Ασπίδα και δόρυ των θεών : θεολογική εξήγηση!


Όπως μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 156.33 – 157.23»[1], ο θεϊκός Ιάμβλιχος ενθεαστικώς θεωρεί ότι, επειδή καθετί το θεϊκό πρέπει να ενεργεί και όχι να πάσχει, προκειμένου με την ενέργειά να μην έχει την αδράνεια που ταιριάζει στην ύλη, και με την απάθεια να μην έχει την δραστηριότητα που ταιριάζει στα υλικά σώματα τα οποία δημιουργούν μαζί με το πάθος, οι ασπίδες είναι δυνάμεις με τις οποίες το θείο παραμένει απαθές και άχραντο, «ἄρρηκτον ἐν ἑαυτῷ φρουρὰν περιβεβλημένον», και τα δόρατα δυνάμεις με τις οποίες προχωρεί μέσα σε όλα και δρα σε όλα χωρίς να έρχεται σε επαφή μαζί τους, αποκόπτοντας το υλικό στοιχείο και αποκρούοντας κάθε γενεσιουργό είδος. Αυτά, μάλιστα, εμφανίζονται πρωταρχικά στην Αθηνά. Για αυτό και παριστάνεται με ασπίδα και δόρυ στα αγάλματα. Γιατί πολεμά τα πάντα και παραμένει «ἄκλιτος» (=αλύγιστη), σύμφωνα με τους θεολόγους, και άχραντη μέσα στον πατέρα. Κατά δεύτερο λόγο εμφανίζονται μέσα Αθηναικές δυνάμεις, και τις καθολικές και τις μερικές. Γιατί, όπως το Δίιο δημιουργικό πλήθος μιμείται την εαυτού μονάδα, και όπως το μαντικό και Απολλωνιακό μετέχει της Απολλωνιακής ιδιότητας, έτσι και ο Αθηναϊκός αριθμός απεικονίζει την άχραντη και αμιγές ιδιότητα της Αθηνάς. Τελευταία εμφανίζεται στις Αθηναϊκές ψυχές. Γιατί κι μέσα σε αυτές, η ασπίδα είναι η αδάμαστη και ακλινής ιδιότητα του Λόγου (=λογική), ενώ το δόρυ είναι η ικανότητα να περικόπτουν την ύλη, ικανότητα που απαλλάσσει τις ψυχές από τα μοιραία παθήματα. Σε αυτές τις ιδιότητες, λοιπόν, είχαν συμμετάσχει πιο καθαρά οι Αθηναίοι [πρόγονοι του Σόλωνα] και κατά δεύτερο λόγο οι Σαϊτες, οι οποίοι συμμετέχουν και σε αυτά ανάλογα με τη συγγένεια τους με την θεά.

Επιπλέον:
«Το άγαλμα της Αθηνάς κρατεί δόρυ και ασπίδα για να δηλώσει τη σταθερότητα και για το ότι απομακρύνει κάθε επιβουλή της σοφίας∙ διότι αυτή είναι ο νους. Και της δίδουν να έχει περικεφαλαία δηλώνοντας την νεότητα, το ανώτατο και αθέατο της σοφίας∙ και έχει [ως σύμβολο] την ελιά, διότι αυτή είναι η πιο καθαρή. Ολόκληρη η ελιά είναι ουσία φωτός. Τέλος, κατέχει το γοργόνειο επί το στήθος της δηλώνοντας το βραχύ του νοός.»[2]
(Βλ., Ανωνύμου σχολιαστού στον Σοφοκλή, Argumenta et excerpta interpretationum allegoricarum in Soph excpt cod V.29)

