Ευτελείς και αγενείς («κατώτερες») ψυχές


Όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 110.1 – 114.16», χαρακτηριστικό των τελείως ευτελών και αγενών ψυχών είναι το να θέτουν τον πλούτο και την περιουσία ως κριτήριο της ευδαιμονίας. Για τούτο και οι ταπεινότερες και ενυλότερες ψυχές κυριεύονται από τα πάθη της φιλοχρηματίας. Ο Σωκράτης συνήθιζε το εξής : όσα ήθελε να επιδιώκουν με ζήλο εκείνοι τους οποίους οδηγούσε στην τελείωση, αυτά τα πλεονεκτήματα τους τα απέδιδε εκ των προτέρων σαν να τα είχαν ήδη κερδίσει, καλώντας τους έτσι από την αρχή κιόλας στο να μη φανούν κατώτεροι από την γνώμη που είχαν ήδη κερδίσει, καλώντας τους έτσι από την αρχή κιόλας στο να μην φανούν κατώτεροι από την γνώμη που είχε για εκείνους σχετικά με τα εν λόγω θέματα.

Την περιφρόνηση αυτή προς τα χρήματα φαίνεται πως ο Πλάτων αποδίδει κατεξοχήν στις προικισμένες φύσεις [στις «εὖ πεφυκόσιν»]. Πράγματι, στον «Θεαίτητο», πέρα από τα άλλα πλεονεκτήματα, αναγνωρίζει και αυτό το προσόν. Και στην «Πολιτεία», επίσης, είπε ότι το στοιχείο της φιλοσόφου φύσεως είναι η αδιαφορία για τα χρήματα. Διότι η επιτηδειότητα (καταλληλότητα) για την άσκηση της αρετής αντιμετωπίζει το δέος απέναντι στο χρήμα. Τη στιγμή λοιπόν που ο γνήσιος κάτοχος της αρετής πρέπει να αδιαφορεί ακόμα και για το σώμα του, πως δεν πρέπει εκείνος που εξαρτάται από τα αγαθά της ψυχής να περιφρονεί, πολύ περισσότερο, τα στοιχεία του σώματος ;;

Ας πούμε όμως με ποια έννοια οι ψυχές περηφανεύονται για το ωραίο και καλοφτιαγμένο σώμα, την ευγενική καταγωγή, τις φιλίες, την πολιτική δύναμη. Τα παραπάνω είναι στ’ αλήθεια, απεικονίσεις των πραγματικών αγαθών οι οποίες προβάλλονται στις ψυχές, που οι μεν σώφρονες ψυχές παραβλέπουν, οι ανόητες όμως προσκολλούνται πάνω τους. Λέμε λοιπόν το κάλλος και το μέγεθος αναφάνηκαν στις πρώτιστες βαθμίδες των θεών, «τὸ μὲν ἐραστὰ πάντα τὰ θεῖα ποιοῦν» και αγαπητά/επιθυμητά για τους κατώτερους, το δε άλλο τους χαρίζει την καθολική υπεροχή και τη διάκριση από τα γεννητά τους. Επίσης, το ένα, όντας συγγενικό προς το πέρας, εμφανίζεται ως είδος ειδών και ως άνθιση επί όλων των νοητών ειδών, και το άλλο ως συγγενικό του απείρου, καθώς το ίδιο δεν περιέχεται αλλά περιέχει τα πάντα και επικρατεί στα πάντα. Για τούτου και η Διοτίμα επέδωσε την πρώτιστη βαθμίδα στο Κάλλος και τη δεύτερη στο μέγεθος. Διότι «ἐραστὸν τὸ καλόν ἐστιν – αγαπητό είναι το ωραίο» και ο Έρως «δαίμων μέγας», ο πρώτος εξαρτημένος από το κάλλος. Από ψηλά δηλ. από τις πρώτιστες αρχές, προχωρεί δια μέσου όλων των (Διά)Κόσμων και φτάνει μέχρι τον εμφανή Κόσμο, τον οποίο και αποτελειώνει (ολοκληρώνει/ τελειοποιεί) ως «μέγιστον τῶν αἰσθητῶν θεῶν καὶ κάλλιστον», κατά την πλατωνική έκφραση στον «Τίμαιο, 92.c». Αυτών λοιπόν τη λαμπρή απορροή στα θεϊκά έχοντας οι ψυχές, κατά τις αυτοφυείς (σύμφυτες) έννοιες, θαυμάζουν το κάλλος και το μέγεθος των θνητών σωμάτων επειδή περιέχουν την απεικόνιση εκείνων – οι ψυχές δια την άγνοια όμως εκείνων των αληθινών παραμένουν σε τούτα τα οποία είναι και τα μόνα που θαυμάζουν. Το δεύτερο, η ευγενική καταγωγή, υπάρχει πρώτιστα μεταξύ ακριβώς των θεών. Ότι δηλαδή λαμβάνει την υπόσταση του από τα υψηλότερα αίτια υπερέχει ως προς την καταγωγή έναντι των όσων γεννιούνται μεταξύ των κατώτερων. Το δηλώνει σε κάποιους στίχους του και ο Όμηρος (Ιλιάδα Δ΄, 58-59), που βάζει την Ήρα να λέει στον Δία : «το γένος μου κρατάει από όπου και το δικό σου, κι εμένα πρεσβύτατη με γέννησε ο Κρόνος ο αγκυλομήτης – γένος δέ μοι ἔνθεν, ὅθεν σοί, καί με πρεσβυτάτην τέκετο Κρόνος ἀγκυλόμητις».

