Θεών Γάμοι!


Ο Πρόκλος στο έργο του «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 146.1 – 6», μας λέγει πως η «ὁμονοητικὴ σύνταξις τῶν θεῶν καὶ ἡ ὁμοφυὴς συνέργεια πρὸς τὰς ποιήσεις γάμος ἀποκαλεῖται παρὰ τοῖς θεολόγοις». Ενώ στο έργο του «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Β’, 775.  21 – 36» μας λέγει ότι ο θεολόγοι «τὴν ὁμοφυῆ σύζευξιν καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν θείων αἰτιῶν μυστικῶς γάμον προσαγορεύουσι». Αυτή την «κοινωνίαν» [επικοινωνία] άλλοτε την βλέπουν μέσα στα αίτια που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα και την αποκαλούν γάμο της Ήρας και του Διός, του Ουρανού και της Γαίας, του Κρόνου και της Ρέας. Άλλοτε βλέπουν την «κοινωνίαν» [επικοινωνία] των «καταδεεστέρων» [υποδεέστερων] με τα «κρείττωνα» [ανώτερα] και την αποκαλούν γάμο του Δια με την Δήμητρα. Άλλοτε πάλι βλέπουν την «κοινωνίαν» [επικοινωνία] των «κρειττόνων πρὸς τὰ ὑφειμένα» και  την αποκαλούν γάμο του Δία με την Κόρη, επειδή άλλες είναι οι «κοινωνίες» [επικοινωνίες] των θεών με όσα βρίσκονται στην ίδια βαθμίδα με αυτούς, άλλες οι «κοινωνίες» [επικοινωνίες] τους με τα προηγούμενά τους και άλλες οι «κοινωνίες» [επικοινωνίες] τους με τα επόμενά τους.

Οι «ὑπὸ τῶν μύθων ὑμνούμενοι γάμοι καὶ ἡ τῶν θείων ὁμονοητικὴ σύζευξις» , λέγει ο Πρόκλος στο έργο του «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία, βιβλίο Α’, 9.4 – 8», εντοπίζεται στους νοητικούς θεούς. Και όταν «αναμειγνύονται» [μιγνυμένων] οι δημιουργικοί «ὀχετοί» [αγωγοί] με τους ζωογονικούς, έρχεται στο φώς ολόκληρο το γένος των θεών, και των «τῶν τε ὑπερκοσμίων καὶ τῶν τὸν κόσμον κληρωσαμένων».

Και πιο επεξηγηματικά ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία, βιβλίο Ε’, 39.  1 – 24», μας ότι ο Πλάτωνας διαχωρίζει τη Δήμητρα από την καθολική θεότητα που γεννά τη ζωή και τη συμπληρώνει άλλοτε με την Κόρη, άλλοτε με την Ήρα και άλλοτε με τα έκγονα του Διός, όπως έχουμε δει στον πλατωνικό «Κρατύλο, 404. b – c», όπου συντάσσει τη Ρέα με τον Κρόνο και συνθέτει μια κοινή έρευνα και θεώρηση για την Δήμητρα, τον Δία και την Ήρα. Αλλά και στους «Νόμους, 782.b», εξυμνώντας τις θεές που καθιερώνουν τους θεσμούς, ανάγει ολόκληρη τη θεσμική ζωή στην ένωση της Δήμητρας και της Κόρης. Γιατί και στον Ορφέα, στο ορφικό απόσπασμα Νο. 145, όταν συνυπάρχει με τον Κρόνο στον κορυφή της, η μεσαία θεά αποκαλείτε Ρέα, και όταν παράγει τον Δία και μαζί με τον Δία «ἐκφαίνουσα τούς τε ὅλους καὶ τοὺς μερικοὺς διακόσμους τῶν θεῶν», αποκαλείται Δήμητρα. Και σύμπας ο της μέσης ζωής διάκοσμος συμπεριλαμβάνει τις υπόλοιπες Τιτανίδες και μάλιστα και τη Δήμητρα. Αυτή λοιπόν τοποθέτησε ως ενδιάμεση συγκεντρωτική μονάδα όλων των βαθμίδων που βρίσκονται μέσα σε αυτή, και των απόκρυφων δηλ. και όσων διαμοιράζονται στις γεννητικές δυνάμεις τις θεάς. Και κάθε μία από τις δύο θεές είναι τριπλή. Και την επάνω τριάδα την συνδέει με τον Κρόνο, την κάτω με τη δημιουργική βαθμίδα, και τη μονάδα της Δήμητρας, η οποία είναι ενδιάμεση, τη χαρακτηρίζει συντεταγμένη (συμπαραταγμένη) και ταυτόχρονα εξηρημένη (ανεξάρτητη) από τον δημιουργό των πάτων. Γιατί δίνει υπόσταση στον Δία μαζί με την καθολική θεότητα και γεννά την Κόρη μαζί με τον Δία.

