Μενέλαος, ένας κατά θέση Δαίμων!


Ο Ατρείδης Μενέλαος αναφέρεται ως «διοτρεφής Μενέλαος – Μενέλαε διοτρεφές» (Ιλιάδα, Η’, σ. 109), επίσης ως «Μενέλαος πολεμικός – Μενέλαος ἀρήϊος» (Ιλιάδα, Π’, σ. 311), επίσης ως «ισόθεος άνδρας – ἰσόθεος φώς» (Ιλιάδα, Ψ’, σ. 566 – 569).¨

 *** <Ἰσόθεος φώς> = Ἰσόθεος ἀνήρ. Τὸ δὲ φὼς, ὀξυτονούμενον, τὸν ἄνθρωπον δηλοῖ. ὡς τὸ, ἰσόθεος φώς. (Βλ. Σχόλια στην Ιλιάδα, 2.565. 2 – 4). ἰσόθεος φὼς = ἰσόθεος ἀνήρ. τὸ δὲ «φώς» ὀξυτονούμενον— ἕνδεκα δίφροι». (Βλ. Scholia in Iliadem  2.565.1 – 2.565.2).

Όταν ο Πρωτέας δίνει χρησμό προς τον Μενέλαο (Οδύσσεια Δ’ ραψωδία, σ. 561 – 569)  του λέγει :

«Για σένα θέσφατο δεν είναι, διοτρεφή Μενέλαε,

στο ιπποτρόφο Άργος να πεθάνεις στην μοίρα πέφτοντας,

αλλά σε στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γής

οι αθάνατοι θα πέμψουν, ο ξανθός Ραδάμανθης,

όπου ευκολώτατος ο βίος είναι στους ανθρώπους.

Όχι νιφάδες ούτε χειμώνας πολύς ούτε ποτέ όμβρος,

αλλά πάντα του Ζέφυρου δυνατά πνέοντας άνεμοι

ο Ωκεανός στέλνει για αναψυχή ανθρώπων,

ένεκα που έχεις την Ελένη και γαμβρός του Διός είσαι.-

σοὶ δ᾽ οὐ θέσφατόν ἐστι, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,

Ἄργει ἐν ἱπποβότῳ θανέειν καὶ πότμον[1] ἐπισπεῖν[2],

ἀλλά σ᾽ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης

ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς,

τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν·

οὐ νιφετός, οὔτ᾽ ἂρ χειμὼν πολὺς οὔτε ποτ᾽ ὄμβρος,  

ἀλλ᾽ αἰεὶ ζεφύροιο λιγὺ πνείοντος ἀήτας

Ὠκεανὸς ἀνίησιν ἀναψύχειν ἀνθρώπους,

οὕνεκ᾽ ἔχεις Ἑλένην καί σφιν γαμβρὸς Διός ἐσσι».

Ο Ησίοδος μάλιστα, στο «Έργα και Ημέραι, σ. 156 – 173», μας λέγει για το γένος των Ηρώων ότι «Αφού λοιπόν και τούτο το γένος (το Χάλκινο) κατά γαία κάλυψε, πάλι και τέταρτο έπλασε ο Κρονίδης Ζευς επί της πολυτρόφου χθόνας, πιο δίκαιο και άρειο, το θείο γένος των Ηρώων που ονομάζονται ημίθεοι, η πρωτύτερη από τη δική μας γενιά επάνω στην απέραντη γαία. Και τούτους όμως πόλεμος κακός και τρομερή σύγκρουση, άλλους στην εφτάπυλη Θήβα, της Καδμείας γαίας, αφάνισε, που μάχονταν για τα κοπάδια του Οιδίποδα, και άλλους και μέσα στα καράβια απάνω από την άπατη θάλασσα, αφού τους έφερε στην Τροία για την Ελένη την ομορφομαλλούσα. Άλλους εκεί, αλήθεια, ο θάνατος τους σκέπασε και πέθαναν, και άλλους ο Κρονίδης Ζευς, αφού ξέχωρα από τους ανθρώπους τους όρισε να ζουν και να κατοικούν, τους τοποθέτησε στα πέρατα της γαίας, μακριά από τους αθανάτους, και ο Κρόνος είναι βασιλιάς τους, γιατί τον έλυσε  από τα δεσμά ο πατέρας των ανθρώπων και των θεών. Και τούτοι μεν κατοικούν έχοντες ξέγνοιαστο θυμικό στα Νησιά των Μακάρων κοντά στον βαθυδίνη Ωκεανό, όλβιοι ήρωες που η πολύκαρπη αρούρα [γη] τους χαρίζει γλυκό καρπό που ωριμάζει τρείς φορές το χρόνο. – Αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψεν, αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον, ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν. καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ, ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο, τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο. [ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε] τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης. καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην, ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα

Ο δε Λουκιανός, στο «Αληθούς  Ιστορία, σ.  2.4.9 – 2.14.16», μας λέγει οι κάτοικοι των νησιών των Μακάρων ότι :

