Περί μύθων (γενικά)


Όπως μας λέγει ο Πρόκλος, στο «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 21.1 – 23.12»: 

«ο Πλάτων δεν αποδέχτηκε ολόκληρη τη δραματουργία των μυθικών δημιουργημάτων, αλλά όποιο μέρος της «έχει σαν στόχο το ωραίο και το αγαθό», όπως λέγει στην «Πολιτεία, 462.a», και δεν είναι ασύμφωνο με τη θεία υπόσταση. Γιατί ο τρόπος της μυθολογίας είναι αρχαίος και, δηλώνοντας με υπονοούμενα τα θεία και απλώνοντας πολλά παραπετάσματα μπροστά από την αλήθεια και απεικονίζοντας τη φύση, η οποία προβάλλει τα αισθητά δημιουργήματα των νοητών και τα υλικά των άυλων και τα διαιρετά των αδιαιρέτων, κατασκευάζει είδωλα των αληθινών όντων και ψεύτικα όντα. Επειδή βέβαια οι παλαιοί ποιητές θεωρούσαν καλό να ανασυνθέτουν πιο τραγικά τις μυστικές γνώσεις για τους θεούς και για αυτό δημιούργησαν απάτες των θεών, ακρωτηριάσεις, πολέμους, αλληλοσπαραγμούς, αρπαγές, μοιχείες και πολλά άλλα τέτοια σύμβολα της κρυμμένης σε αυτά αλήθειας για τα θεία, ο Πλάτων αποποιείται αυτόν τον τρόπο της μυθολογίας και υποστηρίζει, πολύ σωστά όπως έχουμε εξηγήσει, ότι είναι εντελώς ακατάλληλος για την εκπαίδευση των νέων, ενώ συμβουλεύει η δημιουργία των διηγήσεων για τους θεούς με την μορφή μύθου να γίνεται με έναν τρόπο πιο ταιριαστό στην αλήθεια και πιο οικείο στην φιλοσοφική έξη. Αυτές οι διηγήσεις θα πρέπει να θεωρούν και να δεικνύουν πασιφανώς ότι το θείο είναι υπαίτιο όλων των αγαθών και κανενός κακού, ότι δεν μετέχει σε καμία μεταβολή διατηρώντας πάντοτε αμετάβλητη τη δική του σειρά, και ότι, έχοντας συμπεριλάβει εκ των προτέρων εντός του την πηγή της αλήθειας, δεν θα γίνεται αίτιο καμίας απάτης για τα άλλα. Τέτοια λοιπόν πρότυπα για την θεολογία ο Σωκράτης στην «Πολιτεία» υπέδειξε. Όλοι λοιπόν οι μύθοι του Σωκράτη στην πλατωνική «Πολιτεία» διαφυλάσσουν την αλήθεια απόρρητη, χωρίς όμως να έχουν την εξωτερική μορφή τους ασύμφωνη από την αδίδακτη και αδιάφθορη προ-αντίληψη [γνώση με μορφή μνήμης], η οποία υπάρχει εκ φύσεως μέσα μας, αλλά μεταφέρουν μια εικόνα της συγκρότησης του Κόσμου, στην οποία και το φαινόμενο κάλος [ορατή ομορφιά] είναι ταιριαστό με τον θεό και η ποιο θεϊκή από αυτήν έχει εδραιωθεί μέσα στις αφανείς ζωές και δυνάμεις των θεών. Ένας τρόπος, λοιπόν, είναι αυτός με τον οποίο τους μύθους τους σχετικούς με τα θεία πράγματα «ἐκ τοῦ φαινομένου παρανόμου καὶ ἀλογίστου καὶ ἀτάκτου» τους οδήγησε στην τάξη, τον κανόνα και την σύνθεση που στοχεύει στο καλό (ωραίο) και στο αγαθό. Ένας άλλος τρόπος είναι αυτός τον οποίο μας παραδίδει στον «Φαίδρο», ζητώντας να διατηρούμε παντού απρόσμικτη τη μυθολογία των θεών από τις φυσικές ερμηνείες και πουθενά να μην ανακατεύουμε ούτε να διασταυρώνουμε την Θεολογία και τη φυσική θεωρία. Γιατί, καθώς το θείο «ἐξῄρηται τῆς ὅλης φύσεως» [στέκεται πάνω από το σύνολο της φύσεως], έτσι βέβαια και οι περί θεών λόγοι πρέπει να είναι εντελώς απρόσμικτοι από τη μελέτη της φύσεως. Γιατί αυτό, λέει, είναι «ἐπίπονον καὶ οὐ πάνυ, φησίν, ἀνδρὸς ἀγαθοῦ»[1], το να αποτελούν σκοπό του νοήματος των μύθων τα φυσικά φαινόμενα , και τη Χίμαιρα, για παράδειγμα, και τη Γοργόνα και καθένα από αυτά με τη βοήθεια της σοφίας να το ταυτίσουμε με τα φυσικά πλάσματα. Γιατί αυτά ο Σωκράτης τα έχει πει κατηγορώντας όσους υποστηρίζουν ότι η Ωρείθυια λέγεται με τη μορφή μύθου ότι έχει αρπαχτεί από τον Βορέα, επειδή την ερωτεύτηκε, αν και ήταν θνητή, γιατί, καθώς έπαιζε, παρασύρθηκε και έπεσε πάνω στα βράχια από έναν βόρειο άνεμο. Γιατί πρέπει οι μύθοι γύρω από τους θεούς να έχουν πάντοτε πιο σοβαρά από τα φαινόμενα τα κρυφά νοήματα τους. Επομένως, αν κάποιοι και από τους πλατωνικούς μύθους μας θέτουν θέματα φυσικά ή θέματα που περιστρέφονται γύρω από τα εδώ εγκόσμια, θα ισχυριστούμε ότι και αυτοί εντελώς απομακρύνονται από τη φιλοσοφική σκέψη και ότι μόνο εκείνοι οι λόγοι είναι ερμηνευτές της αλήθειας που υπάρχει εντός των μύθων, όσοι στοχεύουν στην θεία, άυλη και χωριστή υπόσταση και κοιτάζοντας προς αυτήν κάνουν τις συνθέσεις και τις αναλύσεις των μύθων κατά τρόπο ταιριαστό με τις προλήψεις που υπάρχουν μέσα μας για τα θεία

