Ύβρις προς ικέτες & ορφανά


«Κάποτε έπεσε ξηρασία στους Δελφούς και ακολούθησε λιμός. Οι Δελφιείς ήξεραν ότι δεν θα επιζούσα με τα τρόφιμα που είχαν απομείνει. Αποφάσισαν να παρουσιαστούν όλοι, μα τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο βασιλιά, ως ικέτες. Ο Βασιλιάς εμφανίστηκε και τους κοίταξε. Ο Βασιλιάς έπαιρνε κριθάρι[1] και όσπρια[2] και τα μοίραζε στους κατοίκους. Άρχισε από τους γνωστούς τους. Καθώς πλησίαζαν οι φτωχότεροι, οι υπηρέτες βύθιζαν όλο και λιγότερο τα χέρια του στα καλάθια και έδιναν μικρότερες μερίδες. Κάποτε τα καλάθια άδειασαν, αλλά μπροστά στον βασιλιά στεκόταν αρκετοί φτωχοί, ανάμεσά τους μια μικρή παιδούλα, η Χάριλα, μια ορφανή από γονείς και απροστάτευτη, προχώρησε προς το μέρος του βασιλιά για να ζητήσει τροφή. Ο Βασιλιάς, βλοσυρά έβγαλε το σανδάλι του την ράπισε και το πέταξε στο πρόσωπο της. Η ορφανή μπήκε στο πλήθος και έφυγε. Βγήκε από την πόλη και κατευθύνθηκε στις πλαγιές των Φαιδριάδων, έφτασε σε ένα ξέφωτο και λύνοντας την ζώνη της έφτιαξε θηλιά γύρω από το λαιμό της, κοντά σε ένα μεγάλο δέντρο. Μετά κρεμάστηκε από ένα κλαδί του. Στους Δελφούς ο λιμός εξακολουθούσε να μένετε. Παρουσιάστηκαν και ασθένειες. Ο βασιλιάς πήγε στην Πυθία : “Εξευμενίστε/εξαγνίστε[3] την Χάριλα, την παρθένα αυτοθάνατον” του είπε. Μόλις έμαθε ότι το όνομα αυτό άνηκε στην μικρή που ράπισε, επιτέλεσε θυσία μετά καθαρμού και έδωνε τροφή σε όλου, ξένους και πολίτες, μαζί με ένα είδωλο της παιδούλας, όταν δε πήραν όλοι από ένα ο βασιλιάς ράπισε το είδωλο και η αρχηγός των Θυιάδων[4] κρέμασε με σχοινί το ειδώλιο από γκρεμό φαραγγιού και έθαψαν την μικρή παιδούλα εκεί που την βρήκαν.»[5]

Η μικρή Χάριλα ήταν ικέτης για την ζωή της και ο βασιλιάς διέπραξε ύβρις απέναντι στον «Ζες φίκτωρ»[6]. Ο λόγος – κατά πως λέγει ο Ησίοδος – είναι ότι:

«Όσοι έχουν στον νου τους την κακή ύβρης και τα κακουργήματα, προς δίκη τεκμαίρετε ο ευρύοπας Κρονίδης Ζεύς. Πολλές φορές ολόκληρη πόλη έπαθε από τον κακό άνθρωπο που μηχανεύεται ανόσιες πράξεις. Σε τούτους ουράνοθεν ο Κρονίδης δίνει μεγάλη συμφορά, λιμό μαζί με λοιμό. Πεθαίνουν οι λαοί, ουδέ τίκτουν οι γυναίκες και γκρεμίζονται οι οίκοι, σύμφωνα με τη σοφή θέληση του Ολύμπιου Ζηνός. Άλλοτε πάλι ο Κρονίδης ή τους καταστρέφει μεγάλο στρατό ή τους τιμωρεί στο κάστρο τους ή στα καράβια τους στην θάλασσα.»[7]

Καθώς επίσης κατά πως λέγει ο Ησίοδος :

 «Και τα χρήματα δεν πρέπει να τα αρπάζουμε. Το βέλτιστο είναι να είναι θεόσδοτα. Γιατί και αν κανείς μαζέψει με την υλική βία μεγάλο πλούτο, ή αν τον κλέψει με απάτη, όπως συμβαίνει πολλές φορές, όταν πια το κέρδος ξεπλανέψει το νου των ανθρώπων και η αναίδεια νικήσει την αιδώ, γρήγορα οι Θεοί τον αφανίζουν και γκρεμίζουν τον οίκο αυτού του ανθρώπου, και ο πλούτος λίγο καιρό τον συντροφεύει. Τα ίδια παθαίνει και όποιος κάνει κακό σε ικέτη και ξένο, και όποιος ανέβει στο κρεβάτι του αδελφού του για συνουσιαστεί με την γυναίκα του, κάνοντας ανάξια πράγματα, και όποιος με τις αμυαλιές του ζημιώνει κάποιου τα ορφανά τέκνα, και όποιος στον γέροντα γονιό του, που βρίσκεται στα άχαρο κατώφλι των γερατειών, σηκώνει αμάχη πληγώνοντας τον με βαριά λόγια. Εναντίον τούτου, αλήθεια, ο ίδιος ο Ζευς αγανακτεί και τέλος στις άδικες αυτές πράξεις δίνει σκληρή αμοιβή.»[8]

Σχολιάζοντας ο Πρόκλος τους πρώτους στίχους μας λέγει ότι :

«όταν υπάρχει ένας πονηρός, η πόλη πολλές φορές εξομοιώνεται με αυτόν τον ένα & κολλάει την πονηριά σαν νόσημα & μολύνεται ολόκληρη από αυτήν. Μπορεί όμως να σημαίνει & κάτι άλλο, ότι δηλαδή, όταν υπάρχει ένας πονηρός, τιμωρείται ολόκληρη η πόλη επειδή δεν τιμώρησε την πονηριά του ενός, μολονότι μπορούσε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν ο Αγαμέμνων συμπεριφέρθηκε με αυθάδεια στον ιερέα, ο λοιμός απλώθηκε σε όλους τους Έλληνες, επειδή παρέλειψαν να υπερασπιστούν τον ιερέα. Και όταν ασέβησε ο Αίαντας στο ιερό της Αθηνάς, όλοι έγιναν συνένοχοι, επειδή δεν αγανάχτησαν με την ασέβεια. Γιατί δεν πρέπει να αφήνουμε τους ασεβείς ούτε να συγκατανεύουμε στους αδίκους παραλείποντας να σταματήσουμε την δύναμη των κακών, ενώ μπορούμε να τη σταματήσουμε.»[9]

Το αυτό γεγονός αναφέρεται και εκ του Αισχύλου, στην τραγωδία του «Επτά επί Θήβας», όπου βλέπουμε τον Ετεοκλή να λέγει :

«Τύχη ψεύτική[10], που σμίγει με τους δυσσεβέστερους δίκαιος άνδρας. Σε όποια δουλειά, σαν την κακή τη συντροφιά χειρότερο δεν είναι. Προκοπή δεν βλέπεις. Αν ένας ευσεβής ανήρ στο ίδιο καράβι μπει μαζί με ναύτες που σκαρώνουν κάποια πανουργία, βούλιαξε, πάει, με το θεόπτυστο[11] σινάφι.[12] Κι αν, δίκαιος όντας, βρεθεί να έχει συμπολίτες άσεβους[13] και εχθρόξενους[14], στην ίδια απόχη πέφτει μοιραία, κι από το μαστίγιο χτυπημένος το θείο, που τους χτυπά, χαμένος πάει. Έτσι και ο μάντης τούτος, ο γιός του Οικλέα λέω, σώφρων, δίκαιος, αγαθός, ευσεβής ανήρ, μέγας προφήτης, μιας και που χωρίς να το θέλει, έσμιξε με τους ανόσιους & θρασυστόμους[15] αυτούς, που δρόμο αγύριστο έχουν πάρει, στο Άδη αντάμα θα συρθεί, Διός θάλλοντος»[16]

Ενώ με τους επόμενους 8 στίχους που παραθέτουμε ο Ησίοδος, λέγει ο Πρόκλος, αναφέρεται σε αμαρτήματα τα οποία συνίστανται σε πράξεις προερχόμενες από μια ανόσια ζωή, λέγει δε ότι :

«αυτά είναι η περιφρόνηση του ικέτη, το κακουργείν στους ξένους, το διαφθείρειν την του αδελφού γυναίκα το αμαρτάνειν περί τα ορφανά, το υβρίζειν τους γέροντες γονείς. Γιατί με καθετί παρόμοιο, λέει, ο Ζεύς, “αγαναχτεί”, δηλαδή τα μέμφεται & επιφέρει την τιμωρία. Μνημόνευσε, μάλιστα, ιδιαιτέρως τον Ζευς, επειδή σε αυτόν απέδιδαν όλες τις παρόμοιες προσωνυμίες, αποκαλώντας εκείνον Ικέσιο ως έφορο των ικετών και Ξένιο ως προστάτη των ξένων, Ομόγνοιο[17] ως τον φύλακα των συγγενών και των προς των ομόγνοιους καθηκόντων. Έτσι τον έλεγαν και Κηδεμόνα όσων ζούσαν στην ορφάνια, θεωρώντας εκείνον πατέρα όλων, ακόμα και όσων δεν είχαν ποια ανθρώπινους πατέρες, και βοηθό των αδικημένων εκ των παιδιών τους. Γιατί οι πατέρες είναι αγάλματα του Διός, του πατέρα όλων. Και ασεβείς προς τα ομοιώματά των Θεών δίνουν  την ασέβειά τους προς τους ίδιους τους Θεούς στους οποίους ανήκουν τα αγάλματα. Επομένως, δικαιολογημένα είπε ο Ησίοδος ότι ο Ζεύς αγαναχτεί με αυτούς και ότι αποδίδει βαριά τιμωρία σε όλους μαζί για τις άδικες πράξεις τις οποίες απαρίθμησε». [18]

Βλέπουμε λοιπόν ότι η ασέβεια απέναντι σε ξένο, ομόγνοιο-συγγενή & ικέτη προκαλεί την μήνις των Θεών. Όντας ασέβεια απέναντι στον Ικέσιο, Ξένιο & Ομόγνοιο Ζεύς που τους προστατεύει!

