Καβείρια Μυστήρια (ενδεικτική αναφορά)


Οι νεοτελείς ψυχές κατά την πρώτη εκ του νοητού κάθοδό τους στην γένεση, σύμφωνα με τα όσα λέγει ο Σωκράτης του πλατωνικού “Φαίδρου”, πραγματοποιούν την επιλογή βίου σύμφωνα με το πλήθος των θεαμάτων καθεμίας, τουτέστιν η ψυχή που είδε τα περισσότερα επιλέγει να πάει στο σπέρμα του φιλοσόφου ενώ η ψυχή που είδε τα λιγότερα σε αυτό του τύραννου,  στην βάση των πολλών ή των λίγω θεαμάτων εξασφαλίζουν ζωές με καθολικότερο ή μερικότερο χαρακτήρα. Στο ίδιο κείμενο ο Σωκράτης διδάσκει πως οι μη νεοτελείς ψυχές, αυτές που πηγαίνουν από μια γένεση σε άλλη, πριν πραγματοποιήσουν την κάθοδό τους γίνονται θεωρεί του Κόσμου και των εν αυτώ κύκλων και περιφορών, από όπου όλες οι ψυχές υποδέχονται τον κλήρο τους. Όντας οι ψυχές έξω των σωμάτων μπορούν και βλέπουν τα πράγματα του Κόσμου περισσότερο από ότι όταν είναι μέσα στα σώματα. Είναι άλλωστε γεγονός ότι το οστράκινο τούτο σώμα, το βαρύ και χθόνιο, μας εμποδίζει από πολλά θεάματα, τα οποία τα περισσότερο απλά περιβλήματα των ψυχών τα αισθάνονται περισσότερο. Οι ψυχές δε που έρχονται από τον ουρανό θέωνται άμεσα την κυριαρχία των ουράνιων και φέρνουν στον νου τους τη δημιουργική δράση αυτών, εφόσον φέρνουν στον νου τους την ευπάθεια και τα θεάματά τους. Οι ψυχές πάλι που έρχονται από τα υπό τη γη δικαιωτήρια γίνονται, λόγω εκ των εκεί δειμάτων, ευλαβικότερες και έχοντας δει τη δύναμη των «υποχθόνιων δαιμόνων»[1] υψώνουν τον εαυτό τους στην κατανόηση του ουρανού και τον σεβασμό του, νιώθοντας φρίκη για τον αλαμπή και υπό γη τόπο. Έτσι και οι δυο κατηγορίες ψυχών για τις παραπάνω αιτίες στρέφουν το βλέμμα τους προς σύμπαν και προς τις δυνάμεις που εποπτεύουν τις καθόδους των ψυχών[2]. Μοιάζει με εκείνους που ταξιδεύουν στην θάλασσα και κάποια στιγμή περιμένουν χειμώνα, και στρέφουν το νου τους στους Διόσκουρους και στους ίδιους τους ενάλιους Δαίμονες, που με δική τους και μόνο βοήθεια μπορούν να σωθούν όσοι πέφτουν σε χειμώνα.[3]

— Πρβλ. Πρόκλος «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα, βιβλίο Β’ (συνέχεια, 2.184 – 368), 2.185.23 – 2.187.10». —

 

Βέβαια, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα «Αργοναυτικά, σ. 915 – 921», αναφερόμενος στην άφιξη των Αργοναυτών στην νήσο Σαμοθράκη μας αναφέρει το εξής :

