Ήρωες – Ημίθεοι


Ο Πρόκλος, στο έργο του «Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 97. 1 – 6 και 98.8 – 13», μας λέγει ότι ο Ζευς ονομάζεται πατέρας εκείνων που διατήρησαν αμόλυντο το θεϊκό και ηγεμονικό είδος της ζωής, αλλά είναι όπως του Ηρακλή και των Διοσκούρων. Εκείνων όμως που δεν κατάφεραν να στραφούν κάποτε προς το θείο [«οὐδ᾽ ἐπιστρέψαι ποτὲ πρὸς τὸ θεῖον δυνηθέντων»] δεν θα μπορούσε να αποκληθεί σε καμία περίπτωση πατέρας, «οὔθ᾽ ὡς ὑπάρχων οὔθ᾽ ὡς λεγόμενος». Όσοι λοιπόν μετείχαν σε κάποια ενέργεια που υπερβαίνει τη θνητή φύση, αμέσως έφτασαν στον της «ανομοιότοιτας πόντο»  και αντάλαξαν την τιμή που αποδίδουν οι άνθρωποι με το σφάλμα απέναντι στους θεούς. αυτών πατέρας είναι ο Ζεύς, αλλά γενικά λεγόμενος πατέρας.

Στην περίπτωση μερικών ανθρώπων ονομάζεται ξεχωριστά πετέρας, όπωςτου Ηρακλή, αυτών δηλαδή που διαφύλαξαν αναλλοίωτο τον δίιον και ηγεμονικό βίο ζώντας εν τη γενέσει.

Υπό τρείς έννοιες δηλ. είναι πατέρας ο Ζευς, θεών, ψυχών και μερικών [μεριστών] ψυχών που επέλεξαν τον νοητικό και θεϊκό βίο.

Πιο επεξηγηματικά ο Πρόκλος, στο έργο του «Εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 117. 1 – 119.7», μας λέγει ότι τα τελευταία μέρη του πρότερο Κόσμου συνάπτονται γενικά με τα πρώτα του δεύτερου Κόσμου. Επί παραδείγματι ο Ερμής, όντας αρχαγγελική μονάδα, εξυμνείται ως θεός. Ο Πλάτων μάλιστα, όλη τη μεταξύ θεών και ανθρώπων έκταση την ονομάζει δαίμονες. Εκείνοι βέβαια είναι από την φύση τους τέτοιοι, οι στον πλατωνικό «Κρατύλο» από το «χρυσό γένος» δαίμονες και ημίθεοι ήρωες δεν είναι από την φύση τους ήρωες και δαίμονες, αλλά κατά σχέση, ως ψυχές που παραδίδονται κατά φύση στη γένεση, όπως ο μέγας Ηρακλής και οι παρόμοιοι.

Χαρακτηριστικό μάλιστα των ηρωικών τούτων ψυχών ήταν η επιτέλεση σπουδαίων, η υπεροχή και η μεγαλοπρέπεια, και τους τέτοιου είδους ήρωες πρέπει να τους τιμάμε και να τους σεβόμαστε σύμφωνα με τα παραγγέλματα του Πλάτωνα που στους «Νόμους, 717.b» μας λέγει ότι «μετὰ θεοὺς δὲ τούσδε καὶ τοῖς δαίμοσιν ὅ γε ἔμφρων ὀργιάζοιτ᾽ ἄν, ἥρωσιν δὲ μετὰ τούτους μετά τους θεούς, ο ευσεβής άνθρωπος θα αποδώσει τιμές στους δαίμονες και εν συνεχεία στους ήρωες». Τούτο λοιπόν το ηρωικό γένος των ψυχών δεν έρχεται πάντοτε μετά τους θεούς, είναι αγνό και με περισσότερο νοητικό χαρακτήρα σε σχέση με τις άλλες ψυχές και, ενώ κατέρχεται για να ευεργετήσει τη ζωή των ανθρώπων, ως συμμέτοχο και στο βαρύ στοιχείο της κάτω περιοχής, έχει ωστόσο έντονα αναγωγικό προς τα άνω χαρακτήρα και εύκολα αποχωριζόμενο την ύλη. Για τούτο «ῥᾳδίως εἰς τὸ νοητὸν ἀποκαθίστανται καὶ πολλὰς περιόδους ἐκεῖ διάγουσιν», όπως ακριβώς τα κατεξοχήν άλογα γένη των ψυχών «ἢ οὐδ᾽ ὅλως ἢ δυσχερῶς ἢ ἐπ᾽ ἐλάχιστον εἰς τὸ νοητὸν ἀποκαθίστανται».

Καθένας από τους θεούς διαχωρίζεται, χωρίς ανάμειξη, από τους δεύτερους, και οι πλέον πρωταρχικοί και καθολικοί από τους δαίμονες είναι τοποθετημένοι πάνω από τη σχέση του είδους αυτού και συμπράττουν με πνεύματα «περίγεια καὶ μερικὰ» στις γενέσεις ορισμένων, όχι προχωρώντας σε φυσική ανάμειξη προς τα θνητά αλλά κινώντας τη φύση τους, τελειοποιώντας τη γόνιμη δύναμη τους, ευρύνοντας την ατραπό της γένεσης και περιορίζοντας όλα τα εμπόδια.