«Για φόρεμα χρησιμοποιούν αραχνοστήμονα λεπτά και πορφυρά. Μα δεν έχουν σώματα. Είναι άυλοι και άσαρκοι κι έχουν μονάχα μορφή και ιδέα. Μα κι αν είναι ασώματοι, έχουν υπόσταση, κινούνται και σκέπτονται και μιλούν, και γενικά φαίνεται πως η ψυχή τους περιφέρεται γυμνή, έχοντας πάρει το ομοίωμα του κορμιού τους. Κι αν δεν τους αγγίξει κανένας, δεν μπορεί να καταλάβει πως δεν είναι σώμα αυτό που βλέπει : γιατί μοιάζουν σαν όρθιες σκιές, μα όχι μαύρες. Εκεί δε γερνά κανένας, μα μένει με την ηλικία που έχει σαν έρχεται. Μα μήτε και νυχτώνει εκεί, μήτε κι η ημέρα είναι πολύ φωτεινή. Το φως που έχουνε μοιάζει με εκείνο που έχει το γλυκοχάραμα της αυγής προτού ακόμα ανατείλει ο ήλιος. Τέτοιο φως απλώνεται στην γη τους. Αλλά κι από τις εποχές του χρόνου ξέρουν μονάχα μία. Έχουν πάντα άνοιξη (Έαρ) κι ο μοναδικός άνεμος που φυσά εκεί είναι ο Ζέφυρος. Η χώρα στολίζεται από όλων των ειδών τα λουλούδια όλα τα ήμερα φυτά και τα ισκιερά δέντρα. Τα αμπέλια καρποφορούν 12 φορές τον μήνα, κάθε μήνα. Κι όσο για τις ροδιές (ροιάς), τις μηλιές και τα άλλα φρουτόδεντρα, μας λέγανε πως καρποφορούν 13 φορές (τον χρόνο). Γιατί ένα μήνα, που τον λένε Μίνωα, καρποφορούν 2 φορές. Κι αντί για πυρό (σιτάρι), τα στάχυα βγάζουν στην κορυφή τους έτοιμο άρτο όμοιο με τους μύκητες (μανιτάρια). Κοντά στην πολιτεία βρίσκονται 365 πηγές ύδατος κι άλλες 365 που τρέχουν μέλι και 500 μύρο, μα αυτές είναι μικρότερες. Είναι κι 7 ποταμοί  γάλακτος και 8 οίνου. Το συμπόσιο τους γίνεται έξω από την πολιτεία, στο λεγόμενο Ηλύσιο πεδίον. Είναι ένα πανέμορφο λιβάδι με ένα πυκνό δάσος γύρω του, από όλα τα δέντρα που ισκιώνουν τους συμποσιαστές ξαπλωμένους επάνω σε ένα στρώμα από λουλούδια.  – ἐσθῆτι δὲ χρῶνται ἀραχνίοις λεπτοῖς͵ πορφυροῖς. αὐτοὶ δὲ σώματα μὲν οὐκ ἔχουσιν͵ ἀλλ΄ ἀναφεῖς καὶ ἄσαρκοί εἰσιν͵ μορφὴν δὲ καὶ ἰδέαν μόνην ἐμφαίνουσιν͵ καὶ ἀσώματοι ὄντες ὅμως συνεστᾶσιν καὶ κινοῦνται καὶ φρονοῦσι καὶ φωνὴν ἀφιᾶσιν͵ καὶ ὅλως ἔοικε γυμνή τις ἡ ψυχὴ αὐτῶν περιπολεῖν τὴν τοῦ σώματος ὁμοιότητα περικειμένη· εἰ γοῦν μὴ ἅψαιτό τις͵ οὐκ ἂν ἐξελέγξειε μὴ εἶναι σῶμα τὸ ὁρώμενον· εἰσὶ γὰρ ὥσπερ σκιαὶ ὀρθαί͵ οὐ μέλαιναι. γηράσκει δὲ οὐδείς͵ ἀλλ΄ ἐφ΄ ἧς ἂν ἡλικίας ἔλθῃ παραμένει. οὐ μὴν οὐδὲ νὺξ παρ΄ αὐτοῖς γίνεται͵ οὐδὲ ἡμέρα πάνυ λαμπρά· καθάπερ δὲ τὸ λυκαυγὲς ἤδη πρὸς ἕω͵ μηδέπω ἀνατείλαντος ἡλίου͵ τοιοῦτο φῶς ἐπέχει τὴν γῆν. καὶ μέντοι καὶ ὥραν μίαν ἴσασιν τοῦ ἔτους· αἰεὶ γὰρ παρ΄ αὐτοῖς ἔαρ ἐστὶ καὶ εἷς ἄνεμος πνεῖ παρ΄ αὐτοῖς ὁ ζέφυρος. ἡ δὲ χώρα πᾶσι μὲν ἄνθεσιν͵ πᾶσι δὲ φυτοῖς ἡμέροις τε καὶ σκιεροῖς τέθληλεν· αἱ μὲν γὰρ ἄμπελοι δωδεκάφοροί εἰσιν καὶ κατὰ μῆνα ἕκαστον καρποφοροῦσιν· τὰς δὲ ῥοιὰς καὶ τὰς μηλέας καὶ τὴν ἄλλην ὀπώραν ἔλεγον εἶναι τρισκαιδεκάφορον· ἑνὸς γὰρ μηνὸς τοῦ παρ΄ αὐτοῖς Μινῴου δὶς καρποφορεῖν· ἀντὶ δὲ πυροῦ οἱ στάχυες ἄρτον ἕτοιμον ἐπ΄ ἄκρων φύουσιν ὥσπερ μύκητας. πηγαὶ δὲ περὶ τὴν πόλιν ὕδατος μὲν πέντε καὶ ἑξήκοντα καὶ τριακόσιαι͵ μέλιτος δὲ ἄλλαι τοσαῦται͵ μύρου δὲ πεντακόσιαι͵ μικρότεραι μέντοι αὗται͵ καὶ ποταμοὶ γάλακτος ἑπτὰ καὶ οἴνου ὀκτώ. Τὸ δὲ συμπόσιον ἔξω τῆς πόλεως πεποίηνται ἐν τῷ Ἠλυσίῳ καλουμένῳ πεδίῳ· λειμὼν δέ ἐστιν κάλλιστος καὶ περὶ αὐτὸν ὕλη παντοία πυκνή͵ ἐπισκιάζουσα τοὺς κατακειμένους.»

