εκλογαί εκ της Χαλδαϊκής Φιλοσοφίας – Πρόκλος


«Αυλές και οικήσεις των θείων είναι οι αΐδιες τάξεις, ενώ τη πανδεκτική αυλή και ο οίκος του Πατρός είναι πατρική τάξη η οποία συνέχει όλες της αναχθείσας στο νοητό Κόσμο ψυχές. Φέγγουσα, λέει, με πυρ την ψυχή, δηλαδή φωτίζοντάς την ολόγυρα και κάνοντάς την πλήρη με άχραντο πυρ που της προσδίδει ακατάβλητη τάξη και δύναμη λόγω της οποίας δεν πέφτει με ορμή στην υλική αταξία αλλά συνδέεται με το Φως των Θείων και τη συνέχει εν οικείω τόπω, και την ποιεί αμιγή προς την ύλη, ελαφρώνοντάς τη μέσω του θερμού πνεύματος και την κάνει μετέωρη(= ανυψωμένη) μέσω της αναγωγικής ζωής, διότι τα θερμό πνεύμα είναι μετάδοση ζωής. Και καθετί που σπεύδει προς τον άνω τόπο ελαφραίνει, όπως βαραίνει ότι κινείται προς την ύλη. Τελείωση των ανόδων είναι μετουσία στους Θείους Καρπούς και η συμπλήρωση με το αυτόφωτο πυρ που είναι η όψη του Θεού, επειδή την τοποθετεί κάτω από τα όμματα του Πατρός. Και η ψυχή γίνεται υμνωδός των Θείων, κατά το λόγιον, καθώς προβάλλει τα άρρητα συνθήματα (= σύμβολα) του Πατρός και προσφέρει στον Πατέρα αυτά, τα οποία τοποθέτησε ο Πατήρ μέσα της κατά την πρώτη εμφάνιση της ουσίας της. Τέτοιοι, λοιπόν, είναι οι νοεροί και αφανείς ύμνοι της αναγομένης ψυχής, που ανακινούν τη μνήμη των αρμονικών λόγων, οι οποίοι φέρουν απόρρητες εικόνες των Θείων δυνάμεων που έχει μέσα της η ψυχή.»[1]

—- Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 1.1 – 1.24». —-

——————————————-

       Oracula  112.1 ` to     Oracula  112.2 112 
«Οἰγνύσθω ψυχῆς βάθος ἄμβροτον· ὄμματα πάντα ἄρδην ἐκπέτασον ἄνω
«Διάνοιξε το άμβροτο (αθάνατο) βάθος της ψυχής, ανάτεινε τα όμματα πάντα άνωθεν»

«”Βάθος της ψυχής” οι παλαιοί έλεγαν τις τρείς γνωστικές δυνάμεις της ψυχής, τις νοητικές, τις διανοητικές και τις δοξαστικές. Με το “όλα τα όμματα” εννοεί τις τριπλές γνωστικές τους ενέργειες. Γιατί το όμμα είναι σύμβολο της γνώσης, ενώ η ζωή σύμβολο της ορέξεως. Και καθένα από τα δύο είναι τριπλό. Γη από την οποία πρέπει να σηκωθεί η καρδιά, είναι όλα τα υλικά και ποικίλα των εν τη γεννέσει φερόμενων, και όλα τα κατά τύπο σωματικά. Αυτά τα ακολουθεί το θέαμα της πατρικής μονάδας, η άχραντη ευφροσύνη που προέρχεται από αυτό το θέαμα και η από της νοητικής ταύτης περιωπής προερχόμενη ευστάθεια. Από αυτά είναι φανερό ότι το αγαθό μας είναι μικτό, αποτελούμενου από την κίνηση και από τη συγγενή ευφροσύνη. Γιατί κάθε ζωή, επειδή έχει ελεύθερη την ενέργειά της, έλαβε μια ηδονή που είναι συνδεδεμένη μαζί της. Ύμνος του πατέρα δεν είναι οι σύνθετοι λόγοι ούτε η κατασκευή έργων (=θεουργίες). Γιατί εκείνος που είναι ο μόνος άφθαρτος δεν δέχεται φθαρτό ύμνο. Ας μην ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα πείσουμε τον δεσπότη των αληθινών λόγων μέσω μιας κενής καταιγίδας ρημάτων ούτε με την φαντασία των θεουργιών που έχουν στολιστεί με τέχνη. Αυτόν τον ύμνο, λοιπόν, ας αφιερώσουμε στον θεό. Ας εγκαταλείψουμε τη ρέουσα ουσία, ας έλθουμε επί τον αληθή σκοπό, την εξομοίωση με αυτόν. Ας γνωρίσουμε τον δεσπότη, ας αγαπήσουμε τον Πατέρα. Ας υπακούσουμε σε αυτόν που μας καλεί. Ας προστρέξουμε στην θερμότητα, ας αποφύγουμε την ψυχρότητα. Ας γίνουμε πυρ, ας προχωρήσουμε μέσα από το πυρ. Έχουμε ελεύθερο δρόμο για την άνοδο. Ο Πατέρας οδηγεί, αφού άνοιξε τους δρόμους του πυρός, προκειμένου να μην κυλήσουμε σε κάποιο ταπεινό ποτάμι λόγω της λησμονιάς.» [2]

—- Βλ. Πρόκλος  «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 2.1 – 2.26». —-

Δηλ. έχουμε :

  • ”Ψυχῆς βάθος” = οι τριπλές γνωστικές δυνάμεις της ψυχής – νοητική, διανοητική, δοξαστική.

Αλλιώς ο άνθρωπος :

  1. Η Νόηση, γνωρίζει τα νοητά με τα οποία είναι ενωμένη.
  2. Η Διάνοια, γνωρίζει τα διανοητά και πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά.
  3. Η Δόξα, γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης.

