες έχουν εγκατασταθεί σε νησιά, επειδή οι ψυχές αυτές υπερέχουν της «γενέσεως» [του κόσμου της γένεσης] όπως τα νησιά υπερέχουν από την θάλλασα – που με αυτήν συμβολίζεται το «γίγνεσθαι». Λέγεται, μάλιστα, ότι κατοικούν «παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην» ο οποίος χωρίζει τον νοητό τόπο από τη βασιλεία του Άδη και στον οποί λέγεται ότι κατ’ αρχάς φάνουν όσοι πάνε στον Άδη. Λέει επίσης ότι η γη παράγει για αυτούς καρπό τρείς φορές τον χρόνο, επειδή απολαμβάνουν τα τέλεια και πιο θρεπτικά γαθά από τις ζωογόνες δυνάμες πάνω στην γη. Για αυτό και δεν είπε απλώς ότι η γη φἐρνει καρπούς τρεις φορές, αλλά η «ζείδωρος ἄρουρα».

Μετά θα μιλήσει για το γένος το σημερινό, για το σιδερένιο γένος.
Με τον στίχο 176-179 όπου λέγει «γιατί τώρα υπάρχει το σιδερένιο γένος –
νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον» αναφέρεται στον σίδερο λόγω της σκληρότητας και της μαυρίλας του και δήχνει με αυτή την εικόνα την εμπαθή ζωή των ψυχών, κατά την οποία οι ψυχές έχουν το γνωστικόν τους μέρος σκοτεινιασμένο και τη ζωτική τους δύναμη αντιστεκόμενη στον ορθό Λόγο. το ότι είπε «Αλλά όμως θα είναι και σε αυτούς ανακατεμένα τα καλά με τα κακά – ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν«, υποδεικνύει ότι η μοχθηρία δεν έχει κυριαρχήσει πλήρως στους ανθρώπους. Γιατί κατά αυτόν υπάρχει ακόμα μια μέτρια συστολή των αδικημένω και των αδίκων. Αυτό το λέει για να προτρέψει τον Πέρση να μην αποθρασυνθεί εντελώς και να μην γίνει απέναντί τους απολύτως κακός.
Όταν στον στίχο 180 λέγει ότι «ο Ζεύς θα αφανήσει και αυτό το γένος μερόπων ανθρώπωνΖεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων«, παρόλο που δεν είναι εντελώς διεφθαρμένοι, λέει ότι θα αφανιστεί. Και όταν φτάσει η ώρα να αφανιστεί, θα υπάρχει κάθε λογής κακία και οι άνθρωποι που θα υπάρχουν μετά από όσους ζούσαν τότε θα είναι εντελώς κακό. Αυτών τη ζωή αναπτύσει στην συνέχεια πως θα είναι, προβλέποντας άσχημα πράγματα.
Και λέει, στον στίχο 182 – 194, ότι «ούτε ο πατέρας θα είναι όμοιος με τα παιδιά του – οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος». Και με αυτά κατηγορεί την κρίση όσων θα ζήσουν μετά από αυτόν, ότι τα προτιμούν την αδικία από τη δικαιοσύνη, την επιορκία από την τήρηση των όρκων, την αδιαντροπία από την ντροπή, την πονηριά από την αποτητα. Όλα αυτά, βέβαια, έχει και η ζωή της εποχής μας. Εδώ λέει επίσης ότι θα συμπεριφέρονται άδικα ο ένας προς τον άλλον και θα μιλούν με αναίδεια. και αυτό ήταν εκείνο που δήλωσε πρώτο και τους αποκάλεσε χειροδίκες, επειδή ορίζουν το δίκαιο με την δύναμη των χεριών και χρησιμοποιούν τη βία. Γιατί για τον λόγο αυτό θα είναι χειροδίκες, επειδή η δικαιοσύνη θα παραβιάζεται στα χέρια τους. και χειροδίκες είναι εκείνοι που ορίζουν το δίκαιο μόνο με την βία των χεριών τους, ώστε τα χέρια τους να μην ενεργούν υπό την καθοδήγηση της δικαιοσύνης, αλλά αυτά μόνα τους να καθορίζουν το δίκαιο.
Με τον στίχο 195 – 196 που λέγει «και φθόνος τους ανθρώπους – ῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν» αποκαλεί τον φθόνο ζήλο. Τον χαρακτήρισε μάλιστα «κακόηχο δυσκέλαδος» επειδή κατηγορεί τις επιτυχίες των φίλων και τις κακολογεί σαν μην τους άξιζαν, και επίσης «κακόχαρο – κακόχαρτος» επειδή ευχαριστιέται και χαίρεται με τα κακά, και «στυγερόμορφο – στυγερώπης» επειδή έχει όψη αξιομίσητη και έχει πάντα το βλέμμα του στραμμένο σε ότι είναι κακό, άθεο και βλαπτικό.
Με τον στίχο 197 – 201 που λέγει «και θα απομείνουν τα πικρά βάσανατὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ» αναφέρεται στο έσχατο κακό. Γιατί, όταν κυριαρχεί πλήρως η αναίδεια και ο φθόνος στους ανθρώπους, το γένος μας θα το εγκαταλήψει η Αιδώς και η Νέμεσις. Γιατί η αναίδεια και ο φθόνος αποτελούν απομάκρυνση από αυτές. Αλλά ο φθόνος, ο οποίος είναι εικόνα της αγανάκτησης , δίνει και αυτός την εντύπωση ότι αγαναχτεί με όσους ευτυχούν χωρίς να το αξίζουν. Η αναίδεια, όμως, δεν είναι εικόνα της Αιδούς αλλά το εντελώς αντίθετό της, το οποίο προσποιείται την ελευθεροστομία [παρρησία]. Και αν τα πέπλα της Αιδούς και της Νεμέσεως είναι λευκά, σημαίνει ότι η υπόσταση τους είναι φωτεινή, ότι οι δυνάμεις τους είναι νοητικές και ότι βρίσκονται μακριά από την άθεη και σκοτεινή ουσία των παθών. Για αυτό και εξυμνούν την Αιδώ ως θείο φόβο και την Νέμεσιν ως αγγελιοφόρο της Δίκης – Δικαιοσύνης. Ορθώς, λοιπόν, και ο κωμικός ποιητής Πλάτων [βλ. Αριστοτέλης «Ρητορική 1376.a» 11], όταν ρωτήθηκε σε τι άραγε έχουν προοδεύσει οι άνθρωποι της εποχής του, αποκρίθηκε ότι δεν ντρέπονται που είναι κακοί. Το ότι και η Νέμεσις είναι θεϊκό πράγμα το δηλώνει βέβαια και το γεγονός ότι αυτή υπάρχει και στους θεούς. Γιατί ο Όμηρος λέγει στην στον στ. 198 της ραψωδία Θ’ της Ιλιάδας ότι «νεμέσησε δὲ πότνια Ἥρη – θύμωσε η σεβάσμια Ήρα«, ενώ «ο φθόνος βρίσκεται έξω από ολόκληρη την χορεία των θεών – » λέγει ο Πλάτων στον «Φαίδρο. 247.a».

Για την ακρίβεια, λοιπόν, των λόγων μας, σχετικά με την μεταβολή των πολιτευμάτων από τις ανώτερες μορφές στις κατώτερες, ο Πλάτων λέγει προς τους μελετητές της πολιτικής επιστήμης ότι δεν γίνονται κατ’ ανάγκη (διότι θα μπορούσε να υπάρξει μετάπτωση και από την αριστοκρατία στην τυραννία, και όχι μόνο στα άλλα πολιτεύματα, όταν ο κυρίαρχος εξαναγκαστεί από την δύναμη κάποιας εξωτερικής τυραννικής ζωής που ξεσηκώνεται εναντίον του άρχοντα και μεταβάλλει το σχήμα της πολιτείας στο είδος που αντιστοιχεί προς την δική της παρανομία. Πραγματικά, στο εσωτερικό του ίδιου του αριστοκρατικού πολιτεύματος είναι αδύνατον να γίνει τέτοιου είδους επανάσταση, τη στιγμή που οι άρχοντες έχουν τόσο θεϊκό χαρακτήρα και οι επίκουροι έχουν λάβει τη δική τους παιδεία, εξωτερικά όμως μπορεί να εκδηλωθεί κάποια βίαιη εξέγερση) αλλά στη βάση της δυνατότητας να δηλώνει την κανονική υποχώρηση της ανθρώπινης ζωής, που συμβαίνει συνεχώς μέσω των ενδιάμεσων και όμοιων παραγόντων. Η εύρεση της αντίληψης αυτής της μεταβολής εμπεριέχει και το κατά φύση στοιχείο (διότι καθετί που φθείρεται, φθείρεται από την δική του κακία όπως λέει ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 609.d». πράγματι, εξωτερικά μπορεί να προκληθεί καταστροφή όλης της πόλης, από την άλλη όμως, δεν θα μπορούσε να προκληθεί μεταβολή από την τέτοιου είδους ζωή, αν οι πολίτες μένουν σταθεροί, προτιμώντας να καταστραφούν ολοκληρωτικά παρά να ξεπέσουν στην φαύλη ζωή) και επίσης, έχει την κανωνική πορεία της στον υποβιβασμό [ύφεση]. Τούτο ακριβώς το στοιχείο είναι που πρέπει να επιζητεί σε κάθε περίπτωση ο κάτοχος της αληθούς γνώσεως, εξομοιούμενως κατ’ αυτόν τον τρόπο με τη Φύση, καθώς και στις φυσικές μεταβολές των στοιχείων ή των πραγμάτων που συνίστανται από αυτά, εκείνες που συμβαίνουν οπουδήποτε δια των οικείων ενδιάμεσων παραγόντων εξασφαλίζουν την ευκολία τους και τη συνέχειά τους, ενώ εκείνες που υπερβαίνουν και παρακάμπτουν τα ενδιάμεσα εμπεριέχουν ένα στοιχείο βιαιότητας, αντίθετο πολλές φορές προς την ίδια τους την φύση, και τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι κινήσεις που δεν γίνονται σύμφωνα με την Ειμαρμένη όπως λέγει ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί Φυσικής ακροάσεως, 230.d».
Σχετικά δε με την μεταβολή της άριστης πολιτείας, ο Πλάτων λέγει ότι αιτία έχει την διχοστασία των αρχόντων, και όχι βέβαια των κατώτερων τάξεων σε αυτή. Διότι η πολιτεία αποτελεί εικόνα του Σύμπαντος, και οι άρχοντες ομοιούνται με τους θεούς, που είναι αίτιοι των πάντων, και οι επίκουροι με τους δαίμονες, που είναι ακόλουθοι των θεών και οι οποίοι φρουρούν απαρασάλευτη την ευταξία του Κόσμου και αποτρέπουν την αναστάτωση του σύμπαντος που μπορεί να προκαλέσουν οι κατώτεροι. Η διχοστασία συνεπώς θα προκαλούνταν μεταξύ των αρχόντων θα μπορούσε να καταστρέψει και την άριστη πολιτεία, όχι όμως και μια ενδεχόμενη διχοστασία μεταξύ των θνητών, τους οποίους οι επίκουροι έχουν τη δυνατότητα να καταστείλουν, όπως ακριβώς οι δαίμονες του σύμπαντος τις επιμέρους ζωές με τις θορυβώδεις φωνές τους. Επειδή λοιπόν την ευθήνη για την κατάλυση της άριστης μεταξύ όλων των πολιτευμάτων την αποδίδει στην διχοστασία των αρχόντων και δεδομένου ότι είναι παράδοξο πως έρχονται σε διχοστασία οι άριστοι, αυτού που έχουν την ζωή κατεξοχήν ξένη προς την διχοστασία, αυτοί που έχουν διατρέξει όλα τα στάδια της παιδείας, αυτοί που έχουν τα πάντα κοινά, από τα πρώτα μέχρι τα έσχατα, δικαιολογημένα καταφεύγει στο πλήθος [πολλαπλότητα] του Μουσηγέτη Απόλλωνα, στις Μούσες, αναζητώντας το «πώς πρώτη έπεσε η διχοστασία αναμεσά τους», επικαλούμενος τα λόγια του Ομήρου τις Θεές, με την διαφορά ότι τοποθετεί τη διχοστασία στη θέση του πυρός, παρομοιάζοντας έτσι την διχοστασία με το πυρ.
Ο σκοπός του Λόγου των Μουσών μέσα στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» είναι να φανερώσει τις αιτίες για τις οποίες θα καταλυθεί η άριστη ανθρώπινη πολιτεία και οι οποίες είναι δύο ειδών : η μία αιτία έχει να κάνει με τις συνολικές κυκλικές περιφορές του ουρανού και φέρνει στις ψυχές διαστήματα ευφορίας και αφορίας, όμοια όπως στα φυτά, τα ζώα και τα σώματα σε τούτα ή σε κείνα τα μέρη της γης. Η άλλη αφορά τα επιμέρους, και γίνεται ορατή στους άρχοντες του Κόσμου. Αν αυτοί υποπέσουν σε λάθη, η πολιτεία θα καταλυθεί. Πραγματικά οι φύλακες μοιάζουν συνολικά με τους θεούς, οι επίκουροι με τους δαίμονες και οι θήτες με τις επιμέρους ψυχές. Και τούτα είναι τα ασώματα γένη αυτών που μέσα στον Κόσμο διοικούν τη σωματική φύση. Όπως λοιπόν δεν είναι τα σφάλματα των ψυχών που ανατρέπουν το σύμπαν, έτσι ούτε τα σφάλματα των θητών είναι αυτά που ανατρέπουν την πολιτεία, αλλά, κάτι που δεν επιτρέπεται να το πούμε, αν οι δαίμονες ή οι θεοί παραμελούσαν κάτι, έτσι κα τα αβλεπτήματα των αρχόντων θα καταλύσουν τη δική μας πολιτεία.
Οι γεννημένοι που θα είναι οι επόμενοι άρχοντες, όχι όμως προικισμένοι από την Φύση ούτε καλότυχοι λόγω του ότι συνελήφθησαν σε ακατάλληλο χρόνο, πρώτα από όλα θα αδιαφορήσουν για τις Μούσες και δεν θα επιδιώξουν να λάβουν ολοκληρωμένη την παιδεία τους. Ακόμα όμως και αν αυτοί εκπαιδευτούν με την μουσική, υπό την επιστασία των πρώτων αρχόντων, η επιφανειακή επαφή τους με αυτούς θα τους κάνει να εκπαιδεύσουν με τον ίδιο τρόπο και τους δικούς τους, και να τους ασκήσουν μόνο στη γυμναστική. Πραγματικά, οι ενδιάμεσοι θα θεωρήσουν ότι πρέπει να καλλιεργήσουν μόνο αυτή για την ασφάλεια της πόλης. Οι δεύτεροι στη σειρά λοιπόν άρχοντες λόγω της φυσικής τους υστέρησης θα παραμελήσουν τη μουσική στην εκπαίδευση των αρχόντων που θα κυβερνήσουν τρίτοι, διότι δεν είναι προικισμένοι από τη Φύση ούτε καλότυχοι λόγω του ότι συνεληφθησαν σε ακατάλληλο χρόνο. Και δεν είναι προικισμένοι από τη φύση, διότι η ικανότητά τους δεν εκτείνεται στο σύνολο της παιδείας, ενώ δεν είναι καλότυχοι διότι τοποθετήθηκαν σε μία τέτοια περίοδο η οποία φέρνει την αρχή του τέλους για την άριστη πολιτεία. Διότι η τύχη συμπληρώνει αυτά που μας παρέχει το σύμπαν, συντάσσοντας τα δικά μας πράγματα με τις τέτοιου είδους περιόδους του σύμπαντος κατά αξία, περιόδους είτε καλύτερες είτε χειρότερες.
Οι δεύτεροι λοιπόν άρχοντες θα εκπαιδεύσουν τους απογόνους τους, όχι όμως με το σύνολο της παιδείας, αλλά μόνο με τη γυμναστική, και αυτή στο βαθμό που είναι αναγκαία για την ύπαρξή τους.
Αναπόφευκτα λοιπόν οι τρίτοι κατά σειρά άρχοντες, όντας ακατάρτιστοι μουσικά, θα είναι απαίδευτοι και ως προς το να διακρίνουν τα διαφορετικά είδη ζωής, αυτά που ταιριάζουν στους φύλακες και αυτά που δεν ταιριάζουν, και να συνδέσουν τα ανόμοια μεταξύ τους. Και με την σύγχυση των τάξεων μέσα στην πόλη, οι τέταρτοι κατά σειρά άρχοντες από τους πρώτους θα εκδηλωθούν στασιαστικά, καθώς, λόγου της σύγχυσης, ο καθένας θα επιδιώκει το πρωτείο. Διότι καθετί που βρίσκεται μέσα στην σύγχυση θέλει να υπερβεί τη σειρά του, καθώς, εξαιτίας της ανάμειξης των γεννήσεων, ούτε φυσικώς χειρότερο έχει τις ίδιες σκέψεις ούτε το φαινομενικώς καλύτερο μπορεί να δείξει τη δική του μόνο υπεροχή επειδή έχει δεχτεί μέσα στη φύση του το χειρότερο.
Οι τέταρτοι λοιπόν άρχοντες κατά σειρά από τους πρώτους είναι αυτοί που θα εκδηλώσουν την διχοστασία και όχι οι πρώτοι. Έτσι λύνεται και η απορία πως θα καταλυθεί η πολιτεία με την διχοστασία των αρχόντων και πως απαλλαγμένοι από τα λάθη θα είναι οι σοφοί που θα κυβερνήσουν. Διότι το πνεύμα της διχοστασίας δεν ενυπάρχει στους σοφούς αλλά σε εκείνους που απέχουν πολλές θέσεις από αυτούς, οι οποίοι, μολονότι κυβερνούν την ίδια ακόμη πολιτεία, δεν έλαβαν την ίδια με των αληθινών αρχόντων παιδεία. Η αιτία της διχοστασίας των τελευταίων τούτων αρχόντων είναι η έλλειψη μουσικής παιδείας αυτών που κυβερνούν τρίτοι και τα σειρά, που είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση παιδιών τα οποία δεν είχαν πια τον χαρακτήρα και την ικανότητα των φυλάκων, καθώς τα ανόμοια έπεσαν σε αξεδιάλυτη σύγχυση. Για την έλλειψη μουσικής παιδείας των τρίτων, πάλι, αιτία είναι η αδιαφορία των δεύτερων για τις Μούσες, οι οποίοι, λόγω της φυσικής τους υστέρησης, δεν μπόρεσαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους δίνοντάς τους την πλήρη και ολοκληρωμένη παιδεία με την οποία παιδαγωγήθηκαν οι ίδιοι. Για την φυσική υστέρηση των δεύτερων κατά σειρά αρχόντων, τέλος, αιτία είναι το λάθος των πρώτων ως προς την αναζήτηση του κατάλληλου χρόνου για την ευκαιρία των γάμων τους. Αυτή την προκάλεσαν βασισμένοι στην αισθητηριακή τους αντίληψη – ενώ χρειαζόταν πολλή μελέτη και καλή τύχη για να μην κάνουν πολλά σφάλματα σαν τα παραπάνω – η οποία όπως λέγει ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 250d»,«μόλις και μετά βίας μέσω αδύναμων οργάνων» είναι ικανή να συλλαμβάνει την αλήθεια. Έτσι θα έχουν, αφενός, τον λογισμό τους ελεύθερο από την μοιραία μελλοντική κατάλυση της πολιτείας ενώ, αφ’ ετέρου, αποδεικνύουν την αίσθηση ως αιτία, μέσα από τα λάθη τους, των σφαλμάτων της λογικής των μετά από αυτούς αρχόντων. Καθώς λοιπόν αυτοί που εποπτεύουν τους γάμους των φυλάκων πρέπει να μελετούν κατεξοχήν τα εξής τρία πράγματα, την κατάλληλη εποχή για την σύλληψη, τη σύζευξη των όμοιων, για την οποία χρειάζονται τις περίτεχνες κληρώσεις, και τις νόμιμες συζεύξεις οι οποίες συνοδεύονται από θυσίες, η εσφαλμένη επιλογή του κατάλληλου χρόνου θα εξελιχθεί σε ρίζα των επόμενων κακών, και της κατάλυσης της πολιτείας και της διχοστασίας από την οποία θα προέλθει η κατάλυση, που θα συμπέσει με τους τέταρτους κατά σειρά άρχοντες από τους πρώτους που υπέπεσαν σε σφάλματα.
Καθώς λοιπόν ο Πλάτων ανάγει την αιτία της κατάλυσης σε σφάλμα της κατ’ αίσθηση αντίληψης, και από την άλλη μεριά σε ολοκλήρωση της ουράνιας περιόδου, για να έχει έτσι και το επιμέρους αίτιο και την απορρέουσα από το όλον αναγκαιότητα, διδάσκει σαφώς ότι, ακόμα και αν αυτά που συμβαίνουν στους κατόχους της αληθινής γνώσης είναι οδυνηρά, συμβαίνουν συνήθως μόνο λόγω της κοινής φύσης. Για παράδειγμα, αρρωσταίνουν ή παθαίνουν κάποιο άλλο κακό όχι λόγω του δικού τους τρόπου ζωής αλλά λόγω της τάξης του Κόσμου, ενώ όσοι δεν κατέχουν την αληθινή γνώση παθαίνουν πολλά από λόγος που ανάγονται και στους ίδιους.
Ως είναι γνωστό εκ του Πλατωνικού «Τίμαιου» υπάρχει μια και μόνη ψυχή η οποία συγκρατεί όλο τον Κόσμο, απόρεια αυτού είναι το γεγονός ότι υπάρχει αναγκαία συμπάθεια των μερών του Κόσμου μεταξύ τους. Επειδή λοιπόν ο Κόσμος είναι ένα και μόνο ζωντανό Ον, ενυπάρχει σε αυτό μια και μόνη ζωή η οποία συνενώνει όλες τις εντός του ζωές. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι ο Κόσμος διέπεται από συμπάθεια προς τον εαυτό του. Λόγου αυτού λοιπόν μπορού οπωσδήποτε οι κινείσεις άλλων μερών να μεταβαίνουν σε άλλα και να παράγουν αποτελέσματα σε εκείνα, όποις και αν είναι η μεταξύ τους απόσταση. Διότι αυτή η μία ζωη είναι που διαβιβάζει τις επιδράσεις από τα πράγματα που έχουν την ικανότητα να επιδρούν προς τα πράγματα που είναι κατάλληλα να υφίστανται τις επιδράσεις. Από τα μέρη του Κόσμου άλλα είναι πρωτεύοντα και άλλα δευτερεύοντα, εξ αυτού είναι φυσικό επακόλουθω ότι αναγκαστηκά οι δυνάμεις των πρωτευόντων επιδρούν στα δευτερεύοντα και ότι οι κινήσεις που προέρχονται από τις δυνάμεις τους προκαλούν τις κινήσεις και των άλλων μερών. Έτσι, και επειδή τα αϊδια είναι πρωτεύοντα σε σχέση με τα θνητά και αυτά που κινούνται με τάξη σε σχέη με τα άτακτα, προκύπτει ότι οι δυνάμεις μεταβαίνουν από τα πρώτα στα δεύτερα και ότι τα δεύτερα έπονται των πρώτων, δηλ. τα θνητά έπονται των αθανάτων μερών του Κόσμου. Εξ αυτού η γονιμότητα και η αφορία των θνητών ζωντανών πλασμάτων εξαρτώνται από τις ουράνιες περιφορές που είναι αθάνατες, και το ίδιο η φθορά, η γένεση και η ζωη των ζωντανών πλασμάτων του εδώ Κόσμου, που άλλες είναι μεγαλύτερες και άλλες μικρότερες σε χρόνο, και οι καταστάσεις σωματικές και ψυχικές, που είναι άλλες καλύτερες και άλλες χειρότερες. Το ότι λοιπόν η Κοσμική περιφορά επιδρά σε εμάς πρέπει να εξηγηθεί βάσει του ότι μέσα στο Σύμπαν, που είναι ένα και μοναδικό ζωντανό Ον, άλλα μέρη ενεργούν και άλλα πάσχουν. Κάτι προφανές, αν ο Κόσμος είναι ζωντανό Ον. Επίση υπάρχει στο σύμπαν ένα τέτοιο Ον που διαθέτει ζωή και νόηση, πολύ περισσότερο τέτοιο είναι το σύμπαν. Έτσι εξ όλων αυτών συμπεραίνεται ότι αφού μέσα στο σύμπαν υπάρχει και νους και ζωή μια, η απόδειξη της συμπάθειας είναι πλέον ηλίου φαεινότερη.