Έχοντας όμως κατά νου ότι ο Πρόκλος, στο «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα, βιβλίο Β’ (συνέχεια, 2.96-184), 136.19 – 144.13», εξηγώντας περί των καθόδων/ανόδων των ψυχών, περί των δικαστηρίων, των κλήρων/λήξεων, των οδών/περασμάτων τους, του λειμώνα και γενικά υπομνηματίζοντας το δέκατο βιβλίο της Πλατωνική «Πολιτείας», συνδυαστικά με τα λεγόμενα του Σωκράτη στον πλατωνικό «Φαίδρο», «Φαίδωνα» και «Γοργία», μας λέγει ότι «αἱ μὲν μακάρων νῆσοι Πλουτώνειοι λήξεις εἰσίν» (κλήροι), οι δε «οὐράνιαι τῆς τοῦ πρώτου τῶν τριῶν Διὸς ἀρχῆς κατὰ τὴν εἰς τρία τῶν Κρονιδῶν τομὴν τοῦ κόσμου»  (οι ουράνιες λήξεις συνδέονται με την αρχή  του πρώτου Διός, του πρώτου ανάμεσα στους τρεις υιούς του Κρόνου, σύμφωνα με την τριμερή διαίρεση και διανομή του Κόσμου στους υιούς του Κρόνου). Όπως και ότι το ένα εκ των τριών περασμάτων/οδών του τρίστρατου «Πλούτωνος ἐστι τρίοδος ἢ εἰς τὰς μακάρων νήσους ἢ εἰς τὸ δεσμωτήριον τῆς τίσεως ἢ εἰς τοὺς καθαρτικοὺς τόπους», το άλλο «εἰς Διὸς μοναδικὴ πρὸς οὐρανὸν ἄγουσα» (οδηγεί στον Δία και στον ουρανό = στο κέντρο του Γαλαξία και στους απλανής), ενώ το άλλο «εἰς Ποσειδῶνος †σώζει τὰ τῶν χθονίων δικαστῶν» (έχει να κάνει με τον Ποσειδώνα και διασφαλίζει τα σχετικά με τους χθόνιους δικαστές).

Και ότι : Ἠλύσιον πεδίον] = ἐκ τοῦ λύω. λύονται γὰρ τῶν βιωτικῶν δεσμῶν οἱ ἀπελθόντες ἐκεῖ. καὶ κατὰ πλεονασμὸν τοῦ η Ἠλύσιον. τὸ τῶν ἡρώων ἐνδιαίτημα ἦν κεκλημένον ἀπὸ Ἠλυσίου τοῦ Ἐλευθερίου, εὐσεβεστάτου γενομένου. ἢ παρὰ τὸ ἄλυτα ἐν αὐτῷ μένειν τὰ σώματα. ὁ δὲ τόπος ἐν ταῖς καλουμέναις Μακάρων νήσοις, ἔξω τῆς καθ᾽ ἡμᾶς οἰκουμένης. τὸ Ἠλύσιον πεδίον οἱ νεώτεροι Μακάρων εἰρήκασι νήσους. (Βλ. Scholia in Odysseam, 4.563.  1 – 16).

<῎Ηλυσις> = ἔλευσις, ἄφιξις, ἔφοδος, πορεία. (Βλ. Λεξικό Σουίδα [T.L.G.]).

Καταλαβαίνουμε ότι τα Ηλύσια πεδία, που είναι εν και το αυτό με τα νησιά των Μακάρων, είναι το μέρος που πήγε ο Μενέλαος! Πράγμα πολύ σημαντικό καθώς τα νοητικά αγαθά που οι πανάγιες τελετές των Ελευσίνιων μυστηρίων υπόσχονται για στους μύστες μόλις λυθούν εκ των σωμάτων τους, την μετοχή δηλ. στα δώρα του Πλούτωνα και της Κόρης Περσεφόνης, σχετίζονται με τα νησιά των Μακάρων και μόνον με αυτά!

Τι σημαίνει όμως ότι για τον διοτρεφή Μενέλαο δεν είναι «θέσφατο στο ιπποτρόφο Άργος να πεθάνει στην μοίρα πέφτοντας, αλλά σε στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης οι αθάνατοι θα τον πέμψουν»;;

Ο Ιάμβλιχος, όμως, στο «Περί Πυθαγόρειου βίου, σ. 1226 – 1227», μας λέγει ότι στην ερώτηση «τί ἐστιν αἱ μακάρων νῆσοι;» ο Πυθαγόρας απαντούσε «ἥλιος καὶ σελήνη».

Ως εκ τούτου θα έρθουμε στον Χαιρωνεύς Πλούταρχο ο οποίος, στο έργο του Περί εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης, 942.D.4  – F.9», μας λέγει ότι σχετικά με την Δήμητρα και την Κόρη Περσεφόνη ότι :