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) : 30/04/2010


[1]     in Ti 1.156.31 ` to     in Ti 1.157.23 «ὁ δέ γε θεῖος Ἰάμβλιχος ἐνθεαστικῶς, ἐπειδὴ πᾶν τὸ θεῖον καὶ δρᾶν χρὴ καὶ μὴ πάσχειν, ἵνα τῷ   μὲν δρᾶν μὴ ἔχῃ τὸ ἀδρανὲς τῇ ὕλῃ προσόμοιον, τῷ δὲ μὴ πάσχειν μὴ ἔχῃ τὸ δραστήριον τοῖς ἐνύλοις ἐοικός, ἃ μετὰ πάθους ποιεῖ, τὰς μὲν ἀσπίδας δυνάμεις εἶναι τίθεται, δι᾽ ἃς ἀπαθὲς καὶ ἄχραντον μένει τὸ θεῖον, ἄρρηκτον ἐν ἑαυ τῷ φρουρὰν περιβεβλημένον, τὰ δὲ δόρατα δυνάμεις, καθ᾽ ἃς χωρεῖ διὰ πάντων ἀναφῶς καὶ δρᾶ εἰς πάντα, τὸ ἔνυλον ἀποκόπτον καὶ πᾶν τὸ γενεσιουργὸν εἶδος ἀμυνόμενον. ταῦτα δὲ πρώτως μὲν περὶ τὴν Ἀθηνᾶν ὁρᾶται· διὸ καὶ ἀσπὶς αὐτῆς ἐξήπλωται καὶ δόρυ καὶ ἐν τοῖς ἀγάλμασι· καὶ γὰρ πάντα καταγωνίζεται καὶ διαμένει ἄκλιτος κατὰ τοὺςθεολόγους καὶ ἄχραντος ἐν τῷ πατρί. δευτέρως δὲ ἐν ταῖς Ἀθηναϊκαῖς δυνάμεσι, ταῖς τε ὅλαις καὶ ταῖς μερικαῖς· ὡς γὰρ τὸ Δίιον καὶ δημιουργικὸν πλῆθος μιμεῖται τὴν ἑαυ τοῦ μονάδα, καὶ ὡς τὸ μαντικὸν καὶ Ἀπολλωνιακὸν μετέχει τῆς Ἀπολλωνιακῆς ἰδιότητος, οὕτως καὶ ὁ Ἀθηναϊκὸς ἀριθ μὸς τὸ ἄχραντον τῆς Ἀθηνᾶς καὶ ἀμιγὲς ἀπεικονίζεται. ἐσχάτως δὲ ἐν ταῖς Ἀθηναϊκαῖς ψυχαῖς· ἔστι γὰρ καὶ ἐν ταύταις ἡ μὲν ἀσπὶς τὸ ἀδάμαστον τοῦ λόγου καὶ ἀκλινές, δόρυ δὲ τὸ τμητικὸν τῆς ὕλης καὶ τῶν δαιμονίων ἢ μοιραίων παθημάτων ἀπαλλάττον τὰς ψυχάς, ὧν δὴ καθαρώ τερον μὲν οἱ Ἀθηναῖοι, δευτέρως δὲ οἱ Σαῗται μετειλήχασι, μέτρῳ τῆς πρὸς τὴν θεὸν συγγενείας καὶ τούτων μετα λαγχάνοντες.»

[2]«Τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ἄγαλμα δόρυ κρατεῖ καὶ ἀσπίδα διὰ τὸ σταθερὸν καὶ διὰ τὸ πᾶσαν ἐπιβουλὴν τῆς σοφίας ἀποθέσθαι· ἡ αὐτὴ γάρ ἐστι τῷ νῷ. Καὶ περικεφαλαίαν δίδωσιν αὐτῇ διὰ τὸ νέον τῆς σοφίας καὶ ἀκρότατον καὶ ἀθέατον· καὶ ἐλαίαν ὡς καθαρωτάτην οὖσαν αὐτήν. Οὐσία γὰρ φωτὸς ὅλη ἡ ἐλαία. Καὶ γοργόναν διδόασιν ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτῆς διὰ τὸ βραχὺ τοῦ νοός.»