Ύβρις προς ικέτη στα Ομηρικά έπη


Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση ύβρεως απέναντι σε ικέτη είναι και η περίπτωση των μνηστήρων της Ομηρικής Ελένης. Οι μνηστήρες διαπράττουν ύβρη απέναντι σε επαίτη, που είναι ικέτης τους για την ζωής του δια τροφή.

Πρώτη περίπτωση είναι ο Αντίνοος στην ραψωδία Ρ’ (στ. 415 – 504). Εκεί βλέπουμε τον Οδυσσέα να έρχεται στο παλάτι και να μπαίνει στην ομήγυρη των μνηστήρων ως επαίτης τροφής.

«οι άλλοι πάντες του έδιναν, και ανέπλησε το σακούλι

με σίτο και κρέατα. Και ταχειά έμελεν ο Οδυσσέας

πηγαίνοντας στο κατώφλι την προίκα να γευθεί των Αχαιών.

Στάθηκε κοντά στον Αντίνοο και του είπε :

“Δώσε μου, φίλε. Δεν μου φαίνεσαι ο κάκιστος των Αχαιών

πως είσαι, αλλά ο άριστος, γιατί με βασιλιά μοιάζεις.

Γι’ αυτό πρέπει να μου δώσεις περισσότερο από τους άλλους

σίτο. Και εγώ πάλι θα σε παινεύω στην άπειρη γη.

Γιατί και εγώ κάποτε σε οίκο μεταξύ ανθρώπων κατοικούσα

όλβιος, που ήταν πλούσιος και πολλάκις έδινα σε περιπλανώμενο

όποιος και αν ήταν και για όποια χρειά ήθελε έλθει.

Μου ήσαν και οι δούλοι μύριοι και άλλα πολλά

Με όσα καλοζωούν και πλούσιοι καλούνται.

Αλλά ο Κρονίδης Ζευς με κατέστρεψε – γιατί κάπου το ήθελε –

ο οποίος με περιπλανώμενους ληστές με παρακίνησε

στην Αίγυπτο να πάω, μακρινή οδό, για να απολεσθώ.

Και σταμάτησαν στον Αίγυπτο ποταμό τις αμφίκυρτες νήε.

Εκεί εγώ πρόσταξα τους αγαπημένους μου εταίρους

αυτού κοντά στις νήες να μείνουν και τις νήες να φυλάγουν,

και οπτήρες σε σκοπιές παρώτρυνα να πάνε.

Μα εκείνοι όλο αυθάδεια, ακολουθώντας το μένος τους,

στο άψε των Αιγυπτίων ανδρών τους περικαλλείς αγρούς

εξεπόρθησαν, και τις γυναίκες πήραν και τα νήπια τέκνα,

ενώ τους ίδιους απέκτειναν. Και ταχειά στην πόλη έφθασε η βοή.

Εκείνοι την βοή ακούοντας μόλις η αυγή εφάνη

Ήλθαν. Και επλήσθει το πεδίο όλον από πεζούς και ίππους

και από χαλκού αστραπή. Μα ο τερπικέραυνος Ζευς

φυγή κακή στους εταίρους μου έβαλε, και ουδείς άντεξε

να σταθεί ενάντια. Γιατί τα κακά από παντού τους περιέβαλαν.

Τότε πολλούς από εμάς σκότωσαν με οξύ χαλκό,

και άλλους πήραν ζωντανούς, σε αυτούς να εργάζονται αναγκαστικά.

Εμένα πάλι σε ένα ξένο στην Κύπρο έδωσαν που συνάντησαν,

Στον Δμήτορα Ιασίδη, που στην Κύπρο ισχυρά άνασσε.

Από εκεί τώρα εδώ έφθασα συμφορές πάσχων”.

Σε αυτό πάλι ο Αντίνοος απάντησε και μίλησε :

“Ποιος Θεός τούτο το πάθημα έστειλε, του τραπεζιού αηδία ;

Στάσου έτσι στην μέση, μακριά από το τραπέζι μου,

μήπως ταχειά στην πικρή Αίγυπτο και στην Κύπρο φθάσεις.

Γιατί είσαι ένας θρασύς και αναιδής επαίτης.

Στην σειρά σε όλους πηγαίνεις κοντά. Και αυτοί σου δίνουν

Ανοήτως, γιατί ούτε δισταγμό ουδέ έλεος

σαν τα αλλότρια χαρίζουν, αφού παρά πολλά σε έκαστον”.

Και αναχωρήσας του είπε ο πολυμήτις Οδυσσεύς:

“Πω πω, οι φρένες σου λοιπόν σαν την μορφή σου δεν ήσαν.

Εσύ από τον οίκο σου σε ζητιάνο ούτε αλάτι δεν θα έδινες,

που τώρα σα αλλότρια παρακαθήμενος δεν άντεξες

σίτο παίρνοντας να μου δώσεις. Από αυτά που πολλά βρίσκονται”.

Έτσι είπε, και του Αντίνοου χολώθηκε η καρδιά πιο πολύ,

και λοξοκοιτάζοντας έπη φτερωτά είπε :

“Τώρα καθόλου καλά από το μέγαρο νομίζω

ότι θα αποχωρήσεις, αφού ονειδιστικά μιλάς”.

Έτσι είπε, και το θρανίο πιάνοντας τον έβαλε στον δεξιό ώμο

στην άκρη κατά τα νώτα. Εκείνος όμως στάθηκε σαν πέτρα

έμπεδος, ούτε τον κλόνισε η βολή του Αντίνοου,

αλλά σιωπηλός κίνησε την κεφαλή, κακά βυσσοδομώντας.

Πίσω εκείνος στο κατώφλι πηγαίνοντας κάθισε, και κάτω το σακούλι

έθηκε το καλογεμισμένο, και στους μνηστήρες είπε :

“Ακούστε με, μνηστήρες της ξακουσμένης βασίλισσας,

να σας πω αυτά που η ψυχή στα στήθη με κελεύει.

Δεν υπάρχει βέβαια άγχος στις φρένες ούτε πένθος,

Όταν άνδρας για τα δικά του μαχόμενος αποκτήματα

βληθεί, ή για βόδια ή για λευκά πρόβατα.

Όμως εμέ ο Αντίνοος με έβαλε ένεκα της θλιβερής γαστέρας,

της ολέθριας, που πολλά κακά σε ανθρώπους δίδει.

Αλλά αν κάπου για τους πτωχούς Θεοί και Ερινύες υπάρχουν,

τον Αντίνοο προ του γάμου τέλος θανάτου τον εύρη”.

Σε αυτόν πάλιν ο Αντίνοος είπε, του Ευπείθου ο γιός :

Τρώγε, ήσυχος ξένε, καθήμενος, ή πήγαινε αλλού,

μη σε σύρουν οι νέοι μέσα στα δώματα, τέτοια που αγορεύεις,

ή από το πόδι ή από το χέρι, και σε ξεγδάρουν παντού”.

Έτσι είπε, και οι πάντες υπερφιάλως θύμωσαν.

Και τούτο κάποιος είπε από τους υπερανδριζομένους νέους :

Αντίνοε, δεν τα έβαλες καλά με τον δύστυχο αλήτη.

