Ο Επιμενίδης ο Κρής και το Κυλώνειο άγος


Γνωστότερος όλων ο καθαρμός των Αθηναίων από το Κυλώνειον άγος, ένα γεγονός που έμεινε στην ιστορία ως μια σειρά από δεινοπαθήματα που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και που αποδόθηκαν στην οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα που συνέβη κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες. Ο Κύλων που ανήκε στην τάξη των ευγενών, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης. Εκμεταλλευόμενος την δημοτικότητά που είχε αποκτήσει και έχοντας τη βοήθεια του πεθερού του Τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα. Είχε μάλιστα πάρει και χρησμό από το Μαντείο των Δελφών που έλεγε: «εν του Διός τη μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν» (Θουκ. Α’ 126, 4). Θεώρησε ότι η μεγαλύτερη γιορτή του Δία ήταν τα Ολύμπια (κατά πάσα πιθανότητα όμως το Μαντείο αναφερόταν στα Διάσια). Κατά την διάρκεια της εορτής των Ολυμπίων επιτρεπόταν στους ολυμπιονίκες στην επέτειο της νίκης τους να πηγαίνουν με συγγενείς και φίλους και να κάνουν θυσίες σε διάφορα ιερά της πόλης. Εκμεταλλευόμενος τη συνήθεια αυτή αλλά και τη δυσαρέσκεια εκείνη των Αθηναίων, μαζί με τον αδελφό του και τους οπαδούς του κατέλαβε την Ακρόπολη το 632 π.Χ., (κατ΄ άλλους το 628 π.Χ.). Δεν επέτυχε όμως την ολοκλήρωση του σκοπού του γιατί ο τότε επώνυμος άρχων της Αθήνας ο Μεγακλής, που ανήκε στην ισχυρή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών, αντέδρασε δραστήρια και πολιορκώντας την Ακρόπολη ανάγκασε τον μεν Κύλωνα και τον αδελφό του να διαφύγουν στα Μέγαρα, τους δε οπαδούς του να καταφύγουν ικέτες στον βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Οι οπαδοί όμως του Μεγακλή, ενώ τους υποσχέθηκαν πως αν βγουν από το ιερό δεν θα τους πείραζαν, όντας ικέτες της Αθηνάς, τους φόνευσαν προ του ιερού των Ευμενίδων, τη στιγμή που κατέρχονταν από την Ακρόπολη κρατώντας κατά την παράδοση ταινίες των οποίων η άλλη άκρη ήταν δεμένη στο βωμό, αφού προηγουμένως έκοψαν αυτές τις ταινίες (έτσι, θεώρησαν ότι δεν τυγχάνουν πλέον της θείας προστασίας).

Ο Διογένης Λαέρτιος μας λέγει σχετικώς πως :

«Στην Αθήνα την εποχή του Επιμενίδη είχε συμβεί λοιμός και ο χρησμός της Πυθίας μιλούσε για καθαρμό της πόλης. Οι Αθηναίοι τότε έστειλαν στην Κρήτη ένα πλοίο και τον Νικία, τον γιό του Νικήρατου, και ζητούσαν να έρθει ο Επιμενίδης. Εκείνος πράγματι ήρθε κατά την τεσσαρακοστή έκτη Ολυμπιάδα[1], καθάρισε την πόλη τους και σταμάτησε τον λοιμό ως εξής. Πήρε μέλανα και λευκά πρόβατα, τα οδήγησε στον Άρειο πάγο και εκεί τα άφησε να πάνε όπου θέλουν, δίνοντας την εντολή σε αυτούς που τα ακολουθούσαν, όπου κοιμηθεί το καθένα, να θυσιάσουν εκεί στον Θεό. Έτσι σταμάτησε ο λοιμός. Ακόμη και σήμερα μπορεί να βρει στους αθηναϊκούς δήμους βωμούς ανώνυμους, υπόμνημα της τότε εξιλάσεως. Άλλοι είπαν πως ανέφερε ως αιτία του λοιμού το Κυλώνειο άγος και υπέδειξε τον τρόπο απαλλαγής. Γι’ αυτό θανατώθηκαν δυο νέοι, ο Κρατίνος και ο Κτησίβιος, και λύθηκε η συμφορά.»[2]

Το δε λεξικό Σούδα αναφέρει για αυτόν πως :

«Εξάγνισε τους Αθηναίους από το Κυλώνειο άγος κατά την τεσσαρακοστή τέταρτη Ολυμπιάδα[3], σε μεγάλη ηλικία.»[4]

Ο Αριστοτέλης δε – στην “Αθηναίων πολιτεία” – μας πληροφορεί ότι :

«Όταν καταδικάστηκαν για το Κυλώνειο άγος οι Αλκμεωνίδες ξεθάφτηκαν και τα οστά τους απομακρύνθηκαν από την πόλη, ενώ οι απόγονοί τους εξορίστηκαν. Ο Επιμενίδης από την Κρήτη στην συνέχεια καθάρισε την πόλη.»[5]

Μάλιστα κατά πως λέγει ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς στο «Βίος Σόλωνος»:

«Εκείνο τον χρόνο η αναταραχή αυτή είχε αποκορυφωθεί και ο λαός ήταν διχασμένος. Τότε ο Σόλων, με το πλεονέκτημα της δόξας του, μπήκε μαζί με τους πρώτους Αθηναίους στη μέση και με προτροπές και δεήσεις έπεισε τους λεγόμενους “εναγείς” να δεχτούν να δικαστούν, και να τους κρίνουν τριακόσιοι διαλεχτεί πολίτες. Κατήγορος τους ήταν ο Μύρων, ο γιός του Φλυέα, και πέτυχε την καταδίκη τους. Όσοι ήταν ζωντανοί εξορίστηκαν, τους νεκρούς των αποθανόντων τους ξέθαψαν και τους έριχναν έξω των ορίων της πόλης. Όλες αυτές οι αναστατώσεις των Αθηναίων παρώθησαν τους Μεγαρείς να τους επιτεθούν. Κυρίεψαν τη Νισαία και ξαναπήραν την Σαλαμίνα. Τον ίδιο χρονικό διάστημα κατείχαν την πόλη φόβοι από δεισιδαιμονίες και φάσματα, και οι μάντεις κήρυτταν πως οι θυσίες τους δείχνουν άγη και μιάσματα, που χρειάζονται καθαρμούς. Κάλεσαν τότε τον Επιμενίδη από τη Φαιστό της Κρήτης, που μερικοί τον θεωρούν έναν εκ των επτά σοφών (αντί για τον Περίανδρο). Είχε την φήμη πως ήταν θεοφιλής και σοφός περί τα θεία, την ενθουσιαστική και την τελεστική. Για αυτό και οι σύγχρονοί του τον θεωρούσαν γιό τη νύμφης Βάλτης και τον έλεγαν νέο Κούρητα. Όταν ήρθε στην Αθήνα, γνωρίστηκε με τον Σόλωνα και τον βοήθησε πολύ στην προεργασία της νομοθεσίας του. Ευσταλείς έκανε τις ιερουργίες και τις περί τα πένθη προηγούμενες νομοθεσίες. Ανάμιξε θυσίες με τις κηδεύσεις και το σκληρό και βαρβαρικό των αφελών τρόπο, που επικρατούσε από πλευράς των περισσοτέρων γυναικών. Το μέγιστο όμως έργο του ήταν, “λασμος[6] τισι κα καθαρμος κα δρσεσι κατοργισας[7] κα καθοσισας[8] τν πλιν, πκοον το δικαου κα μλλον επειθ πρς μνοιαν κατστησε. Λέγεται τέλος πως, όταν αντίκρισε την Μουνιχία, την κοίταξε πολλή ώρα και ύστερα είπε σε αυτούς που ήταν κοντά του πως ο άνθρωπος είναι τυφλός μπροστά στο μέλλον. Αλλιώς, θα έτρωγαν οι Αθηναίοι με τα δόντια τους του μέρος εκείνο, αν ήξεραν τι οδύνη θα έφερνε κάποτε στην πόλη.»[9]

Και ο Πλάτων επίσης αναφέρεται στον Επιμενίδη δια στόματος Κλεινία λέγοντας :

«ο Επιμενίδης, ανήρ θείος, σύμφωνα με την του θεού μαντεία, ήρθε στην πόλη σας δέκα έτη πριν από την εισβολή των Περσών και έκανε μερικές θυσίες. Είπε στους Αθηναίους, που φοβόνταν τις πολεμικές προετοιμασίες των Περσών, ότι οι εχθροί δεν θα ήταν σε θέση να επιτεθούν πριν περάσουν δέκα έτη και ότι ακόμα και όταν έρθουν, θα ξαναφύγουν χωρίς να πετύχουν τίποτα από όσα έλπιζαν, παθαίνοντας μεγαλύτερες ζημιές από εκείνες που θα έκαναν στον τόπο σας. Από τότε οι πρόγονοί μου συνδέθηκαν με στενή φιλία με τους Αθηναίους και γι’ αυτό και εγώ νιώθω τόσο μεγάλη συμπάθεια για εσάς.»[10]

Δηλ. ο Επιμενίδης ο Κρής, όντας τελεστής θειότατος, για να καθαρίσει την Αθήνα εκ Κυλώνειου άγους έκανε εξιλαστήριες τελετές και καθαρμούς, ίδρυσε κατοργιάσεις, καθοσίωσε την Αθήνα και την κατέστησε υπήκοο του δικαίου και της ομόνοιας.

Μάλιστα η Ομόνοια είναι κύδιστη Δαίμων που οι Έλληνες τιμούν. Χαρακτηριστική περίπτωση τόσο η περίπτωση των Αργοναυτών που, άμα την φανέρωση του Απόλλωνος στην Θυνιάδα νήσο – όταν αυτός «πήγαινε» εκ της Λυκίας στον πολυάριθμο των Υερβορείων δήμο, ο Απολλώνιος Ρόδιος λέγει πως :

«Αφού λοιπόν τον Απόλλωνα ύμνησαν με χορούς και τραγούδια, επόμοσαν στις ευαγείς σπονδές[11], ακουμπώντας τα σφάγια, να συντρέχουν ο ένας τον άλλο με νου ομόφρονο. Ακόμα και σήμερα υπάρχει το ιερό της εύφρονης Ομόνοιας, που έφτιαξαν αυτοί για να τιμήσουν[12] την κύδιστη[13] Δαίμονα.»