«η μία είναι (μέσα) στην γη και κυρία των περί την γη ενώ η άλλη είναι (μέσα) την σελήνη και είναι κυρία των περί σελήνη πραγμάτων, Κόρη και Φερσεφόνη έχει ονομαστεί, το δεύτερο επειδή φέρνει το φώς, ενώ Κόρη, επειδή και του όμματος το μέρος, εντός στου οποίου αντικαθρεφτίζεται το είδωλο του βλέποντος, όπως ακριβώς το φέγγος του ήλιου είναι ορατό στη σελήνη, κόρη ονομάζεται. Στα όσα πάλι λέγονται για την περιπλάνηση και την αναζήτηση στην περίπτωσή τους ενυπάρχει και κάποια δόση αλήθειας, διότι ποθούν η μία την άλλη, χωριστά καθώς βρίσκονται, και πολλές φορές αγκαλιάζονται στη σκιά. Το ότι πάλι η Κόρη τη μία βρίσκεται στον ουρανό και στο φως, την άλλη στο σκοτάδι και τη νύχτα δεν είναι βέβαια ψέμα, αλλά έδωσε αφορμή για λάθος στον υπολογισμό του χρόνου. Στα αλήθεια, δεν την βλέπουμε για έξι μήνες αλλά κάθε έξι μήνες κάτω από την γη (έκλειψη σελήνης), λες και την αγκαλιάζει η Δήμητρα με την σκιά της, ενώ σε λίγες περιπτώσεις την βλέπουμε να το παθαίνει κάθε πέντε μήνες, διότι είναι δυνατόν για αυτήν να εγκαταλείψει τον Άδη, εφόσον είναι πέρας του Άδη, όπως ακριβώς το είπε και ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψ. Δ’, σ. 563) εύστοχα με υπονοούμενα : “Αλά και στο Ηλύσιο πεδίο, τα πέρατα της γης”. Στ’ αλήθεια, έθεσε το τέρμα της γης και το πέρας εκεί όπου η περιοχή της σκιάς της γης σταματά. Σε τούτο το σημείο κανένας φαύλος ή ακάθαρτος δεν ανεβαίνει, ενώ οι χρηστοί, αφού μεταφερθούν εδώ μετά τον θάνατο τους, συνεχίζουν να ζουν ζωη που είναι πιο εύκολη, όχι όμως μακάρια ούτε θεϊκή, μέχρι τον δεύτερο θάνατο τους.- οἷον εὐθὺς ὀρθῶς Δήμητραν καὶ Κόρην ὀνομάζοντες οὐκ ὀρθῶς ὁμοῦ καὶ περὶ τὸν αὐτὸν ἀμφοτέρας εἶναι τόπον νομίζουσιν. ἡ μὲν γὰρ ἐν γῇ καὶ κυρία τῶν περὶ γῆν ἐστιν, ἡ δ᾽ ἐν σελήνῃ καὶ τῶν περὶ σελήνην, Κόρη τε καὶ Φερσεφόνη κέκληται, τὸ μὲν ὡς φωσφόρος οὖσα, Κόρη δ᾽ ὅτι καὶ τοῦ ὄμματος, ἐν ᾧ τὸ εἴδωλον ἀντιλάμπει τοῦ βλέποντος, ὥσπερ τὸ ἡλίου φέγγος ἐνορᾶται τῇ σελήνῃ, κόρην προσαγορεύομεν. τοῖς τε περὶ τὴν πλάνην καὶ τὴν ζήτησιν αὐτῶν λεγομένοις ἔνεστι <μέν τι καὶ> ἀληθές· ἀλλήλων γὰρ ἐφίενται χωρὶς οὖσαι καὶ συμπλέκονται περὶ τὴν σκιὰν πολλάκις· τὸ δὲ νῦν μὲν ἐν οὐρανῷ καὶ φωτὶ νῦν δ᾽ ἐν σκότῳ καὶ νυκτὶ γενέσθαι [περὶ] τὴν Κόρην ψεῦδος μὲν οὐκ ἔστιν, τοῦ δὲ χρόνου τῷ ἀριθμῷ πλάνην παρέσχηκεν· οὐ γὰρ ἓξ μῆνας ἀλλὰ παρ᾽ ἓξ μῆνας ὁρῶμεν αὐτὴν ὑπὸ τῆς γῆς ὥσπερ   ὑπὸ τῆς μητρὸς τῇ σκιᾷ λαμβανομένην, ὀλιγάκις δὲ τοῦτο διὰ πέντε μηνῶν πάσχουσαν. ἐπεὶ τόν γ᾽ Ἅιδην ἀπολιπεῖν ἀδύνατόν ἐστιν αὐτήν, τοῦ Ἅιδου πέρας οὖσαν·  ὥσπερ καὶ Ὅμηρος ἐπικρυψάμενος οὐ φαύλως τοῦτ᾽ εἶπεν (δ 563 ) «ἀλλά <σ᾽> ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης». ὅπου γὰρ ἡ σκιὰ τῆς γῆς ἐπινεμομένη παύεται, τοῦτο τέρμα τῆς γῆς ἔθετο καὶ πέρας. εἰς δὲ τοῦτο φαῦλος μὲν οὐδεὶς οὐδ᾽ ἀκάθαρτος ἄνεισιν, οἱ δὲ χρηστοὶ μετὰ τὴν τελευτὴν κομισθέντες αὐτόθι ῥᾷστον μὲν οὕτως βίον, οὐ μὴν μακάριον οὐδὲ θεῖον ἔχοντες ἄχρι τοῦ δευτέρου θανάτου διατελοῦσι»».

Ποιος είναι όμως ο δεύτερος θάνατος ;

