Η μονάδα της μερικής (δεύτερης) δημιουργίας, εκ των πλατωνικών «νέων θεών», ο Φιλοσοφικά ονομαζόμενος Εγκόσμιος Νους ή Θεολογικομυθολογικά αναφερόμενος Διόνυσος Ζαγρέας.


Οι αρχαίοι Ιερείς των Ελλήνων διηγούνταν μία ιστορία :

“Μία ημέρα ο υιός του Δία, ο Διόνυσος, ήταν γερμένος, κοίταζε την ‘άβυσσο του ουρανού, ανάμεσα από τα αστέρια, είδε μέσα στα γαλάζια βαθύ την ίδια την εικόνα του που άπλωνε τα χέρια. Γοητευμένος με το είδωλό του όρμησε να το πιάσει. Η εικόνα του έφυγε, γλίστρησε στους διαύλους που είχε χαράξει το πύρινο Φίδι. Τότε βρέθηκε σε μια κοιλάδα σκιερή. κι αρωματισμένη κι απόλαυσε της ηδονικές πνοές που χάιδεψαν το κορμί. Μέσα σε μια σπηλιά είδε την Περσεφόνη, την κόρη της Δήμητρας. και ο ίδιος δεν κατάλαβε πως κατέβηκε τόσο χαμηλά και να που στέκεται βουβός μπροστά στην θεϊκή παρθένα μαγεμένος. Αυτή, πανέμορφη υφάντρα, ύφαινε τον πέπλο, πάνω στον οποίο κυμάτιζαν οι εικόνες όλων των όντων”!!

Εν συνεχεία θα πούμε πως όπως μας λέγει ο Πλάτωνας στον «Τίμαιο», υπάρχουν τρία είδη δημιουργίας, οι οποίες ανατίθενται στους «αρμόδιους» δημιουργούς, οι οποίοι και προχωρούν την εκδήλωση μέχρι την έσχατη ύλη. Ο Πατέρα και Δημιουργός στους διαλόγους του Πλάτωνα αλληγορείτε με τον Πολιτικό, και έτσι κάθε πολιτικός αποτελεί απεικόνιση του Δημιουργού. Για αυτό και στην Πολιτεία γίνεται αναφορά σε τρία είδη Πολιτείας, μιας και με την λέξη “Πολιτεία” απεικονίζονται τα είδη δημιουργίας.

Ακριβολογώντας ο Πρόκλος, στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Β’ [συν.], 2.8.15 – 2.8.23» και «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 167.1 », μας λέγει ότι τα τρία είδη πολιτειών ανάγονται στις τρείς μορφές δημιργίας, σε αυτές του Δία, του Διονύσου και του Άδωνι [εἰς τὴν Δίιον, εἰς τὴν Διονυσιακήν, εἰς τὴν Ἀδωνιακήν]  (διότι κάθε πολιτικός τείνει στο να αποτελεί απεικόνηση ενός δημιουργού : εκείνος που κάνει τα πάντα κοινά είναι απεικόνιση του δημιουργού των όλων. Εκείνος που μοιράζει και διαχωρίζει αυτού που διακρίνει τα μέρη από το όλον. Εκείνος, τέλος, που επανορθώνει όσα αλλοιώνονται αυτού που αποκαθιστά όσα υπόκεινται σε γένεση και φθορά). Ο τελευταίος είναι ο Άδωνις ή εγκόσμιος Διόνυσος, για τον οποίο ο Πρόκλος, στο «Εις τον Κρατύλονς Πλάτωνος εκλογαίχρήσιμοι, 180.1 – 180.6» μας λέγει πως ο Πλάτων τον εγκόσμιο Διόνυσο τον συμπαρέταξε με την εγκόσμια Αφροδίτη επειδή ερωτεύτηκε και έπλασε ως απεικόνησή του τον πολυτιμημένο ανάμεσα στους Κίλικες και στους Κυπρίους Άδωνη.

Η πρώτη δημιουργία, λοιπόν, είναι η δημιουργία των όλων και Δημιουργός είναι ο Δίας. Η δεύτερη δημιουργία είναι η δημιουργία των μερών και Δημιουργός είναι ο Διόνυσος. Εποπτεύει την υγρή και θερμή γέννηση της οποίας σύμβολο είναι ο οίνος, ως θερμός και υγρός, για αυτό και σύμβολο του Διονύσου είναι ο οίνος («inEuc 167.6 ` to     inEuc 167.11 ὁ μὲν γὰρ Κρόνος πᾶσαν ὑφίστησι τὴν ὑγρὰν καὶ ψυχρὰν οὐσίαν, ὁ δὲ Ἄρης πᾶσαν τὴν ἔμπυρον φύσιν, καὶ ὁ μὲν Ἅιδης τὴν χθονίαν ὅλην συνέχει ζωήν, ὁ δὲ Διόνυσος τὴν ὑργὰν καὶ θερμὴν ἐπιτροπεύει γένεσιν, ἧς καὶ ὁ οἶνος σύμβολον ὑγρὸς ὢν καὶ θερμός»). Η τρίτη δημιουργία είναι η δημιουργία της υποσελήνιου περιοχής και Δημιουργός είναι ο Άδωνις.

Όπως λοιπόν είδαμε ο Διόνυσος είναι η μονάδα της Μερικής Δημιουργίας.

Όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 171. 1 – 38», ο Διόνυσος, που είναι η μονάδα της Μερικής Δημιουργίας, γεννιέται από την ένωση του Δία και της Κόρης – Περσεφόνης και είναι ο Βασιλεύς των Εγκοσμίων Θεών, ο μυθολογικός Διόνυσος Ζαγρέας. Μάλιστα κατά την πανάρχαια Ορφική παράδοση, βλ. Ορφικό απ. Νo.207 & 208, οι Βασιλείες είναι έξη τον αριθμό και ο Διόνυσος είναι ο τελευταίος Βασιλεύς που παίρνει το σκήπτρο από τον Δία.

