Εις Ηρακλέα λεοντόθυμο (Ομήρου)


Τον Ηρακλή, του Διός τον υιό, αείσομαι, ο οποίος γεννήθηκε μέγας άριστος από τους επιχθονίως όταν στην καλλίχορη Θήβα μίχθεικε η Αλκμήνη με τον μελαινόνεφο Κρονίων. Ο οποίος πριν κατά την αθέσφατη γαία και την θάλασσα πλανόταν σταλμένος από τον άνακτα Ευρυσθέα έπραξε πολλά ατάσθαλα ο ίδιος,  και πολλά υπέμεινε. Τώρα όμως ήδη ναίει τερπόμενος στο καλό έδος του νιφόεντος Ολύμπου και έχει την καλλίσφυρον Ήβη. Χαίρε, άναξ, του Διός υιε. Δείδε μας αρετή και όλβο.

       H14 t ` to     H15  {Εἰς Ἡρακλέα λεοντόθυμον}  

Ἡρακλέα Διὸς υἱὸν ἀείσομαι, ὃν μέγ᾽ ἄριστον γείνατ᾽ ἐπιχθονίων Θήβῃς ἔνι καλλιχόροισιν Ἀλκμήνη μιχθεῖσα κελαινεφέϊ Κρονίωνι· ὃς πρὶν μὲν κατὰ γαῖαν ἀθέσφατον ἠδὲ θάλασσαν πλαζόμενος πομπῇσιν ὕπ᾽ Εὐρυσθῆος ἄνακτος πολλὰ μὲν αὐτὸς ἔρεξεν ἀτάσθαλα, πολλὰ δ᾽ ἀνέτλη· νῦν δ᾽ ἤδη κατὰ καλὸν ἕδος νιφόεντος Ὀλύμπου ναίει τερπόμενος καὶ ἔχει καλλίσφυρον ῞Ηβην.   Χαῖρε ἄναξ Διὸς υἱέ· δίδου δ᾽ ἀρετήν τε καὶ ὄλβον.