«Το βράδυ, με τις οδηγίες του Ορφέα, φτάσανε στο νησί της κόρης του Άτλαντα Ηλέκτρας για να γνωρίσουν τους άρρητους κανόνες θαυμάσιων τελετουργιών κι έτσι πιο ασφαλείς να πλέουν πάνω στη ρυτιδωμένη θάλασσα. Για τούτα δεν θα μιλήσω περισσότερο. Μα χαιρετώ και το νησί και τους θεούς που το κατοικούν και που δικά τους είναι τα μυστήρια, για τα οποία δεν μου επιτρέπεται να τραγουδώ.»[4]

Ενώ στα «Σχόλια στα “Αργοναυτικά” του Απολλώνιου ρόδιου, 77.15 – 78.21» λέγεται ότι :

       ScholiainApolloniiRhodiiArgonautica  77.15 ` to     ScholiainApolloniiRhodiiArgonautica  77.21   <ἀρρήτους ἀγανῇσι> = τὰς τελετὰς λέγει τὰς ἐν Σαμοθρᾴκῃ ἀγομένας, ἃς εἴ τις μυηθείη, ἐν τοῖς κατὰ θάλασσαν χειμῶσι διασώζεται. καὶ Ὀδυσσέα δέ φασι μεμυημένον ἐν Σαμοθρᾴκῃ χρήσασθαι τῷ κρηδέμνῳ ἀντὶ ταινίας (ε  346)· περὶ γὰρ τὴν κοιλίαν οἱ μεμυημένοι ταινίας ἅπτουσι πορφυρᾶς. καὶ Ἀγαμέμνονα δέ φασι μεμυημένον ἐν ταραχῇ ὄντα πολλῇ κατὰ Τροίαν ἀκαταστασίαν τῶν Ἑλλήνων παῦσαι πορφυρίδα ἔχοντα (Θ  221).

Βεβαια  συμφώνως με τον Πρόκλο, στο «Σχόλια εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 158.9», «ἡ θάλασσα γενέσεως εἰκών» είναι, ως εκ τούτων κατανοούμε ότι η αναφορά αφορά τις ψυχές που βρίσκονται εν τη γενέσει.
Κεφάλας Δ. Ευστάθιος [Αμφικτύων]

[1]Οι υποχθόνιοι Δαίμονες είναι οι άνθρωποι που άνηκαν στο Αργυρό γένος, για τους οποίους ο Ησίοδος, στο «Έργα και Ημέρες, στ. 127 – 142» λέγει : «Όταν και τούτο το γένος κατά γαίαν καλύφτηκε, αυτοί καλούνται υποχθόνιοι μάκαρες θνητοί, και έρχονται σε κατώτερη τάξη, μα τους ακολουθεί και τούτος κάποια τιμή.»
Και με αυτό που λέει ο Ησίοδος δεν κάνει κάτι άλλο από το να αναφέρεται στον κλήρο που έλαβαν. Μιας και οι προηγούμενοί τους άνθρωποι, αυτοί που άνηκαν στο Χρυσό γένος, έγιναν επιχθόνιοι δαίμονες,εξ ου και χορηγεί αγαθών και φύλακες θνητών. Τούτοι όμως λέγονται μακάριοι «θνητοί» και «υποχθόνιοι» δαίμονες, επειδή τοποθετήθηκαν στους υπό γη τόπους, καθώς ζούσαν ζωή φυσική αντί για ζωή νοητική, μοιάζοντας με τα φυτά που έχουν τα κεφάλια τους ριζωμένα στη γη. Γιατί οι ρίζες είναι τα κεφάλια των φυτών. Δικαιολογημένα λοιπόν είναι «υποχθόνιοι» δαίμονες (κατά θέση) και «θνητοί» φύλακες, επειδή ζουν με βάση το θνητό τους μέρος. Γιατί τέτοια είναι η φυσική ζωή. Το ποιών είναι φύλακες βέβαια είναι εύκολα αντιληπτό : των ψυχών που ζουν σε εκείνους τους τόπους, εκείνων των ψυχών οι οποίες δεν έζησαν μόνο φυσικά αλλά διολίσθησαν και σε κάθε κακία. Για αυτό και αναφερόμενος σε τούτους ο Ησίοδος προσέθεσε ότι και αυτούς «τους ακολουθεί τιμή», εφόσον δεν πραγματοποίησαν μεγάλα κακά σαν και αυτά των επομένων τους.
