Παλαιά μιάσματα – κνώδαλα βροτοφθώρα


Βέβαια στην τραγωδία του Αισχύλου «Ικέτιδες», όταν Πελασγός συνομιλεί με τις Δαναΐδες και συστήνονται αμφότεροι, για τον εαυτό του λέγει :

«εγώ είμαι του γηγενούς[1] Παλαίχθονος ο γιός, ο Πελασγός[2], τούτης της γης αρχηγέτης. Από εμένα τον άνακτα ευλόγως πείρε το όνομα των Πελασγών το γένος, που καρπίζεται τούτη την χθόνα. Κρατώ στην εξουσία μου όλη την αίαν που διασχίζει ο αγνός Στρυμώνας, από τη δυτική του όχθη κι εδώθε, και ορίζω ακόμη την χθόνα των Περραιβών και πέρα από την Πίνδο[3], ίσαμε την Παιωνία και τα Δωδωναία όρη, ίσαμε εκεί που κόβει το σύνορο της υγρής θάλασσας. Όλους αυτούς τους τόπους ίσα με δω εξουσιάζω. Η χώρα τούτη, που την πατείς τώρα, πήρε το όνομά της Απία από τους παλαιούς καιρούς προς τιμήν ενός ιατρού. Ο Άπις, που ήρθε από τη γειτονική της Ναυπακτίας, ιατρομάντις, παις του Απόλλωνα, τη χώρα τούτη καθάρισε από τα κνώδαλα[4] τα βροτοφθώρα, που τα έβγαζε η γη μιασμένη από τα παλαιά αίματα για να χορτάσει την μήνι της, όμιλος δράκων, ολέθρια συντροφιά για τους ανθρώπους. Για αυτά ο Άπις κάνοντας θεραπευτικές τομές & λυτήρια, έσωσε ασυζήτητα την χώρα του Άργους, ώστε βρήκε δίκαιη ανταμοιβή να μνημονεύεται πάντα το όνομά τους στις προσευχές μας.»[5]

Βλέπουμε λοιπόν ότι στην περίπτωση της Απίας «τα κνώδαλα τα βροτοφθώρα, που τα έβγαζε η γη μιασμένη από τα παλαιά αίματα για να χορτάσει την μήνι της, όμιλος δράκων, ολέθρια συντροφιά για τους ανθρώπους».

Προς εξήγηση θα χρησιμοποιήσουμε ένα χωρίο από την «Εκάβη» του Ευριπίδη, όπου βλέπουμε το φάντασμα του Πολύδωρου – γιού της Εκάβης, εκεί στην αρχή της τραγωδίας, να αναφέρει εκτός των άλλων πως :

 «Μα σαν χάθηκε η Τροία και ο Έκτορας έχασε την ψυχή του και ξεθεμελιώθηκε ο οίκος του πατρός μου και ο ίδιος σαν έπεσε πλάι στο θεόδμητο[6] βωμό σφαγμένος από τον αιματόβρεχτο το γιο του Αχιλλέα, με σκότωσε για το χρυσάφι εμένα τον ταλαίπωρο ο φίλος του πατρός μου και, σαν με απέκτεινε, με έριξε στα κύματα της θάλασσας, για να έχει αυτός το χρυσάφι στον οίκο του.» [7]

Βέβαια, σχολιάζοντας ο αρχαίος σχολιαστής του Ευριπίδη το συγκεκριμένο χωρίο λέγει:

«“χάθηκε η ψυχή του Έκτορος”, το αίμα ως ψυχή λέγει. Πολλοί θεώρησαν ότι το αίμα είναι η ψυχή, όπως και ο Όμηρος [Ιλιάδα Ραψωδία Ξ, στ. 518], “και η ψυχή από την ανοιχτή πληγή εξόρμησε βιαστικά, και σκότος τους οφθαλμούς του κάλυψε”. Το αίμα το αποκαλεί ψυχή, επειδή η ψυχή ετυμολογείται από το ψύχω, δηλαδή το ζωογονώ, και ζωογονεί το σώμα. Διότι καθώς χύνεται το αίμα, το σώμα μένει νεκρό, οπότε ορθώς αποφάνθηκα την ψυχή ως το αίμα.»[8]

Βλέπουμε λοιπόν πως το αίμα είναι η ψυχή του σώματος. Η θνητή & άλογη, βέβαια, ψυχή και όχι η λογική & αΐδιος ψυχή. Προς περισσότερη εξήγηση θα αναφέρουμε πως συμφώνως με τον Πρόκλο :

«η ψυχή είναι μια οντότητα που βρίσκεται στη μέση μεταξύ των αληθινών και των γεννημένων όντων, και αποτελείται από το κράμα των μεσαίων γενών, και έχει διαιρεθεί σε έναν ουσιώδη αριθμό, και συνδέθηκε με όλες τις μεσότητες, και εναρμονίστηκε σύμφωνα με την διατονική αρμονία, και ζει ζωή μια και ταυτόχρονα διπλή, και είναι ικανή να γνωρίζει και με ένα τρόπο και με δυο τρόπους. Γιατί, αν προσθέσουμε σε αυτόν τον ορισμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ψυχής, θα έχουμε τους ιδιαίτερους ορισμούς των θείων, των δαιμονικών και των επιμέρους ψυχών από την ίδια την ουσιώδη υπόσταση καθεμιάς. Και απέχουμε πολύ από το να πούμε ότι η ψυχή είναι εντελέχεια ενός φυσικού σωματικού οργανισμού ο οποίος έχει ζωή εν δυνάμει – όπως λέγει ο Αριστοτέλης. Γιατί αυτός ο ορισμός  είπε που ανήκει η ψυχή και δεν είπε τι είναι η ψυχή, ούτε συμπεριέλαβε κάθε ψυχή (γιατί οι θείες ψυχές δεν ανήκουν σε σωματικούς οργανισμούς) ούτε αποφεύγει στο σφάλμα να χρησιμοποιήσει το οριζόμενο μέσα στον ορισμό. Γιατί αυτό που εν δυνάμει ζει είναι αυτό που εν δυνάμει έχει ψυχή.»[9]

Μάλιστα όσο αφορά την θέση της ψυχής ως ουσία ο μεν Πρόκλος μας εξηγεί πως :

«Η μαθηματική ουσία[10] κατ’ ανάγκη δεν ανήκει στα πρώτα ούτε στα τελευταία όντα, τα οποία έχουν υποστεί την έσχατη διαίρεση σε πλήρη αντίθεση με την απλή ουσία, αλλά έχει λάβει τη μεσαία θέση ανάμεσα στις αμερείς, απλές, ασύνθετες και αδιαίρετες υποστάσεις και στις διαιρεμένες υποστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί από κάθε λογής συνθέσεις και ποικιλόμορφες διαφοροποιήσεις. Γιατί ο αναλλοίωτος, μόνιμος και αδιάψευστος χαρακτήρας των συλλογισμών που την αφορούν δείχνει ότι αυτή υπερβαίνει τα ένυλα είδη.»[11]

ο δε Ιάμβλιχος :

«Η ουσία της ψυχής είναι άυλη καθαυτή, ασώματος, αγέννητη εντελώς και ανώλεθρη, έχοντας από τον εαυτό της την ύπαρξη και την ζωή της, εντελώς αυτοκινούμενη και αρχή της Φύσης και όλων των κινήσεων. Αυτή λοιπόν, στον βαθμό που είναι τέτοια, έχει περιλάβει μέσα της την αυτεξούσια και την ανεξάρτητη ζωή. Και όσο δίνει τον εαυτό της σε όσα γεννιούνται και υποτάσσει τον εαυτό της στην κίνηση του σύμπαντος, τόσο άγεται από την Ειμαρμένη και υποτάσσεται στις φυσικές ανάγκες. Και όσο πάλι αναπτύσσει τη νοητική και πραγματικά ανεξάρτητη από όλα και αυτόβουλη ενέργεια της, τόσο πράττει εκούσια τα δικά της και με αλήθεια αγγίζει το θείο, το αγαθό και το νοητό με τα της αλήθειας.»[12]

Προς περισσότερη εξήγηση θα πούμε πως συμφώνως και  με τον Ιεροκλή :

«Η “λογική ουσία[13] έχοντας συμφυές σώμα παρά του δημιουργού οδηγήθηκε στο Είναι, ώστε αυτή να μην είναι το συμφυές σώμα της αλλά ούτε να υπάρχει χωρίς αυτό, αλλά η ίδια να είναι ασώματη και ολόκληρο το είδος της να περατώνεται σε ένα συμφυές σώμα.»[14]

Βέβαια ο Ιεροκλής λέγει πως :

«Κάθε ήρωας είναι λογική ψυχή μετά φωτεινού σώματος και κάθε άνθρωπος ομοίως είναι λογική ψυχή μετά συμφυούς αθανάτου σώματος, και αυτό ήταν των Πυθαγορείων δόγμα, το οποίο αποκάλυψε αργότερα ο Πλάτωνα, παρομοιάζοντας κάθε ψυχή, θεία και ανθρώπινη, με την ενωμένη δύναμη ενός πτερωτού ζεύγους ίππων και του ηνιόχου.»[15]

Καθώς επίσης :

«το άυλο σώμα είναι ένα είδος ζωής που γεννά την ένυλη ζωή, από την οποία συμπληρώνεται ο θνητός άνθρωπος, που αποτελείται από την άλογη ζωή και το υλικό σώμα, και αποτελεί είδωλο (ο θνητός άνθρωπος), του άυλου ανθρώπου που έχει συσταθεί από λογική/μαθηματική ουσία και άυλο σώμα.»[16]

Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει πως :

«άνθρωπος είναι μια ψυχή αθάνατη η οποία χρησιμοποιεί αθάνατο σώμα. Αυτόν τον άνθρωπο, μάλιστα, πρέπει να τον διαχωρίσουμε από καθετί θνητό, προκειμένου να γίνει αυτός που ήταν πριν την πτώση εν τη γενέσει.»[17]

Μάλιστα κατά πως λέγει ο Πρόκλος :

«οι ψυχές ως προς την ουσία τους είναι υπερφυείς, υπερκόσμιες και επέκεινα της Ειμαρμένης, επειδή έλαβαν την πρώτη υπόστασή τους χωριστή από τον Κόσμο. Ως προς τα οχήματά τους, όμως και τους κλήρους που έλαβαν να διοικούν, έχουν γίνει εγκόσμιες, λαμβάνοντας και αυτή την θέση από τον δημιουργό Ζεύς. Γι’ αυτό και μετά την εξάρτηση των οχημάτων από αυτές, ο δημιουργός τους λέει τους νόμους της Ειμαρμένης, συμφώνως με τους οποίους κληρώθηκαν να διοικούν τα σώματα».[18]

Μάλιστα, συμφώνως με τον Πρόκλο, και όσο αφορά την ψυχή και τις θείες αυτής δυνάμεις :

«το της “Ψυχῆς βάθος” είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα (δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο[19]. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου[20] ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και η μεν επιθυμία είναι πολυκέφαλο θηρίο, ο δε θυμός λεοντώδης, ενώ ο Λόγο[21]  είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτοάνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής), άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς.      Κατέχουμε τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, μέσα στην ψυχή ανεπτυγμένα και χωρισμένα, και μέσα στον νου όλα μαζί. Και άλλος είναι ο κατά μέθεξη νους, που δικαιότερο είναι να τον αποκαλούμε νοητική φώτιση, και άλλος ο ουσιώδης. Κατά μέθεξη νους είναι αυτός τον οποίο έχει η ψυχή και ο οποίος αποτελεί κατοχή όλων των αγαθών που κατέρχονται στην ψυχή από τον νου. Και ο ουσιώδης νους είναι δυο ειδών, ένας αμέθεκτος και ένας άλλος μεθεκτός που τον καλούμε μερικό νου. Και έχουμε αυτόν τον νου όλοι από κοινού και καθένας χωριστά στον βαθμό που καθένας τον έχει ολόκληρο. Και τα ψυχικά Είδη συμπληρώνουν την ουσία μας, ενώ τα νοητικά μας συμπληρώνουν και μας κοσμούν. Και τα νοητικά Είδη είναι ενωμένα, ενώ τα ψυχικά Είδη είναι διαιρεμένα. Έχουμε όμως και τον Θεό ως αυτόν που επιβαίνει στην νοητή Φύση.»[22]

Κατανοούμε λοιπόν πως συμφώνως και με τον Πλωτίνο :

«ο άνθρωπος ταυτίζεται με την λογική ψυχή και, όταν συλλογιζόμαστε, είμαστε αληθινά εμείς, επειδή οι λογισμοί είναι ενέργειες της ψυχής. Πως σχετιζόμαστε με τον νου ; Ονομάζω νου όχι την έξη που έχει η ψυχή λόγω αυτού αλλά τον ίδιο τον νου. Αλλά ακόμα και ο νους που κατέχουμε είναι υπεράνω ημών. Τον κατέχουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Από κοινού, επειδή είναι ένας και αδιαίρετος και παντού ο ίδιος. Ο καθένας ξεχωριστά, επειδή ο καθένας τον κατέχει ολόκληρο στην πρώτη ψυχή. Έχουμε επίσης τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, στην ψυχή ανεπτυγμένα και η ξεχωριστά και στον νου όλα μαζί. Τον Θεό πως ; Ως μια αρχή η οποία ίπταται πάνω από την νοητή Φύση και από την όντως ουσία, ενώ εμείς είμαστε στην τρίτη θέση.»[23]

Μάλιστα ο Ερμείας λέγει πως :

«Οι παλαιοί κυρίως ψυχή καλούσαν την λογική ψυχή. Το ανώτερο αυτής μέρος το έλεγαν νου, ενώ το κατώτερο αυτή μέρος το ονόμαζαν όχι απλά ψυχή, αλλά άλογη ψυχή και θνητό είδος ζωής και δεύτερο ίχνος ζωής και άλογη ζωή, ή και εμψύχωση του πνεύματος και περί τα σώματα ζωή κα άλλα τέτοια. Κυρίως ψυχή αποκαλούσαν την λογική ψυχή, και κυρίως άνθρωπο την λογική ψυχή.»[24]

Και βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι συμφώνως με τον Πρόκλο :

«”Ψυχῆς βάθος” οι παλαιοί έλεγαν “τὰς τριπλᾶς αὐτῆς γνωστικὰς δυνάμεις φησί, νοεράς, διανοητικάς, δοξαστικάς”.»[25]

Δηλ. έχουμε :

  • ”Ψυχῆς βάθος” = οι τριπλές γνωστικές δυνάμεις της ψυχής – νόηση, διάνοια και δόξα.

Αλλιώς ο άνθρωπος :

  • Η Νόηση, γνωρίζει τα νοητά με τα οποία είναι ενωμένη.
  • Η Διάνοια, γνωρίζει τα διανοητά και πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά.
  • Η Δόξα = γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αισθήσεως.

Εξ ου και ο μεν Πρόκλος μας λέγει πως :

«της λογικής ψυχής ένα μέρος είναι ο νους, ένα άλλο είναι η διάνοια και ένα άλλο η δοξασία. Και ο νους συνάπτεται με τους Θεούς, η διάνοια γεννά τις επιστήμες και η δοξασία τις εκθέτει στους άλλους.»[26]

Ο δε Ερμείας μας λέγει πως :

«Η λογική ψυχή έχει δύο μέρη: τη διάνοια και την δόξα. Η διάνοια επίσης χωρίζεται σε κατώτερο μέρος που λέγεται διάνοια και το ανώτερο που λέγεται νους. Με αυτό το νου, γίνεται νοητική και για αυτό μερικοί την έχουν ονομάσει <εν δυνάμει νου>. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μέρος, πιο πάνω από το νου, που ονομάζεται “Εν” της ψυχής, το οποίο είναι ίνδαλμα του υπερούσιου “Εν-Αγαθού” και ενίζει τη ψυχή. Με αυτό το ψυχικό “Εν”, η ψυχή θέλει τα αγαθά και επικοινωνεί με τους Θεούς.»[27]

Αυτές οι 3εις δυνάμεις ανήκουν στην αΐδια και λογική ψυχή, στον αληθινό άνθρωπο, ο οποίος δια αυτών θεάται συζύγως  όλα τα νοητά με την απλή, ενοειδή και νοητική γνώση, εξετάζει τους ενδιάμεσους των όντων Λόγους με την επιστημονική και διανοητική των Ειδών/Ιδεών ανέλιξη και σύνθεση, διακρίνει δεόντως όλα τα «μη-όντα» που ωστόσο δημιουργούνται και καταστρέφονται αεί, τα αισθητά, με την «δόξα» και την «αίσθηση», «που απέχει τρείς θέσεις από την αλήθεια» και εφάπτεται των γνωστικών αντικειμένων μέσω των οικείων της οργάνων, τέλος δε γνωρίζει τα εικαστά που είναι είδωλα των αισθητών πραγμάτων μέσω της απεικονιστικής δύναμης της.  Άλλωστε και ο Πλάτων στον «Τίμαιο», διακρίνει τις γνώσεις κατ’ αναλογία προς τα όντα, μας παραγγέλνει να κρίνουμε τα όντα με βάση την «νόηση» και τον «Λόγο», ενώ με την «δόξα» και την «αίσθηση» τα «μη-όντα» που ωστόσο δημιουργούνται και καταστρέφονται αεί. Και των μεν όντως Όντων οι λόγοι είναι αδιάψευστοι και αμετακίνητοι, ενώ οι Λόγοι αυτών στα οποία δεν έλαχε τέτοια φύση, αλλά κινούνται εν τη γενέσει, είναι εικαστικοί (=απεικαστικοί) και μετέχουν στην τυχαιότητα.