Γνωστό είναι βεβαίως ότι ο Ορφικός μύθος θέλει οι Τιτάνες να δίνουν στον Διόνυσο κάποια παιγνίδια για να τον απασχολήσουν, και καθώς εκείνος απασχολείται με αυτά, του επιτίθενται και τον κατασπαράσσουν – τα παιγνίδια, όπως αναφέρεται στα ορφικά αποσπάσματα Νο. 34 & 35 είναι: Αστράγαλος, Μπάλα, Σβούρα, Μήλα, Ρόμβος, Καθρέφτης και Τουλούπα Μαλλιού. Από τα κομμάτια του, η Καρδιά του Διονύσου σώζεται από την Αθηνά και παραδίδεται στον Δία, τα δε υπόλοιπα μέλη του μαζεύονταιΑπόλλωνα, ο οποίος και τα θάβει στον Παρνασσό, δίπλα στον Δελφικό Ναό. Ο Ζεύς μαθαίνοντας αυτό, οργίζεται και κατακεραυνώνει τους Τιτάνες και από την στάχτη τους γεννιούνται οι άνθρωποι. Ακολούθως, ο Ζευς δίνει στην Σεμέλη να κυοφορήσει τον Διόνυσο και αφού τον κυοφορήσει, ο Ζευς τον παραδίδει πίσω στην Περσεφόνη.


Δηλαδή ο Διόνυσος είναι ο Βασιλεύς των Εγκοσμίων Θεών και Μονάδα Μερικής Δημιουργίας, ενώ οι Τιτάνες που τον κατασπαράσσουν τον βοηθούν στην  2η Δημιουργία ή αλλιώς Μεριστή Δημιουργία. Μάλιστα ο Πρόκλος, στο έργο του «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Α΄[συνέχεια], 132. 26-30 και 173. 2 – 4», μας λέγει ότι οι θεολόγοι των Ελλήνων με τον του Διονύσου «διασπασμόν» [διαμελισμό] δηλώνουν «τὴν ἐκ τῆς ἀμερίστου δημιουργίας μεριστὴν πρόοδον εἰς τὸ πᾶν ὑπὸ τοῦ Διός».


Κατ’ αυτή την έννοια ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Α΄[συνέχεια], 127. 14 – 19», μας λέγει ότι τα γεννήματα της νέας δημιουργίας αποκαλούνται παιγνίδια των Θεών και μοιάζουν με τους μύθους – γιατί είναι εικόνες των αληθινών όντων και μετέχουν στα είδη, με τον πιο υποβαθμισμένο τρόπο – ενώ αυτά που λαμβάνουν υπόσταση από τα νοητά είναι νοερά, αιώνια και μόνιμα και έχουν κρυμμένη την ουσία τους.