Καταραμένε, μπορείς και επουράνιος θεός να είναι.

Και οι θεοί με ξένους όμοιοι αλλοδαπούς,

από παντού ερχόμενοι, στρεφογυρίζουν στις πόλεις,

των ανθρώπων την ύβρη και την ευνομία εφορώντες”.

Έτσι είπα οι μνηστήρες, εκείνος όμως δεν πρόσεχε τα λόγια.

Και στου Τηλεμάχου την καρδιά μέγα πένθος έφθασε

για τον βλημένο, όμως δάκρυ χάμω δεν έβαλε από τα βλέφαρα,

αλλά σιγώντας κίνησε την κάρα, κακά βυσσοδομώντας.

Όταν λοιπόν άκουσε η φρόνιμη Πηνελόπη

για τον βλημένο στο μέγαρο, στις δούλες είπε :

“Είθε έτσι και σε τον ίδιο να βάλη ο κλυτότοξος Απόλλων”.

Σε αυτήν έπειτα η ταμίας Ευρυνόμη προσείπε :

“Ας ήταν οι κατάρες μας να τελεσφορούσαν.

Τότε κανένας από τούτους δεν θα έφθανε στην εύθρονον Ηώ”.

Σε αυτήν πάλι προσείπεν η φρόνιμη Πηνελόπη :

“Μάννα, εχθροί οι πάντες, αφού κακά μηχανεύονται.

Ο Αντίνοος μάλιστα με μελανή κήρα μοιάζει.

Κάποιος ξένος δυστυχής περιφέρεται στα δώματα

από άνδρες ζητιανεύοντας. Γιατί η φτώχεια τον παρακινεί.

Τότε οι άλλοι πάντες τον ενέπλησαν και του έδωσαν,

ενώ αυτός με θρανίο στα πρυμνά τον έβαλε στον δεξιό ώμο”.»[1]

Δεύτερη και τρίτη περίπτωση είναι η περίπτωση της Μελανθώς (υπηρέτρια του Οδυσσέως), στην ραψωδία Σ’ (στ. 284 – 339) και στην ραψωδία Τ’ (στ. 65-88), και του Ευρύμαχου στην Ραψωδία Σ’ (στ. 346 – 396). Στου προαναφερόμενου στίχους της Σ’ ραψωδίας ο Αντίνοος προτείνει οι μνηστήρες να φέρουν δώρα έκαστος στην Πηνελόπη και εκείνοι το δέχονται και το πράττουν. Μετά την δόση των δώρων :

«Εκείνη έπειτα ανέβαινε στο υπέρωον η θεία γυναίκα,

και συνάμα οι αμφίπολοι της έφερναν τα περικαλλή δώρα.

Και εκείνοι στον χορό και την ποθητή ωδή

αφού στράφηκαν τέρποντο, και έμεναν μέχρις η εσπέρα να έλθει.

Και ενώ αυτοί ετέρποντο η μελανή εσπέρα επήλθε.

Αμέσως λαμπτήρα τρείς έστησαν στα μέγαρα,

για να φωτίζουν. Και ξύλα κάγκανα έθηκαν γύρω,

ξερά από παλιά, κατάξερα, νεοκομμένα με χαλκό,

και δαδιά έσμιγαν. Και εναλλάξ τους έκαμαν να φωτίζουν

οι δούλες του καρτερικού Οδυσσέως. Σε εκείνες πάλι

είπε ο ίδιος ο διογενής πολυμήτις Οδυσσέας:

“υπηρέτριες του Οδυσσέως του επί μακρόν φευγάτου άνακτος,

να έρχεσθε προς τα δώματα, όπου η σεβαστή βασίλισσα,

κοντά της την ηλακάτη να στριφογυρίζετε, και να τέρπετε αυτήν

καθισμένες στο μέγαρο, ή έρια να στρίβετε με τα χέρια.

Εγώ πάλι σε τούτους πάντες φώς θα παρέχω.

Γιατί αν θέλουν την εύθρονον Ηώ να περιμένουν,

δεν θα με νικήσουν. Γιατί πολύ ανθεκτικός είμαι”.

Έτσι, είπε και αυτές γέλασαν, και αλληλοκοιτάζονταν.

Μα σε αυτόν αισχρά μίλησε η καλλιπάρειος Μελανθώ,

που την έτεκε ο Δολίος, και την φρόντισε η Πηνελόπη,

παίδα καθώς μεγάλωνε, και πρόθυμα τηνς έδινε αθύρματα.

Αλλά ουδέ έτσι πένθος είχε στις φρένες για την Πηνελόπη,

Αλλά αυτή με τον Ευρύμαχο έσμιγε και τον αγαπούσε.

Εκείνη στον Οδυσσέα ονειδιστικά είπε λόγια :

“Ξένε ταλαίπωρε, οι φρένες σου ανόητες είναι,

ουδέ θέλεις να κοιμηθείς σε χάλκινο δόμο ερχόμενος

ή κάπου σε λέσχη, αλλά εδώ πολλά αγορεύεις

[με θράσος ανάμεσα σε πολλούς άνδρες, ουδέ η ψυχή σου

φοβάται. Ε, οίνος βέβαια σου κατέχει τις φρένες, ή πάντα σου

τοιούτους είναι ο νους, αφού ανώφελα ομιλείς].

Μήπως παρεφρόνησες, επειδή τον Ίρον νίκησες τον αλήτη ;

Μήπως ταχειά άλλος καλλίτερος του Ίρου σου σηκωθεί,

Ο οποίος την κάρα σου κτυπώντας με στιβαρά χέρια

εκτός δώματος σε πέμψει γεμίζοντας σε αίμα πολύ”.

Και λοξοκοιτώντας την προσείπεν ο πολυμήτις :

Ε, ταχειά στον Τηλέμαχο θα πω, σκύλα, αυτά που αγορεύεις,

εκεί πηγαίνοντας, για να σε κόψει αμέσως κομμάτια”.

Έτσι ως είπε με τα έπη του τις επτόησε τις γυναίκες.

Διέβησαν το δώμα, και λύθηκαν κάτω τα γόνατά εκάστης

από το φόβο. Γιατί νόμιζαν πως αληθινά μιλούσε.

Εκείνος πάλι κοντά στους φαεινούς λαμπτήρες που έκαιγαν

Στάθηκε εις πάντας ορώμενος. Αλλά όμως η καρδιά του

διαλογίζονταν στις φρένες του, που δεν έμειναν ατέλεστα.

Τους αγέρωχους μνηστήρες καθόλου δεν τους άφηνε η Αθηνά

από τον περίγελω να κρατηθούν τον θυμαλγή, ώστε ότι μάλλον

να εισδύσει το άγος στην καρδιά του Λαερτιάδου Οδυσσέως.

Και ανάμεσα τουςο Ευρύμαχος του Πολύβου ο παις άρχισε να αγορεύει

Πειράζοντας τον Οδυσσέα. Και γέλιο στους εταίρους προκάλεσε:

“Ακούστε με, μνηστήρες της ξακουστής βασίλισας,

να σας πω, αυτά που η καρδιά μου στα στήθη με κελεύει.