Η ουράνια λοιπόν περίοδος προκαλεί την κατάλυση της πολιτείας αυτής, αφού η τελευταία είναι πράγμα που υπόκειται σε γένεση, εκμεταλλευόμενη την αμέλεια των φυλάκων που οφείλεται στην αισθητηριακή αντίληψη, η οποία κατ’ ανάγκη είναι σπάνια, όπως σπάνιες είναι και οι περιπτώσεις αποτυχίας των κατόχων της αληθινής γνώσης που καταφεύγουν στη χρήση της αισθητηριακής αντίληψης.

Εδώ θα θυμίσουμε βέβαια ότι ο Πλάτων στον «Τίμαιο 90. c.6 – d.7» μας λέγει ότι οπωσδήποτε δια κάθε άνθρωπο ένας είναι ο τρόπος θεραπείας: να αποδίδει σε κάθε μέρος του τις τροφές και τις κινήσεις που του ανήκουν. Προς το εντός μας θείο – τον νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Αυτές λοιπόν πρέπει να ακολουθεί ο κάθε ένας μας, προσπαθώντας να ανορθώσει τας διεφθαρμένας περιφοράς της γενέσεως που υπάρχουν μέσα εις την κεφαλή μας με την πλήρη κατανόηση των αρμονιών και των περιφερειών του Σύμπαντος. Πρέπει ο καθένας να εξομοιώσει τον εαυτό του που κατανοεί, με το κατανοούμουνο, τις αρμονίες και τις περιφορές συμφώνως προς την αρχική του φύση, και αφού τον εξομοιώσει, να φθάσει εις τον τελικό σκοπό της αρίστης ζωής, που προκαθόρισαν οι θεοί, και δια το παρόν και δια το μέλλον. Άλλωστε, όπως λέγει ο ίδιος στον «Τίμαιο, 47.b.5 – c.4», τα όμματα εφευρέθηκε και μας δόθηκαν από τον θεό ώστε βλέποντες και κατανοούντες τις περιφορές του Νου στον ουρανό, να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα των τεταραγμένων περιφορών της ιδικής μας διανοήσεως, αφού είναι συγγενείς με εκείνες τις αδιαταράκτους. Αφού δε κατανοήσουμε καλώς εκείνες και μετάσχωμεν της φυσικής ορθότητος των συλλογισμών, να σταθεροποιήσουμε τας εντός μας αστάτους περιφοράς, μιμούμενοι τις θείες που είναι τελείως απλανείς.Η κατανόηση όμως των περιφορών του Νοός στον ουρανό εκτός του άλλων είναι πολύ σημαντική και για έναν ακόμη λόγο : η Ειμαρμένη όπως λέγει ο Πρόκλος είναι η ζωή της Φύσης και το δηλώνει και ο ίδιος ο Πλάτωνας στον «Πολιτικό, 272e» λέγοντας ότι «τον Κόσμο το έστρεφε σε αντίθετη κατεύθυνση η Ειμαρμένη και η έμφυτη επιθυμία τουτὸν δὲ δὴ κόσμον πάλιν ἀνέστρεφεν εἱμαρμένη τε καὶ σύμφυτος ἐπιθυμία». Δηλαδή, άπαντα τα όντα κινούνται πάνω στον κύκλο της ευγονίας [γονιμότητας] και της δυσγονίας [αφορίας] μιας και για όλα τα όντα τα μέτρα των βίων και τα διάφορα είδη της ζωής προκύπτουν από τις κυκλικές κοσμικές περιφορές. Και όπως λέγει ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Περί ζώων γενέσεως, 778.a», οι λιγότερο σημαντικές περιφορές ακολουθούν τις περισσότερο σημαντικές. Περισσότερο σημαντικές μάλιστα είναι οι περιφορές των αΐδιων όντων και λιγότερο σημαντικές είναι των θνητών όντων. Δεδομένου τώρα ότι όλες οι περιφορές των αΐδιων όντων συντελούν σε αυτές όλων των θνητών πραγμάτων, για τις περιφορές καθενός πράγματος υπάρχει ως αιτία μια διαφορετική εκάστοτε κοσμική περιφορά. Επί παραδείγματι για τις περιφορές του ενός πράγματος αιτία είναι η κυκλική κίνηση της σελήνης ενός για του άλλου αυτή του Κρόνου, για το άλλο κάποια άλλη – φανερή ή μη για εμάς. Διότι καθετί που κινείται κυκλικά διαγράφει περιφορά και είναι αιτία για την κυκλική περιφορά κάποιου θνητού πράγματος, είτε πρόκειται για θεϊκό ή αγγελικό ή δαιμονικό όχημα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα μέτρα των τριών βίων διαφέρουν ως προς το πλήθος του χρόνου και τις μορφές – είδος της ζωής, διότι διαφέρουν και τα αίτια που βρίσκονται σε αιώνια κίνηση. Μας διαφεύγει ωστόσο ποιο είναι αίτιο ποιού. Έτσι απορούμε που το ένα είδος ζει μια μονάχα ημέρα, ενώ το άλλο ζει όσο εννιά γενιές αντρών που έφτασαν στα γηρατειά, επειδή δεν βλέπουμε όλα τα ουράνια σώματα που κινούνται σε κύκλο και ποια καθοδηγούν ποιες περιφορές. Σε αυτά μάλιστα καθορίζεται ποιο είναι αΐδιο, αυτό δηλαδή που ζει ολόκληρη την κοσμική περίοδο. Επίσης, ποιο είναι το πολύ μακρόβιο, αυτό που καλύπτει με τη ζωή του χρόνο κοντινό προς την παραπάνω περίοδο. Ποιο, πάλι, είναι το πολύ βραχύβιο, αυτό που πραγματοποιεί την περιφορά του με τρόπο παρόμοιο προς εκείνον του ουράνιου σώματος του οποίου η ζωή αποκαθιστάται σε ελάχιστο διάστημα.
Ακόμη, πρέπει οι άρχοντες της πολιτείας, στρέφοντας το βλέμμα τους στο όλον, να συμπεραίνουν σύμφωνα με τα σημεία που εμφανίζονται κατά τις συνευρέσεις των γάμων ποια κοσμική τάξη φέρνει την καλύτερη ζωή και ποια τη λιγότερο καλή, των οποίων ζώων η Ειμαρμένη, που περιέχει τους αριθμούς, φανερώνει τις διαφορές με τις ορατές κινήσεις των άστρων, είτε τα σημεία προμηνύουν απλώς τα μελλούμενα είτε τα πραγματοποιούν μαζί με τις ψυχές, γιατί το μέρος πράττει μαζί με το όλο. Είναι δηλ. αναγκαίο οι άρχονταις, που επιτηρούν τις συνευρέσεις, να διακρίνουν σαφώς τις κατάλληλες ώρες για σπορά ψυχών και να βλέπουν αν οι ώρες υπερβαίνουν τους καλύτερους ή τους χειρότερους αριθμούς. Είναι αναπόφευκτο οι κοσμικοί σχηματισμοί κατά τις γεννήσεις να είναι συνεπείς προς τους σχηματισμούς κατά τις συλλήψεις και να είναι συνεπείς προς τις γεννήσεις οι ζωές των γεννημάτων, ζωές που γίνονται καλύτερες ή χειρότερες ή και όμοιες με εκείνες των γονιών ή ανόμοιες ούτως ώστε να μεταβάλλουν την πολιτεία. Διότι δεν βγαίνει κάθε ανομοιότητα από την καλύτερη ζωή – είναι αδύνατον να μην υπάρχει κάποια διαφορετική κλήση -, αλλά εκείνη που έχει μια αξιοσημείωτη αλλοίωση. Ακόμη, σε ένα και μοναδικό γένος, αν και παιδιά γεννιούνται όμοια με τους πατέρες, υπάρχει ανομοιότητα. Όταν όμως είναι παντελώς ανόμοιοι, τότε αλλοιώνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του γένους. Γεννιούνται έτσι από ένα γένος φιλοσόφων κάποιοι αφιλοσόφητοι, από ένα θεοσεβές γένος ανίερα όντα και ομοίως στις άλλες περιπτώσεις. Κατά πως μας λέγει ο Αμέλιος η Αρετή είναι δυο ειδών, η μια που ζει εντός μας όπως η θεωρία και η άλλη έξω από εμάς όπως η πρακτική αρετή, έτσι οι Φύλακες της πολιτείας ονομάστηκαν μεν Σοφοί λόγω της θεωρίας, από τον Σωκράτη στην «Πολιτεία, 546a», αλλά διαπράττουν και σφάλματα στις πρακτικές τους δραστηριότητες γιατί εμπλέκουν στον λογισμό και την αίσθηση που είναι σφαλερό κριτήριο. Λόγω της θεωρίας οι Φύλακες δεν έρχονται σε επαφή με την Ειμαρμένη, ενώ λόγω της πρακτικής αρετής ζουν σε σχέση με την Ειμαρμένη και την συμπλέκουν με το αυτεξούσιο μας. Και όπως το αυτεξούσιο δεν ενεργεί προς τα έξω χωρίς την Ειμαρμένη, έτσι σε πολλές περιπτώσεις ούτε η Ειμαρμένη χωρίς το αυτεξούσιο μας. Διότι και τούτο είναι μέρος του Κόσμου. Όσο για την Ειμαρμένη, αποτελεί τον ειρμό των μερικών και των καθολικών αιτιών. Σύμφωνα λοιπών με τον Αμέλιο ο Πλάτωνας συνδέει την αιτιότητα που οφείλεται στο αυτεξούσιο με την ουράνια περιφορά. Και επειδή ο λόγος του αυτός αφορούσε του σοφούς, στις πρακτικές αυτές δραστηριότητες των σοφών αποδίδει την αποτυχία, στις δραστηριότητες αυτές που δεν κατευθύνοντα από τη λογική αλλά από την αίσθηση. Αναντίρρητα, η λογική έχει καλλιεργηθεί σε αυτούς και όχι η αίσθηση – γιατί το Ον δεν τη διαθέτει από την φύση του – και έτσι η τελευταία πράττει κάτι υποδεέστερο από το απλό, λόγω της αβεβαιότητας και της ασάφειας των αισθήσεων. Πράγματι, και για αυτό τον λόγο, ο Σωκράτης επιτέθηκε πολλές φορές στις αισθήσεις το ίδιο κάνει και όταν στην «Πολιτεία, 546.a» λέει ότι «δεν θα καταφέρουν τίποτα καλύτερο» για την ευγονία και την αφορία του ανθρώπινου γένους. Διότι το ανθρώπινο γένος υπονοούν οι Μούσες με την πλατωνική φράση «το δικό σας γένος», αφού μιλάνε με ανθρώπους και τους δίνουν Χρησμό για την μελλοντική κατάλυση της αρίστης πολιτείας. Οι Φύλακες «δεν θα καταφέρουν τίποτα καλύτερο», επειδή χρησιμοποιούν στον λογισμό την αίσθηση, παρότι θα μπορούσαμε να υποθέσουνε ότι, επειδή η γνώση είναι διπλή, διπλασιάζει και την επιτυχία σε ότι επιθυμούν να καταφέρουν. Αντιθέτως όμως, λένε οι Μούσες, με την αίσθηση δεν θα καταφέρουν περισσότερο αλλά λιγότερο να διακρίνουν την κατάλληλη περίοδο. Διότι η αίσθηση θα τους παραπλανήσει, παρότι μάλιστα οι Φύλακες είναι οι κορυφαίοι στην πόλη λόγω της παιδεία τους.
Τι εννοεί όμως ο Πλάτων [«Πολιτεία, 546a»] ότι είναι «ο χρόνος στο σύνολο του», όταν λέει ότι «ούτε και αυτή η συγκρότηση μπορεί να διατηρηθεί στο σύνολο του χρόνου» ;; Μα τίποτα άλλο από το ότι ο χρόνος στο σύνολό του αποτελεί εικόνα του «αἰῶνός τοῦ παντὸς» – διότι και ο αιώνας αναφέρεται ως όλον : «το υπόδειγμα υπάρχει στην σύνολο αιωνιότητα – τὸ μὲν οὖν παράδειγμα τὸν ἅπαντα αἰῶνά ἐστιν» κατά τον Πλατωνικό «Τίμαιο, 38c» – και καθώς η σύνολη αιωνιότητα είναι μέτρο, μέτρο είναι επομένως και «ο χρόνος στο σύνολο του», ο όλος χρόνος. Το ένα όμως, ο Αιών, είναι μέτρο της ζωής του ζωντανού νοητού Όντος, και το άλλο, ο χρόνος, της ζωής του Κόσμου τούτου. Είμαι μάλιστα πλήρες και τέλειο μέτρο της κοινής αποκαταστάσεως όλως των ασωμάτων και των σωματικών κινήσεων κάθε πράγματος που υπάρχει σε αυτόν. Και το μέτρο τούτο, κατά τις πολλαπλές ανελίξεις, δημιουργεί τον άπειρο χρόνο, ο οποίος, λόγω της άπειρης δύναμης που υπάρχει στον Αιώνα, λαμβάνει της απειρότητα κατά την γέννησή του, απειρότητα η οποία είναι τέτοια λόγω του ότι γίνεται ολοένα, ενώ η άλλη είναι άπειρη. Καθώς λοιπόν ο χρόνος είναι συνολικός, περιέχει όλη την ζωή της αποκατάστασης του σύμπαντος, όπου αυτό που δεν φθάρθηκε είναι άφθαρτο. Κανένα φθαρτό λοιπόν δεν παραμένει για όλο τον χρόνο, διότι κανένα από αυτά που έζησαν όλες τις περιόδους της ζωής τους μέσα στον Κόσμο δεν είναι φθαρτό, για να μην αποκλειστεί από τη ζωή το Κόσμου στο σύνολό της, αλλά όλες οι γενέσεις όλων των πραγμάτων και όλες οι μεταβολές, ψυχικές και σωματικές, όλων των πραγμάτων περικλείονται από το σύμπαν τούτο. Εξ ου και ο χρόνος ονομάζεται από τις Μούσες «όλος – παντελής», διότι δηλώνει πλήρη και ολοκληρωμένο τον αριθμό ο οποίος προσδιορίζει όλες τις μεταβολές και ο οποίος στην ανακύκληση του γίνεται άπειρος. Για τούτο και προκειμένου για τον χρόνο η απειρότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση τους Αιώνα.

«Θεϊκό γέννημα» [«Πολιτεία, 546.b»] βέβαια δεν ονομάζει ούτε τον Κόσμο στο σύνολό του, αν και καταρχάς είναι αυτός, ούτε τον ουρανό μόνο ούτε τον υποσελήνιο χώρο, αλλά καθετί το αεικίνητο και περιφερόμενο είτε στον ουρανό είτε στην υποσελήνια περιοχή που στον βαθμό που είναι σωματικό ονομάζεται γενητό και στον βαθμό που είναι έχει αιώνια κίνηση είναι θεϊκό. Μιμείται δηλαδή τα πιο θεϊκά όντα που έχουν άγρυπνη ζωή. Ούτε είπε ότι ο τέλειος αριθμός περιλαμβάνει την περιφορά «του» θεϊκού γεννήματος, αλλά χωρίς το άρθρο : «θεϊκού γενητού», με το οποίο δηλώνει σε κάθε περίπτωση ή κάποιου ή όλων των θεϊκών γενητών. Το «κάποιου» ωστόσο δεν χαρακτηρίζει τον αληθινό γνώστη, διότι είναι αόριστο, αφού υπάρχουν πολλά θεϊκά γενητά και όχι ένα, και ούτε θα αντιδιαστελλόταν προς ένα μόνο θεϊκό γενητό το ανθρώπινο γενητό. Πραγματικά, ο άνθρωπος δεν είναι διαφορετικός από ένα μόνο θεϊκό Ον αλλά από όλα και η περίοδος της ζωής του είναι δύο ειδών, αυτή που καλύτερων και αυτή των χειρότερων γεννήσεων, την οποία δεν έχει κανένα θεϊκό γενητό και όχι ένα καν. Μιλάει λοιπόν για όλα τα θεϊκά γενητά και όχι για κάποιο όταν στην «Πολιτεία, 546.b» λέει ότι «γενητῷ περίοδός ἐστιν, ἣν ἀριθμὸς περιλαμβάνει τέλειος υπάρχει περίοδος θεϊκού γενητού, που την περικλείει ένας τέλειος αριθμός». Την περίοδο των άλλων δεν την περικλείει τέλειος αριθμός. Άλλωστε, ακόμη και αν υποστήριζε κανείς ότι ο Κόσμος μόνο λέγεται θεϊκό γενητό και για τούτο τέλειος ονομάζεται ο αριθμός που περικλείει την ολοκληρωμένη κυκλική κίνησή του, θα ήταν γελοίο εντελώς να αντιπαραβάλει τον άνθρωπο με τον Κόσμο και την ανθρώπινη κυκλική περιφορά προς την Κοσμική περιφορά.

Μια τέτοια μετάβαση δηλαδή δεν θα χαρακτηριζόταν από τάξη και κανονικότητα, εκφρασμένη μάλιστα από τις Μούσες. Έτσι ο Πλάτων κάνει λόγο για το θεϊκό γενητό. Δεδομένου λοιπόν ότι τα γενητά είτε βρίσκονται σε αιώνια κίνηση είτε δεν βρίσκονται, ονομάζοντας θεϊκά όλα όσα βρίσκονται σε αιώνια κίνηση αντιδιέστειλε προς εκείνα το ανθρώπινο γενητό, το οποίο δεν έχει μία και την αυτή ζωή ως προς τον αριθμό των ετών ούτε μια και απαράλλαχτη κυκλική κίνηση της ζωής του. Για τούτο ακριβώς για το θεϊκό γενητό στο σύνολό του υπάρχει ένας τέλειος αριθμός που περικλείει την περιφορά του, ένας και ο αυτός για το καθένα που δημιουργεί την αποκατάστασή του, ο οποίος δεν έχει ούτε πρόθεση ούτε αφαίρεση. Και ο τελευταίος αριθμός όλων είναι αυτός του σύμπαντα Κόσμου. Οι άλλοι, δηλαδή, ακόμα και αν είναι τέλειοι, είναι μέρη του Κοσμικού χρόνου, όπως και τα ίδια τα μέρη του Κοσμικού χρόνου, όπως και τα ίδια τα μέρη του Κόσμου στο σύνολό τους, όπως και οι ζωές τους είναι μέρη της ζωής του Κόσμου και οι περίοδοί τους μέρη των περιόδων του Κόσμου. Γενητό λοιπόν είναι και το σώμα στο σύνολό του και το επιμέρους σώμα, ακόμα και αν πρόκειται για αΐδιο και εντελώς αγέννητο ως προς τη χρονικότητα : είναι γενητό μόνο κατά το ότι συναρτάται προς κάποια άλλη αιτία, και είναι αιωνίως γενητό επειδή αυτό που το δημιουργεί αιωνίως βάσει ακριβώς της ίδιας της ουσίας του. Γενητά, εξάλλου, με την κυριολεκτική σημασία είναι αυτά που έγιναν από τον χρόνο, και μεταξύ των γνωστών από αυτά πρώτο είναι το ανθρώπινο είδος. Ότι βέβαια υπάρχουν και άλλα θνητά είδη πριν από εμάς είναι γνωστό. Διότι η δημιουργία δεν προχώρησε από τα αιώνια και λογικά όντα απευθείας στο ασθενές τούτο και βραχύβιο ζωντανό πλάσμα, αλλά υπάρχουν και άλλα γένη, μακροβιότατα, που κατοικούν κοντά στους θεούς, τα οποία κατατάσσονται στην τάξη των θεών.