Εξ ου και ο Πρόκλος μας λέγει πως :

«ο Πλάτων στην “Πολιτεία” διαιρεί τα γνωστικά αντικείμενα και ξεχωρίζει τις γνώσεις και απονέμει κατά αντιστοιχία τις γνώσεις στα γνωστικά αντικείμενα. Γιατί αφού χωρίσει τα όντα σε νοητά και αισθητά, και αφού χώρισε πάλι τα νοητά σε νοητά και διανοητά και τα αισθητά σε αισθητά και εικονικά, απέδωσε ως γνώση στα νοητά, που είναι τα πρώτα από τις τέσσερεις κατηγορίες, τη νόηση, στα διανοητά την διάνοια, στα αισθητά την πίστη και στα εικονικά την εικασία. Και εμφανίζει την εικασία να έχει προς την αίσθηση την ίδια σχέση που έχει η διάνοια προς την νόηση. Γιατί η εικασία γνωρίζει τις εικόνες των αισθητών οι οποίες εμφανίζονται μέσα στα ύδατα και στις υπόλοιπες αντανακλάσεις επιφάνειες και έχουν την τελευταία σειρά μέσα στα όντα, αφού στην πραγματικότητα είναι εικόνες εικόνων, είδωλα ειδώλων,. Και η διάνοια παρατηρεί τις εικόνες των νοητών οι οποίες κατέβηκαν στο πλήθος και στη διαίρεση από τα πρώτα, απλά και αδιαίρετα Είδη για αυτό η γνώση της διάνοιας είναι εξαρτημένη από άλλες προγενέστερες υποθέσεις, ενώ η νόηση ανάγεται στην ίδια ανυπόθετη αρχή. Αν λοιπόν τα μαθηματικά Είδη δεν έλαβαν την αδιαίρετη υπόσταση που είναι καθαρή από κάθε διαίρεση και ποικιλία, ούτε όμως και την υπόσταση που αναγνωρίζεται από την αίσθηση και είναι ευμετάβλητη και εντελώς διαιρετή, είναι προφανές στον καθένα ότι ως προς την ουσία τους είναι διανοητά και ότι η διάνοια είναι η δύναμη που κυριαρχεί σε αυτά και τα αναγνωρίζει, όπως ακριβώς η αίσθηση είναι η δύναμη που αναγνωρίζει τα αισθητά και η εικασία τα εικονικά. Για αυτό και ο Σωκράτης ορίζει ότι η γνώση των μαθηματικών είναι αμυδρότερη από την πρωταρχική επιστήμη και καθαρότερη από την αντιληπτική ικανότητα της δοξασίας. Γιατί οι μαθηματικές επιστήμες είναι πιο αναπτυγμένες και πιο αναλυτικές από την ενατένιση της νόησης, ενώ οι συλλογισμοί τους είναι πιο σταθεροί και πιο αδιάψευστοι από τη δοξασία. Και η εκκίνησή τους από κάποιες υποθέσεις τις κάνει κατώτερες από την πρωταρχική επιστήμη, ενώ η ενασχόλησή τους με αύλα Είδη κάνει τη γνώση τους τελειότερη από τη γνώση των αισθητών. Τη δύναμη, λοιπόν, που αναγνωρίζει όλα τα μαθηματικά την ορίζουμε έτσι σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Είναι η διάνοια η οποία είναι τοποθετημένη πάνω από τη δοξασία και υπολείπεται της νοήσεως.»[28]

Υπάρχει όμως και η άλογη ψυχή, το θνητό μέρος μας, έτσι έχουμε :

  • Λογική, ο αληθινός άνθρωπος = η αΐδια & λογική ψυχή.
  • Άλογη ψυχή, η θνητή ψυχή που αποτελείται εκ των εξής:
  1. Ο Θυμός (=το θυμικό) = είναι λεοντώδης.
  2. Η Επιθυμία (=το επιθυμητικό) = είναι πολυκέφαλο θηρίο. Εξ ου και την ανθρώπινη ουσία ο Πλάτων στο ένατο βιβλίο της “Πολιτείας” την παρομοιάζει με ένα ζωντανό πλάσμα που η φύση του είναι μείξη ανθρώπου, λιονταριού και ενός πολυκέφαλου θηρίου, που το εξωτερικό του το περιτυλίγει ολόκληρο, σαν θήκη και περίβλημα.[29]

Υπάρχει όμως και ανώτερος άνθρωπος, ο νοητικός.

Προς περισσότερη κατανόηση όσο αφορά τις άλογες και λογικές ψυχές και ζωές θα εξηγήσουμε πως :

«η νοητική ουσία είναι αμέριστη, ενοειδής και αιώνια. Ενώ η σωματική μεριστή, πεπληθυσμένη και έχει λάβει υπόσταση μαζί με την έκταση του χρόνου. Αυτές, λοιπόν, είναι αντίθετες μεταξύ τους και χρειάζονται το μέσο που μπορεί να τις ενώσει και που είναι ταυτόχρονα διαιρετό και αδιαίρετο, σύνθετο και απλό, αιώνιο και γεννημένο. Τέτοια θεωρεί ο Πλάτων την ψυχική βαθμίδα, νοητή και ταυτόχρονα πρώτη ανάμεσα στα γεννημένα, αιώνια και χρονική, αδιαίρετη και διαιρεμένη. Άρα, αν πρέπει το σύμπαν να προικιστεί με νου, χρειάζεται και ψυχή. Γιατί αυτή είναι ο υποδοχέας του νου και μέσω αυτής εμφανίζεται ο νους στους σωματικούς όγκους του σύμπαντος και όχι επειδή ο νους χρειάζεται την ψυχή – γιατί τότε θα είναι κατώτερος από την ψυχή -, αλλά επειδή τα σώματα χρειάζονται την ψυχή, αν πρόκειται να συμμετάσχουν στον νου. Γιατί τα τελευταία και όχι τα πρώτα χρειάζονται τα σώματα. Γιατί τα πρώτα είναι αμέσως παρόντα παντού. Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε και το εξής, ότι δηλαδή η ψυχή που συνδέει τον νου με το αισθητό πρέπει να είναι νοητική και όχι χωρίς νου. Γιατί πως είναι δυνατόν το στερημένο από νου να ενωθεί/συνευρεθεί με τον νου ; Αντιθέτως, ανάμεσα σε αυτά θα χρειαστεί κάποιο άλλο μέσο. Καθώς, όμως, είναι τέτοια, θα καθοδηγήσει ολόκληρο το σωματικό στοιχείο με φρόνηση και τάξη και θα μιμηθεί τον νου χορεύοντας γύρω του.    Αν, λοιπόν, τα σύνολα είναι ανώτερα από τα μέρη, και τα αΐδια από όσα λαμβάνουν υπόσταση κατά χρόνο, και τα δημιουργικά αίτια από τα αποτελέσματα τους, πρέπει και ολόκληρος ο ουρανός να είναι θειότερος από όλα τα μέρη που υπάρχουν εντός του. Αν, λοιπόν, και κάποιοι ζωντανοί οργανισμοί μέσα στον Κόσμο συμμετέχουν εκ φύσεως στον νου, παρόλο που είναι επιμερισμένοι, υλικοί και φθαρτοί, τι πρέπει να πούμε για τον σύμπαντα Κόσμο ; Όχι ότι ολόκληρος στο σύνολό του αποκαλύπτει την παρουσία του νου σε αυτόν ; Γιατί θα έλεγε κανείς ότι το σχήμα, η τάξη και τα μέτρα των δυνάμεων του είναι εμφανείς αποδείξεις της εποπτείας του νου. Αν, όμως, ο νους εποπτεύει το σύνολο και κυβερνά το σύμπαν, πρέπει να υπάρχει στη μέση και μια νοητική ψυχή, η οποία θα διευθετεί και θα διοικεί τα σώματα, και θα είναι ταυτόχρονα ξεχωριστή από τα σώματα που διοικεί, και θα γεμίζει τα πάντα με ζωή, προκειμένου μέσω αυτής ο Κόσμος να στηρίζεται στον νου και ο νους να φωτίζει τον Κόσμο. Γιατί, αν θέλεις, μπορούμε να θυμηθούμε και όσα είναι γραμμένα στον “Φίληβο, 29a – 30d”, όπου ο Σωκράτης έλεγε, αποδεικνύοντας ότι ο Κόσμος έχει νου και ψυχή, πως το γήινο στοιχείο μέσα μας προέρχεται από του σύμπαν και το πυρ μέσα μας από το κοσμικό πυρ, και παρομοίως ο αέρας και το ύδωρ, και ότι είναι παράλογο τα κατώτερα που υπάρχουν σε εμάς να προϋπάρχουν στο σύμπαν, ενώ τα θειότερα, δηλαδή ο καθολικός νους και η καθολική ψυχή, να μην υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο αναλόγως στο σύμπαν. Γιατί είτε πρέπει να πούμε ότι κανένας ζωντανός οργανισμός δεν είναι προικισμένος με νου, είτε, αν υπάρχει ένας τέτοιος ζωντανός οργανισμός, είναι παράλογο πριν από το σύμπαν κάποιος άλλος ζωντανός οργανισμός να μετέχει στο νου. Γιατί το σύμπαν είναι πάντα τακτοποιημένο και, επειδή μένει σταθερό, βρίσκεται κοντά στην νοητική ουσία, ενώ στους επιμέρους ζωντανούς οργανισμούς υπάρχει πολλή αταξία και ανωμαλία. Άρα το σύμπαν είναι πολύ πιο τακτοποιημένο από τους επιμέρους ζωντανούς οργανισμούς. Άρα πρέπει να το χαρακτηρίσουμε προικισμένο με νου και ψυχή. Ο Πλάτων, λοιπόν, πολύ δαιμόνια θεωρεί τον νου διττό, ένα δημιουργικό που είναι αμέθεκτος, δηλ. δεν επιδέχεται συμμετοχή, και ένα μεθεκτός που είναι αχώριστος από το σώμα του Κόσμου – γιατί τα όντα που υπάρχουν μέσα σε άλλα και είναι έτσι συμπαραταγμένα με τα κατώτερά τους είναι εξαρτημένα από τα όντα που υπάρχουν μέσα στον εαυτό τους – και δίνει στο σύμπαν δύο ζωές, τη μία σύμφυτη και την άλλη χωριστή, προκειμένου ο Κόσμος να είναι ζώο [ζωντανός οργανισμός] λόγω της ζωής που υπάρχει μέσα του, και έμψυχος λόγω της νοητικής ψυχής, και νοήμων λόγω του ίδιου του νου«.[30]

Μάλιστα :

«ο Πλάτων αφού πείρε τον Κόσμο και τον χώρισε στα μέρη και μελέτησε μόνη της τη μάζα που κινείται ακανόνιστα και άτακτα, τη σταματά στα λόγια όπως ακριβώς στους «Νόμους, 895.a», θέλοντας να παρουσιάσει ότι το αυτοκινούμενο είναι αίτιο κάθε κίνησης, σταμάτησε  ολόκληρο τον ουρανό και, αφού τη σταμάτησε, τοποθετεί ψυχή στο σύμπαν, η οποία διοχέτευσε ζωή και εμψύχωσε τον Κόσμο, και στην ψυχή νου, ο οποίος κυβερνά τον Κόσμο στραμμένος στον εαυτό του, εξαιτίας του οποίου το σύμπαν κινείται κυκλικά, εξαιτίας του οποίου είναι αεικίνητος ο σύμπας Κόσμος. Επειδή, όμως, όλα αυτά συμπληρώνουν ένα ζώο και μια φύση, έπρεπε να έχει λάβει προηγουμένως υπόσταση και η αιτία που τα συγκεντρώνει και τα ενώνει, και μάλιστα να είναι νοητική. Γιατί είναι έργο της νοητικής αιτίας να περιέχει αμέσως τα πάντα μαζί και να τα συγκεντρώνει στη συμπλήρωση του ενός. Για αυτό, λοιπόν, αφού έδωσε υπόσταση στον αμέθεκτο νου πριν τον μεθεκτό από τα κατώτερα νου και αφού υπέθεσε ότι μέσα σε αυτόν βρίσκονται οι αιτίες των πάντων, από εκεί παρήγαγε τους νόες, τις ψυχές και τα σώματα, με τα οποία συμπλήρωσε τον αισθητό Κόσμο.     Από όσα έχουν ειπωθεί, είναι φανερό ότι ο σύμπαντα Κόσμος είναι ανάγκη να μετέχει σε μια νοητική ψυχή, αν θα συμμετάσχει στον νοητικό Νου. Αν προϋπάρχει μέσα στο σύμπαν μια νοητική ψυχή, πρέπει να υπάρχει και νους του σύμπαντος. Γιατί, καθώς υποστηρίζουμε ότι η ψυχή αυτή είναι νοητική, είναι ανάγκη αυτή να μετέχει και σε κάποιο Νου. Μήπως, λοιπόν, μετέχει μόνο στον καθολικό Νου ή σε κάτι που υπάρχει μέσα της από εκείνον ;;     Όμως, αν και το σώμα του σύμπαντος συμμετείχε κατευθείαν στην πηγή των ψυχών και όχι μέσω της ψυχής που υπάρχει μέσα του, θα έπρεπε να δεχτούμε το ίδιο και στην περίπτωση της καθολικής ψυχής. Αν όμως υπάρχει η πηγή των ψυχών μέσα στον δημιουργό και αν υπάρχει και η ψυχή του σύμπαντος και το σύμπαν μέσω της δεύτερης συμμετέχει και στην πρώτη, τότε πρέπει οπωσδήποτε και η ίδια η ψυχή μέσω των νοών που επιδέχονται συμμετοχή να είναι εξαρτημένη από τον Νου που δεν επιδέχεται συμμετοχή – τον καθολικό νοητικό Νου –  γιατί όποια σχέση έχει το σώμα του σύμπαντος προς την ψυχή του σύμπαντος, την ίδια σχέση έχει αυτή με τον νου. Γιατί αν γίνεται νοητική από το γεγονός ότι είναι ψυχή, θα έπρεπε κάθε ψυχή να είναι τέτοια. Αν, όμως, γίνεται νοητική λόγω της συμμετοχής στον Νου, είναι ανάγκη αυτή να μετέχει στον Νου που είναι ανάλογός της. Τέτοιος είναι όχι ο καθαυτό Νους ή νοητικός Νους αλλά ο ενδιάμεσος ανάμεσα στον καθαυτό Νου και στην ψυχή που έχει επίκτητη τη νόηση, ο οποίος είναι ένας συγκεκριμένος Νους και, επειδή είναι Νους και δεν γίνεται Νους, όπως η ψυχή, είναι ανώτερος από την ψυχή, ενώ, επειδή είναι ένας συγκεκριμένος Νους, είναι ανάλογός της. Γιατί ο καθαυτό Νους είναι ανώτερος από την συμπαράταξη με την ψυχή, επειδή είναι νους και δεν γίνεται νους επειδή είναι απολύτως νους.     Αν, όμως, θυμηθούμε και το εξής, ότι δηλαδή κάθε μονάδα δίνει υπόσταση στο όμοιο με αυτή πλήθος, η θεϊκή στο θεϊκό, η ψυχική στο ψυχικό και ως εκ τούτου και η νοητική στο νοητικό, και ότι οι κατώτερες τάξεις μετέχουν στις προηγούμενες τους, είναι ανάγκη, αν ισχύουν αυτά, να υπάρχει κάποιος νους ολόκληρου του Κόσμου. Γιατί πρέπει η νοητική ψυχή να μετέχει σε κάποιον Νου. Αν, λοιπόν, πει κάποιος ότι μετέχει στον καθολικό νου, είναι παράλογο. Γιατί εκείνος δεν θα είναι ο δημιουργός των πάντων. Αν, όμως, συμμετέχει σε κάποιον άλλον, αυτός είναι ο Νους του Σύμπαντος και αυτός που κατεξοχήν επιδέχεται τη συμμετοχή των άλλων, αφού συμπληρώνει το σύμπαν μαζί με την ψυχή, ενώ ο καθολικός Νους επιδέχεται τη συμμετοχή των άλλων στον βαθμό που φωτίζει την ψυχή. Άρα, αν ένας Νους εποπτεύει το σύμπαν, το σύμπαν είναι προικισμένο με ψυχή. Και, αν το σύμπαν είναι προικισμένο με ψυχή, είναι προικισμένο και με τον δικό του Νου, τον Κοσμικό επιμέρους ή εγκόσμιου Νου.     Πρέπει λοιπόν πρώτα να δούμε ποιος είναι αυτός ο νους και αν είναι ουσιώδης, υπερ-καθήμενος της ψυχής του Κόσμου, ή κάποια νοητική έξης της, και να συμπεράνουμε ότι είναι ουσιώδης πρώτα από την αναλογία – γιατί όποια σχέση έχει ο νους προς την ψυχή, αυτή τη σχέση έχει και η ψυχή προς το σώμα. Και η ψυχή δεν ανήκει στο σώμα σαν έξη του, οπότε δεν ανήκει και ο νους στην ψυχή έτσι – και έπειτα από την τελική αιτία. Γιατί λέει ότι η ψυχή λαμβάνει υπόσταση για τον νου και όχι το αντίστροφο. Αν, όμως, η ψυχή υπάρχει για τον νου και αν ο νους είναι το τελικό αίτιό της, ο νους δεν είναι έξη της ψυχής. Γιατί πουθενά η ουσία δεν λαμβάνει υπόσταση για την έξη. Και τρίτον επειδή ο δημιουργός δίνει υπόσταση σε αυτόν τον νου, ενώ στον νου που αποτελεί έξη δίνει υπόσταση η ψυχή κατά την κίνηση του κύκλου του “Ταύτου” γύρω από το νοητό, όπως λέγει ο ίδιος ο Πλάτων στον «Τίμαιο, 37.c»». Γιατί κατά εκείνη την κίνηση “αναγκαστικά παράγεται ο νους και η επιστήμη”. Πως, λοιπόν, επρόκειτο ο δημιουργός να δίνει υπόσταση πριν από την ψυχή σε αυτόν τον νου στον οποίο δίνει υπόσταση η ψυχή ;     Εκτός από αυτά που είναι ορθά, πρέπει να εννοήσουμε ότι μέσα στον δημιουργό υπάρχει «ψυχ βασιλικ» και «νος βασιλικς«, όπως λέγει ο Σωκράτης στον πλατωνικό «Φίληβο, 30.d», με την μορφή της αιτίας, και με βάση αυτές τις πηγές των δύο αυτών γενών και τώρα βάζει νου στην ψυχή και ψυχή στο σώμα, όχι επειδή τα ανώτερα υπάρχουν μέσα στα κατώτερα ούτε επειδή ο νους χρειάζεται κάποια έδρα ή επειδή η ψυχή του Κόσμου υπάρχει μέσα σε κάτι – γιατί αυτά είναι ανάξια των καθολικών και θεϊκών ουσιών, λόγω των οποίων ο Κόσμος αποκαλείται από τον Πλάτωνα θεός ευδαίμων που θα υπάρξει κάποτε – αλλά επειδή κατανοούμε με δυο τρόπους τη φύση των πραγμάτων, δηλαδή είτε με βάση την πρόοδό τους είτε με βάση την επιστροφή τους. Και παρατηρώντας την πρόοδο ξεκινάμε από τα πρώτα και λέμε ότι τα αίτια υπάρχουν μέσα στα αποτελέσματα τους, ενώ παρατηρώντας της επιστροφή λέμε το αντίστροφο. Γιατί λέμε ότι τα αποτελέσματα υπάρχουν μέσα στα αίτια τους. Και ο Πλάτων, λοιπόν, στον «Τίμαιο, 36.d». παρουσιάζει τον δεύτερο τρόπο, τοποθετώντας το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον νου με βάση τον ίδιο συλλογισμό. Τώρα, όμως, μεταχειρίζεται τον τρόπο της προόδου και τοποθετεί νου στην ψυχή, επειδή ολόκληρη είναι νοητική και δεν μπορούμε να πάρουμε κανένα μέρος της που να μην έχει κυριαρχηθεί από τη νοητική φύση, και ψυχή στο σώμα, επειδή και αυτό στο σύνολό του μετέχει στην ψυχή και δεν μπορούμε να πάρουμε ούτε ένα μέρος του που να είναι άψυχο, αλλά και επειδή, αν ένα μέρος του στερηθεί την ιδιαίτερη ζωή του, μένει έμψυχο ως μέρος του σύμπαντος. Γιατί, όπως ακριβώς λέμε ότι η πρόνοια προχωρά παντού και βρίσκεται παντού, επειδή παρευρίσκεται στα πάντα και δεν αφήνει τίποτα έρημο από τον εαυτό της, κατά τον ίδιο τρόπο λέμε και ότι ο νους υπάρχει μέσα στην ψυχή επειδή τη φωτίζει ολόκληρη, και ότι η ψυχή υπάρχει στο σώμα επειδή παρευρίσκεται στο σύνολό του.     Και όλα αυτά δεν τα λέει με άλλο τρόπο ο Πλάτων και με άλλο ο Ορφέας. Αλλά, αν πρέπει να το πούμε και αυτό, με αυτά γίνεται εμφανής και η σκέψη του μεγάλου Έλληνα θεολόγου.  Γιατί η Ίπτα, που είναι η ψυχή του Κόσμου και έχει ονομαστεί έτσι από τον Ορφέα επειδή οι νοήσεις της πραγματοποιούνται με ταχύτατες κινήσεις, αλλά και λόγω της ταχύτατης περιφοράς του σύμπαντος, της οποίας είναι η αιτία, έβαλε λίκνο στο κεφάλι της και, αφού το στεφάνωσε με δράκοντα, “τν κραδιαον ποδχεται Δινυσον[31]. Γιατί με το πιο θεϊκό μέρος της γίνεται υποδοχή της νοητικής ουσίας και υποδέχεται το «εγκόσμιο Νου». Και αυτός βγαίνει από τον μηρό του Διός και πηγαίνει σε αυτήν (γιατί ήταν ενωμένος εκεί) και, αφού βγήκε “μεθεκτς ατς” έγινε και “π τ νοητν ατν νγει”, δηλ. στην πηγή του. Γιατί σπεύδει στην μητέρα των Θεών και στην Ίδη, από την οποία προέρχεται ολόκληρη η σειρά των ψυχών. Για’ αυτό λέγεται ότι η Ίπτα βοήθησε τον Ζευς που γεννούσε. Γιατί, όπως έχει ειπωθεί από τον Πλάτωνα στον “Τίμαiο, 30.b”, “είναι αδύνατον να υπάρξει σε κάτι νους χωρίς ψυχή. Και αυτό είναι όμοιο με το Ορφικό : «γλυκό τέκνο του Διός αποκαλείτο«, δηλαδή ο κοσμικός Νους που είναι υιός του Διός και προέκυψε με βάση τον νου που έμεινε στον Ζευς.     Έτσι, λοιπόν, και η «θεοπαρδοτος θεολογα» λέει ότι ο Κόσμος έχει συμπληρωθεί από αυτά τα τρία. Λέει, για παράδειγμα, η ψυχή για το «Δς πκεινα» του δημιουργήσαντος το σύμπαν : «Μετά τις πατρικές νοήσεις εγώ η ψυχή κατοικώ εμψυχώνοντας τα πάντα με θερμή πνοή», γιατί έβαλε : «νου στην ψυχή, και σε σώμα βραδύ τοποθέτησε εμάς ο πατέρας ανθρώπων και θεών».     Κραυγάζει, λοιπόν η ψυχή ξεκάθαρα ότι σύμφωνα και με αυτήν ο δημιουργός είναι ο Ζευς. Γιατί για ποιόν άλλο έχουμε το θρυλημένο «πατέρας ανθρώπων και θεών», αν όχι για τον μέγιστο Ζευς; Αλλά και ο Πλάτων το μαρτυρεί με τα λόγια του, όταν τον αποκαλεί πατέρα των θεών και διδάσκει ότι γεννά τις ψυχές και τις στέλνει εδώ για τη γέννηση των ανθρώπων κατά την πρωταρχική ζωή.»[32]

