Ορφικός ύμνος Ηους (θυμίαμα μάνναν)


 «Άκουσε θεά, που άγεις στους θνητούς φαεσίμβροτον ήμαρ, λαμπροφαή Ηώ, ερυθαινομένη κατά κόσμον, αγγέλτειρα του μεγάλου θεού αγαυού Τιτάνος, η οποία την ζοφερή και αιολόχρωτη πορεία της νυκτός με την δική σου ανατολή πέμπεις υπό νέρτερα γαίης. Ηγήτειρα των έργων, πρόπολε του βίου των θνητών. Με την οποία χαίρει το γένος των θνητών μέροπων. Κανείς δεν υπάρχει, που να αποφεύγει την δική σου όψη που είναι καθυπέρτερη. Όταν αποσείης τον γλυκή ύπνο από τα βλέφαρα, κάθε βροτός φανερώνεται, κάθε ερπετό και τα άλλα φύλα των τετράποδων και των πτηνών και των πολυεθνών ειναλίων. Γιατί πορίζεις τα πάντα στον εργάσιμο βίο των θνητών. Αλλά, μακάρια, αγνή, να αυξάνεις το ιερό φάος στους μύστες.»

Κλῦθι, θεά, θνητοῖς φαεσίμβροτον ἦμαρ ἄγουσα, Ἠὼς λαμπροφαής, ἐρυθαινομένη κατὰ κόσμον, ἀγγέλτειρα θεοῦ μεγάλου Τιτᾶνος ἀγαυοῦ, ἣ νυκτὸς ζοφερήν τε καὶ αἰολόχρωτα πορείην ἀντολίαις ταῖς σαῖς πέμπεις ὑπὸ νέρτερα γαίης· ἔργων ἡγήτειρα, βίου πρόπολε θνητοῖσιν· ἧι χαίρει θνητῶν μερόπων γένος· οὐδέ τίς ἐστιν, ὃς φεύγει τὴν σὴν ὄψιν καθυπέρτερον οὖσαν, ἡνίκα τὸν γλυκὺν ὕπνον ἀπὸ βλεφάρων ἀποσείσηις, πᾶς δὲ βροτὸς γήθει, πᾶν ἑρπετὸν ἄλλα τε φῦλα τετραπόδων πτηνῶν τε καὶ εἰναλίων πολυεθνῶν· πάντα γὰρ ἐργάσιμον βίοτον θνητοῖσι πορίζεις. ἀλλά, μάκαιρ᾽, ἁγνή, μύσταις ἱερὸν φάος αὔξοις.