Τον «τέλειο αριθμό» που αναφέρει ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 546.b» δεν πρέπει νοήσουμε μόνο μετρώντας στα δάχτυλα – διότι αυτό είναι κάτι που μετριέται και αριθμείται μάλλον παρά αριθμός, κάτι που τελειοποιείται αλλά που ποτέ δεν είναι τέλειο, αεί γιγνόμενον -, αλλά να νοήσουμε την ουσία του που είναι αφενός νοητική και αφετέρου περιέχει το πεπερασμένο όριο όλης της περιφοράς του Κόσμου. Όπως λοιπόν ο Μήνας, θεός που έχει την έδρα του στην Σελήνη, υποστασιοποιεί τον μετρούμενο και αριθμούμενο μήνα της περιόδου της σελήνης, και όπως οι Ώρες γεννούν τα εμφανή μέτρα των ωρών [εποχών], έτσι πολύ πρωτύτερα ο τέλειος αριθμός είναι αυτός που μένει σταθερός πριν από αυτόν που βρίσκεται σε κίνηση. Και σε καθένα από τα όντα που βρίσκονται σε αιώνια κίνηση αντιστοιχεί κάποιος νους, ο οποίος ολοκληρώνει τη ζωή που ενυπάρχει σε αυτό και τη σωματική του αποκατάσταση. Δεν πρέπει επομένως να αναζητάμε ποιος είναι ο τέλειος αριθμός κατευθύνοντας την παρατήρησή μας σε τόσες και τόσες μυριάδες ετών. Διότι δεν είναι δυνατόν να τον βρούμε στην περίπτωση του Σύμπαντος, αφού ούτε τις περιόδους όλων των κινούμενων είναι δυνατόν να βρούμε. Πράγματι, δεν μπορούμε να βρούμε όλα τα σώματα που κινούνται σε κύκλο, καθώς είναι πολύ μεγαλύτερος ο αριθμός των θεϊκών και των δαιμόνιων σωμάτων που δεν μπορούμε να δούμε, αλλά και αυτών τω οποία βλέπουμε, όπως είναι οι απλανείς αστέρες, είναι αδύνατον να βρούμε για το σύνολο τους τις περιόδους καθενός. Διότι καθένας κινείται γύρω από το κέντρο του, και κινούμενος έχει κάποιο χρόνο της περιφοράς του κατά των οποίο καταλήγει στον ίδιο ουράνιο σχηματισμό. Τον αριθμό του χρόνου αυτού θα μπορούσαν να τον γνωρίζουν οι δαίμονες, για τους ανθρώπους όμως αυτό είναι ακατόρθωτο. Αλλά και αν μπορούσαν να βρεθούν οι χρόνοι αυτών των ουράνιων σωμάτων που είναι ορατά σε εμάς, ποιος νους θα μπορούσε να βρει τους αριθμούς των χρόνων των περιφορών όλων των δαιμόνιων ή των άλλων κινήσεων. Ωστόσο ο αποκαταστατικός αριθμός του σύμπαντος πρέπει κατά ανάγκη να υπολογίζεται με βάση όλες τούτες τις κινήσεις. Κατά μείζονα λόγο, επομένως, είναι αδύνατον να βρούμε τούτον.

Όσοι μάλιστα θα προσπαθούσαν να βρούνε τον ένα και μοναδικό τέλειο αριθμό που δημιουργείται από τους επτά «κοσμοκράτορες» [πλανήτες] θεωρώντας ότι κατέχουν το σύμπαν, θα κάνουν ένα λάθος : θα στρέψουν το βλέμμα τους σε ένα μέρος μόνο του σύμπαντα Κόσμου. Δηλαδή τέτοιου είδους αριθμούς δεν πρέπει να τους κάνουμε δεκτούς από μέρους μας, καθότι είναι αδύνατον να γίνει γνωστός, δεν είναι ποτέ τέλειος και δεν περιέχει την περιφορά αλλά αυξάνει μαζί της, αλλά ούτε και αυτό που έλεγαν κάποιοι στην αρχαιότητα είναι ορθό, εκείνον που είναι ο ίδιος ο Αιώνας και είναι πατέρας του χρόνου. Διότι περιέχει μεν και αυτός, όχι όμως την περιφορά του θεϊκού γενητού, αλλά όπως λέει ο Αριστοτέλης στο έργο του «Περί ουρανού, 279.a 25», αυτόν τον άπειρο χρόνο, για την ακρίβεια λέει ο Αριστοτέλης πως «Διόπερ οὔτ᾽ ἐν τόπῳ τἀκεῖ πέφυκεν, οὔτε χρόνος αὐτὰ ποιεῖ γηράσκειν, οὐδ᾽ ἐστὶν οὐδενὸς οὐδεμία μεταβολὴ τῶν ὑπὲρ τὴν ἐξωτάτω τεταγμένων φοράν, ἀλλ᾽ ἀναλλοίωτα καὶ ἀπαθῆ τὴν ἀρίστην ἔχοντα ζωὴν καὶ τὴν αὐταρκεστάτην διατελεῖ τὸν ἅπαντα αἰῶνα. (Καὶ γὰρ τοῦτο τοὔνομα θείως ἔφθεγκται παρὰ τῶν ἀρχαίων. Τὸ γὰρ τέλος τὸ περι έχοντὸν τῆς ἑκάστου ζωῆς χρόνον, οὗ μηθὲν ἔξω κατὰ φύσιν, αἰὼν ἑκάστου κέκληται. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον καὶ τὸ τοῦ παντὸς οὐρανοῦ τέλος καὶ τὸ τὸν πάντα χρόνον καὶ τὴν ἀπειρίαν περιέχον τέλος αἰών ἐστιν, ἀπὸ τοῦ αἰεὶ εἶναι τὴν ἐπωνυμίαν εἰληφώς, ἀθάνατος καὶ θεῖος)».

Επιπλέον, ο Αιώνας δεν είναι ούτε αριθμός, αλλά πριν από κάθε αριθμό, «παραμένοντας μέσα σε ένα –ἐν ἑνὶ μένων» όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 37.d». Διότι ο αριθμός βρίσκεται εκεί που είναι και η ετερότητα, ενώ ο Αιώνας προηγείται της ετερότητας και του «ζῴου τοῦ παντελοῦς». Επειδή όμως ο ορατός χρόνος διαγράφει τον κύκλο του στη βάση του αριθμού, όπως λέει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 38.a», ο αριθμός που προσδιορίζει τον κύκλο θα είναι πρότερό του, ως αυτός που προκαλεί την αποκατάσταση όλης της περιφοράς. Αν μάλιστα κι αυτός ο αριθμός βρίσκεται στη γένεση, θα μετριέται και πάλι βάσει άλλου αριθμού και επ’ άπειρο. Αν εξάλλου υπάρχει πάντα αριθμός μόνο ως αίτιος του χρόνου που διαγράφει τον κύκλο του στη βάση αριθμού, όντας αριθμός νοητικός και χρόνος υπό την έννοια ότι είναι «χορονούς» [κατά τον Πρόκλο ο χρόνος είναι νους που χορεύει], είναι αίτιος του χορού στον Κόσμο (η κυκλική αποκατάσταση του Κόσμου ονομάζεται «χορεία – χορός») και ο Πλάτων στην «Πολιτεία, 529.d» ονομάζοντας τον «αληθινό αριθμό» λέει ότι σε αυτόν υπάρχουν η ταχύτητα καθαυτή και η βραδύτητα καθαυτή, «ἃς τὸ ὂν τάχος καὶ ἡ οὖσα βραδυτὴς ἐν τῷ ἀληθινῷ ἀριθμῷ» [«ἐν αὐτῷ φησιν εἶναι τὸ αὐτοτάχος καὶ τὴν αὐτο βραδυτῆτα» λέει ο Πρόκλος], προσθέτοντας ο Πλάτων ότι ο αληθινός αστρονόμος δεν πρέπει να ατενίζει τα χρονικά μέτρα των ορατών άστρων με τα οποία καταγίνονται οι περισσότεροι παρατηρητές των ουράνιων σωμάτων. Διότι αν συλλαμβάναμε το ότι η ταχύτητα και η βραδύτητα προσδιορίζονται με βάση τον χρόνο και εφόσον ο Πλάτων λέει ότι ο αριθμός εκείνος περιέχει αυτά, θα καταλήγαμε αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός εκείνος είναι χρόνος. Και αν κατανοούσαμε επιπλέον ότι ο χρόνος είναι αυτός που έγινε ή μαζί με τον ουρανό ή κάποιος πριν από αυτόν, ότι επίσης αυτός που έγινε μαζί με τον ουρανό είναι γενητός και ότι αυτός είναι που χαρακτηρίζεται από τον Πλάτωνα ως αληθινός αριθμός, είναι πασιφανές ότι θα τοποθετούσαμε αναγκαστικά πριν από τον χρόνο που προχωρεί στη βάση του αριθμού τον «αὐτοαριθμόν» [ο αριθμό καθ’ εαυτός], και πριν από τον γενητό χρόνο τον αληθινό. Ο χρόνος εκείνος λοιπόν είναι θεός υπερκόσμιος και αριθμός υπό την έννοια ότι αριθμεί και μετρά όλες τις περιόδους των «ἐν τῷ κόσμῳ ζώντων», ο οποίος αποκαθιστά τα πάντα σύμφωνα με τα δικά του συμφυή μέτρα. Και τούτος είναι ένας και μοναδικός, τέλειος και αληθινός αριθμός. Κατά τα λοιπά, υπάρχει ένας άλλος για καθένα θεϊκό γενητό, και για όλα τα ορατά ή αόρατα που είναι θεϊκά γενητά και ζουν αιώνια και αναλλοίωτα, ακολουθώντας τις ίδιες περιφορές, τόσο τις ψυχικές όσο και τις σωματικές, και που κατατάσσονται είτε στην ουράνια περιοχή είτε στην υποσελήνια, είτε στην περιοχή του αέρος, του ύδατος ή της γης. Ο αριθμός όλων των θεϊκών γενητών και ολόκληρης της ζωής, όντας ένα και πολλαπλός, ως κοινός όλου του Σύμπαντα Κόσμου και ως προσιδιάζων σε καθένα από τα θεϊκά γενητά, πρέπει να λέγεται τέλειος και ταυτόχρονα αληθινός – αληθινός ως νοητικός και τέλειος ως τελειοποιητικός. Αυτός είναι προφανές ότι υπάρχει πριν από κάθε ψυχή, εφόσον βέβαια και κάθε ψυχή ενεργεί στη βάση του χρόνου, και, όπως λέει ο Πλάτων στον «Φαίδρο, 247.d», θεάται μέσα στην πορεία του χρόνου καθετί που θεάται. Ο τέλειος αριθμός λοιπόν είναι ένα είδος θεϊκού Νοός, αφού και το γενητό που κινείται σύμφωνα με αυτόν είναι θεϊκό γενητό.

Έχοντας όμως κατά νου ότι ο τέλειος αριθμός της περιόδου κάθε θεϊκού γενητού είναι νοητικός, τι είδους όμως πρέπει να σκεφτούμε ότι είναι ο αριθμός της περιόδου της ανθρώπινης ζωής ;; Ίσως, βέβαια, είναι φανερό ότι απέχει πολύ από τον τέλειο αριθμό και δεν είναι απολύτως τέλειος, κυρίως καθώς είναι δύο ειδών γεννήσεων, όπως λέει ο Πλάτων, των καλύτερων και των χειρότερων Επειδή λοιπόν και το ανθρώπινο γενητό έχει περιόδους, ακόμα και καλύτερες ή χειρότερες, υπάρχει κάποιος αριθμός που μετράει και αυτά πρότερος σε σχέση με αυτά που μετριούνται με βάση τον αριθμό, αυτός που μετράει τις περιόδους, είτε πρόκειται για κάποιον Προμηθέα είτε για κάποιον άλλο από εκείνους που τελούν υπό τον ένα και μοναδικό θεό που είναι αίτιος της πλήρους «παλιγγενεσίας» που συμβαίνει και στα θεϊκά και στα μη θεϊκά γενητά. Διότι όλη η σειρά του χρόνου εξαρτάται από τον ένα και μοναδικό εκείνο θεό, μετρώντας ολοένα την αποκατάσταση του καθενός σύμφωνα με τον ένα και τον αυτό όρο. Πρέπει λοιπόν τον αριθμό που είναι ο κύριος των καλύτερων και των χειρότερων περιόδων των ανθρώπινου γενητού να τον βλέπουμε όχι μόνο σε εκείνες τις ψυχές τις «κατ᾽ αὐ τὸν ἀνακυκλουμέναις καὶ συντελούσαις εἰς τὸ ἀν θρώπειον γενητόν», ούτε μόνο στη Ειμαρμένη, αλλά να τον βλέπουμε πριν από τούτα αυτόν καθαυτόν, και μετά και στην Ειμαρμένη και στις ψυχές.
Διότι ο καλύτερος και ο χειρότερος χαρακτήρας των γενέσεων συνυφαίνεται από το συγκεκριμένο είδος ζωής των ψυχών και από τις περιόδους της Ειμαρμένης. Αν λοιπόν η Ειμαρμένη περιέχει για αμφότερα την αιτία των καλών και των κακών γεννήσεων και ο διπλός τούτος αριθμός είναι υπόδειγμα και για τα δύο, θα υπάρχει οπωσδήποτε και στην Ειμαρμένη – και δικαιολογημένα, αφού έχει περιλάβει τον αριθμό όλης της γενέσεως, θεϊκής και ανθρώπινης. Ή πως αποκαθιστά τον Κόσμο σύμφωνα με τα οικεία όρια προκαλώντας αυτή την κίνηση όλων των εγκόσμιων, αυτών που διαγράφουν μικρή και αυτών που διαγράφουν μεγάλη πορεία ζωής ;; Ο αριθμός όμως αυτός είναι αναγκαίο να υπάρχει στις ίδιες τις ψυχές που κατευθύνονται προς το ανθρώπινο γένος και δημιουργούν τη ζωή. Διότι αυτές οι ψυχές ζουν μέσα στην αυτοκίνησή τους και δεν περιάγονται μόνον υπό της Ειμαρμένης, αλλά οδηγούν και οι ίδιες τον εαυτό τους στην κυκλική πορεία. Η ψυχή λοιπόν είναι ζωτικός αριθμός που κινείται στο πλαίσιο των περιόδων, καλύτερων ή χειρότερων. Καθεμία μάλιστα, έχοντας διπλή μορφή και όντας κύκλος ταυτότητας και ετερότητας, ως προς τον κύκλο της μεν της ταυτότητας έχει την ανώτερη αρμονία, ως προς τον κύκλο όμως της ετερότητας τη χειρότερη. Δεν βρίσκεται όμως ποτέ έξω από κάθε αρμονία – διότι θα εξέπιπτε από την ουσία της η οποία είναι υποστασιοποιημένη στις αρμονικές σχέσεις – και δέχεται την καλύτερη και τη χειρότερη αρμονία, προβάλλοντας άλλον αριθμό για τη μια και άλλον για την άλλη. Όπως λοιπόν τον αριθμό των θεϊκών περιόδων δεν τον εννοούμε ως πλήθος – διότι δεν θα μπορούσε να υπολογιστεί – , αλλά με βάση την ποιότητα του λέμε πως είναι τέλειος καθόσον είναι τελειοποιητικός, έτσι και τον αριθμό της ανθρώπινης περιόδου, ακόμα και αν τον θεωρήσουμε διπλό, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τον εννοήσουμε σε αναφορά προς την ποσότητα αλλά ως προς την μορφή της ζωής, ως τέλειο και ατελή, ως δημιουργό ταυτότητας και ετερότητας, ως επιστρεπτικό και γενεσιουργό. Η μυριάδα μάλιστα, που είναι η ανώτερη αρμονία, η οποία δημιουργείται από την μονάδα της τρίτης σειράς που επιστρέφεται στον εαυτό της, μπορεί να θεωρηθεί ως κάτι που επιφέρει την αποκατάσταση και την τελειοποίηση της ψυχής, επαναφέροντας την από την πτώση της σε εκείνο πάλι το σημείο από το οποί ξεκίνησε και ήρθε στον Κόσμο τούτο, όπως είπε ο Σωκράτης στον Πλατωνικό «Φαίδρο, 248.e». Άλλωστε η μονάδα ανήκει στον Δία καθώς περιέχει μονοειδώς το σύμπαν [στην ολότητά του]. Η δεκάδα πάλι ανήκει στον Διόνυσο – τον τίκτει δεκάμηνο ο πατέρας, το αίτιο «πάσης ἀποκαταστάσεως». Η εκατοντάδα, τέλος, ανήκει στις ίδιες τις ψυχές, που γεννήθηκαν από τη δεκάδα η οποία εισέρχεται στον εαυτό της. Και πρέπει να το πούμε, η μονάδα έχοντας τη μορφή του Ενός, είναι εικόνα της αρχής των πάντων. η δεκάδα είναι εικόνα της νοητικής αιτίας η οποία, έχοντας στραφεί προς τον εαυτό της μετά την πρόοδο, είναι δεκάδα. Η εκατοντάδα, στη συνέχεια, συνδέεται με την ψυχή ως μονάδα της τρίτης σειράς και προκύπτει από τις δυο προηγούμενες. Στρεφόμενη λοιπόν στον εαυτό της η εκατοντάδα δημιουργεί ζωή που μέσα από την δική της ενέργεια προκαλεί την αποκατάσταση της στο σημείο της αφετηρίας της και για τούτο η μυριάδα λειτουργεί αποκαταστατικά για την ψυχή. Ο άλλος αριθμός που προκύπτει από την εκατοντάδα πολλαπλασιασμένη επί εβδομήντα πέντε, είναι και αυτός κάποια μορφή ενέργεια της ψυχής (αφού τούτη παραμένει μονάδα της τρίτης σειράς), αλλά στην έκπτωση της προς το χειρότερο, καθώς δεν μπόρεσε να συγκλίνει προς τον εαυτό της. Ο αριθμός εκείνος υστερεί κατ’ αυτόν που προέρχεται από την πεντάδα, για την οποία οι Πυθαγόρειοι λένε ότι είναι αφιερωμένη στη δικαιοσύνη. Καθώς λοιπόν ο αριθμός αυτός υστερεί ως προς τη μορφή της αυτοπραγίας, αποτελεί εικόνα της ζωής που εξέρχεται εις γένεσιν. Αυτή τη ζωή παράγοντας ο κύκλος της ετερότητας, δημιουργεί την περίοδό μας στο σύνολό της ως γενεσιουργό αντί για νοητική, ως κάποια που επιστρέφει στο εαυτό της. Δεδομένου λοιπόν ότι ο αριθμός της ανθρώπινης περιόδου είναι δύο ειδών, σε σχέση και με τις προκαθορισμένες από τη Ειμαρμένη δημιουργίες και με τη ζωή της ψυχής, πρέπει να βρούμε τον κατάλληλο καιρό που μπορεί να φέρει δύο είδη ψυχών, τις καλύτερες και τις χειρότερες, και να κάνουμε τα ζευγαρώματα στις καλύτερες στιγμές του καιρού αυτού.