Και προς ενίσχυση όλων αυτών ο Πρόκλος θα μας πει ότι

«Αφού, λοιπόν, ο Ορφέας τοποθέτησε πριν από ολόκληρη τη διαιρεμένη δημιουργία έναν δημιουργό ο οποίος αντιστοιχεί στον ένα πατέρα που γεννά την καθολική δημιουργία – τον Ζεύς, παράγει από αυτόν ολόκληρο το εγκόσμιο νοητικό πλήθος και τον αριθμό των ψυχών και τις σωματικές συστάσεις, καθώς αυτός γεννά όλα τούτα με ενωμένο τρόπο, ενώ οι θεοί γύρω από αυτόν διαιρούν και διαχωρίζουν τα δημιουργήματα του. Αλλά ο Ορφέας λέει ότι όλα τα άλλα δημιουργήματα του έχουν διαμελιστεί  από τους διαιρετικούς θεούς και μόνο η καρδιά του παραμένει αδιαμοίραστη με πρόνοια της Αθηνάς. Γιατί, επειδή ο δημιουργός δίνει υπόσταση σε νόες, ψυχές και σώματα, αλλά οι ψυχές και τα σώματα δέχονται πάνω τους μεγάλη διαίρεση και διαμελισμό, ενώ ο νους μένει ενωμένος και αδιαίρετος μέσα σε ένα, αφού είναι τα πάντα και περιέχει όλα τα νοητά σε μία νόηση, λέει ο Ορφέας ότι μόνο η νοητική ουσία και ο νοητικός αριθμός έχει απομείνει διασωσμένος από την Αθηνά : “γιατί μόνο τη νοητική καρδιά άφησαν”, λέει ο Ορφέας, αποκαλώντας τη ρητώς νοητική, και προφανώς είναι νους και νοητικός αριθμός, όχι όμως κάθε νους αλλά ο εγκόσμιος. Γιατί αυτός είναι η αδιαίρετη καρδιά, επειδή ο θεός που διαμελιζόταν ήταν ο δημιουργός αυτού του νου. Αποκαλεί, λοιπόν, ο Ορφέας τον Νου(καρδιά) αδιαίρετη ουσία του Διονύσου, ενώ αποκαλεί “γόνιμο”[33] του Διονύσου τη ζωή που διαιρείται στο σώμα και είναι φυσική και παράγει σπέρματα, για την οποία λέει επίσης ότι η Άρτεμις, που είναι επικεφαλής ολόκληρης της γέννησης μέσα στη Φύση και ξεγεννά τους Φυσικούς Λόγους, την απλώνει από ψηλά μέχρι τα υποχθόνια, ενδυναμώνοντας τη γόνιμη δύναμη της. Και αποκαλεί την ψυχική σύσταση όλο το υπόλοιπο σώμα του θεού, το οποίο και αυτό έχει διαιρεθεί: “Μοίρασαν σε επτά μέρη όλα τα μέλη του νέου”, λέει ο θεολόγος για τους Τιτάνες, όπως και ο Τίμαιος διαιρεί την ψυχή σε επτά μέρη. Μάλιστα, το ότι η ψυχή είναι απλωμένη σε ολόκληρο τον Κόσμο θα θυμίσει στους Ορφικούς τον διαμελισμό από τους Τιτάνες, λόγω του οποίου η ψυχή όχι μόνον καλύπτει ολόγυρα το σύμπαν, αλλά και είναι απλωμένη σε ολόκληρο το σύμπαν. Δικαιολογημένα, λοιπόν, και ο Πλάτωνας αποκάλεσε αδιαίρετη ουσία αυτή που βρίσκεται αμέσως πάνω από την ψυχή και, για να μιλήσουμε με συντομία, τον μεθεκτό από τις ψυχές Νου, ακολουθώντας τους ορφικούς μύθους και θέλοντας να είναι κάτι σαν ερμηνευτής των απορρήτων παραδόσεων.»[34]

Όπερ και σημαίνει πως πως έχουμε τα εξής:

  • Η αμέριστη καρδιά του Ζαγρέα = ο νους του Κόσμου, εξ και «ο εντός μας νους είναι διονυσιακός, πραγματικό άγαλμα του Διονύσου.»[35]
  • Το του Ζαγρέως γόνιμο(φαλλός) = η μεριστή περί το σώμα του Κόσμου ζωή.
  • Το εκ του γόνιμου(φαλού) του Ζαγρέως σπέρμα = Σπερματικοί Λόγοι ή επιμέρους άλογες ζωές (αίμα και σπέρμα ένσαρκων όντων). Άλλωστε σε χωρίο από την «Εκάβη» του Ευριπίδη, στ. 21 – 28, όπου βλέπουμε το φάντασμα του Πολύδωρου, εκεί στην αρχή της τραγωδίας, να αναφέρει εκτός των άλλων πως : «Μα σαν χάθηκε η Τροία και ο Έκτορας έχασε την ψυχή του και ξεθεμελιώθηκε ο οίκος του πατρός μου και ο ίδιος σαν έπεσε πλάι στο θεόδμητο[36] βωμό σφαγμένος από τον αιματόβρεχτο το γιο του Αχιλλέα, με σκότωσε για το χρυσάφι εμένα τον ταλαίπωρο ο φίλος του πατρός μου και, σαν με απέκτεινε, με έριξε στα κύματα της θάλασσας, για να έχει αυτός το χρυσάφι στον οίκο του.»[37] Βέβαια, σχολιάζοντας ο αρχαίος σχολιαστής του Ευριπίδη το συγκεκριμένο χωρίο λέγει : «“χάθηκε η ψυχή του Έκτορος”, το αίμα ως ψυχή λέγει. Πολλοί θεώρησαν ότι το αίμα είναι η ψυχή, όπως και ο Όμηρος [Ιλιάδα Ραψωδία Ξ, στ. 518], “και η ψυχή από την ανοιχτή πληγή εξόρμησε βιαστικά, και σκότος τους οφθαλμούς του κάλυψε”. Το αίμα το αποκαλεί ψυχή, επειδή η ψυχή ετυμολογείται από το ψύχω, δηλαδή το ζωογονώ, και ζωογονεί το σώμα. Διότι καθώς χύνεται το αίμα, το σώμα μένει νεκρό, οπότε ορθώς αποφάνθηκα την ψυχή ως το αίμα.»[38]
  • Τα επτά μέρη του σώματος του Ζαγρέα = η ψυχή του Κόσμου που μυθολογικά αναφέρεται ως Ίπτα, που έχει διαιρεθεί σε επτά μέρη – στους 7 σωματικούς του σύμπαντος τομείς, ψυχή των οποίων είναι μια εκ των επτά μερών έκαστος.
  • Η Αρτέμιδα, καθώς είναι επικεφαλής ολόκληρης της γέννησης μέσα στη Φύση και ξεγεννά τους Φυσικούς Λόγους, τη ζωή που διαιρείται στο σώμα και είναι Φυσική & παράγει σπέρματα, το “γόνιμο” ή φαλλό του Ζαγρέα Διονύσου, την απλώνει από ψηλά μέχρι τα υποχθόνια, ενδυναμώνοντας τη γόνιμη δύναμη της.

Για να το καταλάβουμε αυτό θα αναλύσουμε το κατά πόσο υπάρχει Ιδέα/Είδος του : Ανθρώπου, των τεσσάρων στοιχείων, της νοητικής ουσίας, της ψυχικής ουσίας, της άλογης ζωής, της Φύσης, των σωμάτων, των ζώων και των φυτών, των ατόμων των μερών των ζώων.

Απάντηση : Ιδέα της ψυχής υπάρχει. Μάλιστα υπάρχει μια καθολική Ιδέα όλων των ψυχών, καθώς και  ιδέα κάθε αθάνατης θεϊκής ψυχής, από την οποία είναι εξαρτημένη μια ολόκληρη σειρά Ιδεών των επιμέρους ψυχών. Υπάρχει επίσης ιδέα και των άλογων ψυχών. Ιδέα της Φύσεως υπάρχει, υπάρχει δε εντός του δημιουργού.  Ιδέα των σωμάτων υπάρχει, ιδικά όσο αφορά τα ουράνια σώματα τα οποία είναι αιώνια. Μέσα στον δημιουργό του σύμπαντος – στον Ζεύς, μάλιστα, ενυπάρχει η μια Ιδέα όλων των σωμάτων που υπάρχουν στον Κόσμο, ενώ μέσα στον σωματουργό Θεό – στον Ήφαιστο – υπάρχουν οι επιμέρους ιδέες των σωμάτων. Ιδέα των ζώων και των φυτών υπάρχει, όσο αφορά τα ζώα και τα φυτά ως είδη, εφόσον τα είδη τους υπάρχουν πάντα μέσα στο σύμπαν και συμπληρώνουν την καθολικότητα του Κόσμου. Ιδέα των ατόμων δεν υπάρχει, διότι όσα παράγονται άμεσα από κάποια Ιδέα πρέπει να είναι άφθαρτα. Οι Φυσικοί Λόγοι στους οποίους ανήκουν τα άτομα έχουν Ιδέες αλλά όχι και τα ίδια τα άτομα, τα οποία έχουν άλλα αίτια της γέννησής τους. Ιδέα των μερών των ζώων δεν υπάρχει, επειδή όσα παράγονται κατευθείαν από τις Ιδέες πρέπει να είναι σύνολα και όχι μέρη. Τα αίτια των μερών των ζώων βρίσκονται μέσα στην Φύση και μέσα στην Ψυχή του Κόσμου και όχι στην περιοχή του Νοός. Τα ξεχωριστά, μάλιστα, αίτια των μερών των ζώων είναι Δαίμονες.

Αναλυτικά και σε σχέση με το αν υπάρχει Ιδέα της ψυχής ο Πρόκλος μας λέγει πως :

«Τώρα ας εξετάσουμε εάν υπάρχουν μέσα στα Είδη/Ιδέες πρωταρχικά αίτια των ψυχών και αν είναι ένα ή πολλά. Είναι φανερό από τη φύση των πραγμάτων και από τη διδασκαλία του Πλάτωνα ότι υπάρχει μέσα στον δημιουργό μια μονάδα των ψυχών μέσα στην οποία έχει συμπεριληφθεί ενιαίως και εκ των προτέρων πας ο των ψυχών αριθμός. Γιατί, αν η ψυχή είναι το πρώτο γεννημένο ον και το πρώτο διαιρετό ον, είναι ανάγκη το αμέριστο Είδος/ιδέα να προηγείται του μεριστού, και η αιώνια Ιδέα να προηγείται από όσα είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο γεννημένα. Και, αν ο χρόνος έχει προς τον Αιώνα την ίδια σχέση που έχει η ψυχή προς τον νου, όπως είπαμε και προηγουμένως, και αν ο χρόνος είναι εικόνα του Αιώνα, τότε είναι ανάγκη και η ψυχή να είναι εικόνα του νοός. Και αν μέσα στην Ουσία δεν υπάρχει μόνο ζωή, όπως λέει ο Σωκράτης στο “Φίληβο”, αλλά και ψυχή, τότε πρέπει η ψυχή να θεωρηθεί υποδειγματική αιτία του πλήθους των ψυχών που προήλθαν από τον νου και να έχει συμπεριλάβει από πριν ενιαίως την τάξη και τον αριθμό των ψυχών.     Μετά από αυτά πρέπει να εξετάσουμε αν υπάρχει μια μόνο Ιδέα των δημιουργικών ψυχών αλλά πολλές. Γιατί, καθώς όλες είναι αθάνατες, είναι ανάγκη να υπάρχει το υπόδειγμα καθεμιάς. Από την άλλη, όμως, είναι αδύνατον το πλήθος που προόδευσε να είναι ίσο με το πλήθος που έμεινε. Αν, λοιπόν, πρέπει ρητά να πω τη γνώμη μου, πρέπει να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν και άλλες ξεχωριστές αιτίες μετά την μία Ιδέα όλων των θεϊκών ψυχών, και ότι οι ψυχές γεννιούνται από εκείνες τις αιτίες με βάση μια εύτακτη πρόοδο και ύφεση, και ότι η κάθοδος φτάνει μέσω των δαιμονικών ψυχών μέχρι της επιμέρους ψυχές. Αυτό που εννοώ είναι το εξής. Μέσα στον θείο νου υπάρχει μια υποδειγματική μονάδα όλων των ψυχών, από την οποία προέκυψε το πλήθος ψυχών και η οποία περιέχει ηνωμένως το μέτρο με το οποίο ορίζεται ο αριθμός όλων των ψυχών. Με αυτή τη μονάδα είναι σύμφυτος ένας δεύτερος αριθμός, διαιρεμένος, ο οποίος περιέχει τα υποδείγματα των θείων ψυχών. Γιατί κάθε θεία ψυχή έχει το δικό της υπόδειγμα και Ιδέα, εκ των οποίων προήλθε η θεία ψυχή και έπειτα έκαστης το σύστοιχό της πλήθος. Γιατί από το υπόδειγμα της Ηλιακής ψυχής πρώτα προήλθε η ίδια η θεία του Ήλιου ψυχή, δεύτερον όλες οι ηλιακές αγγελικές ψυχές, τρίτον οι δαιμονικές περί των Ήλιο ψυχές, και τελευταίες οι επιμέρους ψυχές. Γιατί όλες γεννήθηκαν με βάση μια Ιδέα, και γι’ αυτό υπάρχει συμπαράταξη των μερών με τα σύνολα, των ακολούθων με τους οδηγούς τους, καθώς η μια νοητική αιτία τους παρέχει την ένωση και την συνέχεια στην πρόοδό τους. Παρομοίως και το υπόδειγμα της Σεληνιακής ψυχής γεννά πρώτα τη θεία της Σελήνης ψυχή, έπειτα την αγγελικής, έπειτα την δαιμονική και έπειτα την επιμέρους, και ολόκληρο τον αριθμό τους τον περιέχει η νοητική μονάδα. Παρομοίως και η Ιδέα της χθόνιας ψυχής δίνει υπόσταση πρώτα στην θεία της γης ψυχή και έπειτα σε όλες τις ψυχές που είναι συγγενικές με αυτή τη μονάδα, είτε πάρεις τις αγγελικές είτε τις δαιμονικές είτε τις επιμέρους. Γιατί όλες έλαβαν υπόσταση από μια Ιδέα, τηρουμένης της αναλογίας. Ίδιος είναι και ο τρόπος στην περίπτωση και των υπολοίπων θείων ψυχών. Γιατί κάθε μία έχει μια ξεχωριστή Ιδέα, ενώ οι τάξεις των συναπόμενων αγγελικών, των δαιμονικών ή των μερικών ψυχών έχουν μετάσχει στην μια Ιδέα. Και όπως ακριβώς εκεί η μια μονάδα των ψυχικών υποδειγμάτων δίνει υπόσταση στη μια ψυχή του Κόσμου, έτσι οι πολλές μονάδες δίνουν υπόσταση στις πολλές ψυχές. Και εκείνη περιέχει ενοειδώς ολόκληρο τον αριθμό των ψυχών, ενώ οι άλλες περιέχουν τα μέτρα των δικών τους σειρών, άλλη το μέτρο της Ηλιακής σειράς, άλλη της Κρόνιας, και άλλης σειράς. Και οι εγκόσμιες ψυχές που εμφανίστηκαν πρώτες από τα μέτρα που υπάρχουν εκεί απλώνουν αυτή τη μία Ιδέα μέχρι τις τελευταίες ψυχές της σειράς τους. Ο δημιουργικός νους, λοιπόν, περιέχει πρωταρχικά τα Είδη/Ιδέες των θείων ψυχών, τις οποίες γέννησε πρώτες. Καθεμία από αυτές είναι “εν και πλήθος” ταυτόχρονα. Γιατί κάθε μια εξ αυτών περιέχει κατ’ αιτία το πλήθος των ψυχών που υπάγονται σε αυτήν. Και έτσι κάθε μια από τις ψυχές έχει λάβει υπόσταση με βάση το δικό της υπόδειγμα και υπάρχουν πρώτα τα υποδείγματα των θείων ψυχών, στα οποία ενυπάρχουν τα Είδη/Ιδέες των επιμέρους ψυχών.     Γι’ αυτό τον λόγο ο Τίμαιος, αφού έδωσε υπόσταση στις θείες ψυχές και αφού γέννησε μετά από αυτές τις επιμέρους ψυχές, ονόμασε τα γένη που συμπληρώνουν τις επιμέρους “κατάλοιπα”(υπόλοιπα) των γενών που βρίσκονται μέσα στις θείες ψυχές, και αφού τους έδωσε υπόσταση, τις κατένειμε ισάριθμα στα άστρα. Γιατί ο δημιουργικός νους έχει κάνει τη διανομή τους με βάση τα Είδη/Ιδέες και τους αριθμούς που εμπεριέχει. Γιατί για ποιο λόγο συνέδεσε άλλες με τον Ήλιο, άλλες με την Σελήνη και άλλες με άλλο άστρο. Ασφαλώς επειδή γέννησε άλλες σύμφωνα με το Ηλιακό Είδος/Ιδέα και άλλες σύμφωνα με το Σεληνιακό Είδος/Ιδέα. Και παρόλο που όλες έχουν γεννηθεί εν αναφορά προς μια Ιδέα και σύμφωνα με μια Ιδέα, δεν έχουν μετάσχει όλες στην Ιδέα με τον ίδιο τρόπο. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι υπάρχει σειρά των Ιδεών, και ότι υπάρχει μια Ιδέα κάθε ψυχής γενικά. Κάθε ψυχή είναι μοναδική και έχει λάβει υπόσταση με βάση ένα δικό της Λόγο[39] . γιατί η μια ψυχή δεν διαφέρει από την άλλη ως προς την ύλη. Είτε, λοιπόν, δεν θα διαφέρουν σε τίποτα απολύτως είτε ως προς την Ιδέα. Είναι, επίσης, ανάγκη αυτό που παράγει κάθε ψυχή να την παράγει νοώντας, ώστε μέσα σε αυτό που παράγει κάθε ψυχή να προϋπάρχει η νοητή Ιδέα κάθε ψυχής. Αυτά νόησαν και οι Θεολόγοι και λένε ότι άλλα είναι τα καθολικά αίτια των ψυχών, τα οποία γεννούν τις καθολικές σειρές των ψυχών, και άλλα επιμέρους αίτια των ψυχών, μέσα στα οποία προϋπάρχει η διάκριση των ψυχών ως προς την Ιδέα και η διαίρεση των ψυχών στις επονομαζόμενες ατομικές ψυχές.»[40]

