Ο όχλος (Οχλοκρατία), ο δήμος (Δημοκρατία) και ο Χριστιανισμός (οι «κοινωνικές, ηθικές, πολιτικές» προεκτάσεις του).


Σύμφωνα με το Πρόκλο, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 255.  11 – 18», οι πλείστοι των ανθρώπων είναι «ἀνεπιστήμονες» και ελάχιστοι είναι επιστήμονες. Για αυτό και ο γενναίος Ηράκλειτος «ἀποσκορακίζει τὸ πλῆθος ὡς ἄνουν καὶ ἀλόγιστον».

Ο λαός, μας λέει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 56.22 – 59.23», είναι πλήθος με εσωτερικούς δεσμούς, ενώ ο όχλος είναι πλήθος διασπασμένο, εξ ου και λέμε ότι στα πολιτεύματα η οχλοκρατία είναι διαφορετικό πράγμα από τη δημοκρατία. Διότι στην πρώτη επικρατεί η αταξία, η ανομία και η αφροντισιά, ενώ τη δεύτερη την έχουν θεσπίσει οι νόμοι. Και ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 42.c» άλλωστε αποκάλεσε «όχλο» το σύνολο άλογο στοιχείο, βάσει του ότι είναι αόριστο (απροσδιόριστο) κατ’ ουσία, ελλιπές και δίχως τάξη : «τον μεγάλο όχλο πυρός, γης, αέρος και ύδατος που του δόθηκε μετά τη γέννηση του – τὸν πολὺν ὄχλον καὶ ὕστερον προσφύντα ἐκ πυρὸς καὶ γῆς καὶ ἀέρος καὶ ὕδατος».

Και αν πρέπει να του πούμε και αυτό, αν μιλήσουμε για την πολιτεία σε αντιστοιχία με την ψυχή, θα λέγαμε ότι το πλήθος θα πρέπει να το εννοήσουμε ως το επιθυμητικό μέρος της πόλης (αυτό είναι «ότι ο δήμος στην πόλη – ὅπερ δῆμος ἐν πόλει» λέει ο Πλάτων στους «Νόμους, 689.b», γενικά το «πολυκέφαλον θηρίον», όπως λέει ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία, 588.c»), τους ρέποντες προς στην φιλοδοξία/εξουσία πολιτικούς, αφού είναι η επιθυμία για την εξουσία που τόσο πολύ επιθυμούν, ανάλογους του θυμοειδούς/θυμού, τους όντως Φιλοσόφους αντίστοιχους του λογιστικού/λογικού/Λόγου (άλλωστε εκεί εδρεύει η επιστήμη).

