Θείοι & Θεοφιλείς άνθρωποι (κατά τον Χαιρωνεύς Πλούταρχο)


Ο Χαιρωνεύς Πλούταρχος, στο «Περί του Σωκράτους Δαιμονίου, 593.a.10 – 594.a.7», μας λέγει πως:

όπως οι άνθρωποι που αγαπούν τους ίππους  δεν φροντίζουν εξίσου για όλα τα μέλη αυτού του είδους, αλλά ξεχωρίζουν και απομονώνουν τα καλύτερα, τα εξασκούν και τα τρέφουν ιδιαίτερα και τα αγαπούν ξεχωριστά, έτσι και τα ανώτερα από εμάς όντα χαράζουν (σημαδεύουν) τους βέλτιστους από εμάς, σαν να τους ξεδιαλέγουν από μια αγέλη, τους θεωρούν άξιους μιας ιδιαίτερης και ξεχωριστής παιδαγωγία και τους κατευθύνουν όχι με χαλινάρια και μαστίγια αλλά με τον λόγο (λογική) μέσω συμβόλων. Από αυτά τα σύμβολα οι πολλοί και αγελαίοι έχουν παντελή άγνοια. Ούτε, άλλωστε, και οι περισσότεροι κύνες κατανοούν τα κυνηγετικά σημάδια, ούτε και οι ίπποι τα ιππικά σημάδια. Όσα, όμως, τα έχουν μάθει, ευθύς αντιλαμβάνονται τις διαταγές από ένα τυχαίο σύριγμα ή σφύριγμα και εύκολα κάνουν αυτά που πρέπει. Φαίνεται, μάλιστα, πως και ο Όμηρος γνώριζε την διαφορά για την οποία μιλάμε. Γιατί με όσα λέει άλλους μάντεις του αποκαλεί οιωνοσκόπους και ιερείς, για άλλους, όμως, νομίζει ότι αποκαλύπτουν το μέλλον, επειδή κατανοούν τις ίδιες τις συνομιλίες των θεών και μοιράζονται τις σκέψεις τους :

«Αυτών ο Έλενος, του Πρίαμου ο προσφιλής υιός, ένιωσε μέσα του

την βουλή, που οι θεοί πήραν με κοινή απόφαση» (Ιλιάδα, ραψωδία Η’ σ. 43 – 44).

και

«Γιατί τέτοιον  εγώ λόγο άκουσα από τους αειγένητους θεούς» (Ιλιάδα, ραψωδία Η’ σ. 43 – 44).

Γιατί ακριβώς όπως η διάνοια των βασιλέων και των στρατηγών οι εκτός της αισθάνονται (αντιλαμβάνονται) και τη γνωρίζουν με πυρσούς, κηρύγματα και σάλπιγγες, ενώ στους έμπιστους και φίλους τους την αποκαλύπτουν οι ίδιοι, έτσι και το θείο συνομιλεί απ’ ευθείας με λίγους και σπάνια, ενώ στους πολλούς δίνει σημάδια, από τα οποία προκύπτει η λεγόμενη μαντική τέχνη. Γιατί οι θεοί κατευθύνουν τη ζωή λίγων ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που τυχόν θα αποφασίσουν να τους καταστήσουν άκρως μακάριους και αληθώς θείους. Ενώ οι ψυχές είναι απαλλαγμένες από της γένεση και ξένοιαστες στο εξής από το σώμα, σαν να έχουν αφεθεί παντελώς ελεύθερες, είναι κατά θέση δαίμονες που επιβλέπουν τους ανθρώπους κατά τον Ησίοδο («Έργα και Ημέρες», σ. 122+). Γιατί όπως στους αθλητές, οι οποίοι εξαιτίας των γηρατειών σταμάτησαν να γυμνάζονται, δεν τους εγκαταλείπει εντελώς το φιλότιμο και το φιλοσώματο, αλλά βλέποντας άλλους να ασκούνται τέρπονται και δίνουν προτροπές και τρέχουν μαζί τους στο πλάι, έτσι και εκείνοι που έχουν σχολάσει από τους αγώνες για τη ζωή και εξαιτίας της αρετής της ψυχής τους έγιναν δαίμονες δεν περιφρονούν παντελώς τα εδώ πράγματα, λόγους και ασχολίες, αλλά όντως ευμενείς προς εκείνους οι οποίοι γυμνάζονται για τον ίδιο με αυτούς σκοπό μοιράζονται μαζί τους την φιλοτιμία τους, όταν τους βλέπουν πως με τον αγώνα είναι πια κοντά στην προσδοκία τους και την αγγίζουν. Γιατί το δαιμόνιο δεν βοηθάει στην τύχη όποιους να’ ναι. Αλλά συμβαίνει ότι και στην περίπτωση εκείνων που κολυμπούν στην θάλασσα : αυτούς, δηλ., που βρίσκονται ακόμη στο πέλαγος και μακριά από τη στεριά οι θεατές στην στεριά τους παρακολουθούσε μόνο σιωπηλά. Τρέχουν, όμως, στο πλάι εκείνων που βρίσκονται πιο κοντά στη στεριά και, μπαίνοντας στη θάλασσα και βοηθώντας τους με τα χέρια συνάμα και με τη φωνή τους, τους διασώζουν. Αυτός είναι ο τρόπος που ενεργεί το δαιμόνιο. Όσο, δηλ., είμαστε βυθισμένοι στα εγκόσμια και αλλάζουμε πολλά σώματα σαν οχήματα, μας αφήνει να αγωνιζόμαστε μόνοι μας και να επιμένουμε, προσπαθώντας να σωθούμε με τη βοήθεια της δικής μας αρετής και να πιάσουμε λιμάνι. Την ψυχή, όμως, που έχοντας καλά και πρόθυμα κοπιάσει σε αγώνες μακράς διαρκείας μέσα από αναρίθμητες γεννήσεις και, ενώ ο κύκλος της πλησιάζει στο τέλος του, αψηφώντας  τον κίνδυνο και δείχνοντας φιλοτιμία και την έκβαση του αγώνα της, ανεβαίνει προς τις ανώτερες υπάρξεις με πολύ ιδρώτα, αυτήν την ψυχή ο θεός δε θεωρεί απρεπές να τη βοηθήσει ο οικείος της δαίμονας, αλλά αφήνει όποιον δείχνει προθυμία να βοηθήσει. Και κάθε δαίμονας προθυμοποιείται να διασώσει και άλλη ψυχή με τις προτροπές του. Και εκείνη, επειδή είναι κοντά, το ακούει και σώζεται. Αν, όμως, δεν υπακούσει, την εγκαταλείπει ο δαίμονας και δεν έχει ευτυχισμένο τέλος.

