Δικαστής & Νομοθέτης – Δίκαιο & Άδικο – Νόμιμο & Άνομο


Όπως λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 219.30 – 22.14», επειδή «ἡ πρὸ τοῦ Κόσμου Δίκη συνέπεται τῷ Διΐ», διότι «πάρεδρος γὰρ ὁ Νόμος τοῦ Διός», όπως λέει ο Ορφέας (εξ ου και ο Πλάτων στους «Νόμους ,716.a» αποκάλεσε την Δίκη «τοῦ θείου Νόμου τιμωρὸν»), και το εδώ δίκαιο είναι νόμιμο. Σε συμφωνία λοιπόν προς τις αρχές αυτών ο Σωκράτης έχει τοποθετήσει το δίκαιο ως νόμιμο, όπως η Δίκη ονομάστηκε «τοῦ Νόμου τιμωρὸς». Για τούτο και ο δικαστής έχει το βλέμμα στραμμένο προς τον νομοθέτη, και η δικαστική λειτουργία εξαρτάται από την νομοθετική, διότι και στα αίτιά τους τέτοια σειρά έλαχε. Όπως η «ἡ πρὸ τοῦ Κόσμου Δίκη» τελεί σε αναλογία προς τον Νόμο, έτσι τελεί και η εγκόσμια προς την ευνομία, έτσι η δικαστική λειτουργία προς νομοθετική, έτσι το δίκαιο προς το νόμιμο. Πάντοτε, δηλ., τα υποδεέστερα μετέχουν στα ανώτερά τους, και με σειρά που αρχίζει από καθεμία των δύο τούτων κατηγοριών αιτιών προχωρεί και φτάνει μέχρι τα έσχατα. Το δίκαιο λοιπόν «καὶ νόμιμόν ἐστι καὶ καλόν ἐστι καὶ ἄμεινόν ἐστιν» (ανώτερο), στοιχείο που εμφανίζεται ως δόση του Αγαθού. Και καθότι νόμιμο, τελεί σε σχέση οικειότητας προς τις νοητικές βαθμίδες – διότι εκεί βρίσκεται ο «επί Κρόνου Νόμος», όπως λέγεται στον πλατωνικό «Γοργία». Και γενικά αναφέρεται και σε άλλα έργα ότι ο «Νόμος ἐστὶ νοῦ διανομή». Καθότι, πάλι, το ωραίο (καλό), μετέχει και στα νοητά – διότι εκεί υπάρχει πρωτίστως το Κάλλος και από εκεί ξεκινά και προχωρεί προς τα πάντα. Καθότι, τέλος, το ανώτερο, είναι αγαθό και μετέχει στα υπέρ τα νοητά αίτια – διότι το ανώτερο και το βέλτιστο και όλα τα παρόμοια ανήκουν στην κατηγορία του αγαθού. Έτσι ο σύμβουλος, για να μιλήσουμε εν συντομία, κατά την εξέταση του ζητήματος για πόλεμο ή μη-πόλεμο πρέπει να προσβλέπει στο δίκαιο, αφού αυτό είναι το κριτήριο της εν λόγω διαιρέσεως. Όπως δηλ. ο πόλεμος στην υποσελήνια περιοχή και η ειρήνη «τὸ μέτρον ἀπὸ τῆς ἐν οὐρανῷ δίκης ὑποδέχεται» και το αγαθό, έτσι και το να πολεμήσουμε ή όχι πρέπει και για εμάς να κρίνεται με βάση το δίκαιο. Αν δηλ. ο πόλεμος οφείλεται στις αδικίες, τελικός σκοπός του πολέμου είναι το δίκαιο. Δεν είναι η νίκη, όπως νομίζουν ορισμένοι. Πράγματι, «νῖκαι πολλαὶ Καδμεῖαι γεγόνασιν», όπως λέει ο Πλάτων στους «Νόμους, 641.b», το δίκαιο όμως ωφελεί παντού και πάντα όσους το χρησιμοποιούν. Αυτός που απλώς νίκησε δεν βελτιώνει τους νικημένους, όποιος όμως αποσκοπεί στο δίκαιο αυτός ανήκει στην περιοχή των αγαθών και