Ύβρις προς ομόγνοιους(δια αίματος συγγενείς)


Χαρακτηριστική περίπτωση ύβρης προς ομόγνιους είναι η περίπτωση των Θυέστιων δείπνων και των Αιολιδών.

Όσο αφορά την περίπτωση των Αιολιδών : Όταν ο Νέστορας (στην Ιλιάδα) πηγαίνει στην σκηνή του Αχιλλέα για να το πείσει να μπει και πάλι στην μάχη, και εκείνος αρνείται, ο «Γερήνιος ιππότης Νέστωρ», ο πρώτος την τάξη άριστος γέροντας των παν-αχαιών, του λέγει ότι :

«αφρήτωρ, αθέμιστος και ανέστιος εκείνος είναι

που τον επιδήμιο πόλεμο ερωτεύεται τον άγριο.»[1]

Εννοιολογικά και ετυμολογικά :

  • <Ἀφρήτωρ> = Ὁ φρατρίαν καὶ συγγένειαν μὴ ἔχων. Φρατρία δὲ κυρίως ἐστὶ, τρίτον μέρος τῆς φυλῆς.[2]
  • <Ἀθέμιστος.> = Ἄδικος ἄνθρωπος.[3]
  • <ἀθέμιστος> = θηριώδης, ἄνομος, ὅπου καὶ Κύκλωπες θε μιστεύουσι «παίδων ἠδ᾽ ἀλόχων» (ι 115), οἱονεὶ τὸ περὶ τὴν συγγένειαν φυλάσσουσι δίκαιον.[4]
  • ἀνέστιος δὲ ὁ ἄπολις καὶ ἄοικος.[5]
  • <ἀνέστιος> = ὁ γὰρ ἑστίαν νέμων καὶ βίον ἑδραῖον τιμῶν τῆς πρὸς τοὺς οἰκείους ἀπέχεται στάσεως ἐπιδήμιος (cf. Ι 64) γὰρ πόλεμος ὁ ἐμφύλιος.[6]
  • [ἐπιδημίου] = τοῦ μὴ πρὸς πολεμίους, ἀλλὰ πρὸς οἰκείους γινομένου.[7]
  • [ἐπιδημίου] = ἐπιδήμιος πόλεμος ὁ ἐμφύλιος.[8]

Ο Ησίοδος, βέβαια, μας λέγει πως :

«Από τον Έλληνα, τον φιλοπόλεμο βασιλιά, γεννήθηκαν ο Δώρος και ο Ξούθος και ο αρματομάχος Αίολος. Υιοί του Αίολου ήταν, θεμιστοπόλοι βασιλιάδες, ο Κρηθέας και ο Αθάμαντας και ο αιολομήτης Σίσυφος και ο άδικος ο Σαλμωνέας και ο υπέρθυμος Περιήρης.»[9]

Δηλ. οι Αιολίδες Κρηθέας & Αθάμαντας – ως θεμιστοπόλοι – «τὸ περὶ τὴν συγγένειαν φύλασσαν δίκαιον».

Όταν όμως ο Αθάμαντας εξαπατώμενος εκ της γυναικός του Ινούς, κόρης του Κάδμου, προσπάθησε να θυσιάσει τα παιδιά του Φρίξο & Έλλη, τότε έπεσε πάνω στο γένος των Αιολιδών η μήνις του Διός!

Αναφέρει μάλιστα ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα «Αργοναυτικά» – όταν αναφέρεται στον Αιήτη :

«Άλλωστε αυτός, ο Αιήτης, κάποτε υποδέχτηκε τον αμύμονα[10] Φρίξο, όταν προσπάθησε να ξεφύγει τον δόλο της μητριάς του και τις θυήλας του πατρός του, γιατί ακόμα και ο πλέον κύντατος[11] άνθρωπος σέβεται το δίκαιο του Ξένιου Διός και το υπολογίζει».[12]

Μήνις του Διός επί των Αιολιδών που για να καθαρθεί έγινε η Αργοναυτική Εκστρατεία στην χώρα του Αιήτη την Κολχίδα, κατά την οποία οι Αργοναύτες έφτασαν μέσω και δια ενός μεγάλου αριθμού «ποταμών» στην Αία από όπου οι ήρωες έφεραν στην Ελλάδα το χρύσειον κώας!

Εξ ου και όταν ο Άργος, ο γιός του Φρίξου, παρουσιάζει τους Αργοναύτες στον Αιήτη, βασιλιά της κολχίδας, του λέγει εκτός των άλλων :

«Αν θες να ξέρεις τον σκοπό τους, δεν θα στον κρύψω. Κάποιος βασιλιάς ήθελε να διώξει τον άντρα τούτον, τον Ιάσωνα, από την πατρίδα του και από την περιουσία του, γιατί στην δύναμη ήταν ανώτερος από όλους τους Αιολίδες, και γι’ αυτό τον έστειλε εδώ ταξίδι δίχως ελπίδα. Είπε μάλιστα πως η γενιά των τέκνων του Αιόλου δεν θα ξεφύγει την βαριά μήνις και τον χόλο του αμείλικτου Διός ούτε το αβάσταχτο άγος και τις ποινές λόγω του Φρίξου, πριν φτάσει το κώας στην Ελλάδα».[13]

Κυρίως όμως το θέμα της μήνις και του χόλου του Διός προς τους Αιολίδες παρουσιάζεται ως εξής :