Με το «ενός τέτοιου γενητού», που λέει στην «Πολιτεία, 546.a», ο Πλάτωνας εννοεί το ανθρώπινο γενητό που δεν διατηρεί πια τη μοναδικότητα του είδος και την τελειότητα της περιόδου του θεϊκού γενητού. Πράγματι, λέει, αυτές τις καλύτερες ή χειρότερες γεννήσεις, αν οι Φύλακες δεν τις υπολόγισαν σωστά, θα αφήσουν να γεννηθούν παιδιά που δεν θα είναι ούτε προικισμένα από την Φύση ούτε καλότυχα. Διότι θα έχουν το χειρότερο και από την ίδια τους τη ζωή, για αυτό δεν θα είναι προικισμένα από την Φύση, και από την κοσμική περίοδο, για αυτό δεν θα είναι καλότυχα. Διότι το γένος των ψυχών που ταιριάζει σε μια τέτοια φύση αντιστοιχεί στην ανάλογη τάξη του παντός. Όπως, λοιπόν, οι θεοειδείς ψυχές παίρνουν από το σύμπαν ένα κλήρο που συμπράττει στη θεία τους ζωή, έτσι στις ψυχές που είναι κακής γενιάς η κοσμική περίοδος που τους αποδίδεται δεν είναι καλότυχη, για να γίνει, καθώς το όλο συμπνέει με τα μέρη, η μεταβολή της άριστης πολιτείας, η οποία είναι αναπόφευκτη, και απαιτεί τη δράση και των δύο, και των μερών και του όλου. Αυτό που δείχνει ότι οι ψυχές δεν έχουν καλή φύση είναι η έλλειψη δεκτικότητας στη μάθηση. Διότι είναι γνώρισμα της Φύσης να κινεί τον καθένα προς το δικό του καλό. Όταν το Ον επιθυμεί κάποια αγαθά που τελειοποιούν, αλλά δεν έχει επιθυμία για κάποια άλλα, είναι φανερό πως ούτε Ον καλής φύσεως είναι τελείως στερημένο φυσικών κλίσεων, αλλά όπως λέγει ο Σωκράτης, δεν είναι ούτε και καλής φύσεως λόγω της λιγότερο καλής ποιότητας της κλίσης του για καλό. Αυτό που απεικονίζει ότι οι ψυχές δεν είναι καλότυχες με την κλήρωσή τους από τον Κόσμο είναι ότι δεν γεννιούνται όντα καλύτερα από αυτές και πλήρως καταρτισμένα στην αρετή – για να γίνουν, υποταγμένα σε εκείνα, καλύτερα -, αλλά ότι έχουν ιδρυθεί σε αρχές λόγω της έλλειψης καλύτερων όντων και ότι, έτσι ιδρυμένα, κατέλυσαν την παιδία. Πράγματι, με την παιδεία καταλυμένη, η συμφωνία των πολιτών εξαφανίζεται και, αφού αυτή έχει εξαφανιστεί, η πολιτεία βαδίζει προς την κατάλυσή της. Από αυτά λοιπόν είναι φανερό ότι για τους μη προικισμένους είναι καλύτερο να κυβερνιούνται παρά να κυβερνούν, για να μην γίνουν αιτία, για τους ίδιους, να μην προοδεύσουν και, για τους άλλους, να διαφθαρούν. Και φαίνεται από αυτά ότι το χάρισμα των ψυχών δηλώνει τη φυσική τους κλίση, την οποία έχουν μόνο και μόνο όταν προχωρούν στη γένεση. Μετά την γένεση όμως την τελειοποιούν με διάφορες αγωγές. Όσο για το κακότυχος, παριστάνει με ζωηρότητα ότι στις δικές μας επιλογές η τύχη είναι προαίρεση εκείνων που μας έχουν κληρωθεί από το σύμπαν. Έτσι, αυτά που μας στέλνει η τύχη άλλοτε είναι καλά και άλλοτε κακά, επειδή ανάμεσα στους κλήρους που μας αποδόθηκαν από την κοσμική τάξη, οι μεν είναι καλύτεροι και οι δε χειρότεροι. Αφού λοιπόν η επιλογή που προέρχεται από εμάς βρίσκεται σε συμφωνία με κάποιο είδος τρόπου ζωής και το σύμπαν, και αφού η επιλογή που προέρχεται από σύμπαν συνίσταται σε εκείνο που συνταιριάζει με εμάς την απόδοση τέτοιων γεγονότων σε εκείνους που ζουν κατά τέτοιο τρόπο, δημιουργώντας και εδώ δυο μεσότητες των συμφωνιών, ο δαίμων, που πραγματοποιεί τη συμφωνία μας προς το σύμπαν, και η τύχη, που πραγματοποιεί τη συμφωνία του σύμπαντος προς εμάς. Και τούτο είναι σε κάποιους το μη ευτυχές, το να μην έχει κάποιος ένα καλό κομμάτι, και αυτό το «άμοιρο», όπως το ορίσαμε, το πραγματοποιεί η τύχη, όπως και το μη προικισμένο από την Φύση είναι η έλλειψη της κλίσης για μια ζωή καλή, άπαξ και γεννηθούμε, το οποίο πραγματοποιεί ο δαίμων, οδηγώντας σε καλύτερη ή χειρότερη πραγμάτωση την κλίση μας να διάγουμε αυτού του είδους τη ζωή. Είναι πράγματι προικισμένη από τη Φύση η ψυχή που έχει προδιάθεση για το σύνολο της παιδείας, δεν είναι προικισμένη εκείνη που λόγω των λιγότερο καλών προδιαθέσεων έχει κλίση για την μια διδασκαλία αλλά όχι για την άλλη, ενώ έχει φυσική υστέρηση εκείνη που δεν έχει καμία προδιάθεση για καμία διδασκαλία.

Όμως γιατί ενώ η άριστη πολιτεία έχει τόση μεγάλη δύναμη για να εξασφαλίζει ή όχι τη σωτηρία με βάση τη σωστή κατανόηση του κατάλληλου χρόνου για τους ιερούς γάμους, ο Σωκράτης δεν όρισε – σε κανένα σημείο της «Πολιτείας» – όπως όρισε για τους Φύλακες ότι πρέπει να εκπαιδεύονται στη μουσική και τη γυμναστική, ότι ομοίως πρέπει να εκπαιδεύονται και στην επιστήμη εκείνη η οποία θα τους κάνει να φροντίζουν εκείνη η οποία θα τους κάνει να φροντίζουν για την τάξη του σύμπαντος και για την ευνοϊκή στιγμή την οποία δημιουργούν οι συμπαντικές περίοδοι για όσους έχουν τη δυνατότητα να δουν ; Διότι, αν δεν έχουν καμία απολύτως επαφή με την επιστήμη αυτή, δεν θα μπορούν να γίνουν σωστοί κριτές των καιρών της ευγονίας και της αφορίας, ακόμα κι αν σε όλα τα άλλα είναι πάνσοφοι. Διότι για να συλληφθούν οι κατάλληλες αυτές χρονικές στιγμές απαιτούνται βέβαια μέθοδοι, όχι λίγες ούτε εύκολες, και όργανα για την νύχτα και για την ημέρα. Όποιος δεν έχει γνώση όλων αυτών δεν θα μπορούσε να επιλέγει και να απορρίπτει χωρίς να σφάλει σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα. Ίσως λοιπόν πρέπει να πούμε ότι αυτό που ανέλαβε ο ιδρυτής της πολιτείας στο σύνολό της είναι να κάνει τους άρχοντες σοφούς ως προς την τέχνη της διακυβέρνησης και, σύμφωνα με τα όσα λέγει ο Σωκράτης στην «Πολιτεία, 503.d», Φιλοσόφους. Και έγιναν πράγματι οι άρχοντες τέτοιοι, αφού καταρτιστήκαν με το σύνολο της παιδείας και με την ίδια την επιστήμη των θεϊκών πραγμάτων. Αφού λοιπόν έγιναν σοφοί και φιλόσοφοι, τους ανέθεσε να συμπληρώσουν τις ελλείψεις τους και να λάβουν τις γνώσεις που θα τους υποστηρίζουν στην άσκηση της εξουσίας. Διότι, καθώς έχουν γίνει πια σοφοί, θα ξέρουν ποιες άλλες περισσότερο μερικού χαρακτήρα γνώσεις, είτε εμπειρικές είτε τεχνικές, έχουν ανάγκη για την πρόνοια τους σχετικά με την πόλη. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, εφόσον τελούν ιερούς γάμους, θα χριστούν για αυτούς και τις θυσίες και τις ιεροτελεστίες. Δεν έχει ειπωθεί όμως ότι οι άρχοντες πρέπει να λαμβάνουν και αυτήν την παιδεία, καθώς ο νομοθέτης άφησε στους ίδιους το να την αποκτήσουν επιπροσθέτως. Πώς όμως δεν θα χρειαστούν και την μαντική τη στιγμή που προνοούν για τα ανθρώπινα πράγματα τα οποία είναι αστάθμητα ;; Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουνε να κατακτήσουμε και τη μαντική. Υπό την έννοια αυτή, επομένως, και σχετικά με την επιστημονική γνώση των κατάλληλων περιόδων, αν δεν τους υποχρέωνε κάτι άλλο, τουλάχιστον οι κατάλληλοι χρόνοι που συνδέονται με τις πράξεις επρόκειτο να τους οδηγήσουν στην επιθυμία να τους γνωρίσουν. Έχοντας εμβαθύνει λοιπόν ο νομοθέτης σε όλα αυτά, καθώς, αφενός, επρόκειτο για ανθρώπους, τους ολοκλήρωσε ως σοφούς, όσο όμως, αφετέρου, για την ενασχόληση με τις τέχνες ή τις εμπειρίες που συμβάλουν στην επίτευξη των ανθρώπινων έργων, άφησε τους ίδιους να τη συλλάβουν επιπροσθέτως και εντέλει να την αναλάβουν. Διότι όπως ακριβώς οι θεοί έτσι και οι άρχοντες της άριστης πόλης πρέπει κάποια πράγματα να παίρνουν από τον πατέρα και κάποια άλλα να συνεισφέρουν οι ίδιοι προς χάρη του εαυτού τους. Πράγματι, και οι θεοί άλλα πράγματα τα παίρνουν εκ των άνω, από τους αίτιους τους, και σε άλλα δίνουν υπόσταση οι ίδιοι μαζί με τις δικές τους σειρές, και κατακτούν διπλή τελειότητα : από τους ίδιους τους εαυτούς τους και από τους αίτιους τους. Είτε λοιπόν θα μπορούσαν οι φύλακες να χρειαστούν τη μέσω της παρατήρησης των σφαγίων μαντική είτε την κατανόηση της συμπαντικής τάξης για τις συζεύξεις είτε άλλη ενασχόληση χρήσιμη για άλλες πολιτικές ενέργειες, οι ίδιοι θα τις δούνε και θα τις καλλιεργήσουν. Κι αυτό διότι ούτε η άγνοια των απαιτούμενων μαθήσεων θα τους κάνει να τις παραμελήσουν – αφού και οι ανάγκες τους, εν πάση περιπτώσει, τους οδηγούν στην συνειδητοποίηση του ποιες μαθήσεις έχουν ανάγκη – ούτε, πάλι, η ραθυμία, σοφοί καθώς είναι και εκπαιδευμένοι με όλη την ανθρώπινη παιδεία, η οποία τους δημιούργησε τη συνήθεια να μη αδιαφορούν για καμία σπουδαία ενασχόληση, ούτε τέλος, η αδυναμία, καθώς οι φύσεις τους είναι στο έπακρο ικανές και τέτοιες που τις προσδιόρισε ο ίδιος ο Σωκράτης προκειμένου για τους μελλοντικούς φύλακες, οι οποίοι θα είναι άριστοι, μεταξύ όλων των άλλων, και στην οξύνοια τους και στην μνημονική τους ικανότητα. Με βάση, συνεπώς, όλα τα παραπάνω, ο νομοθέτης δείχνοντας τους απλώς ότι χρειάζονται και την επιστημονική θεωρία των περιόδων του Κόσμου, έκρινε σωστό να αναθέσει στους ίδιους την εύρεση και την άσκηση της θεωρίας αυτής.

Όμως αν αυτοί κάνουν λάθη τότε, όπως υποστηρίζει ο Πλάτωνας, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ψυχές όταν βρεθούν εν γενέσει δεν μπορούν να λυθούν από κανέναν άλλο παρά μόνο από τους θεούς, από τους οποίους έρχεται η αληθινή λύση. Από τους δημιουργικούς θεούς λύνονται οι δυσκολίες των φυσικών όντων οι οποίες οφείλονται στην πενία της ύλης, από τους επόπτες της δημιουργίας λύνονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν συνήθως οι ιερείς κατά τους ιερούς αγώνες, από τους θεραπευτές θεούς οι δυσκολίες των υπηρετών της θεϊκής ιατρικής, ενώ, τέλος, από τις Μούσες οι δυσκολίες που είναι δικαιολογημένο να αντιμετωπίζουν οι υπεύθυνοι για την ομοφωνία και την ομογνωμία μέσα στην πόλη.

Ο Πλάτων μας λέγει σχετικά με την ψυχή :…………………………Περί μεν λοιπόν της αθανασίας της ψυχής αρκετά είπομεν. Τώρα δε πρέπει να ασχοληθώμεν περί της φύσεως αυτής. Δια να εξηγήσωμεν τι πράγμα είναι αυτή, έχομεν οπωσδήποτε ανάγκην εντελώς θείας επιστήμης και μακράς διηγήσεως, τουναντίον δε ανθρωπίνης επιστήμης και μικροτέρας διηγήσεως δια να δώσωμεν μιαν εικόνα αυτής (εν συγκρίσει προς κάτι άλλο παρόμοιον). Κατά αυτόν λοιπόν τον τρόπον ας λέγωμεν, ομοιάζει δε ακριβώς η ψυχή με δύναμιν σύμφητον, αποτελούμενη από ζεύγος πτερωτών ίππων και από ηνίοχο. Αλλά οι μεν ίπποι και οι ηνίοχοι όλοι των θείων είναι οι ίδιοι αγαθοί και εκ καλής καταγωγής, των δε άλλων έμψυχων είναι μεικτοί. Και πρώτον μεν ο ηνίοχος ημών διευθύνει ζεύγος ίππων, αλλά ευρίσκει ότι ο μεν είς ίππος του είναι ωραίος και εξαίρετος και από ανάλογον γένος, ο δε άλλος είναι και εξ αντιθέτου γένους και αντίθετος του πρώτου. Η ηνιόχησις λοιπόν του ιδικού μας [ανθρώπινου] οχήματος είναι κατά ανάγκην επίπονος και δύσκολος. Θα προσπαθήσωμεν επομένως να εξηγήσωμεν κατά ποιόν τρόπον μερικά μεν [από τα έμψυχα] απεκλήθησαν θνητά ζώα, άλλα δεν αθάνατα. Εν γένει αι ψυχαί ασχολούνται με παν το άψυχον, περιφερόμεναι εις όλον το Σύμπαν και λαμβάνουσαι κατά καιρούς ποικίλας μορφάς. Όταν μεν λοιπόν η ψυχή είναι τέλεια και πτερωτή, πλανάται εις τον αιθέρα και όλον τον κόσμον διοικεί. Όταν όμως χάσει τα πτερά της φέρεται εδώ και εκεί, έως ότου προσκολληθεί εις κάτι στερεόν. Εγκαθίσταται τότε εκεί και αφού έλαβε σώμα γήινον, που φαίνεται ότι κινείται αφ’ αυτού διότι έχει την δύναμιν της ψυχής, το σύνολο τούτο, η σύμπηξις δηλαδή αυτή ψυχής και σώματος, εκ ήθη ζώον, το οποίον επωνομάσθει και θνητόν. Ως προς το αθάνατον Ον, δεν αποδεικνύεται καθόλου από ορθούς συλλογισμούς, αλλά πλάττομεν τον θεόν, επειδή ούτε είδομεν ούτε κατενοήσαμεν επαρκώς την θείαν φύσιν, ως αθάνατον τι ζώον που έχει ψυχήν, έχει δε και σώμα, και αυτά συμφυή αιωνίως. Αλλά το πράγμα τούτο ας έχει και ας λέγεται οπωσδήποτε είναι αρεστόν εις τον θεόν. Ημείς όμως τώρα ας εξηγήσωμεν διατί η ψυχή απέβαλε τα πτερά της, η αιτία δε αυτή είναι η εξής περίπου : Η δύναμις των πτερών εκ φύσεως δύναται να αναβιβάζει το βαρύ υψηλά προς τους αιθέρας, όπου κατοικεί το γένος των θεών. Μετέχει δε κατά τινά τρόπο του θείου η δύναμις των πτερών περισσότερον από τας άλλας σωματικάς δυνάμεις. Το θείον εξ άλλου είναι ωραίον, σοφόν και αγαθόν και έχει κάθε άλλην ανάλογον ιδιότητα. Με αυτάς λοιπόν τρέφεται και αυξάνει προ πάντων το πτέρωμα της ψυχής, με την ασχημίαν δε, τη κακίαν και τας άλλας αντιθέτους ιδιότητας φθίνει και καταστρέφεται. Και ο μεν Ζευς, μέγας ηγεμών εις τον ουρανόν, διευθύνων πτερωτόν άρμα, πρώτος πορεύεται κανονίζων τα πάντα και φροντίζων δια αυτά. Τον ακολουθεί δε στρατιά θεών και δαιμόνων διηρημένη εις ένδεκα τάγματα. Διότι μόνον η Εστία παραμένει μέσα εις τον οίκον των αθανάτων. Οι άλλοι δε από τους δώδεκα θεούς, όσοι είναι τεταγμένοι ως άρχοντες των άλλων ταγμάτων, προηγούνται κατά την ορισθείσα σειράν.Πολλά λοιπόν και ευφρόσυνα θεάματα υπάρχουν μέσα εις τους ενδοτέρους δρόμους του ουρανού, όπου περιφέρεται το γένος των ευδαιμόνων θεών, εκ των οποίων έκαστος επιτελεί την ιδιαιτέραν του λειτουργία, τον ακολουθεί δε και όποιος θέλει και δύναται πάντοτε να τον ακολουθεί. Διότι ο φθόνος στέκει έξω από τον θείον τούτον χορόν. Όταν μάλιστα πηγαίνουν εις την ευωχίαν και το συμπόσιον, διευθύνονται από δρόμον ανηφορικόν εις την υψηλοτέραν κάτω από τον ουρανόν αψίδα. Και τα μεν οχήματα των θεών, τηρούντα ισορροπίαν διότι είναι ευδιοίκητα, πορεύονται με ευκολίαν, τα δε άλλα οχήματα με δυσκολία και κόπον. Διότι ο ίππος που έχει κακίαν παρεκκλίνει γέρνων και βαρύνων προς την γην, εάν ο ηνίοχος του δεν τον έχει δαμάσει καλώς. Εκεί τότε η ψυχή υφίσταται δοκιμασίαν και αγώνα έσχατον. Πράγματι αι μεν ψυχαί που καλούνται αθάνατοι, όταν φθάσουν εις το ακρότατον σημείον του ουρανού υπερβάσαι τον ουράνιον θόλο στέκονται επάνω εις αυτόν, εκεί δε ευρισκόμεναι περιάγονται από την περιφοράν, ενώ θεωρούν το έξω του ουρανού σύμπαν. Αυτόν τον υπερουράνιο τόπον ούτε τον εξύμνησεν ακόμη κανείς ποιητής από τους ιδικούς μας εδώ κάτω, ούτε ποτέ θα τον εξυμνήσει κατά αξίαν. Έχει δε ούτος ως εξής. διότι οφείλει κανείς να τολμήσει να ειπή την αλήθειαν, ιδίως όταν ομιλεί δια αυτήν την Αλήθειαν. Η πραγματική δηλαδή ουσία της ψυχής, η αχρωμάτιστος και ασχημάτιστος και αψηλάφητος, είναι θεατή μόνον από τον κυβερνήτην της ψυχής, τον νούν. Πέριξ αυτής έχει την έδραν της η τελεία επιστήμη, η οποία περιλαμβάνει την αλήθεια ολόκληρον. Η διάνοια λοιπόν του θεού, επειδή τρέφεται με νούν και επιστήμη ακήρατον, καθώς και η διάνοια κάθε άλλης ψυχής που μέλλει να εκπληρώσει τον προορισμό της, όταν ιδεί την ουσίαν από την οποίαν απεχωρίσθη προ μακρού χρόνου, είναι πλήρης αγάπης και θεωμένη την αλήθεια τέρπεται και ευφραίνεται έως ότου η κυκλική περιφορά την επαναφέρει εις το αυτό σημείον. Κατά το διάστημα όμως αυτής της περιφοράς έχει υπό τα όμματα της αφενός μεν την καθαυτό δικαιοσύνην, αφετέρου δε την καθεαυτό σωφροσύνην και την επιστήμην, όχι την υποκείμενην εις μεταβολάς που δεικνύει διαφοράς εις έκαστον των διαφόρων αντικειμένων, τα οποία ημείς τώρα [ως θνητοί] καλούμεν όντα, αλλά την επιστήμην που ασχολείται περί της πραγματικότητος των όντων. Και αφού επισκοπήσει και τας άλλας ουσίας των όντων και χορτάσει από αυτάς, εισδύει πάλιν εις το έσω μέρος του ουρανού και επανέρχεται εις την διαμονήν της. Μόλις όμως φθάσει αυτή, ο ηνίοχος σταματά τους ίππους προς της φάτνης και προσφέρει εις αυτούς αμβροσία, κατόπιν δε τους ποτίζει νέκταρ.Και αυτός μεν είναι ο βίος των Θεών. Από τας άλλας πάλιν ψυχάς, η μεν δυνάμενη να ακολουθήσει τους Θεούς και ομοιάζουσα προς αυτούς υπερυψώνει την κεφαλήν του ηνίοχου εις τον έξω του ουρανού τόπον και φέρεται μαζί και αυτή κατά την κυκλικήν περιφοράν του ουρανού. Επειδή όμως θορυβείται από τους ίππους, μόλις θεάται τας ουσίας των όντων. Άλλη ψυχή άλλοτε μεν υψώνει την κεφαλήν, άλλοτε δε βυθίζεται, και επειδή οι ίπποι την παρασύρουν με βίαν, άλλας με ουσίας των όντων βλέπει, άλλας δε όχι. Τέλος αι άλλαι ψυχαί, αν και γλίχονται να ακολουθήσουν τον προς τα επάνω δρόμον, δεν έχουν την δύναμιν και ως καταποντισμέναι συγκυλίονται, πατούνται μεταξύ των και συνθλίβονται με τας προσπαθείας των να προσπεράσει η μια την άλλην, Θορυβούν λοιπόν και ανταγωνίζονται μέχρις εσχάτων και χύνουν ιδρώτας και τότε δα ένεκα της ανεπιτηδειότητος των ηνιόχων πολλαί μεν ακρωτηριάζονται, πολλών δε θραύονται τα πτερά. Όλαι τέλος απέρχονται κατόπιν αγώνων ανεπιτυχών να ενατενίσουν το απόλυτον όν και απομακρυνθείσαι τρέφονται με απλές δοξασίες, ενώ αι ψυχαί των θεών και αι προς αυτάς έχουν ως τροφήν την γνώσιν. Η αιτία όμως της κατεπειγούσης προθυμίας να ιδούν που ευρίσκεται η πεδιάδα της Αλήθειας είναι ότι η τροφή που αρμόζει εις το άριστον μέρος της ψυχής παράγεται από τον εκεί λειμώνα, και ότι το πτερόν με το οποίο ανυψούται η ψυχή έχει την φυσική ιδιότητα να τρέφεται από εκεί….. ……………Περὶ μὲν οὖν ἀθανασίας αὐτῆς ἱκανῶς· περὶ δὲ τῆς ἰδέας αὐτῆς ὧδε λεκτέον. οἷον μέν ἐστι͵ πάντῃ πάντως θείας εἶναι καὶ μακρᾶς διηγήσεως͵ ᾧ δὲ ἔοικεν͵ ἀνθρωπίνης τε καὶ ἐλάττονος· ταύτῃ οὖν λέγωμεν. ἐοικέτω δὴ συμφύτῳ δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἡνιόχου. θεῶν μὲν οὖν ἵπποι τε καὶ ἡνίοχοι πάντες αὐτοί τε ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν͵ τὸ δὲ τῶν ἄλλων μέμεικται. καὶ πρῶτον μὲν ἡμῶν ὁ ἄρχων συνωρίδος ἡνιοχεῖ͵ εἶτα τῶν ἵππων ὁ μὲν αὐτῷ καλός τε καὶ ἀγαθὸς καὶ ἐκ τοιούτων͵ ὁ δ΄ ἐξ ἐναντίων τε καὶ ἐναντίος· χαλεπὴ δὴ καὶ δύσκολος ἐξ ἀνάγκης ἡ περὶ ἡμᾶς ἡνιόχησις. πῇ δὴ οὖν θνητόν τε καὶ ἀθάνατον ζῷον ἐκλήθη πειρατέον εἰπεῖν. ψυχὴ πᾶσα παντὸς ἐπιμελεῖται τοῦ ἀψύχου͵ πάντα δὲ οὐρανὸν περιπολεῖ͵ ἄλλοτ΄ ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη. τελέα μὲν οὖν οὖσα καὶ ἐπτερωμένη μετεωροπορεῖ τε καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖ͵ ἡ δὲ πτερορρυήσασα φέρεται ἕως ἂν στερεοῦ τινος ἀντιλάβηται͵ οὗ κατοικισθεῖσα͵ σῶμα γήϊνον λαβοῦσα͵ αὐτὸ αὑτὸ δοκοῦν κινεῖν διὰ τὴν ἐκείνης δύναμιν͵ ζῷον τὸ σύμπαν ἐκλήθη͵ ψυχὴ καὶ σῶμα παγέν͵ θνητόν τ΄ ἔσχεν ἐπωνυμίαν· ἀθάνατον δὲ οὐδ΄ ἐξ ἑνὸς λόγου λελογισμένου͵ ἀλλὰ πλάττομεν οὔτε ἰδόντες οὔτε ἱκανῶς νοήσαντες θεόν͵ ἀθάνατόν τι ζῷον͵ ἔχον μὲν ψυχήν͵ ἔχον δὲ σῶμα͵ τὸν ἀεὶ δὲ χρόνον ταῦτα συμπεφυκότα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν δή͵ ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον͵ ταύτῃ ἐχέτω τε καὶ λεγέσθω· τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς͵ δι΄ ἣν ψυχῆς ἀπορρεῖ͵ λάβωμεν. ἔστι δέ τις τοιάδε. Πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετεωρίζουσα ᾗ τὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ͵ κεκοινώνηκε δέ πῃ μάλιστα τῶν περὶ τὸ σῶμα τοῦ θείου [ψυχή]͵ τὸ δὲ θεῖον καλόν͵ σοφόν͵ ἀγαθόν͵ καὶ πᾶν ὅτι τοιοῦτον· τούτοις δὴ τρέφεταί τε καὶ αὔξεται μάλιστά γε τὸ τῆς ψυχῆς πτέρωμα͵ αἰσχρῷ δὲ καὶ κακῷ καὶ τοῖς ἐναντίοις φθίνει τε καὶ διόλ λυται. ὁ μὲν δὴ μέγας ἡγεμὼν ἐν οὐρανῷ Ζεύς͵ ἐλαύνων πτηνὸν ἅρμα͵ πρῶτος πορεύεται͵ διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπιμελούμενος· τῷ δ΄ ἕπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ δαιμόνων͵ κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη. μένει γὰρ Ἑστία ἐν θεῶν οἴκῳ μόνη· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι ἐν τῷ τῶν δώδεκα ἀριθμῷ τεταγμένοι θεοὶ ἄρχοντες ἡγοῦνται κατὰ τάξιν ἣν ἕκαστος ἐτάχθη. πολλαὶ μὲν οὖν καὶ μακάριαι θέαι τε καὶ διέξοδοι ἐντὸς οὐρανοῦ͵ ἃς θεῶν γένος εὐδαιμόνων ἐπιστρέφεται πράττων ἕκαστος αὐτῶν τὸ αὑτοῦ͵ ἕπεται δὲ ὁ ἀεὶ ἐθέλων τε καὶ δυνάμενος· φθόνος γὰρ ἔξω θείου χοροῦ ἵσταται. ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν͵ ἄκραν ἐπὶ τὴν ὑπουράνιον ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες͵ ᾗ δὴ τὰ μὲν θεῶν ὀχήματα ἰσορρόπως εὐήνια ὄντα ῥᾳδίως πορεύεται͵ τὰ δὲ ἄλλα μόγις· βρίθει γὰρ ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων͵ ἐπὶ τὴν γῆν ῥέπων τε καὶ βαρύνων ᾧ μὴ καλῶς ἦν τεθραμμένος τῶν ἡνιόχων. ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται. αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι͵ ἡνίκ΄ ἂν πρὸς ἄκρῳ γένωνται͵ ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ νώτῳ͵ στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά͵ αἱ δὲ θεωροῦσι τὰ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ. Τὸν δὲ ὑπερουράνιον τόπον οὔτε τις ὕμνησέ πω τῶν τῇδε ποιητὴς οὔτε ποτὲ ὑμνήσει κατ΄ ἀξίαν. ἔχει δὲ ὧδε – τολμητέον γὰρ οὖν τό γε ἀληθὲς εἰπεῖν͵ ἄλλως τε καὶ περὶ ἀληθείας λέγοντα – ἡ γὰρ ἀχρώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀναφὴς οὐσία ὄντως οὖσα͵ ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατὴ νῷ͵ περὶ ἣν τὸ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος͵ τοῦτον ἔχει τὸν τόπον. ἅτ΄ οὖν θεοῦ διάνοια νῷ τε καὶ ἐπιστήμῃ ἀκηράτῳ τρεφομένη͵ καὶ ἁπάσης ψυχῆς ὅσῃ ἂν μέλῃ τὸ προσῆκον δέξασθαι͵ ἰδοῦσα διὰ χρόνου τὸ ὂν ἀγαπᾷ τε καὶ θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καὶ εὐπαθεῖ͵ ἕως ἂν κύκλῳ ἡ περιφορὰ εἰς ταὐτὸν περιενέγκῃ. ἐν δὲ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μὲν αὐτὴν δικαιοσύνην͵ καθορᾷ δὲ σωφροσύνην͵ καθορᾷ δὲ ἐπιστήμην͵ οὐχ ᾗ γένεσις πρόσεστιν͵ οὐδ΄ ἥ ἐστίν που ἑτέρα ἐν ἑτέρῳ οὖσα ὧν ἡμεῖς νῦν ὄντων καλοῦμεν͵ ἀλλὰ τὴν ἐν τῷ ὅ ἐστιν ὂν ὄντως ἐπιστήμην οὖσαν· καὶ τἆλλα ὡσαύτως τὰ ὄντα ὄντως θεασαμένη καὶ ἑστιαθεῖσα͵ δῦσα πάλιν εἰς τὸ εἴσω τοῦ οὐρανοῦ͵ οἴκαδε ἦλθεν. ἐλθούσης δὲ αὐτῆς ὁ ἡνίοχος πρὸς τὴν φάτνην τοὺς ἵππους στήσας παρέβαλεν ἀμβροσίαν τε καὶ ἐπ΄ αὐτῇ νέκταρ ἐπότισεν. Καὶ οὗτος μὲν θεῶν βίος· αἱ δὲ ἄλλαι ψυχαί͵ ἡ μὲν ἄριστα θεῷ ἑπομένη καὶ εἰκασμένη ὑπερῆρεν εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν͵ καὶ συμπεριηνέχθη τὴν περιφοράν͵ θορυβουμένη ὑπὸ τῶν ἵππων καὶ μόγις καθορῶσα τὰ ὄντα· ἡ δὲ τοτὲ μὲν ἦρεν͵ τοτὲ δ΄ ἔδυ͵ βιαζομένων δὲ τῶν ἵππων τὰ μὲν εἶδεν͵ τὰ δ΄ οὔ. αἱ δὲ δὴ ἄλλαι γλιχόμεναι μὲν ἅπασαι τοῦ ἄνω ἕπονται͵ ἀδυνατοῦσαι δέ͵ ὑποβρύχιαι συμπεριφέρονται͵ πατοῦσαι ἀλλήλας καὶ ἐπιβάλλουσαι͵ ἑτέρα πρὸ τῆς ἑτέρας πειρωμένη γενέσθαι. θόρυβος οὖν καὶ ἅμιλλα καὶ ἱδρὼς ἔσχατος γίγνεται͵ οὗ δὴ κακίᾳ ἡνιόχων πολλαὶ μὲν χωλεύονται͵ πολλαὶ δὲ πολλὰ πτερὰ θραύονται· πᾶσαι δὲ πολὺν ἔχουσαι πόνον ἀτελεῖς τῆς τοῦ ὄντος θέας ἀπέρχονται͵ καὶ ἀπελθοῦσαι τροφῇ δοξαστῇ χρῶνται. οὗ δ΄ ἕνεχ΄ ἡ πολλὴ σπουδὴ τὸ ἀληθείας ἰδεῖν πεδίον οὗ ἐστιν͵ ἥ τε δὴ προσήκουσα ψυχῆς τῷ ἀρίστῳ νομὴ ἐκ τοῦ ἐκεῖ λειμῶνοςτυγχάνει οὖσα͵ ἥ τε τοῦ πτεροῦ φύσις͵ ᾧ ψυχὴ κουφίζεται͵ τούτῳ τρέφεται. …………..(Βλ. Πλάτων “Φαίδρος”, 246.a.3 – 248.a).

