Η Οντογένεση και τα είδη των όντων του Κόσμου


Λέγει σχετικά με αυτό το θέμα ο Πλάτων, στην «Επινομίδα, 981.c.5  – 985.c.6 » :

Αν λοιπόν τα σώματα των όντων είναι πέντε, πρέπει επίσης να πούμε πως είναι του πυρ, το ύδωρ, τρίτος ο αέρας, τέταρτη η γη και πέμπτος ο αιθέρας. Και μέσα στις ηγεμονίες τούτες τα ζωντανά όντα είναι πολυάριθμα και ποικίλα. Πρέπει τώρα να εξετάσουμε πρώτο στην εξέταση το γήινο, που περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, όλα τα πολύποδα και τα άποδα, όσα μπορούν να περπατήσουν και όσα μένουν ακίνητα, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των ριζών. Πρέπει όμως να θεωρήσουμε πως τούτη είναι η ενότητα του γένους, δηλαδή όλα τα ζωντανά όντα που το αποτελούν προέρχονται από όλα τα γένη, και το μεγαλύτερο μέρος αποτελείται από γη και στέρεα φύση. Στην συνέχεια, πρέπει να τοποθετήσουμε ένα δεύτερο γένος προς εξέταση, το οποίο είναι υπαρκτό και μπορεί να το αντικρίσει κάποιος. Αποτελείται κυρίως από πυρ, διαθέτει όμως και περιοχές που είναι από γη και αέρα, και μικρά μέρη που αποτελούνται από όλα τα υπόλοιπα. Για αυτό και το ζωντανό όντα, που προέρχονται από τούτα, πρέπει να λέμε πως γεννιούνται με κάθε είδους συνδυασμούς και είναι ορατά. Πρέπει επίσης να θεωρήσουμε πως όλα όσα βρίσκονται στον ουρανό είναι ζωντανά όντα, τα οποία και πρέπει να λέμε πως έχουν αποτελέσει όλο το θείο γένος των άστρων και έχουν το καλύτερο σώμα και την πιο ευδαιμονικότερη και άριστη ψυχή.

Ας κατανοήσουμε πρώτα εκείνο που λέμε, ότι δηλ. δυο είναι τα ζωντανά όντα – ας το πούμε πάλι –ορατά και τα δύο. Το ένα, όπως μπορεί να φανεί, προέρχεται από το πυρ, το άλλο από γη και το γήινο κινείται με αταξία, ενώ το πύρινο με πλήρη τάξη. Εκείνο λοιπόν που κινείται άτακτα (πράγμα που κάνουν τα περισσότερα ζωντανά της γης) πρέπει να το πούμε άφρων. Εκείνο όμως, που κινείται με τάξη στον ουρανό που του έχει δοθεί, πρέπει να αποτελεί σπουδαία απόδειξη πως διαθέτει νόηση.