Μάλιστα όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Γ’, 176.8 – 177.2», οι γάμοι είναι μία αδιαίρετη ένωση και συμπλοκή [σύνδεση] των δυνάμεων. Αποκαλεί δε την Γη «πρώτην νύμφην» και πρώτιστο γάμο την ένωση αυτής με τον Ουρανό. Γιατί ο γάμος δεν υπάρχει σε όσα είναι ενωμένα στον μέγιστο βαθμό, και για αυτό δεν υπάρχει γάμος του Φάνη με την Νύχτα, οι οποίοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους με τρόπο νοητό. Αντιθέτως ο γάμος εμφανίζεται μέσα σε όσα, μαζί με την ένωση, επιδεικνύουν και την διαίρεση των δυνάμεων και των ενεργειών. Και φαίνεται ότι για τους λόγους αυτούς ο γάμος ταιριάζει στο εδώ ουρανό και στην εδώ γη, στον βαθμό που απεικονίζουν [ἐνεικονιζομένοις] εκείνον τον ουρανό και εκείνη την γη. Αυτό, ασφαλώς, γνώριζαν και οι θεσμοί των Αθηναίων και όριζαν να προτελούν [εορτάζουν] τους γάμους του Ουρανού και της Γης και, έχοντας αυτούς τους θεούς υπόψη τους, κατά τις Ελευσίνιες τελετές τις ελευσίνιες τελετές κοίταζαν ψηλά στον ουρανό και φώναζαν ”ὕε«, βρέξε, και κοιτώντας χαμηλά στην γη φώναζαν «κύε«, γέννα, επειδή γνώριζαν ότι τα πάντα έχουν την γέννηση τους από αυτούς σαν πατέρα και σαν μητέρα.

Ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Γ’, 91.19 – 92.10», μας λέγει πως όπως ακριβώς η νόηση του δημιουργού και ταυτόχρονα πατέρα νοητικού Νου [Ζευς – Δίας] είναι συνεζευγμένη με το «όλον νοητό» [το ιδεατό καθαυτό ζωντανό ΟΝ ή νοητό υπόδειγμα ή ορφικός Φάνης], και λέγεται ότι καταπίνει μέσα του το σύμπαν, κατά αυτόν τον τρόπο και ο Κόσμος με την αίσθηση του καταπίνει τον εαυτό του και περιλαμβάνει το γνωστικό αντικείμενο του με τη σύμφυτη του γνώση. Ο Κόσμος [Σύμπαν] δηλαδή εξομοιούμενος το νοητό υπόδειγμα έχει την κίνηση που αναλογεί στον δημιουργό και ταυτόχρονα πατέρα νοητικό Νου. Γιατί, όπως ο Νους νοεί τον εαυτό του, έτσι και ο Κόσμος έχει και την κίνηση που περιστρέφεται μέσα στον εαυτό του. Έχει μάλιστα αυτές τις δύο με βάση την εξομοίωση του με το υπόδειγμα του. Γιατί και σε εκείνο η νόηση συγκεντρωνόταν στον εαυτό του και η ζωή είχε στραφεί στον εαυτό της και η γνώση δεν επιτυγχάνεται με μετάβαση ή διαίρεση, αλλά ήταν αυτοτελής και ενωμένη με τα νοητά. Γιατί τέτοιος είναι ο εκεί Νους, ο οποίος ενεργεί πριν από την ενέργεια, επειδή δεν προόδευσε αλλά έμενε “στον πατρικό βυθό” και στο άδυτο μέσα στην “θεοθρεμένη σιγή” όπως λέγουν οι θεολόγοι. Μάλιστα ο Πλάτων, στον «Τίμαιο, 33.a.1 – 34.a.3» αναφέρει σχετικά με τον Κόσμο ότι : «Γιατί του απέμεινε την οικεία προς το σώμα του κίνηση, δηλαδή από τις επτά αυτή που αφορά κυρίως τον Νου και την Φρόνηση. –Κίνησιν γὰρ ἀπένειμεν αὐτῷ τὴν τοῦ σώματος οἰκείαν͵ τῶν ἑπτὰ τὴν περὶ νοῦν καὶ φρόνησιν μάλιστα οὖσαν».

