Ορφικός ύμνος Όνειρου (θυμίαμα αρώματα)


Σε καλώ, μακάριε, τανυσίπτερε, ούλε Όνειρε, άγγελε των μελλόντων, μεγιστε χρησμοδέ για τους θνητούς. Γιατί καθώς επέρχεσαι σιγηλός στην ησυχία του γλυκερού ύπνου, προσφωνώντας τις ψυχές των θνητών εγήρεις ο ίδιος τον νου τους, και ο ίδιος υποπέμπεις καθ’ ύπνους τις γνώμες των μακάρων, σιγών προφαίνεις στις σιγώσες ψυχές τα μέλλοντα, η ύπαρξη των θεών οδεύει εσθλή στους νόες των ευσεβών, ως αν αεί το καλλόν μέλλον, προληφθέν από την γνώμη, υπάγεις τερπολές στον βίο των προχαρέντων ανθρώπων, των κακών ανάπαυλα, όπως ο ίδιος ο θεός ενέπει με ευχωλές και θυσίες να λύσουν των χόλο των ανάκτων. Γιατί το τέλος των ευσεβών είναι γλυκερότερο, όμως στους κακούς δεν φανερόνεται η μέλλουσα ανάγκη σε ονειρήεσσα όψιν, εξάγγελος των κακών έργων, ώστε να μην βρουν λύση στο ερχόμενο άλγος. Αλλά, μακάριε, σε λίτομαι να φράζεις τα μηνύματα των θεών, και να πελάζεις αεί ορθές γνώμες για τα πάντα και να μην προφαίνεις αλλόκοτα σημεία κακών.»

Κικλήσκω σε, μάκαρ, τανυσίπτερε, οὖλε Ὄνειρε, ἄγγελε μελλόντων, θνητοῖς χρησμωιδὲ μέγιστε· ἡσυχίαι γὰρ ὕπνου γλυκεροῦ σιγηλὸς ἐπελθών, προ<σ>φωνῶν ψυχαῖς θνητῶν νόον αὐτὸς ἐγείρεις, καὶ γνώμας μακάρων αὐτὸς καθ᾽ ὕπνους ὑποπέμπεις,   σιγῶν σιγώσαις ψυχαῖς μέλλοντα προφαίνων, οἷσιν ἐπ᾽ εὐσεβίηισι θεῶν νόος ἐσθλὸς ὁδεύει, ὡς ἂν ἀεὶ τὸ καλὸν μέλλον, γνώμηισι προληφθέν, τερπωλαῖς ὑπάγηι βίον ἀνθρώπων προχαρέντων, τῶν δὲ κακῶν ἀνάπαυλαν, ὅπως θεὸς αὐτὸς ἐνίσπηι εὐχωλαῖς θυσίαις τε χόλον λύσαντες ἀνάκτων. εὐσεβέσιν γὰρ ἀεὶ τὸ τέλος γλυκερώτερόν ἐστι, τοῖς δὲ κακοῖς οὐδὲν φαίνει μέλλουσαν ἀνάγκην ὄψις ὀνειρήεσσα, κακῶν ἐξάγγελος ἔργων, ὄφρα μὴ εὕρωνται λύσιν ἄλγεος ἐρχομένοιο. ἀλλά, μάκαρ, λίτομαί σε θεῶν μηνύματα φράζειν, ὡς ἂν ἀεὶ γνώμαις ὀρθαῖς κατὰ πάντα πελάζηις μηδὲν ἐπ᾽ ἀλλοκότοισι κακῶν σημεῖα προφαίνων.