Μάλιστα ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Ε’, 1024.39 – 1025.37», λέει ότι : «όπως η κάθοδος μας έχει γίνει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια, καθώς η ψυχή προχωρά από τις απλούστερες ενέργειες στις πιο σύνθετες, έτσι και η άνοδος θα γίνει μέσα από πολλά ενδιάμεσα στάδια, καθώς η ψυχή αναλύει τον διάκοσμο της ζωής που συνέθεσε. Κατά αυτή την έννοια λέει ότι πρέπει πρώτα να καταδικάσουμε τις αισθήσεις «ὡς οὐδὲν ἀκριβὲς οὐδὲ ὑγιὲς γιγνώσκειν δυναμένων», αλλά έχουν μεγάλη σύγχυση, υλικότητα και παθητικότητα, επειδή χρησιμοποιούν κάποια τέτοια όργανα. Έπειτα πρέπει να αφαιρέσουμε τις φαντασίες, τις Στυμφαλίδες όρνιθες που πετούν μέσα μας, στον βαθμό που νοούν πράγματα «κακὰ μορφωτικὰ καὶ ἐσχηματισμένα» και δεν μπορούν να συλλάβουν καθόλου το «ἀσχημάτιστον καὶ ἀμερὲς εἶδος», αλλά παρεμποδίζουν την καθαρή και άυλη νόηση της ψυχής με το να παρεμβάλλονται και να της δημιουργούν θόρυβο (ενοχλήσεις) κατά τις αναζητήσεις της. Τρίτον μετά από τα παραπάνω, να αποκόψουμε τις πολύμορφες γνώμες και την περιπλάνηση των ψυχών γύρω από αυτές. Γιατί δεν προσεγγίζουν την αιτία και δεν προκαλούν μέσα μας την επιστήμη και τη μετουσία στον χωριστό (υπερβατικό) νου. Τέταρτον, τέλος, αφού αναχθούμε στο πέλαγος των επιστήμων, εκεί μέσω της διαλεκτικής να θεωρήσουμε (παρατηρήσουμε) τις διαιρέσεις και τις συνθέσεις τους και γενικά την ποικιλία των εν ημίν Ειδών. Τότε η διάνοιά μας (η μεταβατική νόησή μας) αφού μέσω της θεωρήσεως (παρατηρήσεως) εξυφάνει τον εαυτής διάκοσμο, θα δει ότι πρέπει να απομακρυνθεί από αυτή την σύνθεση και να προσεγγίσει πλέον νοητικά (με τον τρόπο του νου) τα όντως Όντα. Γιατί ο νους είναι ανώτερος από την επιστήμη, και η κατά νου ζωή της προτιμότερη της κατ’ επιστήμη ζωής. Είναι, λοιπόν πολλές οι περιπλανήσεις και οι περιδινήσεις της ψυχής. Γιατί άλλη είναι αυτή στο επίπεδο της φαντασίας, άλλη πριν από αυτήν στο επίπεδο της γνώμης, άλλη στο επίπεδο της ίδιας της μεταβατικής νόησης. Μόνο η ζωή που στηρίζεται στον νου είναι απλανής και αυτό είναι το μυστικό λιμάνι της ψυχής, στο οποίο η ποίηση οδηγεί τον Οδυσσέα μετά την μεγάλη περιπλάνηση της ζωής και εμείς περισσότερο θα οδηγήσουμε τους εαυτούς μας, αν βεβαίως θέλουμε να σωθούμε

Αυτά για τους φιλοσοφικούς & θεολογικούς μύθους, Πλατωνικούς και μη.

Πέραν τούτων όμως Ιουλιανός, στο «Προς Ηράκλειον κυνικόν, 12.9», μας λέγει πως :

«Διότι εκείνο που μας ανοίγει το δρόμο προς την αλήθεια είναι ακριβώς το απίθανο στοιχείο που υπάρχει στους μύθους. Όσο δηλαδή πιο παράδοξος κι απίστευτος είναι ο μύθος, τόσο περισσότερο δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι λέει, αλλά να ερευνήσουμε όσα υπονοεί, και δεν σταματάμε μέχρις ότου, με την καθοδήγηση των θεών φωτιστούμε ή μάλλον τελειοποιήσουμε τον νου μας, χωρίς να ξεχνάμε πως υπάρχει μέσα μας κάτι ανώτερο από τον νου, ένα μικρό κομμάτι δηλαδή από το Ένα και το Αγαθό, που κατέχει αδιαίρετα το Παν, το πλήρωμα, θα λέγαμε της ψυχής, μέσα στο οποίο η αφηρημένη παρουσία του Ενός και του Αγαθού περικλείει ολόκληρη την ψυχή.  Αλλά δεν ξέρω τι μου ήρθε και παρασύρθηκα σε τέτοιες Διονυσιακές εξάρσεις, «και θα σφραγίσω το στόμα μου» επειδή δεν πρέπει να λέμε τίποτα για τα άρρητα. Για τα οποία όμως εύχομαι οι θεοί να μου δώσουν το προνόμιο, όπως και στους περισσότερους από εσάς που είστε ακόμα αμύητοι.»

Ὁ δε Σαλλούστιος, στο «Περί Θεών και Κόσμου, 3.1.1. – 4.5.10», διακρίνει τους Μύθους ως εξής :

«ς’. Περί μύθων. Ότι και οι μύθοι είναι θείοι.
ζ’. Γιατί οι μύθοι είναι θείοι.
η’. Ότι υπάρχουν πέντε είδη μύθων∙ και παραδείγματα για το καθένα.

(ς’) Το γιατί λοιπόν οι αρχαίοι αγνόησαν τελικά τους λόγους των διδασκαλιών και επινόησαν τους μύθους αξίζει να το μελετήσουμε. Και ήδη, το πρώτο όφελος που αποκομίζουμε από τους μύθους είναι η αναζήτηση αυτή, καθώς και το ότι ενεργοποιείται η σκέψη μας.
Έτσι λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι μύθοι είναι θείοι, αν σκεφτούμε ποιοι τους χρησιμοποίησαν: οι κατεξοχήν θεόληπτοι ανάμεσα στους ποιητές και οι σπουδαιότεροι ανάμεσα στους φιλοσόφους, εκείνοι που δίδαξαν τις τελετές και οι ίδιοι οι Θεοί, καθώς στους χρησμούς τους οι θεοί χρησιμοποίησαν μύθους.