Όχι χωρίς θεού βοήθεια τούτος ο άνδρας στου Οδυσσέως τον δόμο

έφθασε. Ωστόσο μου φαίνεται το σέλας από τα δαδιά είναι σε αυτού

την κεφαλή – αφού ουδέ ελάχιστες οι τρίχες του”.

Είπε, και συνάμα προσείπε στον καστροπορθητή Οδυσσέα :

“Ξένε, θα ήθελες άραγε να θητεύσεις, αν σε έπερνα

σε αγρού εσχατία, και ο μισθός αρκετός να σου είναι,

αγκάθια για φράκτη συλλέγων και δένδρα μακρά φυτεύων ;

Εκεί εγώ σίτο ολοχρονής θασου παρείχα

και ρούχα για αμφίεση και για τα πόδια υποδήματα θα σου έδινα.

Αλλά επειδή έργα κακά έμαθες, δεν θα θελήσεις

έργο να κάμεις, αλλά να ζαρώνεις στον δήμο

βούλεσαι, για να βόσκης την αχόρταγη γαστέρα σου”.

Σε αυτόν απαντώντας προσείπε ο πολυμήτις Οδυσσέας :

“Ευρύμαχε, αν εμείς οι δυο ερίζαμε για τα έργα

Σε ώρα εαρινη, όταν οι ημέρες είναι μακρές,

στην πόα. Εγώ δρέπανο εύκαπτον αν είχα,

και εσύ τέτοιο είχες, για να δοκιμασθούμε στο έργο

νηστικοί μέχρι το πολύ σκότος, και πόα εκεί να υπάρχει.

Ή πάλι βόδια αν ελαύναμε, τα άριστα,

πυρόχρωμα μεγάλα, και τα δύο κεκορεσμένα πόας,

ομήλικα ισοδύναμα, το σθένος των οποίων ακατανίκητο,

σε γη τεσσάρων στρεμμάτων, και να σπάζουν οι σβώλοι στο άροτρο.

Τότε θα έβλεπες αυλάκια διηνεκήν να ανοίγω.

Ας πάλι σε πόλεμο κάπου ώρθονε ο Κρονίων

σήμερα, αν είχα ασπίδα και δύο δορατα

και περικεφαλαία πάγχαλκη, στους κροτάφους αρμοσμένη.

Τότε θα με έβλεπες με τους πρώτουςπρόμαχους να σμίγω

και ούτε την γαστέρα μου ονειδίζοντας θα αγόρευες.

Αλλά υβρίζει πολύ, και ο νους σου είναι απηνής.

Και κάπου νομίζεις ότι είσαι μέγας και κραταιός,

επειδή ασήμαντος και άνανδρους συναναστρέφεσαι.

Αν ο Οδυσσέας έλθει και φθάσει στην πατρική γη,

στο άψε τούτες οι θύρες, αν και είναι ευρείες,

καθώς θα φεύγεις θα στενεύεσαι από το πρόθυρο προς τα έξω”.

Έτσι είπε, και ο Ευρύμαχος χολώθηκε κατάκαρδα,

και λοξοκοιτάζοντας έπη φτερωτά προσείπε:

Α δειλέ, ε, ταχειά θα σου τελέσω κακό, τέτοια που αγορεύεις

με θράσος ανάμεσα σε πολλούς άνδρες, ουδέ μέσα σου

φοβάσε. Ο οίνος βέβαια κατέχει τις φρένες σου, ή πάντα σου

τοιούτος ο νους είναι, πολύ ανώφελα μιλάς.

[ή τρελλάθηκες, επειδή τον Ίρο νίκησες τον αλήτη ;]”

Έτσι ως μίλησε σκαμνί έλαβε. Ο Οδυσσέας πάλι

προς του Αμφινόμου τα γόνατα κάθισε από το Δουλίχιο

τον Ευρύμαχο φοβούμενος. Και εκείνος τον οινοχόο έβαλε με το χέρι

το δεξί. Και η προχόη χάμω βόμβησε πεσούσα,

και εκείνος οιμώζοντας έπεσε υπτίος στις σκόνες.

Οι μνηστήρεςθορύβησαν στα σκιόεντα μέγαρα

και τούτο κάποιος είπε ιδών πλησίων του άλλου :

“Είθε ο ξένος περιπλανώμενος αλλού να είχε ολεσθεί

πριν έρθει. Τότε τόση ταραχή δεν θα προκαλούσε.

Και τώρα για πτωχούς ερίζουμ, ουδέ για δείπνο

το εσθλόν απολαμβάνουμε, αφού το χειρότερο νικά”.»[2]

Να και οι επίμαχοι στίχοι για την Μελανθώ :

«και τον Οδυσσέα προσέβαλλε η Μελανθώ δεύτερη φορά :

“Ξένε, ακόμη και τώρα έδω θα μας λυπήσεις την νύκτα

περιφερόμενος κατ’ οίκον, και θα ματιάζεις τις γυναίκες ;

Αλλά έξελθε στην θύρα, ταλαίπωρε, το δείπνονα χαρεις.

Ή ταχειά με δαυλό αφού βληθείς θα καθίσειςστην θύρα”.

Λοξοκοιτάζοντας την προσείπεν ο πολυμήτις Οδυσσέας:

“Δαιμόνια, τι μου έχεις τέτοιο θυμό ;

Επειδή είμαι ακάθαρτος, και κακά στο σώμα ρούχα φορώ,

και επαιτώ στον δήμο ; Γιατίη ανάγκη με επειγεί.

Τέτοια οι φτωχοί και περιφερόμενοι άνδρες είναι.

Γιατί και εγώ κάποτε οίκον ανάμεσα στους ανθρώπους κατοικούσα

Όλβιος πλούσιος, και πολλάκις έδωσα σε αλήτη

τέτοιον, όποιος και αν ήταν και για όποια χρειά ήθελε έλθει.

Ήσαν μου και δούλοι μύριοι και άλλα πολλά,

με αυτά που ευζωούν και πλούσιοι καλούνται.

Αλλά ο Ζεύς Κρονίων με κατέστρεψε. Γιατί έτσι ήθελε.

Γι’ αυτό μήποτεκαι συ, γυναίκα, πάσαν απολέσεις

αίγλη, αυτή που τώραμεταξύ των δούλων σε ξεχωρίζει,

μήπως η δέσποινα ωργισμένη σου θυμώσει,

ή ο Οδυσσέας έλθει. Γιατί ακόμα υπάρχει ελπίδα.

Αν όμως εκείνος απωλεθεί και δεν νοστήσει πίσω,

ηδη είναι ο παις του με τον Απόλλωνα όμοιος,

η Τηλέμαχος. Από αυτόν καμμία στα μέγαρα γυναίκα

δεν θα διαλάθει ατασθαλλούσα, αφού μικρός πια δεν είναι”.

Έτσι είπε, και τον άκουσε η φρόνιμη Πηνελόπη,

την αμφίπολον επέπληξε, και της είπε ονομάζοντάς την :

“ Πάντως, θρασειά, σκύλα αναδή, δεν μου διαλάθεις

πράττοντας μέγα έργο, που με την κεφαλή σου θα αποπλύνεις.

