Ξύπνημα εν τω Φωτί-Πατρί


9295338400_6372ecdb92_o 3.jpg

…αφθόνως ο Κύριος & Πατήρ & μόνος φαίνεται δια παντός του Κόσμου….
Εξ ου και πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειο είναι άνωθεν κατεβαίνον από του Πατρός των όλων.
Όμως, ο άνθρωπος δεν ζει μόνον με άρτο, αλλά με κάθε ρήμα που εκπορεύεται εκ του στόματος του Θεού ….
Διότι ο Πατήρ των όλων είναι ο Λόγω συστησάμενος τα όντα, βουληθείς επεκύησε ημάς Λόγω Αληθείας, για να ήμεθα οι λογικές ψυχες στο είναι κάποια απαρχή των δημιουργημάτων του.

Γι’ αυτό πας ο υπάρχων εκ της Αληθείας ακούει μου της φωνής:

——-Φωτός ρήματα και Αιθέρος μαθητείες & διαγγέλματα——

 

Όσα σκοπεύω να παραθέσω έχουν τεράστια σημασία για όλα όσα πάνω στην γη αναπνέουν & κινούνται, και έχουν σχέση με την ύπαρξη, τη λογική ψυχή και τον νου, μα πάνω από όλα έχουν σημασία για εμένα τον ίδιο, διότι είμαι γιός του υψίστου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός και κατ’ ουσίαν αεί οπαδός της πάνοπλης Αθηνάς Παλάδος, αυτής που είναι η άχραντη βούληση του υψίστου Πατρός Διός, αυτή που είναι η παντέλεια εν σιγή νοητική σοφίας του πατρός Άμμωνος-Ρα, αυτή που είναι η δημιουργική νόηση & πρόνοια του Πηγαίου & Κοσμαγού Κρονίδη – της ζαθέου Θεάς που κυβερνά εξ ύψους τα σύμπαντα και φέρει τον δημιουργικό του Πηγαίου & Κοσμαγού Άμμωνος Λόγο, τον ζάθεο Χου, αυτόν που μόνος είναι υιός εκ του Πηγαίου & Κοσμαγού Πατρός Διός – τον οποίο γέννησε ο Πηγαίος & Κοσμαγὀς Πατήρ Άμμων και φέρει η εγερμάχη Αθηνά Παλλάδα & Σοφία, ίδιον ευθύς αφθόνως & απαθώς αγέννητον Λόγο, με ρώμη απόρρητη και οξυτέρα φωνή, να είναι Θεός κατά την ουσία εκ της ουσίας, εκείνος ο οποίος του Πηγαίου & Κοσμαγού Πατρός Διός φέρει την εικόνα την άφθαρτη και όμοια με το Σύμπαν, ώστε είναι εκείνος εντός του Πηγαίου & Κοσμαγού Πατρός Άμμωνα, και ο Πηγαίος & Κοσμαγός Πατήρ Ζευς εν εκείνω, κάλλους έσοπτρο, αλληλεύφραντον πρόσωπον. Για αυτό και έχω εν ημίν τόσες και τέτοιες αποδείξεις, γνωστές μόνο σε εμένα, ακριβέστερες από όσες μπορώ να δώσω. Τούτο είναι επιτρεπτό να πω δίχως να είναι ανεμέσητον. Και ας μου παρασταθεί – αν πρέπει και μου αξίζει –  βοηθός ο λόγιος Ερμής μετά των Μουσών και ο Μουσαγέτης Απόλλων, και ας δώσουν να πω όποσα στους θεούς είναι φιλικά και πιστευτά σε εσάς.

Ω λαοί, άνθρωποι γηγενείς, εσείς που έχετε παραδώσει τον εαυτό σας στη μέθη και στον ύπνο, Ξυπνήστε!, σταματήστε την κραιπάλη, θελγόμενοι από τον άλογο ύπνο.

Που φέρεσθε, ω άνθρωποι, μεθυσμένοι, αφού ήπιατε τον άκρατο λόγο της αγνωσίας, τον οποίο δεν μπορείτε καν να τον υποφέρετε και ήδη τον εμέσατε ; Ξυπνήστε και σταθείτε!  

Κοιτάξτε ψηλά με τα όμματα της “καρδιά” σας – και πορευτείτε την οδό της παντέλειας καθαρότητας του “ονόματός” σας, την χρυσή ατραπό της τελειοποιήσεως σας, την ατραπό της αρετής, την οδό της πύρινης ρομφαίας – την μόνη οδηγούσα στο ασφαλή του Πηγαίου & Κοσμαγού Πατρός Διός όρμο, ήτοι στο οίκο του υψύστου Άμμωνος, στον όρμο της Ευσέβειας.  

…ἀλλὰ ἀπόχρη μόνον ἑλέσθαι τὰ σπουδαῖα ἀρετῆς ἐπιθυμίᾳ καὶ φυγῇ κακίας…

Και αν δεν μπορείτε όλοι, τουλάχιστον όσοι μπορείτε. Γιατί η κακία της άγνοιας  – μέγιστο κακό εν ανθρώποις είναι η περί του Θεού άγνοια – πλημμυρίζει τούτον τον Κόσμο και φθείρει μαζί και εσάς – τον καθαυτό άνθρωπο – την λογική & αΐδια ψυχή που είναι εγκλωβισμένη στο οστράκινο σώμα, χωρίς να μπορεί να αγκυροβολήσει στα λιμάνια της σωτηρίας – στα λιμάνιος της Ευσέβειας, αλλά και τον Κόσμο που σκοτεινιάζει, γιατί η αλήθεια είναι φως ενώ η άγνοια σκότος.

Η κακία του ανθρώπου, του καθαυτό ανθρώπου ή τριδυνάμου λογικής & αΐδιας ψυχής, είναι η αγνωσία(άγνοια), γιατί η λογική ψυχή αν δεν γνωρίσει κανένα όντως Ον ούτε την φύση τους ούτε το αγαθό, τυφλώνεται και πέφτει στα του οστράκινου/γήινου σώματος πάθη, και γίνεται κακοδαίμων. Αγνοώντας τον εαυτό της, δουλεύει σε σώματα αλλόκοτα & μοχθηρά, και φέρει το γήινο σώμα ως φορτίο και δεν κυβερνά, αλλά κυβερνιέται, όντας δούλη πλέον των παθών του οστράκινου/γήινου σώματος. Αυτή είναι η κακία της ψυχής.

Τουναντίον αρετή της ψυχής είναι η γνώση και η αλήθεια – και η αλήθειά, όπως και το όνομά της δείχνει, δημιουργεί την επιστροφή μας στους Θεούς και στην ακήρατον αυτών ενέργειά.

Αντιθέτως η δοξομημητική ειδωλοποιία, όπως ορθά έλεγε ο Πλάτων, πλανιέται περί το άθεο & σκοτεινό. Η δε αλήθεια τελειοποιείται εκ των νοητικών & θείων Ειδών και με τα όντως υπαρκτά που μένουν αιώνια ίδια, ενώ η δοξομημητική ειδωλοποιία προς το ανείδεον και μη-ον που κάθε φορά γίνεται κάτι άλλο αποβλέπει και γύρω από αυτό αμβλύνεται η όρασή της. Η δε αλήθεια θεωρεί το όντως υπάρχων, ενώ η δοξομημητική ειδωλοποιία παίρνει τέτοια μορφή, όποια φαίνεται στους πολλούς. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η αλήθεια με τον νου ομιλεί και το εν ημίν νοερό αυξάνει, η δε δοξομημητική ειδωλοποιία με την δύνη των υποθέσεων-εικασιών θηρεύει την άνοια & εξαπατά.

Και ο άνθρωπος που κατέκτησε την γνώση, πρωτίστως του εαυτού του και των όντως Όντων, και δευτερευόντως ως απόρροια και του Κόσμου, οικειοπραγόντας γίνεται δίκαιος & αγαθός και ευσεβείς & θείος πιά.

Και αυτός και κανείς άλλος δεν ταιριάζει να (προσ)εύχεται  παρά ο “εξαιρετικά αγαθός”, όπως λέει ο Πλάτων στους “Νόμους, 716.d”. “Γιατί για αυτόν και για τον ευδαίμονα βίο του είναι πάρα πολύ ωφέλιμο το να συνομιλεί με τους θεούς, ενώ στους κακούς συμβαίνει το ακριβώς αντίθετος” – λέγει ο θείος ανήρ. Διότι “δεν είναι θεμιτό το ακάθαρτο να έρχεται σε επαφή με το καθαρό” σύμφωνα με τον Σωκράτη του Πλατωνικού “Φαίδωνα, 67.b”.

Της τέλειας, μάλιστα, και αληθούς προσευχής προηγείται πρώτα η γνώση όλων των θεϊκών τάξεων τις οποίες προσεγγίζει αυτός που (προσ)εύχεται. Γιατί δεν θα τις προσεγγίσει κατάλληλα, αν δεν έχει μάθει τις ιδιότητές τους. Για αυτό και ο εκ των Θεών χρησμός προέτρεψε: «να έχετε την πυριθαλπῆ έννοια στην πρώτη σειρά εν τη ιερή θρησκεία“.

Και η ανθρώπινη ψυχή – η τριδύναμος, λογική & αΐδια ψυχή, όχι όλες βέβαια, αλλά η ευσεβής, είναι θεία & δαιμόνια και αυτή η ψυχή μετά την του γήινου ή οστράκινου σώματος απαλλαγή, αφού έχει αγωνιστεί τον αγώνα της ευσέβειας – ο αγώνας της ευσέβειας είναι η κατάκτηση της περί θείου αλήθειας και το να μην αδικήσει ουδένα άνθρωπο -, γίνεται σύμπασα νους. Ενώ η ασεβής (τριδύναμος, λογική & αΐδια) ψυχή – η αγνωούσα δηλ. περί θεού και διαπράττουσα αδικίες προς τους ανθρώπους – κολαζόμενη από τον εαυτό της και ψάχνοντας ένα έτερο γήινο σώμα να εισέλθει, κατέρχεται και πάλι εν τη γενέσει δημιουργώντας έναν άλλο σύνθετο/άνθρωπο – γιατί όταν αποβάλει τα πτερά της – πτερό της ψυχής είναι η ανάγωγος δύναμης της – πηγαινοέρχεται εδώ και εκεί εν τω σύμπαν μέχρις ότου αντιλάβει κάτι στέρεο, όπου κατοικεί, λαμβάνοντας και πάλι γήινο σώμα, ενώ η ευσεβής ψυχή γίνεται όλη νους με πύρινον σώμα, γιατί όταν η ψυχή τελειωθεί & πτερωθεί, μετεωροπορει και διοικεί τον Κόσμο και τα νοητά Είδη θεωρεί και ως τέτοια λαμβάνει ουράνιο σώμα, του οποίο είναι συγγενέστατο προς την ασώματη ουσία των θεών. Γι’ αυτό και αυτό είναι απλό, και όπως εκείνη είναι αμέριστη έτσι και αυτό είναι αδιαίρετο και όπως αυτή είναι άτρεπτη έτσι και αυτό είναι αναλλοίωτο.

Η ψυχή, όντας λογική & αΐδια ουσία, εποχείται του ανθρώπου με τον εξής τρόπο : ο νους εν τω Λόγω, ο Λόγος εν τη ψυχή, η ψυχή εν τω πνεύματι. Το δε πνεύμα διερχόμενο δια των φλεβών και των αρτηριών και αίματος κινεί το ζώο και κατά κάποιο τρόπο το βαστάζει. Δηλαδή η λογική & αΐδια ψυχή είναι ένδυμα του νοός και το πνεύμα ένδυμα της ψυχής. Η σύνθεση αυτών των ενδυμάτων τούτων γίνεται εν σώματι γήινο. Γιατί είναι αδύνατον ο νους να εδραιωθεί γυμνός εν τω σώματι, αλλά ούτε το γήινο σώμα είναι δυνατόν να φέρει τόσο μεγάλη αθανασία ούτε να σηκώσει τόσο μεγάλη αρετή, φέρνοντας τη σε επαφή με το σώμα που υπόκειται σε πάθη. Πήρε λοιπόν σαν περίβολο την ψυχή και η ψυχή, η οποία και η ίδια είναι θεία, χρησιμοποιεί σαν υπηρέτη το πνεύμα διοικεί το ζώο.

Όταν λοιπόν ο νους απαλλαγεί του γήινου σώματος, αμέσως τον ιδίον ενδύεται χιτώνα, τον πύρινο, τον οποίο έχοντας δεν μπορούσε να κατοικήσει σε γήινο σώμα. Και ο νους οξύτατος πάντων των θείων νοημάτων έχει για σώμα το οξύτατο πάντων των στοιχείων, το πυρ.

Γιατί ο δημιουργός όντως των πάντων ο Νους-Θεός, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, χρησιμοποιεί ως όργανο του στην δημιουργία το πυρ. Και ο μεν του Κόσμου Νους είναι δημιουργός των πάντων, και ο νους των ανθρώπων μόνο των επι της γης. Γιατί καθώς είναι απογυμνωμένος από το πυρ ο νους των ανθρώπων, αδυνατεί να δημιουργήσει τα θεία, καθώς είναι ανθρώπινος την οίκηση.

Και παρατηρήστε τις ψυχές των παιδιών, οι οποίες δεν επιδέχονται ακόμη την διάσπαση της γενέσεως, καθώς βρίσκονται – άμα την κάθοδό τους εν τη γενέσει – λίγο καιρό μέσα στο γήινο ή οστράκινο σώμα τους και αυτό είναι μικρό σε μέγεθος, πως είναι καλές και πως βλέπουν παντού, καθώς δεν είναι θολωμένες από τα πάθη των γήινων ή οστράκινων σωμάτων τους και πως είναι ακόμη σχεδόν ηρτημένες της του Κόσμου ψυχής. Όταν όμως τα γήινα σώματά τους λάβουν τον πλήρη όγκο τους και τις διασπάσουν, αυτές γεννούν εαυτές λήθη και δεν μεταλαμβάνουν πλέον του καλού και του αγαθού, η δε λήθη κακία γίνεται.

Όσοι όμως βγαίνουν από το γήινο ή οστράκινο σώμα τους, γίνεται το εξής : αναδράμουσα η ψυχή στον εαυτό της, το δε πνεύμα του σώματος, η δε ψυχή του πνεύματος, και ο νους καθαρός γινόμενος των ενδυμάτων, όντας θείος φύσει, λαβόμενος πύρινου σώματος περιπολεί ως ακόλουθος των εν ουρανώ Θεών τον Κόσμο, αφού εγκαταλείψει την θνητή & άλογη ψυχή του.

Ο νους αυτός όταν γίνει κατά θέση Δαίμονας, και πύρινου τύχει σώματος τάσσεται προς τις του Θεού υπηρεσίες και διεισδύοντας στην ασεβή ψυχή την αικίζει με τα των αμαρτανόντων μαστίγια, υπό των οποίων μαστιγούμενη η ασεβής ψυχή τρέπεται επί φόνους και ύβρεις και βλασφημίες και βίες πράξεις, δια των οποίων οι άνθρωποι αδικούνται. Όταν όμως ο νους αυτός μπει σε ευσεβή ψυχή την οδηγεί επι το της γνώσεως φως και αυτή δε έχει ποτέ κορώνα υμνεί και να επευφημεί όλους τους ανθρώπους και να ευ ποιεί πάντες τους ανθρώπους με έργα και λόγους, μιμούμενη τον εαυτής πατέρα, τον Νου-Θεό/Πατήρ Πηγαίο & Κοσμαγό Ζευς.

Η ψυχή λοιπόν μεταβαίνει σε κρείττον ενώ είναι αδύνατο να μεταβεί σε ελάσσον. Υπάρχει δε κοινωνία ψυχών, και κοινωνούν οι των θεών με τις των ανθρώπων, οι δε των ανθρώπων με των άλογων. Επιμελούνται δε οι κρείττονες των ελασσόνων, θεοί με ανθρώπων, άνθρωποι δε των αλόγων ζώων, ο δε Νους-Θεός/Πατήρ ή Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς πάντων γιατί αυτός είναι πάντων κρείττων.

Και όταν είμαστε αγαθοί λόγω ομοιότητας με τους Θεούς, βρισκόμαστε κοντά στους Θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί λόγω ανομοιότητας απομακρυνόμαστε από αυτούς. Όταν ζούμε ενάρετα, πλησιάζουμε τους θεούς, ενώ όταν γινόμαστε κακοί τους κάνουμε εχθρούς μέσα μας, όχι επειδή εκείνοι οργίζονται αλλά επειδή τα αμαρτήματα μας δεν επιτρέπουν στους θεούς να μας διαφωτίσουν, και μας συνάπτουν αυτά με τους τιμωρητικούς δαίμονες.

Γι’ αυτό να ευσεβείτε! Όποιος ευσεβεί πολύ καλά θα φιλοσοφήσει. Χωρίς την φιλοσοφία είναι αδύνατον κάποιος να είναι ευσεβής – διότι η φιλοσοφία είναι κάθαρση & τελειότητα της ανθρώπινης ζωής, κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητειδούς σώματος, τελειότητα ως ανάκτηση της κατάλληλης ευζωίας(ευδαιμονίας), η οποία οδηγεί στην ομοίωση με το θείο. Αυτά εκ φύσεως πραγματοποιούν κυρίως η αρετή και η αλήθεια, η πρώτη αποβάλλοντας την αμετρία των παθών, η δεύτερη κατακτώντας το θείο είδος για όσους είναι εκ φύσεως ικανοί να το αποκτήσουν.

Γιατί όταν αναπτερώνεται η ψυχή συστέλλει το εμβριθές αυτής και ποιεί και πάλι την ανωφορική οδό. Καθώς ουδέποτε η ψυχή αποβάλει κατ΄ ουσία το πτερό διότι εξ αϊδίου παρά του δημιουργού το δέχτηκε. Αλλά έχει και την αναγωγόν και την καταγωγόν δύναμη εξ αϊδίου η ψυχή, μιας και η ουσία της ψυχής είναι άυλη καθαυτή, ασώματος, αγέννητη εντελώς και ανώλεθρη, έχοντας από τον εαυτό της την ύπαρξη και την ζωή της, εντελώς αυτοκινούμενη και αρχή της Φύσης και όλων των κινήσεων. Αυτή λοιπόν, στον βαθμό που είναι τέτοια, έχει περιλάβει μέσα της την αυτεξούσια και την ανεξάρτητη ζωή. Και όσο δίνει τον εαυτό της σε όσα γεννιούνται και υποτάσσει τον εαυτό της στην κίνηση του σύμπαντος, τόσο άγεται από την Ειμαρμένη και υποτάσσεται στις φυσικές ανάγκες. Και όσο πάλι αναπτύσσει τη νοητική και όντως ανεξάρτητη από όλα & αυτόβουλη ενέργεια της, τόσο πράττει εκούσια τα οικεία της και αγγίζει το θείο, το αγαθό και το νοητό με τα της αλήθειας.

Οι ψυχές που έζησαν κατ’ αρετή και στα οικείας τους ευδαίμονες, όντας πλέον κάτοχοι της εκ της  αρετής ηδονής, του αλύπου & αδέσποτου βίου και της αλόγου φύσεως χωρίσθηκαν και έγιναν καθαρές παντός σώματος με τους Θεούς συνάπτονται, και τον όλο Κόσμο συνδιοικούν ως ακόλουθοι των θεών.

Μάλιστα όχι μόνον η λατρεία της θεότητας μέσω του νοός και της ψυχής, ο σεβασμός των έργων του, ακόμη και η απόδοση ευχαριστιών στην βούληση του Θεού-Πατρός Διός, που μόνο αυτή είναι απολύτως γεμάτη από την αγαθότητα του Πατρός Διός, αυτή είναι η φιλοσοφία η εντελώς άφθαρτη από την φορτική περιέργεια της ψυχής, αλλά και ο έρωτας προς τον Θεό του ουρανού, για τον επι των ουρανών μετεωριζόμενο, για τον ύψιστο Πατήρ και προς όλα όσα ο ουρανός περιέχει είναι μια αέναη πράξη λατρείας. Γιατί από τον θαυμασμό των ανθρώπων, από την λατρεία τους, από τα εγκόσμιά τους και από τον σεβασμό λατρεύεται ο ουρανός και οι εν αυτώ θεοί.

Γι’ αυτό τον λόγο μάλιστα η χορεία των Μουσών – οι οποίες δίνουν στις ψυχές τη ζήτηση της αλήθειας – στάλθηκε στην κοινωνία των ανθρώπων, για να μην φαίνεται η επιχθόνια κοινωνία άξεστη, σε περίπτωση που στερηθεί την γλυκύτητα της αρμονίας, αλλά περισσότερο για να επαινείται με τα μουσικά άσματα των ανθρώπων ως εγκώμια αυτός που μόνος του είναι τα πάντα, δηλ. ο Πατήρ των όλων και των Φώτων, και έτσι, με τα ουράνια εγκώμια, να μην λείψει η γλυκύτητα της αρμονίας ακόμα και επι χθονί.

Μάλιστα το μεγαλύτερο σε ωφέλεια έργο των ομμάτων, για το οποίο μας τα δώρισε ο θεός, είναι ότι από αυτά επορισθήκαμε το γένος της φιλοσοφίας, από το οποίο μεγαλύτερο αγαθό ούτε ήρθε, ούτε θα έρθει ποτέ στο γένος των θνητών δωρηθέν εκ των θεών. Αυτό είναι το μεγαλύτερο αγαθό των ομμάτων. Ο θεός εφεύρε την όραση και μας την δώρισε ώστε βλέποντες και κατανοούντες τις περιόδους του Νοός στον ουρανό, να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα επί των περιφορών της δικής μας διανοήσεως, επειδή είναι συγγενείς με εκείνες, οι ταραγμένες με τις ατάρακτες. Και αφού δε κατανοήσουμε και μετάσχωμεν στους λογισμούς της κατά φύσιν ορθότητος μιμούμενοι τις περιφορές του θεού, οι οποίες είναι εντελώς απλανείς, να αποκαταστήσουμε τις εντός μας πεπλανημένες περιφορές.

Και όπως τα όμματα έχουν δημιουργηθεί για την αστρονομία, έτσι και για την εναρμόνιο περιφορά έχουν δημιουργηθεί τα ώτα, και αυτές οι επιστήμες είναι αδελφές μεταξύ τους. Σχετικά δε με την φωνή και την ακοή ο αυτός λόγος, τα ίδια ισχύουν και για αυτά ένεκα παρά θεών δωρίσθηκαν. Ο λόγος τάχθηκε για αυτά τα ίδια, συμβάλλοντας κατά μεγάλο μέρος σε αυτά. Στην φωνή δόθηκε ότι είναι χρήσιμο από την μουσική, εξαιτίας της αρμονίας, για να ακούμε. Η αρμονία, που έχει συγγενείς περιφορές με τις εν ημίν της ψυχή περιόδους, δόθηκε από τις Μούσες σε όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους με νου και όχι για άλογη ηδονή, όπως νομίζουν σήμερα, ώστε ως σύμμαχος της ψυχής δόθηκε από τις Μούσες, στην κατακόσμηση της εν ημίν της ψυχής μας περιόδου, όταν αυτή καθίσταται ανάρμοστη, και στο να ξαναβρεί την συμφωνία με τον εαυτό της. Ακόμη για τον ίδιο λόγο μας δόθηκε κι ο ρυθμός από τις ίδιες τις Χάριτες, ως επίκουρος δια την άμετρη εν ημίν διάθεση που έχουμε οι περισσότεροι άνθρωποι.

Δηλ. όχι μόνον η λογική & αΐδια ψυχή προτού δώσει τον εαυτό της στο οστράκινο/γήινο σώμα άκουγε την θεία αρμονία. Έτσι, και όταν φτάσει στο οστράκινο/γήινο σώμα, όσες τυχόν τέτοιες μελωδίες ακούσει, ο οποίες διασώζουν σε μεγάλο βαθμό το ίχνος της θείας αρμονίας, τις ασπάζεται και με αυτές αναμημνείσκεται την θεία αρμονία, και κινείται προς αυτή και εξομοιώνεται μαζί της, και μεταλαμβάνει και μετέχει αυτής όσο είναι δυνατόν.