Η απάντηση δίνεται από τον ίδιο τον Χαιρωνεύς Πλούταρχο ο οποίος, στο ίδιο έργο του και στους στίχους «943.A.1 – 945.E.2», μας λέγει ότι : «Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν σωστά σύνθετο τον άνθρωπο, όχι σωστά όμως σύνθετο από δύο μόνο στοιχεία. Πράγματι, θεωρούν τον νου μέρος κατά κάποιο τρόπο της ψυχής, σφάλλοντας όχι λιγότερο από εκείνους για τους οποίους η ψυχή θεωρείται μέρος του σώματος[3]. Ενώ ο νους όμως είναι ανώτερο και πιο θεϊκό από την ψυχή όσο είναι η ψυχή από το σώμα. Όταν, λοιπόν, τα τρία τούτα συναρμοστούν λέγει ο Πλούταρχος, το σώμα η γη, την ψυχή η σελήνη, τον νου ο ήλιος παρέχει τη γέννηση του ανθρώπου, όπως από την άλλη μεριά στη σελήνη το φέγγος. Όσο για τον θάνατο που πεθαίνουμε, ο ένας, ο πρώτος, κάνει τον άνθρωπο αντί για τρία να αποτελείται από δύο μέρη – την ψυχή και τον νου, ο άλλος, ο δεύτερος θάνατος, αντί για δύο μέρη κάνει τον άνθρωπο να αποτελείται από ένα μέρος – τον νου. Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει εντός της γης της Δήμητρας, μέσα σε αυτή γίνεται το μυστήριο και τους νεκρούς Δημήτρειους ονόμαζαν παλιά οι Αθηναίοι. Ο δεύτερος θάνατος γίνεται στην σελήνη της Φερσεφόνης/Περσεφόνης. Σύνοικος της μίας είναι ο χθόνιος Ερμής, της άλλης ο ουράνιος. Λύνει όμως τούτη γρήγορα και με βία την ψυχή από το σώμα, ενώ η Φερσεφόνη/Περσεφόνη με πραότητα και χρόνο πολύ τον νου από την ψυχή, για τούτο έχει αποκληθεί και μονογενείς, διότι μένει μόνο του το βέλτιστο μέρος του ανθρώπου, καθώς διαχωρίζεται από αυτήν. Καθένα από αυτούς τους διαχωρισμούς επιτυγχάνεται κατά φύση και με τον τρόπο αυτό : πάσα ψυχή, τόσο δίχως νου όσο και με νου, όταν θα βγει από το σώμα, είναι ορισμένο από την ειμαρμένη να πλανηθεί μεταξύ Γης και σελήνης για ορισμένο χρονικό διάστημα – όχι ίσο, αλλά οι άδικες και ακόλαστες ψυχές πληρώνουν για τα αδικήματά τους, ενώ οι καλές όσο για να εξαγνιστούν, σαν να ήταν χαλασμένος ατμός, να εκπνεύσουν τα μιάσματα που έρχονται από το σώμα, στο πιο πράο μέρος του αέρα, τον οποίο αποκαλούν λιβάδι του Άδη (λειμώνας), πρέπει να μείνουν  για ορισμένο διάστημα. Εκεί σαν να επαναφέρονται στην πατρίδα από την ξενιτιά της εξορίας, γεύονται χαρά παρόμοια με εκείνη που νιώθουν όσοι μυούνται στα μυστήρια, συνδυασμένη με ελπίδα γλυκιά αλλά ανακατεμένη σε μεγάλο βαθμό με ταραχή και έξαψη. Πράγματι, πολλές είναι εκείνες τις οποίες σπρώχνει εκείνη και απομακρύνει με το κύμα, μολονότι έχουν πιαστεί ήδη από την σελήνη, ορισμένες πάλι από τις εκεί βλέπουν να αναποδογυρίζονται, λε, πάλι σε βυθό. Όσες όμως έφτασαν επάνω και πάτησαν το πόδι τους γερά, πρώτα από όλα, όπως ακριβώς οι νικηφόροι, κάνουν γύρους, φορώντας στο κεφάλι τους στεφάνια από φτερά, στεφάνια της ευστάθειας, όπως λέγονται, επειδή στη ζωή απέδειξαν το άλογο και παθιασμένο στοιχείο της ψυχής αρκετά ευάγωγο στον Λόγο και κόσμιο. Δεύτερον, μοιάζοντας εξωτερικά με ακτίνες, από πυρ όμως η ψυχή, που κουφίζεται και πηγαίνει προς τα επάνω, στον γύρω από την σελήνη αιθέρα, παίρνουν από εκεί τόνο και δύναμη, όπως τα στομούμενα με βαφή αντικείμενα σκληραίνουν. Πράγματι, το αραιό ακόμη και διαχυμένο στοιχείο δυναμώνει και γίνεται σταθερό και διαυγές, ώστε να τρέφεται από οποιαδήποτε αναθυμίαση, και σωστά ο Ηράκλειτος ότι «οι ψυχές οσφραίνονται στον Άδη». Κατ’ αρχάς παρατηρούν της ίδιας της Σελήνης το μέγεθος, το κάλλο και τη φύση που δεν είναι απλή ούτε απρόσμεικτη, αλλά είναι σαν μείγμα άστρου και γης. Όπως η γη, που είναι ανάμεικτη από πνεύμα και ύδωρ… έχει γίνει μαλακή, και το αίμα δίνει αίσθηση στην σάρκα, με την οποία είναι αναμεμειγμένο, έτσι και η  σελήνη όντας ανακατεμένη μέχρι μέσα με αιθέρα, είναι έμψυχη και γόνιμη, ενώ ταυτόχρονα έχει ισορροπημένη αναλογία βαρύτητας και ελαφρότητας. Εξ άλλου, με αυτό τον τρόπο και τούτος ο Κόσμος, λένε, συναρμοσμένος καθώς είναι από τα πράγματα που κινούνται φυσιολογικά προς τα επάνω και προς τα κάτω, έχει απαλλαγεί εντελώς από την κατά τόπο κίνηση. Τούτα μοιάζει να έχει συλλάβει και ο Ξενοκράτης με βάση κάποιο θεϊκό τρόπο σκέψης, ξεκινώντας από τον Πλάτωνα. Πράγματι, ο Πλάτων είναι εκείνος που αποφάνθηκε ότι και το καθένα από τα αστέρια έχει συναρμοστεί από γη και πυρ, που δέθηκε μεταξύ τους κατ’ αναλογία μέσω των δύο ενδιάμεσων φύσεων, εφόσον στην αίσθηση δεν φτάνει τίποτα που να μην είναι μείγμα γης και φωτός. Ο Ξενοκράτης όμως λέει ότι τα άστρα και ο ήλιος αποτελούνται από πυρ και το πρώτο πυκνό, ενώ η σελήνη από το δεύτερο πυκνό και τον δικό της αέρα, η γη πάλι από ύδωρ, αέρα και το τρίτο πυκνό. Γενικά όμως ούτε το πυκνό αυτό καθ΄εαυτό ούτε το αραιό είναι δεκτικό ψυχής. Αυτά για την ουσία της σελήνης. Το εύρος τώρα και το μέγεθος της δεν είναι όσο λένε οι γεωμέτρες αλλά πολλές φορές μεγαλύτερο. Η σελήνη καταμετρεί τη σκιά της γης με λίγα από τα δικά της μεγέθη όχι επειδή είναι μικρή, αλλά λόγω της θερμότητας, στον βαθμό που επιτυγχάνει την κίνηση της για να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από τον σκοτεινό τόπο (την σκιά), βγάζοντας έξω τις ψυχές των αγαθών, που την παροτρύνουν να κάνε γρήγορα και φωνάζουν, διότι, όταν μπαίνουν στην σκιά, που ονομάζεται Στύγα, δεν ακούνε πια την περί τον ουρανό αρμονία (την μουσική των ουράνιων σφαιρών). Ταυτόχρονα όμως και οι ψυχές των κολαζόμενων με οδυρμούς και αλαλαγμούς πλησιάζουν από κάτω εδώ, περνώντας μέσα από την σκιά (αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι συνήθιζαν να χτυπούν χαλκώματα κατά τις εκλείψεις και να κάνουν θόρυβο και πάταγο ενάντια στις φαύλες ψυχές). Τις φοβίζει όμως και το αποκαλούμενο πρόσωπο, όταν φτάνουν κοντά, που είναι βλοσυρό και τρομακτικό να το βλέπεις. Ωστόσο στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε, αλλά, όπως ακριβώς η δική μας γη διαθέτει κόλπους βαθείς και