Ενώ στο έργο του«Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 182» σχολιάζοντας τα λόγια του Σωκράτη που στον Πλατωνικό «Κρατύλο, 406.c-3-6» μας λέγει ότι : «Διόνυσος μπορεί να ονομάζεται, εκείνος, ο οποίος δίδει τον οίνον και που «Διδοίνυσος» στα αστεία ονομάζεται, ο οίνος δε ονομάζεται έτσι, γιατί κάνει πολλούς από αυτούς που πίνουν, να νομίζουν ότι έχουν νουν, ενώ δεν έχουν και για αυτό «οιόνους» σωστότερα έπρεπε να ονομάζεται ο Διόνυσος – τε γὰρ Διόνυσος εἴη ἂν ὁ διδοὺς τὸν οἶνον Διδοίνυσος ἐν παιδιᾷ καλούμενος͵ οἶνος δ΄͵ ὅτι οἴεσθαι νοῦν ἔχειν ποιεῖ τῶν πινόντων τοὺς πολλοὺς οὐκ ἔχοντας͵ οἰόνους δικαιότατ΄ ἂν καλούμενος», ο Πρόκλος μας λέγει ότι τον κύριό μας τον Διόνυσο οι θεολόγοι πολλές φορές τον αποκαλούν «Οίνο» με βάση τα τελευταία του δώρα, όπως επί παραδείγματι ο Ορφέας στο απ. Νο. 202 λέγει : “Τη ρίζα του Οίνου από μονή που ήταν την έκαναν τριπλή – οἴνου δ᾽ ἀντὶ μιῆς τριπλῆν μετὰ ῥίζαν ἔθεντο” ή στο απ. Νο. 203 που λέγει ότι : “Του Οίνου όλα τα μέλη λάβε τα με προσοχή και φέρ’ τα μου οἴνου πάντα μέλη κόσμῳ λαβὲ καί μοι ἔνεικε ή ακόμη στο απ. Νο. 204 που λέγει “Ήταν οργισμένη με τον Οίνο, τον γιο του Δία –οἴνῳ ἀγαιομένη κούρῳ Διός”. Αν πάλι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται έτσι, είναι φανερό ότι και οι πρώτες και οι ενδιάμεσες ενέργειές του θα μπορούσαν να πάρουν την ίδια ονομασία με την τελευταία, ώστε ο Σωκράτης του Πλατωνικού «Κρατύλου» αποβλέποντας σε τούτο ακριβώς το στοιχείο ονομάζει τον θεό «Διδοίνυσον», ξεκινώντας από τον οίνο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να δηλώσει όλες τις δυνάμεις του θεού. Όπως και στον Πλατωνικό «Φαίδρο» ο Σωκράτης ονομάζει τον μεγάλο Έρωτα με κοινή ονομασία τόσο για τον θεϊκό όσο και για τον σωματικό. Ο Πρόκλος λοιπόν λέγει ότι όταν ακούμε κοινή για τον οίνου πρέπει να σχηματίζουμε την εντύπωση για τον μερικό Νου. Πραγματικά, το «οιόνους» δεν είναι άλλο παρά το διαιρεμένο από το όλον και δεκτικό πλέον συμμετοχής νοητικό είδος, που γίνεται «οίον» [μόνο] και μονάχο. Ο μεν πλήρης Νους δηλαδή είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο μερικός όμως και δεκτικός συμμετοχής είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί ως προς το ένα είδος, εκείνο που προβάλλεται σε αυτόν από όλα, το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό. Τούτο λοιπόν το ιδιαίτερο και διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα δηλώνει ο οίνος που σημαίνει τον «οίον» και «τινά» Νουν. Επειδή λοιπόν ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από την μονάδα του Διονύσου, διαιρώντας από τον καθολικό νου τους επιδεκτικούς συμμετοχής εγκόσμιους νόες, και το πλήθος των ψυχών από την μία ψυχή, και όλες τις αισθητές μορφές από τις δικές τους ολότητες, για αυτό και τον ίδιο τον θεό οι θεολόγοι τον προσονόμασαν «Οίνο», και ομοίως όλα τα δημιουργήματα του. Διότι όλα είναι γεννήματα του Νου και μετέχουν στην μεριστή διανομή του Νου άλλα από πιο μακριά και άλλα από πιο κοντά. Ανάλογα ενεργεί και ο οίνος όταν εισέλθει στα όντα. Στο σώμα, αφενός, κατά τον τρόπο του ειδώλου [ειδωλικώς], με εικασίες και φαντασία [φανταστικές εικόνες], και στα νοητικά, αφετέρου, κατά τον τρόπο που ενεργεί και δημιουργεί ο νους. Άλλωστε και στον διαμελισμό από τους Τιτάνες μόνο η καρδιά λέγεται ότι έμεινε αδιαίρετη, δηλαδή η αμέριστη ουσία του νου. Δηλαδή ορισμένοι που ερμηνεύουν το όνομα του Πλούτωνα με βάση τον πλούτο που δίνει η γη από τους καρπούς και τα μέταλλα, και το όνομα Άδης με βάση το «αϊδές» [αόρατο], το σκοτεινό και το φοβερό είναι κάτι λανθασμένο. Καθώς τον Πλούτωνα πρέπει να τον εκλάβουμε, αφενός ως Νου στον πλούτο της φρόνησης, και τον Άδη, αφετέρου, στον Νου τον «ειδότα» [που γνωρίζει] τα πάντα. Πράγματι, σύμφωνα με την Ελληνική παράδοση «ο Θεός τούτος είναι Σοφιστής», και με την κάθαρση που κάνει μετά θάνατον στις ψυχές τις ελευθερώνει από τον κόσμο της γένεσης. Διότι το «αϊδές», καθώς εξηγούν λανθασμένα κάποιοι, δεν είναι κακό. Ούτε άλλωστε και ο θάνατος είναι κακό, μολονότι μερικοί θεωρούν υπό το κράτος πάθους πως είναι αϊδές. Είναι αϊδές και υπέρτερο του εμφανούς, όπως σύμπασα η περιοχή του νοητού. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Πρόκλος, η ανοδική πορεία της ψυχής είναι διττή : Η μία στην ανάβαση της προς το όντως ΟΝ και τον αποκαθαρμό της από τα συγγενικά προς τον κόσμο της γένεσης στοιχεία, την οποία της παρέχουν μετά θάνατον οι δεσμοί του Πλούτωνα. Η άλλη στην ολοκληρωμένη πια ανάβαση της μέσα από την κάθαρση του Άδη και στην κυκλική της κίνηση σύμφωνα με την ζωή και τους νοητικούς τρόπους εκεί, την οποία ολοκληρώνουν οι δεσμοί του Κρόνου μέσω της σύνδεσης προς τον Δία. Δηλαδή σαν η ψυχή να τοποθέτησε ένα αποτύπωμα στην περιοχή του νοητού, διεξέρχεται στον κόσμο εκείνο την έκταση των νοητών και θεάται τα μακάρια εκείνα θεάματα, όπως διδάσκει ο Σωκράτης του «Φαίδρου», και τούτη η τελική ανάβαση είναι σπουδαιότερη και τελειότερη από την προηγούμενη. «Τις ψυχές», μάλιστα «που φοβούνται» για το σώμα όχι μόνο οι δεσμοί του Άδη δεν μπορούν να τις συγκρατήσουν και να τις ανεβάσουν προς την περιοχή της κυριαρχίας του Δία, αλλά ούτε και του Κρόνου οι δεσμοί που, ως πατρικοί, είναι προφανώς και ισχυρότεροι.


Όπως λέγει ο Πρόκλος στο έργο του «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, Γ’, 808.25 – 30» αλλά αναφέρεται και στο Ορφικό απ. Νο. 25, μυθολογικά η Καρδιά του Διονύσου σώζεται από την Αθηνά ενώ ο Απόλλων μαζεύει τα μέλη του. Δηλαδή η Καρδιά του Διονύσου είναι ο Νους του Κόσμου που διασώζεται αδιαίρετος με πρόνοια της Αθηνάς, ενώ το σώμα του Διονύσου είναι η Ψυχή του Κόσμου, η κοσμική νοητική ψυχή.


Έπειτα ο Ζευς κατακεραυνώνει τους Τιτάνες και από την στάχτη τους  γεννιούνται οι άνθρωποι. Στην συνέχεια, και συμφώνως με τον Ορφικό Ύμνο προς την Σεμέλη [σ. 6 – 8], ο Διόνυσος αναγεννάται από την Σεμέλη, και ο Ζευς, όπως συμφώνως με τον Ορφικό Ύμνο προς Διόνυσο Λικνίτη [σ. 4 – 7],  τον επιστρέφει στην Περσεφόνη, προς το νοητό.

Είναι σαφές λοιπόν ότι η πρώτη μητέρα του Διονύσου είναι η Περσεφόνη, η δε Σεμέλη αναλαμβάνει να κυοφορήσει τον Διόνυσο, μέχρις ότου ο Ζευς πάρει τον Διόνυσο και τον επιστρέψει στην Περσεφόνη. Με αυτή την οπτική και λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο «ακχος =  ο Διόνυσος ἐπὶ τῷ μαστῷ» ( βλ. λεξικό Σουίδα), μπορούμε να διακρίνουμε αφενός την σχέση Περσεφόνης – Ιάκχου – Διονύσου και την θεολογική θεωρία που κρύβεται πίσω από τον μύθο της Ελευσίνας, και αφετέρου ότι οι Μύθοι περί των δύο γεννήσεων του Διονύσου, δεν αποτελούν διαφορετικές εκδοχές, αλλά έναν ενιαίο.