Αλλά και κάποιοι ήχοι και μελωδίες έχουν καθιερωθεί ως οικείοι και οικείες εκάστου θεού, και έχει αποδοθεί σε αυτά και αυτές μια συγγένεια με τους θεούς συμφώνως με τις οικείες εκάστων τάξεις και δυνάμεις και τις εν αυτώ τω παντί κινήσεις και τις από των κινήσεων τις δονούμενες εναρμόνιες φωνές. Κατά αυτές τις οικειότητες των μελωδιών προς τους θεούς γίνεται και η παρουσία αυτών (γιατί δεν υπάρχει να την εμποδίζει) ώστε μετέχει σε αυτούς ευθύς αυτό που έχει την τυχούσα ομοιότητα προς αυτούς, και ευθύς συνίσταται τελεία κατωχή και συμπλήρωση της κρείττονος ουσία και δυνάμεως.

Μάλιστα δια το κυριότατο είδος της ψυχής που έχουμε – τον εν ημίν θεό, τον οποίο έχουμε όλες λογικές & αΐδιες από κοινού και η κάθε μια μόνη της, τον υπερκόσμιο & μεθεκτό νου του Κόσμου ή Ζαγρέα Διόνυσο – πρέπει να διανοούμαστε ως εξής : ο θεός, ο ύπατος Πατήρ Ζεύς, το έδωσε στον καθένα μας ως Δαίμονα, και είναι αυτό το λεγόμενο ότι οικεί στην κορυφή του σώματος μας – εν τη κεφαλή μας – και μας ανυψώνει από την γη προς την εν ουρανώ συγγένεια μας, σαν να είμαστε φυτό όχι έγγειο αλλά ουράνιο, για να το πούμε ορθότατα. Γιατί από εκεί, όπου έγινε η πρώτη γέννησή της λογικής & αΐδιας ψυχής, το θείο κρέμασε την κεφαλή μας που είναι ρίζα μας για κρατεί όρθιο ολόκληρο το σώμα μας. Ο άνθρωπος λοιπόν ο οποίος έχει επιδοθεί εις τον κορεσμό των επιθυμιών του ή σε φιλονικία και με υπερβολική προσήλωση ασχολείται με αυτά, κατ’ ανάγκην θα γίνουν θνητά όλα του τα δόγματα. Ώστε γίνεται, στον βαθμό που είναι δυνατόν, εξ ολοκλήρου θνητός, και δεν έχει τίποτα το μη θνητό, και δεν λείπει από το να γίνει εντελώς θνητός γιατί μόνο το θνητό αύξησε. Εκείνος ο άνθρωπος όμως ο οποίος έχει επιδοθεί στην φιλομάθεια και στις αληθείς φρονήσεις, και σε αυτά έχει γυμναστεί περισσότερο να φρονεί τα αθάνατα και τα θεία, αν αγγίζει την αλήθεια, τότε κατά απόλυτον ανάγκην πετυχαίνει εξ ολοκλήρου την αθανασία, όσον βέβαια είναι δυνατόν να μετάσχει της αθανασίας η ανθρώπινη φύσις. Και επειδή αυτός ο άνθρωπος θεραπεύει πάντοτε τον θεό και έχει μέσα του σύνοικο τον Δαίμονα πολύ καλά κεκοσμημένο, είναι εξαιρετικά ευδαίμονας.

Η θεραπεία λοιπόν για τα πάντα είναι μια : να αποδίδει στο κάθε ένα τις οικίες του τροφές και κινήσεις. Προς το εν ημίν θείο – τον νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Αυτές λοιπόν πρέπει να ακολουθεί ο κάθε ένας από εμάς, προσπαθώντας να ανορθώσει τις διεφθαρμένες περιόδους της γενέσεως που υπάρχουν μέσα στην κεφαλή του εξορθώνοντάς τες δια της απολύτου κατανοήσεως της του σύμπαντος αρμονίας και περιφοράς, εξομοιώνοντας το κατανοούν με το κατανοούμενο κατά την αρχαία μας φύση, και αφού ομοιωθεί να επέλθει η τελείωση του αρίστου βίου που έθεσαν ως υπόδειγμα για τους ανθρώπους οι θεοί για τον παρόντα και τον μελλοντικό χρόνο.

Όποιος, λοιπόν, μάθει ποια πράγματα υπάρχουν, πως είναι τακτοποιημένα και από ποιόν και για ποιόν, θα ευχαριστεί υπέρ πάντων τον δημιουργό ως πατέρα αγαθό και χρηστό τροφό και επίτροπο πιστό. Ο δε προς ευχαρίστηση ομολογών ευσεβεί, ο δε ευσεβών θα γνωρίσει και που είναι η αλήθεια και ποια είναι, και όταν τη μάθει, θα είναι ευσεβέστερος. Διότι ποτέ όταν η ψυχή είναι μέσα στο οστράκινο σώμα και κουφίζει τον εαυτό της προς την κατάληψη του όντως Αγαθού και αληθούς, δεν μπορεί να ολισθήσει προς το αντίθετο. Διότι έχει πολύ μεγάλο έρωτα και λήθη όλων των κακών η ψυχή μαθαίνοντας τον προπάτορα της, και δεν μπορεί πια να απομακρυνθεί από το αγαθό.

Αυτός είναι ο σκοπός της ευσέβειας, στον οποίο αφικνούμενοι και καλά θα ζήσετε και ευδαιμόνως θα πεθάνετε, αφού η ψυχή σας δε θα αγνοεί προς τα που θα πρέπει να πετάξει. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος προς την αλήθεια, που τον βάδισαν και οι πρόγονοί μας και βαδίζοντας τον κέρδισαν την ευδαιμονία. Αυτή είναι σεμνή και λεία οδός, αλλά δύσκολη να την περπατήσει η ψυχή, όσο βρίσκεται εν τω σώματι. Διότι πρώτα-πρώτα αυτή πρέπει να πολεμήσει με τον εαυτό της, να δημιουργήσει μεγάλη διάσταση και να κυριευτεί υπό του ενός μέρους της. Διότι η σύστασή της είναι ενός προς δυο, το μεν φεύγοντος των δε καθελκόντων κάτω, και έρις και μάχη γίνεται μεταξύ τους, καθώς το ένα βούλεται να φύγει και τα άλλα δυο σπεύδουν να το κρατήσουν. Η νίκη και των δυο πλευρών δεν έχει ίδια αποτελέσματα. Διότι το ένα σπεύδει προς το αγαθό, τα δε άλλα δυο κατοικούν με τα κακά. Το ένα ποθεί να ελευθερωθεί, τα άλλα επιθυμούν την δουλεία. Αν νικηθούν τα δύο, μένουν χωρίς τον εαυτό τους, έρημα από εκείνον που τα κυβερνά. Αν νικηθεί το ένα, σέρνεται από τα δυο και τιμωρείται με τον εδώ τρόπο ζωής. Αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί προς τα εκεί. Πρέπει δηλ., πρώτα να εγκαταλείψετε το σώμα πριν από το τέλος, να νικήσετε τον εναγώνιο βίο και νικώντας έτσι να ανέβετε.

Η τριδύναμος λογική  & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό δηλ. άνθρωπος, ως προς την φύση της βρίσκεται στο σύνορο μεταξύ των όντων που δεν εκπίπτουν προς την κακία και των όντων που δεν έχουν τη φύση να ανυψώνονται προς την αρετή. Για αυτό και ως προς τις καταστάσεις ο καθαυτό άνθρωπος αμφιταλαντεύεται, καθώς άλλοτε ζει εκεί ψηλά, παρά των Θεών, την νοητική ευζωία και άλλοτε προσλαμβάνει εδώ την παθητικότητα των αισθήσεων του οστράκινου ή γήινου σώματος άμα την κάθοδό του εν τη γενέσει. Για αυτό και ορθά ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ζούμε τον εκείνων θάνατο και πεθαίνουμε ζώντας εκεί. Γιατί ο άνθρωπος κατεβαίνει και εκπίπτει εκ της ευδαίμονος χώρας, όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής ο Πυθαγόρειος : “φυγάς θέωθεν και αλήτης, γιατί πίστεψα στην μανιασμένη φιλονικία”. Όμως ανεβαίνει η λογική & αΐδια ψυχή και ανακτά την παλιά της κατάσταση – την οικεία της, αν φύγει από τα περί γη ή εν τη γενέσει, με έναν λόγο από τον “άχαρο τόπο”, όπως λέει ο ίδιος, “όπου βρίσκεται ο Φόνος, το Κότος και τα πλήθη των υπόλοιπων Κηρών”, τόπος στον οποίο όσοι εξέπεσαν “τριγυρνούν στον λειμώνα της Άτης μέσα στο σκοτάδι” – μιας και το υλαιό σύμπαν/τομέας του Κόσμου είναι μισοφαής, και ο Κόσμου έχει 7 σωματικά σύμπαντα/τομείς, εμπύριος & μονοειδής ο ανώτερος & πρώτος, κάτω από αυτόν υπάρχει ο τριμερής αιθερικός τομέας/Σύμπαν  και έπειτα το τριμερές υλαιό σύμπαν/τομέας του Κόσμου, το τελευταίο δε λέγεται χθόνιο και είναι μισοφαή. Τούτο αποτελείται από τον υποσελήνιο τόπο, που έχει εντός του την ύλη που αποκαλείται βυθός. Και τα 7 σύμπαντα του Κόσμου εφορεύονται από τους 3εις Κρονίδες, το μεν ανώτερο σύμπαν του Κόσμου, το εμπύριο, ορίζεται κατά τον Νου ή Ζεύς Αρχή, το τριμερές αιθερικό και μεσαίο ορίζεται κατά την καθολική Ψυχή ή αλλιώς κατά τον ενάλιο Ζεύς ή Ποσειδώνα, ενώ το τριμερές υλαιό του Κόσμου σύμπαν, κατά την καθολική Φύση ή αλλιώς τον καταχθόνιος Ζευς ή Πλούτωνα/Άδη.

Όμως επειδή δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστούν τα κακά – κατ’ ανάγκη υπάρχει κάτι αντίθετο του αγαθού – ούτε στους Θεούς βρίσκονται, γιατί οι Θεοί είναι υπερούσιες, αυτοτελείς & μεθεκτές Αγαθότητες & Ενάδες, σύμφωνα με την αναγκαιότητα υπάρχουν μόνον στην θνητή φύση και στον ενθάδε τόπο  περιπολούν, ήτοι εν τη γενέσει. Γι’ αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να φύγουμε το ταχύτερο από την γένεση για εκεί, και η φυγή είναι ομοίωση με τον Θεό, κατά το δυνατόν. Και ομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως.

Ο Θεός όμως δεν είναι καθόλου και με κανένα τρόπο άδικος, αλλά όσο περισσότερο δίκαιος, και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμοιό του από ότι εκείνος από μας που θα γίνει όσο περισσότερο δίκαιος. Ως προς αυτό κρίνεται η αληθινή ικανότητα του ανθρώπου ή η μηδαμινότητα του και η ανανδρία του. Γιατί η γνώση τούτου είναι σοφία και αληθινή αρετή, ενώ η άγνοια του αμάθεια και ολοφάνερη κακία.

Για εκείνον λοιπόν ο οποίος αδικεί και λέει ή εκτελεί ανόσια πράγματα είναι πολύ καλύτερο να μην επιτρέπει να είναι φοβερός εξαιτίας της φαυλότητάς του. Μάλιστα οι τέτοιοι άνθρωποι χαίρονται με τη μομφή και πιστεύουν πως χαρακτηρίζονται όχι ανόητοι, αλλιώς βάρη της γης, αλλά άνδρες σαν κι αυτούς που πρέπει να είναι όσοι πρόκειται να ακμάσουν μέσα στην πόλη. Πρέπει λοιπόν να ειπωθεί το αληθές, ότι, δηλ. επειδή οι τέτοιοι άνθρωποι δεν το πιστεύουν, τόσο περισσότερο είναι όπως δεν πιστεύουν. Αγνοούν δηλαδή την τιμωρία της αδικίας, πράγμα που ελάχιστα πρέπει να αγνοούν, καθώς δεν είναι αυτή που νομίζουν, δηλαδή σωματικές κακώσεις ή θανατική ποινή, οι οποίες κάποτε τους επιβάλλονται παρ’ ότι δεν διαπράττουν καμία αδικία, αλλά αυτή από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν.

Και αυτή είναι η εξής : υπάρχουν ενθάδε δυο υποδείγματα, το ένα θείο & ευδαιμονέστατο και το άλλο άθεο & αθλιότατο, και επειδή δεν βλέπουμε πως η κατάσταση αυτή είναι έτσι, λόγω της ηλιθιότητάς μας και της εσχάτης άνοιας μας δεν καταλαβαίνουμε πως, δια των άδικων πράξεων μας, γινόμαστε όμοιοι με το ένα ανόμοιοι με το άλλο. Γι’ αυτό εκτίουμε ποινή να ζούμε τον βίο που μας ταιριάζει με αυτό προς το οποίο ομοιωθήκαμε. Αν πούμε πως, σε περίπτωση που δεν απαλλαχτούμε από την φαυλότητα μας, δεν θα μας δεχτεί ο τόπος εκείνος ο καθαρμένος από τα κακά ακόμα και όταν πεθάνουμε, αλλά και εδώ θα διατηρήσουμε συνέχεια τη συμπεριφορά που είναι όμοια μας, ως κακοί σύντροφοι κακών.

Επειδή λοιπόν το κακό υπάρχει εδώ και αναγκαστικά περιπολεί στον εδώ τόπο και επειδή η λογική ψυχή θέλει να διαφύγει το κακό, πρέπει να φύγουμε από εδώ. Και η φυγή αυτή είναι να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό και το κατορθώνουμε αν γίνουμε δίκαιοι και όσιοι μετά φρονήσεως. Επειδή όμως γινόμασταν όμοιοι με τον Θεό χάρη στην αρετή, ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από αυτόν που κατέχει στον υψηλότερο βαθμό αυτές τις ιδιότητες και ταυτόχρονα ο εγγύτερα μας, αυτός ο θεός είναι η άχραντη & νοητική ψυχή του Κόσμου – η θεά Αφροδίτη – και το ηγεμονικό της τμήμα στο οποίο υπάρχει θαυμαστή σοφία – η θεά Ίπτα. Γι’ αυτό στην προσπάθειά σας προς εξομοίωση με το θείο να τις υμνείται καθημερινώς καθώς και τον Έρωτα.

Όμως η λογική & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, κατέρχεται εν τη γενέσει Κορικώς, μερίζεται υπό της γενέσεως Διονυσιακώς, δένεται δε στο οστράκινο/γήινο σώμα Προμηθείως και Τιτανικώς, λύει δε η λογική & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, τον εαυτός της Ηρακλείως ισχύσασα, συμμαζεύεται δε δια του Απόλλωνος και της Σώτειρας Αθηνάς – καθαρτικώς φιλοσοφώντας αληθώς & όντως, ανάγει δε στα οικείας της τον εαυτό της μετά της Δήμητρος.

Γι’ αυτό στην προσπάθειά σας προς εξομοίωση με το θείο να υμνείται καθημερινώς τον μεγάθυμο γιό του υψίστου Διός Ηρακλή, την Σώτειρα Αθηνά και τον Μουσαγέτη Απόλλωνα.

Η επιθυμία εκείνου που εγκαταλείπει τον λειμώνα της Άτης – το μισοφαές, τριμερή υλαιό σύμπαν/τομέα του Κόσμου – σπεύδει προς τον λειμώνα της Αλήθειας – τον εν τω οικίω αυτής τριμερές Αιθερικό Σύμπαν/τομέα του Κόσμου, τον οποίο άφησε σπρωγμένος από την πτερόρρυση του και ήρθε σε γήινο/οστράκινο σώμα, αφού στερήθηκε όλβιου αιώνος – Πτερό λέγεται η της λογικής & αΐδιας ψυχής ανάγωγος δύναμης. Η ανάγωγος της λογικής & αΐδιας ψυχή δύναμη είναι που εναντιώνεται στο εμβριθές της. Το εμβριθές της λογικής & αΐδιας ψυχής είναι η γενεσιουργός & καταγωγός στην γένεσιν δύναμη της. Όταν δε αναπτερώνεται η λογική & αΐδια ψυχή συστέλλει το εμβριθές αυτής και ποιεί την ανωφορική οδό. Εξ ου και ο Πλάτων έλεγε για την εν τη γενέσει κάθοδο της λογικής ψυχής :

όταν η ψυχή, αφού δεν μπορέσει να ακολουθήσει τον θεό, δεν αντικρίσει τίποτε και, αφού συναντήσει κάποια ατυχία, χάσει τα φτερά της και πέσει στην γη, τότε είναι νόμος αυτή η ψυχή να εγκατασταθεί σε θνητό ζωντανό όν”.

Και τα εξής για την άνοδο :

όταν ο άνθρωπος κυριαρχήσει με την λογική στη μάζα που του προστέθηκε εκ των υστέρων και αποτελείται από γη, ύδωρ, αήρ και πυρ και είναι θορυβώδης και άλογη, φτάνει στο είδος της πρώτης και άριστης καταστάσεως, οπότε ανυψώνεται και στο σύννομο, αφού γίνει υγιής και ολόκληρος”.

Και γίνεται υγιής η λογική & αΐδια ψυχή με την απαλλαγή από τα πάθη σαν να είναι νοσήματα, πράγμα που εξασφαλίζεται μέσω της πολιτικής αρετής. Ολόκληρη γίνεται δια της ανατάσεως του νοός της και της αποκτήσεως της επιστήμης περί Κόσμου και περί τα θεία – ήτοι την Ευέβεια – σαν να είναι δικά της μέρη, πράγμα που έχει τη φύση να επιτυγχάνει μέσω της θεωρητικής αλήθειας δια του θεωρητικού νοός.

Και με τη φυγή από εδώ θεραπεύουμε την απομάκρυνση από τα ανώτερα όντα, δια της φιλοσοφίας, καθώς η φιλοσοφία είναι φυγή από τα εδώ κακά : η φιλοσοφία είναι κάθαρση & τελειότητα της ανθρώπινης ζωής, κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητειδούς σώματος, τελειότητα ως ανάκτηση της κατάλληλης ευζωίας(ευδαιμονίας), η οποία οδηγεί στην ομοίωση με το θείο. Αυτά εκ φύσεως πραγματοποιούν κυρίως η αρετή και η αλήθεια, η πρώτη αποβάλλοντας την αμετρία των παθών, η δεύτερη κατακτώντας το θείο είδος για όσους είναι εκ φύσεως ικανοί να το αποκτήσουν.

Και τα πάθη, ορθώς λέγει ο Πλάτων, είναι σύμφυτα μόνο με τα θνητά όντα :

δεν είναι όμως δυνατόν να εξαφανιστούνε τα κακά ούτε να βρίσκονται στους Θεούς, αλλά αναγκαστικά κυκλοφορούν στον Κόσμο τούτο και στην θνητή φύση”.

Γιατί τα όντα που υπόκεινται σε γέννηση και φθορά σε κατάσταση αντίθετη προ τη φύση τους, πράγμα που αποτελεί την αρχή των κακών. Προσθέτει όμως και πως πρέπει να τα αποφεύγουμε:

Για αυτό και πρέπει να φεύγουμε από εδώ προς τα εκεί. Και φυγή είναι η εξομοίωση με τον θεό, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο. Και εξομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως”.

Γιατί αυτός που θέλει να ξεφύγει από τα κακά, πρέπει πρώτα να αποστραφεί τη θνητή φύση. Γιατί δεν είναι δυνατόν, όσο είμαστε ανακατεμένοι μαζί της, να μη γεμίζουμε αναγκαστικά και με τα κακά που την ακολουθούν. Όπως ακριβώς, λοιπόν, η φυγή από τον θεό και η πτερόρρυσης των κουφιζόντων φτερών μας – που μας ανυψώνουν προς τα πάνω – μας έφεραν στην περιοχή των θνητών όντων, στα οποία εμφανίζονται τα κακά, έτσι και η αποβολή της προσκόλλησης στα θνητά πάθη και η ανάπτυξη των αρετών σαν ένα είδος φτερών θα μας ανυψώσει προς τον τόπο που είναι καθαρός από τα κακά, προς την θεία ευζωία. Γιατί η ουσία των ανθρώπων, η οποία βρίσκεται στη μέση μεταξύ των όντων που νοούν τον θεό και των όντων που έχουν την φύση να μην τον νοούν ποτέ, ανεβαίνει προς τα πρώτα και κατεβαίνει προς τα δεύτερα, καθώς με την απόκτηση ή την αποβολή του νου διαδοχικά προσλαμβάνει την εξομοίωση με τον θεό ή την εξομοίωση με τα θηρία, λόγω της αμφίβιας φύση της.

Φύγετε μακριά από την έριδα – που σκοτώνει τον νου και την καρδιά σας, που σκοτώνει την ελπίδα, την αγάπη, την πίστη, την ειρήνη, την υγεία, την αρετή, την αρμονία, την φρόνηση, την σωφροσύνη, την δικαιοσύνη, την ανδρεία, την ομονόηση, την ομοδικία, την ευνομία, την ενότητα, την ταυτότητα, την φιλία, την φιλότητα και την ομόνοια στον Κόσμο μας. Μην παρασύρεστε από το μεγάλο ρεύμα, αλλά όσοι μπορείτε, χρησιμοποιώντας την ήδη υπάρχουσα άμπωτη, πιαστείτε από το λιμάνι της σωτηρίας και, αφού, αγκυροβολήσετε σε αυτό, ζητήστε την αυδή του νοός, ήτοι τον ιέρακα που κατοικεί στις αυγές του Ήλιου, που θα σας οδηγήσει στις πύλες της γνώσης, όπου υπάρχει το λαμπρό φως, το καθαρό από σκοτάδι, όπου κανείς δεν μεθάει, αλλά όλοι είναι νηφάλιοι, ατενίζοντας με της «καρδιά» σας αυτόν που επιθυμεί να φανερωθεί – τον ύψιστο Πατήρ, τον ζάθεο Άμμωνα/Αμούν, τον προστάτη της παντέλειας αλήθειας και της παντέλειας εν σιγή νοητικής σοφίας, τον ύπατο Πηγαίο Ζευς-Ζήνα, αυτόν που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα, τον Πατήρ των Φώτων και των όλων. Γιατί δεν μπορεί να ακουσθεί ούτε να ειπωθεί ούτε να γίνει ορατός με τα όμματα, αλλά με τον νου και την “καρδιά”. Πρώτα όμως πρέπει να σχίσετε τον χιτώνα που φοράτε, το ύφασμα της άγνοιας, το στήριγμα της κακίας, τα δεσμά της φθοράς, τον σκοτεινό περίβολο, τον ζώντα θάνατο, τον αισθητό νεκρό, τον περιφόρητον τάφο, τον συγκάτοικο ληστή, τον “υάλινο” κύβο που σας φυλάκισε, αυτόν που σας μισεί μέσω αυτών που αγαπά και σας φθονεί λόγω αυτών που μισεί. Τούτος είναι ο εχθρικός χιτώνας που φορέσατε, που σας πνίγει και σας κρατά χαμηλά κοντά του, για να μην κοιτάξετε ποτέ πάλι ψηλά και, αφού δείτε το κάλλος της αλήθειας και το εν αυτή αγαθώ, μισήσετε την κακία του και, αφού νοήσετε την επιβολή με την οποία σας επιβουλεύτηκε, όταν έκανε αναίσθητα αυτά που θεωρούνται αισθητήρια και τα έφραξε με την αφθονία της ύλης και τα γέμισε με βδελυρή ηδονή, για να μην ακούτε αυτά που πρέπει εσείς να ακούτε και να μην βλέπετε αυτά που πρέπει να βλέπετε. Γιατί τους εαυτούς σας, ώ άνδρες γηγενείς, παραδώσατε στον θάνατο, ενώ έχετε την εξουσία να μεταλάβετε αθανασία ; Μετανοήστε εσείς που συνοδεύεται την πλάνη και μετέχετε στην άγνοια – στην νόσο που σας σκοτώνει. Απαλλαχθείτε από το σκοτεινό φως, μεταλάβετε της αθανασίας, εγκαταλείποντας την φθορά. 