Για την προαναφερόμενη τροφή ο Πρόκλος μας λέγει ότι : Τροφή, προκειμένου για τους Θεούς, είναι η νοητική συμπλήρωση των υψηλότερων με τους κατώτερους. Οι θεοί λοιπόν τρέφονται όταν νοούν τους προ αυτών θεούς και τελειοποιούνται και ατενίζουν τα «νοητά κάλλη», επι παραδείγματι τη δικαιοσύνη καθαυτή, τη σωφροσύνη καθαυτή όπως ειπώθεικε στον «Φαίδρο». Έτσι κατά αναλογία και εμείς θα πούμε ότι και οι άνθρωποι τρέφονται όταν νοούν τους προ αυτών θεούς και τελειοποιούνται και ατενίζουν τα «νοητά κάλλη», επί παραδείγματι τη δικαιοσύνη καθαυτή, την σωφροσύνη καθαυτή, και ούτω καθεξής.

Ο Πλάτων στον «Τίμαιο 90. c.6 – d.7» μας λέγει ότι οπωσδήποτε δια κάθε άνθρωπο ένας είναι ο τρόπος θεραπείας: να αποδίδει σε κάθε μέρος του τις τροφές και τις κινήσεις που του ανήκουν. Προς το εντός μας θείο – τον νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Αυτές λοιπόν πρέπει να ακολουθεί ο κάθε ένας μας, προσπαθώντας να ανορθώσει τας διεφθαρμένας περιφοράς της γενέσεως που υπάρχουν μέσα εις την κεφαλή μας με την πλήρη κατανόηση των αρμονιών και των περιφερειών του Σύμπαντος. Πρέπει ο καθένας να εξομοιώσει τον εαυτό του που κατανοεί, με το κατανοούμουνο, τις αρμονίες και τις περιφορές συμφώνως προς την αρχική του φύση, και αφού τον εξομοιώσει, να φθάσει εις τον τελικό σκοπό της αρίστης ζωής, που προκαθόρισαν οι θεοί, και δια το παρόν και δια το μέλλον. Άλλωστε, όπως λέγει ο ίδιος στον «Τίμαιο, 47.b.5 – c.4», τα όμματα εφευρέθηκε και μας δόθηκαν από τον θεό ώστε βλέποντες και κατανοούντες τις περιφορές του Νου στον ουρανό, να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα των τεταραγμένων περιφορών της ιδικής μας διανοήσεως, αφού είναι συγγενείς με εκείνες τις αδιαταράκτους. Αφού δε κατανοήσουμε καλώς εκείνες και μετάσχωμεν της φυσικής ορθότητος των συλλογισμών, να σταθεροποιήσουμε τας εντός μας αστάτους περιφοράς, μιμούμενοι τις θείες που είναι τελείως απλανείς. Σε αυτό το σημείο θα επισημάνουμε ότι ο Πλάτων αποκαλεί τη φιλοσοφία «μεγίστη μουσική», και αυτό κατά το ότι κάνει τις ψυχικές δυνάμεις να κινούνται αρμονικά, σε συμφωνία προς τα όντα και προς τις συντεταγμένες κινήσεις των κύκλων της, και, αφετέρου, ότι προς αυτή μας οδηγεί η αναζήτηση της ουσίας του εαυτού μας και του σύμπαντος μέσα από την στροφή προς τους εαυτούς μας και προς τις ανώτερές μας υποστάσεις, και ερχόμαστε σε συμφωνία προς το σύμπαν μέσα από την εξομοίωση των εντός μας περιφορών προς αυτές του Σύμπαν.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της σπουδαιότητας της αυτής φράσης του Πλάτωνος στηριζόμενοι στα λεγόμενα του ίδιοι του Πλάτωνα θα προβούμε σε μια σχετική επιχειρηματολογία ώστε αφενός να εξηγήσουμε και αφετέρου να ενδυναμώσουμε την αυτή θέση. Αρχικώς λοιπόν θα αντιγράψουμε ένα απόσπασμα από τον «Τίμαιο» όπου περί των ψυχών λέγει ότι :…………….Αι ψυχαί εγκλείσθείσαι εις το μεγάλο αυτό ποτάμι, το σώμα, ούτε εκυριάρχουν επί αυτού ούτε εκυριαρχούντο υπό τούτου, αλλά δια της βίας παρεσύροντο και παρέσυρον, ώστε ολόκληρον το ζώο εκινείτο μεν αλλά επροχώρει ατάκτως προς οποιανδήποτε κατεύθυνσιν και ασυλογίστως, αφού είχεν όλας τας έξι κινήσεις. Διότι αυτό επροχώρει και προς τα εμπρός και προς τα οπίσω, και δεξιά και αριστερά, και άνω και κάτω, και γενικώς επλανάτο και προς τας έξι κατευθύνσεις. Διότι, αν και το κύμα που επλημμύριζε το σώμα και το έτρεφε και κατόπιν εχύνετο πάλιν έξω από αυτό ήτο πολύ, πολύ μεγαλυτέραν ταραχήν επροξένουν εις τα διάφορα σώματα τα εξωτερικά αίτια, οσάκις δηλαδή το σώμα κάποιοι ζώου συνήντα ξένον πυρ και προσέκρουε εις αυτό ή στέρεον έδαφος γής ή την ολισθηράν επιφάνειαν των υδάτων ή οσάκις καταλαμβάνετο από ανεμοθύελλα, προκαλούμενην από του αέρος. Αι κινήσεις αι προκαλούμεναι από όλα αυτά, διερχόμεναι δια μέσου του σώματος, έπιπτον επί της ψυχής. Δια αυτόν τον λόγο αι κινήσεις αυταί ωνομάσθησαν όλαι μαζί αισθήσεις, και σήμερον ακόμη έτσι ονομάζονται. Οι αισθήσεις λοιπόν αυταί προκαλούν υπερβολική και ισχυρότατη κίνησιν και με το διαρκώς και συστηματικώς ανανεούμενον κύμα κινούν διαταράσσουν δυνατά τας περιόδους [περιφοράς] της ψυχής. Του Ταύτου την έδεσαν τελείως, διότι έχουν αντίθετον κατεύθυνσιν προς αυτήν και την ημπόδισαν να εξουσιάζει και να προχωρεί. Του Θατέρου την ετάραξαν τόσο ώστε διέστρεψαν όλα τας στροφάς, δηλαδή τα διαστήματα του διπλασίου και του τριπλασίου, που είναι τρία δια το καθένα, επίσης τας μεσότητας και τας συνδέσεις του ημιολίου, του επίτριτου και του επογδόου, αφού δεν ήτο δυνατόν να διαλυθούν εντελώς αυταί παρά μόνον από εκείνον που τας συνέδεσε. Επίσης διετάραξαν τας τάξεις και τας διαφοράς των κύκλων, όπου είχον την δύναμιν να το κάμουν, ώστε αυτοί να κινούνται εις συνοχήν μεταξύ των αλλά με μεγάλη δυσκολίαν και τελείως ακανόνοστα, άλλοτε αντιμέτωποι, άλλοτε πλάγιοι και άλλοτε ύπτιοι. Συμβαίνει δηλαδή εις τους κύκλους το ίδιον που παρατηρείται, όταν κάποιος, αφού πέσει ανάσκελα, στηρίξει την κεφαλήμ κατά γής και σηκώσει τα πόδια του, ενώ ταυτοχρόνως βλέπει προς έναν άλλον που είναι απέναντί του. Εις την κατάστασιν αυτήν που ευρίσκεται ο πάσχων και οι θεαταί, τα δεξιά του ενός φαίνονται αριστερά εις τους άλλους και αριστερά δεξιά. Το ίδιο ακριβώς και άλλα παρόμοια παθήματα ισχυρά πάσχουν αι περιφοραί της ψυχής. Και όταν συναντήσουν κάποιο από τα εξωτερικά αντικείμενα που ανήκει εις το γένος του Ταύτου ή του Θατέρου, τότε το αποκαλούν ταυτόν με κάποιο άλλα ή έτερο από κάποιο άλλο, πράγμα το οποίον είναι αντίθετομ προς την αλήθεια. Και έτσι καταντούν ψευδείς και ανόητοι, και τότε καμία περιφορά δεν υπάρχει και υπάρχει μεταξύ των που να τας διευθύνει και να τας καθοδηγεί. Εις όσας περιφοράς επιπέσουν αισθήσεις προερχόμεναι εκ των έξω και μετά την επιδρομήν των παρασύρουν ολοκλήρον το υλικό περίβλημα της ψυχής, το σώμα, τότε αυταί αι περιφοραί, ενώ κυριαρχούνται, φαίνονται ότι κυριαρχούν. Δια όλους αυτούς λοιπόν τους λόγους η ψυχή ευθύς εξ αρχής, από της στιγμής που θα τεθεί εις θνητόν σώμα, γίνεται ανόητος. Όσον όμως το ρεύμα που αυξάνει και τρέφει το σώμα είναι ολιγώτερον, τότε πάλιν αι περιφοραί της ψυχής ανακτούν την ηρεμίαν των και βαδίζουν τον δρόμον τους. Με την πάροδον του χρόνου σταθεροποιούνται περισσότερον αι περιφοραί των διαφόρων κύκλων κατευθύνονται προς την φυσικήν τους διεύθυνσιν και κατά την αρμόζουσα τάξιν. Εις το ταυτόν και εις το έτερον δίδουν την ορθήν ονομασίαν και καθιστούν δρόνιμον εκείνον που τας έχει. Εάν τώρα, μαζί με τα προηγούμενα, βοηθήσει και κάποια καλή παίδευση [διαπαιδαγώγηση], τότε ο άνθρωπος γίνεται εξ ολοκλήρου υγιείς και αποφεύγει τελείως την μέγιστην νόσον. Αν όμως παραμελήσει την εκπαίδευσιν του, τότε, αφού ζήσει μία άσωτον ζωή, επανέρχεται εις τον Άδην ατελής και ανόητος……………..αἱ δ᾽ εἰς ποταμὸν ἐνδεθεῖσαι πολὺν οὔτ᾽ ἐκράτουν οὔτ᾽ ἐκρατοῦντο, βίᾳ δὲ ἐφέροντο καὶ ἔφερον, ὥστε τὸ μὲν ὅλον κινεῖσθαι ζῷον, ἀτάκτως μὴν ὅπῃ τύχοι προϊέναι καὶ ἀλόγως, τὰς ἓξ ἁπάσας κινήσεις ἔχον· εἴς τε γὰρ τὸ πρόσθε καὶ ὄπισθεν καὶ πάλιν εἰς δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ κάτω τε καὶ ἄνω καὶ πάντῃ κατὰ τοὺς ἓξ τόπους πλανώμενα προῄειν. πολλοῦ γὰρ ὄντος τοῦ κατακλύζοντος καὶ ἀπορρέοντος κύματος ὃ τὴν τροφὴν παρεῖχεν, ἔτι μείζω θόρυβον ἀπηργάζετο τὰ τῶν προσπιπτόντων παθήματα ἑκάστοις, ὅτε πυρὶ προσκρούσειε τὸ σῶμά τινος ἔξωθεν ἀλλοτρίῳ περιτυχὸν ἢ καὶ στερεῷ γῆς πάγῳ ὑγροῖς τε ὀλισθήμασιν ὑδάτων, εἴτε ζάλῃ πνευμάτων ὑπὸ ἀέρος φερομένων καταληφθείη, καὶ ὑπὸ πάντων τούτων διὰ τοῦ σώματος αἱ κινήσεις ἐπὶ τὴν ψυχὴν φερόμεναι προσπίπτοιεν· αἳ δὴ καὶ ἔπειτα διὰ ταῦτα ἐκλήθησάν τε καὶ νῦν ἔτι αἰσθήσεις συνάπασαι κέκληνται. καὶ δὴ καὶ τότε ἐν τῷ παρόντι πλείστην καὶ μεγίστην παρεχόμεναι κίνησιν, μετὰ τοῦ ῥέοντος ἐνδελεχῶς ὀχετοῦ κινοῦσαι καὶ σφοδρῶς σείουσαι τὰς τῆς ψυχῆς περιόδους, τὴν μὲν ταὐτοῦ παντάπασιν ἐπέδησαν ἐναντία αὐτῇ ῥέουσαι καὶ ἐπέσχον ἄρχουσαν καὶ ἰοῦσαν, τὴν δ᾽ αὖ θατέρου διέσεισαν, ὥστε τὰς τοῦ διπλασίου καὶ τριπλασίου τρεῖς ἑκατέρας ἀποστάσεις καὶ τὰς τῶν ἡμιολίων καὶ ἐπιτρίτων καὶ ἐπογδόων μεσότητας καὶ συνδέσεις, ἐπειδὴ παντελῶς λυταὶ οὐκ ἦσαν πλὴν ὑπὸ τοῦ συνδήσαντος, πάσας μὲν στρέψαι στροφάς, πάσας δὲ κλάσεις καὶ διαφθορὰς τῶν κύκλων ἐμποιεῖν, ὁσαχῇπερ ἦν δυνατόν, ὥστε μετ᾽ ἀλλήλων μόγις συνεχομένας φέρεσθαι μέν, ἀλόγως δὲ φέρεσθαι, τοτὲ μὲν ἀντίας, ἄλλοτε δὲ πλαγίας, τοτὲ δὲ ὑπτίας· οἷον ὅταν τις ὕπτιος ἐρείσας τὴν κεφαλὴν μὲν ἐπὶ γῆς, τοὺς δὲ πόδας ἄνω προσβαλὼν ἔχῃ πρός τινι, τότε ἐν τούτῳ τῷ πάθει τοῦ τε πάσχοντος καὶ τῶν ὁρώντων τά τε δεξιὰ ἀριστερὰ καὶ τὰ ἀριστερὰ δεξιὰ ἑκατέροις τὰ ἑκατέρων φαντάζεται. ταὐτὸν δὴ τοῦτο καὶ τοιαῦτα ἕτερα αἱ περιφοραὶ πάσχουσαι σφοδρῶς,ὅταν τέ τῳ τῶν ἔξωθεν τοῦ ταὐτοῦ γένους ἢ τοῦ θατέρου περιτύχωσιν, τότε ταὐτόν τῳ καὶ θάτερόν του τἀναντία τῶν ἀληθῶν προσαγορεύουσαι ψευδεῖς καὶ ἀνόητοι γεγόνασιν, οὐδεμία τε ἐν αὐταῖς τότε περίοδος ἄρχουσα οὐδ᾽ ἡγεμών ἐστιν· αἷς δ᾽ ἂν ἔξωθεν αἰσθήσεις τινὲς φερόμεναι καὶ προσπεσοῦσαι συνεπισπάσωνται καὶ τὸ τῆς ψυχῆς ἅπαν κύτος, τόθ᾽ αὗται κρατούμεναι κρατεῖν δοκοῦσι. καὶ διὰ δὴ ταῦτα πάντα τὰ παθήματα νῦν κατ᾽ ἀρχάς τε ἄνους ψυχὴ γίγνεταιτὸ πρῶτον, ὅταν εἰς σῶμα ἐνδεθῇ θνητόν. ὅταν δὲ τὸ τῆς αὔξης καὶ τροφῆς ἔλαττον ἐπίῃ ῥεῦμα, πάλιν δὲ αἱ περίοδοι λαμβανόμεναι γαλήνης τὴν ἑαυτῶν ὁδὸν ἴωσι καὶ καθιστῶνται μᾶλλον ἐπιόντος τοῦ χρόνου, τότε ἤδη πρὸς τὸ κατὰ φύσιν ἰόντων σχῆμα ἑκάστων τῶν κύκλων αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι, τό τε θάτερον καὶ τὸ ταὐτὸν προσαγορεύουσαι κατ᾽ ὀρθόν, ἔμφρονα τὸν ἔχοντα αὐτὰς γιγνόμενον ἀποτελοῦσιν. ἂν μὲν οὖν δὴ καὶ συνεπιλαμβάνηταί τις ὀρθὴ τροφὴ παιδεύσεως, ὁλόκληρος ὑγιής τε παντελῶς, τὴν μεγίστην ἀποφυγὼν νόσον, γίγνεται· καταμελήσας δέ, χωλὴν τοῦ βίου διαπορευθεὶς ζωήν, ἀτελὴς καὶ ἀνόητος εἰς Ἅιδου πάλιν ἔρχεται. ταῦτα μὲν οὖν ὕστερά ποτε γίγνεται· περὶ δὲ τῶν νῦν προτεθέντων δεῖ διελθεῖν ἀκριβέστερον, τὰ δὲ πρὸ τούτων, περὶ σωμάτων κατὰ μέρη τῆς γενέσεως καὶ περὶ ψυχῆς, δι᾽ ἅς τε αἰτίας καὶ προνοίας γέγονε θεῶν, τοῦ μάλιστα εἰκότος ἀντεχομένοις, οὕτω καὶ κατὰ ταῦτα πορευομένοις διεξιτέον. Τὰς μὲν δὴ θείας περιόδους δύο οὔσας, τὸ τοῦ παντὸς σχῆμα ἀπομιμησάμενοι περιφερὲς ὄν, εἰς σφαιροειδὲς σῶμα ἐνέδησαν, τοῦτο ὃ νῦν κεφαλὴν ἐπονομάζομεν, ὃ θειότατόν τέ ἐστιν καὶ τῶν ἐν ἡμῖν πάντων δεσποτοῦν· …………….. (Βλ. Πλάτων «Τίμαιος», 43.a.6 – 44.d.6).