Αναλυτικά και σε σχέση με το αν υπάρχει Ιδέα των άλογων ψυχών & ζωών ο Πρόκλος μας λέγει πως :

«Όσο αφορά τις άλογες ψυχές, είναι φανερό ότι υπάρχει νοητό υπόδειγμα και αυτών. Γιατί αν κάποιες ανάμεσά τους είναι αθάνατες, όπως έχει αποδειχτεί αλλού – γιατί αποκαλώ άλογες όλες τις δεύτερες και μεριστές περί τα σώματα ζωέςαπό πού προέρχεται η αΐδιος ύπαρξης τους ; Ασφαλώς είναι ανάγκη να προέρχεται από κάποια ακίνητη και νοητική αιτία. Τώρα πρέπει να πούμε πως συμβαίνει αυτό. Πρέπει και πάλι πάνω από αυτές να τοποθετήσουμε μια μονάδα και μια Ιδέα και να την ονομάσουμε είτε πηγαία Φύση είτε Φύση προικισμένη με αισθήσεις. Γιατί λόγω της γνωστικής ικανότητας των άλογων ψυχών θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι άλογες ψυχές έχουν λάβει υπόσταση από την μία αίσθηση του δημιουργού. Λόγω, όμως, της επιθυμίας τους, θα μπορούσες να πεις ότι έχουν λάβει υπόσταση από την κορυφαία Φύση η οποία αποτελεί πηγή πολλών Φύσεων. Από αυτά, λοιπόν, τα αίτια προέρχεται το πλήθος των εδώ ψυχών που είναι παντοτινές αλλά άλογες ως προς την φύση τους και έχουν κατανεμηθεί στα αιώνια οχήματα με βάση κάποιον αριθμό ο οποίος είναι από πριν εγκατεστημένος μέσα στα αίτια και με βάση εκείνο το ειδητικό μέτρο. Γιατί κάθε παντοτινό πλήθος είναι πεπερασμένο, και πριν από κάθε πεπερασμένο πλήθος υπάρχει αυτό που το περατώνει και το αριθμεί. Και όχι μόνον αυτό, αλλά προέρχεται και από τις λογικές ψυχές ή μάλλον από τα υποδείγματα που βρίσκονται μέσα σε εκείνες. Γιατί για τον λόγο αυτό είναι και εδώ εξαρτημένες από τις λογικές ψυχές, επειδή δηλαδή και εκεί το ένα μέτρο τους μαζί με τις πολλές Ιδέες των λογικών ψυχών γεννά τον αριθμό των άλογων ψυχών. Οι θείες, όμως, ψυχές, και όσες είναι καθαρές διατηρούν και εδώ καθαρή την λογική, ενώ οι επιμέρους ψυχές χρησιμοποιούν και τις άλογες ψυχές και έχουν ζωή συνυφασμένη με εκείνες. Και άλλοτε επικρατεί το ανώτερο μέρος του ζεύγους, και άλλοτε το ανώτερο μέρος υποτάσσεται. Από αυτές τις παντοτινές άλογες ψυχές έλαβαν τη γέννηση τους και οι άλλες ψυχές που είναι θνητές, οι οποίες διατηρούνται και αυτές ως προς το είδος τους λόγω του νοητικού υποδείγματος τους, ως προς το άτομό τους, όμως, φθείρονται, επειδή έλαβαν υπόσταση και από τους ”νέους Θεούς”. Οι προηγούμενές τους, όμως, άλογες ψυχές γεννιούνται από εκείνες τις ανώτερες ψυχές και η δημιουργία τους είναι συνυφασμένη με τη μονάδα ολόκληρης της σειράς τους. Έτσι οι φθαρτές ψυχές έχουν κάποια αναλογία προς τις θείες αιτίες οι οποίες βρίσκονται μέσα στον Κόσμο και από τις οποίες λαμβάνουν υπόσταση, και οι αθάνατες έχουν κάποια αναλογία με τις ειδητικές αιτίες τους που βρίσκονται ψηλά.»[41]

Όμως σύμφωνα με τον Ερμεία:

  • «Οι Νύμφες είναι έφοροι θεές της παλιγγενεσίας, υπουργοί του εκ Σεμέλης Διονύσου. Για αυτό και παρά του ύδατος είναι, τουτέστιν στην γένεση επιβαίνουν. Ο Διόνυσος δε κατά την παλιγενεσίας επάρχει σε όλο το αισθητό.»[42]
  • «Έφοροι της γενέσεως είναι οι Νύμφες και ο Διόνυσος»[43]
  • «της γενέσεως προστάτιδες είναι οι Νύμφες, εκ των οποίων άλλες κινούν την αλογία, άλλες την Φύση, άλλες τα σώματα επιτροπεύουν. Αυτές λέγονται Ναϊάδες, Αμαδρυάδες και Ορεστιάδες».[44]
  • «οι Νύμφες είναι θείες ψυχές ανώτερες των ανθρώπινων ψυχών, οι οποίες επιτροπεύουν ολόκληρη της γένεση. Αυτές είναι θεές συνεργάτες του λόγιου και δεσπότου Ερμή και δίδουν τη  δόση αυτού στον Κόσμο.»[45]

Μάλιστα κατά πως λέγει ο Πορφύριος :

  • «Σύμβολα των υδριάδων Νυμφών οι λίθινοι κρατήρες και οι αμφορείς. Διότι αυτά είναι σύμβολα του Διονύσου, άλλα είναι κεραμικά, δηλαδή ψημένος πηλός. Αυτά μάλιστα είναι προσφιλή προς τον Διόνυσο ένεκα του δώρου της αμπέλου παρά του θεού, μιας και ο καρπός του αμπελιού ψήνεται από την ουράνια φωτιά. Αλλά οι λίθινοι κρατήρες και οι αμφορείς είναι καταλληλότατοι ως σύμβολα για τις Νύμφες που προΐστανται των υδάτων που αναβλύζουν εκ των βράχων. Γιατί οι ψυχές που κατεβαίνουν εν τη γενέσει και τη δημιουργία των σωμάτων ποια σύμβολα θα ήταν καταλληλότερα από τούτα. Εξ ου και ο Όμηρος λέγει ότι ”ρούχα υφαίνουν θαλασσοπόρφυρα, θαύμα να τα βλέπεις”. Και πράγματι επάνω σε οστά και γύρω από οστά γίνεται η σαρκοποιία. Λέγονται δε λίθινα επειδή τα οστά των έμψυχων όντων ομοιάζουν με λίθους. Για αυτό και ο Όμηρος είπε ότι οι ιστοί είναι λίθινοι. Τα δε “ρούχα ολοπόρφυρα” εμφανώς ομοιάζουν στην εξ αιμάτων υφαινόμενη σάρκα. Διότι εξ αίματος βάφτηκαν θαλασσοπόρφυρα τα έρια και εξ αίματος ζώων βάφει και το έριον, αλλά και δια αίματος και εξ αίματος γίνεται η σαρκογονία. Και χιτώνας της ψυχής είναι το σώμα, με τον οποίο έχει ενδυθεί, πράγματι θαύμα να το βλέπεις, είτε την σύστασή του παρατηρείς είτε την σύνδεση της ψυχής με αυτό. Έτσι παρόμοια και παρά τον Ορφέα η Κόρη-Περσεφόνη που είναι η επί παντός σπειρόμενου έφορος, και έχει παραδοθεί ότι υφαίνει πέπλο, που είναι παρά των παλαιών το περίβλημα του ουρανού.»[46]

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ο αίμα που πέφτει επί χθονί, είτε είναι από σφαζόμενο ζώο προς βρώση ή ιερουργία-θυσία είτε ανθρώπου σκοτωμένου καθοιονδήποτε τρόπο, είναι άλογη ζωή που παράγεται εκ των θείων ψυχών των 7 σφαιρών του Κόσμου και δια της Πηγαίας Φύσεως αφετέρου και των επιμέρους Φύσεων ή Νυμφών. Άλογη ψυχή και ζωή που επιστρέφει – άμα τον θάνατο τόσο του άλογου ζώου όσο και του έλογου ανθρώπου – στην Φύση/Ειμαρμένη του Κόσμου. Αυτός είναι ο λόγος που αφενός χρειάζεται απαραίτητα καθαρμός των φόνων και μάλιστα με θυσία αψεγάδιαστου ζώου, αφετέρου τα ιερουργούμενα ζώα πρέπει να είναι πάντα τα κάλλιστα και αψεγάδιαστα.

Άλλωστε ο Σαλούστιος, στο «Περί θεών και Κόσμου, 15.2.2 – 15.2.8», μας λέγει ότι :

«Η πρόνοια των θεών επεκτείνεται παντού, και χρειάζεται απλώς να γίνουμε ικανοί να την υποδεχτούμε. Όμως κάθε ικανότητα γεννιέται από τη μίμηση και την ομοιότητα, για αυτό και οι ναοί μιμούνται τον ουρανό[47], οι βωμοί τη γη, τα αγάλματα τη ζωή[48] – για αυτό αναπαριστούν έμψυχα όντα -, οι προσευχές μιμούνται τη νόηση, οι χαρακτήρες[49] τις άρρητες άνω δυνάμεις, τα βότανα και οι λίθοι την ύλη, και οι θυσίες ζώων την άλογη εν ημήν ζωή μας.» [50]

Μιμήσεις :

  • οι ναοί = ουρανός
  • βωμοί = γη
  • αγάλματα = ζωή
  • ευχές = νοερό
  • χαρακτήρες = άρρητες άνω δυνάμεις
  • βότανα και λίθοι = υλη
  • θυσίες ζώων = άλογη εν ημήν ζωή μας

Βλέπουμε λοιπόν και πάλι ότι για το αίμα που πέφτει στην γη από φόνο, λόγω ότι αποτελεί μίασμα, απαιτείτε καθαρμός που θα απομακρύνει από την πόλη το μίασμα αλλά και τις Ερινύες που ακολούθου τον φονιά όπου και αν πάει.

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1]  γηγενς] = κ τς γς γεννηθες. (Scholia in Aeschylum  Pr.677.1).

<γηγενσ> = κ τς γς τν γνεσιν σχηκς (Eur. Phoen. 93). (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).

[2]  Ἴναχος αὐτόχθων πρῶτος βασιλεὺς Ἄργους, δεύτερος Πελασγὸς, τρίτος Δαναός. (Scholia in Euripidem  sch Or.932.1).

[3]  Πίνδος γὰρ ὄρος Περραιβίας, δ Περραιβα τετρπολις τς Θεσσαλας. (Scholia in Pindarum  P 9.27a. 1 – 3).

< γν νχου> = μετ τν κατακλυσμν ν ρεσιν οκοντων τν ργεων πρτος ατος συνκισεν ναχος καὶ λιμναζόμενον τὸ παρὰ τὸν Ἴναχον πεδίον αὐτὸς ἐκαθάρισε καὶ ἐκ πηγῆς τινος ποιησάμενος τὸν ποταμὸν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ Ἴναχον ἐκάλεσε καὶ τὸ Ἄργος Ἰνάχιον. νχου δ κα Μελας Φορωνες καὶ Φηγεὺς ἐγένοντο. Φορωνέως δ κα Πειθος γνοντο Αγιαλες, πις, Ερωψ, Νιβη. Νιβης δ ργος γνετο, ργου δ Κρασος, κβασος, Περασος, πδαυρος, Τρυνς. Κρισ δ π Μελανθος γνοντο Φρβας κα Κλεβοια, Φρβαντι δ κ τς Εβοας [γνετο] Τριπας κα Μεσσνη. Τριπ δ κ Σωσδος γνοντο δδυμοι μν Πελασγς κα ασος, νετεροι δ γνωρ κα Ξνθος. δ Πελασγς πρτος ρτου κατασκευν ξερε πλαι τν νθρπων τος δργμασι σιτουμνων κα Πελασγικν τ ργος νμασεν. Ἰάσου δ Ἰὼ γνετο, ος δ παφος, πφου   δ Λιβη κα Τηλγονος, Λιβης Βλος κα γνωρ· Βλου δ Αγυπτος γνετο κα Δανας. (Scholia in Euripidem  sch Or.932.3 ` to     Scholia in Euripidem  sch Or.932.17)

<Πελασγικν> = κεανο κα Τηθος ναχος, νχου κα Μελας τς κεανο Φορωνες κα Αγιαλες ἄπαις, ἀφ᾽ οὗ Αἰγιάλεια ἡ χώρα. Φορωνες δυναστεων Πελοπονσου κ Τηλοδκης νμφης γενν πιν κα Νιβην. Ἄπις οὖν τυραννικῶς ζῶν ἀναιρεῖται ὑπὸ Θελξίονος καὶ Τελχῖνος, ἀφ᾽ οὗ καὶ ἡ χώρα Ἀπία ἡ τῆς Πελοπονήσου. Νιβης τς πιδος δελφς κα Δις ργος, ἀφ᾽ οὗ ἡ χώρα, κατὰ δὲ Ἀκουσίλαον καὶ Πελασγὸς σὺν Ἄργῳ, ἀφ᾽ οὗ ἡ ἀπὸ Πελοπονήσου χώρα ἡ καὶ Ἀπία λεγομένη μέχρι Φαρσαλίας καὶ Λαρίσσης Πελασγία ἐκλήθη. τν δ χιλα <Πελασγικν> κλεσεν ς Φαρσλιον. (Scholia in Lycophronem  177bis.1 ` to     Scholia in Lycophronem  177bis.11)

[4]  κυρίως γὰρ κνδαλα τ θηρα τ τε θαλσσια κα τ χερσαα. καὶ Ἡσίοδος, «κνώδαλ᾽, ὅσ᾽ ἤπειρος πολλὰ τρέφει ἠδὲ θάλασσα» (Theog. 582). (Scholia in Prometheum vinctum  463.8 – 463.10).

<κνδαλα>= τ θαλττια θηρα. (Scholia et glossae in Nicandri alexipharmaca  391b.1).

<βριν κνωδλων> = τν βλβην τν δρακντων. κνδαλα κυρως τ ν τ θαλσσ θηρα, παρὰ τὸ ἐν ἁλὶ κινεῖσθαι, καταχρηστικτερον δ πν θηρον (ρ  317) · (Scholia in Pindarum  N 1.76.1 ` to     Scholia in Pindarum  N 1.76.3).

κνδαλα δ κυρως τ ν τ θαλσσ θηρα π το κνσσειν τοι διατρβειν ν τ λ, καταχρηστικς δ κα πν θηρον. (Scholia in Nemea et Isthmia  N 1.76.3 ` to     Scholia in Nemea et Isthmia  N 1.76.5)

κνδαλα δ κυρως τ θαλττια θηρα· κινθαλα γρ στι τ ν τ λ κινομενα. (Scholia in Platonem  Ax.365c.2).

[5]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 250 – 273»:

       Supp 250 ` to     Supp 273  τοῦ γηγενοῦς γάρ εἰμ᾽ ἐγὼ Παλαίχθονος

ἶνις Πελασγός, τῆσδε γῆς ἀρχηγέτης.

ἐμοῦ δ᾽ ἄνακτος εὐλόγως ἐπώνυμον

γένος Πελασγῶν τήνδε καρποῦται χθόνα.

καὶ πᾶσαν αἶαν, ἧς δί᾽ ἁγνὸς ἔρχεται

Στρυμών, τὸ πρὸς δύνοντος ἡλίου, κρατῶ.

ὁρίζομαι δὲ τήν τε Περραιβῶν χθόνα,

Πίνδου τε τἀπέκεινα, Παιόνων πέλας,

ὄρη τε Δωδωναῖα· συντέμνει δ᾽ ὅρος

ὑγρᾶς θαλάσσης· τῶνδε τἀπὶ τάδε κρατῶ.

αὐτῆς δὲ χώρας Ἀπίας πέδον τόδε

πάλαι κέκληται φωτὸς ἰατροῦ χάριν.

Ἆπις γὰρ ἐλθὼν ἐκ πέρας Ναυπακτίας

ατρμαντις πας πλλωνος χθνα      

τνδ κκαθαρει κνωδλων βροτοφθρων,      

τ δ παλαιν αμτων μισμασι      

χρανθεσ νκε γαα † μηνεται κη      

δρακονθμιλον δυσμεν ξυνοικαν.      

τοτων κη τομαα κα λυτρια      

πρξας μμπτως πις ργείᾳ χθον      

μνμην ποτ ντμισθον ηρετ ν λιτας.

ἔχουσα δ᾽ ἤδη τἀπ᾽ ἐμοῦ τεκμήρια

γένος τ᾽ ἂν ἐξεύχοιο καὶ λέγοις πρόσω.

μακράν γε μὲν δὴ ῥῆσιν οὐ στέργει πόλις.

[6] Ο βωμός της Τροίας είναι θεόχτηστος. Άλλωστε όπως αναφέρεται στην Ιλιάδα (Η’ στ. 35) και στις «Τρωάδες, στ. 4-5» του Ευριπίδη την πόλη και τα τοίχοι της τα είχαν κατασκευάσει οι Απόλλων και ο Ποσειδώνας.

[7]  Βλ. Ευριπίδης «Εκάβη, στ. 21 – 28»:

       Hecuba 21 ` to     Hecuba 28   ἐπεὶ δὲ Τροία θ᾽ Ἕκτορός τ᾽ ἀπόλλυται   ψυχὴ πατρώια θ᾽ ἑστία κατεσκάφη   αὐτός τε βωμῶι πρὸς θεοδμήτωι πίτνει   σφαγεὶς Ἀχιλλέως παιδὸς ἐκ μιαιφόνου,   κτείνει με χρυσοῦ τὸν ταλαίπωρον χάριν   ξένος πατρῶιος καὶ κτανὼν ἐς οἶδμ᾽ ἁλὸς   μεθῆχ᾽, ἵν᾽ αὐτὸς χρυσὸν ἐν δόμοις ἔχηι.