Αυτά τα τρία ανήκουν στην λογική ψυχή, στον αληθινό άνθρωπο, ο οποίος δια αυτών θεάται συζύγως όλα τα νοητά με την απλή, ενοειδή και νοητική γνώση, εξετάζει τους ενδιάμεσους των όντων Λόγους με την επιστημονική και διανοητική των ειδών ανέλιξη και σύνθεση, διακρίνει δεόντως όλα τα μη-όντα που ωστόσο «γίνονται» (δημιουργούνται) και «καταστρέφονται» αεί, τα αισθητά, με την «δόξα» (υποκείμενη γνώμη) και την «αίσθηση», «που απέχει τρεις θέσεις από την αλήθεια» και εφάπτεται των γνωστικών αντικειμένων μέσω των οικείων της οργάνων, τέλος δε γνωρίζει τα εικαστά που είναι είδωλα των αισθητών πραγμάτων μέσω της εικαστικής (απεικονιστικής) δύναμης μου.
Άλλωστε και ο Πλάτων στον «Τίμαιο», διακρίνει τις γνώσεις κατ’ αναλογία προς τα όντα, μας παραγγέλνει να κρίνουμε τα όντα με βάση την «νόηση» και τον «Λόγο», ενώ με την «δόξα» (υποκείμενη γνώμη) και την «αίσθηση» τα μη-όντα που ωστόσο «γίνονται» (=δημιουργούνται) και «καταστρέφονται» αεί. Και των μεν όντως Όντων οι λόγοι είναι αδιάψευστοι και αμετακίνητοι, ενώ οι Λόγοι αυτών στα οποία δεν έλαχε τέτοια φύση, αλλά κινούνται εν τη γενέσει, είναι εικαστικοί (=απεικαστικοί) και μετέχουν «τοῦ προστυχόντος» (=στην τυχαιότητα).
Υπάρχει όμως και η άλογη ψυχή, το θνητό μέρος μέρος μας, έτσι έχουμε :.

  1. Λογική, ο αληθινός άνθρωπος = η αΐδια ψυχή λογική ψυχή.

Άλογη ψυχή, θνητή ψυχή που αποτελείται εκ των εξής:

  1. Ο Θυμός (=το θυμικό) = είναι λεοντώδης.
  2. Η Επιθυμία (=το επιθυμητικό) = είναι πολυκέφαλο θηρίο.

Υπάρχει όμως και ανώτερος άνθρωπος, ο νοητικός. Έτσι έχουμε :

  1. Ο νοητικός άνθρωπος, ο αυτάνθρωπος που είναι μονοειδής.
  2. Ο λογικός άνθρωπος που είναι τριδύναμος : όπου οι 3-εις γνωστικές δυνάμεις της ψυχής είναι η νοητική, η διανοητική & η δοξαστική.
  3. Ο αισθητικός άνθρωπος = πολυειδής και παντοδαπός.

Εκτός αυτού και ως προς τον ύμνο στον Πατέρα :

  • ας εγκαταλείψουμε τη ρέουσα ουσία (=καταλίπωμεν τὴν ῥέουσαν οὐσίαν)
  • ας έλθουμε επί τον αληθή σκοπό, την εξομοίωση με τον Πατέρα (=ἔλθωμεν ἐπὶ τὸν ἀληθῆ σκοπόν, τὴν εἰς αὐτὸν ἐξομοίωσιν)
  • ας γνωρίσουμε τον δεσπότη (=γνωρίσωμεν τὸν δεσπότην)
  • ας αγαπήσουμε τον Πατέρα (=ἀγαπήσωμεν τὸν Πατέρα)
  • ας υπακούσουμε σε αυτόν που μας καλεί (=καλοῦντι πεισθῶμεν)
  • ας προστρέξουμε στην θερμότητα (=τῷ θερμῷ προσδράμωμεν)
  • ας φύγουμε από την ψυχρότητα (=τὸ ψυχρὸν ἐκφυγόντες)
  • ας γίνουμε πυρ (=πῦρ γενώμεθα)
  • ας προχωρήσουμε δια του πυρός (=διὰ πυρὸς ὁδεύσωμεν)
  • Έχουμε ελεύθερο δρόμο για την άνοδο (=Ἔχομεν εὔλυτον ὁδὸν εἰς ἀνέλευσιν)
  • ο Πατέρας οδηγεί, αφού άνοιξε τους δρόμους του πυρός (=Πατὴρ ὁδηγεῖ, πυρὸς ὁδοὺς ἀναπτύξας)

——————————————-

       Oracula  104.1 ` to     Oracula  104.2 104  … μὴ πνεῦμα μολύνῃς μηδὲ βαθύνῃς τοὐπίπεδον.

       Oracula  105.1 ` to     Oracula  105.1 105  ... φρενὶ μὴ σβέσαι …

 «Ρίζα της κακίας είναι το σώμα, όπως ακριβώς της αρετής ο νους. Γιατί η δεύτερη διοχετεύεται στις ψυχές από ψηλά, ενώ η πρώτη εισβάλει από τα χειρότερα και από κάτω. Το “ρίξιμο της στη γη” σημαίνει την αποκοπή της από εμάς και το να την αφήσουμε να κινείται εκεί που τοποθετήθηκε. Έχει τοποθετηθεί, μάλιστα σε ολόκληρη τη γένεση. Επειδή τα κακά βρίσκονται εδώ κάτω και “αναγκαστικά τριγυρίζουν σε τούτον τον τόπο[3] και επειδή και το δικό μας σώμα είναι μέρος της γενέσεως, είναι δυνατόν να απαλλάξουμε από την κακία ένα μέρος της γενέσεως, είναι όμως αδύνατον να απαλλάξουμε ολόκληρη την γένεση χωρίς να αναιρέσουμε την ύπαρξή της. Σε αυτήν πρέπει να ρίξει κανείς τη ζήλια και τον φθόνο, από όπου τα προσέβαλε. Γιατί καθώς είναι υλικά, έχουν για τροφό τους την ύλη. Το “μην τα σβήσεις μέσα στις φρένες” έχει ειπωθεί για τον αποκλεισμό τους και όχι για τον αφανισμό τους, όπως ακριβώς όσα σβήνουν μέσα σε κάτι περιέχονται ολόκληρα μέσα σε εκείνο και το γεμίζουν με τη θερμότητά τους. Αντί να τα “σβήσεις”, να τα ”ρίξεις” και να μην έχει φθόνο κλεισμένο μέσα σου. Για αυτό ακριβώς προσθέτει “μην μολύνεις το πνεύμα” με το να έχει φθόνο μέσα σου και να τον κρύβεις. Ο φθόνος είναι υλικός και συγκάτοικος της στέρησης των αγαθών, ενώ η στέρηση των αγαθών έχει λάβει υπόσταση μαζί με την άγονη ύλη. Χωρίς φθόνο είναι το φύλο των Θεουργών, το οποίο ανυψώνεται στον ζήλο της αγαθότητας του Θεού χωρίς να περισπάται σε φιλονικίες και εχθρότητες των ανθρώπων. Αυτά τα πάθη, όταν κλείνονται μέσα στις ψυχές, αφήνουν στο πνεύμα κάποια υλική κακία και το γεμίζουν με υλική στέρηση και έλλειψη ζωής.»[4]