«Οι γιοί του Φρίξου πηγαίνανε προς τον Ορχομενό από την Αία, από τον Κυταίο Αιήτη, πάνω σε πλοίο κολχικό, για να πάρουν τα μεγάλα πλούτη του πατρός τους[14]. Αυτός, άλλωστε πεθαίνοντας τους είχε προστάξει να το κάνουν αυτό. Τη ημέρα εκείνη λοιπόν βρισκόταν πολύ κοντά στο νησί, ο Ζεύς όμως έστειλε το μένος του Βορέα, σημαίνοντας με τις βροχές του τον ερχομό του Αρκτούρου. Όλη την ημέρα φυσούσε σείοντας τα φύλλα στα βουνά πνέοντας απαλά στις κορυφές. Τη νύχτα όμως όρμησε κατά τη θάλασσα με ένταση και με τη βουερή πνοή του σήκωσε κύμα. Σκοτεινή ομίχλη σκέπασε τον ουρανό, κι ούτε που φαινόταν καθόλου τα λαμπερά άστρα μέσα από τα νέφη, αλλά σκοτάδι ζοφερό είχε παντού απλωθεί. Τους γιούς του Φρίξου, λοιπόν, βρεγμένους και φοβούμενους τον τρομερό όλεθρο, τους πηγαινοέφερναν έτσι τα κύματα. Το μένος του ανέμου άρπαξε τα πανιά, αλλά και το ίδιο το καράβι το τσάκισε στα δύο έτσι καθώς το τίναζε το κύμα. Τότε, με προτροπή των θεών, οι τέσσερις εκείνοι έπιασαν ένα πελώριο μαδέρι, από τα πολλά που ήσανε συναρμοσμένα με μυτερούς γόμφους και ξεκαρφώθηκαν μόλις το πλοίο έγινε κομμάτια. Στο νησί λοιπόν, αφού ξυστά από το θάνατο περάσανε, τους έφεραν απελπισμένους τα κύματα και οι ριπές του ανέμου. Μα αιφνής όμβρος αθέσφατος ξέσπασε πάνω από τον πόντο και το νησί και πάνω από όλη την στεριά, την αντικρινή του νησιού, όπου κατοικούσαν οι αλαζόνες Μοσσύνοικοι. Η ορμή του κύματος έβγαλε τους γιούς του Φρίξου με το μαδέρι τους στην παραλία του νησιού μέσα στην νύχτα. Το σταλμένο από τον Ζεύς ατελείωτο νερό σταμάτησε με την ανατολή. Ευθύς οι δυο ομάδες ήρθαν κοντά η μία στην άλλη. Πρώτος μίλησε ο Άργος : “Σας παρακαλούμε[15], προς Ζηνός Επόψιου, όποιοι και αν είστε, να μας σπλαχνιστείτε και να μας συντρέξετε στην ανάγκη μας. Θύελλες άγριες που ξέσπασαν στον πόντο σκόρπισαν όλα τα ξύλα του κακότυχου πλοίου μας με το οποίο ταξιδεύουμε για μιαν υπόθεσή μας. Γι’ αυτό προσπέφτουμε σε εσάς, αν συμφωνείται να μας δώσετε έστω ένα σκέπασμα για το σώμα μας και να λυπηθείτε άνδρες συνομήλικους σας που κακοπάθησαν. Αιδέσσσεσθε τους ξένους ικέτες στο όνομα του Διός Ξένιου και Ικέσιου. Στον Ζεύς άλλωστε ανήκουν και οι ξένοι και οι ικέτες, και αυτός είναι που κάτω από το βλέμμα του μας έχει”[16]. Τότε του απάντησε με φρόνηση ο γιός του Αίσονα, σκεπτόμενος πως οι χρησμοί του Φινέα εκπληρώνονταν : “Όλα αυτά αμέσως κι ευχαρίστως θα σας δώσουμε. Μα, έλα, πες μου τώρα αλήθεια, που χώρα κατοικείτε, ποια η υπόθεση που σας στέλνει να ταξιδέψετε στην θάλασσα κι επίσης ποιο είναι το ένδοξο όνομα της γενιά σας;”. Ο Άργος, απελπισμένος μέσα στην κακοτυχία του, απάντησε : “Κάποιον Φρίξο Αιολίδη, που από την Ελλάδα ήρθε στην Αία, πιστεύω, σίγουρα θα τον έχετε ακουστά, τον Φρίξο που έφτασε στην πόλη του Αιήτη ανεβασμένος πάνω σε κριό που ο χρύσειον το είχε καταστήσει ο Ερμής. Το κώας του μπορείτε ακόμη και σήμερα να το δείτε. Το ζώο τούτο, ύστερα από δική του προτροπή, θυσίασε μετά στον Κρονίδη, τον Ζεύς Φύξιο πρωτίστος. Το Φρίξο τον δέχτηκε στους δόμους του ο Αιήτης και με ευχαρίστηση του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του, τη Χαλκιόπη, χωρίς να πάρει γαμήλια δώρα. Γόνοι αυτών των δύο είμαστε εμείς, αλλά ο Φρίξος πέθανε γέρος στον οίκο του Αιήτη. Και εμείς, υπακούοντας στην θέληση του πατρός μα, πηγαίνουμε στον Ορχομενό να πάρουμε την περιουσία του Αθάμαντα. Και αν τα ονόματά μας θέλει να μάθεις, αυτός λέγεται Κυτίσσωρος, ετούτος Φρόντις, αυτός Μέλας και εμένα με λένε Άργο”. Αυτά είπε, και τα παλικάρια χάρηκαν για την συνάντηση και τους περιποιήθηκαν φιλόφρονα. Ο Ιάσονα τότε τους μίλησε πάλι, όπως ταιριάζει με τα λόγια τούτα : ”Είσαστε αλήθεια πατρώοι και μας ζητάτε ευγενικά να σας βοηθήσουμε στις δυσκολίες σας. Πράγματι, ο Κρηθέας και ο Αθάμαντας ήσαν αδέλφια[17], και του Κρηθέα εγγονός εγώ πάω με τους συντρόφους μου από την Ελλάδα στην πόλη του Αιήτη. Για τούτο όμως θα μιλήσουμε μετά, πρώτα όμως φορέστε ρούχα. Νομίζω, των αθανάτων ήταν θέλημα να πέσετε στα χέρια μας μες στην ανάγκη σας”. Με τα λόγια αυτά, τους έδωσαν από το πλοίο ρούχα να ντυθούν. Ύστερα πήγαν όλοι μαζί στον ναό του Άρη να ιερεύσουν[18] αρνία, και στάθηκαν αμέσως γύρω από την εσχάρα που ήταν έξω από τον άσκεπο ναό. Μέσα βρισκόταν ένας ιερός μέλας λίθος, στον οποίο οποίο προσεύχονταν όλες οι Αμαζόνες. Αυτές, όταν έφτασαν εκει από την αντίπερα στεριά, δεν είχαν έθιμο να καίνε στην ιερή εσχάρα πρόβατα ή βόδια, μα έσφαζαν ίππους που έτρεφαν για τον σκοπό αυτό. Αφού θυσίασαν και έφαγαν το φαγητό που είχαν ετοιμάσει, τους μίλησε ο Αισονίδης αρχίζοντας έτσι : “ο Ζεύς στ’ αλήθεια βλέπει τα πάντα, και κανείς από εμάς τους ανθρώπους δεν του ξεφεύγει, ευσεβείς ή άδικος. Έτσι έσωσε αυτός τον πατέρα σας και δεν τον σκότωσε η μητριά του και του έδωσε επί πλέον μεγάλα πλούτη, κι έτσι έσωσε και εσάς απείραχτους από τον κατακλυσμό. Μπορείτε, πάνω σε τούτο το πλοίο, εδώ η εκεί να ταξιδέψετε, όπου επιθυμείται, είτε στην Αία είτε στην πλούσια πόλη του θείου Ορχομενού. Γιατί το πλοίο μας το έχτισε η Αθηνά και με χαλκό έκοψε τα ξύλα του κοντά στου Πηλίου τις κορφές, και με την καθοδήγησή της το κατασκεύασε ο Άργος. Το δικό σας όμως πλοίο τσακίστηκε από το άγριο κύμα προτού να πλησιάσετε στις πέτρες που στην στενωπό του Πόντου συγκρούονται η μια με την άλλη όλη την ημέρα. Ελάτε όμως, γίνεται βοηθοί μας, γιατί και οι ίδιοι θέλουμε πολύ να φέρουμε το χρύσειον κώας στην Ελλάδα, γίνεται οδηγοί μας στο ταξίδι καθώς πηγαίνουμε για να καθαρίσω τις θυήλες του Φρίξου, που είναι η αιτία του χόλου του Διός επί των Αιολιδών.»[19]

Βέβαια η ύβρις ιδικά προς ομόγνοιους είναι αποτέλεσμα του ότι κατά πως λέγει ο Πρόκλος :

«Οι πολιτείες, οι οικογένειες και τα γένη αποτελούν ενιαίες ζωντανές οντότητες με ξεχωριστή δική τους ζωή. Κάθε πολιτεία & οικογένεια φυλάσσεται εξ ενός πολιούχου & οικογενειακού θεού αντίστοιχα, και υπάρχει μια κοινή περίοδος της πολιτείας και της οικογένειας αντίστοιχα, η οποία συνδέει με τους ίδιους δεσμούς τη ζωή και τα ήθη της μιας και της άλλης. Έτσι, η ζωή μιας πολιτείας ή μιας οικογένειας λειτουργεί ως ενιαίο σύνολο, εξ ου και αμαρτήματα των προγόνων μπορούν να τιμωρούνται οι απόγονοι και να εκτίουν οι απόγονοι την ποινή που οφείλει να εκτίσει ολόκληρη η οικογένεια. Για τον λόγο ότι επειδή οι ψυχές υφίστανται μετενσωματώσεις η ψυχή του απογόνου μπορεί να είναι η ψυχή του προγόνου η οποία πληρώνει για τα αμαρτήματα που διέπραξε σε προηγούμενη ζωή[20]

Ενδεικτικές οι αναφορές του Αισχύλου στους εν λόγω θεούς, στην τραγωδία του «Αγαμέμνων» :

«Φλέγονται από τα δώρα σου οι βωμοί όλων των θεών των αστυνόμων, των ύπατων, των χθόνιων, των ουράνιων και των αγοραίων».[21]

Επίσης στην τραγωδία «Ικέτιδες» όπου εκ του Αισχύλου αφενός λέγεται :

«Xo. : Σεβάσου τους κυβερνήτες θεούς της πόλως αυτής που έτσι είναι στολισμένοι».[22]

Αφετέρου :

«Εμπρός ας υμνήσουμε τους αστυάνακτες μάκαρες Θεούς της χώρας πολιούχους κι όσους κατοικούν γύρω από το παλαιό του Ερασινού ρέμα.»[23]

Αλλά και όταν ο Δαναός συνομιλεί με τον βασιλέα των Αργείων/Πελασγών, με τον Πελασγό, γιό του Παλαίχθονα, λέγει :

«Δαναός : Έχει για εμάς μεγάλη αξία να βρούμε σεβάσμιο πρόξενο. Μονάχα μαζί μου στείλε συνοδεία από εγχώριους, ώστε να βρούμε των πολυούχων Θεών τους πρόναους βωμούς, κι ασφάλεια να έχω καθώς από την πόλη μέσα θα περνώ. Γιατί η Φύση δεν μας έδωσε την ίδια μορφή κι ο Νείλος όμοιο με τον Ίναχο γένος δεν τρέφει. Φυλάξου μήπως η πολλή πεποίθηση γεννήση φόβο. Έλαχε πολλές φορές φίλο του να σκοτώσει κανείς από άγνοια του.

Βασιλέας : Εσείς φρουροί, πηγαίνεται μαζί του, γιατί ο ξένος δίκιο έχει. Οδηγήστε τον στους αστικούς βωμούς, Θεών έδρες, και σε όσους συναντάτε στον δρόμο, δεν είναι ανάγκη λόγια πολλά να λέτε, οδηγώντας το ναύτη που ήλθε ικέτης στους εδώ εφέστιους[24] θεούς.»[25]

Επίσης στην τραγωδία του Αισχύλου «Επτά επί Θήβας» όταν ο γιός του Κάδμου Ετεοκλής λέγει:

«Ετ. : Ω Ζευς και Γη και πολιούχοι[26] Θεοί, κι εσύ Ερινύα, κατάρα[27] πατρός μεγασθενής. Μη μου την πόλη καταστρέψεται από τα βάθυ εκ θεμελίων[28], αυτή που Ελλάδος φθόγο κραίνει, και τους εφέστιου οίκους μας.»[29]

Μάλιστα ο Πλάτων σχετικά με το γενικό θέμα μας, στον «Φαίδρο», αναφέρει:

