Περί δημιουργίας ονομάτων εκ των Ψυχών/όντων


Ο Πρόκλος, ένας εκ των θειώτατων σχολαρχών της Πλατωνικής Ακαδημίας και τελευταίος Δαδούχος και Ιεροφάντης των Ελλήνων, σχετικά με τον σκοπό του Πλατωνικού «Κρατύλου» μας λέγει πως :

«Ο Σκοπός του “Κρατύλου” είναι να δείξει την έσχατη των ψυχών γόνιμη ενέργεια και την εξομοιωτική δύναμη, αυτή που τους έλαχε κατά την ουσία τους και την οποία δηλώνουν μέσα από την ορθότητα των ονομάτων[1]

Όμως, ποια και τι είναι η των ψυχών γόνιμη ενέργεια και η εξομοιωτική δύναμή τους ;

Σχετικά με το ερώτημά μας ο θείος Πρόκλος μας λέγει πως :

«ενυπάρχει στην ψυχή μια απεικονιστική δύναμη (πράγματι, και η ζωγραφική και όλα τα παρόμοια τελούν σε εξάρτηση προς την δύναμη αυτή), που ομοιώνει τα δεύτερα προς τα ανώτερα και τα εν συνθέσει φερόμενα είδη προς τα απλούστερα. Βάσει της ίδιας δύναμης πάλι η ψυχή μπορεί να εξομοιώνει τον εαυτό της με τους ανώτερούς της Θεούς, Αγγέλους και Δαίμονες. Ομοιώνει όμως και τα δεύτερα της με τον εαυτό της βάσει ακριβώς της ίδιας αυτής δύναμης, αλλά και με τα ανώτερα της, εξ ου και δημιουργεί αγάλματα Θεών και Δαιμόνων. Επιδιώκοντας πάλι να δώσει υπόσταση σε άυλες, τρόπο τινά, και απότοκες αποκλειστικά της λογικής ουσίας ομοιώσεις των όντων, δημιούργησε αφ’ εαυτής την ουσία των ονομάτων, έχοντας σε τούτο συνεργώ τη λεκτική φαντασία. Και όπως η τελεστική, δια της χρήσεως συμβόλων και απόρρητων συνθημάτων, κάνει τα εδώ αγάλματα απεικονίσεις των Θεών και τα καθιστά κατάλληλα προς υποδοχή των θείων εκλάμψεων, έτσι και η νομοθετική, βάσει της ίδιας εξομοιωτικής δύναμης, καθιστά τα ονόματα αγάλματα των πραγμάτων, εικονίζοντας με τον ένα ή τον άλλο ήχο τη φύση των όντων – και αφού τους δώσει υπόσταση, τα παραδίδει στους ανθρώπους να τα χρησιμοποιήσουν. Για τούτο λέγεται ότι ο νομοθέτης είναι κυρίαρχος της δημιουργίας των ονομάτων, και, όπως δεν επιτρέπονται απροσεξίες όσο αφορά τα αγάλματα των Θεών, έτσι δεν είναι σωστό να γίνονται λάθη και όσο αφορά τα ονόματα. Διότι δημιουργός τους είναι ο νους που νομοθετεί, εμβάλλοντας σε αυτά εικόνες των υποδειγμάτων. Και πρέπει να τους αποδίδουμε σεβασμό λόγω της συγγένειάς τους με τους Θεούς. Κατά την γνώμη μου ο Πλάτων εγκαθιστώντας τον «νομοθέτη» ανάλογο του “καθολικού δημιουργού” (πράγματι αυτός που θέσπισε τους ειμάρμενους νόμους είναι ο ίδιος με εκείνον που κατά τον πλατωνικό «Τίμαιο» είναι ο τα πάντα διαθεσμοθετών, για τον οποίο ο Πλάτων στους «Νόμους, 716.b» λέει ότι “ακολουθεί η Δίκη, που τιμωρεί τους παραβάτες του θείου νόμου”) – δικαιολογημένα απέδωσε σε αυτόν και την δημιουργία των ονομάτων, εφόσον ο “καθολικός δημιουργός” είναι κατά αυτόν ο πρώτιστος ποιητής των ονομάτων. Αυτός που όπως λέει ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 36.c”, είναι που αποκάλεσε την μία περιφορά του “αμετάβλητου” και την άλλη του “μεταβλητού”.»[2]