Έτσι, ο Σωκράτης, σαν άλλος Ηρακλής, λέγει ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 243.5 – 251.2»,κόβει τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας, αποδεικνύοντας ότι το πλήθος στο σύνολό του είναι αναξιόπιστο όσο αφορά την γνώση, κυρίως των δικαίων και των αδίκων! Έτσι όποιος αποσκοπεί στο καλό δεν πρέπει να στηρίζεται στη δόξα (δοξασίες) των πολλών όσο αφορά το δήμο της πόλη ούτε βέβαια στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής του, μιας και το πλήθος είναι αίτιο ψευδοδοξίας και από τα μικρά μας χρόνια μέσα μας δημιουργεί πονηρές φαντασίες και πάθη ποικίλα. Και αυτό κατά την έννοια  ότι μέσα στον καθένα μας υπάρχει ένα «πολυκέφαλον θηρίον» (Πλάτων «Πολιτεία, 588.c»), όπως έχει πει ο ίδιος, που είναι αντίστοιχο το πλήθος. Αυτό, πράγματι, είναι ότι ο όχλος μέσα στην πόλη, «τὸ ποικίλον καὶ ἄλογον καὶ ἔνυλον εἶδος τῆς ψυχῆς», το πεζότατο (το πιο χαμηλό) στοιχείο μέσα μας. Ο όντως φιλόσοφος λοιπόν προτρέπει προς την απομάκρυνση από την ατέρμονη επιθυμία και τη διάλυση του πλήθους της ζωής μας και του όχλου που υπάρχει μέσα μας, με το σκεπτικό ότι ο τελευταίος δεν είναι αξιόπιστος κριτής για την φύση των πραγμάτων ούτε γενικά δεκτικός κάποιας επιστήμης. Είναι γεγονός ότι κανένα άλογο στοιχείο δεν μπορεί, από την φύση του, να μετέχει στην επιστήμη, πολύ περισσότερο το υποδεέστερο από τα άλογα στοιχεία, αυτό που ενυπάρχει στον όχλο και τον οδηγεί σε εξεγέρσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Ο όντως φιλόσοφος αξιώνει η νοητική και επιστημονική ζωή δεν πρέπει δεν πρέπει να προσδέχεται την απομάκρυνση από το Ένα, την ανομοιότητα και την παντοειδή διαίρεση, αλλά να τα αποδιώχνει όλα τούτα ως ξένα προς τον νου και τη θεϊκή ένωση. Πρέπει δηλ. να αποφεύγουμε όχι μόνο το εξωτερικό πλήθος αλλά κι αυτό που είναι μέσα στην ίδια την ψυχή, και να μην καταργούμε μόνο αυτό αλλά και το οποιοδήποτε. Αρχίζοντας λοιπόν από την κατώτερη περιοχή, πρέπει να αποφεύγουμε το πλήθος των ανθρώπων των «ἀγεληδὸν ἰόντων» (που πηγαίνουν σαν αγέλη), όπως λέει ο χρησμός, και να μην ερχόμαστε σε επαφή ούτε με τις ζωές τους (με τον τρόπο ζωής τους) ούτε με τις δόξες τους (τις απόψεις τους). Πρέπει να αποφεύγουμε τις πολυειδής ορέξεις (επιθυμίες) που απευθύνονται γιατί μας μερίζουν περί το σώμα και μας κάνουν να στρεφόμαστε προς τα εξωτερικά πράγματα, άλλοτε προς το ένα κι άλλοτε προς το άλλο, τη μια προς τις άλογες ηδονές, την άλλη προς πράξεις αναίτιες και αλληλοσυγκρουόμενες. Αυτές, πραγματικά, μας κάνουν συνέχεια να αλλάζουμε γνώμη, μας γεμίζουν με το κακό. Πρέπει να αποφεύγουμε «τὰς συντρόφους ἡμῖν αἰσθήσεις τὰς τὴν διάνοιαν ἀπατώσας». Πολύμορφες, δηλ. καθώς είναι χρησιμοποιούν διαφορετικά κάθε φορά αισθητά, χωρίς να λένε τίποτα το υγιές και τίποτα ακριβές, όπως λέει ο ίδιος ο Σωκράτης. Πρέπει να αποφεύγουμε τις εικόνες της φαντασίας γιατί είναι εξωτερικές και μερισμένες, φέρνουν απίστευτη ποικιλομορφία και δεν μας επιτρέπουν την αναχώρηση προς το αμέριστο και το άυλο, αλλά, όταν σπεύδουμε να συνδεθούμε με την ουσία του είδους αυτού, ενεργούν ως περισπασμός και μας τραβούν προς την παθητική νόηση. Πρέπει να αποφεύγουμε τις υποκείμενες δοξασίες, διότι κι αυτές είναι ποικιλόμορφες και ατελείωτες, οδηγούνται προς τα εξωτερικά πράγματα και, αναμεμειγμένες με την φαντασία και την αίσθηση, δεν είναι ούτε και αυτές, απαλλαγμένες από την αντιφατικότητα. Πράγματι, και μέσα μας, νομίζω, συγκρούονται οι δοξασίες μεταξύ τους, όπως η μία φαντασία με την άλλη, η μία αίσθηση με την άλλη. Αποφεύγοντας λοιπόν όλα τούτα τα μεριστά και ποικιλόμορφα είδη ζωής, ας ανατρέξουμε ακριβώς στην επιστήμη, κι εκεί ας συναγάγουμε σε ένωση το πλήθος των θεωρημάτων και ας περιλάβουμε σε ένα συνδετικό δεσμό την πολλαπλότητα των επιστημών. Διότι οι επιστήμες ούτε εξεγείρονται ούτε πολεμούν η μία εναντίον της άλλης, αλλά πάντοτε οι κατώτερες υπηρετούν τις ανώτερες και λαμβάνουν τις αρχές τους από εκείνες. Εδώ όμως πρέπει να οδηγήσουμε τον εαυτό μας από τις πολλές