Όσο και το γεγονός ότι ο Παυσανίας όταν αναφέρεται στην Ολυμπία και αφού αναφερθεί στον μεγάλο βωμό του Ολύμπιου Διός λέγει :

«Κοντά σε αυτόν, υπάρχει βωμός των Άγνωστων θεών και μετά από αυτόν του Καθάρσιου Διός, της Νίκης και ένας άλλος του επονομαζόμενου Διός Χθονίου. Υπάρχουν και βωμοί όλων των Θεών, ακόμη της Ήρας με την επωνυμία Ολύμπια, κατασκευασμένος κι αυτός από τέφρα – αφιέρωμα, όπως λένε, του Κλύμενου. Στην συνέχεια, υπάρχει κοινός του Απόλλωνος και του Ερμή, επειδή ο μύθος των Ελλήνων σχετικά με αυτούς λέει ότι ο Ερμής επινόησε τη λύρα και ο Απόλλων την κιθάρα. Ο επόμενος στην σειρά είναι της Ομόνοιας, και πάλι της Αθηνάς και στη συνέχεια της Μητέρας των Θεών.»[14]

Βέβαια είναι απόλυτα λογικό το γεγονός να τιμούν οι Αργοναύτες την Ομόνοια, να υπάρχει βωμός στην Ολυμπία και το να τελεί καθαρμούς ο Επιμενίδης καθιστώντας την πόλη της Αθηνάς υπήκοο του δικαίου και της ομόνοιας, μιας και κατά πως λέγει αφενός ο Πορφύριος :

«Όποιος αδικεί τους ανθρώπους είναι αδύνατον να σέβεται τους Θεούς. Αντίθετα κρηπίς της ευσέβειας είναι η φιλανθρωπία[15] και η ομόνοια[16]».[17]

Αφετέρου ο θειότατος πάντων Πλάτων λέγει αφενός πως :

«το ιδιαίτερο έργο της δικαιοσύνης, και καμίας άλλης τέχνης, είναι να δημιουργεί φιλία μέσα στις πόλεις.»[18],

Αφετέρου ότι :

«η όντως και αληθώς φιλία είναι σαφέστατα ομόνοια[19]

Ενώ ο Ιάμβλιχος λέγει ό,τι :

«Η ομόνοια, όπως η ίδια η λέξη βούλεται να δείξει, έχει συμπεριλάβει μέσα της τη συγκέντρωση, την επικοινωνία και την ένωση του όμοιου νοός. Ξεκινώντας λοιπόν από εκεί προχωρεί προς τις πόλεις και τους οίκους, προς όλους τους δημόσιους & ιδιωτικούς συλλόγους, προς όλες τις φύσεις και τις συγγένειες, εξίσου τις δημόσιες και τις ιδιωτικές. Ακόμη περιέχει και την ομογνωμοσύνη του καθενός εκάστου προς τον εαυτό του. Διότι, αν κάποιος κυβερνιέται εξ ενός νοήματος και μίας γνώμης, ομονοεί με τον εαυτό του, ενώ, αν διχογνωμεί με τον εαυτό του και λογίζεται ανόμοια διαστασιάζει – βρίσκεται σε διάσταση με τον εαυτό του. Όποιος όμως αεί μένει επί της αυτής διανοήσεως ομοφροσύνης είναι πλήρης. Ενώ όποιος είναι άστατος στους λογισμούς του και κάθε φορά έχει και άλλη γνώμη είναι αστάθμητος και εχθρός με τον εαυτό του.»[20]

Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει πως :

«Τελικός σκοπός της άριστης πολιτείας είναι η ένωση, όπως βέβαια και της συστάσεως του Κόσμου, και πριν από τον Κόσμο τούτο το Ένα. Διότι η ομοιότητα ανήκει στην συστοιχία του Ενός. Εξ ου και όλα τα στοιχεία που λαμβάνουν την πρόοδό τους παράγονται μέσω της ομοιότητας από τα οικεία του αίτια, και όλα όσα επιστρέφουν προς τις αρχές επιστρέφουν μέσω της ομοιότητας λόγω του πόθου τους για το Ένα. Διότι αυτό που δεν μπόρεσε να παραμείνει στο Ένα αποδέχεται το όμοιο ως συγγενικό προς το Ένα. Η αρμονία επίσης και ο ρυθμός, των οποίων προΐστανται οι Μούσες, έχουν την ύπαρξή τους μέσα από την ομοιότητα. Για τούτο βέβαια δεν δημιουργούν όλοι οι λόγοι ρυθμούς ή αρμονίες, αλλά αυτοί της ομοιότητας επιμόριοι και πολλαπλάσιοι. Οι πολυσχιδής και πολυσύνθετος χαρακτήρας των άλλων λόγων είναι ξένος προς τους μουσικούς λόγους. Σε αλληλουχία λοιπόν προς τις δικές τους ενέργειες και προς τα δώρα που προσφέρουν στον Κόσμο, οι Μούσες ανήγαγαν τη διχοστασία στην ανομοιότητα και την φιλία στην ομοιότητα της ζωής. Και ο ίδιος άλλωστε ο ιερός αριθμός των Μουσών ανήκει στη φύση της ταυτότητας και της ομοιότητας, διότι είναι τετράγωνος παραγόμενος από τον πρώτο περιττό και τέλειο, που προσδιορίζεται από τρείς τριάδες, και δεν είναι μόνο τέλειος, αλλά τέλειος ως προς όλες τις αναφορές του, συνδεδεμένος με τη μονάδα από την οποία προήλθε και σπεύδοντας και αυτός να είναι ένα καινούριο ένα.»[21]

Βέβαια κατά πως λέγει ο Πλάτωνας στην “Πολιτεία” :

«το πρότυπο της πόλης βρίσκεται εν ουρανώ για εκείνων που θέλει να το βλέπει, και βλέποντάς το, να κατοικίσει τον εαυτό του.»[22]

Ως εκ τούτου ερχόμαστε στο γεγονός πως :