[8]  <κτορς τ πλλυται <ψυχή> = τ αμα νν> ψυχν φησι. πολλοὶ γὰρ οὕτως ἐδόξασαν, αἷμα εἶναι τὴν ψυχὴν, ὡς καὶ Ὅμηρος [Ξ 518 ]· «ψυχὴ <δὲ κατ᾽> οὐταμένην ὠτειλὴν ἔσσυτ᾽ ἐπει<γομένη· τὸν δὲ σκότος ὄσσ᾽ ἐκάλυψεν». ἔνιοι δὲ περιφραστικῶς τὸν Ἕκτορά φασι> —  τ αμα λγει <ψυχν>, πε ψυχ τυμολογεται παρ τ ψχω τ ζωογον, τ ζωογονον τ σμα. ἐπεὶ δὲ ἐκχυθέντος τοῦ αἵματος τὸ σῶμα μένει νεκρὸν, καλῶς λοιπὸν ἀπεφήνατο ψυχὴν τὸ αἷμα — (Scholia in Euripidem  sch Hec.21bis.1 ` to     Scholia in Euripidem  sch Hec.21bis.9).

[9] Βλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Ε’, 3.254.13 – 3.254.27» :

       in Ti 3.254.13 ` to     in Ti 3.254.27 ψυχή ἐστιν οὐσία μέση τῆς ὄντως οὔσης οὐσίας καὶ γενέσεως, ἐκ τῶν μέσων συγκραθεῖσα γενῶν καὶ εἰς ἀριθμὸν διαιρεθεῖσα οὐσιώδη καὶ συνδεθεῖσα πάσαις ταῖς μεσότησι καὶ ἁρμοσθεῖσα διατονικῶς ζῶσά τε μίαν ζωὴν καὶ διπλῆν καὶ γνωστικὴ μοναχῶς τε καὶ διχῶς· τούτῳ γὰρ τῷ λόγῳ προστιθέντες τὰ ἴδια καὶ τοὺς ἰδίους ἕξομεν ὁρισμοὺς τῶν θείων ἢ δαιμονίων ἢ μερικῶν ψυχῶν ἀπ᾽ αὐτῆς τῆς ἑκάστων οὐσιώδους ὑποστάσεως, πολλοῦ δέοντες λέγειν <ἐντελέχειαν σώματος εἶναι ψυχὴν φυσικοῦ, ὀργανικοῦ, δυνάμει ζωὴν ἔχοντοσ>· οὗτος γὰρ ὁ λόγος οὔτε τινὸς εἰπὼν εἶναι τὴν ψυχὴν εἶπε, τί ἐστιν, οὔτε πᾶσαν περιέλαβεν (οὐ γάρ εἰσιν αἱ θεῖαι σωμάτων ὀργανικῶν), οὔτε διαφεύγει τὸ ὁριστὸν ἐν ἑαυτῷ παραλαμβάνειν· τὸ γὰρ δυνάμει ζῶν ἐστι τὸ δυνάμει ψυχὴν ἔχον.

[10]  Μαθηματική ουσία είναι η ψυχή.

[11]  Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 3.1 – 3.10» :

       in Euc 3.1 ` to     in Euc 3.10 Τὴν μαθηματικὴν οὐσίαν οὔτε τῶν πρωτίστων ἐν τοῖς οὖσι γενῶν οὔτε τῶν ἐσχάτων εἶναι καὶ παρὰ τὴν ἁπλῆν διῃρημένων, ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὴν μέσην χώραν ἀπειληφέναι τῶν τε ἀμερίστων καὶ ἁπλῶν καὶ ἀσυνθέτων καὶ ἀδιαιρέτων ὑποστάσεων καὶ τῶν μεριστῶν καὶ ἐν συνθέσεσιν παντοίαις καὶ ποικίλαις διαιρέσεσιν ἀφωρισμένων. τὸ μὲν γὰρ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ἔχον καὶ μόνιμον καὶ ἀνέλεγκτον τῶν περὶ αὐτὴν λόγων ὑπερανέχουσαν αὐτὴν ἀποφαίνει τῶν ἐν ὕλῃ φερομένων εἰδῶν,

[12]  Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Μακεδόνιο για την ειμαρμένη, 2.8.43.3 – 2.8.43.15»:

       Anthologium 2.8.43.3 ` to     Anthologium 2.8.43.15   Οὐσία ἐστὶν ἄϋλος ἡ τῆς ψυχῆς καθ᾽ ἑαυτήν, ἀσώματος, ἀγέννητος πάντῃ καὶ ἀνώλεθρος, παρ᾽ ἑαυτῆς ἔχουσα τὸ εἶναι καὶ τὸ ζῆν, αὐτοκίνητος παντελῶς καὶ ἀρχὴ τῆς φύσεως καὶ τῶν ὅλων κινήσεων. Αὕτη δὴ οὖν καθ᾽ ὅσον ἐστὶ τοιαύτη, καὶ τὴν αὐτεξούσιον καὶ τὴν ἀπόλυτον περιείληφεν ἐν ἑαυτῇ ζωήν. <Καὶ> καθ᾽ ὅσον μὲν δίδωσιν ἑαυτὴν εἰς τὰ γιγνόμενα καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ παντὸς φορὰν ἑαυτὴν ὑποτάττει, κατὰ τοσοῦτον καὶ ὑπὸ τὴν εἱμαρμένην ἄγεται καὶ δουλεύει ταῖς τῆς φύσεως ἀνάγκαις· καθ᾽ ὅσον δὲ αὖ τὴν νοερὰν ἑαυτῆς καὶ τῷ ὄντι ἄφετον ἀπὸ πάντων καὶ αὐθαίρετον ἐνέργειαν ἐνεργεῖ, κατὰ τοσοῦτον τὰ ἑαυτῆς ἑκουσίως πράττει καὶ τοῦ θείου καὶ ἀγαθοῦ καὶ νοητοῦ μετ᾽ ἀληθείας ἐφάπτεται.

[13]  Ψυχή = μαθηματική ουσία = λογική ουσία.

[14]  Βλ. Ιεροκλής, «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.1.1 – 26.1.4» :

     In aureum carmen 26.1.1 ` to     In aureum carmen 26.1.4 Η λογικὴ οὐσία συμφυὲς ἔχουσα σῶμα παρὰ τοῦ δημιουργοῦ εἰς τὸ εἶναι παρῆλθεν, ὡς μήτε τὸ σῶμα εἶναι αὐτὴν μήτε ἄνευ σώματος, ἀλλ᾽ αὐτὴν μὲν ἀσώματον, ἀποπερα τοῦσθαι δὲ εἰς σῶμα τὸ ὅλον αὐτῆς εἶδος.

[15]  Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.2.2 – 26.3.1» :

     In aureum carmen 26.2.2 ` to     In aureum carmen 26.3.1 καὶ ἔστιν ἕκαστος ἥρως ψυχὴ λογικὴ μετὰ φωτεινοῦ σώματος καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁμοίως ψυχὴ λογικὴ μετὰ συμφυοῦς ἀθανάτου σώματος. καὶ τοῦτο τῶν Πυθαγορείων ἦν δόγμα, ὃ δὴ Πλάτων ὕστερον ἐξέφηνεν, ἀπεικάσας ξυμφύτῳ δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἡνιόχου πᾶσαν θείαν τε καὶ 26.3  ἀνθρωπίνην ψυχήν.

[16] Βλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 26.5.4 – 26.6.1» :

       In aureum carmen 26.5.4 ` to     In aureum carmen 26.6.1  ζωὴ γάρ τίς ἐστι τὸ ἄϋλον σῶμα καὶ ζωῆς ἐνύλου γεννητικόν, δι᾽ ἧς τὸ θνητὸν ἡμῶν ζῷον συμπληροῦται ἐκ τῆς ἀλόγου ζωῆς καὶ τοῦ ὑλικοῦ σώματος συγκείμενον, εἴδωλον ὂν τοῦ ἀνθρώπου, 26.6  ὃς ἐκ λογικῆς οὐσίας καὶ σώματος ἀΰλου συνέστηκεν.

[17]   Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον “Τίμαιο” του Πλάτωνα, τόμος Ε’(συνέχεια), 3.307.17 – 3.307.20» :

       in Ti 3.307.17 ` to     in Ti 3.307.20 ἄνθρωπός ἐστι ψυχὴ σώματι χρωμένη ἀθάνατος ἀθανάτῳ, ὃν καὶ χωρίσαι δεῖ τοῦ θνητοῦ παντός, ἵνα γένηται ὃς ἦν πρὸ τῆς εἰς γένεσιν πτώσεως.

[18]  Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον “Τίμαιο” του Πλάτωνα, τόμος Ε’(συνέχεια), 3.275.26 – 3.275.33» :

        in Ti 3.275.26 ` to     in Ti 3.275.33   Αἱ ψυχαὶ κατ᾽ οὐσίαν μέν εἰσιν ὑπερφυεῖς καὶ ὑπερ κόσμιοι καὶ εἱμαρμένης ἐπέκεινα, διότι καὶ τὴν πρώτην ὑπόστασιν ἔσχον τοῦ κόσμου τοῦδε χωριστήν, κατὰ δὲ τὰ ὀχήματα αὐτῶν καὶ τὰς λήξεις, ἃς ἐκληρώσαντο διοικεῖν, ἐγκόσμιοι γεγένηνται, παρὰ τοῦ δημιουργοῦ καὶ ταύτην λα βοῦσαι τὴν τάξιν. διὸ καὶ μετὰ τὴν τῶν ὀχημάτων προσάρ τησιν λέγει τοὺς εἱμαρμένους νόμους, οἷς τὰ σώματα ἐκληρώ θησαν διοικεῖν,

[19]  το ζωώδες μέρος.

[20]  του λογικού μέρους.

[21]  Η Λογική αρχή ή η Λογική & αίδια ψυχή.

[22] Βλ. Πρόκλος «υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».

[23]  Βλ. Πλωτίνος «Εννεάδα 1η : Περί του τι το ζώον και τις ο άνθρωπος, 1.1.7.18 – 1.1.8.23» :

     Enneades 1.1.7.18 ` to     Enneades 1.1.8.23 Κωλύσει δὲ οὐδὲν τὸ σύμπαν ζῷον λέγειν, μικτὸν μὲν τὰ κάτω, τὸ δὲ ἐντεῦθεν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθὴς σχεδόν· ἐκεῖνα δὲ τὸ <λεοντῶδεσ> καὶ τὸ <ποικίλον> ὅλως <θηρίον>. Συνδρόμου γὰρ ὄντος τοῦ ἀνθρώπου τῇ λογικῇ ψυχῇ, ὅταν λογιζώμεθα, ἡμεῖς λογιζόμεθα τῷ τοὺς λογισμοὺς ψυχῆς εἶναι ἐνεργήματα.      Πρὸς δὲ τὸν νοῦν πῶς; Νοῦν δὲ λέγω οὐχ ἣν ἡ ψυχὴ ἔχει ἕξιν οὖσαν τῶν παρὰ τοῦ νοῦ, ἀλλ᾽ αὐτὸν τὸν νοῦν. ῍Η ἔχομεν καὶ τοῦτον ὑπεράνω ἡμῶν. Ἔχομεν δὲ ἢ κοινὸν ἢ ἴδιον, ἢ καὶ κοινὸν πάντων καὶ ἴδιον· κοινὸν μέν, ὅτι ἀμέριστος καὶ εἷς καὶ πανταχοῦ ὁ αὐτός, ἴδιον δέ, ὅτι ἔχει καὶ ἕκαστος αὐτὸν ὅλον ἐν ψυχῇ τῇ πρώτῃ. Ἔχομεν οὖν καὶ τὰ εἴδη διχῶς, ἐν μὲν ψυχῇ οἷον ἀνειλιγμένα καὶ οἷον κεχωρισμένα, ἐν δὲ νῷ ὁμοῦ τὰ πάντα. Τὸν δὲ θεὸν πῶς; ῍Η ὡς ἐποχούμενον τῇ νοητῇ φύσει καὶ τῇ οὐσίᾳ τῇ ὄντως,.

[24]  Βλ. Ερμείας «Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδρο, 102.20 – 102.26» :

     In Platonis Phaedrum scholia 102.20 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 102.26  Καὶ γὰρ ἄλλως κυρίως ψυχὴν εἰώθασιν οἱ παλαιοὶ καλεῖν τὴν λογικήν· τό τε γὰρ ὑπὲρ αὐτὴν νοῦν καλοῦσι, τό τε καταδεέστερον αὐτῆς οὐχ ἁπλῶς ψυχὴν, ἀλλ᾽ ἄλογον ψυχὴν καὶ θνητὸν εἶδος ψυχῆς καὶ δεύτερον ἴχνος ζωῆς καὶ ἄλογον ζωὴν, ἢ καὶ ἐμψυχίαν τοῦ πνεύματος καὶ περὶ τοῖς σώμασι ζωὴν καὶ τὰ τοιαῦτα· ἰδίως δὲ καὶ κυρίως ψυχὴν τὴν λογικήν. Καὶ γὰρ τὸν κυρίως ἄνθρωπον τὴν λογικὴν ψυχὴν ἀποκαλεῖ.

[25] Βλ. Πρόκλος «Εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 2.1 – 2.3» :

       Eclogae de philosophia Chaldaica 2.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 2.3   «Ψυχῆς βάθος» τὰς τριπλᾶς αὐτῆς γνωστικὰς δυνάμεις φησί, νοεράς, διανοητικάς, δοξαστικάς· «ὄμματα» δὲ «πάντα», τὰς τριπλᾶς αὐτῶν γνωστικὰς ἐνεργείας. Τὸ γὰρ ὄμμα, γνώσεως σύμβολον· ἡ δὲ ζωή, ὀρέξεως· τριπλᾶ δὲ ἑκατέρα.

[26]  Βλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Β’, 1.223.16 – 1.223.19» :

        in Ti 1.223.16 ` to     in Ti 1.223.19 τῆς γὰρ λογικῆς πάσης ψυχῆς τὸ μέν ἐστι νοῦς, τὸ δὲ διάνοια, τὸ δὲ δόξα, καὶ ὃ μὲν συνάπτεται τοῖς θεοῖς, ἣ δὲ προβάλλει τὰς ἐπιστήμας, ἣ δὲ ἐκδίδωσιν εἰς ἄλλους..

[27] Βλ.  Ερμείας, στο «Σχόλια στον πλατωνικό «Φαίδρο, 84.25 – 84.32» :

      In Platonis Phaedrum scholia 84.25 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 84.32 Τῆς δὴ λογικῆς ψυχῆς εἰσι μέρη δύο, τὸ μὲν διάνοια, τὸ δὲ δόξα· πάλιν δὲ τῆς διανοίας τὸ μὲν πεζότατον λέγεται καὶ κυρίως ἐστὶ διάνοια, τὸ δὲ ἀκρότατον ὃ καὶ νοῦς αὐτῆς λέγεται, καθὸ μάλιστα νοερὰ γίνεται ἡ ψυχὴ, ὃ καὶ <δυνάμει νοῦν> τινες ἐκάλεσαν. Ἄλλο δέ ἐστιν ὑπὲρ τοῦτο ὅ ἐστιν ἀκρότατον τῆς πάσης ψυχῆς καὶ ἑνικώτατον, ὃ πᾶσι τὰ ἀγαθὰ θέλει καὶ ἀεὶ ἑαυτὸ ἐπιδίδωσι τοῖς θεοῖς, καὶ ὅπερ ἂν ἐκεῖνοι βούλωνται τοῦτο ἕτοιμον ἐμποιεῖν· ὃ καὶ ἓν λέγεται τῆς ψυχῆς [ὃ] καὶ ἴνδαλμα φέρει τοῦ ὑπερουσίου ἑνὸς, πᾶσαν ἑνίζον τὴν ψυχήν.

[28]  Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 10.15 – 12.20» :

      in Euc 10.15 ` to     in Euc 12.20   Καὶ μέχρι τοῦδε ἐν ἡμῖν ἡ περὶ αὐτῆς ἀφωρίσθω διδασκαλία. μετὰ δὲ τοῦτο τί ποτ᾽ ἂν εἴη τὸ κριτήριον τῶν μαθημάτων θεωρήσωμεν καὶ προστησώμεθα καὶ τῆς τούτου παραδόσεως ἡγεμόνα τὸν <Πλάτωνα> διαιρούμενον ἐν πολιτείᾳ χωρὶς μὲν τὰ γνωστὰ χωρὶς δὲ τὰς γνώσεις καὶ συζύγως ἀπονέμοντα τοῖς γνωστοῖς τὰς γνώσεις. τῶν γὰρ ὄντων τὰ μὲν νοητὰ θέμενος τὰ δὲ αἰσθητά, τῶν δ᾽ αὖ νοητῶν τὰ μὲν νοητὰ πάλιν τὰ δὲ διανοητά, καὶ τῶν αἰσθητῶν τὰ μὲν αἰσθητὰ τὰ δὲ εἰκαστά, τοῖς μὲν νοητοῖς, ἃ δὴ τῶν τεττάρων ἐστὶ γενῶν πρώτιστα, γνῶσιν ἐφίστησι τὴν νόησιν, τοῖς δὲ διανοητοῖς διάνοιαν, τοῖς δὲ αἰσθητοῖς πίστιν καὶ τοῖς εἰκαστοῖς εἰκασίαν. καὶ τοῦτον ἔχουσαν τὸν λόγον ἀποφαίνει τὴν εἰκασίαν πρὸς τὴν αἴσθησιν, ὃν ἡ διάνοια πρὸς τὴν νόησιν· ἥ τε γὰρ εἰκασία τὰ εἴδωλα γιγνώσκει τῶν αἰσθητῶν ἔν τε ὕδασι φανταζόμενα καὶ τοῖς ἄλλοις κατόπτροις ἐσχάτην πως ἐν εἴδεσιν ἔχοντα τάξιν καὶ εἰδώλων ὄντως εἴδωλα γεγονότα, καὶ ἡ διάνοια τὰς τῶν νοητῶν εἰκόνας θεωρεῖ τὰς ἀπὸ τῶν πρώτων καὶ ἁπλῶν καὶ ἀμεριστῶν εἰδῶν εἰς πλῆθος καὶ διαίρεσιν ὑποβάσας, δι᾽ ὃ καὶ ταύτης μὲν ἡ γνῶσις ἀπ᾽ ἄλλων ὑποθέσεων ἤρτηται πρεσβυτέρων, ἡ δὲ νόησις ἐπ᾽ αὐτὴν ἄνεισι τὴν ἀνυπόθετον ἀρχήν. εἰ τοίνυν τὰ μαθηματικὰ μήτε τὴν ἀμέριστον ἔλαχεν ὑπόστασιν καὶ χωριστὴν ἀπὸ πάσης διαιρέσεως καὶ ποικιλίας μήτε τὴν αἰσθήσει γνωριζομένην καὶ πολὺ μετάβολον καὶ πάντη μεριστήν, παντί που καταφανές, ὅτι διανοητὰ μέν ἐστι κατὰ τὴν οὐσίαν, διάνοια δὲ αὐτῶν προέστηκεν ὡς κριτήριον, ὥσπερ τῶν αἰσθητῶν αἴσθησις καὶ εἰκασία τῶν εἰκαστῶν. ὅθεν δὴ καὶ ὁ Σωκράτης ἀμυδροτέραν μὲν τὴν τούτων γνῶσιν εἶναι διορίζεται τῆς πρωτίστης ἐπιστήμης, τρανεστέραν δὲ τῆς δοξαστικῆς ἐπιβολῆς. τὸ μὲν γὰρ ἀνειλιγμένον καὶ διεξοδικὸν τῆς θεωρίας πλεονάζον ἔχουσι τῆς νοήσεως, τὸ δὲ μόνιμον τῶν λόγων καὶ ἀνέλεγκτον ὑπερέχον τῆς δόξης. καὶ τὸ μὲν ἐξ ὑποθέσεως ὡρμημένον κατὰ τὴν ὕφεσιν ἔλαχον τῆς πρώτης ἐπιστήμης, τὸ δὲ ἐν ἀΰλοις εἴδεσιν ὑφεστὸς κατὰ τὴν τελειοτέραν τῶν αἰσθητῶν εἴδησιν. Τὸ μὲν οὖν κριτήριον τῶν μαθημάτων ἁπάντων τοιόνδε κατὰ τὸν νοῦν ἀφοριζόμεθα τοῦ <Πλάτωνοσ>, τὴν διάνοιαν δόξης μὲν ὑπεριδρύσασαν ἑαυτὴν, τῆς δὲ νοήσεως ἀπολειπομένην.