Χαρακτηριστική η σκηνή της ικεσίας του Ιάσωνα προς την Μήδεια για να βοηθήσει αυτή τους Αργοναύτες να επιτελέσουν τους άθλους που τους έβαλε ο πατέρας της Αϊτής για να τους δώσει ως αντάλλαγμα το χρυσόμαλλο κώας :

«Σε παρακαλώ[19] προς Εκάτην , των γονιών σου και Διός που βάζει το χέρι του πάνω από τους ικέτες και τους ξένους. Κι εγώ ικέτης και συνάμα ξένος ήρθα εδώ, γονατιστός μες στην σκληρή ανάγκη, γιατί χωρίς εσάς δεν θα καταφέρω τον άθλο. Ύστερα την ευγνωμοσύνη μου θα σου αποδώσω για την αρωγή σου, κατά πως είναι θεμιστό, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που μένουν μακριά, υμνώντας το όνομα σου και την φήμη σου. Το ίδιο και οι άλλοι ήρωες γυρίζοντας στην Ελλάδα θα μιλούν για σένα, κι όμοια των ηρώων η γυναίκες και οι μητέρες, αυτές που τώρα κάθονται κάπου στην παραλία και θα θρηνούν για μας. Εσύ μπορείς να σκορπίσεις τη φοβερή την θλίψη. Κάποτε έσωσε το Θησέα από κακών αγώνων η εύφρονως παρθενική Μινωίς Αριάδνη, αυτή που γέννησε η Πασιφάη, η κόρη του Ήλιου. Εκείνη, όταν ο Μίνωας την οργή του κοίμισε, μπήκε στο πλοίο με τον Θησέα κι έφυγε από την πατρίδα της. Κι αυτή ακόμα και αθάνατοι την αγαπούν, και η απόδειξη στο μέσον του αιθέρα στεφάνι αστεριών, που το ονομάζουν της Αριάδνης, ολονυχτίς περιστρέφεται ανάμεσα στις ουράνια είδωλα. Έτσι και για σένα θέοθεν θα έρθει χάρις, αν σώσεις ομάδα τόσων άριστων ανδρών. Στ’ αλήθεια η ωραία σου μορφή δείχνει πως ξεχωρίζεις στα ευγενή έργα».[20]

Αλλά και η σκηνή στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου όπου ο Χορός λέγει:

«Φώναξε[21] οι ύμνοι σου να φέρουν τις ικεσίες σου στα ουράνια, στους Θεούς και στις Θεές. Μα από πού θα πραγματοποιηθούν για μένα στο τέλος ; Στον αγώνα μου ρίξε λιτανευτική[22] ματιά, πατέρα, και να δεις τη βία όχι με βλέμμα φιλικό, όπως τους πρέπει. Σεβάσου τους ικέτες σου, γαιάοχε[23] παγκρατές Ζεύς». [24]

Αλλά και στο σημείο από τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου όπου ο Δαναός μιλώντας προς τις κόρες του, τις Δαναΐδες, τους λέγει :

«τούτη την κοινοβωμία[25] απάντων των ανάκτων σέβεσθαι[26]. Ύστερα καθίστε στον αγνό τούτο χώρο σαν εσμός πελειάδων φοβισμένων από ομόπτερα γεράκια, αδέλφια που γεννήθηκαν εχθροί και θέλουν να μολύνουν το ίδιο τους το γένος.»[27]

Μάλιστα ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Ικέτιδες» λέγει δια στόματος χορού αφενός πως :

«Βαρύς είναι ο του Ζηνός Ικεσίου κότος»[28],

αφετέρου :

«Πρέπει να σεβασθώ τον κότον[29] του Διός Ικτήρος[30]. Ύψιστος φόβος για τους βροτούς.»[31]

Η γνώση της ύβρις αυτής και ο βωμός των θεών, γενικά αλλά ιδικά του Ικέσιου & Ξένιου Διός, είναι κάτι που φαίνεται πεντακάθαρα στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου που δια στόματος Δαναού λέγεται αφενός ό,τι :

«Μα είτε χωρίς κακό σκοπό, ή αντίθετα κεντρισμένος από σκληρή οργή, έρχεται κατά μας ο στρατός ετούτος, το καλλίτερο θα είναι, για παν ενδεχόμενο, ω κόρες μου, να συνταχτείτε στο λόφο τούτο, των Θεών των αγωνίων[32]. Γιατί είναι ανώτερος[33] ο βωμός από πύργο, άρρηκτη ασπίδα. Αλλά, περπατάτε γρήγορα, με λευκοστεφείς[34] ικτήρας, αγάλματα του Αίδοιου Διός»[35],

αφετέρου όταν ο Πελασγός, βασιλέας των Αργείων, παίρνει απόφαση να δεχτεί η πόλη του Άργους τον Δαναό και τις κόρες του ως μέτοικους, λέγει ο Δαναός και εν συνεχεία ο Χορός τα κάτωθι. Μάλιστα η περίπτωση των Δαναΐδων είναι πολύ ιδιαίτερη, καθώς είναι ταυτόχρονα Ικέτες, ομόγνοιες, πολίτες & ξένες, για τους Αργείους – (ο Αισχύλος τους ονομάζει «αστόξενους»[36], καθώς κατάγονται τόσο ο Πελασγός όσο και ο Δαναός με τις θυγατέρες από την Ιώ.). Να τι λέγετε :

«Δαναός : Τέτοια τους έπεισε να πάρουν απόφαση ο βασιλιάς των Πελασγών, καλώντας την πολιτεία να μην παχύνει του Ικέσιου Ζηνός τον μέγα κότον σε μελλοντικούς καιρούς μιας που εμείς είμαστε συγχρόνως και πολίτες και λέγοντας τους πως μπορεί το μίασμα διπλό να γένει για την πόλη, θεριό αδάμαστο που δεν θα χορτάσει από τη συμφορά.      Τέτοια σαν άκουσε ο λαός του Άργους αμέσως σήκωσε τα χέρια κι εψήφισε, χωρίς να περιμένει τον κλήτορα : “έτσι να είναι αυτά”. Τα δημηγορικά τα λόγια τόσο πρόθυμα τα άκουσε ο δήμος των Πελασγών και ο Ζεύς έβγαλε στο τέλος την απόφαση.

Χορός : Εμπρός λοιπόν για τους Αργείους ας πούμε ευχές αγαθές, αγαθών ποινές, Κι άμποτε ο Ζεύς ο Ξένιος του ξένιου στόματος τις τιμές να επαληθεύσει.   Και εσείς Διογενείς[37], τώρα είναι η ώρα να ακούσετε τις ευχές μου που θα σκορπίσω για τούτη την γενιά. Ποτέ τούτη η γη να μην την αφανίσει το πυρ του λυσσασμένου Άρη που η βοή του σταματά τους χορούς και θερίζει τους ανθρώπους σε αλλιώτικους κάμπους, γιατί μας σπλαχνίστηκαν και μας έδωσαν ευνοϊκή ψήφο, και σεβάστηκαν τους ικέτες του Διός, το αζήλευτο κοπάδι μας. Ούτε υπέρ ανδρών έδωκαν την ψήφο τους. Περιφρονώντας τον γυναικών το δίκαιο, αλλά σκέφτηκαν τον ακοίμητο δυσπολέμιτο επίσκοπο τον Ζεύς, που μόλυσμα αξέβγαλτο φέρνει σε όποιου σπιτιού τη σκεπή βαρύς καθίσει. Γιατί σεβάστηκαν ομόαιμους, Ζηνός αγνού ικέτες. Γι’ αυτό και οι βωμοί τους, που αρέσκονται οι Θεοί, θα είναι καθαροί. Έτσι λοιπόν από τα στόματά μας που σκιάζουν της ικεσίας τα κλαδιά της ικεσίας, ας υψωθεί ευχή που ζητά τη δόξα τους. Ποτέ κακό θανατικό την πόλη τους από άντρες να μην ερημώσει, μήτε ξένος με ντόπιων σφαγές με αίμα να βάψει το χώμα τούτης της γης.  Και της νιότης ο ανθός αθέριστος να είναι και μήτε της Αφροδίτης εραστής ο ανθρωπομακελάρης Άρης τρίχα να μην τους αγγίξει.  Και από τιμημένους γέροντες να είναι οι γιομάτες οι πρεσβυτοδόκοι γύρω από τους φλέγοντες βωμούς, ώστε η πόλη να καλοκυβερνιέται, με υπέρτατο σεβασμό προς τον Ζήνα τον Ξένιο, που με πανάρχαιους νόμους διοικεί την μοίρα.  Κι ευχόμαστε αιώνια απανωτοί να γεννιούνται άρχοντες σε ετούτη την χώρα κι η Εκάτη με τη την Αρτέμιδα να εφορεύει των γυναικών τις γέννες.  Μήτε κανένα ανδροφόνο κακό θανατικό να έρθει να ξεκληρίσει τούτη την πόλη και να αρματώσει έναν Άρη άχορον ακίθαρον δακρυγόνον ξεσηκώνοντας ένδημη αμάχη.  Και άπειρες οι θλιβερές αρρώστιες μακριά από των πολιτών ας πάνε να καθίσουν το κεφάλι, και ευμενής ο Λύκειος να στέκεται σε ολόκληρη την νεολαία.  Πλούσια σε καρπούς και δοσίματα ο Ζεύς ας κάμει τη γη τούτη σε όλες τις εποχές.  Πολύγεννα τα κοπάδια που βόσκουν στους αγρούς ας γίνουν και οι Δαίμονες ας τα περιφρουρούν.  Και επί των βωμών δοξαστικοί ας αντηχήσουν οι θεϊκοί ύμνοι από τους υμνωδούς και στόματα αγνά ας υψώσουν λόγους με την λύρα συνοδεία.  Απείραχτο ας φυλά το συμβούλιο, που τον κυβερνά την πόλη, προβλεπτική ευκοινομήτις[38] εξουσία. Και με τους ξένους ευκολοσίμβίβααστοι ας είναι, προτού εξοπλίσουν Άρη, ας λύνουν τις διαφορές τους με συνθήκες.  Και στους εγχώριους Θεούς που τούτη την γη πήραν για κλήρο, πάντα τις πατρώες δαφνηφόρες θυσίες βοδιών ας προσφέρουν. Γιατί το προς τους γονείς σέβας είναι η τρίτη εντολή ή γραμμένη στους θεσμούς της Δίκης που της πρέπει η μέγιστη τιμή.»[39]