Δηλαδή καταλαβαίνουμε, μας λέγει ο Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Γ’, 91.19 – 93.30», ότι όπως ο δημιουργός, ο νοητικός Νους ή Ζευς-Δίας, νοεί ο ίδιος τον εαυτό του και είναι στραμμένος στον εαυτό του και θεάται τα νοητά ενεργώντας γύρω από αυτά, τα οποία γίνονται κέντρα της νόησης του δημιουργού έτσι και ο Κόσμος κινείται γύρω από τον εαυτό του και συγκεντρώνεται στον εαυτό του και χορεύει γύρω από το μέσο του, το οποίο γίνεται κέντρο της κοσμικής κίνησης. Και, όπως ακριβώς ο δημιουργός και ταυτόχρονα πατέρας νοητικός Νους [Ζευς – Δίας] λέγεται ότι καταπίνει το νοητό υπόδειγμα – τον ορφικό θεό Φάνη – και το χωρά μέσα του, έτσι λοιπόν και ο Κόσμος περιέχει μέσα του το κέντρο του. Γιατί οι καταπόσεις που αναφέρονται από τους θεολόγους είναι ένα είδος περιλήψεων, αλλά οι καταπόσεις των προγόνων από τα παιδιά περιλαμβάνουν τα νοητά με τρόπο νοητικό – π.χ. η κατάποση του Φάνη από τον Δία, ενώ οι καταπόσεις των παιδιών από τους προγόνους – π.χ. η κατάποση του Δία από τον Κρόνο – περιλαμβάνουν τα νοητικά με τρόπο νοητό. Γιατί αυτά που προόδευσαν, οι γεννήτορές τους τα επιστρέφουν και πάλι στους εαυτούς τους και τα συγκρατούν μέσα στην ολότητα τους. Και τις δυο αυτές, λοιπόν, έχει μιμηθεί το Σύμπαν, καθώς μιμείται την κατάποση των προγόνων από τα παιδιά τους, στον βαθμό που περιστρέφεται γύρω από το κέντρο του και περιέχει μέσα του το κέντρο του, ενώ μιμείται και τις περιλήψεις των παιδιών μέσα στους πατεράδες, στον βαθμό που περιέχει μέσα του τα γεννήματά του και «παρέχει στον εαυτό του για τροφή τη φθορά του» και χωρά πάλι μέσα του όσα αποκόβονται από αυτό. Επίσης θα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο δημιουργός δίνει υπόσταση σε κάποια γένη θεών τα οποία μένουν μέσα του, και σε κάποια άλλα γένη των θεών που από αυτόν προχωρούν στις δεύτερες και στις τρίτες βαθμίδες. Και ο πατέρας που παράγει ως άλλα τα αίτια που είναι υποδείγματα της δημιουργίας και μένουν μέσα του, και άλλα τα ίδια τα δημιουργικά αίτια που είναι τοποθετημένα πάνω από το σύμπαν. Και ο προπάτορας του, ο Ουρανός, άλλους θεούς κρατάει μέσα του και σε άλλους επιτρέπει την απομάκρυνση από κοντά του. Και αυτά οι θεολόγοι τα δηλώνουν με μυστικές ονομασίες, κάνοντας λόγο αλλού για απόκρυψη, αλλού για κατάποση και αλλού για ανατροφή μέσα στον μηρό.