— Βλ. Πρόκλος  «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 3.1 – 4.40». —-

——————————————-

 «Μη μολύνεις το πνεύμα με το να έχεις τον φθόνο μέσα σου και να τον κρύβεις. Ο φθόνος είναι υλικός και συγκάτοικος της στέρησης των αγαθών, ενώ η στέρηση των αγαθών έχει λάβει υπόσταση μαζί με την άγονη ύλη. Χωρίς φθόνο είναι το φύλο των θεουργών, το οποίο ανατείνετε στον ζήλο της αγαθότητας του θεού χωρίς να περισπάται σε φιλονικίες και εχθρότητες των ανθρώπων. Αυτά τα πάθη, όταν κλείνονται μέσα στις ψυχές, αφήνουν στο πνεύμα κάποια υλική κακία και το γεμίζουν με υλική στέρηση και έλλειψη ζωής.»[5]

— Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.31 – 4.40». —-

——————————————-

       Oracula  1.1 ` to     Oracula  1.10 Εστιν γάρ τι νοητόν, ὃ χρή σε νοεῖν νόου ἄνθει· ἢν γὰρ ἐπεγκλίνῃς σὸν νοῦν κἀκεῖνο νοήσῃς ὥς τι νοῶν, οὐ κεῖνο νοήσεις· ἔστι γὰρ ἀλκῆς ἀμφιφαοῦς δύναμις νοεραῖς στράπτουσα τομαῖσιν. Οὐ δὴ χρὴ σφοδρότητι νοεῖν τὸ νοητὸν ἐκεῖνο ἀλλὰ νόου ταναοῦ ταναῇ φλογὶ πάντα μετρούσῃ πλὴν τὸ νοητὸν ἐκεῖνο· χρεὼ δὴ τοῦτο νοῆσαι οὐκ ἀτενῶς, ἀλλ᾽ ἁγνὸν ἀπόστροφον ὄμμα φέροντα σῆς ψυχῆς τεῖναι κενεὸν νόον εἰς τὸ νοητόν, ὄφρα μάθῃς τὸ νοητόν, ἐπεὶ νόου ἔξω ὑπάρχει.

«Όταν η ψυχή στέκεται στην διανοητική της ικανότητα, αποκτά την επιστήμη των όντων. Όταν δηλ. εδραιώσει τον εαυτό της στο νοητικό μέρος της ουσίας της, νοεί τα πάντα με απλές και αδιαίρετες συλλήψεις. Όταν, όμως, ανατρέξει στο Ένα της και συμπτύξει όλο το πλήθος που έχει μέσα της, ενθεαστικώς ενεργεί και συνδέεται με τις υπάρξεις που βρίσκονται υπεράνω του Νου. Γιατί παντού το όμοιο συνδέεται εκ φύσεως με το όμοιο, και κάθε γνώση μέσω της ομοιότητας αυτόν ο οποίος κατανοεί με το κατανοητό, αυτόν ο οποίος αισθάνεται με το αισθητό, αυτόν ο οποίος διανοείται με το διανοητό, αυτόν ο οποίος νοεί με το νοητό, ώστε συνδέει και το άνθος του Νου με αυτό που βρίσκεται πριν από τον Νου. Γιατί δεν είναι ο νους το κορυφαίο, αλλά η αιτία που βρίσκεται πάνω από τον Νου, έτσι και στις ψυχές το πρώτο είδος ενέργειας δεν είναι νοητικό αλλά πιο θεϊκό από τον νου. Και κάθε ψυχή και κάθε νους έχει δυο ειδών ενέργειες, άλλες ενιαίες και ανώτερες από τη νόηση, και άλλες νοητικές. Πρέπει, λοιπόν, να νοήσουμε εκείνο το νοητό σύμφωνα με τη φύση και την ύπαρξη του, κλείνοντας τα μάτια σε όλες τις άλλες ζωές και δυνάμεις. Γιατί, όπως προσεγγίζουμε τον Νου “νοειδεῖς γιγνόμενοι”, έτσι όταν σταθούμε στην κορυφή του δικού μας νου και γίουμε ενοειδείς ανατρέχουμε στην ένωση. Γιατί και ο οφθαλμός δεν βλέπει τον ήλιο αλλιώς παρά αφού γίνει ηλιοειδής, και όχι με το φως που προέρχεται από το πυρ. Από αυτό είναι φανερό ότι το να νοήσουμε εκείνο το νοητό δεν είναι νόηση. “Εάν”, λέει ο Χρησμός, “γείρεις τον νους σου προς αυτό”, δηλαδή αν στηριχτείς σε νοητικές προσπάθειες για να έρθεις σε επαφή με εκείνο, και έτσι “ἐκεῖνο νοήσῃς”, το νοητό “σαν να νοείς κάτι συγκεκριμένο”, δηλαδή συλλαμβάνοντας το άμεσα σύμφωνα με το μέτρο κάποιου Είδους και κάποιας γνώσης, “δεν θα νοήσεις εκείνο”. Γιατί, ακόμα και αν αυτές οι νοήσεις είναι απλές, υπολείπονται από την ενιαία απλότητα του νοητού και οδηγούνται σε κάποιες κατώτερες νοητικές φύσεις οι οποίες προχώρησαν ήδη σε πλήθος. Γιατί κανένα γνωστικό αντικείμενο δεν αναγνωρίζεται από μια κατώτερη γνώση. Ούτε λοιπόν αυτό που βρίσκεται πάνω από τον Νου αναγνωρίζεται μέσω του νου. Γιατί με το που ο νους συλλάβει κάτι, λέει ότι αυτό που νοεί είναι έτσι και αλλιώς, πράγμα που είναι κατώτερο από το νοητό. Με το άνθος του νου που βρίσκεται μέσα μας νοούμε αυτό το νοητό που βρίσκεται εδραιωμένο στην κορυφή της πρώτης νοητής τριάδας[6], αλλά δεν μπορούμε να  συνδεθούμε με το Ένα το οποίο δεν συντάσσεται με τίποτα και είναι αμέθεκτο. Γιατί ο πρώτος “Πατήρ” λέγεται ότι αρπάζει τον εαυτό του μακριά από τον νου και από τη «δύναμη», είναι αυτός που εξυμνείται ως θεός των πάντων. Όμως έχει ειπωθεί για τον πρώτο Πατέρα: «Και πρώτη δύναμη του ιερού Λόγου», ποιος όμως είναι εκείνος που βρίσκεται πάνω από αυτόν και στον οποίο μετέχει και έτσι λέγεται ιερός ; Και αν αυτός που αποκαλύπτει κάποιον που είναι πιο άρρητος ονομάζεται Λόγος, πρέπει πριν από τον Λόγο να υπάρχει η σιγή που έδωσε υπόσταση στον Λόγο, και πριν από κάθε τι ιερό να υπάρχει η αιτία που το θεοποιεί. Έτσι, τα όσα βρίσκονται μετά τα νοητά είναι Λόγοι των νοητών που είναι “συν-αθροισμένα”, έτσι και ο Λόγος που βρίσκεται μέσα στα νοητά και που έλαβε υπόσταση οπό κάποια άλλη πιο άρρητη Ενάδα, είναι Λόγος της πάνω από τα νοητά σιγής. Και επειδή τα νοητά είναι απόκρυφα, ο Λόγος αυτός είναι σιγή. Άρα δεν είναι ίδιο το άνθος του νου της ψυχής και το άνθος ολόκληρης της ψυχής μας. Αντιθέτως, το ένα είναι το πιο ενιαίο μέρος της νοητικής ζωής μας, ενώ το άλλο είναι η ενότητα όλων των ψυχικών δυνάμεων που είναι πολύμορφες, μιας και δεν είμαστε μόνο νους αλλά και διάνοια και δόξα και προσοχή και προαίρεση, και πριν από αυτές τις δυνάμεις υπάρχει η ουσία που είναι μια και πολλή, διαιρετή και αδιαίρετη. Καθώς λοιπόν το Ένα είναι δυο ειδών, και καθώς το ένα είναι το άνθος της πρώτης δύναμής μας, ενώ το άλλο είναι το κέντρο ολόκληρης της ουσίας μας και των κάθε λογής δυνάμεως που υπάρχουν γύρω μας, μόνο το πρώτο μας συνδέει με τον Πατέρα των νοητών. Γιατί είναι νοητικό Ένα και νοείται και εκείνο από τον πατρικό νου με βάση το Ένα που βρίσκεται μέσα του. Μόνο το Ένα όμως στο οποίο συγκλίνουν οι δυνάμεις της ψυχής μπορεί από την φύση του να μας φέρει κοντά σε εκείνο που βρίσκεται επέκεινα πάντων των Όντων, καθώς ενοποιεί όλα όσα έχουμε εντός μας. Με αυτό είμαστε ως προς την ουσία μας ριζωμένοι μέσα σε εκείνο, ακόμα κι αν απομακρυνθούμε, δεν θα αποκοπούμε από την αιτία μας.»[7]

—- Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.42 – 5.15». —-

Έχουμε δηλ. :

  • άνθος του νου της ψυχής = είναι το άνθος της πρώτης δύναμής μας και το πιο ενιαίο μέρος της νοητικής ζωής μας που μας συνδέει με τον Πατέρα των νοητών γιατί είναι νοητικό Ένα και νοείται και εκείνο από τον πατρικό νου με βάση το Ένα που βρίσκεται μέσα του.
  • άνθος ολόκληρης της ψυχής = είναι το κέντρο ολόκληρης της ουσίας μας και των κάθε λογής δυνάμεως που υπάρχουν γύρω μας, δηλ η ενότητα όλων των ψυχικών δυνάμεων που είναι πολύμορφες (μιας και δεν είμαστε μόνο νους αλλά και διάνοια και δόξα και προσοχή και προαίρεση, και πριν από αυτές τις δυνάμεις υπάρχει η ουσία που είναι μια και πολλή, διαιρετή και αδιαίρετη). Ως Ένα στο οποίο συγκλίνουν όλες οι δυνάμεις της ψυχής μπορεί από την φύση του να μας φέρει κοντά σε εκείνο που βρίσκεται επέκεινα πάντων των Όντων, καθώς ενοποιεί όλα όσα έχουμε εντός μας. Με αυτό είμαστε ως προς την ουσία μας ριζωμένοι μέσα σε εκείνο, ακόμα κι αν απομακρυνθούμε, δεν θα αποκοπούμε από την αιτία μας.