Γιατί τα πάντα καλά γνωρίζεις, αφού από μένα άκουσες την ίδια,

πως τον ξένο έμελλε στα μέγαρά μου

για τον άνδρα μου να ρωτήσω, αφού πυκνά στεναχωριέμαι.”»[3]

Τέταρτη περίπτωση είναι η περίπτωση του Μελάνθιου, ποιμένα αιγών (ραψωδία Υ’. στ. 172-184). Στους εν λόγω στίχους συναντιέται ο Εύμαιος, ο συβώτης του Οδυσσέα, και του λέει :

«”Ξένε, καλλίτερα σε κοιτάζουν τώρα οι Αχαιοί,

η σε ατιμάζουν στ μέγαρο, όπως και πρώτα ;»

Σε αυτόν απαντώντας προσείπεν ο πολυμήτις Οδυσέας:

Είθε, Έυμαιε, οι Θεοί να ξεπληρώσουν την προσβολή

που ετούτοι εδώ υβρίζοντες ατάσθαλα μηχανεύονται

σε αλλότριο οίκο, ουδέ ίχνος αιδούς έχουν”.

Έτσι εκείνοι τέτοια προς αλλήλους αγόρευαν,

και κοντά τους ήλθε ο Μελάνθιος, αιπόλος αιγών,

αίγας οδηγώντας που όλες διέπρεπαν στα κοπάδια,

δείπνο για τους μνηστήρες, και δυο του έποντο νομείς.

Και τις κατέδεσε κάτω από την βαρύγδουπη αίθουσα,

κι αυτός στον Οδυσσέα μίλησε περιπαικτικά :

“Ξένε, ακόμη και τώρα εδώ θα στεναχωρείς στο δώμα

από άνδρες ζητιανεύοντας, και θα βγεις έξω ;

Νομίζω πάντως πως οι δυο μας δεν θα χωρίσουμε

πριν τα χέρια μας γευθείς, επειδή εσύ άκοσμα

ζητιανεύεις. Υπάρχουν και άλλα τραπέζια στους Αχαιούς”.

Έτσι είπε, και δεν απάντησε ο πολυμήτις Οδυσσέας,

αλλά σιωπώντας κίνησε την κάρα, κακά βυσσοδομώντας.»[4]

Μάλιστα όσο αφορά τον χαμό των μνηστήρων ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη ομονοούν.

Ο μεν Οδυσσέας λέγει πως :

«Αυτούς η μοίρα δάμασε των Θεών και τα φρικτά έργα.

Γιατί κανένα δεν λογάριαζαν από τους επιχθόνιους ανθρώπους,

ούτε κακόν ούτε εσθλόν, όποιος κοντά τους ερχόταν.

Και για τις ατασθαλίες τους απρεπή θάνατο βρήκαν»[5]

Ενώ η Πηνελόπη :

«κάποιος εκ των αθανάτων επέκτεινε τους ένδοξους μνηστήρες,

Από την αλγεινή ύβρη οργισθείς και τα κακά έργα.

Γιατί κανέναν δεν εκτιμούσαν από τους επιχθόνιους ανθρώπους,

ούτε κακόν ουδέ εσθλόν, όποιος σε αυτούς έφτανε.

Για αυτό από τις ατασθαλίες τους έπαθαν κακό.»[6]

Μάλιστα πριν την μνηστηροφονία – ραψ. Υ’, στ. 345-370 – συμβαίνει το εξής ένας γεγονός με τον μάντη Θεοκλύμενο, τον γιο του Πολυφείδη και δισέγγονο του Μελάμποδα.:

«Έτσι είπε ο Τηλέμαχος και στους Μνηστήρες η Παλλάς Αθηνά

άσβεστο γέλιο όρθωσε, και παραπλάνησε την σκέψη.

Και εκείνοι γελούσαν με παραμορφωμένα σαγόνια,

Αιμόφυρτα από τα κρέατα που έτρωγαν. Και τα μάτια τους

από δάκρυα γέμιζαν, και τον γόο επιθυμούσαν.

Και ανάμεσά τους ματαείπε ο θεοειδής Θεοκλύμενος :

“Α δειλοί, από τι κακό πάσχετε ; Η νύκτα

σκέπασε κεφαλές και πρόσωπα και κάτω τα γόνατα,

και οιμωγή ακούγεται, δακρυσμένες και οι παρείες,

και με αίμα ραντισμένοι οι τοίχοι και τα καλά μεσοδόκια.

Και από είδωλα γεμάτο το πρόθυρο, γεμάτη και η αυλή,

καθώς τραβούν στο έρεβος υπό τον ζόφο. Ο δε ήλιος

από τον ουρανό απωλέσθη, και απλώθηκε κακή άχλυ”.

Έτσι είπε, και εκείνοι πάντες ηδονικά με αυτά γέλασαν.

Και ανάμεσά τους ο Ευρύμαχος του Πολύβου ο παίς άρχισε να αγορεύει:

“Αφρονεί ο ξένος από αλλού νεολθών.

Αλλά στο άψε, νέοι, από τον δόμο να εκπέμψετε έξω

στην αγορά να πάει, αφού ετούτα σκοτεινά του φαίνονται”.

Σε αυτόν πάλι προείπε ο θεοειδής Θεοκλύμενος :

“Ευρύμαχε, δε σε πρόσταξα πομπή να μου δώσεις.

Έχω οφθαλμούς και ώτα και πόδες δύο

και νου στα στήθη συγκροτημένο, καθόλου απρεπή.

Με αυτά θα βγω έξω, επειδή νοώ ότι κακό

σας έρχεται, που κανείς δεν θα αποφύγει ουδέ θα γλυτώσει

από τους μνηστήρες, όσοι στα δώματα του ισόθεου Οδυσσσέως

άνδρες υβρίζοντες ατάσθαλα μηχανεύεσθε”.»[7]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Ρ’, στ. 411 – 504» :

     Od 17.411 ` to     Od 17.504 οἱ δ᾽ ἄλλοι πάντες δίδοσαν, πλῆσαν δ᾽ ἄρα πήρην

σίτου καὶ κρειῶν. τάχα δὴ καὶ μέλλεν Ὀδυσσεὺς

αὖτις ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν προικὸς γεύσασθαι Ἀχαιῶν·

στῆ δὲ παρ᾽ Ἀντίνοον καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπε·  

«δός, φίλος· οὐ μέν μοι δοκέεις ὁ κάκιστος Ἀχαιῶν

ἔμμεναι, ἀλλ᾽ ὤριστος, ἐπεὶ βασιλῆϊ ἔοικας.

τῶ σε χρὴ δόμεναι καὶ λώϊον ἠέ περ ἄλλοι

σίτου· ἐγὼ δέ κέ σε κλείω κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν.

καὶ γὰρ ἐγώ ποτε οἶκον ἐν ἀνθρώποισιν ἔναιον

ὄλβιος ἀφνειὸν καὶ πολλάκι δόσκον ἀλήτῃ

τοίῳ, ὁποῖος ἔοι καὶ ὅτευ κεχρημένος ἔλθοι·

ἦσαν δὲ δμῶες μάλα μυρίοι ἄλλα τε πολλά,

οἷσίν τ᾽ εὖ ζώουσι καὶ ἀφνειοὶ καλέονται.

