Ορφικός ύμνος Μηλινόης (θυμίαμα αρώματα)


«Την Μηλινόη καλώ, την χθόνια νύμφη, την κροκόπεπλη, που γέννησε στις προχόες του Κωκυτού με τα λέκτρα του Κρόνιου Ζηνός την σεμνή Περσεφόνη. Η οποία όταν ψευσθείς ο Πλούτωνας μίχθηκε με δόλιες απάτες, με την ψυχή της Περσεφόνης έσπασε τη δισώματη χροια, αυτή που στέλνει μανία στους θνητούς με αέρινα φαντάσματα, που εκπροφαίνει τύπο μόρφης με αλλόκοτες ιδέες, που άλλοτε είναι προφανείς και άλλοτε σκοτινή, νυχαυγής, ενάντιες έφοδοι κατά την ζοφοειδή νύκτα. Αλλά θεά, σε λίτομαι, βασίλισσα των καταχθονίων, να εκπέμπεις τον οίστρο της ψυχής στα τέρματα της γαίας, φανερώνοντας ευμενές ευίερο πρόσωπο στους μύστες.»

Μηλινόην καλέω, νύμφην χθονίαν, κροκόπεπλον, ἣν παρὰ Κωκυτοῦ προχοαῖς ἐλοχεύσατο σεμνὴ Φερσεφόνη λέκτροις ἱεροῖς Ζηνὸς Κρονίοιο, ἧι ψευσθεὶς Πλούτων᾽ ἐμίγη δολίαις ἀπάταισι, θυμῶι Φερσεφόνης δὲ δισώματον ἔσπασε χροιήν, ἣ θνητοὺς μαίνει φαντάσμασιν ἠερίοισιν,   ἀλλοκότοις ἰδέαις μορφῆς τύπον † ἐκπροφαίνουσα, ἄλλοτε μὲν προφανής, ποτὲ δὲ σκοτόεσσα, νυχαυγής, ἀνταίαις ἐφόδοισι κατὰ ζοφοειδέα νύκτα. ἀλλά, θεά, λίτομαί σε, καταχθονίων βασίλεια, ψυχῆς ἐκπέμπειν οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης, εὐμενὲς εὐίερον μύσταις φαίνουσα πρόσωπον.