Προς επίρρωση αυτού θα προχωρήσουμε στην αντιγραφή ενός πλατωνικού αποσπάσματος στο οποίο ο Πλάτων λέγει ότι ο δημιουργός και πατέρας του σύμπαντος: «Αφού συλλογίστηκε, έβρισκε ότι ανάμεσα στα κατά φύσιν κανένα καθολικό έργο χωρίς νου δεν είναι ποτέ ωραιότερο από το καθολικό έργο που έχει νου. Και ότι, πάλι, είναι αδύνατον να υπάρξει σε κάτι νους χωρίς ψυχή. Λόγω αυτού, λοιπόν, του συλλογισμού γεννούσε μαζί το σύμπαν βάζοντας μαζί νου στην ψυχή και ψυχή στο σώμα του σύμπαντος –Λογισάμενος οὖν εὕρισκεν ἐκ τῶν κατὰ φύσιν ὁρατῶν οὐδὲν ἀνόητον τοῦ νοῦν ἔχοντος ὅλον ὅλου κάλλιον ἔσεσθαί ποτ᾽ ἔργον. Νοῦν δὲ αὖ χωρὶς ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ. Διὰ δὴ τὸν λογισμὸν τόνδε νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δὲ ἐν σώματι συνιστὰς τὸ πᾶν συνετεκταίνετο».

Όμως, όπως λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος,  τόμος Β΄ [συνέχεια], 404.1 – 409.4», ο Πλάτων πολύ δαιμόνια θεωρεί τον νου διττό, ένα δημιουργικό που είναι αμέθεκτος, δηλ. δεν επιδέχεται συμμετοχή, και ένα μεθεκτός που είναι αχώριστος από το σώμα του Κόσμου – γιατί τα όντα που υπάρχουν μέσα σε άλλα και είναι έτσι συμπαραταγμένα με τα κατώτερά τους είναι εξαρτημένα από τα όντα που υπάρχουν μέσα στον εαυτό τους – και δίνει στο σύμπαν δύο ζωές, τη μία σύμφυτη και την άλλη χωριστή, προκειμένου ο Κόσμος να είναι ζώο [ζωντανός οργανισμός] ο Κόσμος λόγω της ζωής που υπάρχει μέσα του, και έμψυχος λόγω της νοητικής ψυχής, και νοήμων λόγω του ίδιου του νου!

Ο Πλάτων αφού πείρε τον Κόσμο και τον χώρισε στα μέρη και μελέτησε μόνη της τη μάζα που κινείται ακανόνιστα και άτακτα, τη σταματά στα λόγια – όπως ακριβώς στους «Νόμους, 895.a», θέλοντας να παρουσιάσει ότι το αυτοκινούμενο είναι αίτιο κάθε κίνησης, σταμάτησε  ολόκληρο τον ουρανό – και, αφού τη σταμάτησε, τοποθετεί ψυχή στο σύμπαν, η οποία διοχέτευσε ζωή και εμψύχωσε τον Κόσμο, και στην ψυχή νου, ο οποίος κυβερνά τον Κόσμο στραμμένος στον εαυτό του, εξαιτίας του οποίου το σύμπαν κινείται κυκλικά, εξαιτίας του οποίου είναι αεικίνητος ο σύμπας Κόσμος. Επειδή, όμως, όλα αυτά συμπληρώνουν ένα ζώο [ζωντανό οργανισμό] και μια φύση, έπρεπε να έχει λάβει προηγουμένως υπόσταση και η αιτία που τα συγκεντρώνει και τα ενώνει, και μάλιστα να είναι νοητική. Γιατί είναι έργο της νοητικής αιτίας να περιέχει αμέσως τα πάντα μαζί και να τα συγκεντρώνει στη συμπλήρωση του ενός. Για αυτό, λοιπόν, αφού έδωσε υπόσταση στον αμέθεκτο νου πριν τον μεθεκτό από τα κατώτερα νου και αφού υπέθεσε ότι μέσα σε αυτόν βρίσκονται οι αιτίες των πάντων, από εκεί παρήγαγε τους νόες, τις ψυχές και τα σώματα, με τα οποία συμπλήρωσε τον αισθητό Κόσμο.

Από όσα έχουν ειπωθεί, είναι φανερό ότι ο Σύμπαντα Κόσμος είναι ανάγκη να μετέχει σε μια νοητική ψυχή, αν θα συμμετάσχει [εἰ νοῦ μεθέξει] στον νοητικό Νου. Αν προϋπάρχει μέσα στο σύμπαν μια νοητική ψυχή, πρέπει να υπάρχει και νους του σύμπαντος. Γιατί, καθώς υποστηρίζουμε ότι η ψυχή αυτή είναι νοητική, είναι ανάγκη αυτή να μετέχει και σε κάποιο Νου. Μήπως, λοιπόν, μετέχει μόνο στον καθολικό Νου ή σε κάτι που υπάρχει μέσα της από εκείνον ;; Όμως, αν και το σώμα του σύμπαντος συμμετείχε κατευθείαν στην πηγή των ψυχών και όχι μέσω της ψυχής που υπάρχει μέσα του, θα έπρεπε να δεχτούμε το ίδιο και στην περίπτωση της καθολικής ψυχής. Αν όμως υπάρχει η πηγή των ψυχών μέσα στον δημιουργό και αν υπάρχει και η ψυχή του σύμπαντος και το σύμπαν μέσω της δεύτερης συμμετέχει και στην πρώτη, τότε πρέπει οπωσδήποτε και η ίδια η ψυχή μέσω των νοών που επιδέχονται συμμετοχή να είναι εξαρτημένη από τον Νου που δεν επιδέχεται συμμετοχή – τον καθολικό νοητικό Νου –  γιατί όποια σχέση έχει το σώμα του σύμπαντος προς την ψυχή του σύμπαντος, την ίδια σχέση έχει αυτή με τον νου. Γιατί αν γίνεται νοητική από το γεγονός ότι είναι ψυχή, θα έπρεπε κάθε ψυχή να είναι τέτοια. Αν, όμως, γίνεται νοητική λόγω της συμμετοχής στον Νου, είναι ανάγκη αυτή να μετέχει στον Νου που είναι ανάλογός της. Τέτοιος είναι όχι ο καθαυτό Νους ή νοητικός Νους αλλά ο ενδιάμεσος ανάμεσα στον καθαυτό Νου και στην ψυχή που έχει επίκτητη τη νόηση, ο οποίος είναι ένας συγκεκριμένος Νους και, επειδή είναι Νους και δεν γίνεται Νους, όπως η ψυχή, είναι ανώτερος από την ψυχή, ενώ, επειδή είναι ένας συγκεκριμένος Νους, είναι ανάλογός της. Γιατί ο καθαυτό Νους είναι ανώτερος από την συμπαράταξη με την ψυχή, επειδή είναι νους και δεν γίνεται νους επειδή είναι απολύτως νους. Αν, όμως, θυμηθούμε και το εξής, ότι δηλαδή κάθε μονάδα δίνει υπόσταση στο όμοιο με αυτή πλήθος, η θεϊκή στο θεϊκό, η ψυχική στο ψυχικό και ως εκ τούτου και η νοητική στο νοητικό, και ότι οι κατώτερες τάξεις μετέχουν στις προηγούμενες τους, είναι ανάγκη, αν ισχύουν αυτά, να υπάρχει κάποιος νους ολόκληρου του Κόσμου. Γιατί πρέπει η νοητική ψυχή να μετέχει σε κάποιον Νου. Αν, λοιπόν, πει κάποιος ότι μετέχει στον καθολικό νου, είναι παράλογο. Γιατί εκείνος δεν θα είναι ο δημιουργός των πάντων. Αν, όμως, συμμετέχει σε κάποιον άλλον, αυτός είναι ο Νους του Σύμπαντος και αυτός που κατεξοχήν επιδέχεται τη συμμετοχή των άλλων, αφού συμπληρώνει το σύμπαν μαζί με την ψυχή, ενώ ο καθολικός Νους επιδέχεται τη συμμετοχή των άλλων στον βαθμό που φωτίζει την ψυχή. Άρα, αν ένας Νους εποπτεύει το σύμπαν, το σύμπαν είναι προικισμένο με ψυχή. Και, αν το σύμπαν είναι προικισμένο με ψυχή, είναι προικισμένο και με τον δικό του Νου, τον Κοσμικό επιμέρους ή εγκόσμιου Νου.

