Ύβρις προς ξένους


Χαρακτηριστική περίπτωση ύβρως προς ξένους είναι η περίπτωση του πριαμίδη Αλέξανδρου ή Πάρι.

Εξ ου και λέγει ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Αγαμέμνων» δια στόματος χορού:

«Ζευς βασιλιά και νύχτα φιλία, κάτοχε[1] μεγάλων κόσμων που τύλιξες με δίχτυ στεγανό τους πύργους της Τροίας, και μήτε γέρος μήτε νέος να ξεφύγει μπόρεσε από το μεγάλο δίχτυ της δουλείας. Σέβομαι τον μέγα Ζεύς τον Ξένιο που έπραξε αυτό για τον Αλέξανδρο. Έτεινε για πολύ το τόξο, ώστε να μη λαθέψει στον καιρό και να μη πέσει μάταια το βέλος πάνω από τα άστρα.       Έχουν να πούνε το χτύπημα του Διός κι εύκολο είναι να το αναγνωρίσουν. Τους βρήκε τύχη, που αυτός την αποφάσισε. Κανείς δεν είπε, πως οι θεοί δεν αξιώνονται να νοιάζονται για όσους βεβήλωσαν την χάρη των άθικτων. Δεν θα ήταν ευσεβής αυτός ο λόγος. Είναι ολοφάνερο : εκείνους, που τα πλούτη τα πολλά τους σπρώχνουν σε άδικους αγώνες, τους τιμωρεί η ίδια τους η τόλμη. Εκείνον, που με σοφή σκέψη είναι ολιγαρκής, ας μη τον πλήξει συμφορά. Δεν είναι κανένα κάστρο να προφυλάξει άνθρωπο, που γκρεμίζει με ένα λάκτισμα τον μεγάλο βωμό της Δίκης, για να χορτάσει πλούτη.       Βίαια τον αρπάζει η αμείλικτη πειθώ, η μισητή κόρη της Άτης, που τον παρασύρει. Και δεν υπάρχει γιατρειά. Δεν κρύβεται η αμαρτία, μα σαν απαίσιο φως φαίνεται. Κι όπως ο πρόστυχος χαλκόςμε την τριβή και τα χτυπήματα γίνεται μαυροθώρητος, έτσι δίκαια έπαθε εκείνος, που σαν κυνήγησε ασύλληπτο πουλί κι έφερε δυστυχία αβάσταχτη στην πόλη του. Κανείς θεός δε ακούει τις Λίτες του. Μα καταστρέφει άδικο άνθρωπο, που έκαμε τέτοια εγκλήματα. Έτσι και ο Πάρις ήλθε στων Ατρειδών τον οίκο και ατίμασε ξένια τράπεζα κλέβοντας μια γυναίκα.»[2]

Και αυτό διότι καθώς λέγει ο Πρόκλος:

«όταν υπάρχει ένας πονηρός, η πόλη πολλές φορές εξομοιώνεται με αυτόν τον ένα και κολλάει την πονηριά σαν νόσημα και μολύνεται ολόκληρη από αυτήν. Μπορεί όμως να σημαίνει και κάτι άλλο, ότι δηλαδή, όταν υπάρχει ένας πονηρός, τιμωρείται ολόκληρη η πόλη επειδή δεν τιμώρησε την πονηριά του ενός, μολονότι μπορούσε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν ο Αγαμέμνων συμπεριφέρθηκε με αυθάδεια στον ιερέα, ο λοιμός απλώθηκε σε όλους τους Έλληνες, επειδή παρέλειψαν να υπερασπιστούν τον ιερέα. Και όταν ασέβησε ο Αίαντας στο ιερό της Αθηνάς, όλοι κατέστησαν ένοχοι για τη δικαιοσύνη, επειδή δεν αγανάκτησαν με την ασέβεια. Γιατί δεν πρέπει να αφήνουμε τους ασεβείς ούτε να συγκατανεύουμε στους αδίκους παραλείποντας να σταματήσουμε την δύναμη των κακών, ενώ μπορούμε να τη σταματήσουμε.»[3]

Μάλιστα ο Αισχύλος στην τραγωδία του “Αγαμέμνων” λέγει πως :