(ζ’) Το γιατί, όμως, οι μύθοι είναι θείοι, η φιλοσοφία πρέπει να το αναζητήσει.
Καθώς πάντα τα Όντα χαίρονται για κάτι που τους ομοιάζει και αποστρέφονται το ανόμοιο, πρέπει και οι λόγοι των διδασκαλιών σχετικά με τους Θεούς να ομοιάζουν προς αυτούς για να είναι αντάξιοι της ουσίας τους και να εξασφαλίζουν την ευμένειά τους απέναντι σ’ αυτούς που παρέχουν τους σχετικούς λόγους. Αυτά θα μπορούσαν να γίνουν μόνον μέσω των Μύθων.
Σχετικώς δε με τους Θεούς αυτούς καθ’ εαυτούς, οι μύθοι τους παριστάνουν συμφώνως προς το ρητόν και άρρητον, το αφανές και το φανερόν, το σαφές και το κρυπτόμενον∙ αναπαριστούν ομοίως την αγαθότητα των Θεών, διότι εκείνοι μεταδίδουν προς όλους τα αγαθά τα οποία προέρχονται εκ των αισθητών, ενώ τις Νοητές Αλήθειες μόνον στους έμφρονες. Ομοίως, και οι μύθοι λέγουν προς όλους ότι οι Θεοί ΕΙΝΑΙ, αλλά ποιοι είναι αυτοί (δηλ. η ‘φύση’ τους) και ποιες οι ιδιότητές τους μόνον στους ικανούς να τα γνωρίσουν.
Αλλά και τις ενέργειες των Θεών αναπαριστούν οι μύθοι∙ μπορούμε να θεωρήσουμε και τον Κόσμο ως έναν μύθο διότι τα μεν σώματα και πράγματα είναι εμφανή σ’ αυτόν, ενώ οι Ψυχές και οι Νόες αποκρύπτονται.
Επομένως, το να θελήσει να διδάξει κανείς προς όλους την Αλήθεια περί των Θεών, θα προκαλέσει στους μεν ανόητους την καταφρόνηση λόγω της αδυναμίας τους να κατανοήσουν, στους δε μορφωμένους την αδιαφορία. Δια της συγκαλύψεως αντιθέτως της Αλήθειας μέσω μύθων δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε την καταφρόνηση στους μεν και προτρέπουμε τους δε στην Φιλοσοφία.
Γιατί, όμως, διηγούνται στους Μύθους μοιχείες, κλοπές και δεσμά για τους πατέρες και άλλα τέτοια άτοπα; Ή μήπως και τούτο είναι άξιον θαυμασμού, αφού λόγω της φαινομενικής παραδοξολογίας η Ψυχή αντιλαμβάνεται τις αφηγήσεις αυτές ως πέπλα και την Αλήθεια ως άρρητον;

(η’) Από τους μύθους, οι μεν είναι θεολογικοί, οι δε φυσικοί, οι δε ψυχικοί, οι δε υλικοί, καθώς και οι εξ’ αυτών μεικτοί.
Θεολογικοί είναι εκείνοι οι οποίοι, δεν αναφέρονται εις τίποτε το σωματικό, αλλά θεωρούν αυτές καθαυτές τις ουσίες των Θεών. Τέτοιος μύθος είναι η καταπόσεις από τον Κρόνο των παιδιών του. Επειδή ο Θεός είναι Νοερός και κάθε Νους επιστρέφει στον εαυτόν του, επομένως την ουσία του Θεού υπαινίσσεται ο μύθος.
Φυσικούς, μπορούμε να θεωρήσουμε τους μύθους όταν γίνεται λόγος για τις ενέργειες των Θεών στον Κόσμο. Έτσι, κάποιοι νόμισαν τον Κρόνο ως Χρόνο, και αποκαλώντας «παιδιά του Όλου» τα μέρη του χρόνου, λέγουν ότι καταβροχθίστηκαν από τον πατέρα τους.
Το είδος των ψυχικών μύθων αποβλέπει στην εξέταση των ενεργειών αυτής της ίδιας της Ψυχής, γιατί ακριβώς οι Νοήσεις των Ψυχών μας, ακόμη κι όταν εκπέμπονται προς τους άλλους ανθρώπους, παραμένουν στους γεννήτορές τους.
Υλικοί τέλος και τελευταίοι είναι οι μύθοι εκείνοι, τους οποίους οι Αιγύπτιοι χρησιμοποίησαν λόγω απαιδευσίας, θεωρώντας τα ίδια σώματα ως Θεούς και καλέσαντες την μεν Ίσιδα γη, τον Όσιρι υγρασία, θερμότητα τον Τυφώνα, ή ύδωρ τον Κρόνον, τους καρπούς Άδωνι, και τον οίνο Διόνυσο. Το να πούμε ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι αφιερωμένα στους Θεούς όπως τα φυτά, οι λίθοι, και τα ζώα είναι γνώμη σωφρόνων ανθρώπων, αλλά να τα καλούμε Θεούς αυτό είναι έργον παραφρόνων ανθρώπων. Εκτός αν λαμβάνεται τούτο με την έννοια ότι τόσον η σφαίρα του Ηλίου, όσον και η εξ’ αυτής εκπεμπόμενη ακτίνα, λαμβάνουν συνήθως το όνομα του Ηλίου.
Όσο για το είδος των μεικτών μύθων, μπορούμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα. Μεταξύ άλλων λέγεται ότι κατά το Συμπόσιο των Θεών η Έρις έρριψε το Χρυσό Μήλο προκαλώντας φιλονεικία μεταξύ των Θεαινών. Γι’ αυτό και παραπέμφθηκαν από τον Δία στον Πάρι για να τις κρίνει. Η Αφροδίτη του φάνηκε ωραιότερη και της προσέφερε το Μήλον.