επιστήμες προς την μία, την ανυπόθετη και πρώτη, και σε εκείνη να αναγάγουμε όλες τις άλλες. Μετά την επιστήμη «καὶ τὴν ἐν αὐτῇ γυμνασίαν», πρέπει να παραμερίσουμε τις συνθέσεις και τις διαιρέσεις και τις πολυειδής μεταβάσεις, και η ψυχή να μεταστεί προς τη νοητική ζωή και τις απλές επιβολές (συλλήψεις). Δεν είναι δηλ. η «ἐπιστήμη τῶν γνώσεων [καὶ] ἀκρότης» (δεν είναι η γνωστική συστηματοποίηση των γνώσεων το άκρο), αλλά πιο πριν υπάρχει ο νους. Δεν αναφέρομαι στον εξηρημένο της ψυχής νου, αλλά στην από εκείθε ακριβώς έκλαμψη που φτάνει στην ψυχή, για τον οποίο ο Αριστοτέλης λέει ότι ο νους είναι αυτό με το οποίο «τοὺς ὅρους γινώσκομεν», και ο Τίμαιος ότι δεν  βρίσκεται σε τίποτε άλλο παρά μόνο μέσα στην ψυχή. Με την ανάβαση λοιπόν σε τούτον τον νου, θα θεαθούμε μαζί με αυτόν την νοητή ουσία, «θα κατακτήσουμε, μέσα από τις ενιαίες και αδιάσπαστες νοητικές επιβολές (συλλήψεις ), την εποπτεία των ενιαίων, αδιατάρακτων και αδιάσπαστων γενών των όντων –ταῖς ἁπλαῖς καὶ ἀμερίστοις ἐπιβολαῖς τὰ ἁπλᾶ καὶ ἀτρεμῆ καὶ ἀμέριστα τῶν ὄντων ἐποπτεύοντες γένη». Μετά από τον πολύτιμο νου «αὐτὴν τὴν ἄκραν ὕπαρξιν ἀνεγεῖραι δεῖ τῆς ψυχῆς, καθ᾽ ἣν ἕν ἐσμεν καὶ ὑφ᾽ ἧς τὸ πλῆθος ἑνίζεται τὸ ἐν ἡμῖν» (πρέπει να υψώσουμε την κορυφαία ακριβώς ύπαρξη της ψυχής, σύμφωνα με την οποία αποτελούμε ενότητα και η οποία ενοποιεί την εντός μας πολλαπλότητα). Όπως δηλ. μετέχουμε στον νου, κατά τον νου που προαναφέρθηκε, έτσι μετέχουμε και στον πρώτο νου, από τον οποίο έρχεται η ένωση στα πάντα, κατά το ένα, το οιονεί «<ἄνθος> τῆς οὐσίας ἡμῶν», επί τη βάσει του οποίου συνδεόμαστε κατεξοχήν με το θειο. Διότι, σε κάθε περίπτωση, «τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον πανταχοῦ καταληπτόν» – τα επιστητά μέσω της επιστήμης, τα νοητά μέσω του νου, τα κατεξοχήν ενιαία μέτρα των όντων μέσω του ενιαίου της ψυχής. Τούτη είναι η κορυφαία ενέργεια μας. Με βάση αυτή γινόμαστε ένθεοι, αποφεύγοντες κάθε πολλαπλότητα, συγκατατιθέμενοι ακριβώς στην ενότητα μας, έχοντας γίνει ένα και έχοντας ενεργήσει κατά τον τρόπο του ενός. Κατά αυτή την έννοια ο Σωκράτης προτρέπει η ευδαίμονα ζωή να μην έχει καμία επαφή με το εξωτερικό πλήθος. Επιπλέον πρέπει να αποφεύγουμε και το αντίστοιχο πλήθος για να φτάσουμε «εἰς τὸ <ἄνθος τοῦ νοῦ> καὶ τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν ἀνιόντες καταντήσωμεν» (και στην αληθινή μας ύπαρξη κατά την ανοδική πορεία μας). Έτσι, λοιπόν, αν θέλουμε να πορευτούμε στη βάση των γνώσεων, θα δούμε ότι η προτροπή του Σωκράτη είναι σωστή. Αλλά κι αν θέλαμε να αναπτυχθεί ο λόγος στην βάση των ίδιων των γνωστικών αντικειμένων, θα πρέπει να αποφύγουμε όλα τα αισθητά (είναι διαφοροποιημένα, δεκτικά μερισμού αλλά ανεπίδεκτα μετοχής στην επακριβής κατανόηση) και από αυτά να υψώσουμε τον εαυτό μας προς την ασώματη ουσία. Διότι για όλα τα αισθητά η ενότητα είναι παρεμπίπτον στοιχείο. Όλα τους είναι καθαυτά ασυνεχή και διασπασμένα και χαρακτηρίζονται από την απουσία ορίων. Για τούτο και το αγαθό που τους προσιδιάζει είναι μεριστό, υστερογενές, ασύμπτωτο προς τον εαυτό του, με την υπόσταση του να κατοικοεδρεύει σε αλλότριο τόπο. Με την ανάβασή μας όμως στην περιοχή του νοητού, μόλις βρεθούμε μεταξύ των ασωμάτων, θα δούμε τον Κόσμο εκείνο της ψυχής, τον πάνω από τα σώματα, αυτοκινούμενο, ευτενεργό, με την υπόστασή του στον εαυτό του και από τον εαυτό του, πεπληθυσμένο όμως, σαν προαπεικόνιση «τῆς μεριστῆς περὶ τοῖς σώμασιν οὐσίας», θα θεαθούμε παμπληθείς λόγων σχέσεις, αναλογίες και συνδέσεις, ολότητες και μερικότητες, κύκλους ψυχικούς και δυνάμεων ποικιλία, όπου η τελειότητα τους δεν είναι αιώνια ούτε ακίνητη και σταθερή, αλλά «κατὰ χρόνον ἀνελισσομένην καὶ ἐν διεξόδοις» υφιστάμενη (αποστασιοποιημένη). Τέτοιο πράγμα είναι η φύση της ψυχής. Μετά το εντός των ψυχών πλήθος, υψώνουμε τον εαυτό μας προς τον νου και της νοητικές βασιλείες, για να μετάσχουμε στην ένωση των πραγμάτων, και να γίνουμε θεατές της φύσης εκείνης και να δούμε να παραμένει «ἐν αἰῶνι» η φύση και