Η ψυχική ίαση/θεραπεία, ο Έρωτας και ο….Καιρός!


Αν βέβαια, λέγει ο Πρόκλος,  στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 120.17– 124.27», σε άλλες περιπτώσεις είναι αληθές το ότι «ο καιρός για την θεραπεία συνδέεται με τις ψυχές – τὰς ψυχὰς εἶναι τοὺς καιροὺς τῶν θεραπειῶν», σύμφωνα με τον Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, είναι απολύτως αληθές προκειμένου και για την ίαση των ψυχών. Πράγματι, η μετάδοση των μαθημάτων που επιτελείται κατά καιρόν (στην κατάλληλη στιγμή) και η ζωής κάθαρση η «εὐκαίρως προσαγομένη» παρέχουν στους αποδέκτες τους πολλαπλάσιο το όφελος που προέρχεται από αυτά. Όπως δηλ. οι θεοί ευεργετούν τις ψυχές απονέμοντας τους τις ιάσεις των αμαρτημάτων τους (των λαθών τους) και «τὰς ἐπικαρπίας ἐν τοῖς προσήκουσι χρόνοις εὐτάκτως» [τα κέρδη τους στον πρέποντα χρόνο και με την ορθή τάξη], έτσι και οι θεοπρεπείς άνδρες  «στοχάζονται δευτέρως τοῦ καιροῦ καὶ τῆς εἰς τὰ ἀτελέστερα κατὰ καιρὸν εὐποιΐας» (εν συνεχεία στοχάζονται τον καιρό για την κατά καιρό ευποιία των ατελέστερων). Οι θεοί, από πλευράς τους νοητικά και θεϊκά προσδιορίζουν τα μέτρα των καιρών (των κατάλληλων περιστάσεων), οι άνθρωποι όμως τα αναζητούν κατ’ επιστήμη (επί τη βάσει της γνώσης), ενώ κάποιοι προσπαθούν να τα θηρέψουν και κατά την δαιμόνια επίπνοια. Διότι για τις ψυχές που βρίσκονται εν τη γενέσει η των αγαθών δαιμόνων συνουσία (συναναστροφή) είναι μεγάλη βοήθεια στην αναμάρτητη (αλάνθαστη) διάγνωση των καιρών (των κατάλληλων περιστάσεων). Στο υπό εξέταση λοιπόν ζήτημα και ο Σωκράτης υπό του δαιμονίου κινούμενος και υπό αυτού του έρωτος καθοδηγούμενος βρήκε τον άριστο καιρό «τῆς εἰς τὸν ἐρώμενον εὐποιΐας». Όπως δηλαδή ο τόπος «ἐκ τῆς φύσεως ἑκάστῳ τῶν σωμάτων οἰκείως ἀφώρισται» (ο κατάλληλος τόπος ορίζεται με βάση φύση των σωμάτων), έτσι και κάθε μόριο (μέρος) του χρόνου συνδυάζεται με διαφορετική πράξη. Και όπως στον όλον Κόσμο υπάρχουν περίοδοι ευγονίας και αγονίας για την γένεση των ζώων και των φυτών, το ίδιο ισχύει και για τις επιμέρους πράξεις : καθεμία έχει τον δικό της χρόνο για την τελείωσή της. Και ο χρόνος αυτός είναι για καθεμία πράξη ο καιρός (η κατάλληλη περίσταση), διότι οδηγεί στο αγαθό και στην τελείωση τόσο το υποκείμενο όσο και το αντικείμενο της πράξης. Για τούτο και η πυθαγόρειοι την πρώτη αιτία από την οποία προέρχεται το αγαθό για τα πάντα την ονόμαζαν «Καιρό», θεωρώντας ότι αυτή είναι που δωρίζει στα πάντα το να είναι τέλεια.