Εδώ, το Συμπόσιο συμβολίζει τις Υπερκόσμιες Δυνάμεις των Θεών και γι’ αυτό παρουσιάζονται συγκεντρωμένοι. Το Χρυσό Μήλο είναι ο Κόσμος ο οποίος γίνεται (δημιουργείται) εκ των αντιθέτων, και καλώς λέγεται ότι ρίπτεται από την Έριδα. Οι άλλοι Θεοί προσφέροντας άλλα χαρίσματα στον Κόσμο, φαίνεται να φιλονεικούν για το Μήλο. Η Ψυχή που ζει συμφώνως προς τις αισθήσεις – και αυτή είναι ο Πάρις – καθώς δεν βλέπει τις υπόλοιπες δυνάμεις στον Κόσμο, παρά μόνον το κάλλος, λέγει ότι το Μήλον είναι της Αφροδίτης.
Εκ των μύθων λοιπόν, οι μεν θεολογικοί αρμόζουν στους φιλοσόφους, οι δε φυσικοί και ψυχικοί στους ποιητές, οι δε μεικτοί στις τελετές, επειδή κάθε τελετή αποσκοπεί να μας συνδέσει με τον Κόσμο και τους Θεούς.
Αν χρειασθεί να αναφέρουμε άλλον έναν μύθο, λέγεται ότι η Μητέρα των Θεών είδε τον Άττιν ξαπλωμένο στην όχθη του Γάλλου ποταμού, τον ερωτεύτηκε, και αφού έλαβε το αστερωτό κάλυμμα της κεφαλής της το έθεσε σ’ αυτόν, και έτσι τον είχε μαζί της τον υπόλοιπο χρόνο. Εκείνος όμως, αφού ερωτεύτηκε μια Νύμφη εγκατέλειψε την Μητέρα των Θεών για να ζήσει με την Νύμφη. Γι’ αυτό η Μητέρα των Θεών κατέστησε παράφρονα τον Άττιν, ο οποίος αφού απέκοψε τα γόνιμα μέλη του τα άφησε στην Νύμφη, και αφού ανήλθε πάλι στον Ουρανό εξακολούθησε να συνοικεί με την Μητέρα των Θεών.
Λοιπόν, η Μητέρα των Θεών είναι Θεά Ζωογόνος και γι’ αυτό καλείται Μητέρα. Ο Άττις είναι ο Δημιουργός των γινομένων και φθειρομένων, και γι’ αυτό λέγεται ότι βρέθηκε στον Γάλλο ποταμόν, διότι ο Γάλλος υπαινίσσεται τον κύκλο του Γαλαξία απ’ όπου προέρχεται το σώμα το υποκείμενο στα πάθη. Επειδή οι Πρώτοι Θεοί τελειοποιούν τους Δεύτερους η Μητέρα ερωτεύεται τον Άττιν, και του δίδει τις Ουράνιες Δυνάμεις, που είναι το κάλυμμα της κεφαλής.
Όμως ο Άττις ερωτεύεται την Νύμφη. Οι Νύμφες είναι εκείνες που επιστατούν την γένεση διότι παν το γινόμενον ρέει. Επειδή, όμως, έπρεπε να ανασταλεί η γένεση για να μην δημιουργηθεί από τα έσχατα κάτι το χειρότερο, ο Δημιουργός αυτών αφήνει τις γόνιμες δυνάμεις στην γένεση για να συναφθεί πάλι με τους Θεούς. Τα «γεγονότα» αυτά δεν έγιναν κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο, αλλά συμβαίνουν συνεχώς. Ο Νους βλέπει τα πάντα ταυτοχρόνως, ενώ ο Λόγος λέγει τα μεν κατ’ αρχάς και έπειτα τα δε.
Έτσι, αφού ο μύθος βρίσκεται σε στενή συνάρτηση με τον Κόσμο και εμείς μιμούμαστε τον Κόσμο – διότι πώς θα μπορούσαμε να βρούμε καλύτερη τάξη; −, στις παρακάτω τελετές ουσιαστικά οργανώνουμε μια γιορτή: Καταρχάς, αφού και εμείς έχουμε πέσει απ’ τον ουρανό και ζούμε με την Νύμφη, παραμένουμε σκυθρωποί και απέχουμε από το ψωμί και από κάθε άλλη λιπαρή και ακάθαρτη τροφή, επειδή και τα δύο είναι ενάντια στην ψυχή. Επίσης, ο ακρωτηριασμός ενός δέντρου και η νηστεία απεικονίζουν την απομάκρυνσή μας από την περαιτέρω πρόοδο της γένεσης. Έπειτα, η τροφή του γάλακτος αναπαριστάνει την αναγέννησή μας. Τέλος, αυτές είναι εκδηλώσεις χαράς, στέφανοι, και, θα ‘λεγε κανείς, επάνοδος προς τους Θεούς.
Η ερμηνεία αυτή αποδεικνύεται και από την εποχή, κατά την οποία τελούνται τα δρώμενα αυτά. Τα δρώμενα γίνονται πράγματι κατά την άνοιξη και την ισημερία, όταν παύει να γεννά ό,τι γεννά και η μέρα γίνεται μεγαλύτερη από την νύχτα, πράγμα που παραπέμπει στην αναγέννηση των ψυχών. Και κατά την άλλη ισημερία τοποθετεί ο μύθος την αρπαγή της Κόρης, η οποία συμβολίζει την κάθοδο των ψυχών.
Απέναντι λοιπόν σε εμάς, που είπαμε τόσα σχετικά με τους μύθους, ας διάκεινται ευνοϊκά οι Θεοί, καθώς και οι ψυχές εκείνων που έγραψαν τους μύθους