[29] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 588.c.7 – 588.e.1» :

«Πλάσε λοιπόν μια μορφή θηρίου που να είναι ποικίλο και πολυκέφαλο, και να να έχει γύρω του κεφάλια ήμερων και άγριων ζώων, και να μπορεί να αλλάζει και να φανερώνει από το σώμα του όλες αυτές τις μορφές.

– Για τέτοια δουλειά, είπε, χρειάζεται ένας τεχνίτης πολύ επιτήδειος. Εν τούτοις όμως, αφού ο λόγος πλάθεται πολύ ευκολότερα από το κερί και τα παρόμοια του, ας πλάσουμε την εικόνα που λες.

– Πλάσε λοιπόν άλλη μια εικόνα λιονταριού και μια ανθρώπου. Η πρώτη εικόνα να είναι πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δυο, και η δεύτερη μεγαλύτερη από την Τρίτη.

– Αυτά είναι ευκολότερα να γίνουν, είπε. Νάτα μάλιστα πλάσθηκαν.

– Αυτά λοιπόν που είναι τρία σύνδεσέ τα σε ένα μόνο, κατά τρόπο που να φαίνεται πως έχουν κοινή προέλευση και αποτελούν ένα ενιαίο όλο.

– και αυτό έγινε, είπε.

– Γύρω από αυτά τώρα και επάνω τους κάμε την εικόνα ενός ανθρώπου, κατά τρόπο που όποιος δεν μπορεί να δει τι υπάρχει μέσα, αλλά βλέπει, μονάχα ένα ζώο, άνθρωπο

       Resp 588.c.7 ` to     Resp 588.e.1   Πλάττε τοίνυν μίαν μὲν ἰδέαν θηρίου ποικίλου καὶ πολυκεφάλου, ἡμέρων δὲ θηρίων ἔχοντος κεφαλὰς κύκλῳ καὶ ἀγρίων, καὶ δυνατοῦ μεταβάλλειν καὶ φύειν ἐξ αὑτοῦ πάντα ταῦτα.

– Δεινοῦ πλάστου, ἔφη, τὸ ἔργον· ὅμως δέ, ἐπειδὴ εὐπλαστότερον κηροῦ καὶ τῶν τοιούτων λόγος, πεπλάσθω.

– Μίαν δὴ τοίνυν ἄλλην ἰδέαν λέοντος, μίαν δὲ ἀνθρώπου· πολὺ δὲ μέγιστον ἔστω τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον τὸ δεύτερον.

– Ταῦτα, ἔφη, ῥᾴω, καὶ πέπλασται.

– Σύναπτε τοίνυν αὐτὰ εἰς ἓν τρία ὄντα, ὥστε πῃ συμπεφυκέναι ἀλλήλοις.

– Συνῆπται, ἔφη.

– Περίπλασον δὴ αὐτοῖς ἔξωθεν ἑνὸς εἰκόνα, τὴν τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε τῷ μὴ δυναμένῳ τὰ ἐντὸς ὁρᾶν, ἀλλὰ τὸ ἔξω μόνον ἔλυτρον ὁρῶντι, ἓν ζῷον φαίνεσθαι, ἄνθρωπον.

[30]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος,  τόμος Β΄ [συνέχεια], 1.402.15 – 1.40.20» :

     in Ti 1.402.15 ` to     in Ti 1.404.20   Ἡ μὲν νοερὰ οὐσία ἀμέριστός ἐστι καὶ ἑνοειδὴς καὶ αἰώνιος, ἡ δὲ τῶν σωμάτων μεριστὴ καὶ πεπληθυσμένη καὶ μετὰ τῆς χρονικῆς συνυφεστῶσα παρατάσεως. ἀπ᾽ ἐναντίας οὖν ἔχουσιν αὗται πρὸς ἀλλήλας καὶ δέονται μεσότητος τῆς συνάγειν αὐτὰς δυναμένης, μεριστῆς ἅμα καὶ ἀμερίστου, συνθέτου καὶ ἁπλῆς, αἰωνίου τε καὶ γενητῆς ὑπαρχούσης. τοιαύτην δὲ τὴν ψυχικὴν τάξιν ὁ Πλάτων ὑποτίθεται, νοη τὴν ἅμα καὶ πρώτην τῶν γιγνομένων, αἰώνιον καὶ ἔγχρονον, ἀμέριστον καὶ μεριστήν. εἰ ἄρα δεῖ τὸ πᾶν ἔννουν γενέσθαι, δεῖ καὶ ψυχῆς· ὑποδοχὴ γάρ ἐστιν αὕτη τοῦ νοῦ, καὶ δι᾽ αὐτῆς ὁ νοῦς ἐμφαίνεται τοῖς ὄγκοις τοῦ παντός, οὐχ ὅτι δεῖται τῆς ψυχῆς ὁ νοῦς· οὕτω γὰρ ἂν ἀτιμότερος εἴη τῆς ψυχῆς· ἀλλ᾽ ὅτι τὰ σώματα δεῖται τῆς ψυχῆς, εἰ μέλλοι νοῦ μεθέξειν. τὰ γὰρ ἔσχατα δεῖται τῶν σωμάτων, ἀλλ᾽ οὐ τὰ πρῶτα· ταῦτα γὰρ ἀμέσως πανταχοῦ πάρεστι. δεῖ τοίνυν κἀκεῖνο ἐννοεῖν, ὅτι τὴν ψυχὴν τὴν συνάπτουσαν τῷ αἰσθητῷ τὸν νοῦν νοερὰν εἶναι δεῖ καὶ οὐκ ἄνουν· πῶς γὰρ τὸ ἄνουν τῷ νῷ συνηρτῆσθαι δυνατόν; ἀλλὰ δεήσει καὶ τούτοις ἄλλης μεσότητος. τοιαύτη δὲ οὖσα τὸ μὲν σωματοειδὲς ἅπαν ἐμφρόνως ποδηγετήσει καὶ εὐτάκτως, μιμήσεται δὲ τὸν νοῦν χορεύουσα περὶ αὐτόν. εἰ τοίνυν τὰ ὅλα κρείττω τῶν μερῶν ἐστι καὶ τὰ ἀίδια τῶν κατὰ χρόνον ὑφισταμένων καὶ τὰ ποιοῦντα τῶν ἀποτελουμένων, δεῖ καὶ τὸν ὅλον οὐρανὸν θειότερον εἶναι πάντων τῶν ἐν αὐτῷ μερῶν. εἰ δὴ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ τινὰ ζῷα μερικὰ ὄντα καὶ ἔνυλα καὶ ἐπίκηρα νοῦ μετέχειν πέφυκε, τί χρὴ φάναι τὸν σύμπαντα κόσμον; οὐχ ὅλον δι᾽ ὅλου τὴν εἰς αὑτὸν τοῦ νοῦ παρουσίαν ἐκφαίνειν; τὸ γὰρ σχῆμα καὶ τὴν τάξιν καὶ τὰ μέτρα τῶν δυνάμεων ἐναργῆ τεκμήρια φαίην ἂν εἶναι τῆς νοερᾶς ἐπιστασίας. εἰ δὲ νοῦς ἐφέστηκε τοῖς ὅλοις καὶ διακυβερνᾷ τὸ πᾶν, δεῖ καὶ ψυχὴν εἶναι νοερὰν ἐν μέσῳ, κοσμοῦσαν τὰ σώματα καὶ διοικοῦσαν καὶ χωριστὴν ἅμα τῶν διοικουμένων καὶ πάντα ζωῆς πληροῦσαν, ἵνα δι᾽ αὐ τῆς ὁ κόσμος ἐνστηρίζηται τῷ νῷ καὶ ὁ νοῦς ἐλλάμπῃ τὸν κόσμον· εἰ γὰρ βούλει, καὶ τῶν ἐν <Φιλήβῳ> [29] γεγραμμένων ἀναμνησθῶμεν, ἐν οἷς ἔλεγεν ὁ <Σωκράτησ> ἀποδεικνύς, ὅτι ἔννους ὁ κόσμος καὶ ἔμψυχος, ὅπως τό τε ἐν ἡμῖν γήϊνον ἐκ τοῦ παντός ἐστι, καὶ τὸ ἐν ἡμῖν πῦρ ἀπὸ τοῦ κοσμικοῦ πυρός, καὶ ὁ ἀὴρ ὡσαύτως καὶ τὸ ὕδωρ, καὶ ὡς ἄτοπον τὰ μὲν ἐν ἡμῖν χείρονα προϋπάρχειν ἐν τῷ ὅλῳ, τὰ δὲ θειότερα μὴ εἶναί πως ἀνάλογον καὶ ἐν τῷ παντί, νοῦν τὸν ὅλον καὶ ψυχὴν τὴν ὅλην· ἢ γὰρ οὐδὲν τῶν ζῴων ἔννουν ῥητέον, ἢ εἰ ἔστι τι ζῷον τοιοῦτον, ἄτοπον ἄλλο τι πρὸ τοῦ παντὸς νοῦ μετέχειν· τοῦτο μὲν γὰρ ἀεὶ τέτακται καὶ διὰ τὸ ὡσαύτως ἐγγυτέρω τῆς νοερᾶς ἐστιν οὐσίας, τοῖς δὲ μερικοῖς ζῴοις ὑπάρχει πολὺ τὸ ἄτακτον καὶ πλημμελές· καὶ πολλῷ ἄρα μᾶλλον τέτακται τῶν μερικῶν ζῴων τὸ πᾶν· ἔννουν ἄρα αὐτὸ καὶ ἔμψυχον ῥητέον. ὁ μὲν οὖν <Πλάτων> πάνυ δαιμονίως νοῦν τε ὑποτίθεται διττόν, τὸν μὲν ἀμέθεκτον καὶ δημιουργικόν, τὸν δὲ μεθεκτὸν καὶ ἀχώριστον— ἀπὸ γὰρ τῶν ἐν αὐτοῖς ὄντων τὰ ἐν ἄλλοις ὄντα καὶ συν τεταγμένα τοῖς ὑφειμένοις—καὶ τῷ παντὶ διττὴν ἐνδίδωσι ζωήν, τὴν μὲν σύμφυτον, τὴν δὲ χωριστήν, ἵνα καὶ ζῷον ὁ κόσμος ᾖ διὰ τὴν ἐν αὐτῷ ζωήν, καὶ ἔμψυχον διὰ τὴν νοερὰν ψυχήν, καὶ ἔννουν δι᾽ αὐτὸν τὸν πολυτίμητον νοῦν.

[31] Δηλαδή τον Διόνυσο που είναι η καρδιά του σύμπαντος!

[32] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Β΄ [συνέχεια], 1.404.21 – 1.408.26» :