(Για περισσότερη κατανόηση εδώ : http://wp.me/PqsWZ-Rh )  
Ως εκ τούτων όταν λέγει ότι έζησαν φυσικά, σύμφωνα με την Φύση, εννοεί ότι έζησαν κάτω από την Ειμαρμένη.
Άλλωστε :  «Ο Πλάτων δεν θεωρεί ορθό να ονομάζουμε κυριολεκτικά Φύση την ύλη, το ένυλο Είδος, το σώμα ή τις φυσικές δυνάμεις, ενώ διστάζει να την αποκαλέσει ευθέως ψυχή. Και, καθώς τοποθετεί την ουσία της ανάμεσά τους, εννοώ ανάμεσα στην ψυχή και στις σωματικές δυνάμεις, αφού είναι υποδεέστερη από την ψυχή ως προς το ότι μοιράζεται στα σώματα και δεν επιστρέφει στον εαυτό της, και υπερέχει από τα κατώτερα της σώματα ως προς το ότι περιέχει τους Λόγους όλων τους και τα γεννά όλα και τους δίνει ζωή, μας έχει παραδώσει την πιο ακριβή θεωρία για αυτήν. Σύμφωνα με την κοινή αντίληψη, άλλο πράγμα είναι η φύση και άλλο πράγμα το φυσικό και το έργο της Φύσης. Γιατί και το τεχνικό είναι άλλο πράγμα από την τέχνη. Και άλλο πράγμα είναι η νοητική ψυχή και άλλο πράγμα η Φύση. Γιατί η Φύση ανήκει στα σώματα, καθώς βυθίζεται σε αυτά και είναι αχώριστη από αυτά, ενώ η ψυχή είναι χωριστή και εδραιωμένη στον εαυτό της και ανήκει ταυτόχρονα στον εαυτό της και σε κάτι άλλο, έχοντας την ιδιότητα να ανήκει σε άλλο ως αποτέλεσμα της συμμετοχής των άλλων σε αυτήν, και την ιδιότητα να ανήκει στον εαυτό της ως αποτέλεσμα της άρνησής της να κλίνει προς αυτό το οποίο μετέχει σε αυτήν, όπως ακριβώς ο πατέρας της ψυχής ανήκει μόνο στον εαυτό του, καθώς είναι αμέθεκτος, και όπως πριν από αυτόν το νοητό παράδειγμα/υπόδειγμα του Κόσμου είναι ο εαυτός του. Γιατί αυτά είναι συνεχόμενα το ένα με το άλλο : ο εαυτός, αυτό που ανήκει στον εαυτό του, αυτό που ανήκει στον εαυτό του και σε άλλο, αυτό που ανήκει σε άλλο, και το άλλο. Είναι φανερό ότι άλλο είναι το αισθητό σύμπαν μέσα στο οποίο υπάρχει η τοπική διαίρεση και ο επιμερισμός. Από τους υπόλοιπους όρους, αυτό που ανήκει σε άλλο είναι η Φύση η αχώριστη από τα σώματα, αυτό που ανήκει στον εαυτό του και σε άλλο είναι η ψυχή η οποία παραμένει στον εαυτό της και λάμπει μια κατώτερη ζωή σε κάτι άλλο, αυτό που ανήκει στον εαυτό του είναι ο δημιουργός νους (ο  Δίας), ο οποίος “παραμένει στον εαυτό του κατά τον συνήθη τρόπο”, και εαυτός είναι η νοητή αιτία των πάντων και υποδειγματική αιτία όσων δημιουργούνται από τον δημιουργό, την οποία για τον λόγο αυτό έκρινε ορθό ο Πλάτων να την αποκαλέσει “ατοζον”.  