Πρέπει λοιπόν πρώτα να δούμε ποιος είναι αυτός ο νους και αν είναι ουσιώδης, υπερ-καθήμενος της ψυχής του Κόσμου, ή κάποια νοητική έξης της, και να συμπεράνουμε ότι είναι ουσιώδης πρώτα από την αναλογία – γιατί όποια σχέση έχει ο νους προς την ψυχή, αυτή τη σχέση έχει και η ψυχή προς το σώμα. Και η ψυχή δεν ανήκει στο σώμα σαν έξη του, οπότε δεν ανήκει και ο νους στην ψυχή έτσι – και έπειτα από την τελική αιτία. Γιατί λέει ότι η ψυχή λαμβάνει υπόσταση για τον νου και όχι το αντίστροφο. Αν, όμως, η ψυχή υπάρχει για τον νου και αν ο νους είναι το τελικό αίτιό της, ο νους δεν είναι έξη της ψυχής. Γιατί πουθενά η ουσία δεν λαμβάνει υπόσταση για την έξη. Και τρίτον επειδή ο δημιουργός δίνει υπόσταση σε αυτόν τον νου, ενώ στον νου που αποτελεί έξη δίνει υπόσταση η ψυχή κατά την κίνηση του κύκλου του «Ταύτου» γύρω από το νοητό, όπως λέγει ο ίδιος ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 37.c».

Εκτός από αυτά πρέπει να εννοήσουμε ότι μέσα στον δημιουργό υπάρχει «ψυχὴ βασιλικὴ» και «νοῦς βασιλικός», όπως λέγει ο Σωκράτης στον πλατωνικό «Φίληβο, 30.d», με την μορφή της αιτίας, και με βάση αυτές τις πηγές των δύο αυτών γενών και τώρα βάζει νου στην ψυχή και ψυχή στο σώμα, όχι επειδή τα ανώτερα υπάρχουν μέσα στα κατώτερα ούτε επειδή ο νους χρειάζεται κάποια έδρα ή επειδή η ψυχή του Κόσμου υπάρχει μέσα σε κάτι – γιατί αυτά είναι ανάξια των καθολικών και θεϊκών ουσιών, λόγω των οποίων ο Κόσμος αποκαλείται από τον Πλάτωνα θεός ευδαίμων που θα υπάρξει κάποτε – αλλά επειδή κατανοούμε με δυο τρόπους τη φύση των πραγμάτων, δηλαδή είτε με βάση την πρόοδό τους είτε με βάση την επιστροφή τους. Και παρατηρώντας την πρόοδο ξεκινάμε από τα πρώτα και λέμε ότι τα αίτια υπάρχουν μέσα στα αποτελέσματα τους, ενώ παρατηρώντας της επιστροφή λέμε το αντίστροφο. Γιατί λέμε ότι τα αποτελέσματα υπάρχουν μέσα στα αίτια τους. Και ο Πλάτων, λοιπόν, στον «Τίμαιο, 36.d». παρουσιάζει τον δεύτερο τρόπο, τοποθετώντας το σώμα στην ψυχή αι την ψυχή στον νου με βάση τον ίδιο συλλογισμό. Τώρα, όμως, μεταχειρίζεται τον τρόπο της προόδου και τοποθετεί νου στην ψυχή, επειδή ολόκληρη είναι νοητική και δεν μπορούμε να πάρουμε κανένα μέρος της που να μην έχει κυριαρχηθεί από τη νοητική φύση, και ψυχή στο σώμα, επειδή και αυτό στο σύνολό του μετέχει στην ψυχή και δεν μπορούμε να πάρουμε ούτε ένα μέρος του που να είναι άψυχο, αλλά και επειδή, αν ένα μέρος του στερηθεί την ιδιαίτερη ζωή του, μένει έμψυχο ως μέρος του σύμπαντος. Γιατί, όπως ακριβώς λέμε ότι η πρόνοια προχωρά παντού και βρίσκεται παντού, επειδή παρευρίσκεται στα πάντα και δεν αφήνει τίποτα έρημο από τον εαυτό της, κατά τον ίδιο τρόπο λέμε και ότι ο νους υπάρχει μέσα στην ψυχή επειδή τη φωτίζει ολόκληρη, και ότι η ψυχή υπάρχει στο σώμα επειδή παρευρίσκεται στο σύνολό του.