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα λεγόμενα, τόσο του Ιουλιανού όσο και του Σαλούτιου κατανοούμε ότι το πραγματικό νόημα των μύθων δεν έχει καμία μα καμία σχέση με τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες που θέλουν τους μύθους των Ελλήνων να είναι απλά και μόνον πραγματικά ιστορικά γεγονότα μιας κάποιας αρχαίας εποχής, αλλά αντιθέτως το νόημα και ο λόγος των μύθων είναι και οντολογικής υφής, αφενός, και άχρονος, αφετέρου, ως υπόδειγμα οντολογικού περιεχομένου κοσμικών διαστάσεων.

Δηλαδή οι ελληνικοί αρχαίοι μύθοι περιγράφουν οντολογικά γεγονότα σε Κοσμικό  επίπεδο και πως αυτά εκφράζονται σε ανθρώπινο επίπεδο.


Συγγραφέας κειμένου : Κεφάλας Ευστάθιος [4/12/2009, ΕΛΛΑΣ]

————————————————————————————————————————–

Πηγές

Πρόκλος

  • «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, τόμος Α’, 21.1 – 23.12» :

       Theol Plat 1.21.3 ` to     Theol Plat 1.23.11  νῦν δὲ λέγωμεν ὅτι καὶ τῶν μυθικῶν πλασμάτων οὐ πᾶσαν ὁ Πλάτων εἰσεδέξατο τὴν δραματουργίαν ἀλλ᾽ ὅσον αὐτῆς τοῦ καλοῦ <στοχάζεται> καὶ <τοῦ ἀγαθοῦ> καὶ πρὸς τὴν θείαν ὑπόστασίν ἐστιν οὐκ ἀνάρμοστον. Ἔστι μὲν γὰρ ὁ τῆς μυθολογίας τρόπος ἀρχαῖος, δι᾽ ὑπονοιῶν τὰ θεῖα μηνύων καὶ πολλὰ παραπετάσματα τῆς ἀληθείας προβεβλημένος καὶ τὴν φύσιν ἀπεικονιζόμενος, ἣ τῶν νοητῶν αἰσθητὰ καὶ τῶν ἀύλων ἔνυλα καὶ τῶν ἀμερίστων μεριστὰ προτείνει πλάσματα, καὶ τῶν ἀληθινῶν εἴδωλα καὶ ψευδῶς ὄντα κατασκευάζει. Τῶν δέ γε παλαιῶν ποιητῶν τραγικώτερον συντιθέναι τὰς περὶ τῶν θεῶν ἀπορρήτους θεολογίας ἀξιούντων καὶ διὰ τοῦτο πλάνας θεῶν καὶ τομὰς καὶ πολέμους καὶ σπαραγμοὺς καὶ ἁρπαγὰς καὶ μοιχείας καὶ πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα σύμβολα ποιουμένων τῆς ἀποκεκρυμμένης παρ᾽ αὐτοῖς περὶ τῶν θείων ἀληθείας, τὸν μὲν τοιοῦτον τρόπον τῆς μυθολογίας ὁ Πλάτων ἀποσκευάζεται καὶ πρὸς παιδείαν εἶναί φησι παντελῶς ἀλλοτριώτατον, πιθανώτερον δὲ καὶ πρὸς ἀλήθειαν καὶ φιλόσοφον ἕξιν οἰκειότερον πλάττειν παρακελεύεται τοὺς περὶ θεῶν λόγους ἐν μύθων σχήμασι, πάντων μὲν ἀγαθῶν τὸ θεῖον αἰτιωμένους κακοῦ δὲ οὐδενός, μεταβολῆς μὲν ἁπάσης ἄμοιρον ἀεὶ δὲ τὴν ἑαυτοῦ τάξιν ἄτρεπτον διαφυλάττον καὶ τῆς μὲν ἀληθείας ἐν ἑαυτῷ τὴν πηγὴν προειληφὸς ἀπάτης δὲ οὐδεμιᾶς ἄλλοις αἴτιον γινόμενον· τοιούτους γὰρ ἡμῖν θεολογίας τύπους ὁ ἐν Πολιτείᾳ Σωκράτης ὑφηγήσατο. Πάντες τοίνυν οἱ τοῦ  Πλάτωνος μῦθοι τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀπορρήτῳ φρουροῦντες οὐδὲ τὴν ἐκτὸς προφαινομένην διασκευὴν ἀπᾴδουσαν ἔχουσι τῆς περὶ θεῶν ἀδιδάκτου καὶ ἀδιαστρόφου κατὰ φύσιν ἐν ἡμῖν προλήψεως, ἀλλ᾽ [ὅτι] εἰκόνα φέρουσι <τῆς> κοσμικῆς συστάσεως, ἐν ᾗ καὶ τὸ φαινόμενον κάλλος θεοπρεπές ἐστι καὶ <τὸ> τούτου θειότερον ἐν ταῖς ἀφανέσιν ἵδρυται ζωαῖς καὶ δυνάμεσι τῶν θεῶν.       Ἕνα μὲν οὖν τοῦτον τὸν τρόπον τοὺς περὶ τῶν θείων πραγμάτων μύθους ἐκ τοῦ φαινομένου παρανόμου καὶ ἀλογίστου καὶ ἀτάκτου μετήγαγεν εἰς τάξιν καὶ ὅρον καὶ τὴν τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ στοχαζομένην σύνθεσιν· ἕτερον δὲ ὃν ἐν Φαίδρῳ παραδίδωσιν, ἄμικτον ἀξιῶν φυλάττειν τὴν θεομυθίαν πανταχοῦ πρὸς τὰς φυσικὰς ἀποδόσεις καὶ μηδαμοῦ συμφύρειν μηδὲ ἐπαλλάττειν θεολογίαν καὶ φυσικὴν θεωρίαν. Ὡς γὰρ αὐτὸ τὸ θεῖον ἐξῄρηται τῆς ὅλης φύσεως, οὕτω δήπου καὶ τοὺς περὶ θεῶν λόγους καθαρεύειν πάντῃ προσήκει τῆς περὶ τὴν φύσιν πραγματείας· τὸ γὰρ τοιοῦτον <ἐπίπονον καὶ οὐ πάνυ>, φησίν, <ἀνδρὸς ἀγαθοῦ>, τέλος ποιεῖσθαι τῆς τῶν μύθων ὑπονοίας τὰ φυσικὰ παθήματα, καὶ τήν τε <Χίμαιραν>, εἰ τύχοι, καὶ τὴν <Γοργόνα> καὶ τῶν τοιούτων ἕκαστον ὑπὸ <σοφίασ> εἰς ταὐτὸν ἄγειν φυσικοῖς πλάσμασιν. Ταῦτα γὰρ δὴ καὶ ὁ Σωκράτης ἐν ἐκείνοις αἰτιώμενος πεποίηται τοὺς τὴν Ὠρείθυιαν παίζουσαν ὑπὸ τοῦ πνεύματος βορέου κατὰ τῶν πετρῶν ὠσθεῖσαν ἐν μύθου σχήματι λέγοντας ὑπὸ τοῦ Βορέου δι᾽ ἔρωτα θνητὴν οὖσαν ἡρπάσθαι· δεῖ γὰρ, οἶμαι, τὰ περὶ θεῶν μυθολογήματα σεμνοτέρας ἀεὶ τῶν φαινομένων ἔχειν τὰς ἀποκεκρυμμένας ἐννοίας. Ὥστ᾽ εἴ τινες καὶ τῶν Πλατωνικῶν μύθων φυσικὰς ἡμῖν εἰσηγοῖντο καὶ περὶ τὰ τῇδε στρεφομένας ὑποθέσεις, παντάπασιν αὐτοὺς τῆς τοῦ φιλοσόφου διανοίας ἀποπλανᾶσθαι φήσομεν καὶ μόνους ἐκείνους τῶν λόγων τῆς ἐν τούτοις ἀληθείας ὑπάρχειν <ἐξηγητάσ>, ὅσοι τῆς θείας καὶ ἀύλου καὶ χωριστῆς ὑποστάσεως στοχάζονται καὶ πρὸς ταύτην βλέποντες τάς τε συνθέσεις ποιοῦνται καὶ τὰς ἀναλύσεις τῶν μύθων οἰκείας ταῖς περὶ τῶν θείων ἐν ἡμῖν προλήψεσιν.

  • «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, τόμος Ε’, 1024.39 – 1025.37» :