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 15/8/2010


[1]        De genio Socratis  593.A.10 ` to     De genio Socratis  594.A.7    καθάπερ οὖν ἀνὴρ φίλιππος οὐ πάντων ὁμοίως ἐπιμελεῖται τῶν ὑπὸ τὸ γένος, ἀλλ᾽ ἀεί τιν᾽ ἄριστον ἐξαιρῶν καὶ ἀποκρίνων καθ᾽ αὑτὸν ἀσκεῖ καὶ τρέφει καὶ ἀγαπᾷ διαφερόντως, <οὕτω> καὶ ἡμῶν οἱ ὑπὲρ ἡμᾶς τοὺς βελτίστους οἷον ἐξ ἀγέλης χαράξαντες ἰδίας τινὸς καὶ περιττῆς παιδαγωγίας ἀξιοῦσι, οὐχ ὑφ᾽ ἡνίας οὐδὲ ῥυτήρων ἀλλὰ λόγῳ διὰ συμβόλων εὐθύνοντες· ὧν οἱ πολλοὶ καὶ ἀγελαῖοι παντάπασιν ἀπείρως ἔχουσιν. οὐδὲ γὰρ οἱ πολλοὶ κύνες τῶν θηρατικῶν σημείων οὐδ᾽ [οἱ πολλοὶ] ἵπποι τῶν ἱππικῶν συνιᾶσιν, ἀλλ᾽ οἱ μεμαθηκότες εὐθὺς ἀπὸ σιγμοῦ τοῦ τυχόντος ἢ ποππυσμοῦ τὸ προσταττόμενον αἰσθανόμενοι ῥᾳδίως εἰς ὃ δεῖ καθίστανται. φαίνεται δὲ γιγνώσκων καὶ Ὅμηρος ἣν λέγομεν διαφορὰν ἡμεῖς· τῶν γὰρ μάντεων οἰωνοπόλους τινὰς καλεῖ καὶ ἱερεῖς, ἑτέρους δὲ τῶν θεῶν αὐτῶν διαλεγομένων συνιέντας καὶ συμφρονοῦντας ἀποσημαίνειν οἴεται τὸ μέλ λον, ἐν οἷς λέγει (Η 44)         

«τῶν δ᾽ Ἕλενος, Πριάμοιο φίλος παῖς, ξύνθετο θυμῷ  

βουλήν, ἥ ῥα θεοῖσιν ἐφήνδανε μητιόωσι·»       

καί (Η 53)         

«ὣς γὰρ ἐγὼν ὄπ᾽ ἄκουσα θεῶν <αἰει>γενετάων.»