ἀλλὰ Ζεὺς ἀλάπαξε Κρονίων· —ἤθελε γάρ που· —

ὅς μ᾽ ἅμα ληϊστῆρσι πολυπλάγκτοισιν ἀνῆκεν

Αἴγυπτόνδ᾽ ἰέναι, δολιχὴν ὁδόν, ὄφρ᾽ ἀπολοίμην.

στῆσα δ᾽ ἐν Αἰγύπτῳ ποταμῷ νέας ἀμφιελίσσας.

ἔνθ᾽ ἦ τοι μὲν ἐγὼ κελόμην ἐρίηρας ἑταίρους

αὐτοῦ πὰρ νήεσσι μένειν καὶ νῆας ἔρυσθαι,

ὀπτῆρας δὲ κατὰ σκοπιὰς ὤτρυνα νέεσθαι.

οἱ δ᾽ ὕβρει εἴξαντες, ἐπισπόμενοι μένεϊ σφῷ,

αἶψα μάλ᾽ Αἰγυπτίων ἀνδρῶν περικαλλέας ἀγροὺς  

πόρθεον, ἐκ δὲ γυναῖκας ἄγον καὶ νήπια τέκνα

αὐτούς τ᾽ ἔκτεινον· τάχα δ᾽ ἐς πόλιν ἵκετ᾽ ἀϋτή.

οἱ δὲ βοῆς ἀΐοντες ἅμ᾽ ἠόϊ φαινομένηφι

ἦλθον· πλῆτο δὲ πᾶν πεδίον πεζῶν τε καὶ ἵππων

χαλκοῦ τε στεροπῆς. ἐν δὲ Ζεὺς τερπικέραυνος

φύζαν ἐμοῖσ᾽ ἑτάροισι κακὴν βάλεν, οὐδέ τις ἔτλη

στῆναι ἐναντίβιον· περὶ γὰρ κακὰ πάντοθεν ἔστη.

ἔνθ᾽ ἡμέων πολλοὺς μὲν ἀπέκτανον ὀξέϊ χαλκῷ,

τοὺς δ᾽ ἄναγον ζωούς, σφίσιν ἐργάζεσθαι ἀνάγκῃ.

αὐτὰρ ἔμ᾽ ἐς Κύπρον ξείνῳ δόσαν ἀντιάσαντι,

Δμήτορι Ἰασίδῃ, ὃς Κύπρου ἶφι ἄνασσεν.

ἔνθεν δὴ νῦν δεῦρο τόδ᾽ ἵκω πήματα πάσχων.»  

τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀντίνοος ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

«τίς δαίμων τόδε πῆμα προσήγαγε, δαιτὸς ἀνίην;

στῆθ᾽ οὕτως ἐς μέσσον, ἐμῆς ἀπάνευθε τραπέζης,

μὴ τάχα πικρὴν Αἴγυπτον καὶ Κύπρον ἴδηαι·

ὥς τις θαρσαλέος καὶ ἀναιδής ἐσσι προΐκτης.

ἑξείης πάντεσσι παρίστασαι· οἱ δὲ διδοῦσι

μαψιδίως, ἐπεὶ οὔ τις ἐπίσχεσις οὐδ᾽ ἐλεητὺς

ἀλλοτρίων χαρίσασθαι, ἐπεὶ πάρα πολλὰ ἑκάστῳ.»  

τὸν δ᾽ ἀναχωρήσας προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ὢ πόποι, οὐκ ἄρα σοί γ᾽ ἐπὶ εἴδεϊ καὶ φρένες ἦσαν.

οὐ σύ γ᾽ ἂν ἐξ οἴκου σῷ ἐπιστάτῃ οὐδ᾽ ἅλα δοίης,

ὃς νῦν ἀλλοτρίοισι παρήμενος οὔ τί μοι ἔτλης

σίτου ἀποπροελὼν δόμεναι· τὰ δὲ πολλὰ πάρεστιν.»  

ὣς ἔφατ᾽, Ἀντίνοος δὲ χολώσατο κηρόθι μᾶλλον

καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·  

«νῦν δή σ᾽ οὐκέτι καλὰ διὲκ μεγάροιο ὀΐω

ἂψ ἀναχωρήσειν, ὅτε δὴ καὶ ὀνείδεα βάζεις.»    

ὣς ἄρ᾽ ἔφη, καὶ θρῆνυν ἑλὼν βάλε δεξιὸν ὦμον

πρυμνότατον κατὰ νῶτον. ὁ δ᾽ ἐστάθη ἠΰτε πέτρη

ἔμπεδον, οὐδ᾽ ἄρα μιν σφῆλεν βέλος Ἀντινόοιο,

ἀλλ᾽ ἀκέων κίνησε κάρη, κακὰ βυσσοδομεύων.

ἂψ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐπ᾽ οὐδὸν ἰὼν κατ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο, κὰδ δ᾽ ἄρα πήρην

θῆκεν ἐϋπλείην, μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπε·  

«κέκλυτέ μευ, μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης,

ὄφρ᾽ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει.

οὐ μὰν οὔτ᾽ ἄχος ἐστὶ μετὰ φρεσὶν οὔτε τι πένθος,

ὁππότ᾽ ἀνὴρ περὶ οἷσι μαχειόμενος κτεάτεσσι

βλήεται ἢ περὶ βουσὶν ἢ ἀργεννῇσ᾽ ὀΐεσσιν·

αὐτὰρ ἔμ᾽ Ἀντίνοος βάλε γαστέρος εἵνεκα λυγρῆς,

οὐλομένης, ἣ πολλὰ κάκ᾽ ἀνθρώποισι δίδωσιν.

ἀλλ᾽ εἴ που πτωχῶν γε θεοὶ καὶ ἐρινύες εἰσίν,

Ἀντίνοον πρὸ γάμοιο τέλος θανάτοιο κιχείη.»  

τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀντίνοος προσέφη, Εὐπείθεος υἱός·

«ἔσθι᾽ ἕκηλος, ξεῖνε, καθήμενος, ἢ ἄπιθ᾽ ἄλλῃ,

μή σε νέοι διὰ δώματ᾽ ἐρύσσωσ᾽, οἷ᾽ ἀγορεύεις,

ἢ ποδὸς ἢ καὶ χειρός, ἀποδρύψωσι δὲ πάντα.»  

ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ὑπερφιάλως νεμέσησαν·

ὧδε δέ τις εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων·  

«Ἀντίνο᾽, οὐ μὲν κάλ᾽ ἔβαλες δύστηνον ἀλήτην.

οὐλόμεν᾽, εἰ δή πού τις ἐπουράνιος θεός ἐστι·

καί τε θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσι,

παντοῖοι τελέθοντες, ἐπιστρωφῶσι πόληας,

ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφορῶντες.»  

ὣς ἄρ᾽ ἔφαν μνηστῆρες, ὁ δ᾽ οὐκ ἐμπάζετο μύθων.

Τηλέμαχος δ᾽ ἐν μὲν κραδίῃ μέγα πένθος ἄεξε

βλημένου, οὐδ᾽ ἄρα δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν,

ἀλλ᾽ ἀκέων κίνησε κάρη, κακὰ βυσσοδομεύων.    