      in Ti 1.404.21 ` to     in Ti 1.408.26 τὸ δὲ τοῦ Πλάτωνος πῶς οὐ θαυμαστόν; λαβὼν γὰρ τὸν κόσμον καὶ διελὼν αὐτὸν εἰς τὰ μέρη καὶ καθ᾽ ἑαυτὸ θεωρήσας τὸ πλημμελῶς καὶ ἀτάκτως κινούμενον ἵστησιν αὐτὸ λόγῳ, καθάπερ καὶ ἐν <Νόμοισ> [X 895 A] τὸ αὐτοκίνητον αἴτιον πάσης κινήσεως ἀποφῆναι βουλόμενος ἔστησε τὸν ὅλον οὐρανὸν καὶ στήσας εἰσοικίζει ψυχὴν εἰς τὸ πᾶν, ἣ πολλὴν προχέασα ζωὴν ἐψύχωσε τὸν κόσμον, καὶ ἐπὶ τῇ ψυχῇ νοῦν, ὃς κυβερνᾷ τὸν κόσμον εἰς ἑαυτὸν ἐστραμμένος, δι᾽ ὃν τὸ πᾶν κύκλῳ κινεῖται, δι᾽ ὃν τέτακται τὸ ὅλον, δι᾽ ὃν ἀ<ει>κίνητός ἐστιν ὁ σύμπας κόσμος. ἐπειδὴ δὲ ταῦτα πάντα συμπληροῖ ζῷον ἓν καὶ μίαν φύσιν, ἔδει καὶ τὴν συναγωγὸν αὐτῶν καὶ ἑνωτικὴν αἰτίαν προϋφεστάναι, καὶ ταύτην νοεράν· τὸ γὰρ ἀθρόως καὶ ὁμοῦ τὰ ὅλα περιέχειν καὶ συνάγειν εἰς ἑνὸς συμπλή ρωσιν τῆς νοερᾶς ἐστιν αἰτίας ἔργον. διὰ δὴ ταῦτα πρὸ τοῦ μετεχομένου νοῦ τὸν ἀμέθεκτον ὑποστήσας καὶ ἐν αὐτῷ τὰς πάντων αἰτίας ὑποθέμενος ἐκεῖθεν καὶ νοῦς καὶ ψυχὰς καὶ σώματα παρήγαγεν, ἀφ᾽ ὧν τὸν αἰσθητὸν συνεπλήρωσε κόσμον. ὅτι μὲν οὖν ψυχῆς νοερᾶς ἀνάγκη μετέχειν τὸ πᾶν, εἰ νοῦ μεθέξει, δῆλον ἀπὸ τῶν εἰρημένων· αὕτη γὰρ ἔσται σύνδεσμος τῶν ἄκρων ὑπεναντίων ὄντων. ὅτι δὲ καὶ τὸ ἀντίστροφον ἀληθές, δεικτέον, οἷον ὅτι ψυχῆς νοερᾶς ἐν τῷ παντὶ προούσης ἀνάγκη καὶ νοῦν εἶναι τοῦ παντός· ἐπεὶ γὰρ τὴν ψυχὴν ταύτην νοερὰν εἶναί φαμεν, ἀνάγκη καὶ νοῦ μετέχειν αὐτήν. πότερον οὖν τοῦ ὅλου νοῦ μετέχει μόνον ἢ καὶ ἐν αὐτῇ τινὸς ὄντος ἀπ᾽ ἐκείνου; ἀλλ᾽ εἰ μὲν καὶ τὸ σωματικὸν αὐτόθεν τῆς πηγῆς ἀπέλαυε τῶν ψυχῶν καὶ μὴ διὰ τῆς ἐν αὐτῷ ψυχῆς, ἔδει κἀπὶ τῆς ὅλης ψυχῆς τὸ αὐτὸ ποιεῖν· εἰ δὲ ἔστι μὲν ἡ ἐν τῷ δημιουργῷ πηγὴ τῶν ψυχῶν, ἔστι δὲ καὶ ἡ τοῦ παντός, καὶ μετέχει τὸ πᾶν διὰ ταύτης καὶ ἐκείνης, δεῖ δήπου καὶ αὐτὴν τὴν ψυχὴν διὰ τῶν μεθεκτῶν νῶν εἰς τὸν ἀμέθεκτον νοῦν ἀνηρτῆσθαι πάντως· ἀνάλογον γὰρ ὡς τὸ σῶμα τοῦ παντὸς πρὸς τὴν ψυχήν, οὕτως αὕτη πρὸς νοῦν· καὶ γὰρ εἰ μὲν καθὸ ψυχὴ νοερὰ γίνεται, ἔδει πᾶσαν ψυχὴν εἶναι τοιαύτην, εἰ δὲ κατὰ τὴν νοῦ μέθεξιν, ἀνάγκη νοῦ μετέχειν αὐτὴν τοῦ συμμέτρου πρὸς αὐτήν. τοιοῦτος δέ ἐστιν οὐχ ὁ αὐτὸ νοῦς, ἀλλ᾽ ὁ μέσος τοῦ αὐτὸ νοῦ καὶ ψυχῆς τῆς ἐπίκτητον τὸ νοεῖν ἐχούσης, τὶς ὢν νοῦς καὶ τῷ μὲν εἶναι νοῦς, ἀλλὰ μὴ γίνεσθαι καθάπερ ἡ ψυχή, κρείττων ψυχῆς, τῷ δὲ τὶς εἶναι σύστοιχος πρὸς αὐτήν· ὁ γὰρ αὐτὸ νοῦς καὶ τῷ εἶναι νοῦς ἀλλὰ μὴ γίνεσθαι καὶ τῷ ἁπλῶς εἶναι νοῦς κρείττων τῆς πρὸς ψυχὴν συντάξεως. εἰ δὲ κἀκεῖνο ἐνθυμηθείης, ὅτι πᾶσα μονὰς ὅμοιον ἑαυτῇ ὑφίστησι πλῆθος, ἡ μὲν θεία θεῖον, ἡ δὲ ψυχικὴ ψυχικόν, ὥστε καὶ ἡ νοερὰ νοερόν, καὶ ὡς αἱ δεύτεραι τάξεις ἀεὶ μετέχουσι τῶν πρὸ αὐτῶν, ἀνάγκη τού των κειμένων εἶναί τινα τοῦ παντὸς κόσμου νοῦν· δεῖ γὰρ τὴν νοερὰν ψυχὴν νοῦ μετέχειν. εἰ μὲν δὴ τοῦ ὅλου μετέχει, φησί τις, ἄτοπον· οὐκ ἔσται γὰρ ἐκεῖνος πάντων δημιουργός· εἰ δὲ ἄλλου τινός, οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ παντὸς νοῦς καὶ ὁ κυρίως μεθεκτός, ὡς μετὰ τῆς ψυχῆς τὸ πᾶν συμπλη ρῶν, ὁ δὲ ὅλος οὕτω μετεχόμενός ἐστιν, ὡς ἐλλάμπων εἰς αὐτήν. εἴτε ἄρα νοῦς ἐφέστηκε τοῖς ὅλοις, ἔμψυχον τὸ πᾶν, εἴτε ἔμψυχον, καὶ ἔννουν ἐστί.    <Διὰ δὴ τὸν λογισμὸν τόνδε νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δὲ ἐν σώματι συνιστὰς τὸ πᾶν συνετεκταί νετο> [30 B].      Δεῖ πρῶτον ἰδεῖν, τίς οὗτος ὁ νοῦς, καὶ πότερον οὐσιώδης ἐστίν, ὑπερκαθήμενος τῆς ψυχῆς, ἢ ἕξις νοερά τις αὐ τῆς, καὶ συλλογίσασθαι, ὅτι οὐσιώδης ἔκ τε τῆς ἀναλογίας— ὡς γὰρ νοῦς πρὸς ψυχήν, οὕτως ψυχὴ πρὸς σῶμα· ψυχὴ δὲ οὐκ ἔστι σώματος οὕτως ὡς ἕξις, οὐδὲ νοῦς ψυχῆς—καὶ ἐκ τῆς τελικῆς αἰτίας· διὰ γὰρ νοῦν ὑποστῆναί φησι τὴν ψυχήν, ἀλλ᾽ οὐκ ἔμπαλιν· εἰ δὲ νοῦ ἕνεκα ψυχή, νοῦς δὲ τὸ οὗ ἕνεκα, οὐκ ἔστιν ἕξις ὁ νοῦς· οὐδαμοῦ γὰρ ἡ οὐσία διὰ τὴν ἕξιν ὑφίσταται. καὶ τρίτον, ὅτι τοῦτον μὲν τὸν νοῦν ὁ δημιουργὸς ὑφίστησι, τὸν δὲ καθ᾽ ἕξιν ἡ ψυχὴ κατὰ τὴν ταὐτοῦ κύκλου περὶ τὸ νοητὸν κίνησιν, ὡς αὐτὸς <ἐρεῖ> [37 C]· κατὰ γὰρ ἐκείνην <νοῦν ἐπιστήμην τε ἐξ ἀνάγκης ἀποτελεῖσθαι>. πῶς οὖν ὃν αὐτὴ ὑφίστησιν, ὁ δημιουργὸς ἔμελλεν ὑφιστάνειν πρὸ αὐτῆς; ἐπὶ δὲ τούτοις ὀρθῶς ἔχουσι λαβεῖν, ὅτι περ ἐν τῷ δημιουργῷ καὶ <ψυχὴ βασιλικὴ> καὶ <νοῦσ> ἦν <βασιλικόσ>, ὥς φησιν ὁ ἐν <Φιλήβῳ> [30 D] <Σωκράτησ>, κατὰ τὸν τῆς αἰτίας λόγον, καὶ κατὰ ταύτας τὰς πηγὰς τῶν διττῶν τούτων γενῶν καὶ νῦν νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ, ψυχὴν δὲ ἐν σώματι τίθησιν, οὐ διότι τὰ βελτίονα ἐν τοῖς χείροσίν ἐστιν, οὐδ᾽ ὅτι δεῖταί τινος ἕδρας ὁ νοῦς, ἢ ὅτι ἔν τινί ἐστιν ἡ ψυχὴ τοῦ παντός— ἀνάξια γὰρ ταῦτα τῶν ὅλων ἐστὶ καὶ θείων οὐσιῶν, δι᾽ ἃς εὐδαίμων θεὸς ὁ κόσμος ἀποκαλεῖται—ἀλλ᾽ ὅτι διχῶς τὴν τῶν πραγμάτων φύσιν ἐπινοοῦμεν, ἢ κατὰ τὴν πρόοδον αὐ τῶν, ἢ κατὰ τὴν ἐπιστροφήν· καὶ τὴν μὲν πρόοδον θεωροῦντες ἀπό τε τῶν πρώτων ἀρχόμεθα καὶ τὰ αἴτια ἐν τοῖς ἀπ᾽ αὐτῶν εἶναι λέγομεν, τὴν δὲ ἐπιστροφὴν ἀνάπαλιν· ἐν γὰρ τοῖς αἰτίοις τὰ αἰτιατά φαμεν ὑπάρχειν. καὶ οὖν καὶ ὁ Πλάτων τὸν μὲν δεύτερον τρόπον παραδώσει <μικρὸν ὕστερον> [36 D], ἐν τῇ ψυχῇ τὸ σῶμα τιθεὶς καὶ ταύτην ἐν τῷ νῷ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, τὸν δὲ τῆς προόδου νῦν μεταχειριζόμενος νοῦν μὲν ἐν ψυχῇ τίθησιν, ὅτι πᾶσα νοοειδής ἐστι καὶ οὐδὲν ἔστι λαβεῖν αὐτῆς, ὃ μὴ κεκράτηται τῇ νοερᾷ φύσει, ψυχὴν δὲ ἐν σώματι, διότι καὶ τοῦτο καθ᾽ ὅλον ἑαυτὸ μετέχει ψυ χῆς καὶ οὐδὲν ἔστιν αὐτοῦ μόριον λαβεῖν ἄψυχον, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς οἰκείας παρῃρημένον ζωῆς ὡς τοῦ παντὸς μέρος ἐψύχωται· καθάπερ γὰρ τὴν πρόνοιαν πανταχοῦ προϊέναι λέγομεν καὶ εἶναι πανταχοῦ, διότι πᾶσι πάρεστι καὶ οὐδὲν ἔρημον ἀφίησιν ἑαυτῆς, κατὰ ταῦτα δὴ καὶ τὸν νοῦν ἐν ψυχῇ φαμεν ὡς ὅλην αὐτὴν περιλάμποντα, κἀν τῷ σώματι τὴν ψυχὴν ὡς ὅλῳ παροῦσαν αὐτῷ. καὶ οὐχ ὁ μὲν Πλάτων οὕτως, ὁ δὲ <Ὀρφεὺσ> [frg. 207] τρόπον ἕτερον· ἀλλ᾽ εἴ με δεῖ τοὐμὸν εἰπεῖν, διὰ τούτων καὶ ἡ τοῦ θεολόγου διάνοια γίγνεται καταφανής. ἡ μὲν γὰρ Ἵππα τοῦ παντὸς οὖσα ψυχὴ καὶ οὕτω κεκλημένη παρὰ τῷ θεολόγῳ τάχα μὲν ὅτι καὶ ἐν ἀκμαιοτάταις κινήσεσιν αἱ νοήσεις αὐτῆς οὐσίωνται, τάχα δὲ καὶ διὰ τὴν ὀξυτάτην τοῦ παντὸς φοράν, ἧς ἐστιν αἰτία, λίκνον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς θεμένη καὶ δράκοντι αὐτὸ περι στέψασα τὸν κραδιαῖον ὑποδέχεται Διόνυσον· τῷ γὰρ ἑαυτῆς θειοτάτῳ γίγνεται τῆς νοερᾶς οὐσίας ὑποδοχὴ καὶ δέχε ται τὸν ἐγκόσμιον νοῦν. ὃ δὲ ἀπὸ τοῦ μηροῦ τοῦ Διὸς πρόεισιν εἰς αὐτήν (ἦν γὰρ ἐκεῖ συνηνωμένος) καὶ προελθὼν καὶ μεθεκτὸς αὐτῆς γεγονὼς ἐπὶ τὸ νοητὸν αὐτὴν ἀνάγει καὶ τὴν ἑαυτοῦ πηγήν· ἐπείγεται γὰρ πρὸς τὴν μητέρα τῶν θεῶν καὶ τὴν Ἴδην, ἀφ᾽ ἧς πᾶσα τῶν ψυχῶν ἡ σειρά. διὸ καὶ συλλαμβάνειν ἡ Ἵππα λέγεται τίκτοντι τῷ Διί· ὡς γὰρ <εἴ ρηται πρότερον> [30 B], <νοῦν ἄνευ ψυχῆς ἀδύνατον παραγενέσθαι τῳ>, τοῦτο δὲ ὅμοιον τῷ παρ᾽ <Ὀρφεῖ      γλυκερὸν δὲ τέκος Διὸς ἐξεκαλεῖτο>, τοῦτο δὲ ἦν ὁ κοσμικὸς νοῦς Δίιος ὤν, κατὰ τὸν ἐν τῷ Διὶ μείναντα προελθών. οὕτω δὴ καὶ ἡ <θεοπαράδοτος θεολογία> [Orph. frg. 294. 295] φησὶ συμπεπληρῶσθαι τὸν κό σμον ἐκ τῶνδε τῶν τριῶν· λέγει γοῦν ἡ Ψυχὴ περὶ τοῦ <Δὶς ἐπέκεινα> τοῦ δημιουργήσαντος τὸ πᾶν·                <μετὰ δὴ πατρικὰς διανοίας    Ψυχὴ ἐγὼ ναίω θέρμῃ ψυχοῦσα τὰ πάντα·>   κατέθετο γὰρ        <νοῦν μὲν ψυχῇ, ἐνὶ σώματι> <δ᾽> <ἀργῷ    ἡμέας ἐγκατέθηκε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε> μονονουχὶ βοῶσα διαρρήδην, ὅτι καὶ ὁ κατὰ ταύτην δημιουργός ἐστι Ζεύς· περὶ τίνος γὰρ ἄλλου τοῦτο τεθρυλημένον ἔχομεν ἢ περὶ τοῦ μεγίστου <Διὸς τὸ πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε>; καὶ τοῦ Πλάτωνος τοῖς λόγοις <μαρτυροῦντοσ> [41], ὅταν θεῶν τε αὐτὸν πατέρα καλῇ καὶ τὰς ψυχὰς παραδιδῷ γεννῶντα καὶ εἰς ἀνδρῶν πέμποντα γένεσιν κατὰ τὸν πρώτιστον βίον.

[33]   Ο του Διονύσου φαλός.

[34] Βλ.  Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Γ’, 2.145.11 – 2.146.22» :

     in Ti 2.145.11 ` to     in Ti 2.146.22 ἕνα τοίνυν ἐκεῖνος δημιουργὸν τῆς διῃρημένης πάσης ποιήσεως προστησάμενος ἀνὰ λόγον ὄντα τῷ ἑνὶ πατρὶ τῷ τὴν ὁλικὴν ἀποτίκτοντι δημιουργίαν ἀπὸ τούτου παράγει τό τε νοερὸν πλῆθος ὅλον τὸ ἐγκόσμιον καὶ τὸν τῶν ψυχῶν ἀριθμὸν καὶ τὰς σωματικὰς συστάσεις, αὐτοῦ μὲν ἡνωμένως πάντα ταῦτα γεννῶντος, τῶν δὲ περὶ αὐτὸν θεῶν διαιρούντων καὶ διακρινόντων τὰ δημιουργήματα αὐτοῦ. ἀλλὰ τὰ μὲν ἄλλα δημιουργήματα αὐτοῦ πάντα μεμερίσθαι φησὶν ὑπὸ τῶν διαι ρετικῶν θεῶν, μόνην δὲ τὴν καρδίαν ἀμέριστον εἶναι προνοίᾳ τῆς Ἀθηνᾶς· ἐπειδὴ γὰρ ὑφίστησι μὲν καὶ νοῦς καὶ ψυχὰς καὶ σώματα, ἀλλὰ ψυχαὶ μὲν καὶ σώματα δέχονται πολλὴν τὴν πρὸς ἑαυτὰ διαίρεσιν καὶ τὸν μερισμόν, νοῦς δὲ ἡνωμένος μένει καὶ ἀδιαίρετος ἐν ἑνὶ τὰ πάντα ὢν καὶ μιᾷ νοήσει τὰ ὅλα τὰ νοητὰ περιέχων, μόνην τὴν νοερὰν οὐσίαν καὶ τὸν νοερὸν ἀριθμὸν ἀπολελεῖφθαί φησιν ὑπὸ τῆς Ἀθη νᾶς σεσωσμένον·    <μούνην γὰρ κραδίην νοερὴν λίπον>, φησίν, ἄντικρυς νοερὰν αὐτὴν προσαγορεύων. εἰ τοίνυν ἡ ἀμέριστος καρδία νοερά ἐστι, νοῦς ἂν εἴη δηλαδὴ καὶ νοερὸς ἀριθμός, οὐ μέντοι πᾶς νοῦς, ἀλλ᾽ ὁ ἐγκόσμιος· οὗτος γάρ ἐστιν ἡ καρδία ἡ ἀμέριστος, ἐπειδὴ καὶ τούτου δημιουργὸς ἦν ὁ μεριζόμενος θεός. τὸν μὲν δὴ νοῦν ἀμέριστον οὐσίαν τοῦ Διονύσου καλεῖ, τὸ δὲ γόνιμον αὐτοῦ τὴν μεριστὴν αὐτὴν περὶ τὸ σῶμα ζωὴν φυσικὴν οὖσαν καὶ σπερμάτων οἰστικήν, ἣν καὶ τὴν Ἄρτεμίν φησι τὴν πάσης προεστῶσαν τῆς ἐν τῇ φύσει γεννήσεως καὶ μαιευομένην τοὺς φυσικοὺς λόγους ἄνωθεν διατείνειν ἄχρι τῶν ὑποχθονίων, δυναμοῦσαν αὐτῆς τὴν γόνιμον δύναμιν, τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ θεοῦ σῶμα πᾶν τὴν ψυχικὴν σύστασιν, εἰς ἑπτὰ καὶ τοῦτο διῃρημένον  <ἑπτὰ δὲ πάντα μέλη κούρου διεμοιρήσαντο>, φησὶν ὁ <θεολόγοσ> περὶ τῶν Τιτάνων, καθάπερ καὶ ὁ Τίμαιος εἰς ἑπτὰ διαιρεῖ μοίρας αὐτήν. καὶ τάχα ἂν τὸ διὰ παντὸς τοῦ κόσμου τεταμένην εἶναι τὴν ψυχὴν τοῦ Τιτανικοῦ μερισμοῦ τοὺς Ὀρφικοὺς ἀναμιμνήσκοι, δι᾽ ὃν οὐ μόνον ἡ ψυχὴ περικαλύπτει τὸ πᾶν, ἀλλὰ καὶ τέταται δι᾽ αὐτοῦ παντός. εἰκότως δὴ οὖν καὶ ὁ Πλάτων ἀμέριστον οὐσίαν ἀπεκάλεσε τὴν προσεχῶς ὑπὲρ ψυχὴν καὶ ὡς συντόμως εἰπεῖν τὸν μεθεκτὸν ὑπὸ ψυχῆς νοῦν, τοῖς <Ὀρφικοῖσ> ἑπόμενος <μύθοισ> καὶ οἷον ἐξηγητὴς <τῶν ἐν ἀπορρήτοις λεγομένων> εἶναι βουλόμενος.

[35]  Βλ. Πρόκλος «σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1» :

     in Cra 133.1 ` to     in Cra 133.7 Οτι ὁ ἐν ἡμῖν νοῦς Διονυσιακός ἐστιν καὶ ἄγαλμα ὄντως τοῦ Διονύσου..

[36] Ο βωμός της Τροίας είναι θεόχτηστοςς. Άλλωστε όπως αναφέρεται στην Ιλιάδα (Η’ στ. 35) και στις «Τρωάδες, στ. 4-5» του Ευριπίδη την πόλη και τα τοίχοι της τα είχαν κατασκευάσει οι Απόλλων και ο Ποσειδώνας.

[37]       Hecuba 21 ` to     Hecuba 28   ἐπεὶ δὲ Τροία θ᾽ Ἕκτορός τ᾽ ἀπόλλυται   ψυχὴ πατρώια θ᾽ ἑστία κατεσκάφη   αὐτός τε βωμῶι πρὸς θεοδμήτωι πίτνει   σφαγεὶς Ἀχιλλέως παιδὸς ἐκ μιαιφόνου,   κτείνει με χρυσοῦ τὸν ταλαίπωρον χάριν   ξένος πατρῶιος καὶ κτανὼν ἐς οἶδμ᾽ ἁλὸς   μεθῆχ᾽, ἵν᾽ αὐτὸς χρυσὸν ἐν δόμοις ἔχηι.

[38]       Scholia in Euripidem  sch Hec.21bis.1 ` to     Scholia in Euripidem  sch Hec.21bis.9  <κτορς τ πλλυται <ψυχή> = τὸ αἷμα νῦν> ψυχήν φησι. πολλοὶ γὰρ οὕτως ἐδόξασαν, αἷμα εἶναι τὴν ψυχὴν, ὡς καὶ Ὅμηρος [Ξ 518 ]· «ψυχὴ <δὲ κατ᾽> οὐταμένην ὠτειλὴν ἔσσυτ᾽ ἐπει<γομένη· τὸν δὲ σκότος ὄσσ᾽ ἐκάλυψεν». ἔνιοι δὲ περιφραστικῶς τὸν Ἕκτορά φασι> —

τὸ αἷμα λέγει <ψυχήν>, ἐπεὶ ἡ ψυχὴ ἐτυμολογεῖται παρὰ τὸ ψύχω τὸ ζωογονῶ, τὸ ζωογονοῦν τὸ σῶμα. ἐπεὶ δὲ ἐκχυθέντος τοῦ αἵματος τὸ σῶμα μένει νεκρὸν, καλῶς λοιπὸν ἀπεφήνατο ψυχὴν τὸ αἷμα —

[39]  Λογική αρχή.