Η Φύση λοιπόν είναι η τελευταία από τα αίτια που δημιουργούν τούτο το σωματοειδές και αισθητό σύμπαν. Είναι επίσης το πέρας της περιοχής των ασωμάτων ουσιών, πλήρης Λόγων και δυνάμεων, με τις οποίες κατευθύνει τα εγκόσμια. Είναι και θεός, έχοντας την ιδιότητα να είναι θεός όχι από μόνη της αλλά από τη θεοποίησή της – γιατί και τα θεϊκά σώματα τα αποκαλούμε θεούς, ως αγάλματα των θεών – τέλος, ποδηγετεί τον σύμπαντα Κόσμο με τις δυνάμεις της, συνέχει τον ουρανό με την υψηλή της θέση, κυβερνά την γένεση δια του ουρανού και παντού συνδέει τα επιμέρους με τα καθολικά. Καθώς είναι τέτοια, έχει προέλθει από τη ζωογόνο θεά : “από την πλάτη της θεάς η απέραντη Φύση έχει κρεμαστεί”. Από την θεά αυτή προέρχεται κάθε ζωή, και η νοητική και αυτή που είναι αχώριστη από τα κυβερνώμενα. Καθώς, λοιπόν, έχει εξαρτηθεί και αιωρείται από εκεί, απλώνεται μέσα σε όλα ανεμπόδιστα και εμπνέει τα πάντα. Εξαιτίας της ακόμα και τα πιο άψυχα μέρη του Κόσμου μετέχουν σε κάποιο είδος ψυχής και τα φθαρτά παραμένουν διαιωνίως εν τω Κόσμω, επειδή συνέχονται από τις αιτίες των Ειδών που ενυπάρχουν σε αυτή. “η ακούραστη Φύση εξουσιάζει τους Κόσμους και τα έργα”, λέει ο Χρησμός , “για να θέει ο ουρανός διανύοντας την αΐδια πορεία του”.»

—- Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.10.5 – 1.12.4»—–

Δηλ.  «Ολόκληρη η ουσία της Ειμαρμένης βρίσκεται στη Φύση. Ονομάζω Φύση την αχώριστη αιτία του Κόσμου και αυτήν που περιέχει αχώριστα τις καθολικές αιτίες της γένεσης, όσα έχουν περιλάβει μέσα τους χωρισμένα οι ανώτερες από εμάς ουσίες και διακοσμήσεις. Λοιπόν η σωματική ζωή και ο γενεσιουργός Λόγος, τα ένυλα είδη και η ίδια η ύλη, η γένεση που έχει συντεθεί από αυτά, η κίνηση που μεταβάλλει τα πάντα και η φύση που διοικεί με τάξη όσα γεννιούνται, οι αρχές και οι σκοποί και οι δημιουργίες της φύσης, οι συνδέσεις αυτών μεταξύ τους και οι διαδρομές από την αρχή ως τον τελικό σκοπό συμπληρώνουν την ειμαρμένη.»
Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Σώπατρο, 1.5.18.1 – 12».—-
Όμως : «Υπάρχει μια ψυχή που είναι ξεχωριστή από το σώμα και από κάπου αλλού, από ψηλά από τους θεούς, κατεβαίνει σε τούτον τον θνητό τόπο, και άλλη ψυχή που λαμβάνει υπόσταση μέσα στο σώμα και είναι αχώριστη από τα αντικείμενα στα οποία κατοικεί. Η δεύτερη εξαρτάται από την Ειμαρμένη, ενώ η πρώτη εξαρτάται από την πρόνοια ως προς την ουσία της.»
—-Βλ. Πρόκλος «Περί πρόνοιας και ειμαρμένης και του εφ ημί, 3». —-
Δηλαδή :
«ο άνθρωπος που νοείται ως θεοποιημένος, αυτός που από πριν ήταν ενωμένος με τη θέα των Θεών, μπήκε σε μια άλλη ψυχή, στην περί το ανθρώπινης μορφής είδος προσαρμοσμένη ψυχή, και εγένετο μέσα στα δεσμά της ανάγκης και της ειμαρμένης.»