  1. Γνώθι Σ’ αυτόν = ο έννους ας αναγνωρίσει εαυτόν, όντα αθάνατο.

Κατά την έννοια ότι η κυριότερη & σταθερότερη της φιλοσοφίας είναι η διακρίβωση της ουσίας μας –  η καθαρή δηλ. και ακίβδηλη μορφοποίηση του ίδιου του εαυτού μας περιγεγραμμένη μέσα σε όρια επιστημονικής γνώσης και συνδεδεμένη σταθερά με τους λογισμούς της αιτίας. Άπαξ, δηλ., και η ουσία μας τοποθετηθεί με τον ορθό τρόπο, θα μπορέσουμε σε κάθε περίπτωση να κατανοήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια και το αγαθό που μας ταιριάζει όπως και το κακό που το αντιμάχεται, πράγμα σπουδαιότατο διότι τελικός σκοπός είναι το να ζει κανείς κατά φύσει, πράγμα που δεν μπορείς να επιτύχεις αν δεν γνωρίζεις ποιος και τι είσαι. Γιατί ο αγνοών τι και ποιος είναι, δεν ξέρει ασφαλώς τι του ταιριάζει να πράττει. Γι’ αυτό και λέμε ότι η φιλοσοφία είναι, όπως την υπολαμβάνουν κάποιοι, τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών, είναι “ομοίωση με τους θεούς κατά το δυνατόν”, ή όπως μπορεί να το θεωρήσει κάποιος ότι είναι, όπως είπε ο Πύθιος Θεός, το “γνώθι σαυτόν”. Εκείνος, λοιπόν, που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει και την ψυχή του και το σώμα του. Αλλά δεν αρκεί μόνο να γνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι μια ψυχή που χρησιμοποιεί ένα σώμα, αλλά και να αναζητήσει την ουσία της και τις δυνάμεις της. Αλλά ούτε αυτό είναι αρκετό, αλλά θα πρέπει να ερευνήσει αν υπάρχει εντός μας κάτι ανώτερο & θειότερο από την ψυχή, κάτι που, αν και δεν γνωρίζουμε τι είναι πάντες όμως πειθόμαστε ότι είναι κάτι θείον, και πάντες από κοινού το θεωρούμε ενιδρυμένο εν ουρανώ. Προχωρώντας θα πρέπει να ερευνήσει και τις αρχές του σώματος, αν είναι σύνθετο ή απλό. Εν συνεχεία θα πρέπει να μελετήσει την αρμονία του σώματος, τα πάθη του και τις δυνάμεις του και γενικά όλα όσα χρειάζεται για την διατήρησή του. Έπειτα θα πρέπει να στραφεί προς τις αρχές των τεχνών, υπό των οποίων μπορεί να βοηθηθεί στην διατήρηση του σώματος, όπως η ιατρική, η γεωργία και κάποιες άλλες. Συνολικά, δεν θα πρέπει να αγνοήσει από τι συνίστανται ούτε σε ποιο μέρος της ψυχής ταιριάζουν. Παρατήρησε τώρα το κέλευσμα “γνώθι Σ’ αυτόν” πόσες επιστήμες και τέχνες απαιτεί, ενώ συμπεριέλαβε και τους καθολικούς λόγους. Αφενός δηλ. τα θεία στοιχεία της εν ημίν ούσας θείας μερίδας και αφετέρου τα θνητά στοιχεία της εν ημίν ούσας θνητοειδούς μερίδας. Σχετικά με τούτα, είπε, ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά : από την μία καθ’ έκαστο είναι θνητό, τω παντί αθάνατο, και βέβαια και ο ένας και ο καθ’ έκαστος αποτελείται εκ θνητής και αθανάτου μερίδας. Διότι το να ομοιάσουμε κατά δύναμίν με τον θεό δεν είναι τίποτα άλλο παρά το να διασώσουμε την εφικτή για τους ανθρώπους γνώση των όντως Όντων, αυτό φαίνεται από το εξής : γιατί ούτε για πλούτο χρημάτων μακαρίζουμε το θείον, ούτε για κάτι για άλλο από αυτά που νομίζονται αγαθά, αλλά όπως λέγει ο Όμηρος : “οι θεοί τα πάντα γνωρίζουν” και αλλού περί του Διός “αλλά ο Ζευς έγινε πρότερος και γνώρισε περισσότερα”. Γιατί στην επιστήμη οι θεοί διαφέρουν από εμάς. Γιατί ίσως θεωρείται και για αυτούς καλό το ότι γνωρίζουν τους εαυτούς τους. Και όσο κρείττονες είναι από εμάς ως προς την ουσία, τόσο γνωρίζοντας τους εαυτούς τους υπερέχουν στην επιστήμη των βελτιώνων. Κανείς λοιπόν από εμάς ας μην διαιρέσει την φιλοσοφία σε πολλά και ας μην την τέμνει σε πολλά, και περισσότερο να μην δημιουργεί πολλές από μια. Γιατί η αλήθεια είναι μια. Έτσι και η φιλοσοφία.

Εξ όλων αυτών γίνεται κατανοητό ότι όπως σε εκείνους που μπαίνουν στο τέμενος της Ελευσίνας η επιγραφή ανακοινώνει να μην εισέρχονται στο άδυτο οι αμύητοι και οι ατέλεστοι, έτσι και στην είσοδο του Δελφικού ναού το αναγεγραμμένο “γνώθι Σ’ Αυτόν” δηλώνει τον τρόπο της ανοδικής πορείας προς την θεότητα και της πιο ωφέλιμης και αποτελεσματικής οδού που οδηγεί στον κάθαρση, λέγοντας σχεδόν ολοκάθαρα σε όσους μπορούν να καταλάβουν, ότι αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, αρχίζοντας από την εστία του, μπορεί να έρθει σε επαφή με τον θεό ο οποίος αποκαλύπτει τη σύνολη αλήθεια και είναι ο αρχηγέτης της καθαρτήριας ζωής. Αντίθετα, εκείνος που αγνοεί ποιος είναι, αμύητος και ατέλεστος όντας, είναι ακατάλληλος για να μετέχει στην του Απόλλωνος πρόνοια. 

  1. Μηδέν Άγαν = μη απόκλιση κατά πρώτον από την εν ημίν ενότητα, από το Εν της ουσία μας, και κατά δεύτερον από την εν τω Κόσμω θέση που μας ορίστηκε εκ του Δημιουργού & Πατέρα Διός ως ουσία λογική & αΐδια, απομάκρυνση δηλ. από την μικροψυχία και την αλαζονεία.

Το Μηδέν Άγαν σημαίνει μη απόκλιση από την εν ημίν ενότητα, από το Εν της ουσία μας, κατά την έννοια ότι όταν κάποιος είναι παρών σε ότι είναι παρόν στον ίδιο, τότε είναι παρών και στο όντως ΟΝ που βρίσκεται παντού. Αλλά, αν απομακρυνθείς από τον εαυτό σου, απομακρύνεσαι και από το όντος ΟΝ. Τέτοια αξία δηλ. έχει το να είναι κανείς παρών σε ότι είναι παρόν μέσα του και να απομακρύνεται από ότι είναι εξωτερικό ως προς αυτόν. Αν λοιπόν το όντως ΟΝ είναι παρόν σε εμάς αν είμαστε παρόντες στον εαυτό μας, ενώ το “μη-ΟΝ” είναι απομακρυσμένο, αλλά το όντως ΟΝ δεν είναι παρόν σε εμάς όταν συνδεόμαστε με άλλα πράγματα, τότε δεν ήρθε για να είναι παρόν αλλά εμείς απομακρυνθήκαμε όταν δεν ήταν παρόν. Όταν δηλαδή είσαι παρών στον εαυτό σου, δεν απομακρύνεσαι από τον εαυτό σου. Αντίθετα, δεν θα είσαι παρών στον εαυτό σου, μολονότι παρών, αλλά θα είσαι εσύ ο ίδιος ταυτόχρονα παρών και απών, όταν στρέφεις το βλέμμα σου σε άλλα πράγματα και δεν βλέπεις τον εαυτό σου. Αν λοιπόν είσαι κατ’ αυτόν τον τρόπο παρών και ωστόσο όχι στην πραγματικότητα παρών στον εαυτό σου, και ως εκ τούτου αγνοείς τον εαυτό σου, και πιο πολύ ανακαλύπτεις όλα τα πράγματα, αν και απομακρυσμένα από την ουσία σου, παρά τον εαυτό σου στον οποίο είσαι κατά φυσικό καθορισμό παρών, γιατί εκπλήσσεσαι αν αυτό που δεν είναι παρών απομακρύνεται από εσένα που έχεις απομακρυνθεί από αυτό επειδή έχεις απομακρυνθεί από τον εαυτό σου. Διότι όσο πιο πολύ παρών είσαι στον εαυτό σου, αν και είναι παρών σε εσένα και δεν απομακρύνεσαι, τόσο πιο πολύ θα είσαι παρών στο όντως ΟΝ, η ουσία του οποίου είναι τόσο αναπόσπαστη από εσένα όσο είσαι εσύ από τον εαυτό σου. Συνεπώς, είναι δυνατή για σένα μια καθολική γνώση περί του τι είναι παρόν στον όντως ΟΝ και τι είναι απόν από αυτό, το οποίο είναι παντού και πάλι δεν είναι πουθενά. Διότι εκείνοι που είναι ικανοί να προχωρήσουν νοητικά προς την ουσία τους και να γνωρίσουν την ουσία τους, θα μπορέσουν, με την ίδια την γνώση και την επίγνωση που προσφέρει η γνώση αυτή, απολαβαίνουν τον εαυτό τους μέσα από την ενότητα του γιγνωσκόμενου με το γιγνώσκον. Σε αυτούς, που είναι παρόντες στον εαυτό τους, θα είναι παρόν και το όντως ΟΝ. Από εκείνους όμως που εξέρχονται από την αληθινή του ύπαρξη και κατευθύνονται προς τα άλλα πράγματα, θα είναι απόν και το όντως ΟΝ.   Αν λοιπόν είναι στην φύση μας να είμαστε ιδρυμένοι στην ουσία μας, να πλουτίζουμε από τον εαυτό μας, να μην εξερχόμαστε προς αυτό που δεν είμαστε και να μην είμαστε ενδεείς του εαυτού μας, και ως εκ τούτου να συνυπάρχουμε με την πενία παρά την παρουσία του κορεσμού∙ αν επίσης είμαστε αποκομμένοι από το όντως ΟΝ (από το οποίο δεν είμαστε χωρισμένοι ούτε κατά τόπον ούτε κατ’ ουσίαν ούτε κατ΄ άλλον τρόπο) λόγω της στροφής μας προς το “μη-ΟΝ”, τότε η τιμωρία μας για την απομάκρυνση μας από το όντως ΟΝ είναι η απομάκρυνσή μας από τον εαυτό μας και η άγνοιά μας για τον εαυτό μας- όπως πάλι, μέσα από την φιλία για τον εαυτό μας, βρίσκουμε τον εαυτό μας και συνδεόμαστε με τον Θεό. Ορθώς λοιπόν έχει ειπωθεί ότι σαν μέσα σε φυλακή η ψυχή βρίσκεται υπό φρούρηση εντός του σώματος. Πρέπει όμως να προσπαθήσει κανείς να ελευθερωθεί από τα δεσμά, διότι με τη στροφή προς τα πράγματα της γενέσως εγκαταλείπει τον εαυτό του, παρότι είναι θείος, και είναι, όπως λέγει ο Εμπεδοκλής “φυγάς θέοθεν και αλήτης”. Επομένως, κάθε φαύλη ζωή είναι γεμάτη από δουλεία και ασέβεια, κι έτσι είναι ξένη προς τον θεό και άδικη – η ζωή αυτή είναι γεμάτη από ασέβεια και ως εκ τούτου άδικη. Υπό την έννοια αυτή, ορθά πάλι έχει ειπωθεί από τον Πλάτωνα ότι η δικαιοσύνη βρίσκεται στην επιτέλεση της ιδιοπραγίας, ενώ η απονομή στα θνητά μέρη της ψυχής, με τα οποία συμβιώνουμε, των σύμφωνων με την αξία τους πραγμάτων συνιστά εικόνα και αναπαράσταση της αληθινής δικαιοσύνης.

Το Μηδέν Άγαν σημαίνει μη απόκλιση από την εν τω Κόσμω θέση που μας εκ του Δημιουργού & Πατέρα Διός ως ουσία λογική & αΐδια, απομάκρυνση δηλ. από την μικροψυχία και την αλαζονεία.

  1. ΕΙ – Ε = ΦΩΣ, φώς εν τω Φωτί ! (1+1=1)

Άλλωστε η λογική & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, έχει δύο μέρη : τη διάνοια και την δόξα. Η διάνοια επίσης χωρίζεται σε κατώτερο μέρος που λέγεται διάνοια και σε ανώτερο που λέγεται νους. Με αυτόν το νου, η λογικής & αϊδια ψυχή, γίνεται νοητική και για αυτό ονομάζεται και εν δυνάμει νους. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μέρος της, πάνω και από το νου της, που είναι η κορυφή και το ενικότατον της υπάρξεως της λογικής & αΐδιας ψυχής και αυτό είναι που θέλει τα αγαθά για όλα τα μέρη και αεί προσφέρει τον εαυτό του στους στους υπερούσιους, μεθεκτούς και αυτοτελείς Θεούς/Ενάδες/Αγαθότητες, και αν εκείνοι βούλωνται τούτο το μέρος της λογικής & αϊδιας ψυχής το καθιστούν έτοιμον. Αυτό το μέρος της λογικής ψυχής λέγεται “Εν” ολόκληρης της ουσίας της ψλογικής & αϊδιας ψυχής και φέρει ίνδαλμα του υπερούσιου “Εν-Αγαθού” ή πρώτου Θεού ή ορφικώς λεγομένου Χρόνου και ενίζει πάσα την λογική & αϊδια ψυχή. Δηλ. κυβερνήτης της λογικής & αίδιας ψυχής είναι το “Έν” ολόκληρης της ουσίας της και ηνίοχος της ο εν ημήν νους της – το Εν του νοός της. Το Έν ολόκληρης της ουσίας της λογικής & αϊδιας ψυχής ενώνεται εκ φύσεως με τους Θεούς. Γιατί το “Εν” της λογικής & αίδιας ψυχής, του καθαυτό ανθρώπου, δύναται και συνδέεται με τα πρώτα νοητά. Ο δε κατ’ ενέργεια νους είναι υπεριδρυμένος πάνω από την λογική & αϊδια ψυχή και αεί θεάται τα Όντα, αλλά αυτό θα συμβεί αν στραφούμε προς αυτόν τον νου. Η δε ύπαρξη της ψυχής, το “Εν” της ψυχής , κυρίως ενθουσιά, όταν τo “της Αλήθειας” θεωρεί το “πεδίο”. Δηλ. υπαρχει κάτι το νοητό, που αναγκαία σε νοεί με το άνθος του νοός του. Αν γείρεις τον νου σου προς αυτό και νοήσεις εκείνο το νοητό σαν να νοείς κάτι συγκεκρημένο, δεν θα νοήσεις εκείνο. Υπάρχει αλκής αμφιφαούς δυνάμεως που αστράφτει νοητικές τομές. Που όχι αναγκαία σφόδρα νοεί το νοητό εκείνο, αλλά η επί τα πάντα τον εαυτό της διατείνουσα φλόγα του επί τα πάντα τον εαυτό του διατείνων νοός μετρά τα πάντα πλήν το νοητό εκείνο. Χρείαζεται τούτο να το νοήσεις όχι ατενώς, αλλά φέρνοντας το αγνό όμμα της ψυχής που έχει αποστραφεί από εκείνο τείναι τον κενό νου στο νοητό, για να μάθεις το νοητό, επειδή υπεράνω του νοός υπάρχει. Τουτέστιν η ψυχή για έκαστο νοούμενο πράγμα έχει την κατάλλη δύναμη, για τα μεν αισθητά την αίσθηση, για τα διανοητά την διάνοια και για τα νοητά τον νου. Δηλ. αν και νοητός ο Θεός, δεν είναι αντιληπτός από τον νου της λογικής & αίδιας ψυχής, αλλά από το άνθος του νοός της μόνο. Άνθος δε του νου της λογικής & αίδιας ψυχής είναι η ενιαία της δύναμη. Επειδή όμως ο Θεός κυρίως είναι Εν-Αγαθό, δεν μπορεί η λογικής & αίδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, να αποκτήσει πείρα του Θεού δια του νοός της, αλλά δια της εννιαίας δυνάμεως της. Το πρώτιστο Εν-Αγαθό, το υπερούσιο & αμέθεκτο δεν είναι αντιληπτό ούτε απο την διάνοια της ψυχής ούτε από τον νου της και το Εν αυτού αλλά μόνο από το Εν ολόκληρης της ουσίας της λογικής & αϊδιας  ψυχής ή καθαυτό ανθρώπου. Όπερ και σημαίνει ότι όταν η ψυχή στέκεται στην διανοητική της ικανότητα, αποκτά την επιστήμη των όντως Όντων. Όταν δηλ. εδραιώσει τον εαυτό της στο νοητικό μέρος της ουσίας της – στην νόηση, νοεί τα πάντα με απλές και αδιαίρετες συλλήψεις. Όταν, όμως, ανατρέξει στο “Έν” της και συμπτύξει όλο το πλήθος που έχει μέσα της, ενθεαστικώς ενεργεί και συνδέεται με τις υπάρξεις που βρίσκονται υπεράνω του Νοός ή νοητού πλάτους – με τους υπερούσιους, αυτοτελείς & μεθεκτούς Θεούς/Αγαθότητες/Ενάδες. Γιατί παντού το όμοιο συνδέεται εκ φύσεως με το όμοιο, και κάθε γνώση μέσω της ομοιότητας αυτόν ο οποίος κατανοεί με αυτό που γίνεται κατανοητό, αυτόν ο οποίος αισθάνεται με αυτό που γίνεται αισθητό, αυτόν ο οποίος συλλογίζεται με αυτό που γίνεται αντιληπτό από τον συλλογισμό, αυτόν ο οποίος νοεί με αυτό που νοείται , ώστε συνδέει και το άνθος του Νου με αυτό που βρίσκεται πριν από τον Νου. Γιατί δεν είναι ο νους το κορυφαίο, αλλά η αιτία που βρίσκεται πάνω από τον Νου, έτσι και στις ψυχές το πρώτο είδος ενέργειας δεν είναι νοητικό αλλά θειότερο του νου. Και κάθε ψυχή και κάθε νους έχει δυο ειδών ενέργειες, άλλες ενιαίες και ανώτερες από τη νόηση, και άλλες νοητικές. Πρέπει, λοιπόν, να νοήσουμε εκείνο το νοητό σύμφωνα με τη φύση και την ύπαρξη του, κλείνοντας τα μάτια σε όλες τις άλλες ζωές και δυνάμεις. Γιατί, όπως προσεγγίζουμε τον Νου “νοειδεῖς γιγνόμενοι”, έτσι ενοειδής γινόμενοι ανατρέχουμε στην ένωση. Δηλ. το να νοήσουμε εκείνο το νοητό δεν είναι νόηση. “Τουτέστιν εάν στηριχτείς σε νοητικές προσπάθειες για να έρθεις σε επαφή με εκείνο, και έτσι εκείνο νοήσεις, το νοητό σαν να νοείς κάτι συγκεκριμένο, δηλαδή συλλαμβάνοντας το άμεσα σύμφωνα με το μέτρο κάποιου Είδους και κάποιας γνώσης, δεν θα νοήσεις εκείνο. Γιατί, ακόμα και αν αυτές οι νοήσεις είναι απλές, υπολείπονται από την ενιαία απλότητα του νοητού και οδηγούνται σε κάποιες κατώτερες νοητικές φύσεις οι οποίες προχώρησαν ήδη σε πλήθος. Γιατί κανένα γνωστικό αντικείμενο δεν αναγνωρίζεται από μια κατώτερη γνώση. Ούτε λοιπόν αυτό που βρίσκεται πάνω από τον Νου αναγνωρίζεται μέσω του νου. Γιατί με το που ο νους συλλάβει κάτι, λέει ότι αυτό που νοεί είναι έτσι και αλλιώς, πράγμα που είναι κατώτερο από το νοητό. Με το άνθος του νου που βρίσκεται μέσα μας νοούμε αυτό το νοητό που βρίσκεται εδραιωμένο στην κορυφή της πρώτης νοητής τριάδας – με την κορυφή της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών : με τον Αιθέρα της τριάδας Αιθήρ-Χάος-Ωό. Δηλ. με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα –, με το «Ένα-ΟΝ» που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την 1η  νοητή Eνάδα/Αγαθότητα/Θεό, αλλά δεν μπορούμε να  συνδεθούμε με το Ένα το οποίο δεν συντάσσεται με τίποτα και είναι αμέθεκτο. Γιατί ο πρώτος “Πατήρ” λέγεται ότι αρπάζει τον εαυτό του μακριά από τον νου και από τη “Δύναμη”, είναι αυτός που εξυμνείται ως θεός των πάντων. Όμως έχει ειπωθεί για τον πρώτο Πατέρα: “Και πρώτη δύναμη του ιερού Λόγου”, ποιος όμως είναι εκείνος που βρίσκεται πάνω από αυτόν και στον οποίο μετέχει και έτσι λέγεται ιερός ; Και αν αυτός που αποκαλύπτει κάποιον που είναι πιο άρρητος ονομάζεται Λόγος, πρέπει πριν από τον Λόγο να υπάρχει η σιγή που έδωσε υπόσταση στον Λόγο, και πριν από κάθε τι ιερό να υπάρχει η αιτία που το θεοποιεί. Έτσι, τα όσα βρίσκονται μετά τα νοητά είναι Λόγοι των νοητών που είναι “συν-αθροισμένα”, έτσι και ο Λόγος που βρίσκεται μέσα στα νοητά και που έλαβε υπόσταση οπό κάποια άλλη πιο άρρητη Ενάδα, είναι Λόγος της πάνω από τα νοητά σιγής. Και επειδή τα νοητά είναι απόκρυφα, ο Λόγος αυτός είναι σιγή. Δηλ. δεν είναι ίδιο το άνθος του νου της ψυχής και το άνθος ολόκληρης της ψυχής μας. Αντιθέτως, το ένα είναι το ενοειδέστατο μέρος της νοητικής ζωής μας, ενώ το άλλο είναι το “Εν” όλων των ψυχικών δυνάμεων μας που είναι πολύμορφες, μιας και δεν είμαστε μόνο νους αλλά και διάνοια και δόξα και προσοχή και προαίρεση, και πριν από αυτές τις δυνάμεις υπάρχει η ουσία που είναι μια και πολλή, διαιρετή και αδιαίρετη. Καθώς λοιπόν το “Ένα” είναι δυο ειδών, και καθώς το ένα είναι το άνθος της πρώτης δύναμής μας – της νοήσεως, ενώ το άλλο είναι το κέντρο ολόκληρης της ουσίας μας και των κάθε λογής δυνάμεως που υπάρχουν γύρω μας, μόνο το πρώτο μας συνδέει με τον Πατέρα των νοητών. Γιατί είναι νοητικό «Ένα” και νοείται και εκείνο από τον πατρικό νου με βάση το “Ένα” που αυτός έχει μέσα του. Μόνο το “Έν” όμως στο οποίο συγκλίνουν οι δυνάμεις της ψυχής μπορεί από την φύση του να μας φέρει κοντά σε εκείνο που βρίσκεται επέκεινα πάντων των όντως Όντων, καθώς ενοποιεί όλα όσα έχουμε εντός μας. Με αυτό είμαστε ως προς την ουσία μας ριζωμένοι μέσα σε εκείνο, ακόμα κι αν απομακρυνθούμε, δεν θα αποκοπούμε από την αιτία μας.