Όμως :

«όταν ο Πυθαγόρας ρωτήθηκε “ποιο το είναι το σοφότερο των όντων” απάντησε “ο Αριθμός”. Και όταν ρωτήθηκε “ποιο το δεύτερο σε σοφία” απάντησε “αυτός που θέτει τα ονόματα στα πράγματα”. Με τον “αριθμό”, εννοούσε τον νοητό διάκοσμο που περιέχει το πλήθος των νοητικών ειδών. Εκεί πράγματι ο πρωταρχικός και κυρίως αριθμός έρχεται μετά το υπερούσιο “Ένα”, αυτός που παρέχει σε όλα τα όντα τα μέτρα [κανόνα] της ουσίας τους, όπου ενυπάρχει και η όντως σοφία και γνώση, η οποία ανήκει στον εαυτό της, είναι στραμμένη στον εαυτό της, τελειοποιεί τον εαυτό της. Όπως λοιπόν εκεί το νοητό, ο νους και η νόηση ταυτίζονται, έτσι ταυτίζονται εκεί ο αριθμός και η σοφία. Με την απάντησή του “αυτός που θέτει τα ονόματα στα πράγματα” ο Πυθαγόρας εννοεί την ψυχή “τις π νο μν πστη[3]. Και αυτά βέβαια τα πράγματα δεν είναι όπως ο νους πρωταρχικά, υπάρχουν όμως εικόνες και Λόγοι για την ουσία τους, αγάλματα κατά κάποιον τρόπο των όντων, όπως τα ονόματα που μιμούνται τα νοερά είδη, τους αριθμούς. Το Είναι” λοιπόν των πάντων καθορίζεται από τον Νου που γνωρίζει τον εαυτό του και είναι σοφός, ενώ η ονομασία καθορίζεται από την ψυχή που μιμείται τον Νου. Άρα, λέει ο Πυθαγόρας, ο σχηματισμός λέξεων και ονομάτων δεν είναι για τον πρώτο τυχόντα, αλλά για όποιον αντικρίζει τον νου και τη φύση των όντων. Αυτό σημαίνει ότι τα ονόματα υπάρχουν φύσει[4]

Βέβαια  :

«Οι ψυχές που πρόκειται να τελειοποιηθούν από κάτι, πρέπει πρώτα να πλησιάσουν εκείνο και μέσω της γνώσης και της αντίληψης να συνδεθούν μαζί του. Γιατί προηγείται η γνώση, έπειτα έρχεται η προσέγγιση και έπειτα η ένωση. Γιατί δεν μπορεί κανείς να ενωθεί με αυτό το οποίο δεν μπορεί να προσεγγίσει, και δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει εκείνο το οποίο δεν έχει γνωρίσει.»[5]

Επίσης :

«οι ψυχές που ανάγονται πρέπει να συνδέονται με τα αντικείμενα που επιθυμούν, πρώτα μέσω της γνώσης και της αντίληψης της οποίας εικόνα είναι η μάθηση του ονόματος (γιατί και τα ονόματα είναι γεννήματα του γνωστικού μέρους της ψυχής).»[6]

Δηλ. το όνομα είναι σύμβολο της ουσίας του πράγματος.

Οπότε κατανοούμε αφενός πως τα ονόματα είναι αγάλματα των όντων, ως εικόνες και Λόγοι τους, και μιμούνται τα νοερά Είδη, δηλ. τους αριθμούς, αφετέρου η ψυχή στον βαθμό που νοεί και κατανοεί την φύση και την ουσία των νοητών Όντων απόρροια της γόνιμης ενέργειας της και της εξομοιωτικής δύναμή της δύναται να δημιουργεί ονόματα, αγάλματα της ουσίας τους, και έτσι μιμείται τον καθολικό πατέρα και δημιουργό, τον Ζεύς!