Αφού αντιγράψαμε λοιπόν το απόσπασμα αυτό θα πούμε ότι ο Πλάτωνας στο παρών απόσπασμα συνέδεσε άμεσα την ψυχή με το σώμα παραλείποντας όλα τα ζητήματα σχετικά με την κάθοδο της ψυχής, τον «προφήτη», τους «κλήρους», τους «τρόπους ζωής», τις «επιλογές», τον «δαίμονα», την «κατασκήνωση στην πεδιάδα της Λήθης», τους «ύπνους», το «ποτό της Λήθης», τις «βροντές» και όλα όσα παράθεσε ο μύθος στην «Πολιτεία, Ι΄ 617.d – e, 621.a – b». Δεν θα παρουσιάσει, μάλιστα, εδώ ούτε τα φόβητρα μετά την έξοδο της, τους «ποταμούς», τα «Τάρταρα», τους «άγριους εκείνους και πύρινους» δαίμονες, τους «ασπάλαθους», το «στόμιο», το «τρίστρατο», τους «δικαστές», τα οποία δίδαξε ο μύθος στην «Πολιτεία, Ι΄ 621.c, 615.e, 616.a», στον «Γοργία, 524 a, 523.c» και στον «Φαίδωνα, 112.e – 113.e».

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος : Ποια είναι η αιτία της παράληψης τους ;;

Θα απαντούσαμε ότι διατηρεί αυτό που ταιριάζει στην πρόθεση του διαλόγου και ότι εδώ παίρνει από τη θεωρία περί ψυχής μόνο ότι αφορά τη φυσική, παραδίδοντας την επαφή της ψυχής με το σώμα. Αυτό μιμήθηκε κι ο Αριστοτέλης στην πραγματεία του «Περί ψυχής» και αντιμετώπισε την ψυχή από την άποψη ης φυσικής και δεν αναφέρθηκε ούτε στις καθόδους ούτε στους κλήρους της ψυχής, παρόλο που στους «Διαλόγους» πραγματεύτηκε ειδικά αυτά τα θέματα και παρέθεσε την εισαγωγική διδασκαλία. Αυτά, λοιπόν, για το θέμα αυτό. Πρέπει, όμως, από την αρχή να ερευνήσουμε αυτό ακριβώς, γιατί δηλαδή η ψυχή κατεβαίνει στα σώματα. Επειδή θέλει να μιμηθεί την προνοητική ιδιότητα των θεών, για αυτό προχωρά στην γένεσιν [στον Κόσμο της γένεσης] αφήνοντας την ενατένιση. Γιατί, καθώς η θεϊκή τελειοποίηση είναι δυο ειδών, η μία νοητική και η άλλη προνοητική, η μια σταθερή και η άλλη κινούμενη, η ψυχή μέσω της ενατένισης απεικονίζει τη μόνιμη, τη νοητική και την ακλόνητη ιδιότητα των θεών, ενώ με τη γενεσιουργό ζωή απεικονίζει την προνοητική και κινητική ιδιότητά τους. Και, όπως ακριβώς η νόηση των ψυχών είναι μερική, έτσι και η πρόνοια είναι μερική και, επειδή είναι μερική, ασχολείται με το μερικό σώμα. Επιπλέον, η κάθοδος των ψυχών συντελεί στην τελειότητα του Κόσμου. Γιατί πρέπει να μην υπάρχουν μόνο τα αθάνατα και νοητά ζωντανά όντα, όπως είναι αυτά που υπάρχουν μεταξύ των θεών, ούτε τα θνητά και άλογα, όπως είναι τα τελευταία ζωντανά όντα της δημιουργίας, αλλά με όσα βρίσκονται ανάμεσα τους, τα οποία δεν είναι με κανένα τρόπο αθάνατα, αλλά μπορούν να μετέχουν στην λογική και στον νου. Τέτοια υπάρχουν πολλά σε πολλά μέρη του σύμπαντος. Γιατί δεν είναι μόνο ο άνθρωπος θνητό λογικό ζωντανό ον, αλλά είναι τέτοια και πολλά άλλα γένη, άλλα πιο δαιμονικά και άλλα πιο κοντά στην δική μας ουσία. Οι κάθοδοι, λοιπόν, της επιμέρους ψυχής συντελούν στην σύσταση όλων των θνητών και ταυτόχρονα λογικών ζωντανών όντων. Γιατί, λοιπόν, οι επιμέρους ψυχές, όταν κατέβουν εις γένεσιν [στον Κόσμο της γένεσης], γεμίζουν με τέτοια υλική ταραχή και με τέτοια κακά ;; Λόγω της αυτεξούσιας ροπής τους, λόγω της έντονης εξοικείωσης τους με το σώμα, λόγω της ταυτοπάθειας προς το είδωλό της ψυχής, το οποίο αποκαλούν «εμψυχωτική ψυχή», λόγω της απότομης μετάβασης από το νοητό προς το αισθητό και από το ήσυχο προς το ολότελα κινητό, λόγω της άτακτης μεταβολής η οποία είναι έμφυτη σε όσα συνίστανται από τόσο ανόμοια πράγματα, από αθάνατο και θνητό, από νοητικό και ανόητο, από διαιρεμένο και αδιαίρετο. Γιατί όλα αυτά γίνονται για την ψυχή αίτια αυτής της ταραχής και των μόχθων μέσα στον Κόσμο της γένεσης. Γιατί ας ταράζουν οι απότομες μεταβολές, οι ταυτοπάθειες με αυτό που κινείται (γιατί κυνηγάμε το κινούμενο που μας φεύγει διαρκώς), και επίσης η νεύσις [πτώση] της ψυχής η οποία άναψε φως μέσα στο σώμα, ενώ η ίδια έχει βρεθεί στο σκοτάδι, και η οποία έδωσε ζωή στο σώμα, ενώ έχασε τον εαυτό της και τον νου της. Γιατί το θνητό προσλαμβάνει νου, ενώ το νοητικό προσλαμβάνει τον θάνατο, και το σύνολο των δύο γίνεται, όπως λέει στους «Νόμους, 644.d», «θαύμα» συντιθέμενο από θνητό και αθάνατο, από νοητικό και ανόητο. Γιατί αυτός ο φυσικός δεσμός είναι θάνατος της αθάνατης ζωής και ζωογονία του θνητού σώματος. Τις αιτίες, λοιπόν, της καθόδου που οφείλονται στην ψυχή τις έχει παρουσιάσει ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο, 248.c», κατηγορώντας την λήθη, το χάσιμο των φτερών και τα όσα έπονται τούτων. Εδώ έχει παρουσιάσει τις αιτίες που οφείλονται στους θεούς (γιατί οι θεοί είναι αυτοί που συνδέουν την ψυχή με το σώμα. Εδώ, όμως, ο Πλάτωνας δεν προσθέτει πως η ψυχή απομακρύνθηκε από τον ουρανό και μέσω ποιών ειδών ζωής προχωρά). Στην «Πολιτεία, Ι’ 617.b» έχει παρουσιάσει τις αιτίες που οφείλονται και στους δύο. Γιατί αναφέρθηκε ο προφήτης, οι Μοίρες, ο δαίμονας, καθώς και οι κλήροι, τα υποδείγματα των τρόπων ζωής και οι επιλογές. Εκείνα, λοιπόν, έχουν εξεταστεί στην «Πολιτεία, Ι’ 617.b». Πρέπει, όμως, να εξετάσουμε και όσα λέγονται εδώ, τι είναι ο «ποταμός», τι είναι η «δέσμευση», τι είναι το «πολλαπλό» (γιατί αυτός ο ποταμός λέγεται πολλαπλός), τι είναι το ότι η ψυχές «ούτε κυριαρχούν ούτε κυριαρχούνται». Ο «Ποταμός», λοιπόν, δεν σημαίνει μόνο το ανθρώπινο σώμα, αλλά και ολόκληρο το γεννημένο Κόσμο ο οποίος μας περιβάλλει εξωτερικά. Και σημαίνει τον Κόσμο λόγω της ορμητικής και ασταθούς ροής του. Έτσι, λοιπόν, και στην «Πολιτεία» ο Πλάτωνας αποκάλεσε ποταμό της Λήθης ολόκληρη τη γενεσιουργό φύση [τη φύση του γεννημένου Κόσμο], όπου βρίσκεται η Λήθη, ο «της Άτης λειμών» [το «λιβάδι του Ολέθρου»], όπως λέει ο Εμπεδοκλής στο απ. Νο. 121, το «λαβρόν της ύλης» [η «ορμή της ύλης»] και ο «μισοφαής Κόσμος»[ο «Κόσμος που μισεί το φως»], όπως λένε οι θεοί, και τα «σκολιά ρείθρα» [τα «περίπλοκα ρέματα»], από τα οποία πολλοί παρασύρονται, όπως λένε οι Χρησμοί. Η «δέσμευση» φανερώνει την συμπεποδισμένην ζωή [παγιδευμένη ψυχή] η οποία φτάνει μέχρι την κατώτατη βαθμίδα. Γιατί το δεσμευμένο εμποδίζεται να προχωρήσει, έχει φτάσει στο τέλος της κίνησή του, και η ψυχή που μοιράστηκε τις δυνάμεις της με το σώμα, βρίσκεται στο τέλος της καθόδου της. Το «πολλαπλό» υποδεικνύει την πεπληθησμένη και ολότελα διαιρεμένη ροή της γενέσεως [του Κόσμου της γενέσεως]. Το ότι οι ψυχές «ούτε κυριαρχούν ούτε κυριαρχούνται» δηλώνει ότι καθένα από τα δύο που συνδέθηκαν διατηρεί τη φύση του. Γιατί η σύνδεση της ψυχής και του σώματος δεν έχει γίνει με αμοιβαία φθορά τους, όπως στην περίπτωση των κραμάτων. Γιατί ούτε το σώμα μεταβαίνει στην ουσία της ψυχής ούτε η ψυχή στην ιδιότητα του σώματος. Γιατί κανένα από τα δύο δεν εξομοιώνει το άλλο με τον εαυτό του. Ούτε, λοιπόν, κυριαρχείται η ψυχή από το σώμα (γιατί δεν γίνεται άψυχη) ούτε κυριαρχεί στο σώμα (γιατί δεν το κάνει ασώματο). Κατά τα άλλα όμως κυριαρχεί, επειδή το συνέχει, και κυριαρχείται, επειδή εμποδίζεται ως προς την νόησή της. Ο Πλάτωνας, όμως, προτίμησε την άρνηση παρά την κατάφαση καθενός από τα δυο ρήματα, προκειμένου να κατανοήσουμε ότι καθένα από τα δύο διατηρεί την ιδιότητά του κατά την επικοινωνία τους και την καθαρότητά του κατά την ανάμειξή τους.

Στον σημείο μάλιστα του κειμένου που λέγει ότι «Διότι, αν και το κύμα που επλημμύριζε το σώμα και το έτρεφε και κατόπιν εχύνετο πάλιν έξω από αυτό ήτο πολύ, πολύ μεγαλυτέραν ταραχήν επροξένουν εις τα διάφορα σώματα τα εξωτερικά αίτια, οσάκις δηλαδή το σώμα κάποιοι ζώου συνήντα ξένον πυρ και προσέκρουε εις αυτό ή στέρεον έδαφος γής ή την ολισθηράν επιφάνειαν των υδάτων ή οσάκις καταλαμβάνετο από ανεμοθύελλα, προκαλούμενην από του αέρος. Αι κινήσεις αι προκαλούμεναι από όλα αυτά , διερχόμεναι δια μέσου του σώματος, έπιπτον επί της ψυχής» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να άγει ολόκληρη την ταραχή σε αυτές τις δύο αιτίες, στην θρεπτική και στην αισθητική ζωή. Αυτές είναι η επιθυμητική και η γνωστική δύναμη ολόκληρου του άλογου μέρους της ψυχής μας, δυνάμεις στις οποίες συνηθίζουν να διαιρούμε όλες τις δυνάμεις της ψυχής, λέγοντας ότι άλλες είναι ζωτικές και άλλες γνωστικές. Αυτά λοιπόν που είναι τα αίτια της ταραχής των ψυχών είναι η κίνηση της θρεπτικής δύναμης της ψυχής και τα πλήγματα που δέχεται η αίσθηση.

Όμως, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι λόγω αυτών η ψυχή παθαίνει κάτι. Γιατί, όπως ακριβώς κάποιος στέκεται σε μία ακτή και επιδεικνύει το είδωλό του και τη μορφή του μέσα στα ύδατα ενός εν κίνηση ποταμού, ο ίδιος διατηρεί αμετάβλητο το πρόσωπο του, ενώ το ρεύμα που κινείται, μεταβάλλει με κάθε τρόπο το είδωλο, ώστε κάθε φορά να το δείχνει διαφορετικό, στραβό και ίσιο, ίσως διασπασμένο και συνεχές, και βλέποντας το αυτό εκείνος νομίζει, επειδή δεν είναι συνηθισμένος σε αυτό το φαινόμενο, ότι βλέπει τον εαυτό του να πάσχει, παρόλο που παρατηρεί μόνο την σκιά του μέσα στα εν κίνηση ύδατα του ποταμού. Πιστεύοντας λοιπόν αυτό, στεναχωριέται , ταράζεται, εκπλήσσεται και καταβάλλεται, κατά τον ίδιο τρόπο και η ψυχή βλέποντας το είδωλό της, το οποίο βρίσκεται μέσα στο σώμα, να κινείται μέσα στον ποταμό της γενέσεως [του Κόσμου της γενέσεως] και να διαμορφώνεται κάθε φορά και διαφορετικά από τα εσωτερικά πάθη και από όσα την πλήττουν από έξω, η ίδια είναι απαθής, όμως νομίζει ότι το είδωλό της είναι ο εαυτός της, θορυβείται, ενοχλείται και πέφτει σε αμηχανία.

Όταν δε λέγει ότι «Οι αισθήσεις προκαλούν υπερβολική και ισχυρότατη κίνησιν και με το διαρκώς και συστηματικώς ανανεούμενον κύμα κινούν διαταράσσουν δυνατά τας περιόδους [περιφοράς] της ψυχής. Του Ταύτου την έδεσαν τελείως, διότι έχουν αντίθετον κατεύθυνσιν προς αυτήν και την ημπόδισαν να εξουσιάζει και να προχωρεί» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μας υπενθυμίσει ότι η αίσθηση αφορά το παρόν όπως ακριβώς η μνήμη αφορά το παρελθόν και η ελπίδα το μέλλον. Η αίσθηση λοιπόν όσων συμβαίνουν κινεί την ψυχή προς το παρόν σε συνεργασία πάντα με την θρεπτική δύναμη η οποία αυτό που διαρρέει το αναπληρώνει πάντα με αυτό που εισρέει και συνθέτει πάλι αυτό που διέλυσε σύμφωνα με το υφαντό της Πηνελόπης. Γιατί αυτό είναι το «ρεύμα που ρέει συνεχώς». Και αποκαλείται ρεύμα δικαιολογημένα γιατί αυτό είναι μέρος ολόκληρου του ποταμού της γένεσης, ο οποίος είναι πολλαπλός.

Μαζί με την θρεπτική δύναμη, λοιπόν, η αίσθηση ταράζει και θορυβεί τις περιφορές της αθανάτου ψυχής και εμποδίζει την περιφορά του Ταύτου [ουράνιος ισημερινός] και κλονίζει την περιφορά του Θατέρου [εκλειπτική του ζωδιακού]. Γιατί, καθώς μέσα στην ψυχή οι κύκλοι είναι δύο κατά μίμηση των θεϊκών ψυχών, ο μεν κύκλος των νοητών θεατής που είναι ο διανοητικός, αυτός είναι ο κύκλος του Ταύτου, σταματά μόνο την ενέργεια του χωρίς να υφίσταται καμία διαστρέβλωση. Ο κύκλος όμως ο δοξαστικός, αυτός είναι του Θατέρου, διαστρεβλώνεται κιόλας και αυτό δικαιολογημένα. Γιατί είναι δυνατόν να δογματίζει κανείς εσφαλμένα, δεν είναι δυνατόν όμως να έχει κάποιος επισταμένη γνώση εσφαλμένα.