Το ότι έπεσε στους Δελφούς λιμός οφείλεται στο ότι κατά πως λέγει ο Ησίοδος :

«όσοι όμως βγάζουν ορθές αποφάσεις για τους ξένους και στους ένδημους[40] και δεν βγαίνουν καθόλου έξω από το δίκαιο, τούτων ευημερεί η πόλη και προκόβουν οι λαοί που είναι σε αυτή. Και μένει στη χώρα τους η κουροτρόφος ειρήνη, ούτε ποτέ ορίζει γι’ αυτούς ο ευρύοπας Ζεύς τον φοβερό πόλεμο. Και ούτε η πείνα ούτε άλλο βλάψιμο ακολουθεί ποτέ τους δίκαιους ανθρώπους, και τούτοι χαίρονται σε συμπόσια τους καρπούς από τα φροντισμένα τους χωράφια. Για τούτους η γη παράγει άφθονα αγαθά, και στα όρη η δρυς φέρνει στην κορφή βελανίδια και στην μέση μέλισσες. Και τα μαλλωτά τους πρόβατα είναι φορτωμένα μαλλιά, και οι γυναίκες γεννάνε τέκνα όμοια με τους γονείς τους και προκόβουν από καλά ως το τέλος. Και ούτε με καράβια ταξιδεύουν, αφού τους προσφέρει τους καρπούς της η ζείδωρος αρούρα[41]».[42]

Σχολιάζοντας δε ο Πρόκλος λέγει πως :

«οι επίμαχοι στίχοι αναφέρονται στους θεοφιλείς. Και αυτοί είναι όσοι ζουν κατά δίκη. Αυτούς λέει ότι τους ακολουθούν τα αγαθά από παντός φύσης, και έτσι μας προτρέπει στην ευζωία, με το να λέει ότι η γη παράγει σε αυτούς αρκετούς καρπούς (γιατί τους αποκαλεί “βιος”, επειδή είναι κατάλληλοι για διατροφή), ότι οι βελανιδιές στις κορυφές τους παράγουν βελανίδια και στη μέση τους τρέφουν στις κουφάλες τους μέλισσες (γιατί εκεί συνήθιζαν οι μελισσουργοί να εκτρέφουν τις μέλισσες), ότι τα πρόβατα τους προσφέρουν κάλυμμα με το μαλλί που βγάζουν, ότι οι συνετές γυναίκες γεννούν παιδιά όμοια με τους άντρες τους (γιατί τα περισσότερα εξαμβλώματα & τέρατα γεννιούνται από τις υπερβολές και τις καταχρήσεις). Και αυτά τα ακολουθεί το ότι δεν χρειάζονται πλούτη, εμπόριο και πλοία, καθώς για την διατροφή των σωφρόνων αρκούν όσα παράγονται στην χώρα τους».[43]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1]  <Ἄλφιτα> = τὰ ἀπὸ νέας κριθῆς ἄλευρα. πολλὰ μὲν ἄλφιτα ἀπέκειτο πεφυρμένα, πολλαὶ δὲ κριθαὶ ἀλεῖν· μύλη γάρ τις ἦν αὐτόθι. (Βλ. Λεξικό Σούδα). <Ἀλείαρ> = τὸ ὑπὸ τῶν πυρῶν ἄλευρον· τὸ γὰρ ἀπὸ κριθῆς ἄλφιτον λέγεται. (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά).

λφιτον, το (Α)

(στον ενικό μόνο στον Όμηρο)

  • ξεφλουδισμένο ή χοντροκοπανισμένο κριθάρι
  • φρ. «ἀλφίτου ἀκτίς», κριθάλευρο. (συνήθως στον πληθυντικό) τὰ ἄλφιτα
  • χονδροκομμένο αλεύρι, πληγούρι (σε αντίθεση με τα ἀλείατα*), με το οποίο συνήθιζαν να πασπαλίζουν τα ψητά κρέατα και κυρίως τών σφαγίων που πρόσφεραν ως θυσία στους θεούς
  • είδος ποτού που παρασκευαζόταν από το αλεύρι αυτό (πρβλ. την μπίρα)
  • κάθε είδος χοντρού αλευριού ή χόνδρου από καρπούς ή όσπρια
  • φρ. «ἐπ’ ἀλφίτου πίνω», ή «ἄλφιτα πίνω» πίνω κρασί που περιέχει χόνδρους από κριθάρι
  •  στη Μυκηναϊκή η λέξη μαρτυρείται έμμεσα με το παράγωγο αλφίτεια*.

[ΕΤΥΜΟΛ. < ἄλφιτα, πληθ. τής λ. ἄλφι.

ΠΑΡ. αρχ. ἀλφιτεύς, ἀλφιτηρός.

ΣΥΝΘ. αρχ. ἀλφιταμοιβός, ἀλφιτοπώλης, ἀλφιτοσκόπος, ἀλφιτοφάγος, ἀλφιτόχρως

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[2]  <Χέδροπας> = ὄσπρια. καὶ ἑνικῶς χέδροψ, τὸ ὄσπριον. οὕτως Θουκυδίδης. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

<χεδροπά> = ὄσπριον τι. οἱ δὲ πανσπερμίαν. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).

<Χέδροπα> = τὰ ὄσπρια οὕτω καλοῦσιν οἱ Ἀττικοί. ἔνιοι δὲ διὰ τοῦ κ γράφουσι κέδροπα. Ἀριστοφάνης δὲ ὁ γραμματικὸς διὰ τοῦ χ γράφων, φησὶ χέδροπα τὰ παρ᾽ ἄλλοις ὄσπρια. [εἴρηται γὰρ παρὰ τὸ τῇ χειρὶ αὐτὰ δρέπεσθαι, ὡς καὶ Νίκανδρος ἐν Γεωργικοῖς φησι· Χειροδρόποι δ᾽ ἵνα φῶτες ἄνευ δρεπάνοιο λέ γωνται.] (Βλ. Αριστοφάνους γραμματικού αποσπάσματα)

  χεδροπά

τα, ΝΑ

  • τα ελλοβόκαρπα φυτά και, ειδικότερα, ο καρπός τους, τα όσπρια
  • (κατά τον Ησύχ.) «ὄσπριον τι

oἱ δὲ πανσπερμίαν».

[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση τής λ. με το ρωσ. goroch «μπιζέλι» δεν θεωρείται πιθανή, ενώ η άποψη ότι ο τ. χεδροπά, πιθ. τ. ουδ. πληθ. τού επιθ. χεδροπός, -όν, έχει προέλθει, με ανομοιωτική αποβολή τού -ρ-, από τ. *χερ-δροπά (< θ. χερ- τής λ. χείρ + δρέπω, πρβλ. χειρο-δρόπος) με σημ. «κομμένα, μαζεμένα με το χέρι» είναι μάλλον παρετυμολογική].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[3]   <Ἱλάσκω> = τὸ εὐμενίζω. καὶ ἱλάσκεσθαι ἀπὸ τοῦ ἱλῶ δευτέρες συζυγίας τῶν περισπωμένων. ὁ μέλλων ἱλάσω, πλεονασμῷ τοῦ κ ἱλάσκω, καὶ μετάγεται εἰς ἐνεστῶτα. καὶ γίνεται ἱλάσκω, τὸ παθητικὸν ἱλάσκομαι, τὸ τρίτον ἱλάσκεται, καὶ τὸ ἀπαρέμφατον ἱλάσκεσθαι. <Ἵλαοσ> = ἵλεος ἔσο. <Ἱλάσθητι> = ἵλεώς μοι γενοῦ. <Ἱλήκοισ> = ἵλεως καὶ εὐμενὴς γενοῦ. (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά). <ἵλεωσ> = καὶ εὐμενής. Παρὰ τὸ ἱλάω γίνεται ἵλαος, ὡς, ταύροισι καὶ ἀρνειοῖσιν ἱλάων. (Il.  β. 550.) ὅταν ᾖ παρὰ τὸ ἱλαρός. <Ἱλάσθητι> = Ἀπὸ τοῦ ἱλάω ἱλῶ δευτέρας συζυγίας τῶν περισπωμένων· ὁ μέλλων ἱλάσω, πλεονασμῷ τοῦ κ ἱλάσκω, καὶ μετάγεται εἰς ἐνεστῶτα. Τὸ παθητικὸν ἱλάσκομαι, ἐξ οὗ πρῶτος κελόμην θεὸν ἱλάσκεσθαι (Ιλ. α. 386.) ἀντὶ τοῦ ἐξιλεῖσθαι (sic)  καὶ ἐξευμενίζεσθαι· ἢ ἐκ τοῦ ἰλῶ γίνεται ἵλημι, ἐξ οὗ τὸ ἵλαθι 1γ11ραι1 (γίνεται Cobet.). <Ἱλασσάμενοι> = Ἀντὶ τοῦ ἐξιλεωσάμενοι, ἐξευμενισάμενοι, πλεονασμῷ τοῦ διὰ τὸ μέτρον, ἐκ τοῦ ἱλῶ ἱλάσω, ἐξ οὗ καὶ ἱλάσθητι καὶ ἱλασμὸς, ὁ παρακείμενος ἵλακα, ὁ παθητικὸς ἵλασμαι, ἐξ αὐτοῦ ἱλασμὸς, ὁ ἀόριστος ἵλασα, ὁ μέσος ἱλασάμην. <Ἵλεωσ> = Ἱλῶ ἱλάσω γίνεται ἵλαος καὶ τὸ Ἀττικὸν ἵλεως, ἢ ἀπὸ τοῦ ἔλεος κατὰ τροπὴν τοῦ ε εἰς ἰῶτα. Ἐκ τοῦ ἵλεως γίνεται ἱλεῶ ἱλεώσω καὶ ἐξιλεω σάμην· ἐκ τοῦ ἱλεῶ γίνεται κατὰ συγκοπὴν ἰλῶ ἰλᾶς. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό). <ἵλεωσ> = εὐμενής. <ἵλεοι> = εὐμενεῖς. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου). <Ἐξίλασμα> =  παρὰ τὸ ἱλάω ἱλῶ ἱλάσω, ὁ παρακείμενος ἵλακα, ὁ παθητικὸς ἵλασμαι καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐξίλασμα. (Βλ. Etymologicum Gudianum).