Μάλιστα όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογία, βιβλίο Ε’, 21.12 – 23.18», «οἱ Κρόνιοι δεσμοὶ» υπαινίσσονται «μυστικῶς τὴν περίληψιν τοῦ νοητοῦ τούτου καὶ τὴν ἕνωσιν τὴν πρὸς αὐτό». Γιατί το νοητό μπορεί να συμπεριληφθεί από τον νου. Όπως ακριβώς λοιπόν «ἐξῄρηται μὲν τοῦ νοῦ τὸ νοητόν», ενώ λέγεται ότι το συμπεριλαμβάνει ο νους, έτσι και ο Ζευς λέγεται ότι «δεσμεῖν τὸν πατέρα» [κρατά δεμένο], και μάλιστα δένοντας ο ίδιος τον εαυτό του γύρω από εκείνον, γιατί «ὁ δεσμὸς περίληψίς [σύλληψη] ἐστι τῶν συνδεομένων». Και η αλήθεια έχει ως εξής : «Νοῦς ἐστιν ὁ Κρόνος παντελής, νοῦς καὶ ὁ μέγιστος Ζεύς». Και ενώ νους είναι ο καθένας τους, είναι βέβαιο ο ίδιος και νοητό. Γιατί κάθε νους  έχει επιστρέψει στον εαυτό του και «πρὸς αὑτὸν ἐπιστρέφων πρὸς ἑαυτὸν ἐνεργεῖ», και ενεργώντας στον εαυτό του και όχι προς τα έξω είναι νοητός ταυτόχρονα και νοητικός. Γιατί εφόσον νοεί, είναι νοητικός, και εφόσον νοείται, είναι νοητός. Επομένως και ο νους του Διός «ἑαυτοῦ νοῦς» είναι και νοητός από τον εαυτό του, και το ίδιο και ο νους του Κρόνου είναι νοητός από τον εαυτό του και νους του εαυτού του. Αλλά ο νους του Διός είναι περισσότερο νους ενώ ο νους του Κρόνου περισσότερο νοητό. Γιατί ο ένας είναι εγκατεστημένος στην νοητική κορυφή, ενώ ο άλλος στο νοητικό τέλος. Και ο ένας είναι το αντικείμενο του πόθου, ενώ ο άλλος αυτός ο οποίος ποθεί. Και ο ένας είναι αυτός που πληρεί και ο άλλος πληρείται. Ενώ λοιπόν ο Κρόνος είναι νους και νοητός, είναι και ο Δίας δευτερευόντως νους και νοητό. Αλλά η νοητή του ιδιότητα είναι νοητική, ενώ η νοητική ιδιότητά του Κρόνου είναι νοητή. Καθώς λοιπόν ο Δίας είναι ταυτόχρονα νοητικός και νοητός, νοεί τον εαυτό του και «περιλαμβάνει καὶ συνδεῖ» [συλλαμβάνει και δένει] το νοητό που βρίσκεται μέσα του. Δένοντας αυτό μέσα του, λέγεται ότι δένει και συμπεριλαμβάνει από παντού το προηγούμενό του νοητό. Γιατί εισερχόμενος μέσα στον εαυτό του, μπαίνει μέσε σε εκείνον, και με το νοητό που βρίσκεται μέσα του κατανοεί το νοητό που βρίσκεται πριν από αυτόν και έτσι «οὐκ ἔξω τοῦ νοῦ τὸ νοητόν» όπως λέγει ο Πλωτίνος. Γιατί κάθε νους έχει αδιαφοροποίητο από τον εαυτό του το νοητό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, και με το νοητό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του κατανοεί το νοητό που βρίσκεται πριν από αυτόν. Γιατί καθετί που βρίσκεται έξω είναι ξένο, ασύνδετο και κατώτερης φύσεως, αυτό που βρίσκεται πιο πάνω σαν αιτία και προϋπάρχει ως επιθυμητό υπάρχει μέσα σε αυτά τα ίδια που το επιθυμούν. Γιατί, καθώς επιστρέφουν και συγκεντρώνονται στον εαυτό του, βρίσκουν τις αιτίες του και όλα τα ανώτερα. Και όσο πιο τέλεια και πιο ενιαία είναι η