«Αλλά βέβαια, από τις νόσους και τους μεγαλύτερους πόνους, που δημιουργούνται εκ παλαιών μηνιμάτων σε κάποιες οικογένειες, η τελεστική μανία που δημιουργήθηκε και προφήτευσε αυτά που χρειαζόταν, βρήκε τρόπο απαλλαγής, καταφεύγοντας στις ευχές προς τους Θεούς και την λατρεία τους. Από εκεί λοιπόν, με καθαρμούς και τελετές, αμέσως απάλλαξε αυτόν που κατεχόταν από αυτή, και για τώρα και για το μέλλον, λύση ορθή που βρέθηκε για αυτόν που μαίνεται και κατέχεται από τα τωρινά κακά[30]

Σχετικά δε με τα λεγόμενα του Πλάτωνα ο Πρόκλος αναφέρει ότι :

«η τιμωρία για αμαρτίες των προγόνων καταλαμβάνει και τους απογόνους. Πράγματι, οι ψυχές με τη συμπαράταξη τους προς τους αδίκους γίνονται συμμέτοχοι στην αδικία, και τα σώματα τους λαμβάνουν υπόσταση από φαύλο σπέρμα, ενώ των εξωτερικών στοιχείων η αρχή συνδέεται με σφαλερά γεγονότα. Αυτούς, λέει ο Σωκράτης του “Φαίδρου”, μπορεί να τους αποκαθάρει η τελεστική λύνοντας τα παρόντα κακά μέσα από την περί το θείο λατρεία[31]

Τα παλαιά «μηνίματα» είναι η «μήνις» των θεών που βαραίνει μια ψυχή και έχει επέλθει είτε από «αδικήματα του τωρινού ή προηγούμενου βίου της αυτής ψυχής» μόνο σε ατομικό επίπεδο, ή αφορούν την μήνις που έχει μεταφερθεί «από προγόνους σε απογόνους» στο επίπεδο οικογένειας, πόλης και γένους. Πολλές φορές δε η τιμωρία είναι να πάθει κανείς ότι έκανε.

Μάλιστα ο Πλάτων, στην «Η’ επιστολή – προς τον Δίωνα , 352.d.3 -5» στον λέγει ό,τι :

«όσο περισσότερα κακά πράττει κάποιος στους άλλους τόσο περισσότερα θα πάθει και ο ίδιος».[32]

Άλλωστε ο Αισχύλος στην τραγωδία «Αγαμέμνων» αναφέρει ότι :

«Ο Ζευς έβαλε τους θνητούς στης φρονήσεως τον δρόμο, αυτός θεσμοθέτησε τον νόμο “το πάθημα να είναι μάθημα”. Ακόμα και στον ύπνο μας μάς στάζει στην καρδιά ο πόνος, που θυμίζει τα παθήματά μας, κι έρχεται, θέλομε δεν θέλομε, να μας σωφρονίσει. Βέβαια η σκληρή αυτή χάρη μας δίδεται απ’ τους θεούς, που κάθονται στο σεμνό τους θρόνο.»[33]

Ενώ στην τραγωδία του Αισχύλου «Χοηφόροι» βλέπουμε τον χορό να λέει :

«Ώ μεγάλες Μοίρες, Δίοθεν ας τελευτήσει έτσι, όπως οδηγά το δίκιο.[34] “η γλώσσα η πικρή με πικρή γλώσσα να πληρώνεται”, έτσι βροντοφωνεί η Δίκη, που τα οφειλόμενα εισπράττει “και η πληγή η φονική με άλλη πληγή να τιμωρείται. Να πάθει όποιος έκανε κακό”, λόγος πανάρχαιος το φωνάζει».[35]

Βλέπουμε λοιπόν ότι η Δίκη ή Θέμιδα στέκει πάρεδρος του Διός. Εξ ου και αφενός στην τραγωδία «Ικέτιδες» ο Αισχύλος δια στόματος χορού λέγει :

«Χο. : Ας δει πως δίχως κρίμα φύγαμε, του Διός Κλαρίου[36] η θυγατέρα Ικεσία Θέμις. Κι εσύ, με όλη τη γεροντική σου φρόνηση, μάθε από εμένα τη οψίγονη[37], πως καλόδεχτες είναι πάντα στους βωμούς των Θεών οι προσφορές εκείνου, που ελεεί τον ικέτη στην ανάγκη του, των Θεών που δεν δέχονται παρά τις προσφορές[38] αγνού από λήματα ανθρώπου.»[39]

Αφετέρου ο Πίνδαρος (Ολυμπιονικός, 8.21 – 23) αναφέρει πως :

«ἔνθα σώτειρα Διὸς ξενίου πάρεδρος ἀσκεῖται Θέμις ἔξοχ᾽ ἀνθρώπων.»

Μάλιστα στην τραγωδία του Αισχύλου «Χοηφόροι» βλέπουμε τον χορό να λέει :

«Μα είναι νόμος. Σαν χυθεί σταγόνα φονική στο χώμα, να γυρεύει κι άλλο αίμα. Γιατί ο φόνος καλεί την Ερινύα και αυτή φέρνει από όσους πριν σκοτώθηκαν μια συμφορά ύστερα από την άλλη.»[40]

Βέβαια τους αγαθούς, δίκαιους και όσιους ανθρώπους τους προστατεύουν οι θεοί και τους καθοδηγούν δια των κατ’ ουσίαν ή κατά θέση Δαιμόνων. Χαρακτηριστικά τα λόγια των Διόσκουρων στην τραγωδία «Ιλέκτρα» του Ευριπίδη :

«Ψηλά στον αιθέρα σας περνούμε, τους μυσαρούς δεν τους βοηθάμε. Τους ανθρώπους που αγάπησαν το όσιο και το δίκαιο, αυτούς σώζουμε από τους κινδύνους και τους λυτρώνουμε. Και έτσι το άδικο κανένας να μη το θέλει και μήτε με επιορκίες να θαλασσοταξιδεύει. Θεός είμαι εγώ, που αγορεύω στους θνητούς».[41]

Αλλά και τα όσα λέγει ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, ο εν Δελφοίς διατελέσας ιερεύς:

«όπως οι άνθρωποι που αγαπούν τους ίππους δεν φροντίζουν εξίσου για όλα τα μέλη αυτού του είδους, αλλά ξεχωρίζουν και απομονώνουν τα καλύτερα, τα εξασκούν και τα τρέφουν ιδιαίτερα και τα αγαπούν ξεχωριστά, έτσι και τα ανώτερα από εμάς όντα σημαδεύουν τους βέλτιστους από εμάς, σαν να τους ξεδιαλέγουν από μια αγέλη, τους θεωρούν άξιους μιας ιδιαίτερης και ξεχωριστής παιδαγωγίας και τους κατευθύνουν όχι με χαλινάρια και μαστίγια αλλά με τον λόγο (λογική) μέσω συμβόλων. Από αυτά τα σύμβολα οι πολλοί και αγελαίοι έχουν παντελή άγνοια. Ούτε, άλλωστε, και οι περισσότεροι κύνες κατανοούν τα κυνηγετικά σημάδια, ούτε και οι ίπποι τα ιππικά σημάδια. Όσα, όμως, τα έχουν μάθει, ευθύς αντιλαμβάνονται τις διαταγές από ένα τυχαίο σύριγμα ή σφύριγμα και εύκολα κάνουν αυτά που πρέπει. Φαίνεται, μάλιστα, πως και ο Όμηρος γνώριζε την διαφορά για την οποία μιλάμε. Γιατί με όσα λέει άλλους μάντεις του αποκαλεί οιωνοσκόπους και ιερείς, για άλλους, όμως, νομίζει ότι αποκαλύπτουν το μέλλον, επειδή κατανοούν τις ίδιες τις συνομιλίες των θεών και μοιράζονται τις σκέψεις τους :  “Αυτών ο Έλενος, του Πρίαμου ο προσφιλής υιός, ένιωσε μέσα του την βουλή, που οι θεοί πήραν με κοινή απόφαση” (Ιλιάδα, ραψωδία Η’ σ. 43 – 44). Και   “Γιατί τέτοιον εγώ λόγο άκουσα από τους αειγένητους θεούς” (Ιλιάδα, ραψωδία Η’ σ. 43 – 44).        Γιατί ακριβώς όπως η διάνοια των βασιλέων και των στρατηγών οι εκτός την αισθάνονται (αντιλαμβάνονται) και τη γνωρίζουν με πυρσούς, κηρύγματα και σάλπιγγες, ενώ στους έμπιστους και φίλους τους την αποκαλύπτουν οι ίδιοι, έτσι και το θείο συνομιλεί απ’ ευθείας με λίγους και σπάνια, ενώ στους πολλούς δίνει σημάδια, από τα οποία προκύπτει η λεγόμενη μαντική τέχνη. Γιατί οι θεοί κατευθύνουν τη ζωή λίγων ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που τυχόν θα αποφασίσουν να τους καταστήσουν άκρως μακάριους και αληθώς θείους. Ενώ οι ψυχές είναι απαλλαγμένες από της γένεση και ξένοιαστες στο εξής από το σώμα, σαν να έχουν αφεθεί παντελώς ελεύθερες, είναι δαίμονες που επιβλέπουν τους ανθρώπους κατά τον Ησίοδο (“Έργα και Ημέρες”, σ. 122+). Γιατί όπως στους αθλητές, οι οποίοι εξαιτίας των γηρατειών σταμάτησαν να γυμνάζονται, δεν τους εγκαταλείπει εντελώς το φιλότιμο και το φιλοσώματο, αλλά βλέποντας άλλους να ασκούνται τέρπονται και δίνουν προτροπές και τρέχουν μαζί τους στο πλάι, έτσι και εκείνοι που έχουν σχολάσει από τους αγώνες για τη ζωή και εξαιτίας της αρετής της ψυχής τους έγιναν δαίμονες δεν περιφρονούν παντελώς τα εδώ πράγματα, λόγους και ασχολίες, αλλά όντως ευμενείς προς εκείνους οι οποίοι γυμνάζονται για τον ίδιο με αυτούς σκοπό μοιράζονται μαζί τους την φιλοτιμία τους, όταν τους βλέπουν πως με τον αγώνα είναι πια κοντά στην προσδοκία τους και την αγγίζουν. Γιατί το δαιμόνιο δεν βοηθάει στην τύχη όποιους να’ ναι. Αλλά συμβαίνει ότι και στην περίπτωση εκείνων που κολυμπούν στην θάλασσα : αυτούς, δηλ., που βρίσκονται ακόμη στο πέλαγος και μακριά από τη στεριά οι θεατές στην στεριά τους παρακολουθούσε μόνο σιωπηλά. Τρέχουν, όμως, στο πλάι εκείνων που βρίσκονται πιο κοντά στη στεριά και, μπαίνοντας στη θάλασσα και βοηθώντας τους με τα χέρια συνάμα και με τη φωνή τους, τους διασώζουν. Αυτός είναι ο τρόπος που ενεργεί το δαιμόνιο. Όσο, δηλ., είμαστε βυθισμένοι στα εγκόσμια και αλλάζουμε πολλά σώματα σαν οχήματα, μας αφήνει να αγωνιζόμαστε μόνοι μας και να επιμένουμε, προσπαθώντας να σωθούμε με τη βοήθεια της δικής μας αρετής και να πιάσουμε λιμάνι. Την ψυχή, όμως, που έχοντας καλά και πρόθυμα κοπιάσει σε αγώνες μακράς διαρκείας μέσα από αναρίθμητες γεννήσεις και, ενώ ο κύκλος της πλησιάζει στο τέλος του, αψηφώντας τον κίνδυνο και δείχνοντας φιλοτιμία και την έκβαση του αγώνα της, ανεβαίνει προς τις ανώτερες υπάρξεις με πολύ ιδρώτα, αυτήν την ψυχή ο θεός δε θεωρεί απρεπές να τη βοηθήσει ο οικείος της δαίμονας, αλλά αφήνει όποιον δείχνει προθυμία να βοηθήσει. Και κάθε δαίμονας προθυμοποιείται να διασώσει και άλλη ψυχή με τις προτροπές του. Και εκείνη, επειδή είναι κοντά, το ακούει και σώζεται. Αν, όμως, δεν υπακούσει, την εγκαταλείπει ο δαίμονας και δεν έχει ευτυχισμένο τέλος».[41]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1] Βλ. Όμηρος, «Ιλιάδα, Ι’, στ. 63 – 64» :

