Ορφικός ύμνος Τύχης (θυμίαμα λίβανον)


«Έλα Τύχη. Σε καλώ, κράντειρα των αγαθών, στις ευχές, μειλίχια, ενοδίτιν, που βρίσκεσαι στα εύολβα κατακτήματα, Αρτέμιδα ηγεμόνη, μεγαλώνυμη, που κατάγεσαι από το αίμα του Ευβουλέα, που έχεις απρόσμαχο εύχος, τυμβιδία, πολύπλαγκτη, αοίδημη από τους ανθρώπους. Γιατί εντός σου είναι ο παμποίκιλος βίος των θνητών. Γιατί σε αυτούς δήνεις πολύολβο πλήθος κατακτημάτων, και σε αυτούς όταν ορμάς με χόλον θυμώ δίνεις κακή πενεία. Αλλά θεά, σε λίτομαι να έλθεις στον βίο ευμενέουσα, πληθένοντας του όλβους στα εύολβα κατακτήματα.»

Δεῦρο, Τύχη· καλέω σ᾽, ἀγαθῶν κράντειραν, ἐπευχαῖς, μειλιχίαν, ἐνοδῖτιν, ἐπ᾽ εὐόλβοις κτεάτεσσιν, Ἄρτεμιν ἡγεμόνην, μεγαλώνυμον, Εὐβουλῆος αἵματος ἐκγεγαῶσαν, ἀπρό<σ>μαχον εὖχος ἔχουσαν, τυμβιδίαν, πολύπλαγκτον, ἀοίδιμον ἀνθρώποισιν. ἐν σοὶ γὰρ βίοτος θνητῶν παμποίκιλός ἐστιν· οἷς μὲν γὰρ τεύχεις κτεάνων πλῆθος πολύολβον, οἷς δὲ κακὴν πενίην θυμῶι χόλον ὁρμαίνουσα. ἀλλά, θεά, λίτομαί σε μολεῖν βίωι εὐμενέουσαν, ὄλβοισι πλήθουσαν ἐπ᾽ εὐόλβοις κτεάτεσσιν.