μαζί κάνει τους αντιπάλους του καλύτερους. Τελικός σκοπός, άρα, του πολέμου είναι το δίκαιο. Ας θεωρηθεί λοιπόν ως όρος των εμπόλεμων η δικαιοσύνη, όμως, «τῶν εἰρηνευόντων ἄλλο μεῖζον νοείσθω καὶ τελικώτερον ἀγαθόν, ἡ φιλία καὶ ἡ ἕνωσις». Είναι πράγματι η τελείωση της σύμπασας αρετής, όπως λένε οι πυθαγόρειοι και ο Αριστοτέλης, που στα «Ηθικά Νικομάχεια, 1155.a» σωστά είπε ότι «αν όλοι είναι φίλοι μεταξύ τους, δεν χρειαζόμαστε τη δικαιοσύνη – πάντων μὲν φίλων ὄντων οὐ δεόμεθα δικαιοσύνης», και είναι χωριστά το δικό μου και το όχι δικό μου, «ενώ, αν όλοι είναι δίκαιοι, χρειαζόμαστε ακόμη την ενοποιό φιλία – ἁπάντων δὲ δικαίων ὄντων ἔτι δεόμεθα τῆς συναγωγοῦ φιλίαε». Το ότι μάλιστα αρχή του πολέμου είναι η αδικία δηλώνει γενικά «καὶ ὁ ἐν τοῖς ἐνύλοις πόλεμος». Διότι το θερμό μάχεται με το ψυχρό, και όχι όταν το ένα τυχαίνει να είναι εδώ και το άλλο αλλού, «ἀλλ᾽ ὅταν τὸ ἕτερον ἐθέλῃ τὴν θατέρου καταλαβεῖν ὑποδοχήν». Καθώς δηλ. κι εκείνο χρειάζεται το υπόστρωμα, μάχεται προς αυτό που έρχεται εναντίον του απέξω και προσπαθεί να το αποβάλει από την δική του περιοχή. Έτσι και οι λόγοι της Φύσης συνυπάρχουν αμοιβαία χωρίς συγκρούσεις και αντιδικίες, διότι καθένας βρίσκεται στον εαυτό του. Οι υλικοί όμως που είναι αδύνατο να υπάρχουν χωριστά από την ύλη, εξεγείρονται ο ένας εναντίον του άλλου για την κοινή υλική βάση, η οποία δεν μπορεί να δεχτεί και να δώσει χώρο μέσα της και στους δύο αντίπαλους λόγους χωρίς αυτοί να αναμειχθούν.

Σχεδόν, θα λέγαμε, ανούσιοι (κενοί ουσίας) και νεκροί, λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 271.30 – 272. 10», και «τὸ μὴ ὂν ὑπάρχοντες», νομίζουμε ότι καταλήγουμε με την έλλειψη των δίκαιων πραγμάτων. Δεδομένο μάλιστα ότι η δικαιοσύνη είναι αρετή υψηλότερης τάξεως, είναι απήχηση των θεών και νοερωτέρα (η «δικαιοσύνη καὶ αὐτὴ σωφροσύνη καὶ αὐτὴ ἐπιστήμη» [η καθαυτή δικαιοσύνη, σωφροσύνη και επιστήμη] πρωταρχικά υπάρχουν στον υπερουράνιο τόπο και εκεί τις ατένισαν οι ψυχές να «βρίσκονται πάνω στο βάθρο – βάθρῳ βεβώσας», σύμφωνα με όσα λέει ο Σωκράτης στον πλατωνικό «Φαίδρο, 254.b»). Η υγεία πάλι είναι «ἔλλαμψις» της δεύτερης υποστάσεως των θεών, για τούτο και «παρ᾽ ἡμῖν ἡ ἰατρικὴ μιμεῖται τὴν δικαστικήν», όπως λέγεται στον πλατωνικό «Γοργία». Ο μεγαλύτερος λοιπόν πόθος των ψυχών για το δίκαιο από ότι για την υγεία συμβαδίζει με τη φύση. Για να κατακτήσουν μάλιστα το δίκαιο κάνουν τα πάντα οι ψυχές, ενώ σχετικά με το υγιεινό ή μη οι μεταξύ τους διαφωνίες και συγκρούσεις δεν είναι μεγάλες.