«Μια μήνις τελεσσίφρων ήλθε ορθώνυμος με το κήδος της νύφης που έφθασε στο Ίλιον. Με τον καιρό πλήρωσαν την βεβήλωση της ξενίας και του ξυνέστιου Διός αυτοί, που τότε τίμησαν την νύφη ψάλλοντας με όλη τους την δύναμη το νυμφότιμο μέλος υμέναιου.»[4]

Και ποιο κάτω λέγει ο Αισχύλος:

«Έτσι και κάποιος έθρεψε στον οίκο του λιονταριού σκύμνο ακόμα βυζανιάρικο. Κι ήταν τις πρώτες ημέρες ήμερο, καλή παρέα των παιδιών του και των ενήλικων μια αφορμή χαράς. Συχνά το έπαιρναν αγκαλιά σαν μωρό παιδί και έπαιζε με το χέρι, που του έδιναν τροφή.      Μα όταν χρόνιασε έδειξε το ήθος των γονιών του. Εκπλήρωσε την χάρι στους τροφείς του κάνοντας μόνος του δείπνο σε φοβερή σφαγή αρνιών. Γέμισε το σπίτι αίματα κι όλοι λυπήθηκαν μια φοβερή καταστροφή με τόσα θύματα. Εκ θεού ιερέα της Άτης στους δόμους τον έθρεφαν.       Θα έλεγα πως και η Ελένη έτσι ήλθε στο Ίλιον του Πριάμου. Στην αρχή αρχή σαν φαντασία γαλήνιας νηνεμίας, θαυμαστό του πλούτου άγαλμα, μαλθακό ομμάτων βέλος, έρωτος άνθος που κεντρώνει τον θυμό. Άλλαξε όμως κι έκαμε πικρό το τέλος του γάμου και ήλθε και έγινε δυσεδρος και δυσόμιλος των Πριαμιδών. Πομπή του Ξένιου Διός νυμφόκλαυτη Ερινύα.      Είναι ένα παλιός λόγος, που από καιρό τον λένε οι θνητοί, πως του ανθρώπου η ευτυχία, όταν πληθύνει γεννά κι άλλη και δεν πεθαίνει άκληρη. Μα για τους απογόνους θα φυτρώσει από την καλή την τύχη η κακορριζικιά. Εγώ όμως χωριστά από τους άλλους έχω την δική μου γνώμη : όχι η ευτυχία, μα τα έργα της ασέβειας γεννούν πολλά παιδιά όμοια με την γεννήτρα τους. Σε σπίτια, που ζούνε δίκαια, πάντα έρχεται η τύχη των καλών παιδιών. Έτσι γίνεται και στων βροτών τα πάθη : η μία ύβρις, η παλιά, γεννά άλλα καινούρια μέσα στο σπίτι, όταν έλθει, η ορισμένη ημέρα να γεννήσει. Γεννά τον δαίμονα τον άμαχο, τον απολέμητο, το θράσος το ανίερο της μαύρης Άτης, που μοιάζει τους γονείς της. Μα η Δίκη λάμπει και στα καπνισμένα φτωχόσπιτα Αμείβοντας την τίμια ζωή κι αφήνει τα χρυσοστόλιστα μέγαρα, που έχουν στα χέρια μίασμα. Στρέφει τα μάτια της και τους αφήνει, για να έλθει στους όσιους, χωρίς να σέβεται πλούτου δύναμη στιγματισμένη με κακό. Αυτή κρίνει όλων το τέλος[5]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1] κτεάτειρα, ἡ (Α)

  • η κάτοχος.

[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κτεάτειρα, αντί τών *κτήτειρα, *κτήτρια (< κτήτωρ), σχηματίστηκε με την επίδραση τού τ. κτέατα].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[2] Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 355 – 402» :

     Ag 355 ` to     Ag 402   ὦ Ζεῦ βασιλεῦ καὶ νὺξ φιλία        

μεγάλων κόσμων κτεάτειρα,      

ἥτ᾽ ἐπὶ Τροίας πύργοις ἔβαλες    

στεγανὸν δίκτυον, ὡς μήτε μέγαν      

μήτ᾽ οὖν νεαρῶν τιν᾽ ὑπερτελέσαι      

μέγα δουλείας        

γάγγαμον, ἄτης παναλώτου.      

Δία τοι ξένιον μέγαν αἰδοῦμαι      

τὸν τάδε πράξαντ᾽, ἐπ᾽ Ἀλεξάνδρῳ      

τείνοντα πάλαι τόξον, ὅπως ἂν        

μήτε πρὸ καιροῦ μήθ᾽ ὑπὲρ ἄστρων        

βέλος ἠλίθιον σκήψειεν.