τοῦ δ᾽ ὡς οὖν ἤκουσε περίφρων Πηνελόπεια

βλημένου ἐν μεγάρῳ, μετ᾽ ἄρα δμῳῇσιν ἔειπεν·  

«αἴθ᾽ οὕτως αὐτόν σε βάλοι κλυτότοξος Ἀπόλλων.»  

τὴν δ᾽ αὖτ᾽ Εὐρυνόμη ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπεν·

«εἰ γὰρ ἐπ᾽ ἀρῇσιν τέλος ἡμετέρῃσι γένοιτο·

οὐκ ἄν τις τούτων γε ἐΰθρονον Ἠῶ ἵκοιτο.»  

τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·

«μαῖ᾽, ἐχθροὶ μὲν πάντες, ἐπεὶ κακὰ μηχανόωνται·

Ἀντίνοος δὲ μάλιστα μελαίνῃ κηρὶ ἔοικε.

ξεῖνός τις δύστηνος ἀλητεύει κατὰ δῶμα

ἀνέρας αἰτίζων· ἀχρημοσύνη γὰρ ἀνώγει·

ἔνθ᾽ ἄλλοι μὲν πάντες ἐνέπλησάν τ᾽ ἔδοσάν τε,

οὗτος δὲ θρήνυι πρυμνὸν βάλε δεξιὸν ὦμον.»

[2] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Σ’, στ. 302 – 404» :

     Od 18.302 ` to     Od 18.404   ἡ μὲν ἔπειτ᾽ ἀνέβαιν᾽ ὑπερώϊα δῖα γυναικῶν,

τῇ δ᾽ ἄρ᾽ ἅμ᾽ ἀμφίπολοι ἔφερον περικαλλέα δῶρα·

οἱ δ᾽ εἰς ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδὴν

τρεψάμενοι τέρποντο, μένον δ᾽ ἐπὶ ἕσπερον ἐλθεῖν.

τοῖσι δὲ τερπομένοισι μέλας ἐπὶ ἕσπερος ἦλθεν·

αὐτίκα λαμπτῆρας τρεῖς ἵστασαν ἐν μεγάροισιν,

ὄφρα φαείνοιεν· περὶ δὲ ξύλα κάγκανα θῆκαν,

αὖα πάλαι, περίκηλα, νέον κεκεασμένα χαλκῷ,

καὶ δαΐδας μετέμισγον· ἀμοιβηδὶς δ᾽ ἀνέφαινον

δμῳαὶ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος. αὐτὰρ ὁ τῇσιν

αὐτὸς διογενὴς μετέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·  

«δμῳαὶ Ὀδυσσῆος, δὴν οἰχομένοιο ἄνακτος,

ἔρχεσθε πρὸς δώμαθ᾽, ἵν᾽ αἰδοίη βασίλεια·

τῇ δὲ παρ᾽ ἠλάκατα στροφαλίζετε, τέρπετε δ᾽ αὐτὴν

ἥμεναι ἐν μεγάρῳ, ἢ εἴρια πείκετε χερσίν·

αὐτὰρ ἐγὼ τούτοισι φάος πάντεσσι παρέξω.

εἴ περ γάρ κ᾽ ἐθέλωσιν ἐΰθρονον Ἠῶ μίμνειν,

οὔ τί με νικήσουσι· πολυτλήμων δὲ μάλ᾽ εἰμί.»  

ὣς ἔφαθ᾽, αἱ δ᾽ ἐγέλασσαν, ἐς ἀλλήλας δὲ ἴδοντο.

τὸν δ᾽ αἰσχρῶς ἐνένιπε Μελανθὼ καλλιπάρῃος,  

τὴν Δολίος μὲν ἔτικτε, κόμισσε δὲ Πηνελόπεια,

παῖδα δὲ ὣς ἀτίταλλε, δίδου δ᾽ ἄρ᾽ ἀθύρματα θυμῷ·

ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὧς ἔχε πένθος ἐνὶ φρεσὶ Πηνελοπείης,

ἀλλ᾽ ἥ γ᾽ Εὐρυμάχῳ μισγέσκετο καὶ φιλέεσκεν.

ἥ ῥ᾽ Ὀδυσῆ᾽ ἐνένιπεν ὀνειδείοισ᾽ ἐπέεσσι·  

«ξεῖνε τάλαν, σύ γέ τις φρένας ἐκπεπαταγμένος ἐσσί,

οὐδ᾽ ἐθέλεις εὕδειν χαλκήϊον ἐς δόμον ἐλθὼν

ἠέ που ἐς λέσχην, ἀλλ᾽ ἐνθάδε πόλλ᾽ ἀγορεύεις

θαρσαλέως πολλοῖσι μετ᾽ ἀνδράσιν, οὐδέ τι θυμῷ

ταρβεῖς· ἦ ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας, ἤ νύ τοι αἰεὶ

τοιοῦτος νόος ἐστίν, ὃ καὶ μεταμώνια βάζεις.

ἦ ἀλύεις ὅτι Ἶρον ἐνίκησας τὸν ἀλήτην;

μή τίς τοι τάχα Ἴρου ἀμείνων ἄλλος ἀναστῇ,

ὅς τίς σ᾽ ἀμφὶ κάρη κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσι

δώματος ἐκπέμψῃσι φορύξας αἵματι πολλῷ.»  

τὴν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ἦ τάχα Τηλεμάχῳ ἐρέω, κύον, οἷ᾽ ἀγορεύεις,

κεῖσ᾽ ἐλθών, ἵνα σ᾽ αὖθι διὰ μελεϊστὶ τάμῃσιν.»  

ὣς εἰπὼν ἐπέεσσι διεπτοίησε γυναῖκας.

βὰν δ᾽ ἴμεναι διὰ δῶμα, λύθεν δ᾽ ὑπὸ γυῖα ἑκάστης

ταρβοσύνῃ· φὰν γάρ μιν ἀληθέα μυθήσασθαι.

αὐτὰρ ὁ πὰρ λαμπτῆρσι φαείνων αἰθομένοισιν

ἑστήκειν ἐς πάντας ὁρώμενος· ἄλλα δέ οἱ κῆρ

ὥρμαινε φρεσὶν ᾗσιν, ἅ ῥ᾽ οὐκ ἀτέλεστα γένοντο.

μνηστῆρας δ᾽ οὐ πάμπαν ἀγήνορας εἴα Ἀθήνη

λώβης ἴσχεσθαι θυμαλγέος, ὄφρ᾽ ἔτι μᾶλλον

δύη ἄχος κραδίην Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος.  

τοῖσιν δ᾽ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἦρχ᾽ ἀγορεύειν

κερτομέων Ὀδυσῆα· γέλω δ᾽ ἑτάροισιν ἔτευχε·  

«κέκλυτέ μευ, μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης,

ὄφρ᾽ εἴπω, τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει.

οὐκ ἀθεεὶ ὅδ᾽ ἀνὴρ Ὀδυσήϊον ἐς δόμον ἵκει·

ἔμπης μοι δοκέει δαΐδων σέλας ἔμμεναι αὐτοῦ

κὰκ κεφαλῆς, ἐπεὶ οὔ οἱ ἔνι τρίχες οὐδ᾽ ἠβαιαί.»  

