Ορφικός ύμνος Ερμού χθόνιου (θυμίαμα στύρακα)


«Εσύ που κατοικείς στου Κωκυτού τον ανυπόστροφο δρόμο της ανάγκης, που κατάγεις τις ψυχές των θνητών υπό νέρτερα γαίης, Ερμή, βακχεχόροιου Διονύσου γένεθλον και της Παφίας κόρης, της ελικοβλεφάρου Αφροδίτης, που αμφιπολεύεις στον ιερό δόμο της Περσεφόνης, που είσαι πομπός κατά την γαία για τις αινομόρους ψυχές, τις οποίες κατάγεις, όταν επέρχεται ο χρόνος της μοίρας θέλγοντας με ευίερη υπνοδώτειρα ράβδο τα πάντα, και πάλι εγείρεις τους υπνώοντες. Γιατί σε εσένα έδωσε τιμή η Φερσεφόνεια θεά να οδηγείς τις αέναες ψυχές κατά τον ευρύ Τάρταρο στην οδό των θνητών. Αλλά, μακάριε, ας πέμπεις στους μύστες εσθλό τέλος επι τα έργα.»

Κωκυτοῦ ναίων ἀνυπόστροφον οἶμον ἀνάγκης, ὃς ψυχὰς θνητῶν κατάγεις ὑπὸ νέρτερα γαίης, Ἑρμῆ, βακχεχόροιο Διωνύσοιο γένεθλον καὶ Παφίης κούρης, ἑλικοβλεφάρου Ἀφροδίτης, ὃς παρὰ Περσεφόνης ἱερὸν δόμον ἀμφιπολεύεις, αἰνομόροις ψυχαῖς πομπὸς κατὰ γαῖαν ὑπάρχων, ἃς κατάγεις, ὁπόταν μοίρης χρόνος εἰσαφίκηται εὐιέρωι ῥάβδωι θέλγων † ὑπνοδώτειρα πάντα, καὶ πάλιν ὑπνώοντας ἐγείρεις· σοὶ γὰρ ἔδωκε {τιμὴν} τιμὴν Φερσεφόνεια θεὰ κατὰ Τάρταρον εὐρὺν ψυχαῖς ἀενάοις θνητῶν ὁδὸν ἡγεμονεύειν. ἀλλά, μάκαρ, πέμποις μύσταις τέλος ἐσθλὸν ἐπ᾽ ἔργοις.