Οι μύθοι λοιπόν σκεπάζουν τα πράγματα κάτω από λέξεις που ακούγονται ίδιες αλλά έχουν διαφορετική σημασία. Τα τέτοιου είδους δηλαδή έχουν τα ίδια ονόματα με τους θεούς που είναι οι αρχικοί αίτιοι της δικής τους βαθμίδας. Για τούτο λένε ότι οι θεοί ενώνονται με θνητές γυναίκες ή οι θνητοί άντρες με θεές. Αν όμως ήθελαν να μιλήσουν απερίφραστα και με σαφήνεια, θα έλεγαν ότι η Αφροδίτη, ο Άρης, η Θέτιδα και οι άλλοι θεοί, αρχίζοντας καθένας από επάνω, οδηγούν μέχρι τέλους τη δική τους βαθμίδα η οποία περιέχει πολλές αιτίες διαφοροποιημένες η μια από την άλλη ως προς την ουσία καθαυτή, επί παραδείγματι, αγγελικές και δαιμόνιες, ηρωικές και νυμφικές και τα παρόμοια. Οι ταπεινές λοιπόν δυνάμεις των βαθμίδων αυτών μεγάλη «κοινωνίαν ἐνεστήσαντο πρὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος». Πράγματι τα τελευταία μέρη των πρώτων συμφύονται με τα αρχικά των δεύτερων, και με όλες γενικά τις φυσικές τους εκδηλώσεις συντελούν και στις γενέσεις, εξ ου και δημιουργείται πολλές φορές η εντύπωση ότι από την ανάμειξη και ένωσή τους με τους ανθρώπους γεννιούνται ήρωες, οι οποίοι θεωρείται ότι πλεονεκτούν κάπως σε σχέση με την ανθρώπινη φύση. Φυσική ομοιοπάθεια όμως δεν αναπτύσσει μόνο αυτό το δαιμόνιο γένος προς τους ανθρώπους, αλλά και άλλοι προς άλλους, όπως οι Νύμφες : άλλες προς τα δέντρα, άλλες προς τις πηγές και άλλες προς τα ελάφια ή τους δράκοντες.

Πως όμως άλλοτε λέγεται ότι οι θεοί ενώνονται με τις θνητές γυναίκες και άλλοτε οι θεές με τους θνητούς άντρες ;;;

Στ’ αλήθεια, οι επαφές των θεών με τις θεές δημιουργούν θεούς ή δαίμονες αΐδιους. Οι ηρωικές ψυχές όμως, που έχουν διττά είδη ζωής, άλλοτε «μὲν κατὰ τὸ ἐν ἑαυταῖς ἄρρεν καὶ τὸν τοῦ ταὐτοῦ κύκλον» περιφορά φανερώνουν την θεοπρεπή δύναμή τους, και άλλοτε «κατὰ τὸ θῆλυ καὶ τὴν θατέρου περίοδον», και όταν και στις δύο εκδοχές επιτύχουν, υφίστανται ως ανεξάρτητες από τη γένεση, νοούν τα πρότερα αυτών και φροντίζουν τα δεύτερα. Όταν όμως αποτύχουν και στις δύο εκδοχές, δεν έχουν καμία διαφορά από τις αγελαίες ψυχές, στις οποίες η «τοῦ ταὐτοῦ κύκλου» περιφορά ανακόπτεται και αυτή του «θατέρου» υφίσταται κάθε λογής ρήξεις και παραμορφώσεις. Κατ’ ανάγκη, λοιπόν, ο ένας θα βρίσκεται στη σύμφωνη με τη φύση του κατάσταση, ενώ ο άλλος θα εμποδίζεται ως προς την εκδήλωση της οικείας του ενέργειας. Για τούτο και η ημίθεοι πράττουν σύμφωνα με τον ένα από τους δυο κύκλους που προέρχονται από τους θεούς : όσοι «τὸν ταὐτοῦ κύκλον εὔλυτον ἔχουσι» και «πρὸς τὴν ἀναγωγὸν ζωήν εἰσιν ἐγηγερμένοι καὶ περὶ ταύτην ἐνθεάζουσιν» [και εγείρονται κατά την αναγωγική προς τα άνω ζωή και τελούν σε ένθεη έμπνευση σχετικά με αυτή], σ’ αυτούς λέγεται ότι έλαχε θεός πατέρας και θνητή μητέρα λόγω έλλειψης της ζωής προς την μία πλευρά. Όσοι πάλι «κατὰ τὴν θατέρου περίοδόν εἰσιν εὐκίνητοι καὶ περὶ τὰς πράξεις κατορθωτικοὶ καὶ ἐνθουσιαστικοί», αυτοί είναι από θνητό πατέρα και θεά μητέρα. Με μία λέξη : η επιτυχία είτε στην μία πλευρά είτε στην άλλη φέρει τη σφραγίδα της θεϊκής αιτίας, και, στην περίπτωση της επικράτησης «τοῦ μὲν ταὐτοῦ κύκλου», «τὸ θεῖον ἄρρεν εἶναι λέγεται καὶ πατρικόν», ενώ στην περίπτωση τη επικράτησης της περιφοράς «τοῦ θατέρου μητρικόν». Έτσι λοιπόν και ο Αχιλλέας είχε επιτυχία στις πράξεις σαν υιός θεάς που ήταν. Την έφεσή του μάλιστα προς την πράξη δείχνει και το ότι, όταν ήταν στον άδη, επιθυμούσε τη σωματική ζωή για την υπεράσπιση ου πατέρα του – βλ. τον 482ον στίχο της Λ΄ ραψωδίας της Οδύσσειας.

Αντίθετα ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς ήταν υιοί του Διός, κινώντας τον εαυτό τους από γενέσεως προς το ΟΝ, έχοντας επαφή με τον κόσμο των θνητών [τῆς διακοσμήσεως τῶν θνητῶν] μόνο κατά τον βαθμό που ήταν αναγκαίο.

Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [13-6-2009, ΕΛΛΑΣ]

—————————————————————————————————————————————————————————–

Πηγές


Πρόκλος

  • Σχόλια εις τον Κρατύλο Πλάτωνος, 117.1 – 118.59