     Il 9.63 ` to     Il 9.64 ἀφρήτωρ ἀθέμιστος ἀνέστιός ἐστιν ἐκεῖνος

ὃς πολέμου ἔραται ἐπιδημίου ὀκρυόεντος.

[2] Scholia in Iliadem 9.63.1 ` to     Scholia in Iliadem 9.63.4

[3] Scholia in Iliadem 9.63.4 ` to     Scholia in Iliadem 9.63.4

[4] Scholia in Iliadem 9.63b1.1 ` to     Scholia in Iliadem 9.63b1.3

[5] Scholia in Iliadem 10.418a.4 ` to     Scholia in Iliadem 10.418a.4

[6] Scholia in Iliadem 9.63c.1 ` to     Scholia in Iliadem 9.63c.3

[7] Scholia in Iliadem 9.64.1 ` to     Scholia in Iliadem 9.64.2 9.64

[8] Scholia in Iliadem 9.64.1 ` to     Scholia in Iliadem 9.64.1 9.64

[9] Fragmenta 9.1 ` to     Fragmenta 10.3 9 Ἕλληνος δ᾽ ἐγένοντο φιλοπτολμου βασιλῆος Δῶρός τε Ξοῦθός τε καὶ Αἴολος ἱππιοχάρμης[9] 10 Schol. Pind. Pyth. iv. 253 (c) ( ii. 133. 8 Drachmann) Αἰολίδαι δ᾽ ἐγένοντο θεμιστοπλοι βασιλῆες Κρηθεὺς ἠδ᾽ Ἀθάμας καὶ Σσυφος αολομτης Σαλμωνες τ δικος καὶ πρθυμος Περιρης

[10] μύνων (-ονος), -ον (Α)

  • (αρχικά ως επίθ. επίσημων ή διάσημων προσώπων και ποτέ θεών, αργότερα ως απλό τιμητικό επίθ. χωρίς να υπονοείται ηθική υπεροχή, όπως τα αξιότιμος, εξοχώτατος κ.λπ.) άμεμπτος, άψογος, εξαίρετος, έξοχος.
  • (για πράγματα ή γεγονότα) σημαντικός, θαυμαστός.

[ΕΤΥΜΟΛ. < – στερ. + (αιολ.) μμαρ «αίσχος, φόβος, ψόγος», που χρησιμοποιείται στον Ησύχιο. Στον τ. μύμων παρατηρείται εναλλαγή ενός επιθήματος –μων με ένα επίθημα –μαρ, μύμων: μμαρ (πρβλ. πείρων: περαρ, εναλλαγή –r, –n). Ο τ. μμαρ συνδέεται ως προς το θέμα με τους τ. μμαρ, μμος «ψόγος, μομφή, δυσμένεια». Ως προς την ερμηνεία τού τ. είναι προτιμότερο να θεωρηθεί ότι προήλθε από κώφωση τού ω σε υ παρά να θεωρηθεί ως μεταπτωτική φωνηεντική μορφή τών *mōu-, *].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[11] κύντατος -άτη, -ον (Α)

  • αισχρότατος, αναιδέστατος («καὶ ὅτις μάλα κύντατος ἀνδρῶν ξεινίου αἰδεῑται Ζηνός θέμιν», Απολλ. Ρόδ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. Υπερθετ. τ. επιθ. < κύων, σχηματισμένος με την κατάλ. –τατος].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[12] Βλ. Απολλώνιος Ρόδιος «Αργοναυτικά, βιβλίο Γ’, στ. 190 – 193» :

     Arg 3.190 ` to     Arg 3.193 ὅδε καί ποτ᾽ ἀμύμονα Φρίξον ἔπεισε,

μητρυιῆς φεύγοντα δόλον πατρός τε θυηλάς,

δέχθαι, ἐπεὶ πάντη καὶ ὅτις μάλα κύντατος ἀνδρῶν

Ξεινίου αἰδεῖται Ζηνὸς θέμιν ἠδ᾽ ἀλεγίζει.»

[13] Βλ. Απολλώνιος ο Ρόδιος “Αργοναυτικά, βιβλίο Γ’, στ. 332 – 339” :

     Arg 3.332 ` to     Arg 3.339 χρειὼ δ᾽ ἢν ἐθέλῃς ἐξίδμεναι, οὔ σ᾽ ἐπικεύσω.

τόνδε τις ἱέμενος πάτρης ἀπάνευθεν ἐλάσσαι

καὶ κτεάνων βασιλεύς, περιώσιον οὕνεκεν ἀλκῇ

σφωιτέρῃ πάντεσσι μετέπρεπεν Αἰολίδῃσιν,

πέμπει δεῦρο νέεσθαι, ἀμήχανον· οὐδ᾽ ὑπαλύξειν

στεῦται ἀμειλίκτοιο Διὸς θυμαλγέα μῆνιν

καὶ χόλον οὐδ᾽ ἄτλητον ἄγος Φρίξοιό τε ποινάς

Αἰολιδέων γενεήν, πρὶν ἐς Ἑλλάδα κῶας ἱκέσθαι.

[14] <υἱῆες Φρξοιο> = οἱ παῖδες Φρίξου ἔπλεον εἰς Ὀρχομενὸν ἐκ Κόλχων, ἵνα τὰ πατρῷα κληρονομήσωσι. ναυαγήσαντες δὲ ἐξεβράσθησαν πρὸς τὴν Ἀρητιάδα νῆσον, ὅθεν ἀναλαβόντες αὐτοὺς οἱ Ἀργοναῦται ἔσχον καθηγεμόνας, καὶ πάλιν αὐτοὺς ἀπήγαγον εἰς Ὀρχομενόν. (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica 205.19 – 22).

[15] <ντομαι> = <δι> παντς κετεω. <ντομα σε> =· παρακαλ σε (Eur. Med. 709.) (Βλ. Λεξικό Ησύχιου)

<ντρον> = Τὸ σπήλαιον·   Ἐγγύθι δ᾽ αὐτῆς ἄντρον ἐπήρατον ἠεροειδές. Ἀνάτορόν τι ὄν· παρὰ τὸ ἄνω τετρῆσθαι, ἤγουν τετρυπῆσθαι· τὸ ἀνατετρημένον· ἢ παρὰ τὰ ἄνθη, ἄνθηρον, καὶ ἄνθρον, καὶ κατὰ συγκοπὴν ἄντρον. Εναι γρ λειμωνδων νυμφν νδιατημα. ῍Η παρ τ ντ, τ κετεω, ντομαι, (κα, ντομνην Ηρην) ντορον, κα ντρον· διτι τος θεος ν ατ κ τευον, ερ τ σπλαια γομενοι. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό λεξικό).