«ο Πλάτων στο τέλος του 13ου βιβλίου των “Νόμων” – στο οποίο κάποιοι δίνουν τον τίτλο “Φιλόσοφος”, επειδή σε αυτό εξετάζει και προσδιορίζει πως πρέπει να είναι ο αληθινός φιλόσοφος – ανακεφαλαιώνει όσα συζητήθηκαν και διαπιστώθηκαν προηγουμένως με περισσότερα επιχειρήματα, προσθέτει : “κάθε σχήμα και αριθμητικό σύστημα, κάθε αρμονική σύνθεση και κάθε σύσταση της τροχιάς των άστρων πρέπει να φανερώνουν μια συμφωνία σε όποιον τις μελετά μεθοδικά. Και αυτό που λέμε θα φανεί σωστά, αν κάποιος μαθαίνει τα πάντα έχοντας τα μάτια του καρφωμένα σε μια αρχή. Γιατί θα φανερωθεί ένας δεσμός που συνέχει όλα τούτα. Αν κανείς χρησιμοποιήσει αλλιώς την φιλοσοφία, πρέπει να έχει για συνεργό του την καλή τύχη. Γιατί δεν υπάρχει ποτέ δρόμος χωρίς αυτά. Αυτή η μέθοδος, αυτά τα μαθήματα, είτε εύκολα είτε δύσκολα, και αυτήν την πορεία πρέπει να ακολουθούμε και να μην την αμελούμε. Και εκείνον που τα δέχτηκε όλα αυτά, όπως λέω εγώ, τον αποκαλώ σοφότατο και αυτό το υποστηρίζω σε κάθε περίσταση”. Γιατί είναι φανερό  ότι αυτές οι επιστήμες μοιάζουν με κλίμακες και γέφυρες, καθώς μεταβιβάζουν τη διάνοια μας από τα αισθητά και δοξαστά επί των νοητά και επιστημονικά, και από τα υλικά και σωματικά που μας συντροφεύουν και μας είναι συνηθισμένα από τη βρεφική μας ηλικία στα ασυνήθιστα και άσχετα από τις αισθήσεις, τα οποία λόγω της άυλης και αιώνιας φύσης τους είναι συγγενέστερα με τις ψυχές μας και πολύ πιο πριν με το νοητικό μέρος των ψυχών.»[23]

Μάλιστα η έννοια της ομόνοιας είναι ένας εκ των σημαντικότερων μερών της θεουργικής αναγωγής των ψυχών στα νοητά και στους Θεούς, εξ ου και σχολιάζοντας ο Ερμείας τον Πλατωνικό “Φαίδρο” λέγει πως :

«ἐπειδὴ διὰ φιλίας καὶ ὁμονοίας καὶ συμπνοίας ἡ ἀναγωγὴ γίνεται ἡ πρὸς τοὺς θεούς[24]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1]   596 – 593π.Χ.

[2]       Vit 1.110.2 ` to     Vit 1.111.2   Ὅθεν καὶ Ἀθηναίοις τότε λοιμῷ κατεχομένοις ἔχρησεν ἡ Πυθία καθῆραι τὴν πόλιν· οἱ δὲ πέμπουσι ναῦν τε καὶ Νικίαν τὸν Νικηράτου εἰς Κρήτην, καλοῦντες τὸν Ἐπιμενίδην. καὶ ὃς ἐλθὼν Ὀλυμπιάδι τεσσαρακοστῇ ἕκτῃ ἐκάθηρεν αὐτῶν τὴν πόλιν καὶ ἔπαυσε τὸν λοιμὸν τοῦτον τὸν τρόπον. λαβὼν πρόβατα μελανά τε καὶ λευκὰ ἤγαγε πρὸς τὸν Ἄρειον πάγον. κἀκεῖθεν εἴασεν ἰέναι οἷ βούλοιντο, προστάξας τοῖς ἀκολούθοις ἔνθα ἂν κατακλίνοι αὐτῶν ἕκαστον, θύειν τῷ προσήκοντι θεῷ· καὶ οὕτω λῆξαι τὸ κακόν. ὅθεν ἔτι καὶ νῦν ἔστιν εὑρεῖν κατὰ τοὺς δήμους τῶν Ἀθηναίων βωμοὺς ἀνωνύμους, ὑπόμνημα τῆς τότε γενομένης ἐξιλάσεως. οἱ δὲ τὴν αἰτίαν εἰπεῖν τοῦ λοιμοῦ τὸ Κυλώνειον ἄγος σημαίνειν τε τὴν ἀπαλλαγήν· καὶ διὰ τοῦτο ἀποθανεῖν δύο νεανίας, Κρατῖνον καὶ Κτησίβιον, καὶ λυθῆναι τὴν συμφοράν.

[3]  604 – 601π.Χ.

[4] ἐκάθηρεγοῦν τὰς Ἀθήνας τοῦ Κυλωνείου ἄγους κατὰ τὴν μδ ὀλυμπιάδα, γηραιὸς ὤν.

[5]       Ath 1.1.2 ` to     Ath 1.1.4 καταγνωσθέντος δὲ τοῦ ἅγους, α[ὐ]τοὶ μὲν ἐκ τῶν τάφων ἐξεβλήθησαν, τὸ δὲ γένος αὐτῶν ἔφυγεν ἀειφυγίαν. Ἐ[πι]μενίδης δ᾽ ὁ Κρὴς ἐπὶ τούτοις ἐκάθηρε τὴν πόλιν.

[6]  <λασμσ> = εμνεια, πρᾳότης, συγχρησις, ἢ διαλλαγή. (Λεξικό Ψευδοζωναρά).