<Ἵλαος> = ὁ ἵλεως, καὶ εὐμενής. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

λάσκομαι (ΑΜ)

  • (κυρίως για θεούς) εξιλεώνω, καταπραΰνω
  • (για ανθρώπους) εξευμενίζω
  • Εξαγνίζω

 [ΕΤΥΜΟΛ. < *σι-σλά-σκ-ομαι που εμφανίζει αναδιπλασιασμό (*σι- > *hi- > ἱ-), θ. -σλᾰ (το οποίο ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα *slә- τής ΙΕ ρίζας *selә- «ευνοϊκός, καλής διαθέσεως – κατευνάζω») και επίθημα -ση- (< *ske / o). Στην αναγωγή τού ρ. ἱλάσκομαι σε θ. -σλα- οδηγούν οι αιολ. τ. προστ. παρακμ. ἔλλᾱθι, ἔλλατε (< *σε-σλă-θι / -τε). Η μακρότητα τού -ᾱ- τού ἔλλαθι (το -α- τού ἱλάσκομαι είναι βραχύ) πρέπει να είναι υστερογενής. Οι παράλληλοι τ. τού ενεστ. ἱλάσκομαι: ἵλαμαι, ἱλάομαι ἔχουν το ἱ- βραχύ, ενώ στο ἱλάσκομαι το ἱ- είναι μακρό. Εικάζεται ότι αυτοί οι τ. οδηγούν σε ένα αρχ. ρ. *ἕλαμαι (*ε- > ι-). Βραχύ ĭ- εμφανίζουν και άλλοι τ. τής λεξιλογικής ομάδας τού ἱλάσκομαι, που μπορεί να ερμηνευθεί ως υποκατάστατο ενός αρχικού *ε- (πρβλ. ἱλαρός < *ἑλαρός, ἱλάειρα < ἑλάειρα). Παράλληλα όμως άλλοι τ. έχουν μακρό ι- (πρβλ. μέλλ. ἱλά[σ]σομαι, αόρ. ἱλά[σ]σασθαι, επίθ. ἵλεως). Στον Όμηρο μαρτυρείται προστ. ἵληθι, τής οποίας το ι- ερμηνεύεται είτε ως αναδιπλασιασμός είτε ως προϊόν μεταπλασμού από έναν τ. προστ. παρακμ. *εἵλαθι, ο οποίος επιβεβαιώνεται από τη γλώσσα τού Ησύχ. εἵληθι ἵλεως γίνου.

ΠΑΡ. ιλαρός, ιλαστήριος, ίλεως

αρχ.

ιλάειρα, ιλάεις, ίλαος, ιλάς, ιλασία, ιλάσιμος, ίλασμα, ιλασμός, ιλαστής

μσν.

ιλατεύω.

ΣΥΝΘ. (Β΄ συνθετικό) αρχ. αφιλάσκομαι, εξιλάσκομαι, προϊλάσκομαι].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλασία

ἱλασία, ἡ (Α)

ο ιλασμός*.

[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἱλα– (τού ρ. ἱλάσκομαι) + κατάλ. –σια (πρβλ. σημασία)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλασμός

ο (ΑΜ ἱλασμός) [ιλάσκομαι]

νεοελλ.

  1. εξιλέωση, εξευμενισμός
  2. εξαγνισμός, καθαρμός

αρχ.

  1. εξιλεωτική ποινή, ιλαστήρια προσφορά
  2. στον πληθ. οἱ ἱλασμοί

μέσο εξιλέωσης.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ίλεως

ἵλεως, -ων (ΑΜ, Α και ἵλαος και ἵλεος, -ον και αιολ. τ. ἴλλαος, -ον)

αρχ.

  1. (για θεούς) ευμενής («ἵλαος Ὀλύμπιος ἔσσεται ἡμῑν»)
  2. (για ανθρώπους) πράος, αγαθός (α. «σὺ δ’ ἵλαον ἔνθεο θυμόν», Ομ. Ιλ.

β. «ἵλεως κλύειν», Σοφ.)

  1. ιλαρός, χαρωπός («ὁ οἶνος τὸν ἄνθρωπον ποιεῑ ἵλεων», Πλάτ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο ο τ. ἵλεως όσο και οι άλλοι διαλεκτικοί τ. ἵλος, ἵλεος, ἵλλαος προέρχονται από θ. *σισλη-, *σισλă– (πρβλ. ιλάσκομαι). Ο τ. ίλαος μαρτυρείται και με μακρό : ἵλᾱος (πρβλ. νᾱός: νεώς, λᾱός: λεώς)]

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλαστής

ἱλαστής, ὁ (Α) [ιλάσκομαι]

ο εξιλεωτής.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλάεις

ἱλάεις και ἱλᾱς και ιων. τ. ἰλῆς και αιολ. τ. ἰλλάεις (Α)

βλ. ίλαος.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλάς

ἱλάς, -ᾱντος, ὁ (Α)

ευμενής.

[ΕΤΥΜΟΛ. Συνηρημένος τ. τού ἱλάεις < θ. ἱλα– τού ρ. ἱλάσκομαι + κατάλ. –εις, (πρβλ. σκιάεις)]

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

 ιλής

ἰλῆς (Α)

βλ. ιλάεις.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

 ίλασμα

ἵλασμα, -άσματος, τὸ (Α) [ιλάσκομαι]

εξιλέωση, εξευμένιση.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

ιλάσιμος

ἱλάσιμος, -ον (Α) [ιλάσκομαι]

εξιλεωτικός.

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

<<ἱλάσκομαι[ῑ], μέλ. ἱλάσομαι [ᾰ], Επικ. ἱλάσσομαι· αόρ. αʹ ἱλᾰσάμην, Επικ. βʹ ενικ. υποτ. ἱλάσσεαι, αποθ. (ἵλαος)· I. εξιλεώνω, καταπραΰνω, κατευνάζω, θεὸν ἱλάσκεσθαι, κερδίζω την εύνοιά του, σε Όμηρ.· μολπῇ θεὸν ἱλάσκοντο, σε Ομήρ. Ιλ.· ὄφρ’ ἡμῖν ἑκάεργον ἱλάσσεαι, στο ίδ.· ομοίως, λέγεται για ανθρώπους, τους οποίους επιθυμεί κανείς να εξευμενίσει μετά θάνατον με θεϊκές τιμές, σε Ηρόδ., Πλάτ.>> (Βλ. Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
των H.G. Liddell & R. Scott
)

[4]  <Θυάδεσ> = Αἱ βάκχαι· παρὰ τὸ θύω, τὸ ὁρμῶ· καὶ πλεονασμῷ τοῦ ι, θυϊάδες. (Βλ. Μέγα ετυμολογικό λεξικό).

<ἔθυιεν> = ὥρμα, ἐκινεῖτο. ἔνθεν καὶ θυιδες α Βκχαι. (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica  239.6).

[5]  Πρβλ. Πλούταρχος «Αίτια Ελληνικά, 293.b.8 – 293.f.6» :

        Aetia Romana et Graeca  293.B.8 ` to     Aetia Romana et Graeca  293.F.6 «Τίς ἡ παρὰ Δελφοῖς Χάριλα;» τρεῖς ἄγουσι Δελφοὶ ἐνναετηρίδας κατὰ τὸ ἑξῆς, ὧν τὴν μὲν Σεπτήριον καλοῦσι, τὴν δ᾽ Ἡρωίδα, τὴν δὲ Χάριλαν. τὸ μὲν οὖν Σεπτήριον ἔοικε μίμημα τῆς πρὸς τὸν Πύθωνα τοῦ θεοῦ μάχης εἶναι καὶ τῆς μετὰ τὴν μάχην ἐπὶ τὰ Τέμπη φυγῆς καὶ ἐκδιώξεως. οἱ μὲν γὰρ φυγεῖν ἐπὶ τῷ φόνῳ φασὶ χρῄζοντα καθαρσίων, οἱ δὲ τῷ Πύθωνι τετρωμένῳ καὶ φεύγοντι κατὰ τὴν ὁδόν, ἣν νῦν ἱερὰν καλοῦμεν, ἐπακολουθεῖν καὶ μικρὸν ἀπολειφθῆναι τῆς τελευτῆς· κατέλαβε γὰρ αὐτὸν ἐκ τοῦ τραύματος ἄρτι τεθνηκότα καὶ κεκηδευμένον ὑπὸ τοῦ παιδός, ᾧ ὄνομα ἦν Αἴξ, ὡς λέγουσι. τὸ μὲν οὖν Σεπτήριον τούτων ἢ τοιούτων τινῶν ἀπομίμησίς ἐστιν ἑτέρων. τῆς δ᾽ Ἡρωίδος τὰ πλεῖστα μυστικὸν ἔχει λόγον, ὃν ἴσασιν αἱ Θυιάδες, ἐκ δὲ τῶν δρωμένων φανερῶς Σεμέλης ἄν τις ἀναγωγὴν εἰκάσειε. περὶ δὲ τῆς Χαρίλας τοιαῦτά τινα μυθολογοῦσι. λιμς ξ αχμο τος Δελφος κατσχε, κα πρς τς θρας το βασιλως λθντες μετ τκνων κα γυναικν κτευον. δ τν λφτων κα τν χεδρπων μετεδδου τος γνωριμωτροις ατν· ο γρ ν καν πσιν. λθοσης δ παιδς τι μικρς ρφανς γονων κα προσλιπαροσης ρρπισεν ατν ποδματι κα τ προσπ τ πδημα προσρριψεν· δ, πενιχρ τις οσα κα ρημος οκ γεννς δ τ θος, κποδν γενομνη κα λσασα τν ζνην νρτησεν αυτν. πιτενοντος δ το λιμο κα νοσημτων προσγενομνων νελεν Πυθα τ βασιλε Χριλαν λσκεσθαι παρθνον ατοθνατον. μλις ον νευρντες, τι τονομα τοτ ν τ απισθεσ παιδ, μεμιγμνην τιν καθαρμ θυσαν πετλεσαν, ν πιτελοσιν τι κα νν δι ννα τν. προκθηται μν γρ βασιλες τν λφτων κα τν χεδρπων πιδιδος πσι κα ξνοις κα πολταις, κομζεται δ τς Χαρλας παιδικν εδωλον· ταν ον πντες λβωσιν, μν βασιλες απζει τ ποδματι τ εδωλον, δ τν Θυιδων ρχηγς ραμνη κομζει πρς τινα τπον φαραγγδη, κκε σχοινον περιψαντες τ τραχλ το εδλου κατορττουσιν, που τν Χριλαν παγξαμνην θαψαν.  