Άλλωστε :

«όπως ο δημιουργικός νους δίνει υπόσταση σε υλικές εμφάσεις [αντανακλάσεις] των πρωταρχικών Ειδών που βρίσκονται μέσα σε αυτόν, και παράγει έγχρονα είδωλα των αιωνίων και μεριστά [διαιρεμένα] των αμέριστων [αδιαίρετων] και σκιαγραφήματα [είδωλα] των αληθινών όντων, κατά τον ίδιο τρόπο και η δική μας επιστήμη, αντανακλώντας την νοερή δημιουργία με τον λόγο δημιουργεί ομοιώματα των άλλων πραγμάτων και κυρίως των ίδιων των θεών, απεικονίζοντας την έλλειψη πολυπλοκότητάς τους με πολυπλοκότητα και την απλότητα τους με ποικιλομορφία και την ενότητά τους με το πλήθος. Και έτσι πλάθοντας τα ονόματα εμφανίζει τις εικόνες των θεών στη κατώτατη βαθμίδα. Γιατί δημιουργεί κάθε όνομα ως άγαλμα των θεών. Και όπως ακριβώς η θεουργία με κάποια σύμβολα στη λάμψη των τεχνητών αγαλμάτων προκαλεί την εντύπωση της γενναιόδωρης αγαθότητας των θεών, κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και η νοερή των θείων επιστήμη με τις συνθέσεις και τις διαιρέσεις των ήχων αποκαλύπτει την κρυμμένη ύπαρξη των θεών[7]

Σχετικά δε, με τις συνθέσεις και τις διαιρέσεις των ήχων δια των οποίων οι ψυχές αποκαλύπτουν την κρυμμένη ύπαρξη των θείων ο πυθαγόρειος Νικόμαχος από τα Γέρασα, ενσάρκωση του οποίου ήταν ο θείος Πρόκλος, μας λέγει στα σχόλιά του πως :

«Οι φθόγκοι λοιπόν των επτά σφαιρών (κάθε μία εκ των οποίων παράγει ένα συγκεκριμένο ήχο), τόσο οι ίδιοι όσο και καθετί που έχει συντεθεί από εκείνους, αποκαλούνται από τους σοφούς άρρητοι και από αυτούς τους φθόγγους έχουν λάβει την ονομασία του τα φωνήεντα γράμματα. Γιατί και εδώ ο φθόγγος έχει την ίδια ιδιότητα που έχει στους αριθμούς η μονάδα, στην γεωμετρία το σημείο και μεταξύ των γραπτών το στοιχείο (=γράμμα). Και συνδιάζονται τα φωνήεντα με την ύλη, που είναι τα σύμφωνα, όπως η ψυχή με το σώμα και η αρμονία με τις χορδές, και συγκροτούν η μεν ψυχή ζώα, η δε αρμονία τόνους και μελωδίες, τα δε φωνήντα δυνάμεις δραστικές και τελεστικές των θείων. Για αυτό και οι θεουργοί, όταν σεβάζωνται (=λατρεύουν) το θείο, το αποκαλούνται συμβολικά με συριγμούς και κροταλισμούς και άναρθους και ασύμφωνους ήχους[8]

Δηλ. έχουμε :

  • 7 φθόγγους[9] ή αλλιώς 7 φωνήεντα (κατά αντιστοιχεία με τις 7 σφαίρες) τα οποία είναι άρρητα και κατά αναλογία με την μονάδα[10] των αριθμών, το σημείο[11] της γεωμετρίας και το γράμμα των λέξεων.

Οπότε :

  • Συντιθέμενα τα φωνήεντα με τα υλικά – τούτα είναι τα σύμφωνα – όπως η ψυχή με το σώμα, παράγουμε τα ονόματα ως φωνητικά αγάλματα των Όντων και των Θεών, ως εικόνες και Λόγοι τους : δημιουργούμε μιμήματα των νοερών Ειδών, δηλ. των αριθμών. Αφετέρου στον βαθμό που νοούμε και κατανούμε την φύση και την ουσία των νοητών Όντων απόρροια της γόνιμης ενέργειας μας και της εξομοιωτικής δύναμή μας δυνάμεθα να δημιουργούμε ονόματα που φέρουν δυνάμεις δραστικές και τελεστικές των θείων, αγάλματα της ουσίας τους, μιμούμενοι έτσι τον καθολικό πατέρα και δημιουργό, τον Ζεύς!
Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 15/11/2013


[1] Βλ. Πρόκλος, στο «Σχόλια εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 1.1 – 2.9» :

in Cra 1.1 ` to     in Cra 2.9 Ο σκοπὸς τοῦ Κρατύλου τὴν ἐν ἐσχάτοις ἐπιδεῖξαι τῶν ψυχῶν γόνιμον ἐνέργειαν καὶ τὴν ἀφομοιωτικὴν δύναμιν, ἣν κατ᾽ οὐσίαν λαχοῦσαι διὰ τῆς τῶν ὀνομάτων ὀρθότητος αὐτὴν ἐπιδείκνυνται.