<λασμοσ> = λιταῖς. <λαον> = ἵλεων, εὐμενῆ (Ι 639). (Λεξικό Ησύχιου)

<λασμσ> = διαλλαγὴ, εμνεια. ἔστιν ἱλῶ, ἱλᾷς, ἱλᾷ. ὁ μέλλων ἱλάσω, ὁ παρακείμενος ἵλακα, ὁ παθητικὸς ἵλαμαι, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἱλασμός. ἐκ τοῦ ἱλῶ γράφεται ἵλαος, καὶ τροπῇ τοῦ α εἰς ε ἵλεως τὸ Ἀττικὸν. τὸ  ἵλεως παρὰ τῇ κοινῇ διαλέκτῳ δασύνεται. καὶ εἰς τὸ ἐξίλασμαι. (Etymologicum Gudianum  iota.276.25 – 30).

<λσσω> = τ κετεω, ἐξ οὗ καὶ, τὶς δ᾽ αὐτὸν ἱλάσσεται. (Etymologicum Gudianum  iota.276.39 – 40).

<λασμσ> = εμνεια. πρᾳότης. συγχρησις. <λαστριον> = θυσιαστριον. <λεω> = λασμν. <λεωσ> = εμενς. (Collectio verborum utilium e differentibus rhetoribus et sap iota.261. 19 – 22.)

[7]  κατοργιάζω

  • μυώ κάποιον στα όργια ή τα μυστήρια τα σχετικά με τη λατρεία, καταρτίζω κάποιον στις τελετές τών μυστηρίων («ἱλασμοῑς τισι καὶ καθαρμοῑς καὶ ἱδρύσεσι κατοργιάσας καὶ καθοσιώσας τὴν πόλιν», Πλούτ.)
  • (το ουδ. μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) (για πράγματα) τὸ κατωργιασμένον
  • αυτό που έχει αφιερωθεί στη λατρεία, το καθιερωμένο.

[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + ὀργιάζω «τελώ λατρευτικά όργια προς τιμή τών θεών»].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

κατοργάς, -άδος, ἡ (Α)

αυτή που τελεί τα σχετικά με τη λατρεία όργια.

[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + ὀργάς «εύφορη γη αφιερωμένη στους θεούς»].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

Fragmenta 3b,328,F.35a.2 – 3b,328,F.35a.3 ὀργιάζειν δέ ἐστι τὰ τῶν θεῶν ὄργια τελεῖν, τουτέστι μυστήρια καὶ νόμιμα·

[8]  Καθοσιώνω (AM καοσιῶ, -όω)

  1. καθιστώ κάτι όσιο, ιερό, καθιερώνω
  2. προσφέρω ως ανάθημα σε θεό, αφιερώνω

αρχ.

  1. αγνίζω, εξαγνίζω, καθαρίζω («λασμος τισι κα καθαρμος… καθοσιώσας τν πόλιν», Πλούτ.)
  2. φρ. (για πρόσ.) «καθωσιωμένος τινί» — αφιερωμένος, αφοσιωμένος σε ένα πρόσωπο.

[ΕΤΥΜΟΛ. καθοσιώνω < καθοσιῶ (< κατά + ὁσιῶ < ὅσιος)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

καθιερώνω

(AM καθιερῶ, -όω, Α ιων. τ. κατιρῶ, -όω)

  1. αφιερώνω κάτι σε θεό, τό καθαγιάζω, τό καθορίζω ως ιερό («τῆ μὲν γὰρ Ἀθηναίᾳ καθιέρωσεν εἰς ἀναθήματα πεντακισχιλίους στατῆρας», Λυσ.)
  2. καθιστώ ή καθορίζω κάτι ως ιερό, καθαγιάζω, καθοσιώνω
  3. θεσπίζω κάτι, κάνω κάτι νόμιμο και κοινώς παραδεκτό, επισημοποιώ («καθιερώθηκε η κατάργηση τής προίκας»)
  4. παθ. καθιερώνομαι, καθιερομαι

γίνομαι, κηρύσσομαι, ορίζομαι ιερός

αρχ.

  1. παθ. καθιερομαι (για πρόσ.) περιέρχομαι στην αποκλειστική εξουσία θεού ή θεών
  2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) o καθιερωμένοι

οι ιερείς.

[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. καθιερώνω < καθιερώ < κατ(α)-* + ερ (< ερός)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[9]  Βλ. Πλούταρχος «Βίος Σόλωνα, 12.3.1 – 12.10.5» :