[6]  φκτωρ] = κετν φορος. (Scholia in Aeschylum  Supp.1.1).

[7]  Βλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 238 – 247» :

       Op 238 ` to     Op 247 οἷς δ᾽ ὕβρις τε μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα,

τοῖς δὲ δίκην Κρονίδης τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς.

πολλάκι καὶ ξύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα,

ὅστις ἀλιτραίνῃ καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται.

τοῖσιν δ᾽ οὐρανόθεν μέγ᾽ ἐπήγαγε πῆμα Κρονίων,

λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί·

[οὐδὲ γυναῖκες τίκτουσιν, μινύθουσι δὲ οἶκοι

Ζηνὸς φραδμοσύνῃσιν Ὀλυμπίου· ἄλλοτε δ᾽ αὖτε]

ἢ τῶν γε στρατὸν εὐρὺν ἀπώλεσεν ἢ ὅ γε τεῖχος

ἢ νέας ἐν πόντῳ Κρονίδης ἀποτείνυται αὐτῶν.

[8]  Βλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 320 – 335» :

       Op 320 ` to     Op 335 χρήματα δ᾽ οὐχ ἁρπακτά, θεόσδοτα πολλὸν ἀμείνω·

εἰ γάρ τις καὶ χερσὶ βίῃ μέγαν ὄλβον ἕληται,

ἢ ὅ γ᾽ ἀπὸ γλώσσης ληίσσεται, οἷά τε πολλὰ

γίνεται, εὖτ᾽ ἂν δὴ κέρδος νόον ἐξαπατήσῃ

ἀνθρώπων, αἰδῶ δέ τ᾽ ἀναιδείη κατοπάζῃ,

ῥεῖα δέ μιν μαυροῦσι θεοί, μινύθουσι δὲ οἶκον

ἀνέρι τῷ, παῦρον δέ τ᾽ ἐπὶ χρόνον ὄλβος ὀπηδεῖ.  

Ἶσον δ᾽ ὅς θ᾽ ἱκέτην ὅς τε ξεῖνον κακὸν ἔρξει,

ὅς τε κασιγνήτοιο ἑοῦ ἀνὰ δέμνια βαίνῃ

[κρυπταδίῃς εὐνῇς ἀλόχου, παρακαίρια ῥέζων],  

ὅς τέ τευ ἀφραδίῃς ἀλιταίνητ᾽ ὀρφανὰ τέκνα,

ὅς τε γονῆα γέροντα κακῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ

νεικείῃ χαλεποῖσι καθαπτόμενος ἐπέεσσι·

τῷ δ᾽ ἦ τοι Ζεὺς αὐτὸς ἀγαίεται, ἐς δὲ τελευτὴν

ἔργων ἀντ᾽ ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀμοιβήν.

ἀλλὰ σὺ τῶν μὲν πάμπαν ἔεργ᾽ ἀεσίφρονα θυμόν.

[9]  Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου “Έργα και Ημέρες”» :

       Scholia in opera et dies  sch.240-241.3 ` to     Scholia in opera et dies  sch.240-241.16 δύναται δὲ λέγειν ὅτι μοχθηροῦ ἑνὸς ὄντος ὥσπερ νοσήματος ἡ πόλις παραπολαύουσα πολλάκις εἰς ὅλην ἑαυτὴν ἀναμάττεται τὴν πονηρίαν ἐξομοιουμένη τῷ ἑνί. δύναται δὲ κἀκεῖνο σημαίνειν ὅτι ἑνὸς ὄντος πονηροῦ δίδωσιν ἡ πᾶσα πόλις δίκην, ὡς ἐξὸν κωλύειν μὴ κωλύουσα τὴν τοῦ ἑνὸς πονηρίαν. οὕτω καὶ τοῦ Ἀγαμέμνονος αὐθαδῶς τῷ ἱερεῖ προσενεχθέντος εἰς πάντας Ἕλληνας διέτεινεν ὁ λοιμός, ὡς παρέντας βοηθῆσαι τῷ ἱερεῖ· καὶ τοῦ Αἴαντος ἀσεβήσαντος περὶ τὸ τῆς Ἀθηνᾶς ἱερὸν πάντες ἔνοχοι τῇ δίκῃ γεγόνασιν, ὡς μὴ ἀγανακτήσαντες ἐπὶ τῷ ἀσεβήματι. δεῖ γὰρ μὴ ἐπιτρέπειν τοῖς ὑβρισταῖς, μηδὲ συνεπινεύειν τοῖς ἀδίκοις δυναμένους μὲν παῦσαι, περιορῶντας δὲ τοῦ παῦσαι τὴν ἐξουσίαν τῶν πονηρῶν.

[10] <φε το ξυναλλσσοντοσ> = τοῦ συνάγοντος, ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν τὰς συναλλαγὰς καὶ συμβόλαια ποιουμένων. τοῦτο δέ ἐστιν ὃ λέγει· ἰδὼν τὸν Ἀμφιάραον ὁ Ἐτεοκλῆς ἄνδρα ὄντα ἀγαθὸν καὶ εὐσεβῆ συστρατευόμενον μετὰ ἀνθρώπων πονηρῶν καὶ ἀσεβῶν, ἐπαρᾶται τῇ τύχῃ καί φησι· φεῦ τοῦ ὄρνιθος, ἤγουν τῆς τύχης καὶ τοῦ μαντεύματος, τοῦ ξυναλλάσσοντος καὶ συνάγοντος καὶ ἑνοῦντος τὸν δίκαιον ἄνδρα τοῖς δυσσεβεστέροις. ἀποκλαίεται γὰρ αὐτὸν ὁ Ἐτεοκλῆς ὡς προλέγοντα ἐκεῖσε θανεῖν αὐτόν. (Scholia in Aeschylum  Th.597-598.1 ` to     Scholia in Aeschylum  Th.597-598.8).

ξυναλλσσοντος] = τοῦ συνάγοντος. ξυναλλσσοντος] = ἑνοῦντος. ξυναλλσσοντος] = τοῦ συνάγοντος καὶ τοῦ ἑνοῦντος. ξυναλλσσοντος] = μιγνύντος. ξυναλλσσοντος] = συναριθμοῦντος. ξυναλλσσοντος] = τοῦ συνάπτοντος ἤτοι τοῦ εἰς φιλίαν ἐμβάλλοντος. ρνιθος] = τῆς τύχης.  ρνιθος] = τῆς τύχης, τῆς μαντείας.  ρνιθος] = τς τχης καταχρηστικς, ὥς φησι καὶ οὗτος ἀλλαχοῦ (Ar. Ran. 1286)·  ρνιθος] = θεας μαντεας κα τχνης. (Scholia in Aeschylum  Th.597d.1)

[11] θεοπτστ] = θεομιστ. θεοπτστ] κακῷ, θεομισεῖ. (Scholia in Aeschylum  Th.604 b.1 – c.1).

[12]        Scholia in Aeschylum  Th.602.1 ` to     Scholia in Aeschylum  Th.602.10 ἢ γὰρ ξυνεισβὰς] τὰ ἀπὸ τῆς κακῆς ὁμιλίας γινόμενα κατὰ μέρος διέξεισι, καί φησιν ὅτι ὁ εὐσεβὴς ἀνὴρ, εἴτε ἐν θαλάσσῃ συμπλέοι πονηροῖς καὶ κακοῖς ἀνδράσιν, εἴτε ἐν γῇ διάγοι μετὰ πονηρῶν καὶ ἀσεβῶν ἀνδρῶν, φθείρεται καὶ ἀπόλλυται καὶ αὐτὸς σὺν ἐκείνοις, διὰ τὴν ἐκείνων ἀσέβειαν. ἡ δὲ σύνταξις οὕτως, ὁ εὐσεβὴς γὰρ ἀνὴρ ἢ εἰς πλοῖον συνεισβὰς καὶ συνελθὼν ναύταις θερμοῖς καὶ σπουδαίοις εἰς τὸ πανουργεύεσθαι ὄλωλε σὺν τῷ τοῖς θεοῖς μισητῷ γένει τῶν ἀσεβῶν ἀνδρῶν, ἢ δίκαιος ὢν σὺν πολίταις ἀνδράσιν ἐχθροξένοις τε καὶ ἐχθροῖς τῶν ξένων καὶ ἀμνήμοσι τῶν θεῶν ἐδάμη καὶ ἐδαμάσθη, πληγεὶς θεοῦ μάστιγι παγκοίνῳ.

[13]  μνμοσιν] = τος μ εδσι σβεσθαι τος θεοςμνμοσιν] = γουν μ μνμην θεν χουσιν. (Scholia in Aeschylum  Th.606g.1 –  Th.606h.1).