<Ἀθηνᾶν> καὶ <καιρὸν> καὶ <τύχην> τὴν ἑπτάδα ἐπωνόμαζον• δι᾽ ἣν αἰτίαν οἱ μὲν ἄλλοι φιλόσοφοι τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐξομοιοῦσι τῆι <ἀμήτορι Νίκηι> καὶ <Παρθένωι>, ἣν ἐκ τῆς τοῦ Διὸς κεφαλῆς ἀναφανῆναι λόγος ἔχει, οἱ δὲ Πυθαγόρειοι τῶι ἡγεμόνι τῶν συμπάντων. διὸ καὶ καλεῖται ὑπὸ τῶν Πυθαγορείων <παρθένος ἀμήτωρ. ἔστι γὰρ ἡγεμὼν καὶ ἄρχων ἁπάντων, θεός, εἷς, ἀεὶ ὤν, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτὸς ἑαυτῶι ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων>

Στ’ αλήθεια, όλα τα όντα με αυτόν τον τρόπο συνάπτονται (αλληλοσυνδέονται), και με αυτό τον τρόπο επιτελείται η κοινωνία των αγαθών για τα πάντα και παντού. Τα τελεσιουργά (τελειοποιητικά) αίτια είναι σε ετοιμότητα για να μεταδώσουν, και οι αποδέκτες (οι μεταληψώμενοι) είναι ήδη παρακινημένοι προς τη μέθεξη. Τα πρώτα στέλνουν την τελειοποιητική δύναμη, και οι δεύτεροι λαμβάνουν την δύναμη για την οποία είναι επιτήδειοι (κατάλληλοι). Διότι η δύναμη είναι διττή : η μεν του ποιούντος η δε του πάσχοντος. Η πρώτη μητέρα της ενέργειας, η άλλη υποδοχή της τελειότητας. Αυτό μάλιστα που πρόκειται ως ποιούν πρέπει να είναι υπερπλήρες και έτοιμο να εκδηλώσει την ενέργεια του, κατά τρόπο ώστε, ακόμη και εν απουσία αυτού το οποίο πρόκειται να υποδεχτεί την ενέργεια, αυτό να είναι τέλειο και να έχει ήδη κινηθεί προς το να μεταδώσει, ενώ αυτό που πρόκειται να είναι το πάσχον να έχει σφοδρή επιθυμία για την μέθεξη και να οδηγεί τον εαυτό του προς την τελειοποιητική δύναμη και, ακόμα και εν απουσία εκείνης, να κινείται από την απόλυτη καταλληλότητα του προς την μέθεξη. Δεδομένου δηλ. ότι τα αίτια είναι δύο ειδών, αφενός ακίνητα που είναι παρόντα στα πάντα και παντού, αφετέρου κινούμενα που άλλοτε πλησιάζουν και άλλοτε απομακρύνονται από τα τελειούμενα, όπου τα μεν νοητά είναι με τον ίδιο τρόπο παρόντα στα πάντα και παντού και μεταδίδουν προς όλα τη λαμπρή απορροή τους αιώνια και αναλλοίωτα, ενώ τα αισθητά είναι, δυνητικώς, είτε παρόντα είτε απόντα ως προς εκείνα τα οποία μετέχουν αυτών, όταν η καταλληλότητα εκείνου το οποίο πρόκειται να μετάσχει προσανατολίζεται προς κάποιο ακίνητο αίτιο, είναι και τούτη παρούσα, ενώ ταυτόχρονα συντελείται και η μετάδοση από μέρους του ποιούντος (το μόνο που εμποδίζει εν προκειμένω τη μετάδοση είναι η ακαταλληλότητα των υποδοχών, αφού τα μεταδίδοντα μεταδίδουν αιώνια και είναι παντού στην ίδια κατάσταση. Όποιο συνεπώς γίνεται κατάλληλο, εξ αυτού μετέχει και στο αίτιο). Όταν όμως η καταλληλότητα εκείνου το οποίο πρόκειται να μετάσχει προσανατολίζεται προς κάποιο κινούμενο αίτιο, πολλές φορές συμβαίνει η υποδοχή να είναι κατάλληλη, αλλά απουσιάζει αυτό που θα κάνει τη μετάδοση, διότι πρέπει και αυτό να συμπέσει, εφόσον για τη μετάδοση απαιτεί τόπο. Όπως λέγαμε, όμως, οι δύο αναγκαίες προϋποθέσεις σε κάθε κοινωνία των αγαθών είναι η ύπαρξη της τελειοποιητικής δύναμης εκείνου (αίτιο) το οποίο θα κάνει τη μετάδοση, του δώσοντος, και η άκρα επιτηδειότητα του ληψωμένου, εκείνου (υποδοχή) το οποίο πρόκειται να λάβει. Επίσης πρέπει, κατά κάποιο τρόπο, η τελειότητα του δότη να είναι σύνδρομη (να συντρέχει) με την καταλληλότητα του δεχόμενου, γεγονός που κάνει το ποιούν να ξεπερνά κατά την ουσία το πάσχον. Η συνδρομή των δύο μάλιστα δεν πρέπει να είναι τυχαία, αλλά να γίνεται αλλού κατά φύση (σύμφωνα με την φύση) και αλλού κατά νου (σύμφωνα με τον νου), και να συντελείται αλλού από κάποια δαιμόνια αιτία και αλλού εκ θεού.