Και όλα αυτά δεν τα λέει με άλλο τρόπο ο Πλάτων και με άλλο ο Ορφέας. Αλλά, αν πρέπει να το πούμε και αυτό, με αυτά γίνεται εμφανής και η σκέψη του μεγάλου Έλληνα θεολόγου. Γιατί η Ίπτα, που είναι η ψυχή του Κόσμου και έχει ονομαστεί έτσι από τον Ορφέα επειδή οι νοήσεις της πραγματοποιούνται με ταχύτατες κινήσεις, αλλά και λόγω της ταχύτατης περιφοράς του σύμπαντος, της οποίας είναι η αιτία, έβαλε λίκνο στο κεφάλι της και, αφού το στεφάνωσε με δράκοντα (4 -εις τον αριθμό δράκοντες «φέρνουν» τον Διόνυσο!), «τὸν κραδιαῖον ὑποδέχεται Διόνυσον» [τον Διόνυσο που είναι η καρδιά του σύμπαντος]! Γιατί μόνο το πιο θεϊκό μέρος της γίνεται υποδοχή της νοητικής ουσίας και υποδέχεται το εγκόσμιο Νου (Διόνυσο). Δηλ. ο Διόνυσος είναι η Νοητική Ουσία του Πατρός του Διός-Ζευς!! Και αυτός βγαίνει από τον μηρό του Διός και πηγαίνει σε αυτήν (γιατί ήταν ενωμένος εκεί) και, αφού βγήκε «μεθεκτὸς αὐτῆς» έγινε και «ἐπὶ τὸ νοητὸν αὐτὴν ἀνάγει», δηλ. στην πηγή του! Γιατί σπεύδει στην μητέρα των Θεών και στην Ίδη, από την οποία προέρχεται ολόκληρη η σειρά των ψυχών.

————————————————————————————-

Μάλιστα ο Νόννος ο Πανοπολίτης, στα «Διονυσιακά, ραψωδία Θ’, σ. 149 – 154 & 160 – 168», βάζει τον Ερμή που μεταφέρει τον Διόνυσο στην Ρέα/Κυβέλη να της λέγει : «Δέξου Θεά, τον νέο γιό του Δία, που μετά τον επι της γαίας άθλο του Ινδικού πολέμου, θα έλθει στον πόλο τον άστρων, χαρά μεγάλη για την πικρόχολη Ήρα. Δεν ταιριάζει άλλωστε του Κρονίδη το γέννημα να έχει για κουροτρόφο την Ινώ. Ας γίνει μαία του Διονύσου του Διός η γενέτειρα , η μητέρα του Δία ας γίνει και τροφός του εγγονού της. [… …] Η θεά πράγματι τον φρόντισε κι ενώ ήταν ακόμα παιδάκι τον έμαθε να οδηγεί άρμα σαρκοβόρων λεόντων. Και οι ελαφροπόδαροι Κορύβαντες μέσα στην αυλή που δέχτηκε τον θεό κύκλωσαν τον Διόνυσο με τον προστατευτικό τους χορό. Χτυπούσαν τα ξίφη τους κι έκρουαν με παλλόμενα σιδερένια ρόπτρα τις ασπίδες τους, για να κρύψουν τη ζωηρή ευθυμία του ολοένα αναπτυσσόμενου Διονύσου. Άκουγε το παιδί αντί νανούρισμα το κροτάλισμα σκουταριών και με αυτό μεγάλωσε κάτω από τις πατρικές φροντίδες των Κορυβάντων. – δέξο, θεά, νέον υἷα τεοῦ Διός, ὃς μόθον Ἰνδῶν ἀθλεύσας μετὰ γαῖαν ἐλεύσεται εἰς πόλον ἄστρων. ῞Ηρῃ χωομένῃ μεγάλη χάρις· οὐ γὰρ ἐῴκει, ὃν Κρονίδης ὤδινεν, ἔχειν κουροτρόφον Ἰνώ. μαῖα Διωνύσοιο Διὸς γενέτειρα γενέσθω, μήτηρ Ζηνὸς ἐοῦσα καὶ υἱωνοῖο τιθήνη. [… …] Τὸν δὲ θεὰ κομέεσκε καὶ εἰσέτι κοῦρον ἐόντα ἅρματος ὠμοβόρων ἐπιβήτορα θῆκε λεόντων· καὶ τροχαλοὶ Κορύβαντες ἔσω θεοδέγμονος αὐλῆς παιδοκόμῳ Διόνυσον ἐμιτρώσαντο χορείῃ, καὶ ξίφεα κτυπέεσκον, ἀμοιβαίῃσι δὲ ῥιπαῖς ἀσπίδας ἐκρούσαντο κυβιστητῆρι σιδήρῳ κουροσύνην κλέπτοντες ἀεξομένου Διονύσου· καὶ πάις εἰσαΐων σακέων μαιήιον ἠχὼ πατρῴαις κομιδῇσιν ἀεξήθη Κορυβάντων». Λίγο δε πιο κάτω ο Νόννος, στα «Διονυσιακά, ραψωδία Θ’, σ. 208 – 227», βάζει την Σεμέλη, τη θνητή μητέρα του Διονύσου, να λέγει περήφανα προς την Ήρα : «Ήρα, καταποντίστηκες. [… …] Του αενάου Κόσμου η ταμίας, η πρωτόσπορος αρχή των Θεών και μητέρα των πάντων, έγινε του Βρόμιου τροφός. Στον μικρούλη Βάκχο προσέφερε το μαστό της, από όπου βύζαξε και ο υψιμέδων Ζευς. [… …] Η Κυβέλη, που μάνα σου είναι, τον Ζευς έτεκε και τον Βάκχο ανέθρεψε στον ένα και αυτό κόλπο. Αμφότερους (συν)έδεσε, τον υιό με τον γονιό του. -῞Ηρη, ἐσυλήθης· [… …]ἀενάου δὲ ἡ ταμίη κόσμοιο, θεῶν πρωτόσπορος ἀρχή, παμμήτωρ, Βρομίου τροφὸς ἔπλετο· νηπιάχῳ γὰρ Βάκχῳ μαζὸν ὄρεξε, τὸν ἔσπασεν ὑψιμέδων Ζεύς. [… …] Κυβέλη δὲ φατιζομένη σέο μήτηρ Ζῆνα τέκεν καὶ Βάκχον ἀνέτρεφεν εἰν ἑνὶ κόλπῳ· ἀμφοτέρους ἤειρε καὶ υἱέα καὶ γενετῆρα». Αποκαλυπτικά είναι τα λόγια του Διός προς τον αυτόσπορο πατέρα & ποιμένα των αέναων ετών, προς Σιδηρούν Αιώνα, ο οποίος του αναγγέλλει ότι πλέον απαρνιέται την (δια)κυβέρνηση των ουράνιων οιάκων και των πρυμνήσιων του Κόσμου, πως πρέπει για όσα χρόνια τα κρατούσε αυτός τόσα κάποιος άλλος πιο ισχυρός να πάρει το πηδάλιο του παλιννοστείσιμου βίου : «Ο Κόσμος από την ώρα ακόμη της δημιουργίας του καταθλίβεται, μέχρις ότου ένα γιό να γεννήσω. Εγώ, ο γεννήτορας του, θα τον φέρω στον Κόσμο και θα υπομείνω στον αρσενικό μου μηρό τις θηλυκές ωδίνες, για να σώσω τον καρπό της γέννας μου. [… …] Αυτόν τον υιό, μετά τους επιχθόνιους άθλους του, θα τον κάνω σύνδρομο των άστρων. Μετά την μάχη με τους Γίγαντες, μετά τον πόλεμο εναντίων των Ινδών, ο αίολος Αιθήρ θα τον δεχτεί, για να αστράφτει δίπλα στον Δία. – ἀρχέγονος δὲ ἄχνυται εἰσέτι κόσμος, ἕως ἕνα παῖδα λοχεύσω. τίκτω ἐγὼ γενέτης, καὶ τλήσομαι ἄρσενι μηρῷ θηλυτέρας ὠδῖνας, ὅπως ὠδῖνα σαώσω. [… …] τοῦτον ἀεθλεύσαντα μετὰ χθόνα σύνδρομον ἄστρων, Γηγενέων μετὰ δῆριν, ὁμοῦ μετὰ φύλοπιν Ἰνδῶν Ζηνὶ συναστράπτοντα δεδέξεται αἰόλος αἰθήρ». (ραψωδία Ζ’, σ. 78 – 81 & 97 – 99).