στροφή αυτών που ποθούν γύρω από τον εαυτό τους, τόσο περισσότερο αυτά συνδέονται με τα αντικείμενα του πόθου τους. Με την ίδια λοιπόν τη νόηση του εαυτού του κάθε νους νοεί όλα τα προηγούμενά του [νοεῖν ἑαυτὸν πᾶς νοῦς καὶ τὰ πρὸς αὐτοῦ πάντα νοεῖ], και όσο περισσότερο είναι ενωμένος με τον εαυτό του, τόσο περισσότερο είναι εγκατεστημένος μέσα στα προηγούμενά του νοητά [καὶ ὅσῳ ἥνωται πρὸς ἑαυτόν, τοσούτῳ μειζόνως ἐνίδρυται τοῖς πρὸ ἑαυτοῦ νοητοῖς]. Γιατί το αίτιο κανενός όντος δεν βρίσκεται έξω από το ίδιο, όπως και το αίτιο που προσφέρει την ουσία και την τελειότητα [Οὐ γάρ ἐστιν ἔξω τῶν ὄντων οὐδενὸς τὸ αἴτιον αὐτοῦ καὶ τὸ τῆς οὐσίας ἢ τῆς τελειότητος παρεκτικόν], αλλά είναι έξω από αυτό το κατώτερό του και όχι το νοητό. Για αυτό και καθένα από τα θεία δεν επιστρέφει προς τα κατώτερα αλλά προς τον εαυτό του και μέσω του εαυτού του προς το ανώτερο. Και το νοητό δεν είναι κατώτερο από κανέναν νου [Καὶ νοῦ μὲν οὐδενὸς τὸ νοητὸν χεῖρον], ενώ κάθε νους ενεργώντας στον εαυτό του και συλλαμβάνοντας τα προηγούμενά του νοητά νοεί [πᾶς δὲ νοῦς πρὸς ἑαυτὸν ἐνεργῶν καὶ τὰ πρὸ αὐτοῦ νοητὰ περιλαβὼν νοεῖ]. Και άλλα «ἔστιν – είναι», όσα είναι συνδεδεμένα μαζί του [ὅσα συζυγεῖ πρὸς αὐτόν], και άλλα «ἔχει», όσα αμέσως πριν από αυτόν επιδέχονται την συμμετοχή του, και άλλα «ὁρᾷ», καθένα από αυτά που είναι πιο μακριά και είναι περισσότερο εξηρημένα. Για αυτό και ο δημιουργός νους «ἔστιν – είναι» ταυτόχρονα και νους και νοητό  [ὁ δημιουργὸς νοῦς ἔστι μὲν ἅμα νοητὸν καὶ νοῦς], «ἔχει» δε «τὸ τοῦ πατρὸς νοητὸν» δεμένο, όπως λέγει ο μύθος, και «ὁρᾷ» το «αὐτοζῷον, τὸ τῶν νοουμένων ἁπάντων κάλλιστον» [το καθαυτό ζωντανό ΟΝ, το κάλλιστο από όλα τα νοητά] όπως λέγει ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 30.d». Για αυτό και γενναίος Αμέλιος έλεγε τριπλό τον νου, «τὸν ὄντα, τὸν ἔχοντα και τὸν ὁρῶντα». Γιατί πρέπει βέβαια και ο δεύτερος όχι μόνο να «ἔχει» το νοητό, αλλά να «ἔστιν – είναι» και να το «ἔχει» (γιατί «ἔστιν – είναι» το «σύστοιχον» [αυτό που συντεταγμένο μαζί του] και «ἔχει» το προηγούμενό του, στον βαθμό που έχει συμμετάσχει σε αυτό). Και ο τρίτος να «ὁρᾷ» το νοητό, αλλά και να «ἔστιν – είναι» και να το «ἔχει». Και να «ὁρᾷ» το πρωταρχικό, να «ἔχει» το αμέσως ανώτερό του, και να «ἔστιν – είναι» αυτό που βρίσκεται μέσα του και είναι ενωμένο σε ζεύγος με τη νόηση του και να είναι αδιαχώριστο από αυτό – «καὶ τὸν τρίτον ὁρᾶν τὸ νοητόν, ἀλλὰ καὶ εἶναι καὶ ἔχειν· καὶ ὁρᾶν μὲν τὸ πρώτιστον, ἔχειν δὲ τὸ προσεχῶς ἐπέκεινα, τὸ δὲ ἐν αὐτῷ καὶ τὸ συζυγοῦν τῇ ἑαυτοῦ νοήσει, τοῦτο εἶναι καὶ πρὸς αὐτὸν ἀδιαίρετον ὑπάρχειν» όπως λέγει ο Πρόκλος.

Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [13-5-2007, ΕΛΛΑΣ]