η ζέουσα ζωή, να δούμε την άγρυπνη νόηση της πληρότητά της ζωής, που δεν χρειάζεται ούτε τον χρόνο ούτε τις περιόδους για την τελείωση. Και αφού δούμε αυτά, αφού θεαθούμε αυτά τα πολύ ανώτερα από τις ψυχές, θα αναζητήσουμε αν υπάρχει σε τούτα κανένα πλήθος, αν ο νους που είναι ένας είναι και πλήρης, αν ο ενιαίος αυτός στο είδος (μορφή) είναι και πολύμορφος (ζήτησον εἰ μηδὲν ἐν τούτοις πλῆθος, μηδὲ ὁ νοῦς εἷς ὢν καὶ παντελής ἐστι, μηδὲ μονοειδὴς ὢν καὶ πολυειδὴς ὑπάρχει). Αφού μάθουμε και κατακτήσουμε την εποπτεία του νοητικού πλήθους, του αμέριστου και ενωμένου, θα πορευτούμε και πάλι προς άλλη αρχή και, πριν από τις νοητικές ουσίες, θα εξετάσουμε τις ενάδες τους και την εξηρημένη ένωση των πάντων. Μόλις βρεθούμε εδώ, θα μπορέσουμε να αφήσουμε όλο το πλήθος και θα ανέβουμε στην ίδια την πηγή του αγαθού. Βλέποντας όλα αυτά καταλαβαίνουμε πόσο σημαντική είναι η προτροπή του Σωκράτη να απομακρυνθούμε από το πλήθος, και πως αυτή η προτροπή συντελεί στην σωτηρία συνολικά της ψυχής αν καταλάβουμε την σημασία του πλήθους που διαπερνά όλα τα όντα. Εισηγείται λοιπόν ο Σωκράτης την κάλλιστη αρχή για την τελείωση μας, το να χωρίσουμε δηλ. τους εαυτούς μας από τους πολλούς, από τα εξωτερικά πράγματα, από αυτά που ενυπάρχουν στις ορέξεις της ψυχής και στις απροσδιόριστες κινήσεις των αόριστων δοξασιών. Από τα παραπάνω βέβαια γίνετε φανερό ότι οι ψυχές δεν αθροίζουν τις γνώσεις τους από τα αισθητά, ούτε βρίσκουν το όλον και το ένα από τα επιμέρους και διαιρεμένα πράματα, αλλά «ὡς ἔνδοθεν τὴν μάθησιν προβάλλουσι» διορθώνουν τον ατελή χαρακτήρα των φαινομένων. Δεν πρέπει δηλ. να θεωρούμε «τὰ μηδαμῶς μηδαμῇ ὄντα» αρχηγικά αίτια της γνώσης που ενυπάρχει στις ψυχές, ούτε τα αντιφατικά και αλληλοσυγκρουόμενα, που στερούνται τους λόγους τούτους και είναι βέβαια, να νομίζουμε ότι διέπουν την αληθινή επιστήμης με τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της, ούτε να κάνουμε την παραδοχή ότι τα ποικιλοτρόπως μεταβλητά είναι γεννήτορες των όσων μένουν σταθερά σε έναν και μοναδικό λόγο, ή ότι τα απροσδιόριστα είναι γεννήτορες της επακριβώς καθορισμένης νόησης. Δεν πρέπει συνεπώς να αντλούμε τη σχετική με τα αΐδια πράγματα αλήθεια από την πολλαπλότητα, δεν πρέπει να βασίζουμε τη διάκριση των καθολικών εννοιών στα αισθητά ούτε να κάνουμε τα άλογα πράγματα κριτήριο για τα αγαθά. Αντίθετα, η ίδια η ψυχή πρέπει να προχωρεί και να αναζητάει εντός της το αληθές και το αγαθό και τους αΐδιους των όντων λόγους. Διότι η ουσία της είναι πλήρης από τα παραπάνω, αλλά σκεπάζεται εκ της γενεσιουργού λήθης, έτσι ώστε να κοιτάζει αλλού αναζητώντας την αλήθεια, την οποία κατέχει στην ουσία της, και εξετάζει σε άλλες περιοχές το αγαθό αφήνοντας τον εαυτό της. Από εδώ «καὶ τῆς ἑαυτῶν γνώσεως ἡμῖν ἀρχὴ παραγίνεται». Αν δηλαδή προσβλέπουμε στο πλήθος των ανθρώπων, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να δούμε το ένα και μοναδικό τους είδος, καθώς θα επισκιάζεται από το πλήθος, τον μερισμό, τη διάσταση και την παντοία μεταβολή ων όσων υπόκεινται σε αυτά. Με την επιστροφή, αντίθετα, στον εαυτό μας, «ἐκεῖ καὶ τὸν λόγον τὸν ἕνα καὶ τὴν φύσιν τὴν μίαν τῶν ἀνθρώπων» θα θεωρήσουμε αθάμπωτη. Δικαιολογημένα, συνεπώς, ο Σωκράτης αποτρέπει ευθύς εξαρχής από το να στρέψει το βλέμμα της προς το πλήθος την ψυχή η οποία πρόκειται να γνωρίσει ποιος είναι ο αληθινός άνθρωπος, και αποκαθαίρει εκ των προτέρων τις δόξες (υποκειμενικές αντιλήψεις) που στέκονται εμπόδιο στην εν λόγω θέαση. Πράγματι, το πλήθος εμποδίζει «τὴν εἰς αὐτοὺς ἡμᾶς ἐπιστροφὴν καὶ πρὸς τὴν γνῶσιν τοῦ ἑνὸς εἴδους», διότι «ν τοῖς ἐνύλοις πράγμασιν» η πολυμορφία επισκιάζει την ενότητα, η ετερότητα επισκιάζει την ταυτότητα και η ανομοιότητα την ομοιότητα. Διότι εκεί τα Είδη δεν υπάρχουν χωρίς να συγχέονται το ένα με το άλλο, χωρίς τα καλύτερα να αποφεύγουν την ανάμειξη με τα χειρότερα. Έτσι, όποιοι θέλουν να δουν στον εαυτό τους καθένα από τα αγαθά επιβάλλεται να απομακρύνουν το βλέμμα τους από τα ξένα προς τα αγαθά αυτά.