       in Prm 1024.38 ` to     in Prm 1025.37  ὡς γὰρ ἡ κάθοδος ἡμῖν διὰ πολλῶν γέγονε τῶν μεταξὺ, τῆς ψυχῆς ἀεὶ ἐπὶ τὸ συνθετώτερον χωρούσης ἀπὸ τῶν ἁπλουστέρων ἐνεργειῶν, οὕτω καὶ ἡ ἄνοδος διὰ πολλῶν ἔσται μεσοτήτων, τῆς ψυχῆς ἀναλυούσης ὃν συνέθηκε τῆς ζωῆς διάκοσμον. Δεῖ οὖν πρῶτον καταγνῶναι τῶν αἰσθήσεων ὡς οὐδὲν ἀκριβὲς οὐδὲ ὑγιὲς γιγνώσκειν δυναμένων, ἀλλὰ πολὺ τὸ συγκεχυμένον καὶ ἔνυλον καὶ παθητικὸν ἐχουσῶν, ἅτε καὶ ὀργάνοις τοιούτοις δή τισι χρωμένων· ἔπειτα τὰς φαντασίας ἀφελεῖν, τὰς ἐν ἡμῖν πετομένας Στυμφαλίδας ὄρνιθας, ὥσπερ κακὰ μορφωτικὰ καὶ ἐσχηματισμένα νοούσας, τὸ δὲ ἀσχημάτιστον καὶ ἀμερὲς εἶδος ἑλεῖν οὐδαμῆ δυναμένας, ἀλλὰ παραποδιζούσας τὴν καθαρὰν καὶ ἄϋλον νόησιν τῆς ψυχῆς τῷ παρεμπίπτειν καὶ θόρυβον αὐτῇ παρέχειν ἐν ταῖς ζητήσεσι· τρίτον δὲ ἐπὶ τούτοις τὰς δόξας τὰς πολυειδεῖς ἐκκόψαι καὶ τὴν περὶ ταύτας πλάνην τῶν ψυχῶν· οὐ γὰρ ἐφάπτονται τῆς αἰτίας, οὐδὲ ἐπιστήμην ἡμῖν ἐμποιοῦσιν οὐδὲ τοῦ χωριστοῦ νοῦ μετ ουσίαν· τέταρτον τοίνυν, ἐπὶ τὸ τῶν ἐπιστη μῶν ἀναδραμόντα πέλαγος, ἐκεῖ τῇ διαλεκτικῇ θεωρεῖν τὰς διαιρέσεις αὐτῶν καὶ συνθέσεις καὶ ὅλως τῶν ἐν ἡμῖν εἰδῶν τὴν ποικιλίαν, καὶ διὰ τῆς θεωρίας ἐξυφήνασαν τὸν ἑαυτῆς διά κοσμον τὴν διάνοιαν ἡμῶν ἰδεῖν· ὅτι περ αὐτῆς ἀποστῆναι δεῖ τῆς συνθέσεως καὶ νοερῶς ἤδη προσβάλλειν τοῖς ὄντως οὖσι· νοῦς γάρ ἐστιν ἐπιστήμης κρείττων, καὶ ἡ κατὰ νοῦν ζωὴ τῆς κατ᾽ ἐπιστήμην προτιμοτέρα. Πολλαὶ οὖν αἱ πλάναι καὶ αἱ δινεύσεις τῆς ψυχῆς· ἄλλη γὰρ ἡ ἐν ταῖς φαντασίαις, ἄλλη πρὸ τούτων ἡ ἐν δόξαις, ἄλλη ἡ ἐν αὐτῇ τῇ διανοίᾳ· μόνη δὲ ἡ κατὰ νοῦν ζωὴ τὸ ἀπλανὲς ἔχει, καὶ οὗτος ὁ μυστικὸς ὅρμος τῆς ψυχῆς, εἰς ὃν καὶ ἡ ποίη σις ἄγει τὸν Ὀδυσσέα μετὰ τὴν πολλὴν πλά νην τῆς ζωῆς, καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἄρα σώζεσθαι θέ λωμεν, μᾶλλον ἑαυτοὺς ἀνάξομεν.

  • Ιουλιανός, στο «Προς Ηράκλειον κυνικόν, 12.9»  : «τὸ γὰρ ἐν τοῖς μύθοις ἀπεμφαῖνον αὐτῷ τούτῳ προοδοποιεῖ πρὸς τὴν ἀλήθειαν· ὅσῳ γὰρ μᾶλλον παράδοξόν ἐστι καὶ τερατῶδες τὸ αἴνιγμα, τοσούτῳ μᾶλλον ἔοικε διαμαρτύρεσθαι μὴ τοῖς αὐτόθεν λεγομένοις πιστεύειν, ἀλλὰ τὰ λεληθότα περιεργάζεσθαι καὶ μὴ πρότερον ἀφίστασθαι, πρὶν ἂν ὑπὸ θεοῖς ἡγεμόσιν ἐκφανῆ γενόμενα τὸν ἐν ἡμῖν τελέσῃ. μᾶλλον δὲ τελειώσῃ, νοῦν καὶ εἰ δή τι κρεῖττον ἡμῖν ὑπάρχει τοῦ νοῦ αὐτοῦ, τοῦἑνὸς καὶ τἀγαθοῦ μοῖρά τις ὀλίγη τὸ πᾶν ἀμερίστως ἔχουσα, τῆς ψυχῆς πλήρωμα, καὶἐν τῷἑνὶ καὶἀγαθῷ συνέχουσα πᾶσαν αὐτὴν διὰ τῆς ὑπερεχούσης καὶ χωριστῆς αὐτοῦ καὶἐξῃρημένης παρουσίας. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἀμφὶ τὸν μέγαν Διόνυσον οὐκ οἶδ’ ὅπως ἐπῆλθέ μοι βακχεύοντι μανῆναι, «τὸν βοῦν δὲἐπιτίθημι τῇ γλώττῃ»· περὶ τῶν ἀρρήτων γὰρ οὐδὲν χρὴ λέγειν. Ἀλλά μοι θεοὶ μὲν ἐκείνων καὶὑμῶν δὲ τοῖς πολλοῖς, ὅσοι τέως ἐστὲ τούτων ἀμύητοι, τὴν ὄνησιν δοῖεν».
  • Σαλούστιος, Περί Θεών και Κόσμου 3.1.1.1 – 3.4.10, 4.6.1 – 4.11.8 και 4.1.1 – 4.5.10 :
    De deis et mundo 3.1.1 ` to De deis et mundo 3.4.10 (ς) Τί δήποτε οὖν τούτους ἀφέντες τοὺς λόγους οἱ παλαιοὶ μύθοις ἐχρήσαντο, ζητεῖν ἄξιον• καὶ τοῦτο πρῶτον ἐκ τῶν μύθων ὠφελεῖσθαι τό γε ζητεῖν, καὶ μὴ ἀργὸν τὴν διάνοιαν ἔχειν. Ὅτι μὲν οὖν θεῖοι οἱ μῦθοι ἐκ τῶν χρησαμένων ἔστιν εἰπεῖν• καὶ γὰρ τῶν ποιητῶν οἱ θεόληπτοι καὶ τῶν φιλο σόφων οἱ ἄριστοι, οἵ τε τὰς τελετὰς καταδείξαντες καὶ αὐτοὶ δὲ ἐν χρησμοῖς οἱ Θεοὶ μύθοις ἐχρήσαντο. 3.2 (ζ) Διὰ τί δὲ θεῖοι οἱ μῦθοι φιλοσοφίας ζητεῖν. Ἐπεὶ τοίνυν πάντα τὰ ὄντα ὁμοιότητι μὲν χαίρει ἀνομοιότητα δὲ ἀποστρέφεται, ἐχρῆν καὶ τοὺς περὶ Θεῶν λόγους ὁμοίους εἶναι ἐκείνοις, ἵνα τῆς τε οὐσίας αὐτῶν ἄξιοι γίνωνται καὶ τοῖς λέγουσι τοὺς Θεοὺς ποιῶσιν εὐμενεῖς• ὅπερ διὰ τῶν μύθων μόνως ἂν γένοιτο. 3.3 Αὐτοὺς μὲν οὖν τοὺς Θεοὺς κατὰ τὸ ῥητόν τε καὶ ἄρρητον, ἀφανές τε καὶ φανερόν, σαφές τε καὶ κρυπτό μενον οἱ μῦθοι μιμοῦνται, <καὶ> τὴν τῶν Θεῶν ἀγαθότητα, ὅτι ὥσπερ ἐκεῖνοι τὰ μὲν ἐκ τῶν αἰσθητῶν ἀγαθὰ κοινὰ πᾶσιν ἐποίησαν, τὰ δὲ ἐκ τῶν νοητῶν μόνοις τοῖς ἔμφρο σιν, οὕτως οἱ μῦθοι τὸ μὲν εἶναι Θεοὺς πρὸς ἅπαντας λέγουσι, τίνες δὲ οὗτοι καὶ ὁποῖοι τοῖς δυναμένοις <μόνοις> εἰδέναι. Καὶ τὰς ἐνεργείας δὲ μιμοῦνται τῶν Θεῶν• ἔξεστι γὰρ καὶ τὸν Κόσμον μῦθον εἰπεῖν, σωμάτων μὲν καὶ χρημάτων ἐν αὐτῷ φαινομένων, ψυχῶν δὲ καὶ νῶν κρυπτομένων. 3.4 Πρὸς δὲ τούτοις, τὸ μὲν πάντας τὴν περὶ Θεῶν ἀλήθειαν διδάσκειν ἐθέλειν τοῖς μὲν ἀνοήτοις, διὰ τὸ μὴ δύνασθαι μανθάνειν, καταφρόνησιν, τοῖς δὲ σπουδαίοις ῥᾳθυμίαν ἐμποιεῖ• τὸ δὲ διὰ μύθων τἀληθὲς ἐπικρύπτειν τοὺς μὲν καταφρονεῖν οὐκ ἐᾷ, τοὺς δὲ φιλοσοφεῖν ἀναγκάζει. Ἀλλὰ διὰ τί μοιχείας καὶ κλοπὰς καὶ πατέρων δεσμὰ καὶ τὴν ἄλλην ἀτοπίαν ἐν τοῖς μύθοις εἰρήκασιν; ῍Η καὶ τοῦτο ἄξιον θαύματος, ἵνα διὰ τῆς φαινομένης ἀτοπίας εὐθὺς ἡ ψυχὴ τοὺς μὲν λόγους ἡγήσηται προκαλύμματα, τὸ δὲ ἀληθὲς ἀπόρρητον εἶναι νομίσῃ;