[14]  χθροξνοις] = ἐχθροῖς τῶν ξένων. χθροξνοις] τοῖς μισοῦσι τοὺς ξένους. <χθροξνοισ> = ἢ ἀπηνέσι καὶ τολμηροῖς καὶ ἀνοσίοις καὶ ἀναιδέσιν. (Scholia in Aeschylum  Th.606a.1 – Th.606c.2).

[15]  θρασυστμοισιν] = φλυάροις. θρασυστμοισιν] = ἀναισχύντοις, στωμύλοις. θρασυστμοισιν] = στωμύλοις. θρασυστμοισιν] = ἀλαζονικοῖς.  θρασυστμοισιν] = ἀλαζόσι.  θρασυστμοισιν] = ὑβρισταῖς, μεγαλαύχοις.

θρασυστμοισιν] = καὶ ἀναιδέσι καὶ ἀναισχύντοις. (Scholia in Aeschylum  Th.612a.1 ` to     Scholia in Aeschylum  Th.612g.1).

[16]  Βλ. Αισχύλος «Επτά επι Θηβαις, στ. 597 – 614» :

       Th 597 ` to     Th 614  {Ετ.}       φεῦ τοῦ ξυναλλάσσοντος ὄρνιθος βροτοῖς      

δίκαιον ἄνδρα τοῖσι δυσσεβεστέροις.      

ἐν παντὶ πράγει δ᾽ ἔσθ᾽ ὁμιλίας κακῆς      

κάκιον οὐδέν, καρπὸς οὐ κομιστέος.      

[ἄτης ἄρουρα θάνατον ἐκκαρπίζεται.]      

ἢ γὰρ ξυνεισβὰς πλοῖον εὐσεβὴς ἀνὴρ      

ναύτῃσι θερμοῖς καὶ πανουργίᾳ τινὶ      

ὄλωλεν ἀνδρῶν σὺν θεοπτύστῳ γένει,      

ἢ ξὺν πολίταις ἀνδράσιν δίκαιος ὢν      

ἐχθροξένοις τε καὶ θεῶν ἀμνήμοσιν,      

ταὐτοῦ κυρήσας ἐκδίκως ἀγρεύματος,      

πληγεὶς θεοῦ μάστιγι παγκοίνῳ ᾽δάμη.      

οὕτως δ᾽ ὁ μάντις, υἱὸν Οἰκλέους λέγω,      

σώφρων δίκαιος ἀγαθὸς εὐσεβὴς ἀνήρ,      

μέγας προφήτης, ἀνοσίοισι συμμιγεὶς      

θρασυστόμοισιν ἀνδράσιν βίᾳ φρενῶν,      

τείνουσι πομπὴν τὴν μακρὰν πάλιν μολεῖν,        

Διὸς θέλοντος ξυγκαθελκυσθήσεται.

[17]  <μγνιοι θεο> = ος ο συγγενες κοινς ργιζουσιν. (Βλ. Λεξικό Φώτιου & Τίμαιου σοφιστού «Εκ του Πλάτωνος λέξεως»). <μγνιος> = τ το γνους φορν δκαια. ἢ ὁμογενὴς ἢ γνήσιος, φίλος. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

<μγνιοσ> = δελφς. ἢ ὁ γνήσιος συγγενής. μογνου αματος. (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά).

<<ὁ δὲ πατρὸς ἀδελφὸς θεῖος ἢ ἀδελφόθεος ἢ πατράδελφος ἢ πάτρως, ὁ δὲ μητρὸς ἀδελφὸς θεῖος ἢ μητράδελφος ἢ μήτρως ἢ νέννος· ἡ δὲ πατρὸς ἀδελφὴ θεία ἢ πατράδελφος, ἡ δὲ μητρὸς ἀδελφὴ θεία ἢ μητράδελφος ἢ τηθίς. ὁ δ᾽ ἀδελφοῦ ἢ ἀδελφῆς υἱὸς ἀδελφιδοῦς, καὶ ἡ ἀδελφοῦ ἢ ἀδελφῆς θυγάτηρ ἀδελφιδῆ. δελφο δ ο μν κ τατο πατρς μοπτριοι κα μοπτορες, ο δ κ τς ατς μητρς μομτριοι κα μομτορες· καὶ μογλακτας δ τοτους κα μογστορας κα μογαστρους νομαστον, κα μογνους κα μογνους.>> (Βλ. Julius Pollux Gramm., Onomasticon 3.22.1 – 3.23.3)

[18]  Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου  “Έργα και Ημέρες”» :

       Scholia in opera et dies  sch.327-335.1 ` to     Scholia in opera et dies  sch.327-335.24 <σον δ ς θ κτην> = διὰ τούτων καὶ τῶν ἑξῆς εἰρημένων στίχων ὀκτὼ τοῖς εἰρημένοις ἁμαρτήμασιν, οἷς ἔφατο δίκην ἀκολουθεῖν παρὰ τῶν θεῶν, ἄλλα συναριθμεῖ δι᾽ ἔργων ἁμαρτήματα ἀπὸ ἀνοσίου γινόμενα ζωῆς. τατα δ στιν κτην παριδεν, ες ξνους κακουργεν, δελφο διαφθερειν ενν, μαρτνειν περ ρφανος, βρζειν γονας γροντας. παντ γρ φησι τ τοιοτ Ζες <γαεται,> τουτστι μμφεται κα τιμωραν πγει. διαφερόντως δὲ τοῦ Διὸς ἐμνημόνευσεν, ἐπειδὴ πάσας εἰς τὸν θεὸν τοῦτον ἀνῆγον τὰς τοιαύτας προσηγορίας, κσιον τοτον καλοντες ς φορον τν κετν κα Ξνιον ς τν ξνων προσττην <κα> μγνιον ς τν συγγενν μλιστα φλακα κα τν πρς τος μογνους καθηκντων. οτω γρ κα τν ν ρφανίᾳ ζντων ατν λεγον Κηδεμνα, πατρα νομζοντες πντων κα ν οκ εσν νθρωποι πατρες κα βοηθν τν δικουμνων πατρων π τν παδων. γλματα γρ εσιν ο πατρες το πντων πατρς το Δις· οἱ δὲ εἰς τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν δυσσεβεῖς εἰς αὐτοὺς ἀναφέρουσι τοὺς θεούς, ὧν τὰ ἀγάλματα, τὴν δυσσέβειαν· ὥστε εἰκότως ἔφη τὸν Δία καὶ νεμεσᾶν τούτοις καὶ πᾶσιν ὁμοῦ τῶν ἀδίκων ἔργων, ἅπερ διηριθμήσατο, χαλεπὴν ἀποδιδόναι τὴν ἔκτι σιν. αὕτη γὰρ ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἀδικημάτων τιμωρία τις οὖσα τῆς ἀδικίας ἀκόλουθος.

       Scholia in opera et dies  sch.327a.1 ` to     Scholia in opera et dies  sch.327a.9  <σον δ ς θ κτην ς τε ξενον κακν ρξ>= ἶσον κακόν ἐστιν ὅστις τὸν αἰτοῦντα συγγνώμην καὶ ξένον ἀδίκως λυπήσῃ καὶ ὅστις τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ τῇ κοίτῃ ἐπιβῇ λαθραίως κατὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ νύμφης πορνικὰ πράττων, καὶ ὅστις ἐξ ἀνοίας ἁμαρτήσῃ εἰς ξένα τέκνα τινὸς ἀνθρώπου καὶ ὅστις τὸν πατέρα ἐν τῷ ἐσχάτῳ γήρᾳ ὄντα ἀτιμᾷ κακοῖς προσάπτων λόγοις· τούτων αὐτὸς ὁ Ζεὺς ἅγος καὶ μῖσος τιθεῖ ἐκ καθαρᾶς διανοίας.

[19]  Μειλισσμενος> = παρακαλν, πρανων. (Βλ Λεξικό Σούδα).

μειλίσσω

μειλίσσω (Α)

  • ευφραίνω, γλυκαίνω
  • φιλοξενώ κάποιον
  • καταπραΰνω, καθησυχάζω, εξιλεώνω («μειλίσσων αὔραν ἄλλοις ἄλλαν θνατῶν λαίφεσι χαίρειν», Ευρ.)
  • παρακαλώ
  • μτφ. (για ποταμό) καθιστώ καρποφόρα τη γη ποτίζοντάς την με τα νερά μου («λιπαροῑς χεύμασι γαίας…μειλίσσοντες οὖδας», Αισχύλ.)
  • (το μέσ.) μειλίσσομαι

α) γίνομαι πιο πράος, πιο ήσυχος, καταπραΰνομαι, καθησυχάζω

β) εξευμενίζω, εξιλεώνω

γ) μεταχειρίζομαι γλυκά και πραϋντικά λόγια, μιλώ με φιλικό τρόπο («μηδὲ τί μ’ αἰδόμενος μειλίσσεο μηδ’ ἐλεαίρων»,Ομ. Οδ.)

δ) δαμάζω, καταβάλλω, υποτάσσω

ε) επικαλούμαι κάποιον ενώπιον κάποιου.