  • Επιχθόνιοι άθλοι => σύνδρομος άστρων (άνοδος των ψυχών στο σύννομο άστρο).
  • Πόλεμος με του Γίγαντες και τους Ινδούς => άνοδος στον αίολο αιθήρ (αποκατάσταση των ψυχών στο νοητό Κόσμο)

———————————————————————————————–

Για’ αυτό λέγεται ότι η Ίπτα βοήθησε τον Δία που γεννούσε. Γιατί, όπως έχει ειπωθεί από τον Πλάτωνα στον «Τίμαiο, 30.b», «είναι αδύνατον να υπάρξει σε κάτι νους χωρίς ψυχή – νοῦν ἄνευ ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ» . Και αυτό είναι όμοιο με το Ορφικό : «γλυκό τέκνο του Δία αποκαλείτο –γλυκερὸν δὲ τέκος Διὸς ἐξεκαλεῖτο», δηλαδή ο κοσμικός Νους που είναι υιός του Δία και προέκυψε με βάση τον νου που έμεινε στον Δία.

Έτσι, λοιπόν, και η «θεοπαράδοτος θεολογία» λέει ότι ο Κόσμος έχει συμπληρωθεί από αυτά τα τρία. Λέει, για παράδειγμα, η ψυχή για το «Δὶς ἐπέκεινα» του δημιουργήσαντος το σύμπαν : «Μετά τις πατρικές νοήσεις εγώ η ψυχή κατοικώ εμψυχώνοντας τα πάντα με θερμή πνοή –μετὰ δὴ πατρικὰς διανοίας, Ψυχὴ ἐγὼ ναίω θέρμῃ ψυχοῦσα τὰ πάντα», γιατί έβαλε  : «νου στην ψυχή, και σε σώμα βραδύ τοποθέτησε εμάς ο πατέρας ανθρώπων και θεών – νοῦν μὲν ψυχῇ, ἐνὶ σώματι δ᾽ ἀργῷ ἡμέας ἐγκατέθηκε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε». Κραυγάζει, λοιπόν η ψυχή ξεκάθαρα ότι σύμφωνα και με αυτήν ο δημιουργός είναι ο Ζευς. Γιατί για ποιόν άλλο έχουμε το θρυλημένο «πατέρας ανθρώπων και θεών – πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε»;;