       Sol 12.3.1 ` to     Sol 12.10.5 ἐν δὲ τῷ τότε χρόνῳ τῆς στάσεως ἀκμὴν λαβούσης μάλιστα, καὶ τοῦ δήμου διαστάντος, ἤδη δόξαν ἔχων ὁ Σόλων παρῆλθεν εἰς τὸ μέσον ἅμα τοῖς πρώτοις τῶν Ἀθηναίων, καὶ δεόμενος καὶ διδάσκων ἔπεισε τοὺς ἐναγεῖς λεγομένους δίκην ὑποσχεῖν καὶ κριθῆναι τριακοσίων ἀριστίνδην δικαζόντων. Μύρωνος δὲ τοῦ Φλυέως κατηγοροῦντος ἑάλωσαν οἱ ἄνδρες, καὶ μετέστησαν οἱ ζῶντες, τῶν δ᾽ ἀποθανόντων τοὺς νεκροὺς ἀνορύξαντες ἐξέρριψαν ὑπὲρ τοὺς ὅρους. ταύταις δὲ ταῖς ταραχαῖς καὶ Μεγαρέων συνεπιθεμένων, ἀπέβαλόν τε Νίσαιαν οἱ Ἀθηναῖοι, καὶ Σαλαμῖνος ἐξέπεσον αὖθις, καὶ φόβοι τινὲς ἐκ δει σιδαιμονίας ἅμα καὶ φάσματα κατεῖχε τὴν πόλιν, οἵ τε μάντεις ἄγη καὶ μιασμοὺς δεομένους καθαρμῶν προφαίνεσθαι διὰ τῶν ἱερῶν ἠγόρευον. οὕτω δὴ μετάπεμπτος αὐτοῖς ἧκεν ἐκ Κρήτης Ἐπιμενίδης ὁ Φαίστιος, ὃν ἕβδομον ἐν τοῖς σοφοῖς καταριθμοῦσιν ἔνιοι τῶν οὐ προσιεμένων τὸν Περίανδρον. ἐδόκει δέ τις εἶναι θεοφιλὴς καὶ σοφὸς περὶ τὰ θεῖα τὴν ἐνθουσιαστικὴν καὶ τελε στικὴν σοφίαν· διὸ καὶ παῖδα νύμφης ὄνομα Βλάστης καὶ Κούρητα νέον αὐτὸν οἱ τότ᾽ ἄνθρωποι προσηγόρευον. ἐλθὼν δὲ καὶ τῷ Σόλωνι χρησάμενος φίλῳ, πολλὰ προ ϋπειργάσατο καὶ προωδοποίησεν αὐτῷ τῆς νομοθεσίας. καὶ γὰρ εὐσταλεῖς ἐποίησε ταῖς ἱερουργίαις καὶ περὶ τὰ πένθη πρᾳοτέρους, θυσίας τινὰς εὐθὺς ἀναμείξας πρὸς τὰ κήδη, καὶ τὸ σκληρὸν ἀφελὼν καὶ τὸ βαρβαρικόν,  ᾧ συνείχοντο πρότερον αἱ πλεῖσται γυναῖκες. τὸ δὲ μέγιστον· ἱλασμοῖς τισι καὶ καθαρμοῖς καὶ ἱδρύσεσι κατοργιάσας καὶ καθοσιώσας τὴν πόλιν, ὑπήκοον τοῦ δικαίου καὶ μᾶλλον εὐπειθῆ πρὸς ὁμόνοιαν κατέστησε. λέγεται δὲ τὴν Μουνυχίαν ἰδὼν καὶ καταμαθὼν πολὺν χρόνον, εἰπεῖν πρὸς τοὺς παρόντας ὡς τυφλόν ἐστι τοῦ μέλλοντος ἅνθρωπος· ἐκφαγεῖν γὰρ ἂν Ἀθηναίους τοῖς αὑτῶν ὀδοῦσιν, εἰ προῄδεσαν ὅσα τὴν πόλιν ἀνιάσει τὸ χωρίον.

[10]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 642.d.3 –  643.a.1»:

       Leg 642.d.3 ` to     Leg 643.a.1 {ΚΛ.} Καὶ μήν, ὦ ξένε, καὶ τὸν παρ᾽ ἐμοῦ λόγον ἀκούσας τε καὶ ἀποδεξάμενος, θαρρῶν ὁπόσα βούλει λέγε. τῇδε γὰρ ἴσως ἀκήκοας ὡς Ἐπιμενίδης γέγονεν ἀνὴρ θεῖος, ὃς ἦν ἡμῖν οἰκεῖος, ἐλθὼν δὲ πρὸ τῶν Περσικῶν δέκα ἔτεσιν πρότερον παρ᾽ ὑμᾶς κατὰ τὴν τοῦ θεοῦ μαντείαν, θυσίας τε ἐθύσατό τινας ἃς ὁ θεὸς ἀνεῖλεν, καὶ δὴ καὶ φοβουμένων τὸν Περσικὸν Ἀθηναίων στόλον, εἶπεν ὅτι δέκα μὲν ἐτῶν οὐχ ἥξουσιν, ὅταν δὲ ἔλθωσιν, ἀπαλλαγήσονται πράξαντες οὐδὲν ὧν ἤλπιζον, παθόντες τε ἢ δράσαντες πλείω κακά. τότ᾽ οὖν ἐξενώθησαν ὑμῖν οἱ πρόγονοι ἡμῶν, καὶ εὔνοιαν ἐκ τόσου ἔγωγε ὑμῖν καὶ  οἱ ἡμέτεροι ἔχουσιν γονῆς.

[11]  <λοιβας εαγεσσιν> = μοσαν, φησν, μονοσειν λλλοις· θεν κα μονοας θες δρυται ερν. (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica  183. 7-8).

[12]  <πορσανοντεσ> = γρ ντ το τιμντες. γράφεται καὶ <κικλήσκοντες>. (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica  183. 10).

[13]  <κυδστην> = ἀντὶ τοῦ κρατίστην θεῶν Ὁμόνοιαν τιμῶντες· (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica  183.9).

[14]  Βλ. Παυσανίας «Ηλιακά, 5.14.8.3 – 5.14.9..1» :

       Graeciae descriptio 5.14.8.3 ` to     Graeciae descriptio 5.14.9.1 πρὸς αὐτῷ δέ ἐστιν Ἀγνώστων θεῶν βωμὸς καὶ μετὰ τοῦτον Καθαρσίου Διὸς καὶ Νίκης καὶ αὖθις Διὸς ἐπωνυμίαν Χθονίου. εἰσὶ δὲ καὶ θεῶν πάντων βωμοὶ καὶ ῞Ηρας ἐπίκλησιν Ὀλυμπίας, πεποιημένος τέφρας καὶ οὗτος· Κλυμένου δέ φασιν αὐτὸν ἀνάθημα εἶναι. μετὰ δὲ τοῦτον Ἀπόλλωνος καὶ Ἑρμοῦ βωμός ἐστιν ἐν κοινῷ, διότι Ἑρμῆν λύρας, Ἀπόλλωνα δὲ εὑρέτην εἶναι κιθάρας Ἑλλήνων ἐστὶν ἐς αὐτοὺς λόγος. ἐφεξῆς δὲ Ὁμονοίας βωμὸς καὶ αὖθις Ἀθηνᾶς, ὁ δὲ Μητρὸς θεῶν.