ὥσπερ γὰρ τῶν βασιλέων καὶ τῶν στρατηγῶν τὴν διάνοιαν οἱ μὲν ἐκτὸς αἰσθάνονται καὶ γιγνώσκουσι πυρσοῖς τισι καὶ κηρύγμασι καὶ ὑπὸ σαλπίγγων, τοῖς δὲ πιστοῖς καὶ συνήθεσιν αὐτοὶ φράζουσιν, οὕτω τὸ θεῖον ὀλίγοις ἐντυγχάνει δι᾽ αὑτοῦ καὶ σπανίως, τοῖς δὲ πολλοῖς σημεῖα δίδωσιν, ἐξ ὧν ἡ λεγομένη μαντικὴ συνέστηκε. θεοὶ μὲν [γὰρ] οὖν ὀλίγων ἀνθρώπων κοσμοῦσι βίον, οὓς ἂν ἄκρως μακαρίους τε καὶ θείους ὡς ἀληθῶς ἀπεργάσασθαι βουληθῶσιν· αἱ δ᾽ ἀπηλλαγμέναι γενέσεως ψυχαὶ καὶ σχολάζουσαι τὸ λοιπὸν ἀπὸ σώματος, οἷον ἐλεύθεραι πάμπαν ἀφειμέναι, δαίμονές εἰσιν ἀνθρώπων ἐπιμελεῖς καθ᾽ Ἡσίοδον (OD 122 sq.). ὡς γὰρ ἀθλητὰς καταλύσαντας ἄσκησιν ὑπὸ γήρως οὐ τελέως ἀπολείπει τὸ φιλότιμον καὶ φιλοσώματον, ἀλλ᾽ ἑτέρους ἀσκοῦντας ὁρῶντες ἥδονται καὶ παρακαλοῦσι καὶ συμπαραθέουσιν, οὕτως οἱ πεπαυμένοι τῶν περὶ τὸν βίον ἀγώνων δι᾽ ἀρετὴν ψυχῆς γενόμενοι δαίμονες οὐ παντελῶς ἀτιμάζουσι τὰ ἐνταῦθα πράγματα καὶ λόγους καὶ σπουδάς, ἀλλὰ τοῖς ἐπὶ ταὐτὸ γυμναζομένοις τέλος εὐμενεῖς ὄντες καὶ συμφιλοτιμούμενοι πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐγκελεύονται καὶ συνεξορμῶσιν, ὅταν ἐγγὺς ἤδη τῆς ἐλπίδος ἁμιλλωμένους καὶ ψαύοντας ὁρῶσιν. οὐ γὰρ οἷς ἔτυχε συμφέρεται τὸ δαιμόνιον, ἀλλ᾽ οἷον ἐπὶ τῶν νηχομένων ἐν θαλάττῃ τοὺς μὲν πελαγίους ἔτι καὶ πρόσω τῆς γῆς φερομένους οἱ ἐπὶ γῆς ἑστῶτες σιωπῇ   θεῶνται μόνον, τοὺς δ᾽ ἐγγὺς ἤδη παραθέοντες καὶ παρεμ βαίνοντες ἅμα καὶ χειρὶ καὶ φωνῇ βοηθοῦντες ἀνασῴζουσιν, οὗτος, ὦ …. τοῦ δαιμονίου ὁ τρόπος· …. ἡμᾶς βαπτιζομένους ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ σώματα πολλὰ καθάπερ ὀχήματα μεταλαμβάνοντας αὐτοὺς ἐξαμιλλᾶσθαι καὶ μακροθυμεῖν δι᾽ οἰκείας πειρωμένους ἀρετῆς σῴζε σθαι καὶ τυγχάνειν λιμένος. ἥτις δ᾽ ἂν ἤδη διὰ μυρίων γενέσεων ἠγωνισμένη μακροὺς ἀγῶνας εὖ καὶ προθύμως ψυχὴ τῆς περιόδου συμπεραινομένης κινδυνεύουσα καὶ φιλοτιμουμένη περὶ τὴν ἔκβασιν ἱδρῶτι πολλῷ <τοῖς> ἄνω προσφέρηται, ταύτῃ τὸν οἰκεῖον οὐ νεμεσᾷ δαίμονα βοηθεῖν ὁ θεὸς ἀλλ᾽ ἀφίησι τῷ προθυμουμένῳ· προθυμεῖται δ᾽ ἄλλος ἄλλην ἀνασῴζειν ἐγκελευόμενος, ἡ δὲ συνακούει διὰ τὸ πλησιάζειν καὶ σῴζεται, μὴ πειθομένη δέ, ἀπολιπόντος τοῦ δαίμονος, οὐκ εὐτυχῶς ἀπαλλάσσει.«