—-Βλ., Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 10.5.7 – 10.5.11». —-
«Ο άνθρωπος έχει δυο ψυχές. Η μία προέρχεται από το πρώτο νοητό και μετέχει στη δύναμη του δημιουργού, ενώ η άλλη παραδίδεται εκ της των ουρανίων περιφοράς και σε αυτήν διεισδύει η θεοπτική ψυχή. Καθώς, λοιπόν, αυτά έχουν έτσι, η ψυχή που από των κόσμων κατεβαίνει σε εμάς, παρακολουθεί τις περιόδους του Κόσμου, ενώ η από του νοητού νοητά είναι παρούσα. Και υπερέχει από την γενεσιουργό ανακυκλώσεως, και με αυτήν λαμβάνει χώρα η λύσις της ειμαρμένη και η προς τους νοητούς θεούς άνοδος, και η θεουργία που ανεβαίνει προς το αγέννητο επιτελείται με βάση αυτή τη ζωή.»
—- Βλ., Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 8.6.4 – 8.6.15».—-
[2] Ο Δαμάσκιος στο «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδωνα, 130. 1 – 5», μας λέγει πως        InPhaedonem  130.1 ` to     InPhaedonem  130.5 Οτι Κορικς μν ες γνεσιν κτεισιν ψυχ, Διονυσιακς δ μερζεται π τς γενσεως, Προμηθεως δ κα Τιτανικς γκαταδεται τ   σματι. λει μν ον αυτν ρακλεως σχσασα, συναιρε δ διπλλωνος κα τς Σωτερας θηνς καθαρτικς τντι φιλοσοφοσα, νγει δ ες τ οκεα ατια αυτν μετ τς Δμητρος.
Δηλαδή : η ψυχή κατέρχεταιεν τη γενέσει” κατά τον τρόπο της Κόρης, μερίζεται (διασπάται)εν τη γενέσει” κατά τον τρόπο του Διονύσου, δένεται με το σώμα κατά τον τρόπο του Προμηθέα και των Τιτάνων, απελευθερώνεται αποκτώντας την δύναμη του Ηρακλή και συμμαζεύεται δια του Απόλλωνος και της Σώτειρας Αθηνάς καθάρεταιμε την όντως Φιλοσοφία, ανάγεται δε στα αίτια της μετά της Δήμητρας.
Πέραν αυτών ο Πρόκλος, στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, τόμος Β’ [συνέχεια], 1.52.20 – 1.53.18», μας λέγει πως για τις ψυχές υπάρχει μια οδός (πορεία) από του «νοητο πρς τ νοητν καπ γενέσεως π γένεσιν». Η μία από αυτές έχει ανατεθεί στους ανάγωγους [ανυψωτικούς] θεούς και η άλλη στους γενεσιουργούς, και όσον αφορά τους Αγγέλους, οι μεν «λύουσιν τν λην» και οι άλλοι «τος τν καθόδων φόροις». Όπως όμως υπάρχουν θεϊκοί ηγεμόνες για κάθε μία, έτσι πρέπει να νοήσουμε έναν και μοναδικό θεό που προΐσταται της καθόδους και της ανόδου, της ευγονίας και της δυσγονίας της διπλής εν τη γενέσει ζωής. Ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από τον Προμηθέα, για τον οποίο ο Πλάτων, στον «Πρωταγόρα, 320.c – 322.d», λέει ότι είναι ο έφορος της ανθρώπινης ζωής, ενώ ο Επιμηθέας της αλόγου φύσεως. Ο Προμηθέας τον οποίο οι Ορφέας & Ησίοδος παρουσιάζουν – δια της κλοπής του πυρός και της στον άνθρωπο δόσεως – να κατεβάζει την ψυχή από το νοητό εις την γένεσιν, καθώς  κανονίζει ως κύριος της ανθρώπινης περιόδου [ζωής] τις καλύτερες ή χειρότερες γενέσεις.  