ἦ ῥ᾽, ἅμα τε προσέειπεν Ὀδυσσῆα πτολίπορθον·

«ξεῖν᾽, ἦ ἄρ κ᾽ ἐθέλοις θητευέμεν, εἴ σ᾽ ἀνελοίμην,

ἀγροῦ ἐπ᾽ ἐσχατιῆς, —μισθὸς δέ τοι ἄρκιος ἔσται, —

αἱμασιάς τε λέγων καὶ δένδρεα μακρὰ φυτεύων;

ἔνθα κ᾽ ἐγὼ σῖτον μὲν ἐπηετανὸν παρέχοιμι,

εἵματα δ᾽ ἀμφιέσαιμι ποσίν θ᾽ ὑποδήματα δοίην.

ἀλλ᾽ ἐπεὶ οὖν δὴ ἔργα κάκ᾽ ἔμμαθες, οὐκ ἐθελήσεις

ἔργον ἐποίχεσθαι, ἀλλὰ πτώσσειν κατὰ δῆμον

βούλεαι, ὄφρ᾽ ἂν ἔχῃς βόσκειν σὴν γαστέρ᾽ ἄναλτον.»  

τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«Εὐρύμαχ᾽, εἰ γὰρ νῶϊν ἔρις ἔργοιο γένοιτο

ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ, ὅτε τ᾽ ἤματα μακρὰ πέλονται,

ἐν ποίῃ, δρέπανον μὲν ἐγὼν εὐκαμπὲς ἔχοιμι,

καὶ δὲ σὺ τοῖον ἔχοις, ἵνα πειρησαίμεθα ἔργου

νήστιες ἄχρι μάλα κνέφαος, ποίη δὲ παρείη·

εἰ δ᾽ αὖ καὶ βόες εἶεν ἐλαυνέμεν, οἵ περ ἄριστοι,

αἴθωνες μεγάλοι, ἄμφω κεκορηότε ποίης,

ἥλικες ἰσοφόροι, τῶν τε σθένος οὐκ ἀλαπαδνόν,

τετράγυον δ᾽ εἴη, εἴκοι δ᾽ ὑπὸ βῶλος ἀρότρῳ·

τῶ κέ μ᾽ ἴδοις, εἰ ὦλκα διηνεκέα προταμοίμην.  

εἰ δ᾽ αὖ καὶ πόλεμόν ποθεν ὁρμήσειε Κρονίων

σήμερον, αὐτὰρ ἐμοὶ σάκος εἴη καὶ δύο δοῦρε

καὶ κυνέη πάγχαλκος ἐπὶ κροτάφοισ᾽ ἀραρυῖα,

τῶ κέ μ᾽ ἴδοις πρώτοισιν ἐνὶ προμάχοισι μιγέντα,

οὐδ᾽ ἄν μοι τὴν γαστέρ᾽ ὀνειδίζων ἀγορεύοις.

ἀλλὰ μάλ᾽ ὑβρίζεις καί τοι νόος ἐστὶν ἀπηνής·

καί πού τις δοκέεις μέγας ἔμμεναι ἠδὲ κραταιός,

οὕνεκα πὰρ παύροισι καὶ οὐκ ἀγαθοῖσιν ὁμιλεῖς.

εἰ δ᾽ Ὀδυσεὺς ἔλθοι καὶ ἵκοιτ᾽ ἐς πατρίδα γαῖαν,

αἶψά κέ τοι τὰ θύρετρα, καὶ εὐρέα περ μάλ᾽ ἐόντα,

φεύγοντι στείνοιτο διὲκ προθύροιο θύραζε.»

ὣς ἔφατ᾽, Εὐρύμαχος δὲ χολώσατο κηρόθι μᾶλλον

καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·  

«ἆ δείλ᾽, ἦ τάχα τοι τελέω κακόν, οἷ᾽ ἀγορεύεις

θαρσαλέως πολλοῖσι μετ᾽ ἀνδράσιν, οὐδέ τι θυμῷ

ταρβεῖς· ἦ ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας, ἤ νύ τοι αἰεὶ

τοιοῦτος νόος ἐστίν, ὃ καὶ μεταμώνια βάζεις.

[ἦ ἀλύεις, ὅτι Ἶρον ἐνίκησας τὸν ἀλήτην;»]  

ὣς ἄρα φωνήσας σφέλας ἔλλαβεν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς

Ἀμφινόμου πρὸς γοῦνα καθέζετο Δουλιχιῆος,

Εὐρύμαχον δείσας. ὁ δ᾽ ἄρ᾽ οἰνοχόον βάλε χεῖρα

δεξιτερήν· πρόχοος δὲ χαμαὶ βόμβησε πεσοῦσα,

αὐτὰρ ὅ γ᾽ οἰμώξας πέσεν ὕπτιος ἐν κονίῃσι.

μνηστῆρες δ᾽ ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα,

ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·  

«αἴθ᾽ ὤφελλ᾽ ὁ ξεῖνος ἀλώμενος ἄλλοθ᾽ ὀλέσθαι

πρὶν ἐλθεῖν· τῶ κ᾽ οὔ τι τόσον κέλαδον μετέθηκε.  

νῦν δὲ περὶ πτωχῶν ἐριδαίνομεν, οὐδέ τι δαιτὸς

ἐσθλῆς ἔσσεται ἦδος, ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ.»

[3] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Τ’, στ. 65 – 95» :

     Od 19.65 ` to     Od 19.95 ἡ δ᾽ Ὀδυσῆ᾽ ἐνένιπε Μελανθὼ δεύτερον αὖτις·  

«ξεῖν᾽, ἔτι καὶ νῦν ἐνθάδ᾽ ἀνιήσεις διὰ νύκτα

δινεύων κατὰ οἶκον, ὀπιπεύσεις δὲ γυναῖκας;

ἀλλ᾽ ἔξελθε θύραζε, τάλαν, καὶ δαιτὸς ὄνησο·

ἢ τάχα καὶ δαλῷ βεβλημένος εἶσθα θύραζε.»  

τὴν δ᾽ ἄρ᾽ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«δαιμονίη, τί μοι ὧδ᾽ ἐπέχεις κεκοτηότι θυμῷ;

ἦ ὅτι δὴ ῥυπόω, κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷμαι,

πτωχεύω δ᾽ ἀνὰ δῆμον; ἀναγκαίη γὰρ ἐπείγει.

τοιοῦτοι πτωχοὶ καὶ ἀλήμονες ἄνδρες ἔασι.

καὶ γὰρ ἐγώ ποτε οἶκον ἐν ἀνθρώποισιν ἔναιον

ὄλβιος ἀφνειὸν καὶ πολλάκι δόσκον ἀλήτῃ

τοίῳ, ὁποῖος ἔοι καὶ ὅτευ κεχρημένος ἔλθοι·

ἦσαν δὲ δμῶες μάλα μυρίοι ἄλλα τε πολλά,  

οἷσίν τ᾽ εὖ ζώουσι καὶ ἀφνειοὶ καλέονται.

ἀλλὰ Ζεὺς ἀλάπαξε Κρονίων· ἤθελε γάρ που.