Δηλαδή :  “το άνθος” της αΐδιας & λογικής ψυχής διακρίνεται σε δύο είδη, σε αυτό του νου της της αΐδιας & λογικής ψυχής και σε αυτό ολόκληρης της της αΐδιας & λογικής ψυχής. Με το πρώτο   – με το άνθος του νοός της – η αΐδια & λογική ψυχή αφενός συνδέεται με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα – με το κατά Πλάτωνα «Έν-ΟΝ» – που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την πρώτη νοητή, υπερούσια, μεθεκτή & αυτοτελής Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό και νοεί τον νου του – το πρώτιστο Ορφικό Ωό ή νοητό νου-, αφετέρου η αΐδια & λογική ψύχη δύναται να νοεί τα πάντα με απλές και αμέριστες συλλήψεις. Με το δε δεύτερο «άνθος» της η αΐδια & λογική ψύχη ενώνεται με τον πρώτο Θεό, με το αμέθεκτο & υπερούσιο Ένα/Αγαθό ή Ορφικό Χρόνο που βρίσκεται υπεράνω ολόκληρης της βαθμίδας του Νοός[1], πάνω δηλ. και από τον πρώτο νοητό Πατέρα της 1ης νοητής τριάδας των 3ων νοητών τριάδων των Νοητών Θεών – πάνω δηλ. και απο τον Αιθέρα της Ορφικής τριάδα Αιθήρ-Χάος-Ωό!

Εξ ου και ορθά λέγει ο Πλάτων στον “Αλκιβιάδη, 133.b” οτι η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό θα δει και όλα τα άλλα και τον θεό. Και συγκεντρωμένη προς την ένωσή της και το κέντρο της ζωής, και ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια την άκρα “περιωπή” των όντως Όντων όπως λέγει στον “Πολιτικό, 272.b” ο Πλάτων. Και όπως ακριβώς στις πιο άγιες τελετές οι Μύστες στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα & πολυειδή τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ακλινείς και προστατευόμενοι από τις τελετές, την ίδια τη θεία έλλαμψιν ακραιφνώς  εγκολπώνονται και “γυμνοί”, όπως εκείνοι  λένε, του θείου μεταλαμβάνουν, κατά τον ίδιο τρόπο και εν τη θεωρία των όλων η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντως Όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της Λόγους. Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντως Όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί “με κλειστά τα μάτια” (εξ ου και μύηση) εποπτεύει (εξ ου και εποπτεία) και “το γένος των θεών” και τις Ενάδες των όντως Όντων. Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων. Και αυτό είναι το άριστον της ενέργειας, με ηρεμία δηλαδή των δυνάμεων να ανατείνουμε προς το ίδιο το θείο και να χορεύουμε γύρω από εκείνο, και όλο το πλήθος τη ψυχής αεί να το “συγκεντρώνουμε μαζί” προς την ένωση ταύτην, αφήνοντας όλα όσα μετά το “Ένα” είναι προσιδρυμένα σε αυτό και συνάπτονται με το άρρητο και πάντων επέκεινα. Γιατί μέχρι αυτό πρέπει να ανεβαίνει η ψυχή, έως ότου ολοκληρώσει την άνοδο της στην ίδια την αρχή των όντων. Όταν φτάσει εκεί και παρατηρήσει τον εκεί τόπο και εξηγήσει τα πλήθη των ειδών, εξετάζοντας τις ενιαίες μονάδες τους και τους αριθμούς τους, και αναγνωρίζοντας με τον νου πως κάθε τι εξαρτάται από τις δικές του Ενάδες, ας γνωρίζει ότι κατέχει πλήρως την επιστήμη των θείων, αφού παρατηρήσει, από τη σκοπιά την ενότητας, και τις προόδους των Θεών στα όντως Όντα και τις διακρίσεις των όντως Όντων με βάση τους Θεούς.

 Ο εννοήσας εαυτόν στον Πατήρ χωρεί, γιατί  είναι Φως & Ζωή ο Πατήρ των όλων & των Φώτων, εκ του οποίου έγινε ο Άνθρωπος ο φως & ζωή υπάρχων.

Φως & Ζωή είναι ο Θεός, ο ύψιστος Πατήρ, ο ζάθεος Άμμωνας-Αμούν, ο προστάτης της παντέλειας Αλήθειας και της παντέλειας νοητικής εν σιγή Σοφίας, ο ύπατος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς-Ζήνας, αυτός που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα, εκ του οποίου έγινε ο Άνθρωπος ο φως & ζωή υπάρχων.

Μάλιστα το όνομα του δημιουργού δηλώνει τη δύναμη και την ενέργεια του.

Εξ ου και ο Πλάτων  σχετικά με το όνομα του δημιουργού και πατέρα στον “Κρατύλο, 396.a.2 – 396.b.3″λέγει :

«Διότι, πράγματι, το όνομα του θεού είναι Λόγος ακέραιος, τον οποίο έρχονται οι άνθρωποι και τον διχοτομούν και, αφού τον διχοτομήσουν, άλλοι μεν χρησιμοποιούν το ένα μέρος, άλλοι δε το άλλο – γι’ αυτό άλλοι μεν τον αποκαλούν “Ζήνα“, άλλοι δε “Δία” – μέρη που αν ενωθούν δηλώνουν αμέσως τη φύση του θεού, φανερώνοντας δηλαδή ότι ακριβώς προσηκεί στο όνομα να μπορεί να επιτελεί και να απεργάζεται με μία λέξη : να κάνει. Διότι αίτιος του ζην του δικού μας και του ζην όλων των άλλων όντων δεν είναι δυνατόν να’ ναι άλλος κανείς, πλην ο άρχων και βασιλεύς των πάντων, ο άρχων και ο βασιλιάς του σύμπαντος κόσμου. Ορθότατα, λοιπόν, ονομάζεται όπως ονομάζεται ο θεός αυτός, στον οποίο οφείλουν αιωνίως το ζην τους όλα τα ζωντανά. Το δε όνομα του, ενώ ήταν ένα, ενιαίο και ακέραιο, έχει διχοτομηθεί, έχει διαιρεθεί, όπως είπα, σε δύο ονόματα: στο “Δία” και στο “Ζήνα”.»[2]

Εξ ου και ήταν συνήθεια των Πυθαγορείων να σεμνύονται τον Δημιουργό & Πατέρα του σύμπαντος με το όνομα του Διός και του Ζηνός. Γιατί αυτόν δια του οποίου υπάρχει στα πάντα το είναι και το ζήν, είναι δίκαιο να ονομάζεται από τις ενέργειές του.

Τουτέστιν το του Διός όνομα είναι σύμβολο και εικόνα λεκτική της γεννητικής & δημιουργικής ουσίας, επειδή εκείνοι οι πρώτοι που έδωσαν ονόματα στα πράγματα, λόγω της υπεροχής της σοφίας τους σαν ένα είδος άριστων αγαλματοποιών αποκάλυψαν μέσω των ονομάτων σαν μέσω εικόνων τις δυνάμεις των πραγμάτων. Γιατί έφτιαχναν τα προαναφερόμενα ονόματα ως σύμβολα των εν τη ψυχή τους νοήσεων, και έκαναν τις ίδιες τις νοήσεις τους γνωστικές εικόνες των πραγμάτων που νοήθηκαν. Γιατί, αφού γέμισαν με στοχασμό λόγω της στροφής τους προς τα νοητικά γεννήματα, προχώρησαν πλέον στις λέξεις και έδωσαν στα όντα τέτοια ονόματα, τα οποία μέσω της ίδιας της λέξης και των γραμμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για την εκφώνησή της αποτύπωναν, όσο ήταν δυνατών, τα Είδη των κατονομαζόμενων πραγμάτων και έστρεφαν προς τις ίδιες τις ουσίες εκείνους που τα άκουγαν σωστά, ώστε το πέρας του στοχασμού εκείνων να γίνεται για εμάς αρχή για την ανεύρεση της νοήσεως των πραγμάτων. Έτσι, λοιπόν, από εκείνους τους παλαιούς ο Δημιουργός έχει ονομαστεί Τετρακτύς και Πατήρ.

Εάν ο άνθρωπος γνωρίσει εαυτόν – Γνώθι Σ’ αυτόν – τότε θα θυμηθεί ότι είναι εκ Ζωής & Φωτός και εκ τούτων τυγχάνει, τότε θα προσχωρήσει πάλι στην Ζωή και στο Φως, φως εν τω Φωτί!

 Μάλιστα της φιλοσοφίας στο σύνολό της και της θεωρίας του Πλάτωνα αυτή είναι η κυριότερη αρχή, αυτή που προαναφέραμε, η καθαρή και ακίβδηλη μορφοποίηση του ίδιου του εαυτού μας περιγεγραμμένη μέσα σε όρια επιστημονικής γνώσης και συνδεδεμένη σταθερά με τους λογισμούς της αιτίας. Και από πού αλλού ταιριάζει να αρχίσουμε την κάθαρση και την τελείωση του εαυτού μας, παρεκτός από αυτό το οποίο παραγγέλλει και ο εν Δελφοίς θεός ; Όπως δηλ. σε εκείνους που έμπαιναν στο τέμενος της Ελευσίνας η επιγραφή ανακοίνωνε να μην εισέρχονται στο άδυτο οι αμύητοι και οι ατέλεστοι, έτσι και στην είσοδο του Δελφικού ναού το αναγεγραμμένο “γνώθι Σ’ Αυτόν” δήλωνε τον τρόπο της ανοδικής πορείας προς την θεότητα και την πιο ωφέλιμη & αποτελεσματικής οδό που οδηγεί στον κάθαρση, λέγοντας σχεδόν ολοκάθαρα σε όσους μπορούν να καταλάβουν, ότι αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, αρχίζοντας από την εστία του, μπορεί να έρθει σε επαφή με τον θεό ο οποίος αποκαλύπτει τη σύνολη αλήθεια και είναι ο αρχηγέτης της καθαρτήριας ζωής. Αντίθετα, εκείνος που αγνοεί ποιος είναι, αμύητος και ατέλεστος όντας, είναι ακατάλληλος για να μετέχει στην του Απόλλωνος πρόνοια. Τούτη λοιπόν ας θεωρηθεί αρχή και της φιλοσοφίας και της διδασκαλίας του Πλάτωνα, η γνώση του εαυτού μας. Και είναι το πλέον ορθό ο οπαδός του Απόλλωνα να αρχίζει την τελείωση των ατελών από αυτά που και ο ίδιος ο Θεός παραγγέλνει. Άλλωστε και ο Σωκράτης, που λέει ότι είναι “ομόδουλος των κύκνων” και εξίσου με αυτούς έλαβε το μαντικό χάρισμα από τον θεό, από αυτό λέγεται ότι ξεκίνησε την πορεία του προς τη φιλοσοφία, από το ότι συνάντησε την πυθική επιγραφή και τη θεώρησε σαν προτροπή του ίδιου του Απόλλωνα. Από εκεί λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε και εμείς ακολουθώντας τον θεό.

Επιτρέψτε στον νου, στο εντός σας φως, χωρίστε τον εαυτό σας από το σύνθετο, και θεαθείτε διακεκριμένα την ψυχική και την σωματική ζωή, και δείτε ότι δεν είναι θαυμαστό να είναι άλλο το υποκείμενο, άλλο το μετεχόμενο στο υποκείμενο ον, άλλο το εξηρημένο & αμέθεκτο Είδος/Ιδέα.

Πάψτε να είστε να είστε ο συνηθισμένος άνθρωπος, αυτός που έχει αναμίξει και την δική του ζωή με την ζωή του σύνθετου, και αδυνατεί να θεαθεί το μετεχόμενο και το αμέθεκτο.

Γιατί αυτός που θεάθηκε το χωριστό πρέπει να γίνει κατά το δυνατόν και αυτός τέτοιος – δηλ. χωριστός, δηλαδή να εξαναστηθεί και να αποβλέψει στο χωριστό εν τω εαυτώ του.

Γίνεται σπουδαίοι, γιατί ο σπουδαίος στο ήθος άνθρωπος αφού θεαθεί από τον εαυτό του την διάκριση τούτων μεταβαίνει στα καθολικά, και νοεί τις εξηρημένες και άυλες μονάδες που είναι πρότερες πάντων των μετεχόμενων.

Να νοείται το Φως και να το γνωρίζεται, γιατί το το Φως είναι ο Νους-Θεός/Πατήρ Ζεύς-Ζήνας, και αυτό που εντός σας βλέπει & ακούει, είναι ο Λόγος του Πατρός Διός-Ζηνόε, τον οποίο η Αθηνά Παλάδα φέρει.

Πρώτη αλήθεια και δημιουργός είναι ο Πατήρ, ή ύψιστος Άμμωνας, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς-Ζήνας, ο ένας και μόνος, ο μη εξ ύλης, ο μη εν σώματι, ο αχρώματος, ο ασχημάτιστος, ο άτρεπτος, ο μη αλλοιούμενος, ο Αεί-ΟΝ!

Τούτος γνώριζεται πρώτος δημιουργός στην γένεση των όντων, αυτός είναι ο Λόγω συστησάμενος τα όντα, ο του νοός-νοητών οφθαλμός.

Να υμνείται τον Εγρήγορο, το όμμα του ακοιμήτου πυρός, αυτόν που ζωογονεί τον δρόμο του αιθέρα, που το όνομά του δεν το χωράει ο Σύμπαντας Κόσμος, το άφθιτον, αέναο, πανεπίσκοπον, φοβερό Όμμα του Νου-νοητών, τον πατέρα των όλων και των Φώτων εν σιγή να υμνείται, τον μόνον Θεό-Ενάδα-Αγαθότητα, τον Υπέρθεο, τον Θεό των Θεών, τον Ύπατο Ζεύς, τον Ύψιστο Άμωνα και τον του Πηγαίου & Κοσμαγού Πατρός Λόγο, αυτόν που μόνος είναι υιός εκ του Πατρός Διός, τον οποίο γέννησε ο Πατήρ Άμμων Ζευς και φέρει η εγερμάχη Αθηνά Παλλάδα, ίδιον ευθύς αφθόνως και απαθώς αγέννητον Λόγο, με ρώμη απόρρητη και οξυτέρα φωνή, να είναι Θεός κατά την ουσία εκ της ουσίας, εκείνος ο οποίος του Πατρός Διός φέρει την εικόνα την άφθαρτη και όμοια με το Σύμπαν, ώστε είναι εκείνος εντός του Πατρός Άμμωνα, και ο Πατήρ Ζευς εν εκείνω, κάλλους έσοπτρο, αλληλεύφραντον πρόσωπον.

Να ιλάσκεστε αγαπητικώς και να ευχαριστείται ευλογώντας και υμνώντας τεταγμένως τον κτίσαντα τα πάντα, τον πήξαντα την γη και κρεμάσαντα τον ουρανό και επιτάξαντα εκ του Ωκεανού τον γλυκύ ύδωρ στην οικουμένη αοίκητον υπάρχει για διατροφή και κτίση πάντων των ανθρώπων πάντων των τομέων-συμπάντων του Κόσμου, τον επιτάξαντα να φανεί το πυρ σε κάθε πράξη των θεών και των ανθρώπων, τον μετεωριζόμενο επι των 8 ουρανών, τον κτίστη πάσης φύσεως, τον του Νοός-νοητών οφθαλμό, τον ύψιστο Πατήρ, τον ζάθεο Άμμωνα-Αμούν και την του Πατρός Διός-Ζηνόε δημιουργική νόηση & πρόνοια και άχραντη νοητική εν σιγή σοφία του – την ζάθεη Αθηνά Παλλάδα.

Ο Πατήρ, ο ύπατος Ζεύς-Ζήνας, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμουν, είναι η μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα και η αυτού εν σιγή νοητική παντέλεια σοφία του, η πάνοπλη Αθηνά Παλάδα, η του Πατρός Διός-Ζηνός άχραντη Βούληση ή δημιουργική νόηση και πρόνοια, η σπορέας που σπέρνει την δημιουργία.

Ο Αιών είναι εικόνα του θεού-Πατήρ, και ο Κόσμος είναι εικόνα του Αιώνα, και ο Ήλιος εικόνα του Κόσμου, και ο άνθρωπος εικόνα του Ηλίου. Πρώτος είναι ο Θεός, δεύτερος ο Κόσμος, τρίτος ο άνθρωπος. Το σύμπαν για τον άνθρωπο, ο δε άνθρωπος για τον θεό.

Και ο σύμπας Κόσμος είναι του μεγαλύτερου θεού εικόνα, εικόνα του Αιώνα, και ενωμένος με εκείνον και σώζοντας μαζί του την τάξη και την βούληση του Πατρός είναι πλήρωμα της ζωής και δεν υπάρχει τίποτα μέσα σε αυτόν δια παντός του αιώνος της πατρώας αποκαταστάσεως, ούτε από το παν ούτε από τα κατά μέρος, το οποίο να μην ζει. Γιατί κανένα δεν έχει γίνει ούτε είναι ούτε θα είναι νεκρό μέσα στον σύμπαντα Κόσμο. Γιατί ο Πατήρ Ζεύς-Ζήνας, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμούν, θέλησε αυτό που συνέστησε, τον σύμπαντα Κόσμο,  να είναι ζώον. Για αυτό ο σύμπαντας Κόσμος είναι θεός.

Γιατί ο θεός βρίσκεται και περί πάντα και δια πάντων. Γιατί είναι Ενέργεια και Δύναμη. Και δεν είναι δύσκολο να νοήσουμε τον θεό, και αν θέλουμε να τον θεωρήσουμε ας κοιτάξουμε την τάξη του Κόσμου και την ευκοσμία της τάξεως. Κοιτάξτε την ανάγκη των φαινομένων και την πρόνοια των γεγονότων και των γινομένων. Κοιτάξτε την ύλη, που είναι πληρέστατη ζωής, τον τόσο μεγάλο θεό που κινείται μετά πάντων αγαθών και καλών, θεών και δαιμόνων και ανθρώπων.

Και όλα αυτά είναι ενέργειες. Σύμπας ο Κόσμος είναι ενέργειες που ενεργούνται από τον Θεό, από τον Πατήρ Πηγαίο & Κοσμαγό Ζεύς-Ζήνας, τον ύπατο Άμμωνα/Αμουν. Δηλ. όπως του Κόσμου τα μέρη είναι ουρανός και ύδωρ και γη και αήρ, με τον ίδιο τρόπο μέλη του είναι η ζωή και η αθανασία και το αίμα και η ανάγκη και η πρόνοια και η φύσις και η ψυχή και ο νους, και αυτών πάντων η διαμονή(διατήρηση) είναι αυτό που λέμε αγαθόν, η του Πατρός Πηγαίου & Κοσμαγού Διός-Ζηνός σπορά.  Και δεν υπάρχει κανένα από τα γινόμενα ή τα γεγονότα, όπου δεν είναι ο θεός – γιατί το σώμα μετέχει στην ψυχή και γίνεται κάτι σαν ψυχή, η ψυχή μετέχει στον νου και γίνεται νοοειδής, ο νους μετέχει στον Θεό-Ενά-Αγαθότητα και γίνεται ενοειδής-θεοειδής-αγαθοειδής.

Μάλιστα παν μετά το Εν ευθύς έχει πλήθους έμφαση. Αλλού όμως είναι κρυφό και ενοειδές, αλλού δε εκφαίνει το πλήθος του και αλλού δε έχει ήδη προοδεύσει, και η πρόοδος του πλήθους πάλι γίνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και δεν είναι σε όλα ίδιος ο τρόπος της διακρίσεως. Επειδή, όμως, παντού πριν από το πλήθος υπάρχει η μονάδα, πρέπει να εξαρτάμε όλα τα όντα από την οικεία αυτών μονάδα. Γιατί και επι των σωμάτων το όλον προηγείται των μερών, το οποίο είναι και περιεκτικό πάντων των διηρημένων εν τω Κόσμω. Ενώ αυτό είναι συνεχές και όλον, και επι των Φύσεων η μια και όλη Φύση έλαβε υπόσταση προ των πολλών. Γιατί για τούτο βέβαια και οι μερικές Φύσεις, ενώ είναι ενάντιες η μία προς την άλλη, πολλές φορές όμως περιάγονται σε ένωση και συμπάθεια εκ της όλης Φύσεως. Και επι των ψυχών η μονάδα των ψυχών τάχτηκε σε πρεσβύτερη τάξη από τις πολλές, και όλες συγκλίνουν περί αυτήν ως ε κέντρο, οι μεν θείες πρώτες, οι οπαδοί αυτών δεύτερες, οι συνοπαδοί αυτών κατά κάποια 3η τάξη, όπως παρέδωσε ο Σωκράτης εν τω Φαίδρω. Και επι των νοών ομοίως ο ένας και όλος και αμέθεκτος νους, που εκφάνηκε πρώτα από τα ενωμένα Όντα, απογεννά μετά τον εαυτό του άπαν το νοητικό πλήθος και πάσα την αμέριστη ουσία. Πρέπει λοιπόν και πριν από άπαντα τα Όντα να είναι η μονάδα του Όντος, δια της οποίας όλα τα όντα συντάσσονται προς αλλήλα, και οι νόες και οι ψυχές και οι Φύσεις και τα σώματα και παν το λεγόμενο ότι είναι με οποιοδήποτε τρόπο. Γιατί το Εν έχει την εξηρημένη αιτία της ενώσεως, αλλά έκαστο Ον στον βαθμό που είναι ένα ενοποιείται από αυτήν. Και εμείς αναζητούμε, καθόσον είναι όντα ποια συνεκτική και ενοποιός μονάδα τους έλαχε. Γιατί πάσα αριθμός αναρτάται στην οικεία και σύστοιχη μονάδα του, από την οποία έχει και την υπόσταση και την προσηγορία, ούτε από συνωνυμία, ούτε από εικασία και τύχη, αλλά από το Εν και προς το Εν, ώστε και τα όντα είναι εκ μιας μονάδος η οποία λέγεται πρώτος Ον, και λόγω της οποίας είναι και αυτά κατά την τάξη τους και ονομάζονται όντα. Και από αυτήν πάντα τα όντα είναι συμπαθή μεταξύ τους και κατά κάποιο τρόπο τα αυτά καθώς προέρχονται από ένα Ον. Και προς αυτή την ένωση πάντων των όντων αποβλέποντας ο Παρμενίδης αξίωνε να καλούμε Εν το πάν. Κυριότατα και πρώτα παν ότι ενώνεται προς το Εν, και γενικώς το παν. Γιατί τα πάντα, καθόσον μετέχουν του Ενός Όντος, είναι κατά κάποιο τρόπο μεταξύ τους τα αυτά και Εν.