De deis et mundo 4.1.1 ` to De deis et mundo 4.5.10 (η) Τῶν δὲ μύθων οἱ μέν εἰσι θεολογικοί, οἱ δὲ φυσικοί, οἱ δὲ ψυχικοί τε καὶ ὑλικοί, καὶ ἐκ τούτων μικτοί. Εἰσὶ δὲ θεολογικοὶ μὲν οἱ μηδενὶ σώματι χρώμενοι ἀλλὰ τὰς οὐσίας αὐτὰς τῶν Θεῶν θεωροῦντες• οἷον αἱ τοῦ Κρόνου καταπόσεις τῶν παίδων• ἐπειδὴ νοερὸς ὁ Θεὸς πᾶς δὲ νοῦς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστρέφει, τὴν οὐσίαν ὁ μῦθος αἰνίττεται τοῦ Θεοῦ. 4.2 Φυσικῶς δὲ τοὺς μύθους ἔστι θεωρεῖν ὅταν τὰς περὶ τὸν Κόσμον ἐνεργείας λέγῃ τις τῶν Θεῶν• ὥσπερ ἤδη τινὲς χρόνον μὲν τὸν Κρόνον ἐνόμισαν, τὰ δὲ μέρη τοῦ χρόνου παῖδας τοῦ Ὅλου καλέσαντες καταπίνεσθαι ὑπὸ τοῦ πατρὸς τοὺς παῖδάς φασιν. Ὁ δὲ ψυχικὸς τρόπος ἐστὶν αὐτῆς τῆς ψυχῆς τὰς ἐνερ γείας σκοπεῖν, ὅτι καὶ τῶν ἡμετέρων ψυχῶν αἱ νοήσεις, κἂν εἰς τοὺς ἄλλους προέλθωσιν, ἀλλ᾽ οὖν ἐν τοῖς γεννήσασι μένουσιν. 4.3 Ὑλικὸς δέ ἐστι καὶ ἔσχατος, ᾧ μάλιστα Αἰγύπτιοι δι᾽ ἀπαιδευσίαν ἐχρήσαντο, αὐτὰ τὰ σώματα Θεοὺς νομίσαντες καὶ καλέσαντες [καὶ] Ἶσιν μὲν τὴν γῆν, Ὄσιριν δὲ τὸ ὑγρόν, Τυφῶνα δὲ τὴν θερμότητα, ἢ Κρόνον μὲν ὕδωρ, Ἄδωνιν δὲ καρπούς, Διόνυσον δὲ οἶνον. Ταῦτα δὲ ἀνακεῖσθαι μὲν Θεοῖς λέγειν ὥσπερ καὶ βοτάνας καὶ λίθους καὶ ζῷα σωφρονούντων ἐστὶν ἀνθρώπων, Θεοὺς δὲ καλεῖν μαινο μένων• εἰ μὴ ἄρα ὥσπερ τοῦ ἡλίου τὴν σφαῖραν καὶ τὴν ἀπὸ τῆς σφαίρας ἀκτῖνα ῞Ηλιον ἐν συνηθείᾳ καλοῦμεν. 4.4 Τὸ δὲ μικτὸν εἶδος τῶν μύθων ἐν πολλοῖς μὲν καὶ ἄλλοις ἔστιν ἰδεῖν, καὶ μέντοι καὶ ἐν τῷ συμποσίῳ φασι τῶν Θεῶν τὴν Ἔριν μῆλον ῥῖψαι χρυσοῦν, καὶ περὶ τούτου τὰς Θεὰς φιλονεικούσας ὑπὸ τοῦ Διὸς πρὸς τὸν Πάριν πεμφθῆναι κριθησομένας• τῷ δὲ καλήν τε φανῆναι τὴν Ἀφροδίτην, καὶ ταύτῃ δοῦναι τὸ μῆλον. 4.5 Ἐνταῦθα γὰρ τὸ μὲν συμπόσιον τὰς ὑπερκοσμίους δυνάμεις δηλοῖ τῶν Θεῶν, καὶ διὰ τοῦτο μετ᾽ ἀλλήλων εἰσί• τὸ δὲ χρυσοῦν μῆλον τὸν Κόσμον, ὃς ἐκ τῶν ἐναντίων γινόμενος εἰκότως ὑπὸ τῆς Ἔριδος λέγεται ῥίπτεσθαι. Ἄλλων δὲ ἄλλα τῷ Κόσμῳ χαριζομένων Θεῶν, φιλονεικεῖν ὑπὲρ τοῦ μήλου δοκοῦσιν• ἡ δὲ κατ᾽ αἴσθησιν ζῶσα ψυχή—τοῦτο γάρ ἐστιν ὁ Πάρις—τὰς μὲν ἄλλας ἐν τῷ Κόσμῳ δυνάμεις οὐχ ὁρῶσα μόνον δὲ τὸ κάλλος, τῆς Ἀφροδίτης τὸ μῆλον εἶναί φησι.