Αν κανείς όμως υποστηρίζει ότι η διανόηση μπορεί να έχει διπλή αμάθεια και πώς, ότι υφίσταται τη διπλή αμάθεια, είναι διαστρεβλωμένο, ας έχει υπόψη του ότι η διπλή αμάθεια δεν ανήκει απολύτως στην διανόηση, αλλά ξεκινά από εκεί και μεταφυτεύεται στον δοξασία. Γιατί στον βαθμό που είναι αμάθεια και στέρηση της επιστάμενης γνώσης, σε αυτόν τον βαθμό είναι ακινησία του επιστημονικού μέρους της ψυχής και έχει ξεκινήσει από τη διανόηση, ενώ στον βαθμό που η αμάθεια προσθέτει και την πίστη της γνώσης, βρίσκεται μέσα στην δοξασία. Και η αμάθεια προκύπτει από την διανόηση που έχει εμποδιστεί από την απραξία και αποκρύβει τους συλλογισμούς , ενώ η εσφαλμένη πίστη είναι ένα είδος διαστρέβλωσης της ίδιας της δοξασίας. Γιατί είναι ψευδής και βλάπτει αυτό που την έχει. Γιατί, ότι είναι στην πράξη το κακό, αυτό είναι στην γνώση το ψεύδος. Άρα η περιφορά του Ταύτου έχει μόνο εμποδιστεί και μοιάζει με τους δεσμώτες που για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ενεργήσουν, αλλά παραμένουν άφθαρτοι. Η περιφορά, όμως, του Θατέρου έχει κλονιστεί επειδή γέμισε με ψευδείς δοξασίες. Γιατί η γειτονία με την άλογη ζωή την κάνει να δεχτεί κάποιο πάθημα από τα εξωτερικά πράγματα.

Διαβάζοντας λοιπόν κανείς το παραπάνω απόσπασμα αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει ολόκληρη της ζωή μας ευδαίμονα [ευτυχισμένη] ;;

Άραγε, αφού ο ηνίοχος της ψυχής είναι το κορυφαίο μέρος της – δηλ. το λογιστικό – δεν θα είναι το να έχει η λογική την αρετή που της αρμόζει ;; Ασφαλώς και με κάτι τέτοιο θα συμφωνήσουμε. Αν όμως είναι ευδαίμον και το σύνολο μας όταν το κυρίαρχο μέρος μας είναι τέλειο, ότι μας εμποδίζει να είμαστε όλοι άνθρωποι ευδαίμονες, αν το κορυφαίο μέρος μας νοεί πάντα και είναι πάντα κοντά στα θεία ;; Γιατί, αν αυτό το μέρος είναι ο νους, δεν έχει καμία σχέση με την ψυχή. Αν είναι, όπως και είναι, μέρος της ψυχής, θα είναι ευτυχισμένη και η υπόλοιπη ψυχή.

Και ποιος είναι ο ηνίοχος της ψυχής ;; Μα το πιο χαρισματικό και το κορυφαίο, θα λέγαμε, μέρος μας. Και πως δεν πρέπει να πούμε αυτό, εφόσον ο ηνίοχος είναι αυτός που κυβερνά ολόκληρη της ουσία μας και βλέπει με το κεφάλι του τον υπερουράνιο τόπο και εξομοιώνεται με τον «μέγα ηγεμόνα» των θεών, ο οποίος «οδηγεί ιπτάμενο» άρμα και «πορεύεται στον ουρανό ως πρώτος ηνίοχος», και αν αυτός, όπως λέγει ο Πλάτωνας στον «Φαίδρο, 248.a», άλλοτε σηκώνεται ψηλά και υψώνει «το κεφάλι προς τον εξωτερικό τόπο» και άλλοτε βυθίζεται και γεμίζει το άρμα του με χωλότητα και με πτερορρύηση [πτώση των φτερών], είναι φανερό το τι προκύπτει από αυτά, ότι δηλαδή είναι ανάγκη το κορυφαίο μέρος μας να βρίσκεται κάθε φορά σε διαφορετική κατάσταση.

Άρα, δικαιολογημένα έχει ειπωθεί ότι η περιφορά της ταυτότητας εμποδίστηκε «να κυβερνά» και να προχωρά. Γιατί έχει διπλή τελειότητα, πρακτική και θεωρητική, και έχει χάσει και τις δυο. Γιατί δεν μπορεί να κυβερνά όσα υπάγονται σε αυτήν λόγω της άστατης κίνησή τους, ούτε μπορεί να προχωρά, δηλαδή να νοεί. Γιατί ενέργεια της περιφοράς είναι η πορεία και ενέργεια της διανοητικής περιφοράς είναι η διανοητική πορεία. Οι αισθήσεις, λοιπόν, οι οποίες την πλήττουν και «ρέουν αντίθετα», υπό την έννοια ότι κινούνται από έξω προς τα μέσα, εμποδίζουν την διανοητική ενέργεια. Η περιφορά της ταυτότητας, λοιπόν, έχει απογυμνωθεί και από τα δύο, και από την πράξη και από τη θεωρία. Θα αναρωτιόταν λοιπόν κανείς : τι, είναι ακίνητη η ψυχή ;; Και πώς είναι ακίνητη η ψυχή η οποία κινείται και από μόνη της με μία κίνηση όχι σωματική ούτε φανταστική ούτε γνωστική αλλά με την κατ’ ουσίαν ζωντανή κίνηση ;; Γιατί, όπως η ενέργεια του νου είναι το να νοεί και η ενέργεια του όντος είναι το να είναι [υπάρχει], κατά τον ίδιο τρόπο και η ενέργεια της ζωής είναι το να ζει. Γιατί δεν έχει επίκτητο το γεγονός ότι ζει, αλλά το έχει από τον εαυτό της. γιατί είναι ζωή που γεννά τον εαυτό της και παράγει τον εαυτό της. Κάθε ζωή, όμως, είναι κίνηση. Επομένως, αν καθετί που ζει κινείται, τότε αυτό που ζει από τον εαυτό του κινείται και αυτό που ζει πάντα κινείται ζωτικά και όχι νοητικά, ώστε η ψυχή κινείται πάντα γιατί είναι εν δυνάμει νους και ενέργεια ζωή, ενώ είναι άλλο τρίτο πράγμα μόνο εν δυνάμει και όχι εν ενέργεια, αυτό είναι το σώμα.

Καθώς, λοιπόν, υπάρχει μέσα μας μια τριπλή σειρά, ως προς την ουσία, ως προς τη δύναμη και ως προς την ενέργεια, η ουσία παραμένει απολύτως ίδια, και ως ουσία και ως ζωντανή και ως νοητική. Γιατί καθώς είναι εικόνα του νου, είναι νοητική, όπως ακριβώς και η πρώτη εικόνα της ψυχής είναι έμψυχη. Οι δυνάμεις, όμως, στην περίπτωση της διάνοιας έχουν εμποδιστεί, ενώ στην περίπτωση της δοξασίας κλονίζεται, και επειδή ακριβώς οι δυνάμεις αντιστοιχούν στις ζωές, η μία ζωή εμποδίζεται και η άλλη κλονίζεται. Γιατί η ζωή της ουσίας είναι αεικίνητη. Οι ενέργειες της διάνοιας έχουν αφαιρεθεί, ενώ της δοξασίας διαστρεβλώθηκαν. Επειδή, μάλιστα, οι ενέργειες της διάνοιας αντιστοιχούν στον νοητικό μέρος, είναι φανερό ότι στερούν από την ψυχή τη νόηση.

Άρα η ουσία είναι πάντα ζωντανή και αεικίνητη, ενώ οι δυνάμεις και οι ενέργειες εκ φύσεως αποτυγχάνουν και όσον αφορά τη ζωή και όσον αφορά τον νου.

Συνεχίζοντας θα πούμε πως όλα όσα υπάρχουν μέσα σε όλες τις ψυχές, με τον τρόπο όμως που ταιριάζει στην κάθε μία, αλλού με θεϊκό τρόπο, αλλού με δαιμονικό, αλλού με μερικό [ανθρώπινο]. Γιατί και οι μεσότητες και οι ημιόλιοι και οι επίτριτοι λόγοι και ο επόγδοος λόγος μαζί με το λείμμα υπάρχουν σε όλες τις ψυχές. Γιατί πως αλλιώς η ψυχή μπορεί να γνωρίσει την καθολική αρμονία και να γεννά τόσο πανέμορφους λόγους, αν όχι έχοντας μέσα της τις αιτίες τους και όντας και η ίδια, ως προς την τάξη της, μια αρμονία από αρμονίες, όχι η αρμονία των εναρμονισμένων αλλά η αρμονία που εναρμονίζει τον εαυτό της και έχει εναρμονιστεί από το σύμπαν ;; Θα έχει, λοιπόν, η ψυχή όλους τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, και εκτός τούτων τις επτά διαιρέσεις του κύκλου του Θατέρου και όσα άλλα έχουμε παρατηρήσει μέσα στην ψυχή του σύμπαντος. Οι ίδιοι λόγοι δηλαδή υπάρχουν παντού, δηλαδή στις θεϊκές, στις δαιμονικές και στις μερικές ψυχές μετά την κοσμική ψυχή, δεν είναι καθόλου περίεργο οι όροι να διαφέρουν ως προς τι ότι καθένας μέσα στις κατώτερες ψυχές λαμβάνει μεγαλύτερο πλήθος από ότι μέσα στις προηγούμενες. Γιατί οι όροι της ψυχής του σύμπαντος ήταν οι βάσεις και τίποτα δεν εμποδίζει τους επόμενους να είναι διπλάσιοι ή τριπλάσιοι ή γενικά πολλαπλάσιοι από τους βασικούς, καθώς λόγω της υποβάθμισης πολλαπλασιάζονται με καθορισμένους λόγους μέχρι και τις επιμέρους ψυχές, και μάλιστα μερικοί περισσότερο από άλλους. Γιατί όλες οι θεϊκές ψυχές δεν είναι ισότιμες, ούτε οι δαιμονικές μετά από αυτές ούτε και οι επιμέρους ψυχές. Και έτσι υπάρχουν πράγματα κοινά σε όλες τις ψυχές, και πράγματα που διαφέρουν ως προς την ίδια την ουσία.

Καθώς, λοιπόν, μέσα στην επιμέρους ψυχή υπάρχουν όλοι οι αρμονικοί λόγοι και υπάρχουν και στην ουσία και δεν συνίστανται μετέπειτα, είναι φανερό ότι και οι επτά όροι και οι τρείς μεσότητες και οι ημιόλιοι, οι επίτριτοι και οι επόγδοοι λόγοι και τα λείμματα, τα οποία έχουν ονομαστεί στον Πλατωνικό «Τίμαιο» «συνδέσεις», είναι φανερό, ότι όλα αυτά είναι ουσίες. Γιατί αυτά που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και αυτά που συμπληρώνουν την ουσία είναι ουσίες. Και πρέπει αυτά να τα δούμε όχι από μαθηματικής απόψεως αλλά από φυσικής. Γιατί άλλοι είναι οι μαθηματικοί λόγοι και άλλες είναι οι σχέσεις που γεννούν οι ψυχές με το να έχουν αυτούς τους λόγους. Αλλά, αν όλοι οι αρμονικοί λόγοι είναι ουσίες, είναι φανερό ότι έχουν και δυνάμεις. Γιατί η μια δύναμη και το ένα είδος της ψυχής δεν γεννιέται από πράγματα χωρίς δύναμη και χωρίς ιδιότητα. Πως είναι άλλωστε δυνατόν να δρουν οι λόγοι και να γεννούν άλλους λόγους, αν δεν έχουν τη δύναμη της γέννησης ;; Αλλά και πως είναι δυνατόν να γνωρίζουν και να κινούν τους εαυτός τους, αν δεν έχουν συμπεριλάβει από πριν γνωστικές δυνάμεις ή αν αυτές οι δυνάμεις είναι ανενεργές ;; Άρα είναι ανάγκη οι λόγοι να είναι ουσίες και να έχουν δυνάμεις ικανές να γνωρίσουν κάθε αρμονία, οι λόγοι μέσα στην περιφορά του Ταύτου τη νοητή αρμονία, οι λόγοι μέσα στην περιφορά του Θατέρου την αισθητή αρμονία, και να ενεργούν, όταν μπορούν, άλλοι γύρω από τα νοητά και άλλοι γύρω από τα αισθητά. Όταν, όμως, εμποδίζονται από τη λησμονιά και τα πάθη, επειδή η αίσθηση έλκει την ψυχή προς τα υλικά πράγματα, τότε ως προς την ουσία παραμένουν οι ίδιοι, ενώ ως προς την ενέργεια υφίστανται κάθε διαστροφή με όσους τρόπους είναι δυνατόν, και ως προς τη δύναμη υφίστανται θλάσεις και διαφοροποιήσεις πάλι με όσους τρόπους είναι δυνατόν και όχι λόγω της περιφοράς του Ταύτου. Γιατί εκεί αυτή είναι μόνο άπρακτη. Οι κύκλοι, όμως της περιφοράς του Θατέρου, οι οποίοι είναι επτά και όλοι έχουν όλους τους αρμονικούς λόγους διαστρέφονται και θλώνται. Το κείμενο λοιπόν του πλατωνικού «Τίμαιου» αναφέρεται σε αυτές τις μεσότητες και τις συνδέσεις οι οποίες βρίσκονται μέσα στον κύκλο του Θατέρου και υπομένουν από τις αισθήσεις και από τις φυσικές κινήσεις κάθε λογής κακοποιήσεις, και δεν αναφέρεται σε αυτές που βρίσκονται στον κύκλο του Ταύτου. Γιατί εκείνος έχει μόνο σταματήσει, ενώ ο κύκλος του Θατέρου κλονίζεται και, αφού κλονισθεί, παθαίνει όσα λέει ο Πλάτωνας.

Ο Σωκράτης λοιπόν, στον Πλατωνικό «Φαίδρο, 253.c – d» παρομοίασε τις δυνάμεις της ψυχής με ηνίοχο και με ίππους και, αφού θεώρησε ότι ο ένας από τους ίππους είναι καλύτερος και ο άλλος χειρότερος, λέει ότι άλλοτε οι ίπποι πολεμούν και νικά ο καλύτερος, και άλλοτε ο καλύτερος χάνει και μόνο παρασύρεται ακολουθώντας τον ακόλαστο. Στον «Τίμαιο», όμως, ο Πλάτωνας αφού συνέδεσε την ψυχή μέσω των μεσοτήτων, δηλαδή μέσω της μεσότητας που ταυτοποιεί και της μεσότητας που διαφοροποιεί, και αφού παρουσίασε τη μια ως συγγενή με τα νοητά και την άλλη ως συγγενή με τα αισθητά, λέει ότι αυτές οι μεσότητες άλλοτε έχουν διαφορές και πολεμούν μεταξύ τους, άλλοτε, όταν η ανώτερη ηττηθεί, θλώνται και παρεκτρέπονται προς τα πλάγια, και άλλοτε διαστρέφονται εντελώς, όταν η καλύτερη υποτάσσεται στην χειρότερη. Γιατί, καθώς η μια συγγένευε με τον κύκλο του Ταύτου και η άλλη με τον κύκλο του Θατέρου, είναι φανερό ότι, κάθε φορά που η ψυχή προχωράει ίσια, καθεμία από τις δύο μεσότητες μέσα στους κύκλους πράττει το έργο της, αυτή που δημιουργεί το ένα από τα πολλά και γνωρίζει το ένα από τα πολλά, και αυτή που διαιρεί το ένα σε πολλά και αναγνωρίζει όσα έχουν διαιρεθεί ως προς το είδος. Κάθε φορά, όμως, που η ψυχή σκοντάφτει, πρώτα δημιουργείται διαμάχη μέσα στην ψυχή η οποία δεν ξέρει σε τι να αποδώσει την ταυτότητα και σε τι τη διαφορετικότητα. Έπειτα ακολουθεί νίκη της κατώτερης, η οποία οδηγεί στην ψυχή σε κάθε λογής διαμελισμό αντί στη συγκέντρωση στον εαυτό της. και στο τέλος επέρχεται πλήρης παράλυση της ανώτερης μεσότητας, η οποία παραδίδει την ηγεμονία και την εξουσία στην κατώτερη. Γιατί από τις δύο μεσότητες, τα διπλάσια και τα τριπλάσια διαστήματα συνέδεαν το διαιρεμένο στους ημιόλιους, στους επίτριτους και στους επόγδοους λόγους, η μία συγκεντρώνετε τις ταυτότητες που βρίσκονται μέσα σε όλα τα μέρη της ψυχής, ενώ η άλλη συγκέντρωνε τις διαφορετικότητες που ήταν σύμφυτες με την ψυχή, όπως η γεωμετρική μεσότητα συγκέντρωνε τις ουσίες. Η μεσότητα, λοιπόν, που συγγενεύει με τον κύκλο του Ταύτου άγει [οδηγεί] την ψυχή προς το θείον, ενώ αυτή που συγγενεύει με τον κύκλο του Θατέρου, άγει την ψυχή προς το θνητό. Και έτσι, λοιπόν, η ψυχή γίνεται άλογη, όταν οι μεσότητες μέσα στον κύκλο του Θατέρου θλώνται και διαστρέφονται και πριν από αυτά διαφοροποιούνται προς τον εαυτό τους. Και η διαστροφή έλκει την ψυχή εντελώς προς τα πάθη – γιατί όπως μέσα στην καθολική ψυχή ο κύκλος της διαφορετικότητας, ο οποίος δεν έκλινε καθόλου προς το αντικείμενο της διοίκησης της ψυχής, ήταν ορθός, έτσι μέσα στης επιμέρους ψυχή ο κύκλος του Θατέρου, ο οποίος έκλινε ολοκληρωτικά προς την ύλη και έπεσε στο σώμα και βυθίστηκε σε αυτό, είναι διαστρεμμένος -, ενώ η θλάση παρέχει την κίνηση προς το πλήθος και την ποικιλία και προκαλεί διαίρεση λόγω αδυναμίας και ασθένειας – γιατί αυτά που θλώνται εκπίπτουν από την δύναμη τους και γίνονται τίποτα αντί για ένα – και ή διαφορά προκαλεί μόνο την εναντίωση και τη διαμάχη. Η διαστροφή, λοιπόν, καταστρέφει ολοκληρωτικά την ορθότητα, η θλάση κάνει το ένα πολλά, και η διαφορά εισάγει μόνο τη διαμάχη. Και η διαφορά κάνει κάτι όμοιο με αυτό που τρέχει και που δεν στέκεται σταθερά όρθιο, η θλάση με αυτό που έχει πέσει ήδη λόγω της θλάσης των μελών και με αυτό που έχει γίνει για τον λόγο αυτό πλάγιο, και η διαστροφή με το πεσμένο ανάσκελα και με αυτό που ακούμπησε το κεφάλι στην γη και έχει τα πόδια, όπως και αν είναι, κάπου ψηλά. Γιατί η πλάγια θέση βρίσκεται ανάμεσα στον όρθιο και σε αυτόν που, επειδή έχει το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω, είναι αναποδογυρισμένα ως προς τον όρθιο.

Το δοξαστικό μέρος, λοιπόν, της ψυχής διαστρέφεται από τις αισθήσεις, αναπτύσσει ψευδείς δοξασίες και χωρίζεται σε πολλά μέρη. γίνεται, λοιπόν, γεμάτο ψευδείς δοξασίες, γιατί διαμελίζεται μαζί με τις αισθήσεις και διχογνωμεί με τον εαυτέ του. Και όλα αυτά τα πάθη ανήκουν στις δυνάμεις και στις ενέργειες της ψυχής, ενώ η ουσία της είναι αδιάλυτη. Αυτό, μάλιστα, που είναι διαλυτό μόνο από αυτόν που συνέχει τα πάντα, είναι αδιάλυτο, όπως ακριβώς αυτό που βρίσκεται υπό την εξουσία εκείνου που είναι μόνο αγαθός, δεν μπορεί να κακοποιηθεί.

Οι διαφορές των κύκλων κάνουν τις συνδέσεις των λόγων να κινούνται αντίθετα, οι θλάσεις να κινούνται πλάγια και οι διαστροφές να κινούνται ύπτια. Και αυτά τα τρία παθήματα παρατηρούνται στη λογική ψυχή, και εμφανίζονται όμως και στη άλογη ψυχή δικαιολογημένα. Γιατί και όταν η λογική ψυχή συμφωνεί με τον εαυτό της και όταν διαφωνεί, πολύ περισσότερο μάχεται προς την άλογη. Γιατί οι αρετές ακολουθούν η μία την άλλη, οι διανοητικές τις ηθικές και οι ηθικές τις διανοητικές.