Δηλαδή oύτε το πλήθος είναι πουθενά ασύντακτο προς το Εν και διασπαρμένο από τον εαυτό του, ούτε το Εν είναι άγονο και έρημο από το προσήκων πλήθος του, αλλά και τούτου ηγείται δευτέρων μονάδων, και το πλήθος έχει την πρέπουσα ένωσή του. Γιατί πάντα τα πλήθη και τα νοητά και τα νοητικά και όσα εν τω Κόσμω ή υπέρ του Κόσμου βρίσκονται, εξαρτώνται από τις οικείες μονάδες και συντάσσονται μεταξύ τους. Οι δε μονάδες πάλι εκ μια μονάδος, ώστε και το πλήθος των μονάδων να μην είναι διαιρεμένος από τον εαυτό του και πλήθος μόνο έρημο της ενώσεως. Γιατί δεν θα ήταν θεμιτό η ενοποιές αιτίες των άλλων να αποσπώνται οι ίδιες μεταξύ τους, ούτε οι ζωοποιές να είναι άζωες, ούτε οι νοοποιές ανόητες, ούτε οι καλλοποιές ακαλλείς, αλλά η πρέπει να έχουν ζωή και νου και κάλλος, ή κάτι θειότερο και κρείττον από αυτά. Ώστε και οι ενοποιές μονάδες των άλλων ή να έχουν και αυτές ένωση μεταξύ τους ή κάτι κρείττον και της ενώσεως. Αλλά τίποτα δεν είναι θειότερο από αυτήν πλην αυτού του Ενός. Αλλά αν το Εν βρίσκεται προ αυτών είναι αναγκαίο να ενωθούν και αυτές. Γιατί αυτά που μετέχουν στο Εν ενώνονται. Και αν ενώνονται, από πού προέρχεται η ένωση ; Όχι από κάπου αλλού αλλά εξ Ενός. Πρέπει λοιπόν οι πολλές Ενάδες να είναι εκ του Ενός, και εξ αυτών τα πλήθη, και τα πρώτα και τα εφεξής και αεί τα μακρινότερα του Ενός να πληθαίνουν περισσότερο από τα προηγούμενά τους, όμως παν πλήθος έχει Ενάδα διττή, την μεν συντεταγμένοι την δε εξηρημένη. Δες λοιπόν αυτό πρώτα επι των Ειδών, για παράδειγμα ο άνθρωπος είναι διττός, ο μεν εξηρημένος ο δε μετεχόμενος. Και πως το καλό είναι διττό, το μεν προ των πολλών, το δε εν τοις πολλοίς. Ο Ήλιος λοιπόν και η Σελήνη και έκαστο από τα άλλα Φυσικά Είδη, έχουν ένα μέρος μέσα σε άλλο και ένα μέρος καθ’ εαυτό – στον εαυτό τους. Γιατί και όσα βρίσκονται μέσα σε άλλα και τα κοινά και μετεχόμενα πρέπει να έχουν προ αυτών αυτό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, και όλως το αμέθεκτο. Πρέπει επίσης το εξηρημένο Είδος και αυτό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, επειδή είναι αίτιο πολλών να ενώνει και να συνδέει το πλήθος. Και είναι δεσμός των πολλών το εν αυτοίς κοινό, και για αυτό άλλος ο αυτοάνθρωπος και άλλος ο εν τα καθ’ έκαστα, και εκείνος μεν είναι αιώνιος αυτός δε από μία άποψη θνητός, και εκείνος μεν νοητός τούτος δε αισθητός. Όπως λοιπόν έκαστο των Ειδών είναι διττό, έτσι και έκαστο των όλων είναι διττό. Γιατί τα Είδη είναι μέρη κάποιας ολότητας, και άλλο το αμέθεκτο όλον, και άλλο το μεθεκτό όλον, άλλη η αμέθεκτη ψυχή και άλλη η μεθεκτή ψυχή, που η μεν συνδέει το πλήθος των ψυχών, η δε απογεννά το πλήθος. Και άλλος ο αμέθεκτος νους, και άλλος ο μεθεκτός νους, ο μεν παράγων το νοητικό πλήθος ο δε συνέχων. Και άλλο λοιπόν το αμέθεκτο Ον, από το οποίο προέρχονται άπαντα τα Όντα και ο αριθμός των όντων και άλλο το μεθεκτό και “Εν-Ον”. Και το μεν κράτησε τον εαυτό του προ των Όντων το δε μετέχεται από τα Όντα. Πρέπει λοιπόν σε κάθε τάξη των πραγμάτων να νοούμε μια Ενάδα εξηρημένη, και μια άλλη Ενάδα μετά του πλήθους. Έπειτα αυτό το πλήθος καθ’ αυτό χωρίς να μετέχει στην οικεία Ενάδα.

Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό υψηλοτέρας & νοητικοτέρας ψυχής να διακρίνει ότι η αμέριστη ουσία δίνει υπόσταση στη μεριστή και ότι όλα τα διαστήματα έχουν προκύψει από τα αδιάστατα. Αντιθέτως, τα όμματα των πολλών από τη φύση τους δεν αντέχουν να είναι στραμμένα στην θεία ένωση. Γιατί, αν κανείς αποβλέψει στις περιοχές οι οποίες αποτελούν κλήρους των θεών και μέσω των οποίων οι θεοί μετέχονται από τα εν τω Κόσμω, θα θεαθεί στο ένα μέρος τον Ήλιο, στο άλλο την Σελήνη και στο άλλο τη γη και σε κάθε περίπτωση, αν δεν είναι ικανότατος ως προς τις θείες αλήθειες, θα πιστέψει ότι και οι θεοί έχουν διαχωριστεί. Αλλά ΔΕΝ είναι έτσι. Γιατί οι θεοί προΐστανται αδιαστάτως στα διαστατά και ενοειδώς στα πεπληθησμένα.

Τουτέστιν ο δημιουργός συνέστησε τούτο το σύμπαν “ζώον έμψυχο & έννουν”, θεωρώντας το έμψυχο ωραιότερο από το άψυχο, και το νοητικό από το ανόητο. Υπάρχει, λοιπόν, μέσα στο σύμπαν σωματική ζωή, στον βαθμό που το σύμπαν είναι ζώον. Γιατί έγινε “ζώο, αφού δέθηκε με έμψυχους δεσμούς”[3]. Αλλά η ίδια η ψυχή του δεν έχει αναμηχθεί με το σώμα του. Γιατί αυτό το απέρριψε και ο Σωκράτης στον “Φαίδρο”. Υπάρχει, επίσης, στο σύμπαν και θεία ψυχή, καθ’ ην έμψυχο το σύμπαν, καθώς έχει μια σύμφυτη ζωή, έχει όμως και μια χωριστή. Υπάρχει και νους αύλος & θείος εν αυτώ. Γιατί πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτός ο νους είναι ο ουσιώδης νους και όχι ο νους που αποτελεί έξη της ψυχής. Γιατί σε εκείνον, στην έξη, δεν δίνει υπόσταση ο δημιουργός αλλά η ψυχή του σύμπαντος κατά τον χορό της γύρω από το νοητό, όπως λέει ο Πλάτων. Επομένως, το σύμπαν έχει τριπλή ζωή, μια σωματοειδή, μια ψυχική και μια νοητική. Και η νοητική ζωή του Κόσμου είναι αδιαίρετη, επειδή είναι αιώνια, επειδή συμπεριέλαβε όλο μαζί το νοητό, επειδή είναι ακίνητη και επειδή είναι ενωμένη λόγω της κορυφαίας υπεροχής της από τα κατώτερα. Η σωματοειδής ζωή του Κόσμου είναι διαιρεμένη, επειδή προχωρά μέσα στους όγκους των σωμάτων και ανακατεύεται με το σώμα και βυθίζεται στα υποστρώματα. Η ψυχική ζωή του Κόσμου είναι ενδιάμεση : υπερέχει από το σωματικό επειδή είναι ανεξάρτητη από το σώμα, επειδή “καλύπτει γύρω-γύρω απέξω”[4] τον όγκο του σώματος του, όπως λέει ο Πλάτων, επειδή ανυψώνεται προς τον νου. Και, από την άλλη, υπολείπεται, του νοός, επειδή νοεί μέσα κατά χρόνο, επειδή αναπτύσσει την αδιαιρεότητα της νοητικής ζωής και επειδή έρχεται κάπως σε επαφή με το σώμα.

Το σώμα και όλος ο αισθητός Κόσμος ανήκει στα ετεροκινούμενα, ενώ η ψυχή είναι αυτοκινούμενη, εξαρτώντας από τον εαυτό της όλες τις σωματικές κινήσεις, ενώ ο νους πριν από αυτήν είναι ακίνητος. Και μην εννοήσετε αυτό το ακίνητο τέτοιο, όπως λέμε ότι είναι το άπρακτο και αυτό που δεν έχει ζωή και πνοή, αλλά ως το αρχικό αίτιο κάθε κίνησης και ως πηγή, αν θέλουμε, κάθε ζωή, και αυτής που επιστρέφει στον εαυτό της και αυτής που έχει υπόσταση μέσα σε άλλα. Και από αυτές τις αιτίες ο Κόσμος έχει χαρακτηριστεί από τον Πλάτωνα “ζώο έμψυχο και έννουν”, αποκαλούμενος ζώο για την εαυτού φύση και τη ζωή που κατεβαίνει σε αυτόν από την ψυχή και διαμοιράζεται σε αυτόν, με παρουσία θείας ψυχής ”έμψυχο” και με παρουσία νοερής επιστασίας “ένουν”. Γιατί η ζωής χορηγία και η ψυχής ηγεμονία και η νοός μετουσία συνέχει τον όλο ουρανό.      Αν όμως αυτός ο νους είναι κατ’ ουσία νους, επειδή “ταυτίζεται το νοείν και το είναι”, λέει ο Παρμενίδης, είναι όμως θεός κατά μέθεξη (πράγμα το οποίο  ο Αθηναίος ξένος υποδεικνύοντας τον αποκάλεσε “θείο”. Γιατί λέγει “ότι η ψυχή, αφού προσέλαβε τον θείο νου, οδηγεί ορθά και έμφρονα”), είναι ανάγκη βέβαια ολόκληρος ο ουρανός να έχει εξαρτηθεί από την δική του Θεότητα και ένωση και σε όλον αυτόν τον εδώ Κόσμο η κίνηση από τη ψυχή να προέρχεται, ενώ η αιώνια (δια)μονή και το οσαύτως από τον νου, η δε μια ένωση και η σύμπνοια η εν αυτώ καθώς και η συμπάθεια και το καθολικό μέτρο εκ της Ενάδος, από την οποία και ο νους είναι ενοειδής και η ψυχή μια και έκαστο των όντων καθολικό και τέλειο κατά την αυτού φύση και καθένα από τα κατώτερα όντα με τα της οικείας του φύσεως μετέχει αεί σε μία άλλη ανώτερη ιδιότητα προερχόμενης εκ της ανώτερης αυτού τάξεως. Γιατί το σωματικό αυτοκινούμενο ον λαμβάνει από την ψυχή την αντανάκλαση της δύναμης της αυτοκίνησης και αποκτά ζωή από εκείνη. Η ψυχή εξάλλου, η οποία είναι αυτοκινούμενη, μετέχει της κατά νου ζωής και, ενεργώντας κατά χρόνο , κατέχει την άπαυστη ενέργεια και την άγρυπνη ζωή από την γειτνίαση με τον νου. Κι ο νους, έχοντας τη ζωή εν αιώνι και “όντας ως προς την ουσία του ενέργεια” εδραιώνοντας σταθερά μαζί ολόκληρη τη νόηση που εντοπίζεται σε κάθε παρούσα στιγμή, είναι ένθεος δια της πάνω από αυτόν αιτίας. Γιατί έχει τις ενέργειές του δυο ειδών, όπως λέει ο Πλωτίνος, άλλες ως νους και άλλες ως “μεθυσμένος από νέκταρ”. Και αλλού δείξαμε ότι και αυτός ο νους είναι θεός λόγω αυτού που βρίσκεται πάνω από αυτόν και το οποίο δεν είναι νους, όπως ακριβώς και η ψυχή είναι νους λόγω της κορυφής της που βρίσκεται πάνω από την ψυχή και το σώμα γίνεται ψυχή από τη δύναμη που βρίσκεται πάνω από το σώμα. Όλα, λοιπόν, όπως ακριβώς είπαμε είναι εξαρτημένα από το Ένα μέσω του νοός και της ψυχής. Και ο νους είναι ενοειδής η ψυχή νοοειδής, το σώμα του Κόσμο είναι ζωντανό και καθετί βρίσκεται συνενωμένο μέσα στο ανώτερό του. Και από όλα όσα βρίσκονται μετά από αυτά, άλλα πιο κοντά κι άλλα από πιο μακριά απολαμβάνουν το θείο. Και ο θεός που βρίσκεται πάνω από τον νου “επιβαίνει της νοητικής φύσεως” πρώτος, ενώ ο νους θειότατος, επειδή ως πριν από τα άλλα εκθεούμενος, και η ψυχή είναι θεία, εφόσον χρειάζεται τη μεσολάβηση του νοός, και το σώμα που λαμβάνει μέρος σε μία τέτοια ψυχή είναι βέβαια και αυτό θείο ως σώμα (γιατί η λάμψη του φωτός επεκτείνεται από πάνω μέχρι και τα κατώτερα που αποτελούν υποδιαιρέσεις εξαρτημένες από τα ανώτερα), απολύτως όμως δεν είναι θείο, αλλά η ψυχή, επειδή κοιτάζει προς τον νου και έχει από μόνη της ζωή, είναι πρωταρχικά θεία.[5]        Η ίδια λογική ισχύει και για καθεμία από τις καθολικές σφαίρες και για τα σώματα που βρίσκονται μέσα σε αυτές. Γιατί όλα μιμούνται το σύνολο του ουρανού επειδή ακριβώς και αυτά ανήκουν στην μερίδα των αιωνίων, και τα στοιχεία της υποσελήνιας περιοχής δεν είναι αμετάβλητα με κάθε τρόπο ως προς την ουσία τους, διατηρούνται όμως σταθερά ως προς το σύνολο τους μέσα στο σύμπαν και περιέχουν ζώα(ζωντανά όντα) ως υποδιαιρέσεις. Γιατί κάθε ολότητα έχει μετά από αυτήν κάποιες πιο επιμέρους υποστάσεις. Όπως ακριβώς λοιπόν μέσα στον ουρανό μαζί με τις καθολικές σφαίρες προήλθε και ο αριθμός των άστρων και όπως ακριβώς στη γη μαζί με το σύνολο έχει λάβει υπόσταση και ένα πλήθος υποδιαιρέσεων γήινων ζώων, έτσι είναι αναγκαίο και σε όσα βρίσκονται μεταξύ των καθολικών κάθε στοιχείο τους να είναι ολοκληρωμένο από τον δικό του αριθμό υποδιαιρέσεων. Και πως λοιπόν στα κορυφαία τα καθολικά έχουν τοποθετηθεί μαζί με τα μέρη τους, αν και λαμβάνουν υπόσταση προηγούμενη από τα μέρη τους, χωρίς να υπάρχει η ίδια αναλογία και στα ενδιάμεσα ; Αν λοιπόν καθεμία από τις σφαίρες είναι ζωντανή και πάντοτε κατά τον ίδιο τρόπο είναι σταθεροποιημένη και συμπληρώνει το σύμπαν, και αν, επειδή μετέχει πάντοτε στην ψυχή πρωταρχικά, έχει ζωή, και, επειδή αποκτά συνοχή εκ του νοός, διατηρεί αμετάβλητη μέσα στον Κόσμο την σειρά της, και αν, επειδή φωτίζεται υπό της θείας ενώσεως, σαν μια και καθολική κυβερνά τα δικά της μέρη, τότε όχι μόνο το σύμπαν, αλλά και καθένα από τα αιώνια μέρη του έχει ψυχή και νου, εξομοιωμένο κατά το δυνατόν με το σύμπαν. Γιατί καθένα από αυτά αποτελεί σύμπαν ως προς το συγγενικό του πολυποίκιλη πλήθος.        Για να μιλήσουμε, λοιπόν, περιληπτικά, μια είναι η του σωματοειδούς ολότητα, ενώ υπάρχουν και πολλές άλλες που υπάγονται και εξαρτώνται από αυτή τη μια. Και υπάρχει μια ψυχή του σύμπαντος και μετά από αυτή υπάρχουν άλλες, οι οποίες αχράντως συνδιακοσμούν με αυτήν τα καθολικά μέρη του σύμπαντος. Και υπάρχει και ένας νους, αλλά και νοητικός αριθμός υπό τούτον μετεχόμενος και υπό των ψυχών.[6] Και υπάρχει και Θεός ένας όλων των εγκόσμιων συνοχέας, αλλά και πλήθος άλλων Θεών στους οποίους έχουν διανεμηθεί οι νοερές ουσίες και οι ψυχές που εξαρτώνται από αυτές και όλα τα μέρη του Κόσμου.

Μάλιστα ο αυτός ο παμμέγας Κόσμος είναι ένας και πολλά. Πολλά όχι μόνο ως προς το σώμα (το οποίο έχει από τη σύστασή του τόση διαφοροποίηση όση έχει το αιώνιο προς το φθαρτό, το αύλο προς το υλικό, το από μόνο του ζωντανό από το μη ζωντανό) αλλά και ως προς τις ασώματες ζωές μέσα του. Γιατί μέσα του υπάρχουν Θεοί, Δαίμονες, άνθρωποι, ζώα, φυτά και ο της ζωής διάκοσμος, ο οποίος υπάρχει πριν από τον ορατό και είναι ποικίλος. Ο Κόσμος πάλι είναι ένας λόγω της σωματικής αρμονίας, λόγω της φυσικής ομοιοπάθειας, λόγω της χορηγίας της μίας ζωής από την καθολική ψυχή, λόγω του ενός νοητικού συνδέσμου. Γιατί από όλα αυτά υπάρχει μια σύμπνοια, μια ζωή και μια ακατάλυτη τακτοποίηση του Κόσμου, η οποία προήλθε από τον νου.

Όπως ακριβώς και ανάμεσα στα αισθητά ένας είναι αυτός ο μέγας ουρανός και περιέχει μέσα του πλήθος σωμάτων, και όπως συνεκτική του πλήθους είναι η μονάδα και πλήθος υπάρχει μια σειρά της προόδου και από τα αισθητά άλλα είναι πρώτα, άλλα μεσαία και άλλα τελευταία, και πιο πάνω από αυτά ανάμεσα στις ψυχές από μια το πλήθος των ψυχών έλαβε υπόσταση και από αυτές άλλες τοποθετήθηκαν άλλες πιο κοντά και άλλες πιο μακριά από την δική τους εαυτών ολότητας και άλλες έχουν γεμίσει τον χώρο ανάμεσα στα δυο άκρα, έτσι είναι βέβαια ανάγκη και από τα όντως Όντα τα ενοειδή και κρυφά γένη να βρίσκονται μέσα στην μια και πρώτιστη αιτία των πάντων, αλλά να έχουν προχωρήσει έως το πλήρες πλήθος και σε όλον τον αριθμό και άλλα να κατέχουν τον ενδιάμεσο τόπο που συνδέει τα προηγούμενα δυο. Και δεν πρέπει τις ιδιότητες των πρώτων να τις συνάπτουμε στα δεύτερα ούτε των υποβιβασμένων στα ενικότερα, αλλά είναι ανάγκη να είναι άλλες οι δυνάμεις των μεν και άλλες των δε, και να υπάρχει σειρά σε αυτή την πρόοδο και εμφάνιση των κατώτερων από τα ανώτερα. Και για να μιλήσουμε συνοπτικά, το “Έν-ΟΝ” προέρχεται από την Ενάδα την προ των όντως Όντων και γεννά ολόκληρο το θείο γένος, δηλαδή το νοητό και το νοητικό και υπερουράνιο και αυτό που έχει φτάσει μέχρι και τους εγκόσμιους Θεούς.

Κάθε μια από τις σφαίρες των πλανητών είναι ένας σύμπαντας Κόσμος που περιλαμβάνει πολλά θεία γένη αόρατα σε εμάς, όλων εκείνων την ηγεμονία έχει το φαινόμενο άστρο, και σε αυτή διαφέρουν τα απλανή από τα εντός των πλανωμένων σφαιρών άστρα, γιατί οι απλανείς έχουν μια μονάδα, την εαυτών ολότητά, ενώ τα εντός των σφαιρών άστρα τα οποία αφανώς συμπεριπολούν με καθεμία πλανωμένη σφαίρα έχουν τις σφαίρες του διπλές, την εαυτών ολότητα και την εξηρημένη υπεροχή που έλαβαν μέσα στα περιεχόμενα της σφαίρας άστρα. Γιατί είναι κατώτερα από τους απλανείς αστέρες και χρειάζονται διττή εποπτεία, μια ολικότερη/καθολικότερη και μια μερικότερη. Γιατί σε κάθε μία από αυτές υπάρχει σύστοιχο πλήθος της καθεμία στους, που αποδεικνύεται από τα άκρα. Γιατί, αν η σφαίρα των απλανών περιέχει σύστοιχο με αυτήν πλήθος τότε και η γη των χθονίων ζώων(ζωντανών οργανισμών) όπως εκείνη των ουρανίων ζώων –  δηλ. η σφαίρα των απλανών –  είναι ανάγκη κάθε ολότητα να περιέχει οπωσδήποτε σύστοιχα με αυτήν ζώα, λόγω των οποίων λέγεται και ολότητα. Τα μεσαία, όμως, διαφεύγουν της αισθήσεως και δηλώνονται τα άκρα ζώα, τα μεν δια της υπέρλαμπρης ουσίας τους, και τα τελευταία δια της συγγένειάς τους με εμάς. Γιατί και μεριστές ψυχές έχουν σπαρθεί γύρω από τους πλανήτες, άλλες γύρω από τον Ήλιο, άλλες γύρω από την σελήνη και άλλες γύρω από καθέναν από τους υπόλοιπους πλανήτες, και πριν από τις ψυχές Δαίμονες συμπληρώνουν τις αγέλες των οποίων είναι ηγεμόνες, είναι φανερό ότι καλώς έχει ειπωθεί ότι κάθε σφαίρα είναι Κόσμος. Αυτά μας διδάσκουν και οι θεολόγοι, όταν λένε περί εκάστου πλανήτη ότι υπάρχουν εντός του, πριν από τους Δαίμονες, Θεοί οι οποίοι τελούν υπό την ηγεμονία άλλων Θεών. Για αυτό λέμε, επι παραδείγματι, για την Δέσποινά μας, τη Σελήνη, ότι υπάρχουν μέσα σε αυτήν κάποιες Θεές, η Εκάτη και η Αρτέμιδα. Και περί τον βασιλέα Ήλιο και τους εκεί Θεούς εξυμνούμε τον εκεί Διόνυσο έτσι : “του Ηλίου πάρεδρος που επισκοπεύει τον αγνό πόλο”, τον εκεί Ζευς, τον Όσιρι και τον Ηλιακό Πάνα και τους άλλους από τους οποίους είναι πλήρεις οι βίβλοι των Θεολόγων και των Θεουργών. Εξ αυτών είναι φανερό πως αληθεύει ότι κάθε πλανήτης είναι αγελάρχης πολλών Θεών του οποίου συμπληρώνουν την ιδία περιφορά.

Οι πλανήτες, αν και από μια άποψη υπερέχουν από τους απλανείς αστέρες, εφόσον έλαβαν την ηγετική και κοσμοκρατορική θέση μέσα στο σύμπαν και, όπως λένε οι Θεολόγοι, “αζωνική” (γιατί μέσα σε κάθε Κοσμοκράτορα υπάρχει μια τάξη θεών “αζωνική”), όμως είναι κατώτεροι από τους απλανείς αστέρες λόγω της ποικιλίας της κίνησής τους, λόγω των περιπλανήσεων του και λόγω της παντοίας κινήσεώς τους.

Μάλιστα οι μεν Πυθαγόρειοι έκαστον των αστέρων λέγουν Κόσμο, περιέχοντα γη και αέρα εν τω άπειρω αιθέρα. Τάυτα τα δόγματα στους Ορφικούς υπάρχου, δηλ. κοσμοποιούν έκαστο των αστέρων.

Ενώ οι δοκιμώτατοι των Βαβυλωνίων, ο Οστάνης κι ο Ζωροάστρης, αποκαλούν αγέλες κυρίως τις αστερικές σφαίρες, επειδή είναι τα μόνα σωματικά μεγέθη που περιστρέφονται τέλεια γύρω από ένα κέντρο, ή επειδή οι περί την Φύση λόγοι αποφαίνονται ότι αυτές αποτελούν συνδέσμους και συναγωγές, τις οποίες για τον ίδιο λόγο αποκαλούν εν τοις ιεροίς λογοις αγγέλους με προσθήκη του γάμμα. Γι’ αυτό και τους καθ΄εκαστην τούτων των αγέλων εξάρχοντες αστέρας και δαίμονες τους αποκαλούν αρχαγγέλους και αγγέλους, οι οποίοι είναι επτά τον αριθμό, ώστε κυριολεκτικά για αυτόν τον λόγο η επτάδα έχει ονομαστεί “αγγελία”. Ίσως, όμως, η ίδια ονομάζεται “φυλάκτρια” για τον ίδιο λόγο. Γιατί όχι μόνο υπάρχουν 7 ηγεμόνες παρά του αριθμού των φυλάκων, αλλά και επειδή οι φυλάσσοντες το παν και εν συνοχή και εν αιωνίω μονή διακρατούντες τόσοι αστέρες είναι.