Μάλιστα,  όπως εξηγεί ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 255.  11 – 18», σε πολιτικό επίπεδο, δεν μπορούμε να βρούμε αγαθή και σπουδαία Δημοκρατία, διότι κάθε πολιτεία «εὖ τυγχάνειν ὅταν τὸ ἄρχον ἐν αὐτῇ τὴν προσήκουσαν ἐπιστήμην ἔχῃ». Ευημερεί δηλ. μια πολιτεία όταν η άρχουσα τάξη της κατέχει την πρέπουσα επιστήμη. Στις Δημοκρατίες όμως άρχουσα τάξη είναι ο δήμος, και ο δήμος από τη φύση του δεν δύναται να κατέχει την επιστήμη ούτε να ζει κατ’ επιστήμη, έτσι δεν θα μπορούσε να υπάρχει ποτέ σπουδαία Δημοκρατία. Σωστά λοιπόν και ο γενναίος Ηράκλειτος «ἀποσκορακίζει τὸ πλῆθος ὡς ἄνουν καὶ ἀλόγιστον». Λέει στο απ. Νο.104 : «που είναι ο νους ή η σκέψη τους ; Εμπιστεύονται τους αοιδούς των δήμων και για δάσκαλό τους έχουν το πλήθος, γιατί δεν ξέρουν ότι οι πολλοί είναι φαύλοι ενώ οι λίγοι είναι οι αγαθοί – τς αὐτῶν,νόος ἢ φρήν; δήμων † αἰδοῦς ἠπιόων τε † καὶ διδασκάλῳ χρείωνταιὁμίλῳ, οὐκ εἰδότες ὅτι οἱ πολλοὶ κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί». Αυτά λέγει ο Ηράκλειτος, εξ ου σιλλογράφος «ὀχλολοίδορον αὐτὸν ἀπεκάλεσεν».