Εξ ου και ο Ολυμπιόδωρος, στα «Σχόλια στον Γοργία, 48.6.3 – 48.7.17», λέγει πως :       
InPlatonisGorgiamcommentaria 48.6.3 ` to     InPlatonisGorgiamcommentaria 48.7.17 Προμηθες στιν φορος τς καθδου τν λογικν ψυχν· τοτο γρ ργον τς λογικς ψυχς, τ προμηθεσθαι κα πρλλου αυτν γινσκειν. τ μν γρ λογα πληττμενα τ πληγ συναισθνεται, πε πρ πληγς οδν γινσκει, δ λογικ κα πρλλου δναται πιβλλειν τος χρηστος. δι τοτο γον καπιμηθες ες τν φορον τς λγου ψυχς λαμβνεται, τι π τ πληγ γινσκει κα ο πρ τατης. στιν ον Προμηθες μν δναμις φεστηκυα τ καθδ τν λογικν ψυχν· πρ δστιν λογικ ατη ψυχ, πειδσπερ τοτο νφορν στι, οτως κα ψυχ τνω δικει κα τοτων ντχεται. δι τ δ λγεται κεκλοφναι τ πρ; τ κλεπτμενον π το οκεου τπου ες λλτριον μετγεται· πε ον κα λογικ ψυχπ τν νω, τν οκεων τπων, καταπμπεται νταθα ς ες λλτριον, δι τοτο λγεται κα κεκλφθαι τ πρ. δι τ δ δι νρθηκος; νρθηξ σηραγγδης στ· σημανει ον τευστν σμα ες φρεται ψυχ. δι τ δ παρ γνμην το Δις κεκλοφναι; πλιν μθος ς μθος διαγνεται· μφτεροι μν γρ θελον, τε Προμηθες κα Ζες, νω μνειν τν ψυχν· λλπειδδει κατενεχθναι, μθος τ οκεα τος προσποις ποησεν, κα τ μν κρεττον, στι τν Δα, ς μ θλοντα ποιε (βολεται γρ ατν ενω εναι), τ δ χερον ναγκζει καθλκεσθαι ατν. δδωκε τονυν τν Πανδραν γυνακα, ντ το “τ θηλυπρεπς”· τ δστι τοτο; λογος ψυχ. πειδ γρ ψυχ ππτωκεν ν ταθα, οκ δνατο δσματος οσα κα θεα μσως σματι συναφθναι, συνπτεται δι τς λγου ψυχς. δι τοτο γρ Πανδρα λγεται, πειδκαστος, φησ, τν θεν δρον ατχαρσατο· σημανεται δ δι τοτου τι λλαμψις τος τδε δι τν ορανων σωμτων· φη γρ τι “τρπεσθε μες κατ τν καταδεεστρων”. πειδ γρ, ς τ φς ατ τνεργείᾳ φωτζει, οτως κα θες ατ τνεργείᾳ κοσμοποιεδει ον τλειον εναι τν κσμον, τ δ τλειον χει ρχν κα μσα κα τλη· χρν ον κα τργα κασχατον χειν τν κσμον, να τν γενσει κα φθορ. επεν δσοδος τι δδωκεν μν ατν καλβομεν ατν     ἑὸν κακν μφαγαπντες”,   σημανων ς δι τς λγου ψυχς μπαθς μν ζω προσγνεται  
Όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου Έργα και Ημέρες, σ. 48 – 51», ο Προμηθέας είναι εκείνος που δωρίζει στους ανθρώπους τον νου ο οποίος υπολογίζει, πριν από τις εκβάσεις, όσα πρόκειται να συμβούν και τον οποίο έχουν οι άνθρωποι αφού προσέβαλαν νοητική ζωή που από τα ενδιαιτήματα του πατέρα Δία έφτασε σε τούτον εδώ τον τόπο. Οι απάτες του Προμηθέα εναντίον του Διός δηλώνουν ότι ο Προμηθέας