[16] Εξ ου και Επόψιος ο Ζευς ( ὁ δέ που καὶ πψιος ἄμμι τέτυκται).

[17] κασίγνητος, ὁ, ἡ, θηλ. και κασιγνήτη, αιολ. τ. κασιγνήτα, κυπρ. τ. κασινήτα και καινίτα (Α)

  • α. αδελφός, αδελφή, και ειδ. ο, η ομοπάτριος (α. «Ἰφιδάμαντος κασίγνητον», Ομ. Ιλ.

β. «τώδε τὼ κασιγνήτω» — οι δύο αυτές αδελφές, Σοφ.)

  • (το θηλ. και μτφ.) αυτή που έχει στενό σύνδεσμο ή την ίδια προέλευση ή όμοιο προορισμό με κάποιον άλλο («συκῆν ἀμπέλου κασιγνήτην», Ιππων.).

[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Σύνθ. λ. με β’ συνθετικό –γνητος (από δισύλλαβη ρίζα *γενη– «γεννώ, παράγω», με μηδενισμένο το α’ φωνήεν τής ρίζας, πρβλ. και γνήσιος). Το α’ συνθετικό συνδέεται πιθ. με την πρόθ. κατά (πρβλ. μυκην. kasikono «πρωτόπειρος, σύντροφος, συνάδελφος» και χεττ. πρόθ. kati). Άλλοι συνδέουν τη λ. με κυπρ. κάς «και» και άλλοι, λιγότερο πιθανώς, τή συνδέουν με μια μετοχή τού τεκον (αόρ. τού τίκτω). Ο κυπρ. τ. καινίτα προήλθε από σίγηση τού ενδοφωνηεντικού –σ– και ιωτακισμό. Η λ. κασίγνητος δήλωνε αρχικά τον ομοπάτριο αδελφό και εξάδελφο από πλευράς πατέρα και στη συνέχεια έλαβε τη γενικότερη σημ. «όμαιμος συγγενής της ίδιας μεγαλύτερης οικογένειας». Η λ. χρησιμοποιήθηκε κατ’ εξοχήν στην ποίηση και η αρχική της σημ. «ομοπάτριος αδελφός» συμβολίζει την έννοια τής πατριαρχίας σε αντιδιαστολή με τη σημ. τής λ. αδελφός* «ομομήτριος αδελφός» που αντικατοπτρίζει το πέρασμα της πατριαρχικής σε μητριαρχική κοινωνική δομή].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[18] ερεύω (ΑΜ, Α ιων. τ. ἱρεύω) [ιερεύς]

θυσιάζω

αρχ.

  • (ενεργ. και παθ.) σφάζω ζώο για συμπόσιο («βοῡς ἱερεύοντες… εἰλαπινάζουσιν», Ομ. Οδ.)
  • (ενεργ. και παθ.) αφιερώνω σε θεό («παρθένον τὴν ἱερευομένην», Παυσ.).

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[19] Βλ. Απολλώνιος ο Ρόδιος “Αργοναυτικά, βιβλίο Β’, στ. 1093 – 1195 ” :

     Arg 2.1093 ` to     Arg 2.1195   Υἱῆες Φρίξοιο μετὰ πτόλιν Ὀρχομενοῖο ἐξ Αἴης ἐνέοντο παρ᾽ Αἰήταο Κυταίου, Κολχίδα νῆ᾽ ἐπιβάντες, ἵν᾽ ἄσπετον ὄλβον ἄρωνται πατρός· ὁ γὰρ θνῄσκων ἐπετείλατο τήνδε κέλευθον. καὶ δὴ ἔσαν νήσοιο μάλα σχεδὸν ἤματι κείνῳ, Ζεὺς δ᾽ ἀνέμου βορέαο μένος κίνησεν ἀῆναι, ὕδατι σημαίνων διερὴν ὁδὸν Ἀρκτούροιο.   αὐτὰρ ὅγ᾽ ἠμάτιος μὲν ἐν οὔρεσι φύλλ᾽ ἐτίνασσεν τυτθὸν ἐπ᾽ ἀκροτάτοισιν ἀήσυρος ἀκρεμόνεσσιν· νυκτὶ δ᾽ ἔβη πόντονδε πελώριος, ὦρσε δὲ κῦμα κεκληγὼς πνοιῇσι· κελαινὴ δ᾽ οὐρανὸν ἀχλύς ἄμπεχεν, οὐδέ πῃ ἄστρα διαυγέα φαίνετ᾽ ἰδέσθαι ἐκ νεφέων, σκοτόεις δὲ περὶ ζόφος ἠρήρειστο. οἱ δ᾽ ἄρα μυδαλέοι, στυγερὸν τρομέοντες ὄλεθρον, υἱῆες Φρίξοιο φέρονθ᾽ ὑπὸ κύμασιν αὔτως· ἱστία δ᾽ ἐξήρπαξ᾽ ἀνέμου μένος ἠδὲ καὶ αὐτήν νῆα διάνδιχ᾽ ἔαξε, τινασσομένην ῥοθίοισιν. ἔνθα δ᾽ ὑπ᾽ ἐννεσίῃσι θεῶν πίσυρές περ ἐόντες δούρατος ὠρέξαντο πελωρίου, οἷά τε πολλά ῥαισθείσης κεκέδαστο θόοις συναρηρότα γόμφοις. καὶ τοὺς μὲν νῆσόνδε, παρὲξ ὀλίγον θανάτοιο, κύματα καὶ ῥιπαὶ ἀνέμου φέρον ἀσχαλόωντας· αὐτίκα δ᾽ ἐρράγη ὄμβρος ἀθέσφατος, ὗε δὲ πόντον καὶ νῆσον καὶ πᾶσαν ὅσην κατεναντία νήσου χώρην Μοσσύνοικοι ὑπέρβιοι ἀμφενέμοντο. τοὺς δ᾽ ἄμυδις κρατερῷ σὺν δούρατι κύματος ὁρμή υἱῆας Φρίξοιο μετ᾽ ἠιόνας βάλε νήσου νύχθ᾽ ὕπο λυγαίην. τὸ δὲ μυρίον ἐκ Διὸς ὕδωρ λῆξεν ἅμ᾽ ἠελίῳ· τάχα δ᾽ ἐγγύθεν ἀντεβόλησαν   ἀλλήλοις. Ἄργος δὲ παροίτατος ἔκφατο μῦθον·   «ντμεθα πρς Ζηνς ποψου, οἵτινές ἐστε ἀνδρῶν, εὐμενέειν τε καὶ ἀρκέσσαι χατέουσι. πόντῳ γὰρ τρηχεῖαι ἐπιβρίσασαι ἄελλαι νηὸς ἀεικελίης διὰ δούρατα πάντ᾽ ἐκέδασσαν, ᾗ ἔνι πείρομεν οἶδμα κατὰ χρέος ἐμβεβαῶτες. τούνεκα νῦν ὑμέας γουναζόμεθ᾽, αἴ κε πίθησθε, δοῦναι ὅσον τ᾽ εἴλυμα περὶ χροὸς ἠδὲ κομίσσαι, ἀνέρας οἰκτείραντας ὁμήλικας ἐν κακότητι. λλ κτας ξενους Δις ενεκεν αδσσασθε, Ξεινου κεσου τε· Δις δ μφω κται τε κα ξενοι, δ που κα πψιος μμι ττυκται.»   Τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Αἴσονος υἱὸς ἐπιφραδέως ἐρέεινε, μαντοσύνας Φινῆος ὀισσάμενος τελέεσθαι·   «Ταῦτα μὲν αὐτίκα πάντα παρέξομεν εὐμενέοντες· ἀλλ᾽ ἄγε μοι κατάλεξον ἐτήτυμον ὁππόθι γαίης ναίετε, καὶ χρέος οἷον ὑπεὶρ ἅλα νεῖσθαι ἀνώγει, αὐτῶν θ᾽ ὑμείων ὄνομα κλυτὸν ἠδὲ γενέθλην.»   Τὸν δ᾽ Ἄργος προσέειπεν, ἀμηχανέων κακότητι·  «Αἰολίδην Φρίξον τιν᾽ ἀφ᾽ Ἑλλάδος Αἶαν ἱκέσθαι ἀτρεκέως δοκέω που ἀκούετε καὶ πάρος αὐτοί, Φρίξον ὅτις πτολίεθρον ἀνήλυθεν Αἰήταο κριοῦ ἐπαμβεβαώς, τόν ῥα χρύσειον ἔθηκεν Ἑρμείας· κῶας δὲ καὶ εἰσέτι νῦν κεν ἴδοισθε πεπτάμενον λασίοισιν ἐπὶ δρυὸς ἀκρεμόνεσσιν·   τὸν μὲν ἔπειτ᾽ ἔρρεξεν ἑῇς ὑποθημοσύνῃσιν Φυξίῳ ἐκ πάντων Κρονίδῃ Διί· καί μιν ἔδεκτο Αἰήτης μεγάρῳ, κούρην τέ οἱ ἐγγυάλιξεν Χαλκιόπην ἀνάεδνον ἐυφροσύνῃσι νόοιο· τῶν ἐξ ἀμφοτέρων εἰμὲν γένος, ἀλλ᾽ ὁ μὲν ἤδη γηραιὸς θάνε Φρίξος ἐν Αἰήταο δόμοισιν· ἡμεῖς δ᾽, αὐτίκα πατρὸς ἐφετμάων ἀλέγοντες, νεύμεθ᾽ ἐς Ὀρχομενὸν κτεάνων Ἀθάμαντος ἕκητι. εἰ δὲ καὶ οὔνομα δῆθεν ἐπιθύεις δεδαῆσθαι, τῷδε Κυτίσσωρος πέλει οὔνομα, τῷδέ τε Φρόντις, τῷ δὲ Μέλας, ἐμὲ δ᾽ αὐτὸν ἐπικλείοιτέ κεν Ἄργον.»   Ὧς φάτ᾽· ἀριστῆες δὲ συνηβολίῃ κεχάροντο καί σφεας ἀμφίεπον περιθαμβέες· αὐτὰρ Ἰήσων ἐξαῦτις κατὰ μοῖραν ἀμείψατο τοῖσδ᾽ ἐπέεσσιν·   «῏Η ἄρα δὴ γνωτοὶ πατρώιοι ἄμμιν ἐόντες λίσσεσθ᾽ εὐμενέοντας ἐπαρκέσσαι κακότητα. Κρηθεὺς γάρ ῥ᾽ Ἀθάμας τε κασίγνητοι γεγάασιν, Κρηθῆος δ᾽ υἱωνὸς ἐγὼ σὺν τοισίδ᾽ ἑταίροις Ἑλλάδος ἒξ αὐτὴν νέομ᾽ ἐς πόλιν Αἰήταο. ἀλλὰ τὰ μὲν καὶ ἐσαῦτις ἐνίψομεν ἀλλήλοισιν, νῦν δ᾽ ἕσσασθε πάροιθεν· ὑπ᾽ ἐννεσίῃσι δ᾽ ὀίω ἀθανάτων ἐς χεῖρας ἐμὰς χατέοντας ἱκέσθαι.»   ῏Η ῥα, καὶ ἐκ νηὸς δῶκέ σφισιν εἵματα δῦναι. πασσυδίῃ δἤπειτα κίον μετὰ νηὸν Ἄρηος, μῆλ᾽ ἱερευσόμενοι, περὶ δ᾽ ἐσχάρῃ ἐστήσαντο ἐσσυμένως, ἥ τ᾽ ἐκτὸς ἀνηρεφέος πέλε νηοῦ,   στιάων· εἴσω δὲ μέλας λίθος ἠρήρειστο ἱερός, ᾧ †ποτε πᾶσαι† Ἀμαζόνες εὐχετόωντο· οὐδέ σφιν θέμις ἦεν, ὅτ᾽ ἀντιπέρηθεν ἵκοιντο, μήλων τ᾽ ἠδὲ βοῶν τῇδ᾽ ἐσχάρῃ ἱερὰ καίειν, ἀλλ᾽ ἵππους δαίτρευον, ἐπηετανὸν κομέουσαι. αὐτὰρ ἐπεὶ ῥέξαντες ἐπαρτέα δαῖτα πάσαντο, δὴ τότ᾽ ἄρ᾽ Αἰσονίδης μετεφώνεεν, ἦρχέ τε μύθων·   «Ζεὺς ἐτεὸν τὰ ἕκαστ᾽ ἐπιδέρκεται, οὐδέ μιν ἄνδρες λήθομεν ἔμπεδον οἵ τε θεουδέες †οὐδὲ δίκαιοι.† ὡς μὲν γὰρ πατέρ᾽ ὑμὸν ὑπεξείρυτο φόνοιο μητρυιῆς καὶ νόσφιν ἀπειρέσιον πόρεν ὄλβον, ὧς δὲ καὶ ὑμέας αὖτις ἀπήμονας ἐξεσάωσεν χείματος οὐλομένοιο. πάρεστι δὲ τῆσδ᾽ ἐπὶ νηός ἔνθα καὶ ἔνθα νέεσθαι ὅπῃ φίλον, εἴτε μετ᾽ Αἶαν εἴτε μετ᾽ ἀφνειὴν θείου πόλιν Ὀρχομενοῖο. τὴν γὰρ Ἀθηναίη τεχνήσατο καὶ τάμε χαλκῷ δούρατα Πηλιάδος κορυφῆς πάρα, σὺν δέ οἱ Ἄργος τεῦξεν· ἀτὰρ κείνην γε κακὸν διὰ κῦμ᾽ ἐκέδασσεν, πρὶν καὶ πετράων σχεδὸν ἐλθέμεν αἵ τ᾽ ἐνὶ Πόντου στεινωπῷ συνίασι πανήμεροι ἀλλήλῃσιν. ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽ ὧδε καὶ αὐτοὶ ἐς Ἑλλάδα μαιομένοισιν κῶας ἄγειν χρύσειον ἐπίρροθοι ἄμμι πέλεσθε καὶ πλόου ἡγεμονῆες, ἐπεὶ Φρίξοιο θυηλάς   στέλλομαι ἀμπλήσων, Ζηνὸς χόλον Αἰολίδῃσιν.«