[2] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 51.21 – 56» :

in Cra 51.21 ` to     in Cra 51.58 ὅτι μὲν οὖν ἐστί τις ν ψυχ εκαστικ δναμις, δλον (κα γρ ζωγραφα κα α τοιαται τατης ξρτηνται τς δυνμεως), φομοιωτικ οσα τν δευτρων πρς τ κρεττονα κα τν ν συνθσει φερομνων εδν πρς τ πλοστερα. κα πλιν κατ τν ατν δναμιν ψυχ δναται αυτν ξομοιον τος κρεττοσιν αυτς θεος γγλοις δαμοσιν· ἀλλὰ καὶ τὰ δεύτερα ἀφ᾽ ἑαυτῆς ἐξομοιοῖ πρὸς ἑαυτὴν διὰ τῆς αὐτῆς δυνάμεως, καὶ ἔτι πρὸς τὰ κρείττω ἑαυτῆς, διὸ θεῶν τε ἀγάλματα καὶ δαιμόνων δημιουργεῖ· βουλομένη δ᾽ ἀύλους τρόπον τινὰ καὶ μόνης τῆς λογικῆς οὐσίας ἐγγόνους ὑποστῆσαι τῶν ὄντων ὁμοιότητας, ἀφ᾽ ἑαυτῆς, χρωμένη τῇ λεκτικῇ φαντασίᾳ συνεργῷ, τὴν τῶν ὀνομάτων παρήγαγεν οὐσίαν· καὶ ὥσπερ ἡ τελεστικὴ διὰ δή τινων συμβόλων καὶ ἀπορρήτων συνθημάτων τὰ τῇδε ἀγάλματα τοῖς θεοῖς ἀπεικάζει καὶ ἐπιτήδεια ποιεῖ πρὸς ὑποδοχὴν τῶν θείων ἐλλάμψεων, οὕτω δὲ καὶ ἡ νομοθετικὴ κατὰ τὴν αὐτὴν ἀφομοιωτικὴν δύναμιν ἀγάλματα τῶν πραγμάτων ὑφίστησι τὰ ὀνόματα διὰ τοίων καὶ τοίων ἤχων ἀπεικονιζομένη τὴν τῶν ὄντων φύσιν, καὶ ὑποστήσασα παρέδωκεν εἰς χρῆσιν τοῖς ἀνθρώ ποις. καὶ διὰ τοῦτο λέγεται κύριος εἶναι τῆς τῶν ὀνομάτων γενέσεως ὁ νομοθέτης, καὶ ὥσπερ εἰς τὰ τῶν θεῶν ἀγάλματα πλημμελεῖν οὐχ ὅσιον, οὕτως οὐδὲ περὶ τὰ ὀνόματα ἁμαρτάνειν εὐαγές· νοῦς γάρ ἐστιν ὁ νομοθετικὸς τούτων δημιουργός, εἰκόνας αὐτοῖς ἐνθεὶς τῶν παραδειγμάτων· καὶ χρὴ σέβειν αὐτὰ διὰ τὴν πρὸς θεοὺς αὐτῶν συγγένειαν. καί μοι δοκεῖ τὸν <νομοθέτην> (p 389a) ὁ Πλάτων ἀνάλογον ἱδρύων τῷ ὅλῳ δημιουργῷ (καὶ γὰρ ὁ <τοὺς εἱμαρμένους νόμους> τιθεὶς ἐκεῖνός ἐστιν κατὰ <Τίμαιον> (p 41e) καὶ ὁ <πάντα διαθεσμοθετῶν> (p 42d), ᾧ <συνέπεται Δίκη τῶν ἀπολειπομένων τοῦ θείου νόμου τιμωρός>, ὥς φησιν ὁ <Ἀθηναῖος ξένος> (Leg. IV p 716a), εἰκότως αὐτῷ καὶ τὴν τῶν ὀνομάτων ἀποδοῦναι   ποίησιν, ἐπεὶ καὶ ὁ ὅλος δημιουργὸς κατ᾽ αὐτὸν πρώτιστός ἐστιν ὀνοματουργός· αὐτὸς οὖν ἐστιν, ὡς ὁ <Τίμαιος> (p 36c) λέγει, ὁ τὴν μὲν τῶν περιφορῶν <ταὐτοῦ>, τὴν δὲ <θατέρου> προσαγορεύσας.