[40]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, 817.4 – 819.29 :

      in Prm 817.4 ` to     in Prm 819.29   Τούτου μὲν οὖν συντόμως ἀπηλλάγμεθα· τὸ δὲ δεύτερον μετὰ τοῦτο σκεπτέον, εἰ τῶν ψυχῶν ἐστιν ἐν τοῖς εἴδεσιν αἴτια πρωτουργὰ, καὶ πότερον ἓν ἢ πολλά. Ἀλλ᾽ ὅτι μέν ἐστί τις αὐτῶν ἐν τῷ δημιουργῷ μονὰς ἐν ᾗ πᾶς ὁ τῶν ψυχῶν ἀριθμὸς ἑνιαίως προείληπται, δῆλον ἔκ τε τῆς τῶν πραγμάτων φύσεως καὶ τῆς τοῦ Πλάτωνος παραδόσεως. Εἰ γὰρ ἡ ψυχὴ τὸ πρώτως ἐστὶ γεννητὸν καὶ τὸ πρώτως μεριστὸν, ἀνάγκη τὸ ἀμέριστον εἶδος προηγεῖσθαι τῶν μεριστῶν καὶ τὸ αἰώνιον τῶν ὁπωσοῦν γεννητῶν· καὶ εἰ ὡς πρὸς αἰῶνα χρόνος, οὕτω ψυχὴ πρὸς νοῦν, καθὰ καὶ πρότερον εἴπομεν, εἰκὼν δὲ αἰῶνος χρόνος, ἀνάγκη καὶ ψυχὴν εἰκόνα εἶναι τοῦ νοῦ· καὶ εἰ ἐν τῷ ὄντι μὴ ζωὴ μόνον ἐστὶν, ὥς φησιν ὁ ἐν Φιλήβῳ Σωκράτης, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ, δεῖ δήπου τὴν ψυχὴν αἰτίαν ὑπο τίθεσθαι παραδειγματικὴν τοῦ προελθόντος ἀπὸ νοῦ πλήθους τῶν ψυχῶν, καὶ τὴν τάξιν αὐτῶν καὶ τὸν ἀριθμὸν ἑνιαίως προειληφυῖαν. Εἰ δὲ μὴ μόνον ἕν ἐστιν εἶδος ψυχῶν δημιουργικῶν, ἀλλὰ πολλὰ, μετὰ ταῦτα θεατέον· ἐπεὶ γὰρ πᾶσαι ἀθάνατοι, καὶ ἑκάστης εἶναι παράδειγμα ἀναγκαῖον· ἀλλὰ τοσοῦτο πάλιν εἶναι τὸ προελθὸν πλῆθος, ὅσον τὸ μένον, ἀδύνατον. Εἰ τοί νυν δεῖ τὸ δοκοῦν διαῤῥήδην εἰπεῖν, τῶν μὲν θείων ψυχῶν πασῶν μετὰ τὴν μίαν ἰδέαν καὶ ἄλλας διωρισμένας αἰτίας θετέον, ταύτας δὲ κατά τινα πρόοδον εὔτακτον καὶ ὕφεσιν ἀπ᾽ ἐκείνων γίγνεσθαι διὰ τῶν δαιμονίων ἐπὶ τὰς μερικὰς ψυχὰς τῆς φύσεως ληγούσης· οἷον ὃ λέγω, μονάς ἐστιν ἐν τῷ θείῳ νῷ παραδειγματικὴ τῶν ψυχῶν πασῶν, ἀφ᾽ ἧς ἐῤῥύη τὸ πλῆθος αὐτῶν, ἡνωμένως περιέχουσα τὸ μέτρον, ᾧ μέτρῳ πεπερασμένος ἐστὶν ὁ τούτων ἀριθμός· ταύτῃ δὲ τῇ μονάδι συμφυὴς δεύτερος ἀριθμὸς, διῃρημένος, παραδειγματικὸς τῶν θείων ψυχῶν· ἑκάστης ἴδιον παράδειγμα καὶ εἶδος ἓν ἀφ᾽ οὗ προῆλθον αἱ θεῖαι ψυχαὶ πρῶτον, εἶτα τὸ πλῆθος τὸ ἑκάστῃ σύστοιχον. Ἐκ γὰρ τοῦ τῆς Ἡλιακῆς ψυχῆς παραδείγματος πρώτως μὲν αὐτὴ προῆλθεν ἡ θεία τοῦ ἡλίου ψυχὴ, δευτέρως δὲ πᾶσαι ὅσαι ἡλιακαὶ ψυχαὶ ἀγγελικαὶ, καὶ τρίτως ὅσαι δαιμόνιαι περὶ ἥλιον, ἐσχάτως δὲ ὅσαι μερικαί· πᾶσαι γὰρ πρὸς ἓν εἶδος ἀπεγεννήθησαν, διὸ καὶ συντάξεις εἰσὶ τῶν μερῶν πρὸς τὰ ὅλα, καὶ τῶν ὀπαδῶν πρὸς τοὺς ἡγεμόνας αὑτῶν, καὶ τῆς μιᾶς νοερᾶς αἰτίας αὐτῶν τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν συνέχειαν αὐτῶν τῇ προόδῳ παρεχομένης· ὁμοίως δὲ καὶ τὸ τῆς Σεληνιακῆς ψυχῆς παράδειγμα γεννᾷ πρῶτον μὲν τὴν περὶ σελήνην θείαν ψυχὴν, ἔπειτα τὴν ἀγγελικὴν, ἔπειτα τὴν δαιμονίαν, ἔπειτα τὴν μερικὴν, καὶ πάντα τὸν τούτων ἀριθμὸν ἡ νοερὰ περιέχει μονάς· ὁμοίως δὲ καὶ ἡ τῆς χθονίας ψυχῆς ἰδέα πρώτην ὑφίστησι θείαν τῆς γῆς ψυχὴν, ἔπειτα πάσας ὅσαι προσήκουσι τῇ μονάδι ταύτῃ, κἄν τε ἀγγελικὰς κἄν τε δαιμονίας λέγῃς ἢ μερικάς· πᾶσαι γὰρ καθ᾽ ἓν εἶδος ὑπέστησαν τῆς ὑφέσεως σωζομένης. Καὶ δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων θείων ψυχῶν ὁ αὐτὸς τρόπος· ἑκάστη γὰρ ἔχει διακεκριμένην ἰδέαν, αἱ δὲ συνεπόμεναι αὐταῖς ἀγγελικῶν ἢ δαιμονίων ἢ μερικῶν ψυχῶν τάξεις τῆς μιᾶς ἰδέας μετειλήχασι· καὶ ὥσπερ ἡ μονὰς ἡ μία τῶν ἐκεῖ παραδειγμάτων ψυχικῶν τὴν μίαν ὑφίστησι τοῦ κόσμου ψυχὴν, οὕτως αἱ πολλαὶ μονάδες τὰς πολλάς· κἀκείνη μὲν ὅλον περιέχει τὸν ἀριθμὸν ἑνοειδῶς, αὗται δὲ τὰ μέτρα τῶν οἰκείων σειρῶν, ἡ μὲν τὸ τῆς Ἡλιακῆς, ἡ δὲ τὸ τῆς Κρονίας, ἡ δὲ ἄλλης τινός· ἐκ τῶν ἐκεῖ μέτρων ἐγκόσμιοι ψυχαὶ πρῶται φανεῖσαι διατείνουσι τὸ ἓν τοῦτο εἶδος ἄχρι τῶν τελευταίων τῆς αὑτῶν σειρᾶς ψυχῶν. Ὁ μὲν οὖν δημιουργικὸς νοῦς πρώτως τὰ εἴδη περιέχει τῶν θείων ψυχῶν, ἃς δὴ καὶ πρώτως ἀπεγέννησεν· ἕκαστον δὲ τούτων ἓν ἅμα καὶ πλῆθός ἐστι, πᾶν γὰρ ἔχει κατ᾽ αἰτίαν τὸ πλῆθος τῶν ὑφ᾽ ἑαυτὸ ψυχῶν· καὶ οὕτως ἑκάστη τῶν ψυχῶν κατά τι παράδειγμα οἰκεῖον ὑφέστηκε, καὶ πρώτως ἐστὶ τὰ παραδείγματα τῶν θείων ψυχῶν, ἐν οἷς τὰ εἴδη περιέχεται τῶν μερικωτέρων. Ὅθεν, οἶμαι, καὶ ὁ Τίμαιος ὑποστήσας τὰς θείας ψυχὰς, καὶ μετὰ ταύτας τὰς μερικὰς γεννῶν, τὰ τούτων συμπληρωτικὰ γένη κατάλοιπα τῶν ἐν ἐκείναις γενῶν προσωνόμασε, καὶ ὑποστήσας αὐτὰς ἔνειμέ τ᾽ ἰσαρίθμους τοῖς ἄστροις· κατὰ γὰρ τὰ εἴδη καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν αὑτῷ πεποίηται τὴν διανομὴν αὐτῶν ὁ δημιουργικὸς νοῦς. Διὰ τί γὰρ τὰς δὲ μὲν ἡλίῳ προσῆψε, τὰς δὲ σελήνῃ, καὶ ἄλλας πρὸς ἄλλο; ἢ διότι τὰς μὲν κατὰ τὸ ἡλιακὸν εἶδος, τὰς δὲ κατὰ τὸ σεληνιακὸν ἀπεγέννησε· καὶ πᾶσαι μὲν πρὸς ἓν καὶ καθ᾽ ἓν, ἀλλ᾽ οὐχ ὡσαύτως τοῦ εἴδους μετειλήχασιν. Εἶναι μὲν οὖν τάξιν τῶν εἰδῶν θετέον, πάσης δὲ ἁπλῶς εἶναι ψυχῆς εἶδος· μοναδικὴ δὲ πᾶσα καὶ καθ᾽ ἕνα λόγον ἴδιον ὑφέστηκεν· οὐ γὰρ ὕλη διαφέρει ἄλλη ἄλλης, ἢ οὖν οὐδενὶ διοίσει τὸ παράπαν, ἢ οὐ κατ᾽ εἶδος. Καὶ ἀνάγκη τὸ παράγον ἑκάστην νοῦν παράγειν, ὥστε καὶ νοητὸν ἑκάστης εἶδος ἐν τῷ παράγοντι ὑπάρχειν. Ταῦτα καὶ οἱ θεολόγοι νοήσαντες ἄλλα μὲν τὰ ὁλικὰ τῶν ψυχῶν αἴτιά φασιν, ἃ δὴ τὰς ὅλας αὐτῶν ἀπογεννᾷ σειρὰς, ἄλλα δὲ τὰ μερικὰ, παρ᾽ ὧν αὐ ταῖς ἡ κατ᾽ εἶδος προϋπάρχει διάκρισις καὶ εἰς τὰς οἷον ἀτόμους ψυχὰς διαίρεσις.

[41]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, 819.30 – 820.37 :

       in Prm 819.30 ` to     in Prm 820.37 Περὶ δὲ τῶν ἀλόγων ψυχῶν, ὅτι μὲν καὶ τούτων ἐστὶ παράδειγμα νοητὸν, δῆλον· εἰ γάρ εἰσιν ἐν ἄλλοις ἀθάνατοι, καὶ ἐν ταύταις τινές· καλῶ γὰρ ἀλόγους ἁπάσας τὰς δευτέρας ζωὰς καὶ μεριστὰς περὶ τοῖς σώμασι. Πόθεν τὸ ἀΐδιον αὐταῖς; ἀνάγκη περ ἀπό τινος ἀκινήτου καὶ νοερᾶς αἰτίας· πῶς δέ ἐστι, νυνὶ ῥητέον. Πάλιν δὴ καὶ τούτων μονάδα μίαν προτακτέον καὶ ἰδέαν μίαν, εἴτε πηγαίαν φύσιν, εἴτε αἰσθητικὴν, εἴτε ὁπωσοῦν αὐτὴν ἐθέλοις καλεῖν· διὰ μὲν γὰρ τὴν γνωστικὴν ἰδιότητα φαίη τις ἂν ἀπὸ τῆς μιᾶς δημιουργικῆς αἰσθήσεως ὑφεστάναι τὰς ἀλόγους· διὰ δὲ τὴν ὄρεξιν, ἀπὸ τῆς φύσεως τῆς ἀκροτάτης καὶ πηγαίας προϋπαρχούσης τῶν πολλῶν φύσεων. Ἀπὸ δ᾽ οὖν τῶν αἰτιῶν τούτων πρόεισι τὸ ἐνταῦθα πλῆθος τῶν ἀϊδίων μὲν, ἀλόγων δὲ τῇ φύσει ψυχῶν, καὶ ἐν τοῖς ἀϊδίοις ὀχήμασιν οὐσῶν μεριστῶς κατά τινα ἀριθμὸν τὸν ἐν ἐκείνοις προϊδρυμένον καὶ τὸ μέτρον ἐκεῖνο τὸ εἰδητικόν· πᾶν γὰρ ἀΐδιον πλῆθος πεπέρασται, παντὸς δὲ πεπερασμένου πλήθους προϋπάρχει τὸ περατοῦν ταῦτα καὶ ἀριθμοῦν. Καὶ οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν λογικῶν ψυχῶν προέρχονται, μᾶλλον δὲ ἀπὸ τῶν ἐν ἐκείναις παραδειγμάτων· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ ἐνταῦθα ταῖς λογικαῖς συνήρτηνται, διότι καὶ ἐκεῖ τὸ ἓν αὐτῶν μέτρον ὁμοῦ τοῖς πολλοῖς εἴδεσιν ἐκείνων ἀπογεννᾷ τὸν τούτων ἀριθμόν. Ἀλλ᾽ αἱ μὲν θεῖαι ψυχαὶ καὶ ὅσαι καθαραὶ σώζουσι τὸν λόγον κἀνταῦθα καθαρόν· αἱ δὲ μερικαὶ χρῶνται καὶ ταῖς ἀλόγοις, συμπεπλεγμένην ἔχουσαι ζωὴν, οὗ μὲν κρατοῦντος τοῦ κρείττονος, οὗ δὲ πολλάκις δουλεύοντος. Ἐκ δὲ τῶν ἀϊδίων τούτων ἀλόγων ψυχῶν αἱ ἄλλαι τὴν γένεσιν ἔλαχον ὅσαι θνηταὶ, κατ᾽ εἶδος μὲν καὶ αὐταὶ σωζόμεναι διὰ τὸ παράδειγμα τὸ νοερὸν, τῷ καθ᾽ ἕκαστα δὲ ἀπολλύμεναι, διότι καὶ ἐκ τῶν νέων ὑπέστησαν θεῶν, τῶν πρὸ αὐτῶν ἀλόγων ἐξ ἐκείνων ἀπογεννωμένων τῶν ἄνω ψυχῶν, συμπεπλεγμένης αὐτῶν τῆς ποιήσεως πρὸς τὴν μονάδα πάσης αὐτῶν τῆς σειρᾶς. Ἔχουσι γοῦν τινα ἀναλογίαν αἵ τε φθειρόμεναι πρὸς τὰς ἐνταῦθα θείας αἰτίας ἀφ᾽ ὧν καὶ ὑφίστανται, καὶ αἱ ἀθάνατοι πρὸς τὰς ἐκεῖ τούτων εἰδητικὰς αἰτίας.

[42]  Βλ. Ερμείας «Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδρο, 32.1 – 14» :

       In Platonis Phaedrum scholia 32.11 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 32.14 Νύμφαι δέ εἰσιν ἔφοροι θεαὶ τῆς παλιγγενεσίας ὑπουργοὶ τοῦ ἐκ Σεμέλης Διονύσου· διὸ καὶ παρὰ τῷ ὕδατί εἰσι, τουτέστι τῇ γενέσει ἐπιβεβήκασιν. Αὐτὸς δὲ ὁ Διόνυσος τῆς παλιγγενεσίας ἐπάρχει παντὸς τοῦ αἰσθητοῦ.

[43] Βλ. Ερμείας «Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδρο, 54.  33 – 34» :

       In Platonis Phaedrum scholia 54.33 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 54.34  ἔφοροι δὲ τῆς γενέσεως αἱ Νύμφαι καὶ ὁ Διόνυσος,

[44] Βλ. Ερμείας «Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδρο, 62.  11  – 13» :

       In Platonis Phaedrum scholia 62.11 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 62.13 τῆς γενέσεως προστάτιδές εἰσιν αἱ Νύμφαι, αἳ μὲν τὴν ἀλογίαν κινοῦσαι, αἳ δὲ τὴν φύσιν, αἳ δὲ τὰ σώματα ἐπιτροπεύουσαι, Ναΐδες τέ τινες καὶ Ἁμαδρυάδες καὶ Ὀρεστιάδες καλούμεναι,

[45] Βλ. Ερμείας «Σχόλια στον Πλατωνικό Φαίδρο, 264. 1 – 3» :

       In Platonis Phaedrum scholia 264.1 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 264.3 Νύμφαι δέ εἰσι θεῖαι ψυχαὶ κρείττους τῶν ἀνθρωπίνων, ἐπιτροπεύουσαι πᾶσαν τὴν γένεσιν· καὶ αὗται οὖν αἱ θεαὶ συνεργοὶ γίνονται τῇ τοῦ λογίου θεοῦ τοῦ δεσπότου Ἑρμοῦ δόσει τῇ εἰς πάντα τὸν κόσμον διδομένῃ.

[46]  Βλ. Πορφύριος  «Περί του εν Οδύσσεια των Νυμφών άντρου, 13.6 – 14.16» :

      De antro nympharum 13.6 ` to     De antro nympharum 14.16 σύμβολα δὴ ἔστω ὑδριάδων νυμφῶν οἱ λίθινοι κρατῆρες καὶ ἀμφιφο ρεῖς. Διονύσου μὲν γὰρ σύμβολα ταῦτα, ἀλλ᾽ ὄντα κεραμεᾶ, τοῦτ᾽ ἔστιν ἐκ γῆς ὠπτημένα· ταῦτα γὰρ φίλα τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ δωρεᾷ τῆς ἀμπέλου, ἐπεὶ ἀπὸ πυρὸς οὐρανίου πεπαίνεται ταύτης ὁ καρπός. λίθινοι δὲ κρατῆρες καὶ ἀμφιφορεῖς ταῖς προεστώσαις τοῦ ἐκ πετρῶν ἐξιόντος ὕδατος νύμφαις οἰκειότατοι· ψυχαῖς δὲ εἰς γένεσιν κατιούσαις καὶ σωματουργίαν τί ἂν εἴη οἰκειότερον σύμβολον τούτων; διὸ καὶ ἀπετόλμησεν εἰπεῖν ὁ ποιητὴς ὅτι ἐν τούτοις «φάρε᾽ ὑφαίνουσιν ἁλιπόρφυρα, θαῦμα ἰδέσθαι». ἐν ὀστοῖς μὲν γὰρ καὶ περὶ ὀστᾶ ἡ σαρκοποιία, λίθος δὲ ταῦτα ἐν ζῴοις λίθῳ ἐοικότα· διὸ καὶ οἱ ἱστοὶ οὐκ ἀπ᾽ ἄλλης ὕλης, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ λίθου ἐρρήθησαν. τὰ δ᾽ ἁλιπόρφυρα φάρη ἄντικρυς ἡ ἐξ αἱμάτων ἂν εἴη ἐξυφαινομένη σάρξ· ἐξ αἵματος μὲν γὰρ ἁλουργῆ ἔρια καὶ ἐκ ζῴων ἐβάφη καὶ τὸ ἔριον, δι᾽ αἵματος δὲ καὶ ἐξ αἱμάτων ἡ σαρκογονία. καὶ χιτών γε τὸ σῶμα τῇ ψυχῇ ὃ ἠμφίεσται, θαῦμα τῷ ὄντι ἰδέσθαι, εἴτε πρὸς τὴν σύστασιν ἀποβλέποις εἴτε πρὸς τὴν πρὸς τοῦτο σύνδεσιν τῆς ψυχῆς. οὕτω καὶ παρὰ τῷ Ὀρφεῖ ἡ Κόρη, ἥπερ ἐστὶ παντὸς τοῦ σπειρομένου ἔφορος, ἱστουργοῦσα παραδίδοται, τῶν παλαιῶν καὶ τὸν οὐρανὸν πέπλον εἰρηκότων οἷον θεῶν οὐρανίων περίβλημα.

[47] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 5»

[48] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 5.25»

[49] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 3.20 & 3.27». Επίσης Πορφύριος «Περί αποχής εμψύχων, 2.34»

[50]        De deis et mundo 15.1.1 ` to     De deis et mundo 15.3.2  Ἐκ δὲ τούτων καὶ ἡ περὶ θυσιῶν καὶ τῶν ἄλλων τῶν εἰς Θεοὺς γινομένων τιμῶν λέλυται ζήτησις. Αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ θεῖον ἀνενδεές, αἱ δὲ τιμαὶ τῆς ἡμετέρας ὠφελείας ἕνεκα γίνονται. Καὶ ἡ μὲν Πρόνοια τῶν Θεῶν διατείνει πανταχῇ, ἐπιτηδειότητος δὲ μόνον πρὸς ὑποδοχὴν δεῖται· πᾶσα δὲ ἐπιτηδειότης μιμήσει καὶ ὁμοιότητι γίνεται, διὸ οἱ μὲν ναοὶ τὸν οὐρανόν, οἱ δὲ βωμοὶ μιμοῦνται τὴν γῆν, τὰ δὲ ἀγάλματα τὴν ζωήν—καὶ διὰ τοῦτο ζῴοις ἀπείκασται—, αἱ δὲ εὐχαὶ τὸ νοερόν, οἱ δὲ χαρακτῆρες τὰς ἀρρήτους ἄνω δυνάμεις, βοτάναι δὲ καὶ λίθοι τὴν ὕλην, τὰ δὲ θυόμενα ζῷα τὴν ἐν ἡμῖν ἄλογον ζωήν.