[20] Πρβ. Πρόκλος «Περί των δέκα προς την πρόνοια απορημάτων, κεφ. 58-61».

[21] Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 88 – 91» :

     Ag 88 ` to     Ag 91 πάντων δὲ θεῶν τῶν ἀστυνόμων,      

ὑπάτων, χθονίων,      

τῶν τε θυραίων τῶν τ᾽ ἀγοραίων,        

βωμοὶ δώροισι φλέγονται·

[22] Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 347 »:

     Supp 345 ` to     Supp 345 {Χο.}       αἰδοῦ σὺ πρμναν πλεος ὧδ᾽ ἐστεμμένην.

[23] Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 1018 – 1021»:

     Supp 1018 ` to     Supp 1021         ἴτε μὰν ἀστυάνακτας

μάκαρας θεοὺς γανάοντες

πολιούχους τε καὶ οἳ χεῦμ᾽ Ἐρασίνου

περιναίουσιν παλαιόν.

[24]   ἐφέστιος, -ον, ιων. τ. ἐπίστιος, -ον και ἐφίστιος, -ον (Α)

  • αυτός που βρίσκεται στην εστία, στο σπίτι του (α. «ἐλθὼν ἀπολέσθαι ἐφέστιος», Ομ. Οδ.

β. «Τρῶες ἐφέστιοι ὅσσοι ἔασιν» — όσοι Τρώες βρίσκονται στα σπίτια τους, Ομ. Ιλ.)

  • για ικέτες που κάθονται δίπλα στην εστία και ζητούν προστασία («ἱκέτης καὶ δόμων ἐφέστιος», Αισχύλ.)
  • ξένος, φιλοξενούμενος («ἐλθόντ’ ἐς δόμους ἐφέστιον», Σοφ.)
  • αυτός που κατοικεί με κάποιον («ἐφέστιον ἀθανάτοισιν» — που κατοικεί με τους αθανάτους», Απολλ. Ρόδ.)
  • (γενικά) αυτός που ανήκει στο σπίτι ή στην οικογένεια («ἐφέστιοι εὐναί», Ευρ.)
  • το ουδ. ως ουσ. α) ιων. τ πίστιον

η οικογένεια, Ηρόδ.

β) τ φέστιον

ο τόπος, η πατρίδα

  • φρ.α) «ἐφέστιοι θεοί» —θεοί, προστάτες τού οικογενειακού βίου, στους οποίους ήταν αφιερωμένη η εστία καιτών οποίων τα αγάλματα ήταν κοντά σ’ αυτήν

β) «Ζεὺς ἐπίστιος» ή «Ζεὺς ἐφέστιος»

Ζευς προστάτης τής φιλοξενίας

[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + στία].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[25] Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 490 – 503»:

     Supp 490 ` to     Supp 503 {<Δα.>}       πολλῶν τάδ᾽ ἡμῖν ἐστιν ἠξιωμένα,      

αδοον ερεθντα πρξενον λαβεν.      

ὀπάονας δὲ φράστοράς τ᾽ ἐγχωρίων      

ξύμπεμψον, ς ν τν πολισσοχων θεν      

βωμος προνους κα † πολισσοχων δρας      

ερωμεν, ἀσφάλεια δ᾽ ᾖ δι᾽ ἄστεως      

στείχουσι· μορφῆς δ᾽ οὐχ ὁμόστολος φύσις.      

Νεῖλος γὰρ οὐχ ὅμοιον Ἰνάχῳ γένος      

τρέφει. φύλαξαι μὴ θράσος τέκῃ φόβον·      

καὶ δὴ φίλον τις ἔκταν᾽ ἀγνοίας ὕπο.

{Βα.}       στείχοιτ᾽ ἄν, ἄνδρες· εὖ γὰρ ὁ ξένος λέγει.    

γεσθε βωμος στικος, θεν δρας·      

καὶ ξυμβολοῦσιν οὐ πολυστομεῖν χρεὼν      

ναύτην ἄγοντας τνδ φστιον θεν.

[26] πολισσοχοι] οἱ τὴν πόλιν τὴν ἡμετέραν κατέχοντες.

πολισσοχοι] πολιοῦχοι ἢ οἱ τὴν ἡμετέραν πόλιν κατοικοῦντες.