[3]που έρχεται/κατέβηκε από τον νου.

[4] Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 16.3 – 22» :

in Cra 16.3 ` to     in Cra 16.22 ἐρωτηθεὶς γοῦν Πυθαγόρας, τί σοφώτατον τῶν ὄντων· <ἀριθμὸς> ἔφη· τί δὲ δεύτε ρον εἰς σοφίαν, ὁ <τὰ ὀνόματα τοῖς πράγμασι θέμενος>. ᾐνίττετο δὲ διὰ μὲν τοῦ ἀριθμοῦ τὸν νοητὸν διάκοσμον τὸν περιέχοντα τὸ πλῆθος τῶν νοερῶν εἰδῶν· ἐκεῖ γὰρ ὁ πρώτως καὶ κυρίως ἀριθμὸς μετὰ τὸ ἓν ὑπέστη τὸ ὑπερούσιον, ὃς καὶ τὰ μέτρα τῆς οὐσίας πᾶσι τοῖς οὖσι χορηγεῖ, ἐν ᾧ καὶ ἡ ὄντως σοφία καὶ ἡ γνῶσις, ἑαυτῆς οὖσα καὶ πρὸς ἑαυτὴν ἐστραμμένη καὶ ἑαυτὴν τελειοῦσα· καὶ ὥσπερ ἐκεῖ νοητὸν καὶ νοῦς καὶ νόησις ταυτόν, οὕτως καὶ ἀριθμὸς καὶ σοφία ταυτόν ἐστι ἐκεῖ· δι δ το θεμνου τ νματα τν ψυχν νττετο, τις π νο μν πστη· κα ατ μν τ πργματα οκ στιν σπερ νος πρτως, χει δ ατν εκνας κα λγους οσιδεις διεξοδικος, οον γλματα τν ντων, σπερ τνματα πομιμομενα τ νοερ εδη τος ριθμος· τ μν ον εναι πσιν π νο τοαυτν γινσκοντος κα σοφο, τ δνομζεσθαι π ψυχς τς νον μιμουμνης. οκ ρα, φησ Πυθαγρας, το τυχντος στ τνοματουργεν, λλ το τν νον ρντος κα τν φσιν τν ντων· φσει ρα τνματα.

[5] Βλ. Πρόκλος  «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Α’, 669.29 – 669.36» :

in Prm 669.29 ` to     in Prm 669.36 δεῖ γὰρ τὰς ὑπό τινος τελειωθησομένας ψυχὰς κἀκείνῳ προσιούσας διὰ τῆς γνώσεως αὐτῷ καὶ τῆς ἐπιβολῆς συνάπτεσθαι πρῶτον· ἡγεῖται γὰρ ἡ γνῶσις, ἔπειτα ἡ πέλασις, ἔπειτα ἡ ἕνωσις· οὐ γὰρ ἄν τις ἑνωθείη πρὸς τοῦτο ᾧ μηδὲ πελάσαι δυνατός ἐστιν, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν ἐκείνῳ τις πελάσειεν ὃ μηδὲ ἔγνωκεν.

[6] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Α’, 670.5 – 670.9»:

in Prm 670.5 ` to     in Prm 670.9  δεῖ τὰς ἀναγομένας ψυχὰς διὰ γνώσεως συνάπτεσθαι πρῶτον τοῖς ἐφετοῖς καὶ δι᾽ ἐπιβολῆς, ἧς ἐστιν ἡ τοῦ ὀνόματος μάθησις εἰκὼν (καὶ γὰρ τὰ ὀνόματα τοῦ γνωστικοῦ τῆς ψυχῆς ἐστιν ἔκγονα)·

[7] Βλ. Πρόκλος στο έργο του «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία, βιβλίο Α’, 124.12 – 125.2» :