Αυτοί δε οι 7 Άρχάγγελοι είναι οι μυθικώς λεγόμενες 7 Πλειάδες, μάλιστα ο μεν του Ιαπετού παις Άτλαντας λέγεται πως σηκώνει τον ουρανό και τους κίονες που έχουν αμφίς την γαία και τον ουρανό, αυτός κατά μια συνοχή ίδρυσε δυνάμεις ειληχώς διοριστικές ουρανού και γης, για αυτό και ο ουρανός μένει εξηρημένος της γης και περί αυτήν δινείται κατά τον αεί χρόνο, η δε γη εν μέσω σταθερώς μένει και πάντα λοχεύει μητρικώς όσα γεννά πατρικώς ο ουρανός. Τούτες τις δυνάμεις τας αμφότερων ακλινώς τον διορισμόν τηρούσες κίονες τις αποκάλεσε, που έχουν αμφίς την γη και τον ουρανό. Το οποίο δηλώνει ότι είναι αϊδίως τόσο χωριστά όσο και άμικτα μεταξύ τους. Ως τέκνα του Άτλαντα μυθολογύνται οι Πλειάδες, που είναι επτά : η Κελαινώ, η Στερόπη/Αστερόπη, η Μερόπη, η Ηλέκτρα, η Αλκυόνη, η Μαία και η Ταϋγέτη. Όλες αυτές είναι δυνάμεις Αρχαγγελικές, οι οποίες επιστατούν στους Αρχαγγέλους των επτά σφαιρών, η Κελαινώ της σφαίρας του Κρόνου, η Στερόπη – Αστερόπη της σφαίρας του Διός, η Μερόπη της σφαίρας του Άρη, η Ηλέκτρα της σφαίρας του Ήλιου, η Αλκυόνη της σφαίρας της Αφροδίτης, η Μαία της σφαίρας του Ερμή και η Ταϋγέτη της σφαίρας της Σελήνης. Αυτή η ενιαία σύνταξη των επτά αρχαγελικών δυνάμεων που επιβαίνουν επι των Αρχαγγέλων των 7 σφαιρών έχει τοποθετηθεί μέσα στους απλανείς ως άγαλμα ενουράνιο το οποίο ονομάζουμε Πλειάδα και είναι άστρο εμφανές. Το άστρο αυτό είναι κατεστηριγμένο εντός του αστερισμού του Ταύρου.

 Ο Πατήρ, ο ύπατος Ζεύς-Ζήνας, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμουν, είναι η μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα και η αυτού εν σιγή νοητική παντέλεια σοφία του, η πάνοπλη Αθηνά Παλάδα, η του Πατρός Διός-Ζηνός άχραντη Βούληση ή δημιουργική νόηση και πρόνοια, ο σπορέας που σπέρνει.

Διότι καθώς ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστον Άμμωνας/Αμούν, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς-Ζήνας, είναι κατ’ ουσίαν αγαθός, παρήγαγε πρώτα όσα εκ φύσεως είναι απολύτως εξομοιωμένα μαζί του, δεύτερα όσα έχουν την μεσαία ομοιότητα μαζί του, και τρίτα και τελευταία από όλα αυτά που του μοιάζουν παρήγαγε όσα είναι πολύ εξασθενισμένα στην ομοιότητά του με τον Θεό. Και η τάξη τους είναι σύνδρομος με την ουσία τους, ώστε εκ φύσεως ανώτερο να είναι τοποθετημένο πριν από το εκ φύσεως υποδεέστερο, και αυτό να ισχύει για όλα τα γεννημένα και μέσα σε κάθε γένος έχουν λάβει κατώτερη θέση ως προς το είδος. Γιατί τα πάντα δεν έλαβαν τη σειρά τους από τύχη ή από αλλαγή προαιρέσεών τους, αλλά παράχθηκαν διαφορετικά σύμφωνα με τους δημιουργικούς νόμους και έλαβαν σειρά ανάλογη με την αξίας της φύσεώς τους.

Δηλ. ο αριστοτέχνης δημιουργός του Κόσμου είναι δημιουργός τόσο των αμετάβλητων λογικών όντων – δηλ. των κρειττόνων γενών ή αθάνατων & κατ’ ουσίαν Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, τέλος δε των αΐδιων & λογικών ψυχών ή καθαυτό ανθρώπων, όσο και των αθανάτων θεών, ήτοι των 12 υπερκόσμιων, 12 υπερκόσμιων άμα και εγκόσμιων και τέλος των 12 εγκόσμιων θεών – αυτοί αεί και ωσαύτως νοούν τον δημιουργό και αεί προς το εκείνου αγαθό είναι συντεταγμένοι και λαμβάνουν αμερίστως και άτρεπτα από εκείνον το είναι και το ευ είναι, και αποτελούν οι ίδιοι εικόνες της δημιουργικής αιτίας – του Πατρός τους Πηγαίου Διός, καθώς είναι απαθείς και αδιάφθοροι.

Και ταιριάζει στον Νου-Θεό/Πατήρ Ζευς-Ζήνα να δώσει υπόσταση σε τέτοιες εικόνες του εαυτού του και όχι μόνον σε όλες όσες είναι μεταβλητές και υπόκεινται στην πτώση προς την κακία, όπως είναι οι ανθρώπινες ψυχές, οι οποίες αποτελούν το έσχατο γένος των λογικών φύσεων, όπως ακριβώς το κορυφαίο γένος είναι το γένος των αθανάτων Θεών.

Αυτοί ονομάζονται αθάνατοι Θεοί σε αντιδιαστολή προς τις ανθρώπινες ψυχές, επειδή αυτοί δεν πεθαίνουν χάνοντας την θεία ευζωία ούτε ποτέ περιέρχονται σε λήθη της δικής τους ουσίας και της αγαθότητας του πατέρα. Η ανθρώπινη ψυχή, όμως, υπόκειται σε αυτά τα παθήματα, καθώς άλλοτε νοεί τον μλεγιστος Κρόνίδη και ανακτά την αξία της, άλλοτε όμως εκπίπτει από αυτά. Για αυτό και δικαιολογημένα οι ανθρώπινες ψυχές χαρακτηρίζονται θνητοί θεοί, καθώς κάποιες φορές πεθαίνουν κατά την έννοια ότι χάνουν θεία ευζωία με την φυγή από τον θεό και πάλι την ξαναζούνε με την επιστροφή στον θεό, και με τον ένα τρόπο ζουν την θεία ευζωία ενώ με τον άλλο τρόπο πεθαίνουν, επειδή είναι αδύνατον μια αθάνατη ουσία να συμμετέχει στην μοίρα του θανάτου, όχι με την έξοδό της στην ανυπαρξία αλλά με την έκπτωση της από την ευδαιμονία. Γιατί θάνατος της λογικής ουσίας είναι η απομάκρυνση από τον θεό και από τον νου, απομάκρυνση που την ακολουθεί η άμετρη εξέγερση των παθών στην ζωή. Γιατί λόγω της άγνοιας των κρειττόνων πραγμάτων εξ ανάγκη κανείς γίνεται δούλος των χειρότερων, από τα οποία δεν είναι δυνατόν να απελευθερωθεί αλλιώς παρά μόνον με  την δια της αναμνήσεως επιστροφή στον νου και στον θεό.

Συγκρατούμε παραφραστικώς τα εξής :

  • Η όντως αξία του δημιουργού Θεού – του δημιουργικού νοητικού νοός ή Πηγαίου Διός – είναι ότι είναι αριστοτέχνης δημιουργός του Κόσμου και δημιουργός των νέων ή εγκόσμιων ή αθάνατων Θεών και των αμετάβλητων λογικών όντων – δηλ. των κρειττόνων γενών ή αθάνατων & κατ’ ουσίαν Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, τέλος δε των αΐδιων & λογικών ψυχών ή καθαυτό ανθρώπων.
  • οι αθάνατοι ή εγκόσμιοι ή νέοι Θεοί νοούν αεί & ωσαύτως τον δημιουργό και αεί προς το εκείνου αγαθό είναι συντεταγμένοι και από εκείνον λαμβάνουν αμερίστως και άτρεπτα το είναι και το ευ είναι, έτσι αποτελούν οι ίδιοι εικόνες της δημιουργικής αιτίας, καθώς είναι απαθείς και αδιάφθοροι.
  • ταιριάζει στον δημιουργό θεό να δώσει υπόσταση σε τέτοιες εικόνες του εαυτού του.
  • οι ανθρώπινες, οι λογικές & αΐδιες, ψυχές αποτελούν το έσχατο γένος των λογικών φύσεων.
  • οι αθάνατοι ή νέοι ή εγκόσμιοι θεοί αποτελούν το κορυφαίο γένος των λογικών φύσεων.
  • Οι νέοι ή εγκόσμιοι θεοί ονομάστηκαν αθάνατοι Θεοί σε αντιδιαστολή προς τις ανθρώπινες ψυχές, επειδή αυτοί δεν πεθαίνουν χάνοντας την θεία ευζωία ούτε ποτέ περιέρχονται σε λήθη της δικής τους ουσίας και της αγαθότητας του πατέρα.
  • Η ανθρώπινη ψυχή υπόκειται σε αυτά τα παθήματα, καθώς άλλοτε νοεί τον θεό και ανακτά την αξία της, άλλοτε όμως εκπίπτει από αυτά. Για αυτό και δικαιολογημένα οι ανθρώπινες ψυχές χαρακτηρίζονται θνητοί θεοί, καθώς κάποιες φορές πεθαίνουν χάνοντας της θεία ευζωία με την φυγή από τον θεό και πάλι την ξαναζούνε με την επιστροφή στον θεό, και με τον ένα τρόπο ζουν την θεία ευζωία ενώ με τον άλλο τρόπο πεθαίνουν, επειδή είναι αδύνατον μια αθάνατη ουσία να συμμετέχει στην μοίρα του θανάτου, όχι με την έξοδό της στην ανυπαρξία αλλά με την έκπτωση της από την ευδαιμονία.
  • θάνατος της λογικής ουσίας είναι η απομάκρυνση από τον θεό και από τον νου, που την ακολουθεί η άμετρη εξέγερση των παθών στην ζωή. Γιατί μέσω της άγνοιας των κρειττόνων πραγμάτων είναι ανάγκη κανείς να γίνεται δούλος των χειρότερων, από τα οποία δεν είναι δυνατόν να απελευθερωθεί αλλιώς παρά με την επιστροφή στον νου και στον θεό μέσω της ανάμνησης.

Ανάμεσα στους Θεούς, που υπό αυτή την έννοια αποκαλούνται αθάνατοι, και στους καθαυτό ανθρώπους ή λογικές & αϊδιες ψυχές υπάρχει ένα άλλο γένος θεών, τιμιότερο από τον άνθρωπο και υποδεέστερο από τον δημιουργό θεό, το οποίο με τη μεσαία θέση του συνδέει μεταξύ τους τα άκρα, ώστε το σύνολο της λογικής δημιουργίας παρουσιάζει μια καλή συνοχή. Αυτό το μεσαίο γένος δεν έχει ποτέ παντελή άγνοια του θεού ούτε όμως έχει μια γνώση του που παραμένει πάντοτε εντελώς ακίνητη και ίδια, αλλά, ενώ πάντα τον γνωρίζει, κάθε φορά τον συλλαμβάνει με διαφορετικό τρόπο και άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Επειδή τον γνωρίζει πάντοτε, είναι ανώτερο από το ανθρώπινο γένος. Επειδή, όμως, δεν τον γνωρίζει αμετάβλητα και πάντα με τον ίδιο τρόπο, είναι κατώτερο από θείο γένος. Και βρίσκεται εκ φύσεως στη μέση, καθώς ούτε ανυψώθηκε από το ανθρώπινο γένος μέσω της προκοπής ούτε υποβιβάστηκε από το θείο γένος στη μεσαία τάξη λόγω αμέλειας. Γιατί ο δημιουργός θεός έδωσε υπόσταση σε πρώτα, δεύτερα και τρίτα λογικά γένη, τα οποία διαφέρουν εκ φύσεως μεταξύ τους και δεν συγχέονται μεταξύ τους ούτε αλλάζουν τάξη λόγω αρετής και κακίας, αλλά, μένοντας αιωνίως σταθερά ως προς την ουσία τους, διαφοροποιήθηκαν ως προς το γένος σύμφωνα με την σύμφυτή στην ουσία τους τάξη, και τακτοποιήθηκαν αντίστοιχα με τις δημιουργικές αιτίες τους. Γιατί, όπως εκεί η τάξη περιέχει πρώτες, μεσαίες και τελευταίες βαθμίδες της παντέλειας σοφίας (γιατί αυτό αποτελεί και την ουσία της σοφίας, το να προάγει τη δημιουργία με τάξη και τελειότητα, ώστε να συμπίπτουν μεταξύ τους η σοφία, η τάξη και η τελειότητα), έτσι ασφαλώς και σε τούτο εδώ το σύμπαν αυτά που γεννήθηκαν σύμφωνα με την πρώτη νόηση του Θεού θα είναι πρώτα στον Κόσμο, αυτά που γεννήθηκαν σύμφωνα με τη μεσαία θα είναι και αυτά μεσαία, και αυτά που μοιάζουν με το πέρας των νοήσεων θα είναι τα τελευταία μέσα στα λογικά όντα. Γιατί πας ο λογικός διάκοσμος, μαζί με το άφθαρτο σώμα που εκ φύσεως έχει συνδεθεί με αυτόν, είναι εικόνα όλου του δημιουργού Θεού : τα πρώτα μέσα στον Κόσμο είναι ακήρατος εικόνα της εκεί ακρότητος, τα μεσαία που υπάρχουν εδώ είναι μεσαία εικόνα της μέσης που υπάρχει εκεί, και τα τρίτα και τελευταία λογικά όντα είναι τελευταία εικόνα και πέρας της εκεί θεότητος. Το πρώτο από αυτά τα τρία γένη δήλωσε ως αθανάτους θεούς το παρόν κείμενο, το μεσαίο ως αγαυούς ήρωες και το τελευταίο ως καταχθόνιους δαίμονες.

Δηλαδή :

  • Ο δημιουργός θεός – ο νοητικός δημιουργικός νους ή Πηγαίος Ζευς – έδωσε υπόσταση σε πρώτα, δεύτερα & τρίτα λογικά γένη, τα οποία διαφέρουν εκ φύσεως μεταξύ τους και ΔΕΝ συγχέονται μεταξύ τους και ΔΕΝ αλλάζουν τάξη λόγω αρετής ή κακίας, αλλά (παρ)μένουν αιωνίως σταθερά ως προς την ουσία τους και ΔΕΝ διαφοροποιούνται ως προς το γένος τους διότι έχουν σύμφυτη στην ουσία τους τάξη, διότι τακτοποιήθηκαν αντίστοιχα με τις δημιουργικές αιτίες τους.
  • Τα εκ του δημιουργού γεννημένα & δημιουργημένα λογικά γένη είναι αΐδια διότι παράχθηκαν με τάξη/σειρά – υπάρχει δηλ. 1ον, 2ον & 3ον – η οποία έχει υπόδειγμά της την τάξη/σειρά που ενυπάρχει στις του δημιουργού νοήσεις. Δηλ. ο δημιουργός για να φτιάξει τον λογικό διάκοσμο του τέλεια εικόνα του, τον γέννησε και τον δημιούργησε σύμφωνα με την τάξη/σειρά της δικής του νοήσεως, έτσι επειδή η νόηση εκείνου είναι τριμερής, έχει 3εις τάξεις/σειρές νοήσεως, και ο λογικός διάκοσμος είναι τριμερής, το λογικό γένος είναι τριμερές.
  • Όπως η εν τω νω του δημιουργού & πατέρα νόηση έχει τάξη και περιέχει πρώτες, μεσαίες και τελευταίες βαθμίδες της παντέλειας σοφίας – γιατί αυτό αποτελεί και την ουσία της σοφίας : το να προάγει τη δημιουργία με τάξη και τελειότητα, ώστε να συμπίπτουν μεταξύ τους η σοφία, η τάξη και η τελειότητα), έτσι και στο σύμπαν αυτά που γεννήθηκαν σύμφωνα με την πρώτη νόηση του Θεού είναι και πρώτα μέσα στον λογικό διάκοσμο και πρώτα στον Κόσμο, αυτά που γεννήθηκαν σύμφωνα με τη μεσαία νόηση του είναι μεσαία μέσα στον λογικό διάκοσμο και μεσαία στον Κόσμο, τέλος δε αυτά που μοιάζουν με το πέρας των νοήσεων του δημιουργού & πατέρα είναι τελευταία μέσα στα λογικά όντα, είναι το πέρας του ψυχικού διακόσμου ή λογικού γένους, και πέρας στον Κόσμο.
  • Ολόκληρος ο λογικός διάκοσμος, μαζί με το άφθαρτο σώμα που εκ φύσεως έχει συνδεθεί με αυτόν – το σώμα του Κόσμου, είναι εικόνα όλου του δημιουργού Θεού : τα πρώτα μέσα στον Κόσμο είναι ακήρατος εικόνα της εκεί ακρότητος, τα μεσαία που υπάρχουν εδώ είναι μεσαία εικόνα της μέσης που υπάρχει εκεί, και τα τρίτα και τελευταία λογικά όντα είναι τελευταία εικόνα και πέρας της εκεί θεότητος. Το πρώτο από αυτά τα τρία γένη δήλωσε ως αθανάτους θεούς το παρόν κείμενο, το μεσαίο ως αγαυούς ήρωες και το τελευταίο ως καταχθόνιους δαίμονες.

Δηλαδή από τα εκ φύσεως ανώτερα πρώτος και άριστος είναι ο δημιουργός και πατέρας, ο οποίος τιμάται ασύγκριτα πριν από όλα. Από όσα υπάρχουν εν τω Κόσμω, πρώτοι είναι όσοι προέρχονται από από την δημιουργική αιτία, ήτοι από τον Πατέρα Ζεύς, και βρίσκονται αμέσως μετά από αυτόν και τον νοούν αμετάβλητα και απεικονίζουν με απάθεια τη συμμετοχή στα αγαθά η οποία κατεβαίνει προς αυτούς από τη δημιουργική αιτία. Αυτοί αποκαλούνται αθάνατοι Θεοί επειδή δεν πεθαίνουν ούτε αποβάλλουν την εξομοίωση με τον Νου-Θεό/Πατήρ, ήτοι με τον Πτήρ Ζεύς, αλλά ζουν πάντα και με τον ίδιο τρόπο μέσα σε αυτήν. Μεσαίοι ως προς την ουσία τους και την τιμή τους είναι αυτοί που λέγονται αγαυοί ήρωες, οι οποίοι νοούν πάντα τον δημιουργό και φωτίζονται με την ευδαιμονία που πηγάζει από αυτόν, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο ούτε αμετάβλητα. Γιατί καθώς έχουν ενωθεί με τον Πατήρ Ζευς με μεσαίο τρόπο και επιδέχονται μετατροπή, η οποία όμως δεν οδηγεί σε φθορά, χορεύουν γύρω από αυτόν με διαφορετική κάθε φορά σύλληψη του, και με τη δική τους πεπληθυσμένη γνώση διαιρούν και ταυτόχρονα συγκεντρώνουν την αμετάβλητη και ενωμένη ενατένηση των πρώτων θεών, κάνοντας τα πέρατα της εποπτείας εκείνων αρχές της δικής τους μυήσεως. Αυτοί λέγονται αγαυοί ήρωες, αγαυοί επειδή είναι αγαθοί και πάντα φωτεινοί και δεν φτάνουν ποτέ σε κακία ή λήθη, και ήρωες επειδή είναι κάτι σαν έρωες, δηλαδή ερωτικοί και εραστές του θεού αφιερωμένοι στην διαλεκτική, οι οποίοι μας ανυψώνουν και μας μεταφέρουν από την επίγεια διαμονή μας στη θεία πολιτεία. Τους ίδιους είναι συνήθεια να τους αποκαλούμε και αγαθούς Δαίμονες, επειδή είναι δαήμονες και ειδήμονες των θείων νόμων, και μερικές φορές Αγγέλους, επειδή αποκαλύπτουν και προσδιορίζουν σε εμάς τους κανόνες για την ευδαιμονία. Πολλές φορές δε χρησιμοποιούμε και τις τρεις έννοιες και χωρίζουμε στα τρία το πλάτος του μεσαίου λογικού γένους και αποκαλούμε αγγέλους το μέρος τους που γειτνιάζει με τα ουράνια όντα, ήρωες αυτό που γειτνιάζει με τα επίγεια και δαίμονες από πού απέχει εξίσου από τα δύο άκρα.

Οι αγαυοί ήρωες επευφημούνται ως παίδες των Θεών, που δεν τα απέκτησαν οι θεοί από θνητή συνουσία, αλλά προέκυψαν από την ενιαία αιτία τους  ήτοι από τον Πατήε Ζεύς σαν φως που συνοδεύει την ουσία του φωτεινού σώματος του Κόσμου, οι αγαυοί Ήρωες είναι φως άμεσο και καθαρό, μετά το οποίο νοείται το φως που γεννιέται στη σκιά και ανακατεύεται με το σκότος, ήτοι το τρίτο γένος που είναι το ανθρώπινο γένος, επειδή μερικές φορές είναι επιρρεπές στην κακία και στη λήθη, δύο πράγματα με τα οποία οι άνθρωπος απομακρύνεται από τη συνεχή νόηση του θεού, καθώς ο άνθρωπος υπολείπεται από όσους νοούν τον θεό συνεχώς, επειδή μερικές φορές δεν τον νοεί, και υπερέχει από τα άλογα όντα επειδή μερικές φορές τον νοεί και ανακαλείται στη γνώση του θείου, όταν συντάσσεται με το θείο χορό. Αφού αποφύγει την κακία της ύλης και αποτινάξει την θνητή προσκόλληση στα πάθη. Τότε ο αξιωθείς την θεία αποδοχή είναι τιμής άξιος επειδή κόσμησε την ισότητας της φύσεώς του με την μετουσία στα ανώτερα.

Συγκρατούμε παραφραστικώς τα εξής :

  1. Από όσα υπάρχουν εν τω Κόσμω, πρώτοι είναι όσοι προέρχονται από τον δημιουργό Θεό ή νοητικό νου ή Πηγαίο Ζεύς αυτόν και βρίσκονται αμέσως μετά από αυτόν. Αυτοί είναι οι νέοι ή εγκόσμιοι θεοί οι οποίοι νοούν τον δημιουργό θεό αμετάβλητα και απεικονίζουν με απάθεια τη συμμετοχή στα αγαθά η οποία κατεβαίνει προς αυτούς από τη δημιουργική αιτία. Αυτούς το παρόν κείμενο τους αποκάλεσε αθανάτους Θεούς, επειδή δεν πεθαίνουν ούτε αποβάλλουν την εξομοίωση με τον Θεό, αλλά ζουν πάντα και με τον ίδιο τρόπο μέσα σε αυτήν.
  2. Μεσαίοι ως προς την ουσία τους και την τιμή τους είναι οι αγαυοί ήρωες, οι οποίοι νοούν πάντα τον δημιουργό και φωτίζονται με την ευδαιμονία που πηγάζει από αυτόν, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο ούτε αμετάβλητα. Γιατί καθώς έχουν ενωθεί με τον θεό με μεσαίο τρόπο και επιδέχονται μετατροπή, η οποία όμως δεν οδηγεί σε φθορά, χορεύουν γύρω από αυτόν με διαφορετική κάθε φορά σύλληψη του, και με τη δική τους πεπληθυσμένη γνώση διαιρούν και ταυτόχρονα συγκεντρώνουν την αμετάβλητη και ενωμένη ενατένηση των πρώτων θεών, κάνοντας τα πέρατα της εποπτείας εκείνων αρχές της δικής τους μυήσεως.

Ο δημιουργός Θεός είναι επικεφαλής ολόκληρης της ορατής και αόρατης διακοσμήσεως(Κόσμου), η οποία δεν έχει γεννηθεί από κάποιο υπόστρωμα που προϋπήρχε. Γιατί η βούληση του Νοός-Θεού/Πατέρα εκείνου αρκούσε για την υπόσταση των όντων. Και καθώς η σωματική φύση έχει συνταχθεί με την ασώματη δημιουργία, συστήνεται και από τις δύο. Ένας τελειότατος Κόσμος, διπλός και ένας ταυτόχρονα. Εντός του υπάρχουν πρώτα, μεσαία και τελευταία όντα. Και από αυτά, τα πρώτα ονομάζονται ουράνια και αθάνατοι θεοί, τα μεσαία λογικά όντα ονομάζονται αιθέρια και αγαθοί δαίμονες, που γίνονται διερμηνείς και άγγελοι(=αγγελιοφόροι) των πραγμάτων που ωφελούν τους ανθρώπους. Και τα τελευταία λογικά όντα ονομάζονται περίγεια και ανθρώπινες ψυχές ή αθάνατοι άνθρωποι. Και αυτά τα τρία γένη έχουν συνδεθεί μεταξύ τους σαν σε ένα ζωντανό οργανισμό η χορό ή συμφωνία, ενώ η διάκρισή τους ως προς την φύση τους διατηρείται αδιατάρακτη λόγω της ένωσής και αλληλουχίας τους. Και τα ανώτερα κυβερνούν τα υποδεέστερα, και σε όλα τους βασιλεύει ο πατέρας και δημιουργός Θεός – ο ζάθεος Πηγαίος Ζεύς. Και αυτή η πατρική βασιλεία του αποτελεί την πρόνοια που νομοθετεί σε κάθε γένος αυτά που του ταιριάζουν, ενώ η δικαιοσύνη που την ακολουθεί αποκαλείται ειμαρμένη. Και αυτή δεν είναι παράλογη αναγκαιότητα ούτε η βία, ούτε η φύση των σωμάτων, ούτε η γέννηση μας αλλάζει με επωδές και θυσίες, αλλά η δικαστική ενέργεια του Θεού επί των παραβατών σύμφωνα με τον νόμο της πρόνοιας, ενέργεια η οποία με τάξη και ειρμό διορθώνει τα πράγματα σύμφωνα με τις συνθήκες που επιλέγονται από τις αυτεξούσιες πράξεις μας.