[ΕΤΥΜΟΛ. < *μειλίχjω < μείλιχος].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[20]  Βλ. Απολλώνιος Ρόδιος «Αργοναυτικά, βιβλίο Γ’, στ. 985 – 1007» :

       Arg 3.985 ` to     Arg 3.1007 πρός σ᾽ αὐτῆς Ἑκάτης μειλίσσομαι ἠδὲ τοκήων καὶ Διός, ὃς ξείνοις ἱκέτῃσί τε χεῖρ᾽ ὑπερίσχει· ἀμφότερον δ᾽ ἱκέτης ξεῖνός τέ τοι ἐνθάδ᾽ ἱκάνω χρειοῖ ἀναγκαίῃ γουνούμενος, οὐ γὰρ ἄνευθεν ὑμείων στονόεντος ὑπέρτερος ἔσσομ᾽ ἀέθλου. σοὶ δ᾽ ἂν ἐγὼ τείσαιμι χάριν μετόπισθεν ἀρωγῆς ᾗ θέμις, ὡς ἐπέοικε διάνδιχα ναιετάοντας, οὔνομα καὶ καλὸν τεύχων κλέος· ὧς δὲ καὶ ὧλλοι ἥρωες κλῄσουσιν ἐς Ἑλλάδα νοστήσαντες, ἡρώων τ᾽ ἄλοχοι καὶ μητέρες, αἵ νύ που ἤδη ἡμέας ἠιόνεσσιν ἐφεζόμεναι γοάουσιν, τάων ἀργαλέας κεν ἀποσκεδάσειας ἀνίας. δή ποτε καὶ Θησῆα κακῶν ὑπελύσατ᾽ ἀέθλων παρθενικὴ Μινωὶς ἐυφρονέουσ᾽ Ἀριάδνη, ἥν ῥά τε Πασιφάη κούρη τέκεν Ἠελίοιο. ἀλλ᾽ ἡ μὲν καὶ νηός, ἐπεὶ χόλον εὔνασε Μίνως, σὺν τῷ ἐφεζομένη πάτρην λίπε· τὴν δὲ καὶ αὐτοί   ἀθάνατοι φίλαντο, μέσῳ δέ οἱ αἰθέρι τέκμωρ ἀστερόεις στέφανος, τόν τε κλείουσ᾽ Ἀριάδνης, πάννυχος οὐρανίοις ἐνελίσσεται εἰδώλοισιν· ὧς καὶ σοὶ θεόθεν χάρις ἔσσεται, εἴ κε σαώσεις τόσσον ἀριστήων ἀνδρῶν στόλον· ἦ γὰρ ἔοικας ἐκ μορφῆς ἀγανῇσιν ἐπητείῃσι κεκάσθαι.

[21]  ιύζω

ἰύζω (Α)

  1. φωνάζω δυνατά για να διώξω τα ζώα («οἱ δ’ ἰύζοντες ἕποντο», Ομ. Οδ.)
  2. κραυγάζω από λύπη ή πόνο («ἴυξεν ἀφωνήτῳ ἄχει», Πίνδ.)
  3. βουίζω.

[ΕΤΥΜΟΛ. Ρ. σχηματισμένο πιθ. από το επιφώνημα ἰύ, μολονότι θα μπορούσε να αποτελεί και υποχωρητικό παρ. τού ρ. ἰύζω. Η λ. μαρτυρείται άλλοτε με μακρό – και άλλοτε με βραχύ.

ΠΑΡ. ιυγή, ίυγμα, ιυγμός, ιυκτής].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

<Ἰΰζει> = βοᾷ. κράζει. ἀγροικικῇ τῇ φωνῇ φωνεῖ. πεποίηται δὲ τὸ ὄνομα ἀπὸ τοῦ ἰοῦ ἐπιῤῥήματος.  (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά).

<ἰυγή> = φωνή, κραυγή, βοή (Soph. Phil. 752). <ἰυγμόσ> = φωνή, κραυγή, βοή. <ἰΰζει> = κραυγάζει, βοᾷ. ποιῶς φωνεῖ.(Βλ. Λεξικό Ησύχιου). <Ἴυγγι> = φωνῇ, βοῇ, καὶ ἰΰζει τὴν βοὴν καὶ κραυγὴν ποιεῖ. λέγεται δὲ καὶ ΐυγξ σύριγξ μονοκάλαμος καὶ ὄρνεον ἐπαγωγὸν φίλτρων, καλούμενον σεισοπύγης. σημαίνει δὲ καὶ ᾠδήν· καὶ ἰϋγμὸς φωνὴ καὶ συριγμός. καὶ Ὅμηρος· οἱ δ᾽ ϊύζοντες ἕποντο, τουτ᾽ἔστι συρίζοντες· ἔστι δὲ πεποιημένη ἡ λέξις. (βλ. Etymologicum Gudianum  iota.285. 10-15). <Ἴϋγγι> = βοῇ, φωνῇ· καὶ <ἰΰζει> = βοᾷ, κραυγὴν ποιεῖ. <ἰϋγμὸσ> = φωνὴ, συριγμός. Ὅμηρος, οἱ δ᾽ ἰΰζοντος ἕποντο. Τουτέστι συρίζοντος. Ἔστι δὲ πεποιημένη ἡ λέξις. Καὶ <ἰΰζουσιν> = ἀγροικικῇ φωνῇ προφέρονται, φωνοῦσι. Πεποίηται δὲ τοὔνομα παρὰ τὸ ἰοὺ ἐπίρρημα. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό). <Ἰϋγμός> = βοή, φωνή.  <Ἰΰζει> = βοᾷ, κράζει. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

[22]  λτανα] = λιτανευτικ. (Scholia in Aeschylum  Supp.809.1).

[23]  <γαιοχε παγκρατς Ζε>] = πσης γς κρατν Ζε. (Scholia in Aeschylum  Supp.816.1). γαιοχος] = π τς γς χομενος τν γν χων. γαιοχος] = συνχων τν γν. γαιοχος] = τν γν χων.  (Scholia in Aeschylum  Th.310b.1 ` to     Scholia in Aeschylum  Th.310d.1). Γαιοχος] = πθετον Ποσειδνος, γουν τν γν συνχων· περιλαμβάνει γὰρ αὐτὴν ὁ Ὠκεανὸς …. ὁ ὀχῶν καὶ βαστάζων αὐτήν. Φασὶ γὰρ αὐτὴν ἐφ᾽ ὕδατος ἐστηρίχθαι· θεν ατς ννοσχθων κα ννοσγαιος λγεται, γουν κινν τν γν· (Scholia in Pindarum  O 1.39.1 ` to     Scholia in Pindarum  O 1.39.5)

[24]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 808 – 816 »:

       Supp 808 ` to     Supp 816  ἴυζε δ᾽ ὀμφάν, οὐράνια

μέλη λιτανὰ θεοῖσι καὶ

τέλεα δέ μοί πως πελόμενα [μοι],

λύσιμα † μάχιμα δ᾽· ἔπιδε, πάτερ,

βίαια μὴ φίλοις ὁρῶν

ὄμμασιν ἐνδίκως.

σεβίζου δ᾽ ἱκέτας σέθεν,

γαιάοχε παγκρατὲς Ζεῦ.

[25]   κοινοβωμία, ἡ (Α)

η κοινή λατρεία πολλών θεών στον ίδιο βωμό («πάντων δ’ άνάκτων τῶν δε κοινοβωμία σέβεσθε», Αισχύλ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + βωμός].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[26]  Λατρέψτε.

[27]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 222 – 225»:

        Supp 222 ` to     Supp 225  {Δα.}       πάντων δ᾽ ἀνάκτων τῶνδε κοινοβωμίαν

σέβεσθ᾽· ἐν ἁγνῷ δ᾽ ἑσμὸς ὡς πελειάδων

ἵζεσθε κίρκων τῶν ὁμοπτέρων φόβῳ,

ἐχθρῶν ὁμαίμων καὶ μιαινόντων γένος.

[28]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 347 »:

       Supp 347 ` to     Supp 347  {Χο.}       βαρύς γε μέντοι Ζηνὸς ἱκεσίου κότος.

[29]   κτον] = ὀργήν, φθορὰν λέγω τίκτει. (Scholia in Aeschylum  Ag.768c.1).

[30]   ικτήρ

ἱκτήρ, -ῆρος, ὁ (Α)

  • Ικέτης
  • φρ.«Ζεὺς ἱκτήρ»

Ζευς προστάτης τών ικετών.

[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἱκ- τών ρ. ἵκω, ἱκνοῦμαι + επίθημα -τηρ (πρβλ. λου-τήρ, μηνυ-τήρ)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

<κτρασ> = τοὺς ἱκετευτικούς. (Scholia in Sophoclem  OT.143.2).

<κτρεσ> = ἱκέτιδες. (Scholia in Sophoclem  OT.186.1.)

[31]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 478 – 479 »:

        Supp 478 ` to     Supp 479 ὅμως δ᾽ ἀνάγκη Ζηνὸς αἰδεῖσθαι κότον

ἱκτῆρος· ὕψιστος γὰρ ἐν βροτοῖς φόβος.

[32]  <γωνων θεν>] = στρογγλα γρ στι τ ερεα κα γωνας οκ χοντα. (Scholia in Aeschylum  Supp.189.1)

[33]  <κρεσσον> = κρεττον, βέλτιον, κλλιον. (Βλ. Λεξικό Ησίχιου).

[34]  λευκοστεφες] λευκος ροις στεμμνας. (Scholia in Aeschylum  Supp.191.1).

[35]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 186 – 192»:

       Supp 186 ` to     Supp 192  ἀλλ᾽ εἴτ᾽ ἀπήμων εἴτε καὶ τεθηγμένος

ὠμῇ ξὺν ὀργῇ τῶνδ᾽ ἐπόρνυται στόλος,

ἄμεινόν ἐστι παντὸς εἵνεκ᾽, ὦ κόραι,

πάγον προσίζειν τόνδ᾽ ἀγωνίων θεῶν.

κρεῖσσον δὲ πύργου βωμός, ἄρρηκτον σάκος.

ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα βᾶτε, καὶ λευκοστεφεῖς

ἱκτηρίας, ἀγάλματ᾽ αἰδοίου Διός,

[36]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 356»:

       Supp 356 ` to     Supp 356 εἴη δ᾽ ἄνατον πρᾶγμα τοῦτ᾽ στοξνων.

[37]  Διογενες] Διογενες τος θεος λγει, τι κ Δις τ γνος χουσι· πατὴρ γὰρ ἀνδρῶν καὶ θεῶν ὁ Ζεὺς ὀνομάζεται κοινῶς· ἰδίᾳ δὲ καὶ κατ ξοχν Διογενες θεο εσιν θην κα πλλων κα ρτεμις. (Scholia in Aeschylum  Th.301. 3 – 6).