τῶ νῦν μή ποτε καὶ σύ, γύναι, ἀπὸ πᾶσαν ὀλέσσῃς

ἀγλαΐην, τῇ νῦν γε μετὰ δμῳῇσι κέκασσαι,

ἤν πώς τοι δέσποινα κοτεσσαμένη χαλεπήνῃ

ἢ Ὀδυσεὺς ἔλθῃ· ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα.

εἰ δ᾽ ὁ μὲν ὣς ἀπόλωλε καὶ οὐκέτι νόστιμός ἐστιν,

ἀλλ᾽ ἤδη παῖς τοῖος Ἀπόλλωνός γε ἕκητι,

Τηλέμαχος· τὸν δ᾽ οὔ τις ἐνὶ μεγάροισι γυναικῶν

λήθει ἀτασθάλλουσ᾽, ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐστίν.»  

ὣς φάτο, τοῦ δ᾽ ἤκουσε περίφρων Πηνελόπεια,

ἀμφίπολον δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·  

«πάντως, θαρσαλέη, κύον ἀδδεές, οὔ τί με λήθεις

ἕρδουσα μέγα ἔργον, ὃ σῇ κεφαλῇ ἀναμάξεις.

πάντα γὰρ εὖ ᾔδησθ᾽, ἐπεὶ ἐξ ἐμεῦ ἔκλυες αὐτῆς,

ὡς τὸν ξεῖνον ἔμελλον ἐνὶ μεγάροισιν ἐμοῖσιν

ἀμφὶ πόσει εἴρεσθαι, ἐπεὶ πυκινῶς ἀκάχημαι.»

[4] Όμηρος «Οδύσσεια, Υ’, στ. 166 – 184» :

     Od 20.166 ` to     Od 20.184   «ξεῖν᾽, ἦ ἄρ τί σε μᾶλλον Ἀχαιοὶ εἰσορόωσιν,

ἦέ σ᾽ ἀτιμάζουσι κατὰ μέγαρ᾽ ὡς τὸ πάρος περ;»  

τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«αἲ γὰρ δή, Εὔμαιε, θεοὶ τεισαίατο λώβην,

ἣν οἵδ᾽ ὑβρίζοντες ἀτάσθαλα μηχανόωνται

οἴκῳ ἐν ἀλλοτρίῳ, οὐδ᾽ αἰδοῦς μοῖραν ἔχουσιν.»  

ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·

ἀγχίμολον δέ σφ᾽ ἦλθε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,

αἶγας ἄγων, αἳ πᾶσι μετέπρεπον αἰπολίοισι,

δεῖπνον μνηστήρεσσι· δύω δ᾽ ἅμ᾽ ἕποντο νομῆες.

καὶ τὰς μὲν κατέδησαν ὑπ᾽ αἰθούσῃ ἐριδούπῳ,

αὐτὸς δ᾽ αὖτ᾽ Ὀδυσῆα προσηύδα κερτομίοισι·  

«ξεῖν᾽, ἔτι καὶ νῦν ἐνθάδ᾽ ἀνιήσεις κατὰ δῶμα

ἀνέρας αἰτίζων, ἀτὰρ οὐκ ἔξεισθα θύραζε;

πάντως οὐκέτι νῶϊ διακρινέεσθαι ὀΐω

πρὶν χειρῶν γεύσασθαι, ἐπεὶ σύ περ οὐ κατὰ κόσμον

αἰτίζεις· εἰσὶν δὲ καὶ ἄλλοθι δαῖτες Ἀχαιῶν.»  

ὣς φάτο, τὸν δ᾽ οὔ τι προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς,

ἀλλ᾽ ἀκέων κίνησε κάρη, κακὰ βυσσοδομεύων.

[5] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Χ’, στ. 413 – 416» :

     Od 22.413 ` to     Od 22.416 τούσδε δὲ μοῖρ᾽ ἐδάμασσε θεῶν καὶ σχέτλια ἔργα·

οὔ τινα γὰρ τίεσκον ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,

οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ὅτίς σφεας εἰσαφίκοιτο·

τῶ καὶ ἀτασθαλίῃσιν ἀεικέα πότμον ἐπέσπον.

[6] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Ψ’, στ. 63 – 66» :

     Od 23.63 ` to    Od 23.66 ἀλλά τις ἀθανάτων κτεῖνε μνηστῆρας ἀγαυούς,

ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα καὶ κακὰ ἔργα.

οὔ τινα γὰρ τίεσκον ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,

οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ὅτίς σφεας εἰσαφίκοιτο·

[7] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, Y’, στ. 345 – 370» :

     Od 20.345 ` to     Od 20.370   ὣς φάτο Τηλέμαχος· μνηστῆρσι δὲ Παλλὰς Ἀθήνη

ἄσβεστον γέλω ὦρσε, παρέπλαγξεν δὲ νόημα.

οἱ δ᾽ ἤδη γναθμοῖσι γελώων ἀλλοτρίοισιν,

αἱμοφόρυκτα δὲ δὴ κρέα ἤσθιον· ὄσσε δ᾽ ἄρα σφέων

δακρυόφιν πίμπλαντο, γόον δ᾽ ὠΐετο θυμός.

τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε Θεοκλύμενος θεοειδής·  

«ἆ δειλοί, τί κακὸν τόδε πάσχετε; νυκτὶ μὲν ὑμέων

εἰλύαται κεφαλαί τε πρόσωπά τε νέρθε τε γοῦνα,

οἰμωγὴ δὲ δέδηε, δεδάκρυνται δὲ παρειαί,

αἵματι δ᾽ ἐρράδαται τοῖχοι καλαί τε μεσόδμαι·

εἰδώλων δὲ πλέον πρόθυρον, πλείη δὲ καὶ αὐλή,

ἱεμένων Ἔρεβόσδε ὑπὸ ζόφον· ἠέλιος

δὲ οὐρανοῦ ἐξαπόλωλε, κακὴ δ᾽ ἐπιδέδρομεν ἀχλύς.»  

ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπ᾽ αὐτῷ ἡδὺ γέλασσαν.

τοῖσιν δ᾽ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἦρχ᾽ ἀγορεύειν·    

«ἀφραίνει ξεῖνος νέον ἄλλοθεν εἰληλουθώς.

ἀλλά μιν αἶψα, νέοι, δόμου ἐκπέμψασθε θύραζε

εἰς ἀγορὴν ἔρχεσθαι, ἐπεὶ τάδε νυκτὶ ἐΐσκει.»  

τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε Θεοκλύμενος θεοειδής·

«Εὐρύμαχ᾽, οὔ τί σ᾽ ἄνωγα ἐμοὶ πομπῆας ὀπάζειν.

εἰσί μοι ὀφθαλμοί τε καὶ οὔατα καὶ πόδες ἄμφω

καὶ νόος ἐν στήθεσσι τετυγμένος, οὐδὲν ἀεικής·

τοῖσ᾽ ἔξειμι θύραζε, ἐπεὶ νοέω κακὸν ὔμμιν

ἐρχόμενον, τό κεν οὔ τις ὑπεκφύγοι οὐδ᾽ ἀλέαιτο

μνηστήρων, οἳ δῶμα κατ᾽ ἀντιθέου Ὀδυσῆος

ἀνέρας ὑβρίζοντες ἀτάσθαλα μηχανάασθε.»