Πέρα τούτου, τα υψηλά φρονήματα κινούν του θεϊκούς εραστές. Όμως τέτοια είδους ήθη, λέγει ο Πρόκλος στο «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 99.5 – 100.6», είναι συγγενικά με το ίδιο το θεϊκό κάλλος. Το να περιφρονεί δηλαδή κάποιος τα παρόντα ως απλά σκιαγραφήματα χωρίς καμία αξία και αντί για αυτά και πάνω από αυτά να επιζητεί κάτι άλλο, μέγα, θαυμαστό και υπέροχο των πολλών, είναι σαφές τεκμήριο του ότι οι ψυχές εγκυμονούν ακριβώς το ωραίο και ωδίνουν. Αυτό έδειξε και ο Σωκράτης της πλατωνικής «Πολιτείας», λέγοντας ότι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό «τῶν ἀπ᾽ οὐρανοῦ κατιουσῶν ψυχῶν» είναι το ηγεμονικό, αδρό και μεφαλόφρον στοιχείο. Διότι συνεχίζουν να φέρουν την απήχηση της εκεί ζωής και για τούτο συμπορεύονται με τις δυνάμεις και περιφρονούν οτιδήποτε άλλο, θεωρώντας το ασήμαντο και ανάξιο. «εὖ παιδαγωγηθέν» το πάθος τούτο, αποβαίνει αρχή για τη σωτηρία των ψυχών. Διότι το να θεωρείς ασήμαντα τα ανθρώπινα πράγματα και να μην εκτιμάς τα παρόντα «ὡς φορτικὰ καὶ εὐτελῆ καὶ οὐκ ἄξια σπουδῆς», αλλά αντίθετα να επιζητείς εκείνο το είδος της ζωής «τὸ τοῦ πλήθους ἐξῃρημένον καὶ ἄφατον τοῖς πολλοῖς», είναι ικανό εφόδιο για την πραγμάτωση της αρετής.