πολισσοχοι] οἱ τὴν πόλιν φυλάσσοντες καὶ ἑδραιοῦντες.

πολισσοχοι] οἱ τὴν πόλιν συνέχοντες.

Πολισσοχοι] ο χοντες κα φυλττοντες τν γν τατην.

πολισσοχοι] ο τν πλιν συνχοντες κα φυλσσοντες. (Scholia in Aeschylum Th.69a.1).

πολισσοχοι] ο τν πλιν κα τν περ ατν γν συνχοντες. (Scholia in Aeschylum Th.109b.1 – 109e.1).

< μεγλε Ζε κα πολισσοχοι θεο> = μγιστε Ζε κα ο τς πλεις συνχοντες θεο, οτινες δ ῥύεσθε κα φυλττετε το τους τος πργους το Κδμου, ἤτοι τῆς πόλεως τῶν Θηβαίων, ἆρα χαίρω καὶ ὑμνήσω καὶ παιανίσω ἐπὶ τῇ τῆς πόλεως σωτηρίᾳ, ἢ θρηνήσω καὶ ἀποκλαύσομαι τοὺς τληπαθεῖς καὶ δυστυχεῖς πολεμάρχους, ἤγουν τὸν Ἐτεοκλέα καὶ τὸν Πολυνείκην; (Scholia in Aeschylum Th.822-828.1 ` to     Scholia in Aeschylum Th.822-828.6)

[27] <ρ τε> = καὶ κατάρα ἣν κατηράσατο αὐτοὺς ὁ Οἰδίπους ὁ πατὴρ αὐτῶν.

ρ] = κατάρα. ἐρινὺς ἐρρήθη ἢ διὰ τὸ τὰς ἀρὰς ἀνύειν ἢ διὰ τὸ ἐν τῇ ἔρᾳ ναίειν ἤγουν πορεύεσθαι—φασὶν δὲ ταύτην δαιμόνιόν τι ὑπὸ γῆν ὄν—ἢ διὰ τὸ ἀπροόπτως καὶ ἀφανῶς ἐρχομένην τιμωρεῖν τοὺς ἁμαρτάνοντας. (Scholia in Aeschylum Th.70a.1 ` to     Scholia in Aeschylum Th.70c.3).

[28] πρυμνθεν] = ῥιζόθεν.

πρυμνθεν] = κ βθους τν σχτων ιζν.

πρυμνθεν] = κ θεμελων.

πρεμνθεν] = ἤγουν μετὰ τοῦ πρέμνου ὃν καλοῦσι στέλεχον.

πανλεθρον] = παντελς φανισμνη.

πανλεθρον] = παντελς λεθρευθεσαν.

<κθαμνσητε> = δίκην θάμνου ἐκριζώσητε. θάμνος γάρ ἐστιν εἶδος χαμαιζήλου φυτοῦ καὶ πολυκλάδου παρὰ τὸ θαμὰ ἐτυμολογούμενος. οὐ γὰρ μονοστέλεχος κατὰ τὸ δένδρον ἄνεισιν, ἀλλὰ πυκνὸς ὁ θάμνος καὶ πολυστέλεχος εὐθύς ἐστιν ἐκ ῥιζῶν. θάμνοι δὲ οὕτω ῥᾷον πυρὶ πίπτουσιν· οὐ γὰρ δήπου μεγάλα δένδρα. ἡ δὲ πτῶσις διὰ τὸν ἄνεμον καὶ διὰ τὸ πολὺ πῦρ ἐξικμάζον τὴν συνεκτικὴν τῶν λεπτῶν θάμνων ὑγρότητα.

κθαμνσητε] = ἐκριζώσητε.

κθαμνσητε] = ἐκσπάσητε.

κθαμνσητε] = ἐκκόψητε. θάμνος κυρίως τὸ φρύγανον. καταχρηστικῶς δὲ πᾶν χθαμαλὸν δένδρον.

<κθαμνσητε> = δίκην θάμνου ἐκριζώσητε. θάμνος δέ ἐστιν εἶδος χαμαιζήλου φυτοῦ καὶ πολυκλάδου παρὰ τὸ θαμινοὺς ἔχειν κλάδους, ἤτοι συχνούς, ἐτυμολογούμενος· οὐ γὰρ μονοστέλεχος κατὰ τὰ ἄλλα [δένδρα ἄνεισιν, ἀλλὰ] πυκνὸς τοὺς κλάδους καὶ πολυστέλεχος εὐθύς ἐστιν ἐκ ῥιζῶν. (Scholia in Aeschylum Th.71a.1 – 72f.5).

[29] Βλ. Αισχύλος «Επτά επι Θήβας, στ. 70 – 73»:

     Th 70 ` to     Th 73 {Ετ.}       Ζε τε κα Γ κα πολισσοχοι θεο,

Ἀρά τ᾽ Ἐρινὺς πατρὸς ἡ μεγασθενής,

μή μοι πόλιν γε πρυμνόθεν πανώλεθρον

ἐκθαμνίσητε δῃάλωτον, Ἑλλάδος

φθόγγον χέουσαν, καὶ δόμους ἐφεστίους·

[30] Βλ. Πλάτων «Φαίδρος, 244.d.5 – 245.a.1» :

     Phaedr 244.d.5 ` to     Phaedr 245.a.1 ἀλλὰ μὴν νόσων γε καὶ πόνων τῶν μεγίστων, ἃ δὴ παλαιῶν ἐκ μηνιμάτων ποθὲν ἔν τισι τῶν γενῶν ἡ μανία ἐγγενομένη καὶ προφητεύσασα, οἷς ἔδει ἀπαλλαγὴν ηὕρετο, καταφυγοῦσα πρὸς θεῶν εὐχάς τε καὶ λατρείας, ὅθεν δὴ καθαρμῶν τε καὶ τελετῶν τυχοῦσα ἐξάντη ἐποίησε τὸν [ἑαυτῆς] ἔχοντα πρός τε τὸν παρόντα καὶ τὸν ἔπειτα χρόνον, λύσιν τῷ ὀρθῶς μανέντι τε καὶ κατασχομένῳ τῶν παρόντων κακῶν εὑρομένη.

[31]  Βλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 93.3 – 93.12» :

     in Cra 93.3 ` to     in Cra 93.12     τῶν προγονικῶν ἁμαρτημάτων κοινωνοῦσιν οἱ παῖδες τῆς δίκης. καὶ γὰρ αἱ ψυχαὶ διὰ τῆς πρὸς τοὺς ἀδίκους συντάξεως μέτοχοι γίνονται τῆς ἀδικίας, καὶ τὰ σώματα αὐτῶν ἀπὸ σπερμάτων ὑπέστη πονηρῶν, καὶ τὰ ἐκτὸς ἐξημαρτημένως ἔλαβε τὴν ἀρχήν. τούτων δέ, φησὶν ὁ ἐν <Φαίδρῳ> (p 244d-e) Σωκράτης, ἡ τελεστικὴ δύναται καθαίρειν λύουσα τῶν παρόντων κακῶν διὰ τῆς περὶ τὸ θεῖον λατρείας.

[32]        Ep 352.d.3 to     Ep 352.d.5 τὸ δὲ οὐδαμῶς ῥᾴδιον πολλὰ κακὰ δρῶντα τοὺς ἄλλους μὴ οὐ καὶ πάσχειν αὐτὸν πολλὰ ἕτερα.
<p style="text-align:justify;"><a href="#_ftnref32" name="_ftn32">[33]</a> Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 88 - 91» :</p>
<p style="text-align:justify;">     Ag 88
to     Ag 91 τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώσαντα,

τὸν <πάθει μάθοσ>

θέντα κυρίως ἔχειν.

στάζει δ᾽ ἀνθ᾽ ὕπνου πρὸ καρδίας

μνησιπήμων πόνος· καὶ παρ᾽ ἄ

κοντας ἦλθε σωφρονεῖν.

δαιμόνων δέ που χάρις βίαιος

σέλμα σεμνὸν ἡμένων.

[34] Μάλιστα ο Αισχύλος στην τραγωδία τους «Ικέτιδες, στ. 437» δια μέσω του χορού λέγει πως :

«Τα δίκαια δίοθεν έρχονται».

     Supp 437 ` to     Supp 437 δίκαια Διόθεν κράτη.

[35] Βλ. Αισχύλος «Χοηφόροι, στ. 306 – 314» :

     Ch 306 ` to     Ch 314

{Χο.}       ἀλλ᾽ ὦ μεγάλαι Μοῖραι, Διόθεν      

τῇδε τελευτᾶν,        

ᾗ τὸ δίκαιον μεταβαίνει.      

ἀντὶ μὲν ἐχθρᾶς γλώσσης ἐχθρὰ      

γλῶσσα τελείσθω· τοὐφειλόμενον        

πράσσουσα Δίκη μέγ᾽ ἀυτεῖ·      

ἀντὶ δὲ πληγῆς φονίας φονίαν      

πληγὴν τινέτω. <δράσαντα παθεῖν>,        

τριγέρων μῦθος τάδε φωνεῖ.

[36] κλαρου] πάντα πᾶσι κληροῦντος καὶ κραίνοντος. (Scholia in Aeschylum Supp.360.1).