Διὸς πλαγὰν ἔχουσιν εἰπεῖν,                                                              

πάρεστιν τοῦτό γ᾽ ἐξιχνεῦσαι.    

ἔπραξεν ὡς ἔκρανεν. οὐκ ἔφα τις      

θεοὺς βροτῶν ἀξιοῦσθαι μέλειν          

ὅσοις ἀθίκτων χάρις          

πατοῖθ᾽· ὁ δ᾽ οὐκ εὐσεβής.      

πέφανται δ᾽ ἐγγονοῦσα τόλμη τῶν Ἄρη      

πνεόντων μεῖζον ἢ δικαίως,      

φλεόντων δωμάτων ὑπέρφευ      

ὑπὲρ τὸ βέλτιστον. ἔστω δ᾽ ἀπή          

μαντον, ὥστ᾽ ἀπαρκεῖν            

εὖ πραπίδων λαχόντι.                

οὐ γὰρ ἔστιν ἔπαλξις          

πλούτου πρὸς κόρον ἀνδρὶ      

λακτίσαντι μέγαν Δίκας          

βωμὸν εἰς ἀφάνειαν.            

βιᾶται δ᾽ ἁ τάλαινα πειθώ,                                                              

προβούλου παῖς ἄφερτος ἄτας.      

ἄκος δὲ πᾶν μάταιον. οὐκ ἐκρύφθη,        

πρέπει δέ, φῶς αἰνολαμπές, σίνος·          

κακοῦ δὲ χαλκοῦ τρόπον          

τρίβῳ τε καὶ προσβολαῖς      

μελαμπαγὴς πέλει δικαιωθείς, ἐπεὶ      

διώκει παῖς ποτανὸν ὄρνιν,      

πόλει πρόστριμμα θεὶς ἄφερτον·      

λιτᾶν δ᾽ ἀκούει μὲν οὔτις θεῶν·          

† τὸν δ᾽ ἐπίστροφον τῶν[δε]            

φῶτ᾽ ἄδικον καθαιρεῖ.                

οἷος καὶ Πάρις ἐλθὼν          

ἐς δόμον τὸν Ἀτρειδᾶν      

ᾔσχυνε ξενίαν τράπε-          

ζαν κλοπαῖσι γυναικός.

[3] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου “Έργα και Ημέρες”» :

     Scholia in opera et dies sch.240-241.3 ` to     Scholia in opera et dies sch.240-241.16 δύναται δὲ λέγειν ὅτι μοχθηροῦ ἑνὸς ὄντος ὥσπερ νοσήματος ἡ πόλις παραπολαύουσα πολλάκις εἰς ὅλην ἑαυτὴν ἀναμάττεται τὴν πονηρίαν ἐξομοιουμένη τῷ ἑνί. δύναται δὲ κἀκεῖνο σημαίνειν ὅτι ἑνὸς ὄντος πονηροῦ δίδωσιν ἡ πᾶσα πόλις δίκην, ὡς ἐξὸν κωλύειν μὴ κωλύουσα τὴν τοῦ ἑνὸς πονηρίαν. οὕτω καὶ τοῦ Ἀγαμέμνονος αὐθαδῶς τῷ ἱερεῖ προσενεχθέντος εἰς πάντας Ἕλληνας διέτεινεν ὁ λοιμός, ὡς παρέντας βοηθῆσαι τῷ ἱερεῖ· καὶ τοῦ Αἴαντος ἀσεβήσαντος περὶ τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ἱερὸν πάντες ἔνοχοι τῇ δίκῃ γεγόνασιν, ὡς μὴ ἀγανακτήσαντες ἐπὶ τῷ ἀσεβήματι. δεῖ γὰρ μὴ ἐπιτρέπειν τοῖς ὑβρισταῖς, μηδὲ συνεπινεύειν τοῖς ἀδίκοις δυναμένους μὲν παῦσαι, περιορῶντας δὲ τοῦ παῦσαι τὴν ἐξουσίαν τῶν πονηρῶν.