[15]  Βλ Πλάτων «Όροι, 412.e.11 – 412.e.13» :

«Φιλανθρωπία. Έξις του ήθους προς δημιουργία φιλίας για τον άνθρωπο. Έξις προς ευεργεσία των ανθρώπων. Σχέση χάριτος. Μνήμη μετά ευεργεσίας.»

        Def 412.e.11 ` to     Def 412.e.13   Φιλανθρωπία ἕξις εὐάγωγος ἤθους πρὸς ἀνθρώπου φιλίαν· ἕξις εὐεργετικὴ ἀνθρώπων· χάριτος σχέσις· μνήμη μετ᾽ εὐεργεσίας.

[16]  Βλ Πλάτων «Όροι, 413.b.8 – 413.b.9» :

«Ομόνοια. Επικοινωνία όλων των όντων. Συμφωνία νοημάτων και αντιλήψεων.»[16]

        Def 413.b.8 ` to     Def 413.b.9   Ὁμόνοια κοινωνία τῶν ὄντων ἁπάντων· συμφωνία νοημάτων καὶ ὑπολημμάτων.

[17]   Βλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλαν, 35.12 – 35.13» :

       Ad Marcellam 35.12 ` to     Ad Marcellam 35.13 οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως γὰρ οὖν ἄνθρωπον ἀδικοῦντα σέβειν θεόν· ἀλλὰ κρηπὶς εὐσεβείας σοι νομιζέσθω ἡ φιλανθρωπία καὶ ….

[18]  Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.d.4 – 409.d.6.»:

       Clit 409.d.4 ` to     Clit 409.d.6 τὸ τῆς δικαιοσύνης ἴδιον ἔργον, ὃ τῶν ἄλλων οὐδεμιᾶς, φιλίαν ἐν ταῖς πόλεσιν ποιεῖν.

[19]  Βλ. Πλάτων «Κλειτόφων, 409.e.3 – 409.e.4.» :

       Clit 409.e.3 ` to     Clit 409.e.4 τὴν δὲ ὄντως καὶ ἀληθῶς φιλίαν εἶναι σαφέστατα ὁμόνοιαν.

[20]  Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Μακεδόνιο για την ομόνοια, 3.5.49.2 – 3.5.49.8» :

       Anthologium 2.33.15.2 ` to     Anthologium 2.33.15.14 Η ὁμόνοια, καθάπερ αὐτὸ τὸ ὄνομα βούλεται ἐνδείκνυσθαι, συναγωγὴν ὁμοίου τοῦ νοῦ κοινωνίαν τε καὶ ἕνωσιν ἐν ἑαυτῇ συνείληφεν· ἀφορμηθεῖσα δὴ οὖν ἐντεῦθεν ἐπὶ πόλεις καὶ οἴκους, κοινούς τε συλλόγους πάντας καὶ ἰδίους [οἴκους], φύσεις τε καὶ συγγενείας πάσας ἐπιπορεύεται, κοινάς τε καὶ ἰδίας ὡσαύτως· ἔτι δὲ περιέχει καὶ τὴν ἑνὸς ἑκάστου πρὸς ἑαυτὸν ὁμογνωμοσύνην· ὑφ᾽ ἑνὸς μὲν γάρ τις νοήματος καὶ μιᾶς γνώμης κυβερνώμενος ὁμονοεῖ πρὸς ἑαυτόν, διχογνωμονῶν δὲ πρὸς ἑαυτὸν καὶ ἀνόμοια λογιζόμενος διαστασιάζει· καὶ ὁ μὲν ἐπὶ τῆς ἀεὶ αὐτῆς ἐπιμένων διανοήσεως ὁμοφροσύνης ἐστὶ πλήρης· ὁ δὲ ἄστατος τοῖς λογισμοῖς καὶ ἄλλοτε ἐπ᾽ ἄλλην δόξην φερόμενος ἀστάθμητός ἐστι καὶ πολέμιος πρὸς ἑαυτόν.

[21]  Βλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, (Β’[συνέχεια], 2.80.6 – 2.80.28) :