Theol Plat 1.124.12 ` to     Theol Plat 1.125.2 Ως γὰρ ὁ νοῦς ὁ δημιουργικὸς τῶν ἐν αὑτῷ πρωτίστων εἰδῶν περὶ τὴν ὕλην ἐμφάσεις ὑφίστησι, καὶ τῶν αἰωνίων ἔγχρονα καὶ τῶν ἀμερίστων μεριστὰ καὶ οἷον ἐσκιαγραφημένα τῶν ἀληθινῶς ὄντων εἴδωλα παράγει, κατὰ τὸν αὐτὸν, οἶμαι, τρόπον καὶ ἡ παρ᾽ ἡμῖν ἐπιστήμη τὴν νοερὰν ἀποτυπουμένη ποίησιν διὰ λόγου δημιουργεῖ τῶν τε ἄλλων πραγμάτων ὁμοιώματα καὶ δὴ καὶ αὐτῶν τῶν θεῶν, τὸ μὲν ἀσύνθετον αὐτῶν διὰ συνθέσεως τὸ δὲ ἁπλοῦν διὰ ποικιλίας τὸ δὲ ἡνωμένον διὰ πλήθους ἀπεικάζουσα. Καὶ οὕτω δὴ τὰ ὀνόματα πλάττουσα τῶν θείων εἰκόνας ἐσχάτως ἐπιδείκνυσιν· ἕκαστον γὰρ ὄνομα καθάπερ ἄγαλμα τῶν θεῶν ἀπογεννᾷ· καὶ ὥσπερ ἡ θεουργία διὰ δή τινων συμβόλων εἰς τὴν τῶν τεχνητῶν ἀγαλμάτων ἔλλαμψιν προκαλεῖται τὴν τῶν θεῶν ἄφθονον ἀγαθότητα, κατὰ τὰ αὐτὰ δὴ καὶ ἡ νοερὰ τῶν θείων ἐπιστήμη συνθέσεσι καὶ διαιρέσεσι τῶν ἤχων ἐκφαίνει τὴν ἀποκεκρυμμένην οὐσίαν τῶν θεῶν.

[8]       Excerpta 6.1 ` to     Excerpta 6.20 Κα γρ δ κα ο φθγγοι σφαρας κστης τν πτ να τιν ψφον ποιν [πρτους] ποτελεν πεφυκυας, ος δ τ <στοιχεα> τ <φωνεντα> πωνμασται, ρρητα μν ατ καθ ατ κα πν τκ τοτων συντιθμενον π τν σοφν ποκαλομενα. διτι κνταθα τοτο δναται φθγγος, δν ριθμ μν μονς, ν δ γεωμετρίᾳ σημεον, ν δ γρμμασι στοιχεον· συντιθμενα δ μετ τν λικν (οα δ τ σμφωνα) σπερ ψυχ μν τ σματι, δ ρμονα τας χορδας, ποτελε μν ζα, δ τνους κα μλη, τ δ δραστικς δυνμεις κα τελεστικς τν θεων. δι δταν μλιστα ο θεουργο τ τοιοτον σεβζωνται, σιγμος τε κα ποππυσμος κανρθροις κασυμφνοις χοις συμβολικς πικαλονται. —τι σοι τπ ταφθγγς φυσικ κατεχρσαντο συμφωνίᾳ, ντεθεν λαβον· οκ π τν σφαιρν τ τοιοτον, λλπ τν νδεδομνων ες τ πν ξ ατν ναρμονων χων, ος δ κα μνους τν στοιχεων φωνεντς τε κα φθογγεντας καλομεν.

[9] Φθόγγος είναι η μελωδική παραγωγή ήχου σε συγκεκριμένο τονικό ύψος. Βλ. Νικόμαχος «Αρμονικό Εγχειρίδιο, 12.6 – 12.1.9» : «φθόγγος είναι ένας ήχος αδιαίρετος, σαν να λέμε ακουστική μονάδα. Και όπως κάποιοι νεώτεροι, μελωδική, παραγωγή ήχου σε συγγκεκριμένο τονικό ύψος, ή όπως κάποιοι άλλοι, ένας ήχος χωρίς πλάτος, συνεχής

Harmonicum enchiridion 12.1.6 ` to     Harmonicum enchiridion 12.1.9   Φθόγγος ἐστὶ φωνὴ ἄτομος, οἷον μονὰς κατ᾽ ἀκοήν· ὡς δὲ οἱ νεώτεροι, ἐπίπτωσις φωνῆς ἐπὶ μίαν τάσιν καὶ ἁπλῆν· ὡς δ᾽ ἔνιοι, ἦχος ἀπλατὴς κατὰ τό πον ἀδιάστατος.