——————————————-

«Η φιλοσοφία στην λήθη και στην ανάμνηση των αΐδιων Λόγων αποδίδει την απομάκρυνση από τους θεούς και την επιστροφή αντίστοιχα. Ενώ οι Χρησμοί τις αποδίδουν στην λήθη και στην ανάμνηση των πατρικών συμβόλων. Όμως και οι δύο επί της ουσίας συμφωνούν διότι η ψυχή έχει συσταθεί από τους ιερούς Λόγους και από τα θεία σύμβολα. Εκ των οποίων οι μεν ιεροί Λόγοι προέρχονται εκ των νοητικών Ειδών, τα δε πατρικά σύμβολα προέρχονται εκ των θείων ενάδων. Και είμαστε εικόνες των νοητικών ουσιών και αγάλματα των αγνώστων συμβόλων. Και όπως ακριβώς κάθε ψυχή είναι πλήρωμα  όλων των Ειδών και έχει λάβει υπόσταση από μία αιτία, έτσι μετέχει σε όλα τα σύμβολα μέσω των οποίων συνάπτεται  με τον Θεό, ενώ η ύπαρξή της έχει καθοριστεί μέσα ένα, με το οποίο ολόκληρο το πλήθος που έχει μέσα της συνάγεται σε μια κορυφή. Γιατί πρέπει να γνωρίζουμε και τούτο, ότι κάθε ψυχή έχει διαφοροποιηθεί από κάθε άλλη ψυχή ως προς το είδος, και ότι όσες είναι οι ψυχές, τόσα είναι και τα είδη των ψυχών. Γιατί κατά πρώτον, με βάση ένα είδος υπάρχει η υπόσταση πολλών ατόμων που έχουν ένα είδος (=μορφή) του Ενός μέσα στην ύλη και μέσα στα σύνθετα όντα, καθώς η μία φύση που υπάρχει ως υπόστρωμα μετέχει με ποικίλο τρόπο στο ίδιο είδος. Γιατί, αν η ουσία της ψυχής είναι Λόγος και Είδος απλό, τότε είτε η μία ψυχή δεν θα διαφέρει ως προς την ουσία, είτε θα διαφέρει ως προς το είδος. Γιατί θα διαφέρει μόνο αυτό που είναι η ψυχή, και η ψυχή είναι μόνο είδος. Για αυτό είναι φανερό ότι κάθε ψυχή, ακόμα και αν είναι πλήρης από τους ίδιους Λόγους, ωστόσο έλαβε ένα είδος που καθορίζει τα άλλα, όπως ακριβώς το ηλιακό είδος χαρακτηρίζει την ηλιακή ψυχή, και κάποιο άλλο είδος χαρακτηρίζει κάποια άλλη ψυχή[8]

—- Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 5.1 – 5.25» —-

Λόγοι απομάκρυνσης των ψυχών εκ των Θεών :

  • Η φιλοσοφία αποδίδει την αποφοίτηση εκ των Θεών στην λήθη των αΐδιων Λόγων.
  • Οι Χρησμοί αποδίδουν την αποφοίτηση εκ των Θεών στην λήθη των πατρικών συμβόλων.

Λόγοι επιστροφής των ψυχών στους Θεούς :

  • Η φιλοσοφία αποδίδει την επιστροφή στους Θεούς στην ανάμνηση των αΐδιων Λόγων.
  • Οι Χρησμοί αποδίδουν την επιστροφή στους Θεούς στην ανάμνηση των πατρικών συμβόλων.

Η ψυχή έχει συσταθεί από  :

  • Τους προερχόμενους εκ των νοητικών Ειδών Ιερούς/Νοερούς Λόγους.
  • Τα προερχόμενα εκ των θείων Ενάδων θεία σύμβολα.

Ως ψυχές-όντας είμαστε :

  • εικόνες των νοητικών ουσιών.
  • αγάλματα των αγνώστων συμβόλων.

Επίσης ως ψυχές είμαστε :

  • Πληρώματα  όλων των Ειδών υποστασιοποιημένα εκ μίας αιτίας.
  • Μετέχουμε σε όλα τα σύμβολα μέσω των οποίων συνδεόμαστε με τον Θεό.
  • Η ύπαρξή μας έχει καθοριστεί μέσα ένα, με το οποίο ολόκληρο το πλήθος που έχουμε μέσα μας συνάγεται σε μια κορυφή.

Για την συγγραφή : Κεφάλας Ευστάθιος (Αμφικτίων)


[1]       Eclogae de philosophia Chaldaica 1.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 1.24  Αὐλαὶ τῶν θείων καὶ οἰκήσεις αἱ ἀΐδιαι τάξεις. Καὶ ἡ «πανδεκτικὴ αὐλὴ» τοῦ Πατρὸς ἡ πατρικὴ τάξις ἐστίν, ἡ πάσας ὑποδεχομένη καὶ συνέχουσα τὰς ἀνα<χ>θείσας ψυχάς· ἡ δὲ τῶν ἀγγέλων μερὶς πῶς ἀνάγει ψυχήν; φέγγουσα, φησί, πυρὶ τὴν ψυχήν, τοῦτ᾽ ἔστι περιλάμπουσα αὐτὴν πανταχόθεν, καὶ πλήρη ποιοῦσα τοῦ ἀχράντου πυρὸς ὃ ἐνδίδωσιν αὐτῇ τάξιν ἄκλιτον καὶ δύναμιν δι᾽ ἣν οὐκ ἐκροιζεῖται εἰς τὴν ὑλικὴν ἀταξίαν ἀλλὰ συνάπτεται τῷ φωτὶ τῶν θείων· καὶ συνέχει δὲ αὐτὴν ἐν οἰκείῳ τόπῳ, καὶ ἀμιγῆ ποιεῖ πρὸς τὴν ὕλην, τῷ θερμῷ πνεύματι κουφίζουσα καὶ ποιοῦσα μετέωρον διὰ τῆς ἀναγωγοῦ ζωῆς· τὸ γὰρ πνεῦμα τὸ θερμὸν ζωῆς ἐστι μετάδοσις. Κουφίζεται δὲ ἅπαν τὸ σπεῦδον εἰς τὸν ἄνω τόπον, ὥσπερ βρίθει τὸ εἰς τὴν ὕλην φερόμενον. Τέλος δὲ τῶν ἀνόδων ἡ μετουσία τῶν θείων καρπῶν καὶ ἡ αὐτοφαὴς τοῦ πυρὸς ἀποπλήρωσις, ἥτις ἐστὶν ἡ θεοῦ ὄψις, ὡς ὑπ᾽ ὄμμασιν αὐτὴν τιθεῖσα τοῦ Πατρός. Ὑμνῳδὸς δὲ ἀποτελεῖται τῶν θείων ἡ ψυχή, κατὰ τὸ λόγιον, τὰ συνθήματα τοῦ Πατρὸς τὰ ἄρρητα προβαλλομένη καὶ προσφέρουσα αὐτὰ τῷ Πατρί, ἃ ἐνέθετο ὁ Πατὴρ εἰς αὐτὴν ἐν τῇ πρώτῃ παρόδῳ τῆς οὐσίας. Τοιοῦτοι γὰρ οἱ νοεροὶ καὶ ἀφανεῖς ὕμνοι τῆς ἀναγομένης ψυχῆς,   ἀνακινοῦντες τὴν μνήμην τῶν ἁρμονικῶν λόγων οἳ φέρουσιν ἀπορρήτους εἰκόνας τῶν θείων ἐν αὐτῇ δυνάμεων.