De deis et mundo 4.6.1 ` to De deis et mundo 4.11.8 Πρέπουσι δὲ τῶν μύθων οἱ μὲν θεολογικοὶ φιλοσόφοις, οἱ δὲ φυσικοὶ καὶ ψυχικοὶ ποιηταῖς, οἱ δὲ μικτοὶ τελεταῖς, ἐπειδὴ καὶ πᾶσα τελετὴ πρὸς τὸν Κόσμον ἡμᾶς καὶ πρὸς τοὺς Θεοὺς συνάπτειν ἐθέλει. 4.7 Εἰ δὲ δεῖ καὶ ἕτερον μῦθον εἰπεῖν, τὴν Μητέρα τῶν Θεῶν φασι τὸν Ἄττιν παρὰ τῷ Γάλλῳ κείμενον ἰδοῦσαν ποταμῷ ἐρασθῆναι τε καὶ λαβοῦσαν τὸν ἀστερωτὸν αὐτῷ περιθεῖναι πῖλον, καὶ τοῦ λοιποῦ μεθ᾽ ἑαυτῆς ἔχειν, ὁ δὲ Νύμφης ἐρασθεὶς τὴν Θεῶν Μητέρα ἀπολιπὼν τῇ Νύμφῃ συνῆν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Μήτηρ τῶν Θεῶν ποιεῖ μανῆναι τὸν Ἄττιν, καὶ τὰ γόνιμα ἀποκοψάμενον ἀφεῖναι παρὰ τῇ Νύμφῃ, πάλιν δὲ ἀνελθόντα αὐτῇ συνοικεῖν. 4.8 Ἡ μὲν οὖν Μήτηρ τῶν Θεῶν ζωογόνος ἐστὶ Θεά, καὶ διὰ τοῦτο Μήτηρ καλεῖται• ὁ δὲ Ἄττις τῶν γινομένων καὶ φθειρομένων δημιουργός, καὶ διὰ τοῦτο παρὰ τῷ Γάλλῳ λέγεται εὑρεθῆναι ποταμῷ• ὁ γὰρ Γάλλος τὸν γαλαξίαν αἰνίττεται κύκλον, ἀφ᾽ οὗ τὸ παθητὸν ἔρχεται σῶμα. Τῶν δὲ πρώτων Θεῶν τελειούντων τοὺς δευτέρους, ἐρᾷ μὲν ἡ Μήτηρ τοῦ Ἄττεως καὶ οὐρα νίους αὐτῷ δίδωσι δυνάμεις, τοῦτο γάρ ἐστιν ὁ πῖλος. 4.9 Ἐρᾷ δὲ ὁ Ἄττις τῆς Νύμφης• αἱ δὲ Νύμφαι γενέσεως ἔφοροι, πᾶν γὰρ τὸ γινόμενον ῥεῖ• ἐπεὶ δὲ ἔδει στῆναι τὴν γένεσιν καὶ μὴ τῶν ἐσχάτων γενέσθαι τι χεῖρον, ὁ ταῦτα ποιῶν δημιουργὸς δυνάμεις γονίμους ἀφεὶς εἰς τὴν γένεσιν πάλιν συνάπτεται τοῖς Θεοῖς. Ταῦτα δὲ ἐγένετο μὲν οὐδέποτε, ἔστι δὲ ἀεί• καὶ ὁ μὲν νοῦς ἅμα πάντα ὁρᾷ, ὁ δὲ λόγος τὰ μὲν πρῶτα τὰ δὲ δεύτερα λέγει. 4.10 Οὕτω δὲ πρὸς τὸν Κόσμον οἰκείως ἔχοντος τοῦ μύθου, ἡμεῖς τὸν Κόσμον μιμούμενοι—πῶς γὰρ ἂν μᾶλλον κοσμηθείημεν; —ἑορτὴν ἄγομεν διὰ ταῦτα• καὶ πρῶτον μὲν ὡς καὶ αὐτοὶ πεσόντες ἐξ οὐρανοῦ καὶ τῇ Νύμφῃ συνόντες ἐν κατηφείᾳ ἐσμὲν σίτου τε καὶ τῆς ἄλλης παχείας καὶ ῥυπαρᾶς τροφῆς ἀπεχόμεθα, ἑκάτερα γὰρ ἐναντία ψυχῇ• εἶτα δένδρου τομαὶ καὶ νηστεία ὥσπερ καὶ ἡμῶν ἀποκοπτομένων τὴν περαιτέρω τῆς γενέσεως πρόοδον• ἐπὶ τούτοις γάλακτος τροφὴ ὥσπερ ἀναγεννωμένων• ἐφ᾽ οἷς ἱλαρία καὶ στέφανοι καὶ πρὸς τοὺς Θεοὺς οἷον ἐπάνοδος. 4.11 Μαρτυρεῖ δὲ τούτοις καὶ ὁ τῶν δρωμένων καιρός• περὶ γὰρ τὸ ἔαρ καὶ τὴν ἰσημερίαν δρᾶται τὰ δρώμενα, ὅτε τοῦ μὲν γίνεσθαι παύεται τὰ γινόμενα ἡμέρα δὲ μείζων γίνεται τῆς νυκτός, ὅπερ οἰκεῖον ἀναγομέναις ψυχαῖς. Περὶ γοῦν τὴν ἐναντίαν ἰσημερίαν ἡ τῆς Κόρης ἁρπαγὴ μυθολογεῖται γενέσθαι, ὃ δὴ κάθοδός ἐστι τῶν ψυχῶν. Τοσαῦτα περὶ μύθων εἰποῦσιν ἡμῖν αὐτοί τε οἱ Θεοὶ καὶ τῶν γραψάντων τοὺς μύθους αἱ ψυχαὶ ἵλεῳ γένοιντο.


[1] Παράφραση χωρίου στον πλατωνικό «Φαίδρο, 229.d».