Μάλιστα η πρόνοια και η τάξη από τον δημιουργό απλώνεται από κοινού σε όλα τα αθάνατα γένη, κυρίως όμως και πιο φυσικά στα πρώτα τα οποία έχουν άμεσα τη γέννησή τους από εκείνον και βρίσκονται αμέσως μετά από εκείνον και απολαμβάνουν την άριστη συμμετοχή στα νοητά αγαθά. Γιατί, καθώς υπάρχουν τρία εγκόσμια γένη, το κορυφαίο και το πρώτο από τα γεννήματα του δημιουργού τυγχάνει ατρέπτου και αμεταβλήτου προς τον δημιουργό εξομοιώσεως εν πάση θεοειδεί ευταξίας. Αυτό είναι το γένος των ουρανίων όντων. Το δεύτερο, το οποίο προσλαμβάνει με κατώτερο και υποβαθμισμένο τρόπο την θεία τάξη, δεν μετέχει με αμετάβλητο και αδιαίρετο τρόπο στην εξομοίωση με τον δημιουργό, αλλά αλάνθαστα και αδιάφθορα στρέφεται προς τους πατρικούς νόμους. Και αυτά είναι τα αιθέρια όντα. Το τρίτο, ως τελευταίο μεταξύ των θείων γενών, όχι μόνο είναι κατώτερο από τα ουράνια όντα επειδή μετατρέπεται με διάφορους τρόπους, αλλά είναι κατώτερο και από την αξία των αιθέριων όντων επειδή μερικές φορές διαφθείρεται. Γιατί το να νοούν πάντα τον θεό και να κατέχουν ηνωμένως στην γνώση του είναι χαρακτηριστικό των ουρανίων όντων. Το να νοούν πάντα αλλά αναλυμένα, είναι χαρακτηριστικό στις ανθρώπινες ψυχές, οι οποίες εκ φύσεως υπολείπονται από την αδιαίρετη νόηση των ουρανίων όντων και από την γνώση των αιθέριων όντων που πληθαίνει με τάξη, επειδή οι ανθρώπινες ψυχές δεν νοούν ούτε ενιαίως ούτε αϊδίως, αλλά και όταν ανυψωθούν στην τάξη της νόησης, μιμούνται την αιθέρια γνώση και, ακολουθώντας αυτήν, καρπώνονται την ενατένιση των νοητών. Μετά το τρίτο νοητικό γένος, το οποίο άλλοτε νοεί και άλλοτε δεν νοεί, υπάρχει αυτό που δεν νοεί ποτέ, σύμφωνα με τον κανόνα της τέλειας διαίρεσης. Αυτό είναι εκ φύσεως ανόητο, καθώς δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να μετέχει στην αλήθεια και την αρετή. Και αυτό το γένος δεν είναι γέννημα εκείνου. Γιατί κάθε εικόνα εκείνου είναι νοήμων και λογική, και έχει τη φύση να γνωρίζει τον εαυτό της και τον δημιουργό της.

Συγκρατούμε  τα εξής :

  1. Λέγονται αγαυοί & ήρωες επειδή αφενός είναι αγαθοί και πάντα φωτεινοί και δεν φτάνουν ποτέ σε κακία ή λήθη, αφετέρου επειδή είναι κάτι σαν έρωες, δηλαδή ερωτικοί και εραστές του θεού αφιερωμένοι στην διαλεκτική, οι οποίοι μας ανυψώνουν και μας μεταφέρουν από την επίγεια διαμονή μας στη θεία πολιτεία.
  2. Τους Αγαυούς Ήρωες τους αποκαλούμε και αγαθούς Δαίμονες, επειδή είναι δαήμονες και ειδήμονες των θείων νόμων, και μερικές φορές Αγγέλους, επειδή αποκαλύπτουν και προσδιορίζουν σε εμάς τους κανόνες για την ευδαιμονία. Πολλές φορές δε χρησιμοποιούμε και τις τρεις έννοιες και χωρίζουμε στα τρία το πλάτος του μεσαίου λογικού γένους και αποκαλούμε αγγέλους το μέρος τους που γειτνιάζει με τα ουράνια όντα, ήρωες αυτό που γειτνιάζει με τα επίγεια και δαίμονες από πού απέχει εξίσου από τα δύο άκρα.
  3. Οι αγαυοί ήρωες επευφημούνται ως παίδες των Θεών, που δεν τα απέκτησαν οι θεοί από θνητή συνουσία, αλλά προέκυψαν από την ενιαία αιτία τους σαν φως που συνοδεύει την ουσία του φωτεινού σώματος ή Τόπου ή ακίνητου φωτός. Αυτοί είναι φως άμεσο και καθαρό, εν αντιθέσει με το φως που γεννιέται στη σκιά και ανακατεύεται με το σκότος, αυτό το φως είναι το τρίτο λογικό γένος μετά του αθάνατους θεούς και τα κρείττονα γένη, το ανθρώπινο γένος, επειδή μερικές είναι επιρρεπές στην κακία και στη λήθη, δύο πράγματα με τα οποία οι άνθρωπος απομακρύνεται από τη συνεχή νόηση του θεού, καθώς ο άνθρωπος υπολείπεται από όσους νοούν τον θεό συνεχώς, επειδή μερικές φορές δεν τον νοεί, και υπερέχει από τα άλογα όντα επειδή μερικές φορές τον νοεί και ανακαλείται στη γνώση του θείου, όταν συντάσσεται με το θείο χορό. Αφού αποφύγει την κακία της ύλης και αποτινάξει την θνητή προσκόλληση στα πάθη.

Η Φύση διέπλασσε τον εμφανή Κόσμο κατά τη θεία ευμετρία, μέσω της αναλογίας τον εξομοιώνει παντού με τον εαυτό του ποικιλοτρόπως, και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποτύπωσε το θείο κάλλος σε όλα τα εγκόσμια Είδη, ώστε να αποδώσει την αιώνια κίνηση στον ουρανό, και τη σταθερότητα στην γη, και καθένα από αυτά τα δύο να έχει ένα ίχνος της εξομοίωσης με το θείο. Και στο σώμα του ουρανού απένειμε την περιφέρεια του σύμπαντος, ενώ στο σώμα της γης απένειμε το κέντρο. Σε μια σφαίρα το κέντρο από μια άποψη είναι αρχή της και από μια άλλη άποψη πέρας εκείνου που το περιβάλει. Για αυτό και το πάνω μέρος έχει στολιστεί με τα άστρα και με τα νοητικά ζωντανά όντα που τα ακολουθούν, ενώ η γη στολίστηκε με τα φυτά και τα ζώα που έχουν μόνο αίσθηση. Στη μέση μεταξύ αυτών, που απέχουν τόσο, βρίσκεται ο άνθρωπος, ο οποίος είναι αμφίβιος, τελευταίος όσων υπάρχουν πάνω, πρώτος όσων υπάρχουν κάτω. Για αυτό άλλοτε συνοδεύει τους αθανάτους και απολαμβάνει τον κατάλληλο κλήρο με τη στροφή του στον νου και στην αρετή, και άλλοτε συναγελάζεται με τα θνητά είδη και εκπίπτει από την αξία που του ταιριάζει, λόγω της εκτροπής από τους θείους νόμους. Γιατί καθώς ο άνθρωπος είναι ο τελευταίος μεταξύ των λογικών γενών, δεν έχει τη φύση να νοεί πάντα και με τον ίδιο τρόπο, γιατί δεν θα ήταν άνθρωπος αλλά φύσει Θεός, ούτε μπορεί να νοεί αεί και ωσαύτως. Γιατί αυτό θα τον τοποθετούσε στην βαθμίδα των Αγγέλων. Τώρα είναι άνθρωπος που μπορεί μέσω της εξομοίωσης να οδηγηθεί προς το βέλτιστο, αλλά εκ φύσεως είναι κατώτερος από τους αθανάτους Θεούς και τους αγαυούς Ήρωες που είναι τα πρώτα και μεσαία εγκόσμια γένη. Και όπως ακριβώς βρίσκεται κάτω από αυτούς επειδή δεν νοεί πάντα αλλά μερικές φορές περιέρχεται σε άγνοια και λησμονιά της ουσίας και της φώτισης που από τον θεό κατεβαίνει προς αυτόν, έτσι και επειδή δεν μένει πάντοτε στην άγνοια, υπερέχει από τα άλογα ζώα και φυτά και έχει υπερβεί ως προς την ουσία ολόκληρη την επίγεια και θνητή φύση, καθώς έχει την φύση να επιστρέφει προς τον θεό και να αναιρεί τη λησμονιά με την ανάμνησης και να συμπληρώνει με τη διδασκαλία όσα έχασε και να θεραπεύει τη φυγή του από ψηλά με την αντίστροφη φυγή. Στην ανθρώπινη ουσία λοιπόν, που είναι τέτοια, ταιριάζει να γνωρίσει τη σύνδεση των αθάνατων θεών και των θνητών ανθρώπων, δηλαδή την διάταξη των λογικών γενών. Να γνωρίσει και τη φύση που είναι όμοια στα πάντα, δηλαδή την σωματική ουσία που από ψηλά μέχρι τα τελευταία στολίστηκε με την αναλογία και τη θεία απεικόνιση και να γνωρίσει όλα αυτά “όπως είναι θεμιτό”, δηλαδή “όπως έχουν οριστεί από τον νόμο”, και έτσι όπως έλαβαν υπόσταση από τον Θεό και με τον τρόπο με τον οποίο είναι τακτοποιημένα από τους νόμους εκείνου, είτε είναι σώματα είτε ασώματα. Γιατί από κοινού και για τις δύο δημιουργίες πρέπει να εννοήσουμε το παράγγελμα “να γνωρίσεις όπως είναι θεμιτό”. Γιατί δεν πρέπει, παρασυρόμενοι από αλόγιστες επιθυμίες, να αλλάζουμε την αλήθεια των πραγμάτων σύμφωνα με τη δική μας εντύπωση, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της αλήθειας να γνωρίζουμε όλα τα όντα, όπως είναι θεμιτό και όπως όρισε το καθένα ο θεσμός της δημιουργίας. Και από αυτές τις δυο γνώσεις, αυτή δηλαδή που αφορά την ασώματη δημιουργία του θεού και αυτή που αφορά τη σωματική, αναφαίνεται ως ωραιότατο αποτέλεσμα το να μην ελπίζουμε τα ανέλπιστα ούτε να μας διαφεύγει κάτι. Γιατί από το γεγονός ότι εμείς ξεχνάμε την ουσία των πραγμάτων, επέρχεται το να ελπίζουμε το ανέλπιστο και το να μελετάμε τα αδύνατα. Για παράδειγμα, αν κάποιος άνθρωπος ελπίζει ότι θα γίνει ένας από τους αθανάτους Θεούς ή τους αγαυούς Ήρωες – ήτοι τους κα’ ουσίαν Ήρωες, αυτός δεν γνωρίζει τα όρια της φύσης ούτε διέκρινε τα πρώτα, τα μεσαία και τα τελευταία όντα. Και πάλι, αν κάποιος, από άγνοια της αθανασίας που υπάρχει στην ψυχή μας, πιστεύει ότι η ψυχή του πεθαίνει μαζί με το σώμα, προσδοκά όσα δεν πρέπει και δεν είναι δυνατόν να γίνουν. Παρομοίως και αυτός που ελπίζει ότι θα φορέσει το σώμα θηρίου και ότι θα γίνει άλογο ζώο λόγω της κακίας του ή φυτό λόγω της αδράνειας της αίσθησής του, και αυτός, αντίστροφα από εκείνους που μεταθέτουν την ουσία του ανθρώπου προς τα ανώτερα γένη, τη σπρώχνει προς τα κάτω, έχοντας πλανηθεί και αγνοώντας την αμεταβλησία του είδους που υπάρχει στην ουσία της ανθρώπινης ψυχής. Γιατί αυτή, μένοντας πάντοτε άνθρωπος, λέγεται ότι μέσω της διαδοχικής απόκτησης της αρετής και της κακίας θα γίνει θηρίο ή θεός, τίποτε από τα δύο εκ φύσεως, αλλά λόγω εξομοιώσεως με καθένα από τα δυο. Και γενικά, αυτός που δεν γνωρίζει την αξία που υπάρχει σε κάθε όν αλλά είτε τα υπερτιμά είτε τα υποτιμά, έχει κάνει αυτή την άγνοια αφορμή μάταιης γνώμης και ανέλπιστης ελπίδας. Και αυτός που ορίζει το καθετί με τα μέτρα της δημιουργίας και γνωρίζει τα όντα όπως έχουν φτιαχτεί και προσαρμόζει τη γνώση του στα μέτρα του Θεού, αυτός κυρίως τηρεί το παράγγελμα “ακολούθα τον Θεό” και γνωρίζει το άριστο μέτρο και πετυχαίνει την αδιάψευστη ελπίδα.»

Συγκρατούμε παραφραστικώς :

  1. Στην ανθρώπινη ουσία ταιριάζει να γνωρίσει τη σύνδεση των αθάνατων θεών και των θνητών ανθρώπων, δηλαδή την διάταξη των λογικών γενών. Να γνωρίσει και τη φύση που είναι όμοια στα πάντα, δηλαδή την σωματική ουσία που από ψηλά μέχρι τα τελευταία στολίστηκε με την αναλογία και τη θεία απεικόνιση και να γνωρίσει όλα αυτά “όπως είναι θεμιτό”, δηλαδή “όπως έχουν οριστεί από τον νόμο”, και έτσι όπως έλαβαν υπόσταση από τον Θεό και με τον τρόπο με τον οποίο είναι τακτοποιημένα από τους νόμους εκείνου, είτε είναι σώματα είτε ασώματα.
  2. Αυτός που ορίζει το καθετί με τα μέτρα της δημιουργίας και γνωρίζει τα όντα όπως έχουν φτιαχτεί και προσαρμόζει τη γνώση του στα μέτρα του Θεού, αυτός κυρίως τηρεί το παράγγελμα “ακολούθα τον Θεό” και γνωρίζει το άριστο μέτρο και πετυχαίνει την αδιάψευστη ελπίδα.

Όταν γίνει καλά γνωστή η διάταξη των ασώματων και των σωματικών γενών, ακολουθεί και η ακριβής γνώση της ουσίας του ανθρώπου, ποια είναι και ποια παθήματα επιδέχεται και ότι η ψυχή βρίσκεται στο σύνορο μεταξύ των όντων που δεν εκπίπτουν προς την κακία και των όντων που δεν έχουν τη φύση να ανυψώνονται προς την αρετή. Για αυτό και ως προς τις καταστάσεις αμφιταλαντεύεται ο άνθρωπος, καθώς άλλοτε ζει εκεί ψηλά την νοητική ευζωία και άλλοτε προσλαμβάνει εδώ την παθητικότητα των αισθήσεων. Για αυτό και λέγεται ορθά από τον Ηράκλειτο ότι ζούμε τον εκείνων θάνατο και πεθαίνουμε ζώντας εκεί. Γιατί ο άνθρωπος κατεβαίνει και εκπίπτει εκ της ευδαίμονος χώρας, όπως λέει ο Εμπεδοκλής ο Πυθαγόρειος : “φυγάς θέωθεν και αλήτης, γιατί πίστεψα στην μανιασμένη φιλονικία”.

Όμως ανεβαίνει και ανακτά την παλιά του κατάσταση, αν φύγει από τα περί γη και τον “άχαρο τόπο”, όπως λέει ο ίδιος, “όπου βρίσκεται ο Φόνος, το Κότος και τα πλήθη των υπόλοιπων Κηρών”, τόπος στον οποίο όσοι εξέπεσαν “τριγυρνούν στον λειμώνα της Άτης μέσα στο σκοτάδι”.

Η επιθυμία εκείνου που εγκαταλείπει τον λειμώνα της Άτης σπεύδει προς τον λειμώνα της αλήθειας, τον οποίο άφησε σπρωγμένος από την πτερόρρυση του και ήρθε σε γήινο σώμα, αφού στερήθηκε όλβιου αιώνος – πτερό της λογικής & αϊδιας ψυχής ή καθαυτό ανθρώποθ είναι η της λογικής & αϊδιας ψυχής ανάγωγος δύναμης. Αυτή είναι που εναντιώνεται στο εμβριθές της ψυχής. Το εμβριθές της ψυχής είναι η γενεσιουργός και καταγωγός στην γένεσιν δύναμη. Όταν δε αναπτερώνεται η ψυχή συστέλλει το εμβριθές αυτής και ποιεί την ανωφορική οδό.

Μάλιστα ο θειότατος Πλάτων έλεγε περί της καθόδου : “όταν η ψυχή, αφού δεν μπορέσει να ακολουθήσει τον θεό, δεν αντικρίσει τίποτε και, αφού συναντήσει κάποια ατυχία, χάσει τα φτερά της και πέσει στην γη, τότε είναι νόμος αυτή η ψυχή να εγκατασταθεί σε θνητό ζωντανό όν”. Και τα εξής για την άνοδο :”όταν ο άνθρωπος κυριαρχήσει με την λογική στη μάζα που του προστέθηκε εκ των υστέρων και αποτελείται από γη, ύδωρ, αήρ και πυρ και είναι θορυβώδης και άλογη, φτάνει στο είδος της πρώτης και άριστης καταστάσεως, οπότε ανυψώνεται και στο σύννομο άστρο, αφού γίνει υγιής και ολόκληρος”.

Υγιής λόγω της απαλλαγής του από τα πάθη σαν να είναι νοσήματα, πράγμα που εξασφαλίζεται μέσω της πολιτικής αρετής. Ολόκληρος λόγω της ανάτασης του νοός και της επιστήμης σαν να είναι δικά του μέρη, πράγμα που έχει τη φύση να επιτυγχάνεται μέσω της θεωρητικής αλήθειας. Και πάλι ότι πρέπει με τη φυγή από εδώ θα θεραπεύουμε την απομάκρυνση από τα ανώτερα όντα, το δείχνει ξεκάθαρα ορίζοντας τη φιλοσοφία ως φυγή από τα εδώ κακά.

Γιατί με τα εξής αποφαίνεται ο Πλάτων ότι τα πάθη είναι σύμφυτα μόνο με τα θνητά όντα : “δεν είναι όμως δυνατόν να εξαφανιστούνε τα κακά ούτε να βρίσκονται στους Θεούς, αλλά αναγκαστικά κυκλοφορούν στον Κόσμο τούτο και στην θνητή φύση”. Γιατί τα όντα που υπόκεινται σε γέννηση και φθορά σε κατάσταση αντίθετη προ τη φύση τους, πράγμα που αποτελεί την αρχή των κακών. Προσθέτει όμως και πως πρέπει να τα αποφεύγουμε: “Για αυτό και πρέπει να φεύγουμε από εδώ προς τα εκεί.

Και φυγή είναι η εξομοίωση με τον θεό, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο. Και εξομοίωση είναι να γίνει κάποιος δίκαιος και όσιος μετά φρονήσεως”.

Γιατί αυτός που θέλει να ξεφύγει από τα κακά, πρέπει πρώτα να αποστραφεί τη θνητή φύση. Γιατί δεν είναι δυνατόν, όσο είμαστε ανακατεμένοι μαζί της, να μη γεμίζουμε αναγκαστικά και με τα κακά που την ακολουθούν.

Όπως ακριβώς, λοιπόν, η φυγή από τον θεό και η πτερόρρυσης των κουφιζόντων φτερών μας που μας ανυψώνουν προς τα πάνω μας έφεραν στην περιοχή των θνητών όντων, στα οποία εμφανίζονται τα κακά, έτσι και η αποβολή της προσκόλλησης στα θνητά πάθη και η ανάπτυξη των αρετών σαν ένα είδος φτερών θα μας ανυψώσει προς τον τόπο που είναι καθαρός από τα κακά, προς την θεία ευζωία. Γιατί η ουσία των ανθρώπων, η οποία βρίσκεται στη μέση μεταξύ των όντων που νοούν τον θεό και των όντων που έχουν την φύση να μην τον νοούν ποτέ, ανεβαίνει προς τα πρώτα και κατεβαίνει προς τα δεύτερα, καθώς με την απόκτηση ή την αποβολή του νου διαδοχικά προσλαμβάνει την εξομοίωση με τον θεό ή την εξομοίωση με τα θηρία, λόγω της αμφίβιας φύση της.

Οι ανθρώπινες ψυχές που στολίστηκαν με την αλήθεια και την αρετή είναι και ονομάζονται δαίμονες ως δαήμονες κα επιστήμονες. Χωρίζονται όμως από τους φύσει Δαίμονες, που συμπληρώνουν το μεσαίο γένος των λογικών όντω, εξ ου και ονομάζονται καταχθόνιες λογικές & αϊδιες ψυχές ή καταχθόνιοι κατά θέση δαίμονες, επειδή μπορούν να ζουν ως πολίτες στη γη και να διεισδύουν σε γήινα σώματα και να κατοικούν στη γη, ονομάζονται βέβαια – κατά θέση – δαίμονες για ξεχωρίζονται από τους φαύλους & αμαθείς ανθρώπους που είναι αδαείς και ανίδεοι, και καταχθόνιες λογικές & αϊδιες ψυχές για ξεχωρίζουν από τους αεί Δαίμονες και αεί επιστήμονες που δεν έχουν τη φύση να πολιτεύονται επί γης και να ζουν μαζί με γήινα σώματα. Γιατί η προσωνυμία του καταχθόνιου δαίμονα δεν ταιριάζει σε κανέναν άλλο παρά σε αυτόν που είναι εκ φύσεως άνθρωπος αλλά εκ καταστάσεως γίνεται κατά θέση δαίμονας και δαήμων του θεού, επειδή το τρίτο γένος λέγεται ειδικά χθόνιο επειδή είναι το τελευταίο μέσα στις λογικές ουσίες και στρέφεται στη γήινη ζωή. Γιατί το πρώτο είναι ουράνιο και το μεσαίο αιθέριο. Επειδή δε όλοι οι άνθρωποι είναι χθόνιοι ως το τρίτο γένος λογικών γενών και επειδή δεν είναι όλοι οι άνθρωποι δαίμονες ή σοφοί, δικαιολογημένα και ορθώς για αυτό ονομάζονται καταχθόνιοι καταθέση Δαίμονες τους σοφοί άνθρωποι. Γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι σοφοί ούτε όλοι οι σοφοί άνθρωποι, αλλά και οι αγαυοί ήρωες και οι αθάνατοι θεοί, που είναι οι ανώτεροι από τους ανθρώπους, είναι σοφοί και αγαθοί.