[2]       Eclogae de philosophia Chaldaica 2.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 2.26 «Ψυχῆς βάθος» τὰς τριπλᾶς αὐτῆς γνωστικὰς δυνάμεις φησί, νοεράς, διανοητικάς, δοξαστικάς· «ὄμματα» δὲ «πάντα», τὰς τριπλᾶς αὐτῶν γνωστικὰς ἐνεργείας. Τὸ γὰρ ὄμμα, γνώσεως σύμβολον· ἡ δὲ ζωή, ὀρέξεως· τριπλᾶ δὲ ἑκατέρα. Γῆ δὲ ἀφ᾽ ἧς δεῖ κουφίζειν τὴν καρδίαν, τὰ ὑλικὰ πάντα καὶ τὰ ποικίλα τῶν ἐν γενέσει φερομένων, καὶ πᾶς τύπος σωματικός· οἷς ἕπεται θέα μὲν τῆς πατρικῆς μονάδος, εὐφροσύνη δὲ ἄχραντος ἐπ᾽ αὐτήν, εὐστάθειά τε ἀπὸ τῆς νοερᾶς ταύτης περιωπῆς· ἀφ᾽ ὧν δῆλον ὡς μικτὸν ἡμῶν τὸ ἀγαθόν, ἔκ τε κινήσεως καὶ τῆς συμφυοῦς εὐφροσύνης. Πᾶσα γὰρ ζωή, τὴν ἑαυτῆς ἐνέργειαν εὔλυτον ἔχουσα, ἡδονὴν ἔλαχεν αὐτῇ σύζυγον. Ὕμνος δὲ τοῦ Πατρὸς οὐ λόγοι σύνθετοι, οὐκ ἔργων κατασκευή· μόνος γὰρ ἄφθαρτος ὤν, φθαρτὸν ὕμνον οὐ δέχεται· μὴ οὖν κενῇ ῥημάτων καταιγίδι πείσειν ἐλπίζωμεν τὸν λόγων ἀληθῶν δεσπότην μηδὲ ἔργων φαντασίᾳ μετὰ τέχνης κεκαλλωπισμένων· ἀκαλλώπιστον εὐμορφίαν θεὸς φιλεῖ. Ὕμνον οὖν τῷ θεῷ τοῦτον ἀναθῶμεν· καταλίπωμεν τὴν ῥέουσαν οὐσίαν· ἔλθωμεν ἐπὶ τὸν ἀληθῆ σκοπόν, τὴν εἰς αὐτὸν ἐξομοίωσιν· γνωρίσωμεν τὸν δεσπότην, ἀγαπήσωμεν τὸν Πατέρα· καλοῦντι πεισθῶμεν· τῷ θερμῷ προσδράμωμεν, τὸ ψυχρὸν ἐκφυγόντες· πῦρ γενώμεθα, διὰ πυρὸς ὁδεύσωμεν. Ἔχομεν εὔλυτον ὁδὸν εἰς ἀνέλευσιν· Πατὴρ ὁδηγεῖ, πυρὸς ὁδοὺς ἀναπτύξας μὴ ταπεινὸν ἐκ λήθης ῥεύσωμεν χεῦμα.

[3] Βλ. Πλάτων «Θεαίτητος, 176.a».

[4]       Eclogae de philosophia Chaldaica 3.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 4.40   Ῥίζα τῆς κακίας τὸ σῶμα, ὥσπερ τῆς ἀρετῆς ὁ νοῦς. Ἡ μὲν γὰρ ἄνωθεν ἐκβλυστάνει ταῖς ψυχαῖς, ἡ δὲ ἀπὸ τῶν χειρόνων ἐπεισκωμάζει καὶ κάτωθεν· τὸ δὲ καταβαλεῖν εἰς γῆν, τὸ ἀφ᾽ ἡμῶν ἐκκόψαι· ἐᾶσαι δὲ αὐτήν, ὅποι παρετάχθη φέρεσθαι· τέτακται δὲ ἐν ὅλῃ τῇ γενέσει. Ἐπειδὴ δὲ τὰ κακὰ ἐνθάδε καὶ «τόνδε τὸν τόπον ἐξ ἀνάγκης περιπολεῖ», μέρος δὲ καὶ τὸ ἡμέτερον σῶμα τῆς γενέσεως, μέρος μὲν οὖν ἀκάκυντον ποιεῖν, δυνατόν, ὅλην δὲ τὴν γένεσιν, ἀδύνατον, εἰ μὴ καὶ τὸ εἶναι αὐτῆς ἀνέλοιμεν· εἰς ἣν καὶ ζῆλον καὶ φθόνον καταβλητέον ὅθενπερ αὐτὰ κατελέξατο· ὑλικὰ γὰρ ὄντα τὴν ὕλην ἔχει τιθήνην· τὸ δὲ «μὴ σβέσαι φρενὶ» πρὸς τὴν ἀπόκλεισιν, οὐ πρὸς τὸν ἀφανισμὸν εἴρηται, καθ περ τὰ ἐναποσβεννύμενά τινι περιέχεται ὅλα ἐν ἐκείνῳ καὶ ἀναπίμπλησιν αὐτὸ τῆς οἰκείας θέρμης· ἀντὶ δὲ τοῦ σβέσαι κατάβαλε, μὴ ἔχων αὐτὸν ἔνδον καθειργμένον· διόπερ ἐπάγει· «Μὴ πνεῦμα μολύνῃς», διὰ τοῦ ἔχειν ἔνδον καὶ ἀποκρύψαι. Ὑλικὸς δὲ ὁ φθόνος· στερήσει γὰρ τῶν ἀγαθῶν σύνοικος, ἡ δὲ στέρησις τῇ ἀγόνῳ ὕλῃ συνυφέστηκεν· ἄφθονον δὲ τὸ θεουργὸν φῦλον καὶ ἀνατεινόμενον εἰς τὸν ζῆλον τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητος, ἀλλ᾽ οὐκ εἰς φιλονεικίας ἀνθρώπων καὶ δυσμενείας κατασπώμενον. Ταῦτα δὲ τὰ πάθη, ταῖς ψυχαῖς ἐναποκλειόμενα, ἐναπομόργνυταί τινα ἐν τῷ πνεύματι κακίαν ἔνυλον καὶ ἀναπίμπλησιν αὐτὸ τῆς ὑλικῆς στερήσεως καὶ ἀζωΐας.

