Ο του Διονύσου προς τον Αστροχίτωνα Ηρακλή ύμνος


Μπαίνοντας ο Διόνυσος στον δόμο του Αστροχιτώνος Ηρακλή, αναφώνησε  τον παρακάτω λόγο, επικαλούμενος με μυστίδα φωνή τον βασιλέα των άστρων :

“Αστροχίτων Ηρακλή, άνακτα του πυρός, όρχαμε το Κόσμου, Ήλιε, μακροβόλε ποιμένα του βίου των βροτών, που ιππεύεις ελικοειδώς όλον τον Κόσμο με τον αίθοπα δίσκο σου, που ελίσσεις(ξετυλίγεις) τα τέκνα του 12μηνου χρόνου που ακολουθεί την οδό του φωτός, άγοντας τον ένα κύκλο μετά τον άλλον. Από το άρμα σου ρέει μορφούμενος σε γήρας και νιότη ο αιώνας. Ωδίνεις ως μαία σοφής ωδίνης(τοκετού), αμήτορα εικόνα της τριέλικτης Μήνης, όταν η δροσσόεσσα Σελήνη απορροφά το αντίτυπον πυρ της δική σου λόχιας ακτίνας, γεμίζοντας τον επίκυρτο ταυρίσιο κέρατό της. Παμφαές αιθέρος όμμα, φέρεις με τετράζυγο δίφρο τον χειμώνα μετά το φθινόπωρο και  ανταλλάσσεις το θέρος με το έαρ. Η νύχτα, διωκόμενη από τις βολές του πυρσού σου, φεύγει υποχωρώντας, όταν ο σηκωμένος αυχένας των ίππων σου, που σέρνουν το αστραφτερό άρμα σου, μαστιγώνεται και φαίνεται στην άκρη του ορίζοντα. Καθώς εσύ λάμπεις φωτεινότερος, το ποικίλο λιβάδι του ουρανού σταματά να λάμπει και δεν χρειάζεται πια φως από τα φωτεινά άστρα. Κι όταν, λουσμένος στα ύδατα του ανατολικού Ωκεανού, τινάξεις τη γόνιμη ικμάδα της δροσισμένης σου χαίτης, άγεις φερέκαρπον όμβρο, και πάνω στην καρποφώρα Γαία σκορπίζεις την πρωινό πότισμα της αερώδους έρσης. Με τον δίσκο σου αυξάνεις τις ωδίνες των σταχύων, ραίνοντας την σιτοφόρο ακτήν μέσα στα ζωοτόκα αυλάκια. Βήλος στον Ευφράτη, της Λιβής ο καλούμενος Άμμωνας, Άπις φύτρωσες στον Νείλο, Άραψ Κρόνος, Ασσύριος Ζεύς. Η χιλιετής σοφή όρνις, ο φοίνικας, κουβαλώντας με το γαμψώνυχο πόδι του αρωματικά πάνω στον εύοσμο βωμό σου, κάνει το τέρμα της ζωής του αυτόσπορον αρχή, και τίκτεται ισότυπος εικόνα του ανακαλούμενου/αναγεννημένου χρόνου, και αφού λύσει εν πυρί το γήρας του αμείβεται εκ πυρός ήβην. Είτε Σάραπις φύτρωσες, Αιγύπτιος ανέφελος Ζεύς, είτε Κρόνος, είτε πολυώνυμος Φαέθων, είτε είσαι ο Μίθρας, ο Ήλιος της Βαβυλώνας, ο εν Ελλάδι Απόλλων των Δελφών, είτε ο Γάμος, που τον έσπειρε ο Έρωτας με τα σκιερά όνειρα του, ολοκληρώνοντας τον απατηλό ίμερο μιας μιμητικής συνεύρεσης, όταν ο υπνώος Ζεύς με την αιχμή της αυτογάμου μάχαιρας του τον υγρό σπόρο του έτριψε επί της άρουρας, και τα βουνά, γονιμοποιημένα από τις ουράνιες λειβάδες, τον ξεγέννησαν, είτε εσύ είσαι ο Παιήων που φονεύει τις οδύνες, είτε έγινες ποικίλος Αιθήρ, και λέγεσαι Αστροχίτωνας – γιατί οι νυχτερινοί αστερόεντες χιτώνες απαυγάζουν τον ουρανό – ασπάσου ευμενώς την δική μου φωνή”.[1]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) και Κυριακή Η. Λαμπίρη (Αριστοδίκη) – 1/11/2019 : Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας(Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας –  φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς

 