Πώς όμως πρέπει αυτά να παρατηρήσουμε μέσα στην λογική για να τα εντοπίσουμε ;; Θα παρατηρήσουμε την αντίθεση όταν μία δοξασία αντιμάχεται την άλλη δοξασία και η ανώτερη δεν καταβάλλεται από την κατώτερη. Γιατί οπωσδήποτε και σε όσους έχουν ψευδείς δοξασίες υπάρχει κάποιο αληθινό δόγμα, από το οποίο και αποδεικνύεται ότι έχουν ψευδείς δοξασίες. Αλλιώς πως ο Σωκράτης θα ήλεγχε τους Θρασύμαχους, τους Καλλικλήδες και όσους έχουν χάσει έτσι κάθε ντροπή, αν δεν υπήρχε μέσα και σε εκείνους κάποιο αληθινό δόγμα, στο οποίο συμφώνησαν αυτοί από κοινού ;; Όταν, λοιπόν, ο ίδιος άνθρωπος λέει και ότι ο θεός είναι αγαθός και ότι δεν προνοεί για τα πάντα, αυτά τα δόγματα είναι αντίθετα μεταξύ τους. Παρόλο, λοιπόν, που δεν λέει ταυτόχρονα ότι ο θεός είναι αγαθός και ότι δεν είναι αγαθό, ωστόσο λέει εν δυνάμει ότι δεν είναι αγαθός. Για αυτό ακολουθεί τον ισχυρισμό του ότι ο θεός δεν προνοεί, όμως εκείνος δεν βλέπει ότι αυτό που λέει το ακολουθεί το αντίθετο από αυτό που λέει. Την πλάγια θέση τα την παρατηρήσουμε όταν δυο δόγματα είναι διαστρεβλωμένα και δεν μπορούν να διατηρήσουν τη συνέχεια με τον εαυτό τους, επειδή λένε πράγματα ανακόλουθα. Αυτή η θέση είναι η πλάγια. Γιατί ολόκληρη η δοξασία πέφτει στη γη και παρασύρεται από την αίσθηση. Άρα δεν είναι ένα μέρος της αληθές και ένα άλλο ψευδές, αλλά ολόκληρη είναι ψευδής. Ας πάρουμε για παράδειγμα δυο προτάσεις, ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία και η αδικία σοφία. Γιατί αυτός που, ενώ λέει ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία, θεωρεί ταυτόχρονα ότι η αδικία είναι κακία, λέει ο ίδιος το αντίθετο προς τον αυτό του. Αυτός όμως που, ενώ λέει ότι η δικαιοσύνη είναι ανοησία, θεωρεί ταυτόχρονα την αδικία σοφία, συμφωνεί με τον εαυτό του, υποστηρίζει όμως δυο δόγματα διαστρεβλωμένα, και για αυτό είναι πιο δύσκολα διαψεύσιμος και πιο αθεράπευτος από τον προηγούμενο. Την ύπτια θέση θα την παρατηρήσουμε, όταν οι κατώτερες δοξασίες επικρατούν πλήρως στις ανώτερες και όταν οι κρίσεις της αίσθησης επικρατούν στις κρίσεις που προβάλλονται από μέσα μας. Γιατί σε ένα τέτοιο πάθημα τα ανώτερα υποδουλώνονται και υπάγονται στα κατώτερα. Όσο αφορά δε το άλογο μέρος, πρέπει να παρατηρήσουμε την αντίθεση όπως στην περίπτωση των εγκρατών. Την πλάγια θέση πρέπει να την παρατηρήσουμε στην ισότιμη συμφωνία της κρίσης με την επιθυμία, όταν και οι δύο κινούνται όμοια και παθητικά. Την ύπτια, τέλος, θέση μέσα στις ακόλαστες ζωές, μέσα στις οποίες το λογικό μέρος έχει υποταχτεί πλήρως στο άλογο μέρος. Και βλέπεις με πόση τάξη από την αντίθεση προκύπτει η πλάγια θέση – γιατί το λογικό μέρος αν υποχωρήσει στο άλογο μέρος, τότε κινείται πλάγια -, και από αυτήν προέρχεται η ύπτια θέση – γιατί όταν το κατώτερο επικρατεί συνέχεια στο ανώτερο, στο τέλος δεν χρειάζεται μάχη, αλλά το έχει υποδουλώσει και το οδηγεί όπου θέλει. Και αυτό είναι το κατώτατο είδος ζωής, όπως ακριβώς το τελειότατο είναι αυτό που συμφωνεί με τον εαυτό του, αυτό που δεν είναι πλάγιο, το φυσιολογικό, μέσα στο οποίο το ανώτερο κρατά τη θέση του αμαχητί. Και η συμφωνία προκύπτει από την σωφροσύνη, η έλλειψη πλαγιότητας από την ανδρεία και η φυσιολογική τάξη από την δικαιοσύνη. Γιατί τα αντίθετά τους προκαλούν τα εξής : η διαφορά την αντίθεση, η θλάση την πλάγια θέση και η διαστροφή την ύπτια θέση. Γιατί αντιστρέφει πλήρως τη σειρά των προηγούμενων και των επόμενων. Και φαίνεται ότι η αντίθεση διασπά τη μία ζωή της ψυχής και κάνει τη λογική ψυχή ασύμφωνη προς τον εαυτό της, η πλάγια θέση δημιουργεί την ίδια την αλογία και η ύπτια θέση τη συγκαταλέγει στα φυτά. Γιατί και στα φυτά το κεφάλι είναι ριζωμένο μέσα στη γη. Καθώς λοιπόν η διαίρεση γίνεται τόσο μεγάλη και καθώς εμφανίζονται τέτοια πάθη στις δυνάμεις της ψυχής είναι απολύτως δικαιολογημένα που ο Πλάτων είπε ότι με δυσκολία κρατιούνται μαζί – και αυτό λόγο ότι η ουσία της ψυχής είναι ανώλεθρη -, αλλιώς γρήγορα θα διασπώνταν, θα άφηναν την τάξη που έχουν και θα καταστρέφονταν. Για αυτό και έχει ειπωθεί ότι συμβαίνουν διαφορές, θλάσεις και διαστροφές των κύκλων «με όσους τρόπους είναι δυνατόν» αλλά όχι με όλους τους τρόπους. Γιατί είναι δυνατόν μόνο ως προς τις ενέργειες και τις δυνάμεις και όχι ως προς την ουσία, η οποία είναι άφθαρτη, όπως το άφθαρτο μπορεί να υπάρχει μέσα στα θνητά.

Όταν μάλιστα ο Πλάτωνας αναφέρει στον «Τίμαιο» ότι «όταν κάποιος ύπτιο στηρίξει το κεφάλι του στη γη και ακουμπήσει τα πόδια του σε κάτι ψηλά, τότε σε ένα τέτοιο πάθημα τα δεξιά κάθε ενός από τους δύο, δηλαδή και αυτού που το παθαίνει και των παρατηρητών, θα φαίνονται σε καθέν από τους δύο τα δεξιά αριστερά και τα αριστερά δεξιά. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, και άλλα παρόμοια παθαίνουν με σφοδρότητα οι περιφορές και, όταν συναντήσουν κάποιο εξωτερικό αντικείμενο που ανήκει στο γένος του Ταύτου ή του Θατέρου, τότε ανακοινώνουν την ταυτότητά του με κάτι ή τη διαφορετικότητα του από κάτι αντίθετα από την αλήθεια, και έτσι έχουν γίνει ψευδείς και ανόητες» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να δραματοποιεί το κατώτατο πάθημα της ψυχής, κατά το οποίο έχει καταπατηθεί και έχει υποδουλωθεί το ανώτερο μέρος και γίνεται τύραννος το κατώτερο. Παρομοιάζει μάλιστα το θεϊκό που υπάρχει μέσα μας με κεφάλι και με πόδια το κατώτερο μέρος και έτσι παρουσιάζει την υποδούλωση του θεϊκού και ηγεμονικού μέρος μέσα μας με τη στήριξη του κεφαλιού στη γη, και την τυραννία του άλογου μέρους με το σήκωμα και την ανύψωση των ποδιών, και αυτό που προκύπτει βέβαια από αυτή την θέση με το πάθημα που πλήττει την ψυχή. Προκύπτει, μάλιστα, στο σώμα ναι φαίνονται τα αριστερά και τα δεξιά αντίστροφα, οπότε θα προκύψει και στην ψυχή τα ίδια και τα διαφορετικά να φαίνονται αντίστροφα για όσους τα βλέπουν. Γιατί το ίδιο αντιστοιχεί στο δεξί, και το διαφορετικό στο αριστερό σύμφωνα με τη συνήθεια των πυθαγορείων.

Αν λοιπόν η ψυχή θάψει την λογική της και διεγείρει τη φαντασία και τις άλογες δυνάμεις, μάλλον θα γίνει φυτό και θα μιμηθεί την ζωή των φυτών που έχουν το κεφάλι τους ριζωμένο στην γη, και θα κρίνει αντίστροφα τα όντα. Αφού λοιπόν η ψυχή μιμήθηκε τη ζωή του φυτού, θεωρεί τα διαφορετικά ίδια και, αντιστρόφως, τα ίδια διαφορετικά. Γιατί θεωρεί την ηδονή ίδια με το αγαθό, παρόλο που είναι ασφαλώς διαφορετικά, και διαχωρίζει το θεϊκό από το αγαθό και την αρετή από το καλό, παρόλο που ασφαλώς είναι ίδια. Άρα και οι δύο, δηλαδή η κατώτατη ψυχή και η ψυχή που αφήνει τον εαυτό της και ακολουθεί την άλλη, αποδίδουν και την ταύτιση με κάτι και τη διαφορετικότητα από κάτι με τρόπο αντίθετο προς την αλήθεια. Για και είναι ψευδείς. Και έχουν πάθει το ίδιο πράγμα όχι μόνο όσον αφορά την ταύτιση και τη διαφορετικότητα, αλλά και όσον αφορά την κίνηση και τη στάση. Αυτά τα παθήματα συμβαίνουν στις ενέργειες των κύκλων μέσα στην περίοδο του Θατέρου. Για αυτό και ο Πλάτωνας είπε ότι «οι περιφορές παθαίνουν αυτά και άλλα τέτοια», εννοώντας της περιφορές που βρίσκονται μέσα στον κύκλο του Θατέρου και που είναι επτά, αφού η περιφορά του Ταύτου ήταν μια και έχει παρεμποδιστεί, όπως έχει ειπωθεί προηγουμένως. Νοήμων, λοιπόν, είναι μόνο εκείνος ο οποίος διόρθωσε τον κύκλο του Θατέρου και απελευθέρωσε τον κύκλο του Ταύτου, και αυτός σε κάθε περίπτωση θα είναι εκείνος που απελευθέρωσε τον Προμηθέα τον οποίο έχει μέσα του δεμένο λόγω του Επιμηθέα. Γιατί έχει δεθεί λόγω της συμπαράταξης του με το άλογο μέρος, το οποίο ακριβώς λέγεται ότι διευθετεί εκείνος ο Επιμηθέας. Αν, λοιπόν, «οι αισθήσεις που έρχονται από έξω» «και πέφτουν πάνω μας», αν λοιπόν αυτές «συμπαρασύρουν το κύτος της ψυχής», δηλαδή ολόκληρη την ουσία της, και την κάνουν να φρονεί αυτά που οι ίδιες της λένε, τότε κυβερνούν ολόκληρη τη ζωή και κάνουν τον άνθρωπο να λέει και να νομίζει αυτά που τυχόν οι ίδιες υποστηρίζουν, και να θεωρεί αληθινό το αντιληπτό από την αίσθηση, το οποίο μπορεί να αγγίξει ή να πιει ή να φάει κανείς, και τίποτα νοητό ή αντιληπτό από τη φιλοσοφία. Όταν, μάλιστα, κυβερνούν αυτές, κυριαρχούν οι επιθυμίες, βασιλεύουν τα πλήθη, υποδουλώνεται η ελεύθερη επιλογή, και η λογική, τοποθετημένη στον ρόλο του υπηρέτη, συμβάλει στην εκπλήρωση των παθών.

Έχοντας μελετήσει ποιο πάνω τα όσα είπαμε περί των Γενών θα πούμε εις αυτό το σημείο ότι ο Πλάτωνας διαιρεί την πολιτεία στα δυο και αποδίδει σε αυτούς που είναι τοποθετημένοι στην ανώτερη περιοχή το χρυσό και το αργυρό γένος, και σε αυτούς που είναι κάτω το χάλκινο και το σιδερένιο. Στην πλατωνική «Πολιτεία» αποδίδει το χρυσάφι στους φύλακες, όπως άλλωστε και ο Ηράκλειτος, με την σκέψη ότι είναι ανόθευτοι και ξένοι προς την ύλη, με τον άργυρο στους επίκουρους επειδή συγγενεύουν με τους φύλακες και έχουν προσλάβει από αυτούς τον Λόγο και την παιδεία, και, τέλος, στους θήτες, οι οποίοι μετέρχονται των υλικών παθών, αποδίδει τον χαλκό και το σίδερο. Διότι υπάρχει και στους θήτες κάτι καλύτερο και κάτι χειρότερο σε αντιστοιχία προς τα δυο εκείνα μέταλλα, όπου ο χαλκός διασώζει την αναλογία του ανώτερου προς το χρυσάφι, και το σίδερο την αναλογία προς τον άργυρο. Όταν λοιπόν οι Μούσες λένε τόσο για τα γένη του Ησιόδου όσο και για αυτά του Πλάτωνα ότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται αλλά να κρατιούνται χωρισμένα μεταξύ τους, διατυπώνουν την αξίωση να διατηρούνται ασύγχυτα μεταξύ τους τα καλύτερα και τα χειρότερα είδη ζωής. Και στους δυο δηλαδή μέσα από τα μέταλλα τούτα εκφράζονται διαφορές ειδών της ζωής οι οποίες πρέπει να διατηρηθούν χωρίς ανάμειξη, είτε της διαχωρίζει κανείς όπως ο Ησίοδος σε πέντε μέρη είτε όπως ο Πλάτωνας σε δυο. Διότι η ανάμειξη ούτε το χρυσάφι διαφυλάττει πια ανόθευτο αλλά το κάνει, από την μείξη του με τα άλλα, να σκουριάσει και να κυριευτεί από τη σήψη, ούτε πάλι επιτρέπεται και στο σίδερο να κρατάει τη δική του θέση αλλά, λόγω της ανάμειξης, να τείνει να συμπεριφέρεται όπως ο άργυρος, και όλα τούτα ενώ είναι στοιχείο χθόνιο και όχι πύρινο, σκοτεινό και όχι φωτεινό.

Εξαιτίας όλων αυτών ο Πλάτωνας λέγει ότι ορισμένες φορές ακόμη και στο Χρυσό Γένος γεννιούνται κάποιοι που είναι αναμεμειγμένοι κάπως με χαλκό. Δεν αρκεί βέβαια να γεννηθεί μόνο ένα τέτοιο παιδί για να προκληθεί η κατάλυση της πολιτείας, όταν όμως τα παιδιά είναι πολλά και κανένα από αυτά δεν είναι του αριθμού εκείνου που ταιριάζουν στο Χρυσό Γένος, αλλά γεννιούνται με μεγάλη παρέκκλιση λόγω λάθους στον υπολογισμό κατά τη σύλληψη – λάθος που είναι λογικό να το διαπράξουν οι άρχοντες, αφού δεν χρησιμοποιούν μόνο τον λογισμό τους, αλλά και τις αισθήσεις τους για να κατανοήσουν την κατάλληλη ώρα για ευγονία -, τότε είναι αναγκαίο να έχουν οπωσδήποτε ήδη τεθεί τα θεμέλια της αρχής της διάλυσης, ενώ στο σφάλμα συνεργεί η περιφορά των άστρων. Πρέπει λοιπόν εκείνοι που επιτηρούν τους γάμους να παρατηρούν την κατάλληλη ώρα. Ο ιερός Λόγος λοιπόν των Μουσών αναφέρει δικαιολογημένα την ανομοιότητα ως αιτία διχοστασίας. Πράγματι, αν η ανομοιότητα συγκεντρώνει τα πολλά σε ένα, και η παροιμία των παλαιών που λέει «το όμοιο θέλει το όμοιο» είναι αληθινή, είναι προφανές ότι η ανομοιότητα είναι αιτία διχοστασίας και έχθρας και ότι το ανόμοιο αποξενώνεται από οτιδήποτε προς τον οποίο είναι ανόμοιο. Πως λοιπόν και στο προκείμενο η ανομοιότητα γεννά την διχοστασία των αρχόντων ;; Πως αλλιώς παρά, αφού οι άρχοντες είναι μόνο αγαθοί ούτε έχουν φύση ανόθευτη κι ακόμα ούτε καθαροί είναι από τη ζωή των πολλών αλλά αναμεμιγμένοι με τα πάθη, η ανομοιότητας του ενός προς τον άλλο επέρχεται εξαιτίας της ανάμειξης των ανόμοιων, του Λόγου και της αλογίας, της παιδείας και της απαιδευσιάς, της προικισμένης και της ελλειμματικής φύσης ; και μάλιστα άπαξ και η ανάμειξη αυτή υπεισέλθει, ο καθένας έλκεται προς διαφορετικές ορμές και επιθυμίες. Η διάθεση τους να τις εκπληρώσουν τους κάνει να προκαλούν εξεγέρσεις οι ένας ενάντια στον άλλο, διότι λόγω της ανομοιότητας των χαρακτήρων δεν θεωρούν ποια κοινά τα πάντα και δεν αποφεύγουν το δικό μου και όχι δικό μου ούτε επίσης χαίρονται ή λυπούνται για τα ίδια πράγματα. Διότι η ανομοιότητα των χαρακτήρων διαφοροποιεί για αυτούς τις ηδονές και τις λύπες και εφόσον ο καθένας χαίρεται ή στεναχωριέται με διαφορετικά πράγματα, τοποθετούν το προσωπικό τους συμφέρον πιο μπροστά από το κοινό, και καθώς οι επιθυμίες του ενός είναι άλλες από τις επιθυμίες του άλλου δημιουργείται διχόνοια, διότι διαφορετικά προσωπικά πάθη εμφωλεύουν μέσα στον καθένα και έλκουν αλλού τους μεν και αλλού τους δε. Η διχοστασία λοιπόν καταλύει την πολιτεία, και τη διχοστασία την προκαλεί η ανομοιότητα, με την σειρά της, η ανάμειξη των αρχηγικών και μη αρχηγικών γενών της πόλης. Την ανάμειξη εξάλλου την προκαλεί η αμουσία και απαιδευσία αυτών που κάνουν τους γάμους και τις συζεύξεις, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να κρίνουν τις όμοιες φύσεις και να τις τοποθετήσουν μαζί με την άλλη. Την απαιδευσιά την δημιουργεί η ραθυμία αυτών που τους εκπαίδευσαν και τους ανάθρεψαν με την γυμναστική, παραμέλησαν όμως την μουσική. Και τη ραθυμία, πάλι, την προκάλεσε το γεγονός ότι οι σοφοί άρχοντες δεν υπολόγισαν σωστά τoν κατάλληλο για τους γάμους χρόνο, με αποτέλεσμα να μη γεννηθούν άνδρες που είναι ικανοί φύλακες και χρησιμοποιούν τον λογισμό μαζί με την αίσθηση, δεδομένου ότι η αίσθηση μπορεί να εξαπατηθεί και άρα να εξαπατηθούν κατά την θεώρηση του κατάλληλου χρόνου. Από τούτα λοιπόν είναι φανερό ότι ο σωστός χρόνος έχει την πιο μεγάλη δύναμη σχετικά με την κατάλυση της αρίστης πολιτείας. Κι αυτός είναι εκείνος που προσδιορίζει η περίοδος του σύμπαντα Κόσμου στην επιτυχή γένεση των πραγμάτων. Διότι καθετί που γίνεται, γίνεται μεν μέσα στον χρόνο, αλλά μόνο αυτό που εννοεί να κατακτήσει το αγαθό και την τελειότητα που του προσδιορίζει – και ως προς αυτό διαφέρει ο σωστός χρόνος από όλο τον υπόλοιπό χρόνο.

Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [9-2-2006, ΕΛΛΑΣ]

————————————————————————————————————————————————————————————–

Πηγές

Πρόκλος

  • «Σχόλια εις τον Κρατύλο Πλάτωνος», 128.1- 129.15).
  • «Σχόλια εις τον Κρατύλο Πλάτωνος», 177. 2 – 9).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 2.1 – 4.10).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 5.10 – 7.8).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 7.9 – 7.18).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 9.12 – 9.20).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 9.20 – 9.27).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα»,  τόμος Β’ [συνέχεια], 11.18 – 12.14).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 13.1 – 14.8).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 14.9 – 22.22).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 29.6 – 30.5).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 55.1-56.18)
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 70.25 – 72.31).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 74.28 – 77.19).
  • «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα», τόμος Β’ [συνέχεια], 77.20 – 79.29).
  • «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες).
Διόπερ οὔτ᾽ ἐν τόπῳ τἀκεῖ πέφυκεν, οὔτε χρόνος αὐτὰ ποιεῖ γηράσκειν, οὐδ᾽ ἐστὶν οὐδενὸς οὐδεμία μεταβολὴ τῶν ὑπὲρ τὴν ἐξωτάτω τεταγμένων φοράν, ἀλλ᾽ ἀναλλοίωτα καὶ ἀπαθῆ τὴν ἀρίστην ἔχοντα ζωὴν καὶ τὴν αὐταρκεστάτην διατελεῖ τὸν ἅπαντα αἰῶνα. (Καὶ γὰρ τοῦτο τοὔνομα θείως ἔφθεγκται παρὰ τῶν ἀρχαίων. Τὸ γὰρ τέλος τὸ περι έχοντὸν τῆς ἑκάστου ζωῆς χρόνον, οὗ μηθὲν ἔξω κατὰ φύσιν, αἰὼν ἑκάστου κέκληται. Κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον καὶ τὸ τοῦ παντὸς οὐρανοῦ τέλος καὶ τὸ τὸν πάντα χρόνον καὶ τὴν ἀπειρίαν περιέχον τέλος αἰών ἐστιν, ἀπὸ τοῦ αἰεὶ εἶναι τὴν ἐπωνυμίαν εἰληφώς, ἀθάνατος καὶ θεῖος)».