Με την προϋπόθεση λοιπόν πως έχουμε διακρίνει δυο ορατά ζωντανά, από τα οποία το ένα είπαμε πως είναι αθάνατο και το άλλο γήινο και εντελώς θνητό, ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τα τρία μεσαία από τα πέντε γένη, αφού όσα βρίσκονται ανάμεσά τους είναι απολύτως σαφή σύμφωνα με κατάλληλες θεωρήσεις. Ας βάλουμε το αιθέρα μετά το πυρ και ας θεωρούμε πως η ψυχή «δ᾽ ἐξ αὐτοῦ τιθῶμεν πλάττειν ζῷα δύναμιν ἔχοντα», όπως συμβαίνει και στα άλλα γένη, στο μεγαλύτερο μέρος της αυτής φύσεως, ενώ λιγότερα προέρχονται από αλλά γένη για να ενωθούν. Μετά τον αιθέρα, η ψυχή δημιουργεί από τον αήρ άλλο ζωντανό γένος (ζώο), και τρίτο από το ύδωρ. Αφού λοιπόν η ψυχή δημιούργησε τέτοια κατάσταση στα ζωντανά, είναι φυσικό να έχει γεμίσει τον ουρανό, χρησιμοποιώντας όλα τα γένη ανάλογα με τη δύναμή τους και όλα τούτα συμμετέχουν στη ζωή. Τα δεύτερα τώρα, τα τρίτα, τα τέταρτα και τα πέμπτα γένη, που άρχισαν να γεννιούνται τότε που φανερώθηκαν οι θεοί, κατέληξαν σε μας τους ανθρώπους.
Όσο αφορά τους θεούς, τον Δία και της Ήρα και τους άλλους θεούς, ο καθένας ας τους τοποθετεί όπου θέλει, σύμφωνα με τον προσωπικό του νόμο, που θα μένει σταθερός. Από τους ορατούς θεούς όμως, τους πιο μεγάλους και πιο σεβαστούς, που βλέπουμε πάρα πολύ καθαρά παντού, πρέπει να πούμε πρώτα τη φύση των άστρων και όσα πράγματα καταλαβαίνομε μαζί με τούτα. Έπειτα, και κάτω από εκείνους, πρέπει να βάλουμε στη σειρά τους δαίμονες. Όσο αφορά τώρα το αέρινο γένος, που είναι τρίτο στη σειρά και βρίσκεται στη μέση ασχολούμενο με το καθήκον της ερμηνείας, πρέπει να το τιμάμε με προσευχές πολλές ως αναγνώριση στης καλής πορείας. Από τα δυο τούτα ζωντανά, εκείνο που είναι από τον αιθέρα κι εκείνο που ακολουθεί και προέρχεται από το αήρ, ας πούμε πως το καθένα είναι διαφανές, αφού όταν μας πλησιάζουν και βρίσκονται δίπλα μας, δεν μπορούμε να τα δούμε. Ας πούμε επίσης πως έχουν και τα δύο θαυμαστή φρόνηση, ανήκουν σε γένος ευμαθές και με πολύ ισχυρή μνήμη, γιγνώσκουν σύμπασα την σκέψη μας και αγαπούν μοναδικά όποιον ανάμεσά μας είναι αγαθός και θαυμαστός, ενώ μισούν τον σφοδρά κακό, και μετέχουν της λύπης.
Από την στιγμή που ο ουρανός συμπληρώθηκε (γέμισε) από ζώα (ζωντανά όντα), «ἑρμηνεύεσθαι πρὸς ἀλλήλους τε καὶ τοὺς ἀκροτάτους θεοὺς πάντας τε καὶ πάντα» (ενημερώνονται μεταξύ τους κι ενημερώνουν τους ανώτερούς θεούς για όλα και για όλους), επειδή τα ενδιάμεσα ζωντανά όντα φέρονται («κινούνται») με μικρή ορμή πάνω στη γη και σε όλο το μήκος τους ουρανού. Όσον αφορά τώρα τις υπάρξεις της πέμπτης σειράς, που προέρχονται από το ύδωρ θα τις παρουσιάσει ορθός ως ημίθεους που προέρχονται από το ύδωρ («τὸ δὲ ὕδατος πέμπτον ὂν ἡμίθεον μὲν ἀπεικάσειεν ἄν τις ὀρθῶς ἀπεικάζων ἐξ αὐτοῦ γεγονέναι»). Οι παραπάνω υπάρξεις άλλοτε είναι ορατές και άλλοτε κρύβονται και γίνονται αόρατες και προκαλούν έκπληξη με τη δυσδιάκριτη εμφάνισή τους. Τα πέντε όντως ζωντανά τούτα πλάσματα, οπουδήποτε μπορεί να συναντήσει κάποιος από εμάς, είτε «καθ᾽ ὕπνον ἐν ὀνειροπολίᾳ προστυχόντες» είτε «κατὰ φήμας τε καὶ μαντείας» που ειπώθηκαν σε ανθρώπους υγιείς στην ακοή ή ακόμη και σε ανθρώπους είτε σε ανθρώπους που βρίσκονται στην τελευταία ώρα («ἢ καὶ τελευτῇ βίου προστυχέσι γενομένοις»). Οι αντιλήψεις δε που αφορούν τα παραπάνω όντα δημιουργήθηκαν σε ιδιωτικό ή δημόσιο επίπεδο. Από τούτες προήλθαν πολλές θρησκείες σε πολλές περιοχές, και θα προέλθουν και άλλες.

Κεφάλας Ευστάθιος [Αμφικτύων] (15/12/2010)