προετοίμασε ώστε τα θνητά να μετέχουν στις ψυχές που ανήκουν στη σειρά του Διός ! Αν, μάλιστα, ο Προμηθέας είναι «γκυλομήτης», ανήκει στην σειρά του Κρόνου και νοεί τον εαυτό του με νοητικό τρόπο και είναι στραμμένος με καμπύλο [γκύλως] τρόπο προς τον εαυτό του. Ενώ αν είναι «ποικιλομήτης», σημαίνει αυτόν που έχει λάβει ποικίλες νοήσεις, τις οποίες δωρίζει και στις ανθρώπινες ψυχές που εξέπεσαν στο σώμα! Το δε κρύψιμο του πυρός, που αναφέρεται στον 50 στίχο, είναι η αόρατη συγκέντρωση της νοητικής και τεχνικής ζωής, με την οποία ο Ζευς δημιούργησε τον Κόσμο και την οποία δίνει πρώτος εκούσια σε πολλές από τις ψυχές που ήρθαν εδώ κάτω για να την κρατήσουν μυστική και απρόσβλητη. Γιατί το πυρ, που είναι αίτιο φωτός, αποτελεί εικόνα του τεχνικού νου με βάση τον οποίο οι άνθρωποι ζουν αρχικά με νοητικό τρόπο. Ενώ η κλοπή, ή ορθά η χορηγία, του πυρός, που αναφέρεται στον 51 στίχο, δηλώνει τη «μετάθεσιν» [μεταφορά] από το νοητό και αφανές στο αισθητό και «λλότριον» [ξένο], – γιατί κάθε κλοπή στην πραγματικότητα αποτελεί μυστική μεταφορά του ξένου και ταιριάζει στις ψυχές που μένουν στην περιοχή του νοητού, καθώς ο τεχνικός Λόγος είναι νοητικός. Τον έχει δώσει, λοιπόν, ο Προμηθέας και στις ψυχές που εξέπεσαν εδώ κάτω, για αυτό και ο μύθος αποκάλεσε αυτή την χορηγία κλοπή, επειδή μέσω του Προμηθέα δόθηκε στις ψυχές που κατέβηκαν στον τόπο που τους είναι ξένος.  
Μάλιστα ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Ε’, 87.22 – 88.30», αναφέρει πως εκείνος ο πλατωνικός μύθος, στον «Πρωταγόρα, 320.c – 322.d», λέει ότι ο Προμηθέας, όταν διακοσμούσε το ανθρώπινο γένος και λάμβανε πρόνοια για την λογική ημών ζωή, για να μην βυθιστεί στα πάθη της χθονός και για να μην φθαρεί από τους καταναγκασμούς της Φύσεως η φύσις ημών, εξάρτησε τη Φύση από τις τέχνες και αυτές ως μιμήσεις του νου τις προέβαλε στις ψυχές που παίζουν, και δια αυτών ανεβάζει την γνωστική και διανοητική ικανότητά μας στην θέαση των Ειδών. Ενώ ο Πλάτων, στον «Φίληβο, 16.c», μας λέγει ότι η διαλεκτική «δόθηκε στους ανθρώπους από τους θεούς μέσω του Προμηθέα μαζί με το εκτυφλωτικό πυρ – την μετάδοση μάλιστα την από τους θεούς προς εμάς την ονόμαζε «ρήψη». Την διαλεκτική που είναι ο θριγκός των μαθήσεων που μας ανυψώνει στην μία και μόνη αιτία των όλων : στο Αγαθό.