[38]  ευκοινόμητις

εὐκοινόμητις, ὁ, ἡ (Α)

αυτός που σκέφτεται, που φροντίζει για το κοινό καλό ή που σκέφτεται από κοινού («προμαθὶς εὐκοινόμητιςἀρχά», Αισχύλ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + κοινός + μήτις «σκέψη, στοχασμός»].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[39]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 615 – 709»:

       Supp 615 ` to     Supp 709  τοιάνδ᾽ ἔπειθε ῥῆσιν ἀμφ᾽ ἡμῶν λέγων

ἄναξ Πελασγῶν, ἱκεσίου Ζηνὸς κότον

μέγαν προφωνῶν μή ποτ᾽ εἰσόπιν χρόνου

πόλιν παχῦναι, ξενικὸν ἀστικόν θ᾽ ἅμα

λέγων διπλοῦν μίασμα πρὸς πόλεως φανὲν

ἀμήχανον βόσκημα πημονῆς πέλειν.

τοιαῦτ᾽ ἀκούων χερσὶν Ἀργεῖος λεὼς

ἔκραν᾽ ἄνευ κλητῆρος ὣς εἶναι τάδε.

δημηγόρους δ᾽ ἤκουσεν εὐπιθεῖς στροφὰς

δῆμος Πελασγῶν· Ζεὺς δ᾽ ἐπέκρανεν τέλος.

{Χο.}       ἄγε δή, λέξωμεν ἐπ᾽ Ἀργείοις

εὐχὰς ἀγαθάς, ἀγαθῶν ποινάς.

Ζεὺς δ᾽ ἐφορεύοι ξένιος ξενίου

στόματος τιμὰς ἐπ᾽ ἀληθείᾳ,

τέρμον᾽ ἀμέμπτως πρὸς ἅπαντα·

νῦν ὅτε καὶ θεοὶ

Διογενεῖς κλύοιτ᾽ εὐκταῖα

γένει χεούσας·

μήποτε πυρίφατον

τάνδε Πελασγίαν [πόλιν]

τὸν ἄχορον βοᾶν

κτίσαι μάχλον Ἄρη,

τὸν ἀρότοις θερίζοντα

βροτοὺς ἐνάλλοις·

οὕνεκ᾽ ᾤκτισαν ἡμᾶς,

ψῆφον δ᾽ εὔφρον᾽ ἔθεντο,

αἰδοῦνται δ᾽ ἱκέτας Διός,

ποίμναν τάνδ᾽ ἀμέγαρτον·

οὐδὲ μετ᾽ ἀρσένων

ψῆφον ἔθεντ᾽ ἀτιμώ

σαντες ἔριν γυναικῶν,

Δῖον ἐπιδόμενοι

πράκτορ᾽, ἅτε σκοπόν,

δυσπολέμητον, ὃν

τίς ἂν δόμος ἔχοι

ἐπ᾽ ὀρόφων ἰαίνοντα;

βαρὺς δ᾽ ἐφίζει.

ἅζονται γὰρ ὁμαίμους

Ζηνὸς ἵκτορας ἁγνοῦ.

τοιγάρτοι καθαροῖσι βωμοῖς

θεοὺς ἀρέσονται.

τοιγὰρ ὑποσκίων

ἐκ στομάτων ποτάσθω

φιλότιμος εὐχά,

μήποτε λοιμὸς ἀνδρῶν

τάνδε πόλιν κενώσαι·

μηδ᾽ ἐπιχωρίοις <στάσις>

πτώμασιν αἱματίσαι πέδον γᾶς.

ἥβας δ᾽ ἄνθος ἄδρεπτον

ἔστω, μηδ᾽ Ἀφροδίτας

εὐνάτωρ βροτολοιγὸς Ἄρης

κέρσειεν ἄωτον.

καὶ γεραροῖσι πρεσβυτοδόκοι

γέμουσαι

θυμέλαι φλεγόντων.

τὼς πόλις εὖ νέμοιτο

Ζῆνα μέγαν σεβόντων,

τὸν ξένιον δ᾽ ὑπερτάτως,

ὃς πολιῷ νόμῳ αἶσαν ὀρθοῖ.

τίκτεσθαι δ᾽ ἐφόρους γᾶς

ἄλλους εὐχόμεθ᾽ αἰεί,

Ἄρτεμιν δ᾽ ἑκάταν γυναικῶν

λόχους ἐφορεύειν.

μηδέ τις ἀνδροκμὴς

λοιγὸς ἐπελθέτω

τάνδε πόλιν δαΐζων,

ἄχορον ἀκίθαριν

δακρυογόνον Ἄρη

βοάν τ᾽ ἔνδημον ἐξοπλίζων.

νούσων δ᾽ ἑσμὸς ἀπ᾽ ἀστῶν

ἵζοι κρατὸς ἀτερπής·

εὐμενὴς δ᾽ ὁ Λύκειος ἔστω

πάσᾳ νεολαίᾳ.

καρποτελῆ δέ τοι

Ζεὺς ἐπικραινέτω

φέρματι γᾶν πανώρῳ·

πρόνομα δὲ βότ᾽ ἀγροῖς

πολύγονα τελέθοι·

τὸ πᾶν τ᾽ ἐκ δαιμόνων λάχοιεν.

εὔφημον δ᾽ ἐπὶ βωμοῖς

μοῦσαν θείατ᾽ ἀοιδοί·

ἁγνῶν τ᾽ ἐκ στομάτων φερέσθω

φήμα φιλοφόρμιγξ.

φυλάσσοι τ᾽ ἀτρεμαῖα τιμὰς

τὸ δάμιον, τὸ πτόλιν κρατύνει,

προμαθὶς εὐκοινόμητις ἀρχά·

ξένοισί τ᾽ εὐξυμβόλους,

πρὶν ἐξοπλίζειν Ἄρη,

δίκας ἄτερ πημάτων διδοῖεν.

θεοὺς δ᾽, οἳ γᾶν ἔχουσιν, αἰεὶ

τίοιεν ἐγχωρίοις πατρῴαις

δαφνηφόροις βουθύτοισι τιμαῖς.

τ γρ τεκντων σβας          

τρτον τδ ν θεσμοις      

Δκας γγραπται μεγιστοτμου.

[40]  <νδημοσ> = Ὁ μὴ ἀποδημῶν· <ἐπίδημοσ> δὲ, ὁ ἐπιδημῶν ξένος. (Βλ. Μέγα ετυμολογικό Λεξικό)

[41]  Το εμπόριο δηλ. είναι τρανταχτή απόδειξη της χαίρε βάθος αμέτρητο αδικίας που χαρακτηρίζει το σιδηρούν γένους.

[42]  Βλ. Ησίοδος «Έργα & Ημέρες, στ. 225 – 237» :

       Op 225 ` to     Op 237 οἳ δὲ δίκας ξείνοισι καὶ ἐνδήμοισι διδοῦσιν

ἰθείας καὶ μή τι παρεκβαίνουσι δικαίου,

τοῖσι τέθηλε πόλις, λαοὶ δ᾽ ἀνθεῦσιν ἐν αὐτῇ·

εἰρήνη δ᾽ ἀνὰ γῆν κουροτρόφος, οὐδέ ποτ᾽ αὐτοῖς

ἀργαλέον πόλεμον τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς·

οὐδέ ποτ᾽ ἰθυδίκῃσι μετ᾽ ἀνδράσι λιμὸς ὀπηδεῖ

οὐδ᾽ ἄτη, θαλίῃς δὲ μεμηλότα ἔργα νέμονται.

τοῖσι φέρει μὲν γαῖα πολὺν βίον, οὔρεσι δὲ δρῦς

ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας·

εἰροπόκοι δ᾽ ὄιες μαλλοῖς καταβεβρίθασι·

τίκτουσιν δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσι·

θάλλουσιν δ᾽ ἀγαθοῖσι διαμπερές· οὐδ᾽ ἐπὶ νηῶν

νίσονται, καρπὸν δὲ φέρει ζείδωρος ἄρουρα.

[43]  Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα εις τα Ησιόδου  “Έργα και Ημέρες”» :

       Scholia in opera et dies  sch.232-237.1 ` to     Scholia in opera et dies  sch.232-237.15  <τοσι φρει μν γαα> = τοῖς θεοφιλέσιν· οὗτοι δέ εἰσιν οἱ κατὰ δίκην ζῶντες, οἷς καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ παντός φησιν ἐπακολουθεῖν προτρέπων εἰς εὐζωΐαν, τῷ τὴν γῆν φέρειν τούτοις καρποὺς ἱκανούς— <βίον> γὰρ τούτους καλεῖ πρὸς διατροφὴν ὄντας ἐπιτηδείους—, τῷ τὰς δρῦς ἔν τε τοῖς ἄκροις γεννᾶν βαλάνους καὶ ἐν τοῖς μέσοις αὐτῶν κατὰ τὰ ἔγκοιλα μελίσσας ἐκτρέφειν—εἰώθεσαν γὰρ ἐν ἐκείνοις τὴν τῶν μελισσῶν ἐργάζεσθαι τιθασσείαν οἱ μελισσουργοί—, τῷ τὰς οἶς σκέπην παρέχειν τοῖς εἰρίοις οἷς [ἐκφέρουσιν ἢ] ἐκφύουσι, τῷ τὰς γυναῖκας ὅμοια τίκτειν τοῖς ἀνδράσι σωφρονούσας—καὶ γὰρ τὰ πολλὰ τῶν ἀμβλωθριδίων καὶ τῶν τεράτων ἐξ ἀκρασίας γίνονται καὶ πλησμονῆς—· ἕπεται δὲ τούτοις μηδὲ δεῖσθαι πλούτου καὶ ἐμπορίας καὶ πλοίων, ἀρκούντων τῶν ἐκ τῆς χώρας γινομένων εἰς διατροφὴν τοῖς σωφρονοῦσιν.


 

One comment on “Ύβρις προς ικέτες & ορφανά

  1. […] τους κοίταξε. Ο Βασιλιάς έπαιρνε κριθάρι[1] και όσπρια[2] και τα μοίραζε στους κατοίκους. Άρχισε από τους […]

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.