[4] Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 699 – 708» :

     Ag 699 ` to     Ag 708 Ἰλίῳ δὲ κῆδος ὀρθ-                                                              

ώνυμον τελεσσίφρων      

μῆνις ἤλασεν, τραπέζας

ἀτίμωσιν ὑστέρῳ χρόνῳ      

καὶ ξυνεστίου Διὸς πρασσομένα

τὸ νυμφότιμον        

μέλος ἐκφάτως τίοντας,        

ὑμέναιον, ὃς τότ᾽ ἐπέρρεπε

γαμβροῖσιν ἀείδειν.        

[5] Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 717 – 781» :

     Ag 717 ` to     Ag 781 ἔθρεψεν δὲ λέοντος ἶνιν

δόμοις ἀγάλακτον οὕτως

ἀνὴρ φιλόμαστον,        

ἐν βιότου προτελείοις          

ἅμερον, εὐφιλόπαιδα        

καὶ γεραροῖς ἐπίχαρτον.      

πολέα δ᾽ ἔσκ᾽ ἐν ἀγκάλαις      

νεοτρόφου τέκνου δίκαν,      

φαιδρωπὸς ποτὶ χεῖρα σαίνων

τε γαστρὸς ἀνάγκαις.            

χρονισθεὶς δ᾽ ἀπέδειξεν ἦθος

τὸ πρὸς τοκέων· χάριν        

γὰρ τροφεῦσιν ἀμείβων        

μηλοφόνοισι μάταισιν        

δαῖτ᾽ ἀκέλευστος ἔτευξεν,        

αἵματι δ᾽ οἶκος ἐφύρθη,      

ἄμαχον ἄλγος οἰκέταις,      

μέγα σίνος πολυκτόνον.      

ἐκ θεοῦ δ᾽ ἱερεύς τις ἄτας

δόμοις προσεθρέφθη.            

πάραυτα δ᾽ ἐλθεῖν ἐς Ἰλίου πόλιν                                                              

λέγοιμ᾽ ἂν φρόνημα μὲν          

νηνέμου γαλάνας,      

ἀκασκαῖον <τ᾽> ἄγαλμα πλούτου,        

μαλθακὸν ὀμμάτων βέλος,        

δηξίθυμον ἔρωτος ἄνθος.          

παρακλίνασ᾽ ἐπέκρανεν          

δὲ γάμου πικρὰς τελευτάς,          

δύσεδρος καὶ δυσόμιλος          

συμένα Πριαμίδαισιν,          

πομπᾷ Διὸς ξενίου,          

νυμφόκλαυτος Ἐρινύς.

παλαίφατος δ᾽ ἐν βροτοῖς γέρων λόγος                                                                                                

τέτυκται, μέγαν τελεσθέντα

φωτὸς ὄλβον      

τεκνοῦσθαι μηδ᾽ ἄπαιδα θνῄσκειν,        

ἐκ δ᾽ ἀγαθᾶς τύχας γένει        

βλαστάνειν ἀκόρεστον οἰζύν.          

δίχα δ᾽ ἄλλων μονόφρων εἰ          

μί. τὸ δυσσεβὲς γὰρ ἔργον        

μετὰ μὲν πλείονα τίκτει,          

σφετέρᾳ δ᾽ εἰκότα γέννᾳ.        

οἴκων γὰρ εὐθυδίκων          

καλλίπαις πότμος ἀεί.              

φιλεῖ δὲ τίκτειν Ὕβρις                                                                                                                                  

μὲν παλαιὰ νεά      

ζουσαν ἐν κακοῖς βροτῶν    

Ὕβριν τότ᾽ ἢ τόθ᾽, ὅτε τὸ κύριον μόλῃ        

φάος τόκου, δαίμονά τ᾽ ἔταν,      

ἄμαχον ἀπόλεμον ἀνίερον,    

Θράσος, μελαίνα μελάθροισιν Ἄτα,        

εἰδομένα τοκεῦσιν.              

Δίκα δὲ λάμπει μὲν ἐν                                                                                                                                  

δυσκάπνοις δώμασιν,        

τόν τ᾽ ἐναίσιμον τίει [βίον].    

τὰ χρυσόπαστα δ᾽ ἔδεθλα σὺν πίνῳ χερῶν      

παλιντρόποις ὄμμασι λιποῦσ᾽,      

ὅσια προσέβατο δύναμιν οὐ  

σέβουσα πλούτου παράσημον αἴνῳ·      

πᾶν δ᾽ ἐπὶ τέρμα νωμᾷ.