Και προς ενίσχυση όλων αυτών ο Πρόκλος θα μας πει ότι ο Ορφέας δεν αποδίδει το αδιαίρετο σε κάθε νοητή η νοητική τάξη, αλλά λέει ότι υπάρχει κάποια ανωτέρα και από αυτή την ονομασία, όπως υπάρχουν και άλλα ανώτερα από άλλες ονομασίες. Άλλωστε και το «βασιλιάς» και το «πατέρας» δεν ταιριάζει σε όλες τις τάξεις. Που, λοιπόν, μπορούμε να δούμε για πρώτη φορά το αδιαίρετο στον Ορφέα, για να κατανοήσουμε και την θεϊκή έμπνευση του Πλάτωνα ; Αφού, λοιπόν, ο Ορφέας τοποθέτησε πριν από ολόκληρη τη διαιρεμένη δημιουργία έναν δημιουργό ο οποίος αντιστοιχεί στον ένα πατέρα που γεννά την καθολική δημιουργία, παράγει από αυτόν ολόκληρο το εγκόσμιο νοητικό πλήθος και τον αριθμό των ψυχών και τις σωματικές συστάσεις, καθώς αυτός γεννά όλα τούτα με ενωμένο τρόπο, ενώ οι θεοί γύρω από αυτόν διαιρούν και διαχωρίζουν τα δημιουργήματα του. Αλλά ο Ορφέας λέει ότι όλα τα άλλα δημιουργήματα του έχουν διαμελιστεί  από τους διαιρετικούς θεούς και μόνο η καρδιά του παραμένει αδιαμοίραστη με πρόνοια της Αθηνάς. Γιατί, επειδή ο δημιουργός δίνει υπόσταση σε νόες, ψυχές και σώματα, αλλά οι ψυχές και τα σώματα δέχονται πάνω τους μεγάλη διαίρεση και διαμελισμό, ενώ ο νους μένει ενωμένος και αδιαίρετος μέσα σε ένα, αφού είναι τα πάντα και περιέχει όλα τα νοητά σε μία νόηση, λέει ο Ορφέας ότι μόνο η νοητική ουσία και ο νοητικός αριθμός έχει απομείνει διασωσμένος από την Αθηνά : «γιατί μόνο τη νοητική καρδιά άφησαν», λέει ο Ορφέας, αποκαλώντας τη ρητώς νοητική, προφανώς είναι νους και νοητικός αριθμός, όχι όμως κάθε νους αλλά ο εγκόσμιος. Γιατί αυτός είναι η αδιαίρετη καρδιά, επειδή ο θεός που διαμελιζόταν ήταν ο δημιουργός αυτού του νου. Αποκαλεί, λοιπόν, ο Ορφέας τον Νου αδιαίρετη ουσία του Διονύσου, ενώ αποκαλεί γεννητικά όργανα του τη ζωή που διαιρείται στο σώμα και είναι φυσική και παράγει σπέρματα, για την οποία λέει επίσης ότι η Άρτεμις, που είναι επικεφαλής ολόκληρης της γέννησης μέσα στη φύση και ξεγεννά τους φυσικούς λόγους, την απλώνει από ψηλά μέχρι τα υποχθόνια, ενδυναμώνοντας τη γόνιμη δύναμη της. και αποκαλεί την ψυχική σύσταση όλο το υπόλοιπο σώμα του θεού, το οποίο και αυτό έχει διαιρεθεί : «Μοίρασαν σε επτά μέρη όλα τα μέλη του νέου», λέει ο θεολόγος για τους Τιτάνες, όπως και ο Τίμαιος διαιρεί την ψυχή σε επτά μέρη. Μάλιστα, το ότι η ψυχή είναι απλωμένη σε ολόκληρο τον Κόσμο θα θυμίσει στους Ορφικούς τον διαμελισμό από τους Τιτάνες, λόγω του οποίου η ψυχή όχι μόνον καλύπτει ολόγυρα το σύμπαν, αλλά και είναι απλωμένη σε ολόκληρο το σύμπαν. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Πλάτωνας αποκάλεσε αδιαίρετη ουσία αυτή που βρίσκεται αμέσως πάνω από την ψυχή και, για να μιλήσουμε με συντομία, τον Νου που επιδέχεται την συμμετοχή της ψυχής, ακολουθώντας τους ορφικούς μύθους και θέλοντας να είναι κάτι σαν ερμηνευτής των απορρήτων παραδόσεων.


Εδώ, σε αυτό το σημείο, θα τονίσουμε σε έντονο ύφος ότι ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α, 625.37 – 630.14», λέγει ότι τα φυσικά είδη στο σύνολό τους μετέχουν στα νοητά μέσω των ψυχικών ειδών. Αρχικώς εκ της περιοχής του Νοός, εντός της οποίας βρίσκεται η κορυφαία βαθμίδα των Ειδών, οι νοητές Ιδέες, γίνεται είσοδο των νοητικών Ειδών (νοητική ουσία) στις ψυχές. Έπειτα με ύφεση γίνεται η είσοδο των ειδών στις φυσικές ουσίες, δηλαδή στα φυσικά γένη και είδη. Έπειτα συμβαίνει η «εδοποια», δηλαδή την απόδοση είδους (μορφής) στα αισθητά αντικείμενα και την είσοδο των ειδών στα αισθητά σώματα.

Στην συνέχεια Θα αναφέρουμε ότι όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Ε’, 184.  25 – 30», όλες οι ψυχές είναι αδερφές κατά (ως προς) την μία δημιουργική αιτία και κατά (ως προς) την ζωογόνο αυτών αρχή, αλλά όμως οι θεϊκές ψυχές μετά του δημιουργικού νου και με τα των ζωογονικών αιτιών δίνουν υπόσταση στις επιμέρους ψυχές, επειδή οι θεϊκές ψυχές προέκυψαν πρώτες και μένουν μέσα στην ολότητα της πηγής τους, έχοντας λάβει την δύναμη να δημιουργούν τα όμοιάς τους.

Σύμφωνα δε με τον Πρόκλος, στο «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Β’ [συν. 2. 184 – 368], 351.11 – », η ένθεος ποίηση (Βλ. Οδύσσεια, Ραψωδία Ω’. στίχοι 1 – 14) θεωρεί τον Ερμή ηγεμόνα κάποιων καθόδων και ανόδων των ψυχών, λέει ότι με την ράβδο του (την οποία ο ποιητής ονομάζει «χρυσή» και τον θεό «χρυσόρραπιν») άλλων «ὄμματα θέλγει» σαν να τους κοιμίζει και άλλους άντρες «καὶὑπνώοντας ἐγείρει» – αποκαλώντας και αυτή αφενός ύπνο την εις γένεση οδό (πορεία), και αφετέρου έγερση από την χαύνωση αυτή που δημιούργησε μέσα μας τη χαλάρωση των νοητικών ζωών όπως ο ζωόμορφος ύπνος δημιούργησε τη χαλάρωση των αισθητικών, την εκ νέου άνοδο από τη γένεση προς την νόηση και προς την ανάμνηση των όντως Όντων. Αυτά όλα όντως είναι πρέποντα για τον ηγέτη της αγγλικής σειράς, βάσει του ότι με τις καθόδους των ψυχών συνδέει τα επάνω με τα κάτω και με τις ανόδους τους συνδέει τα κάτω με τα επάνω.


Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [14-2-2009, ΕΛΛΑΣ]