       in R 2.80.6 ` to     in R 2.80.28   ΜΕ. Τέλος ἐστὶν τῆς ἀρίστης πολιτείας ἡ ἕνωσις, ὥσπερ δὴ καὶ τοῦ κόσμου τῆς συστάσεως, καὶ πρὸ τοῦδε τοῦ κόσμου τὸ ἕν. καὶ γὰρ ἡ ὁμοιότης τῆς τοῦ ἑνός ἐστι συστοιχίας· διὸ καὶ πάντα τὰ προϊόντα δι᾽ ὁμοιότητος ἀπὸ τῶν οἰκείων αἰτίων παράγεται, καὶ πάντα τὰ ἐπιστρέφοντα πρὸς τὰς ἀρχὰς δι᾽ ὁμοιότητος ἐπιστρέφει πόθῳ τοῦ ἑνός· τὸ γὰρ ἐν τῷ ἑνὶ μεῖναι μὴ δυνηθὲν τὸ ὅμοιον ὡς συγγενὲς ἀσπάζεται πρὸς τὸ ἕν. καὶ ἡ ἁρμονία δὲ καὶ ὁ ῥυθμὸς δι᾽ ὁμοιότητος ἔχουσιν τὴν ὕπαρξιν, ὧν αἱ Μοῦσαι προεστᾶσιν· ὅθεν δὴ καὶ οὐ πάντες λόγοι ῥυθμοὺς ποιοῦσιν ἢ ἁρμονίας, ἀλλ᾽ οἱ τῆς ὁμοιότητος ὄντες ἐπιμόριοι καὶ πολλαπλάσιοι· τὸ δὲ πολυσχιδὲς τῶν ἄλλων λόγων καὶ πολυσύνθετόν ἐστι τῶν μουσικῶν λόγων ἀλλότριον. ἑπομένως ἄρα ταῖς ἑαυτῶν ἐνεργείαις αἱ Μοῦσαι καὶ τοῖς δώροις, οἷς δωροῦνται τὸν κόσμον, εἰς τὴν ἀνομοιότητα τὴν στάσιν ἀνήγαγον καὶ αὖ τὴν φιλίαν εἰς τὴν ὁμοιότητα τῆς ζωῆς· ἐπεὶ καὶ αὐτὸς ὁ τῶν Μουσῶν ἱερὸς ἀριθμὸς τῆς ταὐτοῦ καὶ ὁμοίου φύσεώς ἐστιν, ἐκ τοῦ πρώτου περιττοῦ καὶ τελείου τετράγωνος ὤν, ἐν τρισὶ τριάσιν ἀφωρισμένος, καὶ οὐ μόνον τέλειος ὤν, ἀλλὰ κατὰ πάντα τέλειος, εἴς τε τὴν μονάδα συνελισσόμενος, ἀφ᾽ ἧς προῆλθεν, καὶ ἓν νέον εἶναι καὶ αὐτὸς ἐπειγόμενος. καὶ ἔστω καὶ ἡμῖν τοῦτο τέλος τῆς τοῦ λόγου τῶν Μουσῶν ἐπιβλέψεως ἐπὶ τὸ ἓν ἀναγαγοῦσι τὴν θεωρίαν.

[22]  Βλ. Πλάτων “Πολιτεία, 592.b.2  – 592.b.5” :

          Resp 592.b.2 ` to     Resp 592.b.5   Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐν οὐρανῷ ἴσως παράδειγμα ἀνάκειται τῷ βουλομένῳ ὁρᾶν καὶ ὁρῶντι ἑαυτὸν κατοικίζειν.

[23]  Βλ. Νικόμαχος «Αριθμητική εισαγωγή, 1.3.5.1 – 1.3.6.9»:

          Introductio arithmetica 1.3.5.1 ` to     Introductio arithmetica 1.3.6.9  καὶ Πλάτων δὲ ἐπὶ τέλει τοῦ τρισκαιδεκάτου τῶν νόμων, ὅπερ τινὲς φιλόσοφον ἐπιγράφουσιν, ὅτι ἐν αὐτῷ περισκοπεῖ καὶ διορίζεται, ποταπὸν χρὴ τὸν ὄντως φιλόσοφον εἶναι, ἀνακεφαλαιούμενος τὰ διὰ πλειόνων προδιαλεχθέντα καὶ προδιαβεβαιωθέντα ἐπιφέρει· ἅπαν διάγραμμα ἀριθμοῦ τε σύστημα καὶ ἁρμονίας σύστασιν ἅπασαν τῆς τε τῶν ἄστρων φορᾶς τὴν ἀναλογίαν μίαν ἀναφα νῆναι δεῖ τῷ κατὰ τρόπον μανθάνοντι, φανήσεται δ᾽ ἂν ὃ λέγομεν ὀρθῶς, εἴ τις εἰς ἓν βλέπων πάντα μανθάνει· δεσμὸς γὰρ ἁπάντων τούτων εἷς ἀνα φανήσεται· εἰ δέ τις ἄλλως μεταχειριεῖται φιλοσοφίαν, τύχην δεῖ καλεῖν συνεργόν· οὐ γὰρ ἄνευ τούτων ἡ ὁδός ποτε, ἀλλ᾽ οὗτος ὁ τρόπος, ταῦτα τὰ μαθήματα εἴτε χαλεπὰ εἴτε ῥᾴδια, ταύτῃ ἰτέον, ἀμελεῖν δὲ οὐ δεῖ. τὸν δὲ ταῦτα πάντα οὕτω λαβόντα, ὡς ἐγὼ λέγω, τοῦτον ἐγὼ καλῶ σοφώτατον καὶ διισχυρίζομαι παίζων τε καὶ σπουδάζων. δῆλον γάρ, ὅτι κλίμαξί τισι καὶ γεφύραις ἔοικε ταῦτα τὰ   μαθήματα διαβιβάζοντα τὴν διάνοιαν ἡμῶν ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν καὶ δοξαστῶν ἐπὶ τὰ νοητὰ καὶ ἐπιστημονικὰ καὶ ἀπὸ τῶν συντρόφων ἡμῖν καὶ ἐκ βρεφῶν ὄντων συνήθων ὑλικῶν καὶ σωματικῶν ἐπὶ τὰ ἀσυνήθη τε καὶ ἑτερόφυλα πρὸς τὰς αἰσθήσεις, τῇ δὲ ἀυλίᾳ καὶ ἀιδιότητι συγγενέστερα ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς καὶ πολὺ πρότερον τῷ ἐν αὐταῖς νοητικῷ.

[24]          In Platonis Phaedrum scholia 200.10 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 200.11