Στην περίπτωση του Σωκράτη, ο σοφότερος των Σοφών, διαθέτει την ερωτική και επιστημονική τελειότητα που είναι άμεσα ικανή να εκδηλώνει την προς στον ερωμένο του άμεση ευποιία, ενό ο Αλκιβιάδης διαθέτει την επιτηδειότητα για την τελείωση. Εξ ου και λέει «με πρόφτασες για λίγο», σαν και ο ίδιος να είχε κιόλας κινηθεί από μόνος του προς τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης τώρα πλησιάζει τον νεανίσκο (ανήκει άλλωστε στα κινούμενα πράγματα) κι έτσι δημιουργείται η αμοιβαία και ταυτόχρονη συνύπαρξη, αφενός, του θεϊκού εραστή, που έχει τον εαυτό του και την πρόνοιά που προέρχεται από τον εαυτό του για τον ερωμένο του, και αφετέρου, του ερωμένου που υψώνει τον εαυτό του προς την μέθεξη του εραστή. Της συνύπαρξης αυτής αγαθός ηγεμών είναι ο δαίμων που αφόρισε (καθόρισε) στον Σωκράτη τον καιρό (την κατάλληλη περίσταση) της συνουσίας (συναναστροφής). Ο καιρός άλλωστε ξεκινάει άνωθεν, από τους θεούς, και προχωράει μέχρι τα έσχατα – «καὶ ἄλλος μὲν ὁ παρὰ τῶν θεῶν ἀφοριζόμενος, ἄλλος δὲ ὁ δαιμόνιος, ἄλλος δὲ ὁ εἱμαρμένος, ἄλλος δὲ ὁ τυχαῖος». «τύχη», λέει, «καὶ καιρὸς τὰ ἀνθρώπινα διακυβερνῶσι σύμπαντα». Επειδή εξάλλου σε κάθε περίπτωση το τελειοποιητικό είναι προεξάρχον ως προς το δυνάμει των αγαθών και κινεί, τρόπο τινά, το δυνάμει προς την μέθεξη, για τούτο ο Σωκράτης λέει με «πρόφτασες για λίγο». Στην περίπτωση όπου η μέλλουσα υποδοχή είναι ακατάλληλη, η μεταξύ τους διαφορά είναι μεγάλη. Όταν όμως γίνει κατάλληλη, προφταίνει για λίγο το τελειοποιητικό, για την αιτία που είπαμε. Όταν τα δυο τούτα έρθουν πια σε επαφή μεταξύ τους, η επικοινωνία του ενός με το άλλο είναι τόση ώστε και το ποιούν μπορεί, κατά κάποιο τρόπο, να γίνει θεατό μέσα στο πάσχον και το πάσχον μέσα στο ποιούν. Για τούτο και στη δημιουργία του σύμπαντος ορισμένοι, εν όψει αυτής της (επι)κοινωνίας και επαφής, είπαν ότι και η ύλη είναι ποιούν απέναντι στο ίδιο τον εαυτό της και τελειοποιεί η ίδια τον εαυτό της γινόμενη Κόσμος, και απέδωσαν υλικό χαρακτήρα στο ποιούν, καθώς δεν μπόρεσαν να διαχωρίσουν ούτε το πάσχον από το ποιούν ούτε το ποιούν από το πάσχον.