Βλέπεις δηλ. ότι «τῆς τοῦ γένους ἀξίας ἀντιλαμβάνεται καὶ διὰ ταύτην ἴσην ἔχειν τὴν ἐπικράτειαν ἐν τῷ παντὶ» με τον Δία. Σύμφωνα λοιπόν με αυτήν την νοητική σύλληψη, θα μπορούσες να πεις ότι η εν ημίν λογική ψυχή «εὐγενεστέραν εἶναι τῆς ἀλόγου» [έχει ανώτερη καταγωγή], διότι στη μια έδωσε υπόσταση ο πρώτος δημιουργός, ενώ την άλλη την δημιούργησαν οι νέοι θεοί. Εικόνα της τοιαύτης ευγενείας (της ανώτερης καταγωγής) είναι αυτή που συμβαίνει κατά φυσική διαδοχή, στην οποία αποκλειστικά αποβλέποντας οι ψυχές πληρούνται από ματαιοφροσύνη και δεν καταλαβαίνουν ούτε καν αυτό που λέγεται στον «Θεαίτητο, 175.a», ότι δεν είναι καθόλου παράδοξο μέσα στην απειρότητα των γεννήσεων «αυτός που υπερηφανεύεται για κατάλογο είκοσι πέντε προγόνων – ἐπὶ καταλόγῳ προγόνων πέντε καὶ εἴκοσι σεμνυνόμενον» να έχει γεννηθεί από απώτατους προγόνους δούλους. Τα πράγματα αυτά άλλωστε επιδέχονται πολλές μεταβολές. Η σταθερή όμως και αΐδιος ευγένεια (καλή καταγωγή) των ψυχών εξαρτάται από τους θεούς περί τους οποίους εσπάρησαν και από τις θεϊκές δυνάμεις υπό τις οποίες ετάχθησαν. Διότι ευγενέστερες (ανώτερης καταγωγής) είναι αυτές που ακολουθούν τους υψηλότερους θεούς και όσες συνδέονται με τις μεγαλύτερες δυνάμεις κατά την δια κλήρου διανομή μέσα στο σύμπαν. Το ίδιο λέω και για τις πόλεις. Διότι η διαφορά ως προς τους κλήρους αρχίζει από ψηλά και φτάνει μέχρι τις ψυχές. Λέμε λοιπόν ότι άλλοι κλήροι είναι οι εμπύριοι, άλλοι οι αιθέριοι, άλλοι οι ουράνιοι, άλλοι των χθόνιων θεών, και ότι από τις ψυχές άλλες είναι της ηλιακής σφαίρας, άλλες της Ερμαϊκής σφαίρας, άλλες της σεληνιακής. Η τοιαύτη κατά τόπους διακλήρωση των ψυχών όντως είναι άξια φρονήματος, ενώ η «εἰς τὰς παρ᾽ ἡμῖν πόλεις καὶ τοὺς ἐν γῇ τόπους ἀποβλέπουσα διάκρισις ἄτοπός ἐστι καὶ χαυνότητος αἰτία ταῖς ψυχαῖς». Η αληθινή φιλία άλλωστε είναι χαρακτηριστικό των ίδιων των θεών και των ανώτερων από εμάς γενών, και φτάνει και στις αγαθές ψυχές. Η φαινομενική φιλία, όμως, δομημένη στη βάση του πάθους, αποδίδει ένα φάντασμα της αληθινής φιλίας, που διαταράσσει τις ψυχές και τις κάνει να γίνονται αλαζονικές για το χαρακτηριστικό αυτό. Οφείλουμε μάλιστα να ξέρουμε ότι η φιλία είναι μεν πράγμα σεβαστό και πολύτιμο, χρειάζεται όμως ζωή πρέπουσα στους θεούς και νοητική. Διότι για πρώτη φορά έλαβε υπόσταση μεταξύ των θεών με τη νοητική ζωή και τον, κατά τον Εμπεδοκλή, νοητό θεό, τον οποίο εκείνος συνήθως αποκαλεί «σφαῖρον». Τα σχετικά τώρα με την άσκηση κηδεμονίας από μέρους κάποιου με ποιο τρόπο παραπλανούν ;; Από πού αλλού δηλ. δημιουργεί τις φανταστικές εικόνες του ο κηδεμονευόμενος παρεκτός από τη διαφορά των αγαθών δαιμόνων οι οποίοι μας εποπτεύουν κατ’ ουσία και από τις δυνάμεις που τους έλαχαν σαν κλήρος μέσα στον Κόσμο, και από ότι οι τελειότερες ψυχές τάσσονται υπό τους κατώτερους δαίμονες ;; Όπως δηλ. εσπάρησαν περί τους θεούς με βάση την αξία τους, έτσι και τάχθηκαν υπό την εποπτεία των δαιμόνων με βάση το προσήκον. Ο «δημιουργὸς καὶ πατὴρ», ο Διας-Ζήνας, λοιπόν, όπως τοποθέτησε για τις ψυχές θεούς ηγεμόνες, έτσι τοποθέτησε και δαίμονες επιτρόπους. Για τούτο και ο Σωκράτης θα αποκαλέσει «ἐπίτροπον» του «τὸν ἔφορον δαίμονα καὶ θεόν», λέγοντας σχεδόν καθαρά στον Αλκιβιάδη ότι εκείνος είναι «ὁ ἀληθινὸς ἡμῶν ἐπίτροπος» και χάρη στη δύναμή του γίνεται ο αίτιος της ευδαιμονίας μας.