[3]      inR 2.185.23 ` to     inR 2.187.10   Τς μν νεοτελες ψυχς κα πρτην κ το νοητο ποιουμνας κθοδον ν τ <Φαδρ> Σωκρτης φησν [p. 248cd] κατ τ πλθ[ος τν θεαμτ]ων π[οι]ε[σθαι] τ[ν το βου αρεσιν] ξηλλαγμν[ην κα] λ[σθαι τν μν πλεστα δο]σαν ες φιλοσφου γονν ἰέναι κας τυρννου] τν λχιστα, κα τς λλας κατ τ[ πλεο]να καλσσονα τεθεσθαι βους προ[βα]λ[σθαι λικ]ωτρους μερικωτρους. ν δ <τοτοις> περ τν μ νεοτελν ψυχν μς ναδιδσκων, λλξ λλης γενσεως ες λλην στελλομνων π λξεων μειννων χειρνων, τοσοτον ξιο πσαν τν οτω κατιοσαν γενσθαι πως το κσμου θεωρν κα τν ν ατ κκλων κα τν περιφορν, φν καποδχεσθαι τν κλρον κασται μλλουσιν. κα μηδες οἰέσθω τοτο δνατον εναι· πρτον μν γρ ν τξω σωμτων εναι τς ψυχς εκς τν τ κσμ μλλον ρν ν σμασιν οσας· πολλν γρ μς τστρϊνον τοτο σμα, παχ κα χθνιον ν, κωλει θεαμτων, ν τπλοστερα περιβλματα τν ψυχν ασθνεται μειζνως· πε κα τοτ τινες χοντες τ σμα δι τινων γχρισμτων ατοπτοσιν κα δαιμνων σματα ἀόρατα πρτερον ντα καλλων κοσμικν δυνμεων· κα ο δι ζως κθαρσιν τοτων τυγχνουσιν, λλ δναμιν φυσικν ντεθεσαν κκαθαρουσαν τπτικν φς π τς παχεας γρτητος τς ναμεμιγμνης κα τν κ τογκεφλου περιττωμτων, κακενο πυκνοσαν κα δι τς πυκνσεως ωννσαν. πειτα κα μελλοσας πλλον βονχω ρεν εκς μλιστα ττε, καθσον κστη δ···< 90 >6· [σχε]δν πντ[ες ο ες] ····γ···· ρμντες πρξεις τν πο[κεκρυμμ]νων φενται τς γνσεως· κα ο μν μλλον, ο δττον φπτονται τατης δι συμβλων δινερων διλλων σημεων μαντικν πολυπραγμονοντες τ μλλοντα· τος δ μλει κα καιρο κα τν καλουμνων καταρχν. τ ον νλογον οεσθαι χρ κακε συμβανειν περ τς ψυχς ες λλην γνεσιν στελλομνας. τι τονυν α μν ξ ορανοφιγμναι προσεχς τεθανται τ κρτη τν ορανων κα μμνηνται τς ποισεως ατν, επερ κα τν επαθειν <κα> τν θεαμτων· α δπ τν π γς δικαιωτηρων κ τν κε δειμτων ελαβστεραι γεγονυαι καδοσαι τν δναμιν τν πο χθονων δαιμνων νεγερουσιν αυτς ες τν το ορανο κατανησιν κα τ σβας, φρττουσαι τν λαμπ καπ γς τπον. στ εκτως μφτεραι δι τατας τς ατας ες τ πν βλπουσιν κα τς φεστσας δυνμεις τας τν ψυχν καθδοις· οον ε τινες πλοντες, πειτα χειμνα προσδοκντες, τος Διοσκορους ννοσαιεν κα ατος τος ναλους δαμονας, διν σωτηρα μνων τος χειμνι χρησαμνοις στν.
[4]      Arg 1.915 ` to     Arg 1.921 σπριοι δρφος φημοσνσιν κελσαν νσον ς λκτρης τλαντδος, φρα δαντες ρρτους γανσι τελεσφορίῃσι θμιστας σωτεροι κρυεσσαν περ λα ναυτλλοιντο. τν μν τ ο προτρω μυθσομαι, λλ κα ατνσος μς κεχροιτο κα ο λχον ργια κενα δαμονες νναται, τ μν ο θμις μμιν εδειν·