[5]       Eclogae de philosophia Chaldaica 4.31 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 4.40 «Μὴ πνεῦμα μολύνῃς», διὰ τοῦ ἔχειν ἔνδον καὶ ἀποκρύψαι. Ὑλικὸς δὲ ὁ φθόνος· στερήσει γὰρ τῶν ἀγαθῶν σύνοικος, ἡ δὲ στέρησις τῇ ἀγόνῳ ὕλῃ συνυφέστηκεν· ἄφθονον δὲ τὸ θεουργὸν φῦλον καὶ ἀνατεινόμενον εἰς τὸν ζῆλον τῆς τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητος, ἀλλ᾽ οὐκ εἰς φιλονεικίας ἀνθρώπων καὶ δυσμενείας κατασπώμενον. Ταῦτα δὲ τὰ πάθη, ταῖς ψυχαῖς ἐναποκλειόμενα, ἐναπομόργνυταί τινα ἐν τῷ πνεύματι κακίαν ἔνυλον καὶ ἀναπίμπλησιν αὐτὸ τῆς ὑλικῆς στερήσεως καὶ ἀζωΐας.

[6]  Με την κορυφή της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών : με τον ορφικό Αιθέρα της ορφικής τριάδας Αιθήρ-Χάος-Ωό. Δηλ. με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα –, με το «Ένα-ΟΝ» του Πλάτωνα που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την 1η νοητή Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό.

[7]       Eclogae de philosophia Chaldaica 4.42 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 5.15 Ἱσταμένη ἡ ψυχὴ κατὰ τὸ διανοητικὸν τὸ ἑαυτῆς, ἐπιστήμων ἐστὶ τῶν ὄντων· ἐν δὲ τῷ νοερῷ τῆς οἰκείας οὐσίας ἑαυτὴν ἱδρύσασα, νοεῖ τὰ πάντα ταῖς ἁπλαῖς καὶ ἀμερίστοις ἐπιβολαῖς. Εἰς δὲ τὸ ἓν ἀναδραμοῦσα, καὶ πᾶν τὸ ἐν αὐτῇ συμπτύξασα πλῆθος, ἐνθεαστικῶς ἐνεργεῖ καὶ συνάπτεται ταῖς ὑπὲρ νοῦν ὑπάρξεσι· τῷ γὰρ ὁμοίῳ πανταχοῦ τὸ ὅμοιον συνάπτεσθαι πέφυκε, καὶ πᾶσα γνῶσις δι᾽ ὁμοιότητα συνδεῖ τῷ κατανοουμένῳ τὸ κατανοοῦν, τῷ μὲν αἰσθητῷ τὸ αἰσθητικόν, τῷ δὲ διανοητῷ τὸ διανοητικόν, τῷ δὲ νοητῷ τὸ νοητικόν, ὥστε καὶ τῷ πρὸ νοῦ τὸ ἄνθος τοῦ νοῦ. Ὡς γὰρ ἐν τοῖς ἄλλοις οὐκ ἔστι νοῦς τὸ ἀκρότατον, ἀλλ᾽ ἡ ὑπὲρ νοῦν ἄλλοις οὕτως ἐν ταῖς ψυχαῖς οὐκ ἔστι νοερὸν τὸ πρῶτον τῆς ἐνεργείας εἶδος, ἀλλὰ τοῦ νοῦ θειότερον· καὶ πᾶσα ψυχὴ καὶ πᾶς νοῦς ἐνεργείας ἔχει διττάς, τὰς μὲν ἑνοειδεῖς καὶ κρείττονας νοήσεως, τὰς δὲ νοητικάς. Δεῖ οὖν ἐκεῖνο τὸ νοητὸν καὶ κατ᾽ αὐτὸ τὸ ἐνιστάμενον καὶ τὴν ὕπαρξιν νοεῖν, μύσαντα κατὰ πάσας τὰς ἄλλας ζωὰς καὶ δυνάμεις. Ὡς γὰρ νοειδεῖς γιγνόμενοι τῷ νῷ πρόσιμεν, οὕτως ἑνοειδεῖς πρὸς τὴν ἕνωσιν ἀνατρέχομεν, ἐπ᾽ ἄκρῳ τῷ οἰκείῳ στάντες νῷ· ἐπεὶ καὶ ὀφθαλμὸς οὐκ ἄλλως ὁρᾷ τὸν ἥλιον ἢ γενόμενος ἡλιοειδής, ἀλλ᾽ οὐ τῷ ἐκ πυρὸς φωτί· ᾧ καὶ δῆλον ὅτι τὸ νοεῖν ἐκεῖνο μὴ νοεῖν ἐστιν. «Ἐὰν δέ», φησίν, ἐπεγκλίνῃς σὸν νοῦν», τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐπερείσῃς ταῖς νοεραῖς ἐπιβολαῖς εἰς τὴν πρὸς ἐκεῖνο συναφήν, καὶ οὕτως «ἐκεῖνο νοήσῃς» τὸ νοητόν, «ὥς τι νοῶν», τοῦτ᾽ ἔστι, κατά τι μέτρον εἴδους καὶ γνώσεως ἐπιβλητικῶς, «οὐκ ἐκεῖνο νοήσεις»· κἂν γὰρ ὦσιν αἱ τοιαῦται νοήσεις ἁπλαῖ, ἀπολείπονται τῆς τοῦ νοητοῦ ἑνιαίας ἁπλότητος καὶ εἰς δευτέρας φέρονταί τινας νοερὰς <φύσεις> εἰς πλῆθος ἤδη προελθούσας. Οὐδὲν γὰρ γνωστὸν δι᾽ ἐλάττονος γιγνώσκεται γνώσεως· οὐ τοίνυν οὐδὲ τὸ ὑπὲρ νοῦν, διὰ νοῦ· ἅμα γὰρ νοῦς ἐπιβάλλει τινὶ καὶ τοιόνδε λέγει τὸ νοούμενον, ὅπερ ἐστὶ τοῦ νοητοῦ δεύτερον· ἀλλ᾽ εἰ ἐν τῷ ἄνθει τοῦ ἐν ἡμῖν νοῦ τὸ νοητὸν τοῦτο νοοῦμεν, ἐπ᾽ ἄκρῳ τῆς πρώτης νοητῆς τριάδος ἱδρυνθέν, τίνι ἂν ἔτι συναφθείη μὲν πρὸς τὸ ἕν, ὅ ἐστιν ἀσύντακτον πρὸς πάντα καὶ ἀμέθεκτον; εἰ γὰρ ὁ πρῶτος «Πατὴρ» ἁρπάζειν «ἑαυτόν» λέγεται τοῦ νοῦ καὶ τῆς «δυνάμεως», τίς ὁ μηδὲ οὕτως ἁρπάσαι δεηθεὶς ἑαυτόν, ἀλλ᾽ ὑπερηρμενος; εἰ δὲ καὶ περὶ τοῦ πρωτίστου Πατρὸς ἐν ἄλλοις εἴρηται· «καὶ δύναμιν πρώτην ἱεροῦ λόγου», τίς ὁ ὑπὲρ τοῦτον καὶ οὗπερ οὗτος μετέχων ἱερὸς λέγεται; καὶ εἰ ὁ ἐκφαίνων ἀρρητότερον ὄντα λόγος ὀνομάζεται, δεῖ πρὸ τοῦ λόγου τὴν τὸν λόγον ὑποστήσασαν εἶναι σιγήν, καὶ πρὸ παντὸς ἱεροῦ τὴν ἐκθεωτικὴν αἰτίαν. Ὡς οὖν τὰ μετὰ τὰ νοητὰ λόγοι τῶν νοητῶν εἰσι, συνηγμένων ὄντων, οὕτως ὁ ἐν ἐκείνοις λόγος, ἀπ᾽ ἄλλης ἀρρητοτέρας ἑνά δος ὑποστάς, λόγος μέν ἐστι τῆς πρὸ τῶν νοητῶν σιγῆς, τῶν δὲ νοητῶν σιγωμένων, σιγή. Μήποτε οὖν οὐκ ἔστι ταὐτὸν νοῦ ἄνθος καὶ πάσης ἡμῶν τῆς ψυχῆς ἄνθος· ἀλλὰ τὸ μέν ἐστι τῆς νοερᾶς ἡμῶν ζωῆς τὸ ἑνοειδέστατον, τὸ δὲ ἁπασῶν τῶν ψυχικῶν δυνάμεων ἕν, πολυειδῶν   οὐσῶν· οὐ γάρ ἐσμεν νοῦς μόνον, ἀλλὰ καὶ διάνοια καὶ δόξα καὶ προσοχὴ καὶ προαίρεσις, καὶ πρὸ τῶν δυνά μεων τούτων οὐσία μία τε καὶ πολλὴ καὶ μεριστή τε καὶ ἀμερής. Διττοῦ τε τοῦ ἑνὸς πεφηνότος, καὶ τοῦ μὲν τῆς πρωτίστης ἡμῶν τῶν δυνάμεων ἄνθους ὄντος, <τοῦ> δὲ τῆς ὅλης οὐσίας κέντρου καὶ τῶν περὶ αὐτὴν ἁπασῶν παντοίων δυνάμεων, ἐκεῖνο μόνον ἡμᾶς συνάπτει τῷ πατρὶ τῶν νοητῶν· νοερὸν γάρ ἐστιν ἕν, νοεῖται δὲ καὶ ἐκεῖνο ὑπὸ τοῦ πατρικοῦ νοῦ κατὰ τὸ ἓν τὸ ἐν αὐτῷ· τὸ δὲ ἓν εἰς ὃ πᾶσαι αἱ ψυχικαὶ δυνάμεις συννεύουσιν αὐτῆς [ὃ] μόνον πέφυκε προσάγειν ἡμᾶς τῷ πάντων ἐπέκεινα τῶν ὄντων, καὶ αὐτὸ πάντων ὃν τῶν ἐν ἡμῖν ἑνοποιόν· καθὸ καὶ ἐρριζώθημεν κατ᾽ οὐσίαν ἐν ἐκείνῳ, καὶ τῷ ἐρρ ζῶσθαι κἂν προΐωμεν, οὐκ ἀποστησόμεθα τῆς ἑαυτῶν αἰτίας.

