Ορφικός ύμνος Διονύσου (θυμίαμα στύρακα)


«Καλώ τον ερίβρομον Διόνυσσο, τον ευαστήρα, τον πρωτόγονον, τον διφυή, τον τρίγονον, τον Βάκχειο άνακτα, τον άγριο, τον άρρητο, τον κρύφιο, τον δικέρωτα, τον δίμορφο, τον κυσσόβρυον, τον ταυρωπό, τον Αρήιον, τον εύιον, τον αγνό, τον ωμάδιο, τον τριετή, τον βοτρυηφόρο, τον ερνεσίπεπλον. Ευβουλέα, πολύβουλε, που τεκνώθηκες από τον Ζεύς και την Περσεφόνη σε άρρηρα λέκτρα, άμβροτε δαίμονα. Άκουσε, μακάριε, την φωνή μας, και πνεύσε πάνω μας ηδύς και πράος, έχοντας ευμενές ήτορ, μαζί με τις εύζωνες τροφούς σου.»

Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα, πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα,   ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν, ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον. Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον· κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ᾽ ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.