[10] «Η Μονάδα είναι η αρχή του αριθμού, η οποία δεν έχει θέση στον χώρο.»

— Βλ. «Ιάμβλιχος Τα θεολογούμενα της αριθμητικής, 4.7» —

Theol Ar 4.7 ` to     Theol Ar 4.7  Μονάς ἐστιν ἀρχὴ ἀριθμοῦ, θέσιν μὴ ἔχουσα·

[11] «οι Πυθαγόρειοι ορίζουν το σημείο ως μονάδα που έλαβε θέση […] […] Όταν, όμως  λένε ότι η μονάδα έχει θέση, μου φαίνεται οτι υποδεικνύουν πως η μονάδα και ο αριθμός -και εννοώ τον αφηρημένο αριθμό – έχουν λάβει υπόσταση τους μέσα στην δοξασία. Για αυτό και κάθε αριθμός είναι ένας, για παράδειγμα το πέντε και το επτά, και όχι πολλοί σε κάθε ψυχή, και είναι καθαροί από σχήμα και μορφή. Το σημείο, όμως, προβάλλεται στην φαντασία και έχει βρεθεί, θα λέγαμε, σε κάποιο τόπο και είναι υλικό έχοντας τη νοητή ύλη. Η μονάδα, λοιπόν, δεν έχει θέση, επειδή προβάλλεται στους κόλπους της φαντασίας και είναι υλικό. και λόγω της επικοινωνίας της με τις αρχές η μονάδα είναι απλούστερη από το σημείο. Γιατί το σημείο, έχοντας θέση έχει κάτι περισσότερο από τη μονάδα. Και οι προσθήκες στα ασώματα αποτελούν υποβαθμίσεις όσων δέχονται τις προσθήκες»

—Πρόκλος «Εις τον πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων : Όροι, 95.21 – 96.15» —

in Euc 95.21 ` to     in Euc 96.15 Επεὶ δὲ καὶ ο <Πυθαγρειοι> τ σημεον φορζονται μονδα προσλαβοσαν θσιν, σκεπτέον τί ποτε νοοῦντες λέγουσιν. ὅτι μὲν οὖν οἱ ἀριθμοὶ τῶν μεγεθῶν ἀυλότεροι καὶ καθαρώτεροι, καὶ ὅτι τῶν ἀριθμῶν ἡ ἀρχὴ τῆς τῶν μεγεθῶν ἐστιν ἁπλουστέρα, παντὶ καταφανές. ἀλλ᾽ ὅταν λέγωσι τὴν μὲν μονάδα θέσιν ἔχουσαν, ἐνδείκνυσθαί μοι δοκοῦσιν, ὡς ἄρα ἡ μὲν μονὰς καὶ ὁ ἀριθμὸς ἐν δόξῃ τὴν ὑπόστασιν κέκτηται, λέγω δὲ τὸν μοναδικὸν ἀριθμόν. διὸ καὶ τῶν ἀριθμῶν ἕκαστος εἷς ἐστιν, οἷον ὁ πέντε καὶ ὁ ἑπτά, καὶ οὐ πολλοὶ καθ᾽ ἑκάστην ψυχήν, καὶ σχήματος καὶ μορφῆς ἐπεισοδιώδους καθαρεύουσι. τ δ σημεον ν φαντασίᾳ προτενεται κα οον ν τπ γγονεν, κανυλν στι κατ τν νοητν λην. ἄθετος οὖν ἡ μονὰς ὡς ἄυλος καὶ παντὸς ἔξω διαστήματος καὶ τόπου. θσιν δχει τ σημεον ς ν τος φαντασας κλποις νδαλλμενον κανυλον. διὰ δὲ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀρχῶν καὶ ἡ μονὰς στιγμῆς ἁπλουστέρα. κατὰ γὰρ τὴν θέσιν ἐπλεόνασεν ἡ στιγμὴ τῆς μονάδος, αἱ δὲ προσθέσεις ἐν τοῖς ἀσωμάτοις ὑφέσεις ἀπο τελοῦσι τῶν τὰς προσθήκας δεχομένων.