μεγάλους, έναν εδώ που, περνώντας από τις Ηράκλειες στήλες, χύνεται μέσα προς το μέρος μας, έξω τον κόλπο της Κασπίας και τους γύρω από την Ερυθρά θάλασσα, έτσι και τούτα είναι βάθη της σελήνης και κοιλώματα. Από αυτά το μεγαλύτερο αποκαλείται από τους Έλληνες μυχό της Εκάτης, όπου τιμωρούνται και παίρνουν εκδίκηση οι ψυχές για όσα τυχόν υποστούν ή πράξουν, αφού έχουν ήδη γίνει δαίμονες, και τα δύο Μακρές. Από μέσα τους περνούν οι ψυχές τη μια προς τη μεριά της σελήνης που βλέπει προς τον ουρανό, την άλλη προς την μεριά που βλέπει προς την Γη. Οι περιοχές της σελήνης που βλέπουν προς τον ουρανό ονομάζονται Ηλύσιο πεδίο, ενώ οι προς τα εδώ Φερσεφόνης/Περσεφόνης. Ωστόσο, οι δαίμονες δεν μένουν για πάντα στη σελήνη, αλλά κατεβαίνουν εδώ να φροντίσουν για τα μαντεία, παρευρίσκονται κι αυτού και λαμβάνουν μέρος στις ανώτερες οργιαστικές τελετές, γίνονται τιμωροί αλλά και προστάτες έναντι των αδικημένων, αποδεικνύονται σωτήρες στους πολέμους και λάμπουν στη θάλασσα. Για ότι τυχόν δεν πράξουν σωστά σε αυτά τα θέματα, αλλά κινούμενοι από οργή, για να κάνουν κάποια άδικη χάρη ή πάλι από φθόνο, τιμωρούνται, εφόσον σπρώχνονται πάλι στην γη και φυλακίζονται σε ανθρώπινα σώματα. Από των βέλτιστων εκείνων είπαν οι ακόλουθοι του Κρόνου πως είναι οι ίδιοι αλλά και πριν από αυτούς στην Κρήτη οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, στην Φρυγία οι Κορύβαντες, οι Τροφωνιάδες στην Ουδώρα της Βοιωτίας και μύριοι άλλοι σε πολλά μέρη της οικουμένης, των οποίων παραμένουν οι τελετές, οι τιμές και οι επωνυμίες, οι δυνάμεις όμως ορισμένων χάθηκαν, εφόσον πέτυχαν σε άλλο τόπο την αλλαγή προς το άριστο.  Την πετυχαίνουν άλλοι νωρίτερα και άλλοι αργότερα, όταν ο νους διαχωριστεί από την ψυχή. Διαχωρίζεται μέσω του έρωτα για την περί τον ήλιο εικόνα, με την οποία λάμπει και φαίνεται το εφετό (επιθυμητό), το καλό (ωραίο), το θεϊκό και το μακάριο, το οποίο κάθε φύση, η καθεμία με τον δικό της τρόπο, ορέγεται. Πράγματι, ακόμη και η ίδια η σελήνη λένε από έρωτα προς τον ήλιο εκτελεί συνεχώς τις περιφορές και τον συναντά, λαχταρώντας από αυτό ότι πιο γόνιμο. Η ουσία όμως της ψυχής μένει επάνω στη σελήνη, διατηρώντας κάποια ίχνη και όνειρα βίου, για να το πούμε έτσι, και για αυτήν να θεωρείς ότι σωστά έχει λεχθεί το «ψυχή σαν όνειρο φτερούγισε και πέταξε» στην Οδύσσεια, ραψ. Λ’,  σ. 222. Στην πραγματικότητα δεν το παθαίνει αμέσως ούτε αφού αποχωριστεί από το σώμα αλλά αργότερα, όταν μείνει έρημη και μόνη, αφού χωριστεί από τον νου. Αλλά και από όλα όσα είπε ο Όμηρος (Οδύσσεια, ραψ. Λ’, σ. 601 – 602) αυτά που ανέφερε για τον Άδη μοιάζουν να λέχθηκαν με την θεϊκή έμπνευση : «Μετά πήρα είδηση τον δυνατό Ηρακλή, το είδωλο του. Ο ίδιος είναι με τους αθάνατους θεούς». Πραγματικά, αυτό που είναι ο καθένας από εμάς δεν είναι ούτε θυμός ούτε φόβος ούτε επιθυμία, όπως ακριβώς ούτε σάρκες και υγρά, αλλά αυτό με το οποίο διανοούμεθα, και η ψυχή, που δέχεται το αποτύπωμα του νου, που αφήνει με τη σειρά της αποτύπωμα στο σώμα και το αγκαλιάζει από παντού, αποκτά ως αποτύπωμα το είδος (μορφή). Έτσι ακόμη και αν χωριστεί από το ένα και από το άλλο, διατηρώντας για πολύ χρόνο την ομοιότητα και το αποτύπωμα, σωστά ονομάζεται είδωλο.  Τούτων η σελήνη είναι στοιχείο, διότι διαλύεται σε αυτή, όπως ακριβώς διαλύονται σε γη τα σώματα των νεκρών – γρήγορα οι ψυχές που διαθέτουν σωφροσύνη, που πόθησαν ζωή άνετη, χωρίς σκοτούρες και φιλοσοφημένη ζωή (διότι , αφότου εγκαταλείφθηκαν από τον νου και δεν έχουν πι καμία σχέση με τα πάθη, μαραίνονται). Από τις φιλότιμες ψυχές (που αγαπούσαν τις τιμές), που αγαπούσαν τη δράση, από τις ψυχές που ερωτεύονται τα σώματα και λειτουργούσαν με το θυμικό ορισμένες ζουν σα σε ύπνο, βλέποντας για όνειρα ότι θυμούνται από τη ζωή, όπως ακριβώς η ψυχή του Ενδυμίωνα. Αν όμως το άστατο και επιρρεπές στα πάθη στοιχείο τις ξεσηκώνει και τις τραβάει από τη σελήνη προς άλλη γένεση, δεν τις αφήνει η σελήνη να γείρουν προς της Γη αλλά τις καλεί πίσω και τις καταθέλγει. Στα αλήθεια δεν είναι μικρό πράγμα ούτε κάτι που φέρνει ηρεμία και αρμονία, όταν, χωριστά από τον νου, αδράξουμε σώμα με το παθητικό μας μέρος. Οι Τίτυοι, οι Τυφώνες και ο γνωστός Πύθων, που κατέλαβε τους Δελφούς και έφερε το μαντείο άνω κάτω με την αυθάδειά του, ήταν σίγουρα από εκείνες τις ψυχές, που εγκαταστάθηκαν από τον Λόγο και στηρίχτηκαν στο παθιασμένο στοιχείο, το οποίο πλάνεψε η έπαρση. Με τον χρόνο όμως δέχεται και αυτές πίσω η σελήνη και τις βάζει σε τάξη. Έπειτα, αφού παίρνει πάλι μέσα της τον νου με τη ζωτική δύναμη του ήλιου, που τον σπέρνει, δημιουργεί νέες ψυχές, ενώ η γη, τρίτη στη σειρά, προμηθεύει το σώμα, διότι η ίδια η γη δεν δίνει τίποτα αλλά δίνει πίσω μετά θάνατον όσα πήρε για την γένεση, ο ήλιος δεν παίρνει τίποτα αλλά παίρνει πίσω τον νου που έδωσε, ενώ η σελήνη και παίρνει και δίνει και συνθέτει και διαιρεί ανάλογα με τις διαφορετικές της δυνάμεις, από τις οποίες Ειλείθυια ονομάζεται αυτή που συνθέτη και Άρτεμις αυτή που διαιρεί. Από τις τρεις Μοίρες πάλι η Ατροπός είναι εγκατεστημένη περί τον ήλιο και δίνει αρχή στην γένεση, η Κλωθώ, που κινείται περί τη σελήνη, συνδέει και αναμιγνύει, ενώ τελευταία γύρω από την γη συμμετέχει στο έργο η Λάχεσις, η οποία έχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην τύχη. Πραγματικά το άψυχο είναι από μόνο του αδύναμο και επηρεάζεται από άλλα πράγματα, ο νους είναι ανεπηρέαστος και αυτοκράτωρ, ενώ πράγμα μεικτό που βρίσκεται στο μέσον είναι η ψυχή, όπως ακριβώς η σελήνη που έχει γίνει από το θεό σύνθεση και συνένωση και έχει επομένως με τον ήλιο τη σχέση που έχει η γη προς την σελήνη. “Ταύτα”, είπεο Σύλλας, “άκουσα τον ξένο να διηγείται, ενώ σε εκείνον, όπως έλεγε ο ίδιος, τα αποκάλυψαν οι θαλαμηπόλοι και θεράποντες του Κρόνου”».