[37] παρ ψιγνου] παρ᾽ ἐμοῦ τῆς νεωτέρας ὁ γέρων. (Scholia in Aeschylum Supp.361.1).

[38] <εροδκα γνο>] οἱ θεοὶ δέχονται τὰ ἀπὸ ἀνδρὸς ἁγνοῦ ἱερά. (Scholia in Aeschylum Supp.363-364.1).

[39] Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 359 – 3364» :

     Supp 359 ` to     Supp 364 {Χο.}           ἴδοιτο δῆτ᾽ ἄνατον φυγὰν                                                            

ἱκεσία Θέμις Διὸς κλαρίου.        

σὺ δὲ παρ᾽ ὀψιγόνου μάθε γεραιόφρων·        

ποτιτρόπαιον αἰδόμενος † οὖνπερ        

ἱεροδόκα † …            

θεῶν λήματ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρὸς ἁγνοῦ.

[40] Βλ. Αισχύλος «Χοηφόροι, στ. 400 – 404» :

     Ch 400 ` to     Ch 404 {Χο.}       ἀλλὰ νόμος μὲν φονίας σταγόνας      

χυμένας ἐς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν      

αἷμα· βοᾷ γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν      

παρὰ τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην        

ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτῃ.

[41] Βλ. Ευριπίδης «Ιλέκτρα, στ. 1349 – 1356» :

     Electra 1349 ` to     Electra 1356   διὰ δ᾽ αἰθερίας στείχοντε πλακὸς  

τοῖς μὲν μυσαροῖς οὐκ ἐπαρήγομεν,  

οἷσιν δ᾽ ὅσιον καὶ τὸ δίκαιον  

φίλον ἐν βιότωι, τούτους χαλεπῶν  

ἐκλύοντες μόχθων σώιζομεν.  

οὕτως ἀδικεῖν μηδεὶς θελέτω  

μηδ᾽ ἐπιόρκων μέτα συμπλείτω·  

θεὸς ὢν θνητοῖς ἀγορεύω.

[42] Βλ. Πλούταρχος «Περίς Σωκράτους δαιμονίου, 593.A.10 – 594.A.7» :

     De genio Socratis 593.A.10 ` to     De genio Socratis 594.A.7 καθάπερ οὖν ἀνὴρ φίλιππος οὐ πάντων ὁμοίως ἐπιμελεῖται τῶν ὑπὸ τὸ γένος, ἀλλ᾽ ἀεί τιν᾽ ἄριστον ἐξαιρῶν καὶ ἀποκρίνων καθ᾽ αὑτὸν ἀσκεῖ καὶ τρέφει καὶ ἀγαπᾷ διαφερόντως, <οὕτω> καὶ ἡμῶν οἱ ὑπὲρ ἡμᾶς τοὺς βελτίστους οἷον ἐξ ἀγέλης χαράξαντες ἰδίας τινὸς καὶ περιττῆς παιδαγωγίας ἀξιοῦσι, οὐχ ὑφ᾽ ἡνίας οὐδὲ ῥυτήρων ἀλλὰ λόγῳ διὰ συμβόλων εὐθύνοντες· ὧν οἱ πολλοὶ καὶ ἀγελαῖοι παντάπασιν ἀπείρως ἔχουσιν. οὐδὲ γὰρ οἱ πολλοὶ κύνες τῶν θηρατικῶν σημείων οὐδ᾽ [οἱ πολλοὶ] ἵπποι τῶν ἱππικῶν συνιᾶσιν, ἀλλ᾽ οἱ μεμαθηκότες εὐθὺς ἀπὸ σιγμοῦ τοῦ τυχόντος ἢ ποππυσμοῦ τὸ προσταττόμενον αἰσθανόμενοι ῥᾳδίως εἰς ὃ δεῖ καθίστανται. φαίνεται δὲ γιγνώσκων καὶ Ὅμηρος ἣν λέγομεν διαφορὰν ἡμεῖς· τῶν γὰρ μάντεων οἰωνοπόλους τινὰς καλεῖ καὶ ἱερεῖς, ἑτέρους δὲ τῶν θεῶν αὐτῶν διαλεγομένων   συνιέντας καὶ συμφρονοῦντας ἀποσημαίνειν οἴεται τὸ μέλλον, ἐν οἷς λέγει (Η 44 )        

«τῶν δ᾽ Ἕλενος, Πριάμοιο φίλος παῖς, ξύνθετο θυμῷ  

βουλήν, ἥ ῥα θεοῖσιν ἐφήνδανε μητιόωσι·»      

καί (Η 53 )        

«ὣς γὰρ ἐγὼν ὄπ᾽ ἄκουσα θεῶν <αἰει>γενετάων.»        

ὥσπερ γὰρ τῶν βασιλέων καὶ τῶν στρατηγῶν τὴν διάνοιαν οἱ μὲν ἐκτὸς αἰσθάνονται καὶ γιγνώσκουσι πυρσοῖς τισι καὶ κηρύγμασι καὶ ὑπὸ σαλπίγγων, τοῖς δὲ πιστοῖς καὶ συνήθεσιν αὐτοὶ φράζουσιν, οὕτω τὸ θεῖον ὀλίγοις ἐντυγχάνει δι᾽ αὑτοῦ καὶ σπανίως, τοῖς δὲ πολλοῖς σημεῖα δίδωσιν, ἐξ ὧν ἡ λεγομένη μαντικὴ συνέστηκε. θεοὶ μὲν [γὰρ] οὖν ὀλίγων ἀνθρώπων κοσμοῦσι βίον, οὓς ἂν ἄκρως μακαρίους τε καὶ θείους ὡς ἀληθῶς ἀπεργάσασθαι βουλη θῶσιν· αἱ δ᾽ ἀπηλλαγμέναι γενέσεως ψυχαὶ καὶ σχολάζουσαι τὸ λοιπὸν ἀπὸ σώματος, οἷον ἐλεύθεραι πάμπαν ἀφειμέ ναι, δαίμονές εἰσιν ἀνθρώπων ἐπιμελεῖς καθ᾽ Ἡσίοδον (OD 122 sq.). ὡς γὰρ ἀθλητὰς καταλύσαντας ἄσκησιν ὑπὸ γήρως οὐ τελέως ἀπολείπει τὸ φιλότιμον καὶ φιλοσώματον, ἀλλ᾽ ἑτέρους ἀσκοῦντας ὁρῶντες ἥδονται καὶ παρακαλοῦσι καὶ συμπαραθέουσιν, οὕτως οἱ πεπαυμένοι τῶν περὶ τὸν βίον ἀγώνων δι᾽ ἀρετὴν ψυχῆς γενόμενοι δαίμονες οὐ παντελῶς ἀτιμάζουσι τὰ ἐνταῦθα πράγματα καὶ λόγους καὶ σπουδάς, ἀλλὰ τοῖς ἐπὶ ταὐτὸ γυμναζο μένοις τέλος εὐμενεῖς ὄντες καὶ συμφιλοτιμούμενοι πρὸς τὴν ἀρετὴν ἐγκελεύονται καὶ συνεξορμῶσιν, ὅταν ἐγγὺς ἤδη τῆς ἐλπίδος ἁμιλλωμένους καὶ ψαύοντας ὁρῶσιν. οὐ γὰρ οἷς ἔτυχε συμφέρεται τὸ δαιμόνιον, ἀλλ᾽ οἷον ἐπὶ τῶν νηχομένων ἐν θαλάττῃ τοὺς μὲν πελαγίους ἔτι καὶ πρόσω τῆς γῆς φερομένους οἱ ἐπὶ γῆς ἑστῶτες σιωπῇ   θεῶνται μόνον, τοὺς δ᾽ ἐγγὺς ἤδη παραθέοντες καὶ παρεμβαίνοντες ἅμα καὶ χειρὶ καὶ φωνῇ βοηθοῦντες ἀνασῴζουσιν, οὗτος, ὦ …. τοῦ δαιμονίου ὁ τρόπος· …. ἡμᾶς βαπτιζομένους ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ σώματα πολλὰ καθάπερ ὀχήματα μεταλαμβάνοντας αὐτοὺς ἐξαμιλλᾶσθαι καὶ μακροθυμεῖν δι᾽ οἰκείας πειρωμένους ἀρετῆς σῴζεσθαι καὶ τυγχάνειν λιμένος. ἥτις δ᾽ ἂν ἤδη διὰ μυρίων γενέσεων ἠγωνισμένη μακροὺς ἀγῶνας εὖ καὶ προθύμως ψυχὴ τῆς περιόδου συμπεραινομένης κινδυνεύουσα καὶ φιλοτιμουμένη περὶ τὴν ἔκβασιν ἱδρῶτι πολλῷ <τοῖς> ἄνω προσφέρηται, ταύτῃ τὸν οἰκεῖον οὐ νεμεσᾷ δαίμονα βοηθεῖν ὁ θεὸς ἀλλ᾽ ἀφίησι τῷ προθυμουμένῳ· προθυμεῖται δ᾽ ἄλλος ἄλλην ἀνασῴζειν ἐγκελευόμενος, ἡ δὲ συνακούει διὰ τὸ πλησιάζειν καὶ σῴζεται, μὴ πειθομένη δέ, ἀπολιπόντος τοῦ δαίμονος, οὐκ εὐτυχῶς ἀπαλλάσσει.»