[8]       Eclogae de philosophia Chaldaica 5.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 5.25   φιλοσοφία τήν τε λήθην κανάμνησιν τν ιδίων λόγων ατιται τς τε ποφοιτήσεως τς π τν θεν κα τς π ατος πιστροφς· τ δ λόγια, τν πατρικν συνθημάτων. Συνδει δμφότερα· συνέστηκε γρ ψυχ π τν ερν λόγων κα τν θείων συμβόλων· ν ο μέν εσιν π τν νοερν εδν, τ δ π τν θείων νάδων· κα σμν εκόνες μν τν νοερν οσιν, γάλματα [τ] δ τν γνώστων συνθημάτων. Κα σπερ πσα ψυχ πάντων μέν στι πλήρωμα τν εδν, κατ μίαν δ λως ατίαν φέστηκεν, οτω κα πάντων μν μετέχει τν συνθημάτων, δι ν συνάπτεται τ θε, φώρισται δ παρξις ν νί, καθ συνάγεται πν τ ν ατ πλθος ες μίαν κορυφήν. Δε γρ κα τοτο εδέναι, ς πσα ψυχ πάσης κατ εδος διέστηκε, κασαι ψυχαί, τοσατα κα τ εδη τν ψυχν στι· πρτον μν γρ καθν εδος, πολλν τόμων πόστασις νοειδν περί τε τν λην στ κα τ σύνθετα τν ντων, μις ποκειμένης φύσεως ποικίλως το ατο μετεχούσης εδους· ε γρ τ εναι τς ψυχς λόγος στ κα εδος πλον, οδν διοίσει κατ οσίαν ψυχή τις λλης, κατ εδος ν διαφέροι· γάρ στι διοίσει μόνον, στι δ εδος μόνον. θεν δλον ς πσα ψυχή, κν τν ατν λόγων πλήρης, λλν εδος λαχεν φοριστικν τν λλων, σπερ τλιακν εδος χαρακτηρίζει τν λιακν ψυχήν, λλο λλην.