η αποθέωσις του Ηρακλή, ο Ηρακλής φορά αστρωτό χιτώνα


[1]  Βλ. Νόννος Πανοπολίτης «Διονυσιακά, ραψ. 40η, στ. 369 – 410» :

       Dionysiaca 40.369 ` to     Dionysiaca 40.410   «ἀστροχίτων ῞Ηρακλες, ἄναξ πυρός, ὄρχαμε κόσμου, Ἠέλιε, βροτέοιο βίου δολιχόσκιε ποιμήν, ἱππεύων ἑλικηδὸν ὅλον πόλον αἴθοπι δίσκῳ, υἷα χρόνου λυκάβαντα δυωδεκάμηνον ἑλίσσων, κύκλον ἄγεις μετὰ κύκλον· ἀφ᾽ ὑμετέροιο δὲ δίφρου γήραϊ καὶ νεότητι ῥέει μορφούμενος αἰών· μαῖα σοφῆς ὠδῖνος ἀμήτορος εἰκόνα Μήνης ὠδίνεις τριέλικτον, ὅτε δροσόεσσα Σελήνη σῆς λοχίης ἀκτῖνος ἀμέλγεται ἀντίτυπον πῦρ, ταυρείην ἐπίκυρτον ἀολλίζουσα κεραίην· παμφαὲς αἰθέρος ὄμμα, φέρεις τετράζυγι δίφρῳ χεῖμα μετὰ φθινόπωρον, ἄγεις θέρος εἶαρ ἀμείβων. νὺξ μὲν ἀκοντιστῆρι διωκομένη σέο πυρσῷ χάζεται ἀστήρικτος, ὅτε ζυγὸν ἄργυφον ἕλκων ἀκροφανὴς ἵππειος ἱμάσσεται ὄρθιος αὐχήν, σεῖο δὲ λαμπομένοιο φαάντερον οὐκέτι λάμπων ποικίλος εὐφαέεσσι χαράσσεται ἄστρασι λειμών, χεύμασι δ᾽ ἀντολικοῖο λελουμένος Ὠκεανοῖο σεισάμενος γονόεσσαν ἀθαλπέος ἰκμάδα χαίτης ὄμβρον ἄγεις φερέκαρπον, ἐπ᾽ εὐώδινι δὲ Γαίῃ ἠερίης ἠῷον ἐρεύγεαι ἀρδμὸν ἐέρσης, καὶ σταχύων ὠδῖνας ἀναλδαίνεις σέο δίσκῳ ῥαίνων ζωοτόκοιο δι᾽ αὔλακος ὄμπνιον ἀκτήν.   Βῆλος ἐπ᾽ Εὐφρήταο, Λίβυς κεκλημένος Ἄμμων, Ἆπις ἔφυς Νειλῷος, Ἄραψ Κρόνος, Ἀσσύριος Ζεύς· καὶ ξύλα κηώεντα φέρων γαμψώνυχι ταρσῷ χιλιέτης σοφὸς ὄρνις ἐπ᾽ εὐόδμῳ σέο βωμῷ φοίνιξ, τέρμα βίοιο φέρων αὐτόσπορον ἀρχήν, τίκτεται ἰσοτύποιο χρόνου παλινάγρετος εἰκών, λύσας δ᾽ ἐν πυρὶ γῆρας ἀμείβεται ἐκ πυρὸς ἥβην· εἴτε Σάραπις ἔφυς, Αἰγύπτιος ἀννέφελος Ζεύς, εἰ Κρόνος, εἰ Φαέθων πολυώνυμος, εἴτε σὺ Μίθρης, Ἠέλιος Βαβυλῶνος, ἐν Ἑλλάδι Δελφὸς Ἀπόλλων, εἰ Γάμος, ὃν σκιεροῖσιν Ἔρως ἔσπειρεν ὀνείροις μιμηλῆς τελέων ἀπατήλιον ἵμερον εὐνῆς, ἐκ Διὸς ὑπνώοντος ὅτε γλωχῖνι μαχαίρης αὐτογάμῳ σπόρον ὑγρὸν ἐπιξύσαντος ἀρούρῃ οὐρανίαις λιβάδεσσιν ἐμαιώθησαν ἐρίπναι, εἴτε σὺ Παιήων ὀδυνήφατος, εἰ πέλες Αἰθὴρ ποικίλος, Ἀστροχίτων δὲ φατίζεαι—ἐννύχιοι γὰρ οὐρανὸν ἀστερόεντες ἐπαυγάζουσι χιτῶνες—· οὔασιν εὐμενέεσσιν ἐμὴν ἀσπάζεο φωνήν.»