Ως εκ τούτων κατανοούμε ότι ο Μενέλαος έγινε ένας επιχθόνιος δαίμονας, μιας και σύμφωνα με τον Πλούταρχο, στο «Περί Σωκράτους Δαιμόνιου, 591.c.2», «η σελήνη είναι το βασίλειο των επιχθόνιων δαιμόνων – σελήνη δὲ δαιμόνων ἐπιχθονίων οὖσα», ένας δαίμονας της σελήνης που ζει «στις περιοχές της σελήνης που βλέπουν προς τον ουρανό και ονομάζονται Ηλύσιο πεδίο»!

Όμως, όπως είδαμε, «σε τούτο το σημείο κανένας φαύλος ή ακάθαρτος δεν ανεβαίνει, ενώ οι χρηστοί, αφού μεταφερθούν εδώ μετά τον θάνατο τους, συνεχίζουν να ζουν ζωή που είναι πιο εύκολη, όχι όμως μακάρια ούτε θεϊκή, μέχρι τον δεύτερο θάνατο τους.- εἰς δὲ τοῦτο φαῦλος μὲν οὐδεὶς οὐδ᾽ ἀκάθαρτος ἄνεισιν, οἱ δὲ χρηστοὶ μετὰ τὴν τελευτὴν κομισθέντες αὐτόθι ῥᾷστον μὲν οὕτως βίον, οὐ μὴν μακάριον οὐδὲ θεῖον ἔχοντες ἄχρι τοῦ δευτέρου θανάτου διατελοῦσι»».

Ως εκ τούτου ο Μενέλαος έγινε χρηστός, ένας δαίμονας από εκείνους που όπως είδαμε «δεν μένουν για πάντα στη σελήνη, αλλά κατεβαίνουν εδώ να φροντίσουν για τα μαντεία, παρευρίσκονται κι αυτού και λαμβάνουν μέρος στις ανώτερες οργιαστικές τελετές, γίνονται τιμωροί αλλά και προστάτες έναντι των αδικημένων, αποδεικνύονται σωτήρες στους πολέμους και λάμπουν στη θάλασσα – Οὐκ ἀεὶ δὲ διατρίβουσιν ἐπ᾽ αὐτὴν οἱ δαίμονες, ἀλλὰ χρηστηρίων δεῦρο κατίασιν ἐπιμελησόμενοι, καὶ ταῖς ἀνωτάτω συμπάρεισι καὶ συνοργιάζουσι τῶν τελετῶν, κολασταί τε γίνονται καὶ φύλακες ἀδικημάτων καὶ σωτῆρες ἔν τε πολέμοις καὶ κατὰ θάλατταν ἐπιλάμπουσιν»!