Βέβαια ο Πλάτων με κάθε τρόπο  τονίζει ότι αρχή της Δημοκρατίας είναι η αριθμητική ισότητα. Αυτή όμως είναι αφύσικη λέει ο Πλάτων στους «Νόμους», διότι οι δούλοι και δεσπότες δεν μπορούν να εξισωθούν, όπως ούτε και οι φαύλοι με τους σπουδαίους μπορούν να τιμηθούν εξίσου. Ως εκ τούτου οι άνθρωποι όντας άνισοι θα παραμείνουν άνισοι. Έτσι η γεωμετρική ισότητα, που δίνει στον καθέν ότι του αξίζει, είναι πιο αληθινή ισότητα.

Χαρακτηριστική και μοναδική λοιπόν Δημοκρατία σπουδαία θα ήτο μια Δημοκρατία που θα στηρίζονταν στην γεωμετρική ισότητα : τέτοια και μόνη ήτο η Δημοκρατία του Σόλωνα!! Μια Δημοκρατία που στην ηθική του ανθρώπου διάβαζε αναγραμματισμένη τη δικαιοσύνη της Φύσης.

Πίσω, λοιπόν, από την Δημοκρατία του Σόλωνα η  διανόηση των Ελλήνων φιλοσόφων για την Φύση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ηράκλειτος.

Ο Ηράκλειτος αντλούσε τις παρατηρήσεις του από την Φύση και εν συνεχεία τις μετέφερε στον άνθρωπο, τόσο ερμηνευτικά – με την έννοια δηλ. της προσπάθειας να προσαρμόσουμε τους νόμους της κοινωνίας στους νόμους της Φύσης -, όσο και κριτικά – με την έννοια δηλ. του να κατανοήσουμε πόσο δύσκολο, αν όχι αδύνατον, είναι να λειτουργήσουν οι νόμοι της κοινωνίας σαν μιμήσεις των νόμων της Φύσης.

Ο Ηράκλειτος θεωρώντας της Φύση κατανόησε ότι αν το λιοντάρι είναι πιο δυνατό από την αντιλόπη, αυτό δεν σημαίνει ότι η Φύση το ευνόησε άδικα απέναντι στο θύμα του. Αν συνέβαινε αυτό, τότε στην ξηρά θα υπήρχαν μόνο λιοντάρια και στον αέρα μόνο αετοί.

Δες και: Σολώνεια Δημοκρατία


Συγγραφέας : Κεφάλας Ευστάθιος (15/6/2010)

——————————————————————————————————————————————————————————

Πηγές

Πρόκλος

  • «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 56.22 – 59.23»
  • «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 160.  1 – 14»
  • «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 243.5 – 251.2»
  • «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Β’, 255.  11 – 18»
Advertisements