Είναι, όπως λέγει Πλούταρχο στο «Περί Σωκράτους Δαιμόνιου, 593.d.5 – 8», εκείνες «οι ψυχές οι απαλλαγμένες από τη γένεση και ξένοιαστες στο εξής από τα σώμα, σαν να έχουν αφεθεί παντελώς ελεύθερες, είναι οι δαίμονες που επιβλέπουν τους ανθρώπους κατά τον Ησίοδο – αἱ δ᾽ ἀπηλλαγμέναι γενέσεως ψυχαὶ καὶ σχολάζουσαι τὸ λοιπὸν ἀπὸ σώματος, οἷον ἐλεύθεραι πάμπαν ἀφειμέ ναι, δαίμονές εἰσιν ἀνθρώπων ἐπιμελεῖς καθ᾽ Ἡσίοδον ( OD 122)».

Σαν τα όντα που άνηκαν στο Χρυσό Γένος που όπως λέγει ο Ησίοδος, στο «Έργα και Ημέραι, σ. 121 – 126»,  «από τον στιγμή που σκέπασε η γαια τούτο το γένος, τούτοι είναι, με την βουλή του μεγάλου Διός, Δαίμονες, εσθλοί, επιχθόνιοι, φύλακες θνητών ανθρώπων [και τούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα, γυρίζοντας αεροντυμένοι, παντού στην αία], και χαρίζουν πλούτη. Αυτό είναι το βασιλικό προνόμιο πήρανε.  – αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖα κάλυψε, τοὶ μὲν δαίμονες ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι τελέθουσιν ἐσθλοί, ἀλεξίκακοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων, [οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα ἠέρα ἑσσάμενοι[4] πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,] πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλήιον ἔσχον».

Είναι αυτοί που ο Ησίοδος, στο «Έργα και Ημέραι, σ. 252 – 255», λέγει ότι «τριάντα χιλιάδες υπάρχουν εκ του Ζηνός φύλακες αθάνατοι των θνητών ανθρώπων απάνω στην πολύκαρπη γη. Καιτούτοι παρακολουθούν τις δίκες και τα εγκλήματα γυρίζοντας αεροντημένοι παντού στην αία –  τρὶς γὰρ μύριοί εἰσιν ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ ἀθάνατοι Ζηνὸς φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων, οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα ἠέρα ἑσσάμενοι, πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν».

Όλοι αυτοί ανήκουν στο αέρινο γένος, για το οποίο ο Πλάτων, στην «Επινομίδα, 984.b.6 – 985.c.5», μας λέγει ότι το αέρινο γένος, είναι τρίτο στη σειρά και βρίσκεται στη μέση ασχολούμενο με το καθήκον της ερμηνείας, πρέπει να το τιμάμε με προσευχές πολλές ως αναγνώριση στης καλής πορείας. Είναι διαφανές, αφού όταν μας πλησιάζουν και βρίσκονται δίπλα μας, δεν μπορούμε να τα δούμε. Ας πούμε επίσης πως έχουν θαυμαστή φρόνηση, ανήκουν σε γένος ευμαθές και με πολύ ισχυρή μνήμη, γιγνώσκουν σύμπασα την σκέψη μας και αγαπούν μοναδικά όποιον ανάμεσά μας είναι αγαθός και θαυμαστός, ενώ μισούν τον σφοδρά κακό, και μετέχουν της λύπης.

Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [16/7/2012, ΕΛΛΑΣ]


[1] <Πότμον> = μόρον, θάνατον. καὶ <Εὔποτμος> = ὁ καλῶς τὸν βίον καταστρέφων. ὃς οἰκτρῶς καὶ ἐλεεινῶς ἐς γῆρας ἦλθεν οὐδαμῆ εὔποτμον. (Βλ. Λεξικό Σουϊδα).

[2] <ἐπισπεῖν> = ἐπακολουθοῦντας ἔχειν. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).

[3] Ο νους, λέγει ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους Δαιμόνιου, 591.e.1», μοιάζει σαν σημαδούρα προσαρτημένη στην κορυφή, η οποία επιπλέει στην επιφάνεια (της θάλασσας = γένεσις) ακουμπώντας στο κεφάλι του ανθρώπου, ενώ εκείνος μοιάζει σαν βουλιαγμένος στον βυθό. Και κρατώντας ορθή την ψυχή την βαστά για όσο καιρό εκείνη τον υπακούει και δεν κυριαρχείται από τα πάθη. Το τμήμα, λοιπόν που μένει βυθισμένο στο σώμα λέγεται ψυχή, ενώ το τμήμα που δεν υπόκειται σε φθορά οι πολλοί το αποκαλούν νου και νομίζουν ότι βρίσκεται εντός τους, όπως νομίζουν ότι είναι μέσα στους καθρέφτες τα είδωλα της αντανάκλασης. Όσοι, όμως έχουν ορθή αντίληψη το αποκαλούν δαίμονα που βρίσκεται εκτός τους.

Μάλιστα πρώτος ο Πλάτων, στον «Τίμαιο, 90.a.1 – b.5», μας λέγει ότι το κυρίαρχο μέρος της ψυχής, οφείλουμε να σκεπτόμαστε ως εξής για αυτό : ο θεός το έδωσε στο καθένα μας ως δαίμονα για να κατοικεί στην κορυφή του σώματός μας, να μας ανυψώνει από τη γη και μας φτάνει μέχρι τον ουρανό, δεδομένου ότι θεωρούμε δικαιολογημένα πως είμαστε ουράνια όντα και όχι γήινα. Και πραγματικά λέει ο Πλάτων, κρεμώντας το κεφάλι μας σας ρίζα από τον ουρανό, όπου αρχικά δημιουργήθηκε η ψυχή, η ο νους διατηρεί όρθιο το σώμα μας.

[4] Βλ. «Σχόλια στα Έργα και Ημαέραι του Ησιόδου, 255. 1-5»: <ἠέρα ἑσσάμενοι> =  τὸ μὲν <ἠέ ρα> ἐνδεδύσθαι δηλοῖ τὸ ἡμῖν ἀφανεῖς εἶναι καὶ ἀορά τους ὡς ὁ ἀήρ· ἢ καὶ τὸ τὰ σώματα αὐτῶν ἀέρια εἶναι κατὰ τὴν σύστασιν, ὥσπερ τὰ τῶν θεῶν ἐμπύρια καὶ τὰ ἡμέτερα χθόνια.