Οι καταχθόνιοι κατά θέση δαίμονες είναι οι του χρυσού γένους δαίμονες και ημίθεοι ήρωες που δεν είναι κατά φύσει δαίμονες και ήρωες (δηλ. δεν έπονται αεί των Θεών), αλλά κατά σχέσει, λογικές & αϊδιες ψυχές που παραδίδονται κατά φύσει στην γένεση, όπως ήταν ο μέγας Ηρακλής και οι παρόμοιοι. Τούτο το ηρωικό γένος των ψυχών δεν έπεται αεί των θεών, είναι άχραντο και νοητικότερο από τις άλλες ψυχές και, κατέρχεται εν τη γενέσει επί ευεργεσεία του των ανθρώπων βίου, ως μετέχον και της βρυθούσης “κάτω μοίρας” – ήτοι του εσχάτου σύμπαντος/τομέα του Κόσμου, ή υλαιού  τομέα/σύμπαντος, έχουν όμως πολύ το ανάγωγον και ευαπάλλακτον από την ύλη. Γι’ αυτό και ραδίως στο νοητό αποκαθίστανται και διάγουν εκεί πολλές περιόδους, όπως ακριβώς τα αλογοδέστερα γένη των ψυχών είτε δεν αποκαθίστανται καθόλου εν τω νοητώ είτε με δυσκολία είτε ελάχιστα.

Τα 5 γένη του Ησίοδου δηλ., είναι οι λογικές & αΐδιες ψυχές, δηλ. καθαυτό άνθρωποι, που κατακτώντας τις αρετές έγιναν κατά θέση Δαίμονες ή Άγγελοι, αλλιώς καταχθόνιοι Δαίμονες & Άγγελοι, αλλιώς ισοδαίμονες ή ισάγγελοι.

Μάλιστα στον σοφό άνθρωπο ο πατήρ Ζεύς δίνει εξουσία θεού. Διότι ο άνθρωπος καθαίρεται με την απόκτηση της περί τον θεό επιστήμης και, ορμώμενος εκ του θεού, δικαιοπραγία επιδιώκει.

Εν ολίγοις οι σοφοί & θείοι άνδρες είναι θεοί ως προς τους ανθρώπους. Διότι την θεόσδετον δύναμη την φέρουν καλλίτερα οι σοφοί.

Από τον Πατέρα λοιπόν ζωοποιούνται όλα τα λογικά & αίδια γένη, από αυτόν αθανατίζονται τα αθάνατα, αυτός μεταβάλλει τα μεταβλητά – είτε ύλη είτε σώμα είτε ουσία πεις, όλα είναι ενέργειες του Πατέρα Άμμωνα/Αμούν, του ύπατου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός, και ενέργεια της ύλης η υλότητα, και των σωμάτων η σωματότειτα, και της ουσίας η ουσιότητα. Και αυτό είναι ο θεός, ο Σύμπαντας Κόσμος. Και εν τω Σύμπαν δεν υπάρχει τίποτα που δεν υπάρχει. Γιατί ούτε μέγεθος ούτε τόπος ούτε ποιότητες ούτε σχήμα ούτε χρόνος υπάρχουν περί τον Πατέρα Άμμανω/Αμμούν. Γιατί είναι Σύμπαν. Και το Σύμπαν υπάρχει δια πάντων και περί πάντα. Αυτόν τον λόγο να προσκυνάται και να θρησκεύετε.

Και η θρησκεία του Νοός-Θεού/Πατρός, του ύπατου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός-Ζηνός, του ύψιστου Άμμωνα/Αμούν, είναι μια : να είσαι αγαθός.

Τουτέστιν αφενός ο Άνθρωπος είναι ο γεννώμενος θεού θεός παίς, σύμπαν εν τω παντί, το συνεστώς εκ πάσων Δυνάμεων, αφετέρου ζούμε ενεργεία & δυνάμει και Αιώνι!

Εν τω Παν

                     Εν το Παν

                                         Παν εν τω Εν…. ΤΩ ΕΝ ΤΟ

Εξ ου και ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, ο εν Δελφοίς ιερέας του Απόλλωνα και του Διονύσου, λέγει ότι :

«Όμως ο Θεός υπάρχει – αν χρειάζεται να το πούμε – και υπάρχει όχι κατά οποιοδήποτε χρόνο, αλλά κατά τον αιώνα τον ακίνητο και άχρονον και αμετάβλητο, που δεν έχει πρίν και ύστερα, ούτε μέλλον και παρελθόν, ούτε πρεσβύτερο και νεώτερο. Αλλά ο Θεός, όντας ένας, πεπληρώνει το νυν το αεί,[7] και το μόνο που υπάρχει είναι το κατά αυτόν όντως Όν, δηλ. αυτό που δεν έγινε ούτε έσεται και ούτε άρχισε ούτε θα παύσει. Ως εξής, λοιπόν, πρέπει με σεβασμό να ασπαζόμαστε και να προσαγορεύουμε τον θεό: Εί(Είσαι). Και μα τω Διί, όπως ορισμένοι εκ των παλαιών, “Εί εν”(είσαι έν). Γιατί το θείο δεν είναι πολλά, όπως ο καθένας από εμάς είναι άθροισμα παντοδαπό και πανηγυρικώς μεμερισμένο. Αλλά το ΟΝ πρέπει να είναι ΕΝ, όπως και το ΈΝ ΟΝ, ενώ η ετερότητα καθόσον διαφέρει από το Ον, μεταπίπτει στην γέννηση του μη όντος. Επομένως, ταιριάζει καλά και το πρώτο και το δεύτερο και το τρίτο όνομα του. Γιατί είναι Απόλλων, καθόσον αρνείται τα πολλά και αποφάσκει το πλήθος. Ιήιος ως ένας & μόνος. Φοίβος, τέλος, ήταν δίχως αμφιβολία το όνομα που έδειναν οι παλαιοί σε κάθε καθαρό και αγνό, όπως ακόμη και σήμερα οι Θεσσαλοί, νομίζω, λένε για τους ιερείς τους ότι “φοιβονομούνται”, όταν θεσσαλοί ιερείς κατά τις αποφράδες ημέρες διατρηβούν έξω από πόλη μόνοι τους. Το εν, λοιπόν, είναι ειλικρινές(απλό) και καθαρό.»[8]

Επεξηγεί δε αφενός ότι :

«Είναι το ΕΙ ή Ε”, όπως το υπολαμβάνουν οι Δελφοί και έλεγε τότε και ο Νίκανδρος ο Ιερέας μιλώντας εκ μέρους τους, “σχήμα & μορφή της προς τον θεό εντεύξεως”.»[9]

Αφετέρου ότι :

«Το ΕΙ ή Ε είναι μια αυτοτελής προσαγόρευση & προσφώνηση του Θεού, η οποία με την εκφώνησή της κάνει αυτόν που την προφέρει να συλλάβει την δύναμη του Θεού. Γιατί ο Θεός σε κάθε ένα που έρχεται εδώ απευθύνει το “Γνώθι Σ’αυτόν” ως ένα είδος χαιρετισμό, ο οποίος δεν είναι κατώτερος απο το “χαίρε”. Εμείς πάλι απαντάμε στον Θεό λέγοντας “Είσαι”, θεωρώντας ως αληθή, αψευδή και μόνη ταιριαστή μόνο σε εκείνον προσφώνηση αυτήν που σημαίνει το “Είναι”.»[10]

Τι σημαίνει όμως ότι το ΕΙ είναι σχήμα και μορφή της ενώσεως(εντεύξεως) με τον Θεό ;

Απάντηση : «Ε τὸ στοιχεῖον, παρὰ τὴν ἐπέκτασιν τὴν εἰς μέσον καὶ τὴν κυκλοτερῆ. Τὸ μὲν γὰρ κυκλοτερὲς καὶ πέριξ τοῦ ὄντος αἰῶνος μιμεῖται τὰ πέριξ· τὸ δὲ εἰς μέσον μακρὰν ἔχον, τὴν ἐπέκτασιν τοῦ αἰῶνος. Ἕ δασυνόμενον καὶ ἐγκλινόμενον δηλοῖ ἀντωνυμίαν τρίτου προσώπου, πτώσεως αἰτιατικῆς· ὡς τὸ, Οἵ ἑ μέγαν περ ἐόντα, ἀντὶ τοῦ αὐτόν. Καὶ πάλιν, ἐμὲ, σὲ, ἕ· ὀρθοτονού μενον δὲ πάλιν δηλοῖ ἑαυτόν· ὡς τὸ, κάλεον δέ μιν εἰς ἓ ἕκαστος».[11]

Οπότε :

  • Ε τὸ στοιχεῖον = παρὰ τὴν ἐπέκτασιν τὴν εἰς μέσον καὶ τὴν κυκλοτερῆ. Τὸ μὲν γὰρ κυκλοτερὲς καὶ πέριξ τοῦ ὄντος αἰῶνος μιμεῖται τὰ πέριξ· τὸ δὲ εἰς μέσον μακρὰν ἔχον, τὴν ἐπέκτασιν τοῦ αἰῶνος.
  • Ἕ δασυνόμενον καὶ ἐγκλινόμενον =  ἀντωνυμίαν τρίτου προσώπου, πτώσεως αἰτιατικῆς·

Δηλ. αν υποθέσουμε ότι ρωτούσαμε τον Θεό ποιος είσαι, αυτός θα μας απαντούσε : Είμαι αυτός που ΕIΝΑΙ ! Δηλ. ο Αιών είναι παρά του πατρός Διός.

Όλα αυτά επεξηγούν, αρκετά θα έλεγε κάποιος,  το γεγονός ότι : “δύο Ε καθιερώσας τῷ θεῷ, δήλωμα καὶ σύμβολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πάντων” – Κατά τον Χαιρωνεύς Ιερέα του Δελφικού Ναού Πλούταρχο [ «Περί του ΕΙ του εν Δελφοι», 391,c, 7 – 9], ή σε άλλη εκδοχή του ίδιου κειμένου, «το ΕΙ καθιερώσας τῷ θεῷ, δήλωμα καὶ σύμβολον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πάντων«.

Βέβαια ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, ο εν Δελφοίς του Απόλλωνος και Διονύσου ιερέας, λέγει αφενός ότι:

«εμείς δεν μετέχουμε στο όντως είναι/ύπαρξη, αλλά πάσα θνητή φύσις εν μέσω γενέσεως & φθοράς γενομένη φάσμα παρέχει και μια αβέβαια και αμυδρή δόκηση[12] του εαυτού της. Αν δε την διάνοιά μας προσηλώσουμε βουλόμενοι να λάβουμε, όπως η σφοδρή περίδραξη του ύδατος κάνει να χαθεί το περιεχόμενο διαρρέοντας με την πίεση και τη συγκέντρωση του ύδατος στο ίδιο σημείο, έτσι και η λογική αποσφάλλεται, όταν αναζητά την άγαν ενάργεια κάθε παθητού & μεταβλητού, επειδή εξετάζει άλλοτε το γέννησή του και άλλοτε την φθορά του, με αποτέλεσμα η λογική μας να μην δύναται να λάβει ουδενός μένοντος ουδενός όντως όντος. Αδύνατον να μπεις 2 φορές στον ίδιο ποταμό, κατά τον Ηράκλειτο, ούτε να αγγίξεις θνητή ουσία 2 φορές κατά την αυτή έξιν(κατάσταση), αλλά εξαιτίας της οξύτητας και της ταχύτητας της μεταβολής “σκορπά και πάλι συνάγει”, ή μάλλον ούτε πάλι ούτε ύστερα, αλλά ταυτόχρονα και συνίσταται και απολείπει και έρχεται και απέρχεται. Για αυτό το λόγο και δεν οδηγεί στο είναι(ύπαρξη) το γιγνόμενο αυτής και μηδέποτε λήγει μηδέ στέκεται, αλλά σπέρματος αεί μεταβαλλουσα έμβρυο ποιεί, έπειτα βρέφος, μετά παίδα, έπειτα στην σειρά μειράκιο, νεανίσκο, άνδρα, πρεσβύτη, γέροντα, φθείροντας τις γενέσεις και τις ηλικίες τις επιγιγνομένες. Και εμείς έναν θάνατο γελείως φοβούμαστε, τη στιγμή που τόσους τεθνηκότες και θνήσκοντες έχουμε. Γιατί όχι μόνον, ως έλεγε ο Ηράκλειτος, ότι “του πυρός ο θάνατος αέρος γένεσις, και αέρος θάνατος ύδατος γένεσις,” αλλά κατά πολύ σαφέστερα στην δική μας περίπτωση ο ακμάζων φθείρεται γιγνόμενος γέροντας, φθείρεται ο νεός στον ακμάζοντα γιγνόμενος, ο παις στον νέον, στον παίδο το νήπιο. Ο χθεσινός άνθρωπος στον σημερινό τέθνηκε, ο δε σημερινός στον αυριανό αποθνήσκει. Ουδείς δεν μένει και ουδείς δεν είναι ένας, αλλά γιγνόμεθα πολλοί, περί εν κάποιο φάντασμα και κοινόν εκμαγείο ύλης περιελαυνομένης & ολισθανούσης. Γιατί πως οι αυτοί μένοντες με έτερα χαιρόμαστε τώρα, με έτερα πρότερα, με τα ενάντια φιλούμε και μισούμε και θαυμάζουμε και ψέγουμε, χρησιμοποιόντας άλλους λόγους για άλλα παθήματα, μη έχοντας το αυτό είδος, μορφή και διάνοια ; Γιατί λογικά ούτε άνευ μεταβολής έτερα πάσχεις, ούτε μεταβάλλων κανείς τον εαυτό του υπάρχει. Αν δε είσαι ο αυτός, τότε δεν υπάρχεις, αλλά μεταβάλλεις τον εαυτό σου γινόμενος έτερος εξ ετέρου. Ψεύδεται δε η αίσθησις αγνοώντας. Τι είναι, λοιπόν, το όντως Ον ; Είναι το αϊδιο και αγένητο και άφθαρτο, στο οποίο ο χρόνος δεν επάγει καμία μεταβολή. Γιατί ο χρόνος είναι κάτι κινητό και συμφαντάζεται στην ρέουσα αεί ύλη που δεν συγκρατεί τίποτα, ώσπερ αγγείο φθοράς και γενέσεως. Σε αυτόν ανήκει το έπειτα, το πριν και το θα γινει και το έχει γίνει, λέξεις που και μόνον με την εκφορά τους αποτελούν αύτοθεν εξομολόγηση του “το μη όντος”. Γιατί είναι αφελές και άτοπο το να λες ότι το εν τω είναι.»[13]

Αφετέρου λέγει ο Πλούταρχος ότι :

«όπως οι άνθρωποι που αγαπούν τους ίππους  δεν φροντίζουν εξίσου για όλα τα μέλη αυτού του γένους, αλλά πάντα ξεχωρίζουν & απομονόνουν τα άριστα, τα εξασκούν και τα τρέφουν ιδιαίτερα και τα αγαπούν ξεχωριστά, έτσι και τα ανώτερα από εμάς όντα χαράζουν(σημαδεύουν) τους βέλτιστους από εμάς, σαν να τους ξεδιαλέγουν από μια αγέλη, τους θεωρούν άξιους μιας ιδιαίτερης και ιδιαίτερης και περισσίς παιδαγωγίας και τους κατευθύνουν όχι με χαλινάρια & μαστίγια αλλά με τον Λόγο (λογική) μέσω συμβόλων. Από αυτά τα σύμβολα οι πολλοί και αγελαίοι έχουν παντελή εμπειρία. Ούτε, άλλωστε, και οι περισσότεροι κύνες κατανοούν τα κυνηγετικά σημάδια, ούτε και οι ίπποι τα ιππικά σημάδια. Όσοι, όμως, τα έχουν μάθει, ευθύς αισθάνονται τις προσταγές από ένα τυχαίο σύριγμα και εύκολα κάνουνκαθίστανται σε αυτά που πρέπει. Φαίνεται, μάλιστα, πως και ο Όμηρος γνώριζε την διαφορά για την οποία μιλάμε. Γιατί κάποιους από τους μάντεις τους καλεί οιωνοπόλους και ιερείς, και άλλους διαλεγόμενους με τους ίδιους τους θεούς, αφού κινούνται και φρονούν μαζί με τους θεούς, νομίζει ότι έτσι αποσημαινουν το μέλλον, σε όσα λέει  : “Από αυτούς ο Έλενος, του Πρίαμου ο φίλος παις, ένιωσε μέσα στην ψυχή του την βουλή, την οποία οι θεοί, μητιόσαν από κοινού” (βλ. Ιλιάδα, ραψωδία Η’ στ. 43 – 44), και “Γιατί τέτοιον  εγώ λόγο άκουσα από τους αειγένητους θεούς” (βλ. Ιλιάδα, ραψωδία Η’ στ. 43 – 44).        Γιατί ακριβώς όπως η διάνοια των βασιλέων και των στρατηγών οι εκτός την αισθάνονται και τη γνωρίζουν με κάποιους πυρσούς, κηρύγματα και σάλπιγγες, ενώ στους πιστούς και συνήθης τους την εκφράζουν οι ίδιοι, έτσι και το θείο εντυγχάνει με λίγους από τον εαυτό τους και σπάνια, ενώ στους πολλούς δίνει σημάδια, από τα οποία προκύπτει η λεγόμενη μαντική. Γιατί οι θεοί κοσμούν τον βίο λίγων ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που τυχόν θα βουληθούν να τους απεργαστούν άκρως μακάριους και αληθώς θείους. Ενώ οι ψυχές είναι απαλλαγμένες από της γένεση και ξένοιαστες στο εξής από το σώμα, σαν να έχουν αφεθεί παντελώς ελεύθερες, είναι Δαίμονες επιμελείς ανθρώπων κατά τον Ησίοδο (“Έργα και Ημέρες, στ. 122+”). Γιατί όπως οι αθλητές, κατάλυσαν την άσκηση  εξαιτίας των γηρατειών, δεν απολείπει εντελώς το φιλότιμο και φιλοσώματο, αλλά βλέποντας άλλους να ασκούνται ήδονται και διδάσκουν και συντρέχουν, έτσι και εκείνοι που έχουν παύσει τους περί τον βίο αγώνες και εξαιτίας της αρετής της ψυχής τους έγιναν Δαίμονες δεν περιφρονούν παντελώς τα εδώ πράγματα, λόγους & σπουδές, αλλά όντως ευμενείς προς εκείνους οι οποίοι γυμνάζονται για το ίδιο με αυτούς τέλος και συνφιλοτιμούνται προς την αρετή, τους διατάζουν και εξορμούν μαζί τους, όταν τους βλέπουν ήδη κοντά στην ελπίδα τους αμιλλώμενους και αγγίζοντας την. Γιατί το Δαιμόνιο δεν συμφέρεται με όποιους τύχη, αλλά όπως αυτούς που κολυμπούν στην θάλασσα, όσους φέρονται ακόμη στο πέλαγος και μακριά από τη γη αυτοί που στέκονται στην γη τους κοιτάζουν μόνο σιωπηλά, σε αυτούς που βρίσκονται ήδη κοντά, παράτρέχουν και παρεμβαίνουυν, συνάμα και με το χέρι και με την φωνή βοηθώντας τους σώζουν. Αυτός, είναι ο τρόπος του Δαιμονίου. Γιατί όσο εμείς βαπτιζόμαστε υπο των πραγμάτων και μεταλαμβάνουμε πολλά σώματα σαν να ήταν οχήματα, μας αφήνει να αγωνιζόμαστε και να μακροθυμούμε, αποπειρώμενοι με την οικεία μας αρετή να σωθούμε και να τύχουμε λιμένος. Την ψυχή, όμως, που ήδη μέσα από μύριες γενέσεις έχει αγωνιστεί σε μακρούς αγώνες και έχει κινδυνεύσει προθύμως, ενώ κλίνει η περίοδος, και φιλοτιμούμενη για την έκβαση της, προσφέρεται στους άνω με πολύ ιδρώτα, αυτήν την ψυχή ο θεός δε θεωρεί απρεπές να τη βοηθήσει ο οικείος της Δαίμονας, αλλά αφήνει όποιον δείχνει προθυμία να βοηθήσει. Και προθυμοποιείται να ανασώσει άλλος άλλη διατάσσοντας την. Αυτή, επειδή είναι κοντά, συνακούει και σώζεται, αν απειθήσει , αφού την εγκαταλείψει ο Δαίμονας,  δεν θα απαλλαγεί ευτυχώς.»[14]

Δηλαδή ο άνθρωπος, ο καθαυτό όχι το σύνθετο, είναι αΐδια & λογική ουσία/ψυχή (είναι Είδος, αλλιώς ΕΙ ή φως) η οποία βαπτιζόμενη εν τη γενέσει δημιουργεί πολλαπλότητα βίων, περί ένα κάποιο φάντασμα και κοινό εκμαγείο ύλης περιελαυνομένης & ολισθανούσης.

Ήτοι μεταλαμβάνει εν είδει ταινίας βίων πολλά γήινα/οστράκινα σώματα σαν να ήταν οχήματα.

 Ως εκ τούτου ερχόμαστε στο γεγονός ότι ο Πλούταρχο ο Χαιρωνεύς αφού επεξηγήσει ότι :

«Όλοι οι αριθμοί”, είπε, “διακρίνονται σε άρτιους και περιττού και η μονάδα ανήκει από κοινού και στις δυο κατηγορίες ως προς τη δύναμη (για αυτό και όταν προστίθεται κάνει τον περιττό αριθμό άρτιο αριθμό και τον άρτιο αριθμό τον κάνει περιττό αριθμό). Τώρα, αρχή των άρτιων αριθμών είναι το δυο και των περιττών το τρία, ενώ το πέντε γεννιέται από τη μείξη αυτών των δύο μεταξύ τους. Είναι, επομένως, εύλογο το γεγονός ότι έχει λάβει τιμή ο πρώτος αριθμός που αποτελείται από πρώτους αριθμούς, εύλογο και το ότι έχει επονομαστεί “γάμος”, εξαιτίας της ομοιότητας του άρτιου αριθμού με το θηλυκό και του περιττού με το άρρεν. Γιατί όταν οι αριθμοί διαιρούνται σε ίσα μέρη, ο άρτιος αριθμός χωρίζεται ολοκληρωτικά στα δυο και αφήνει στο εσωτερικό του ένα είδος δεκτικής αρχής, ενώ ο περιττός, αν πάθει το ίδιο, αφήνει πάντοτε στη μέση ένα υπόλοιπο της διαίρεσης. Για αυτό και ο περιττός αριθμός είναι γονιμότερος από τον άρτιο και, όταν ενωθεί με κάποιον άλλο αριθμό, πάντοτε επικρατεί και ποτέ δεν υποτάσσεται. Γιατί σε καμία περίπτωση από την μείξη των δυο αυτών ειδών αριθμών δεν προκύπτει άρτιος αλλά σε όλες τις περιπτώσεις περιττός αριθμός. Και η διαφορά του ενός είδους αριθμού από τον άλλο φαίνεται ακόμη περισσότερο όταν ενώνεται και προστίθεται το ίδιο είδος στον εαυτό του. Γιατί κανένας άρτιος αριθμός αν ενωθεί με έναν άρτιο δεν δίνει περιττό αριθμό, ούτε και ξεπερνά την ιδιαίτερή του φύση, επειδή είναι ατελής και δεν μπορεί να γεννήσει διαφορετικό είδος αριθμού λόγω της αδυναμίας του. Οι περιττοί αριθμοί, από την άλλη, αν ενωθούν με περιττούς, σχηματίζουν πολλούς άρτιους, γατί είναι γόνιμοι από κάθε άποψη. Τώρα, όμως, δεν θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να εξετάσει κάποιος λεπτομερώς τις άλλες ιδιότητες και διαφορές των αριθμών. Αρκεί ότι οι Πυθαγόρειοι το πέντε που προκύπτει από την ένωση του πρώτου άρρενος και του πρώτου θηλέος αριθμού το αποκαλούν “γάμο”.      Ορισμένες φορές, επίσης, το έχουν αποκαλέσει και  “Φύση”, επειδή αν πολλαπλασιαστεί με τον εαυτό του καταλήγει πάλι στον εαυτό του. Γιατί όπως η Φύση, λαβούσα πυρό εν σπέρματι και δεχόμενη πολλά εν μέσω φυεί σχήματα και είδη, δια των οποίων επί τέλος εξάγει το έργο, στο τέλος, όμως, αναδείδει επι πάντων πυρόν αποδίδοντας εν τω τέλει την αρχή του σύμπαντός, με τον ίδιο τρόπο, ενώ οι υπόλοιποι αριθμοί, αν πολλαπλασιαστούν με τον εαυτό τους, καταλήγουν με την αύξηση σε άλλους αριθμούς, μόνο το 5 και το 6, αν πολλαπλασιαστούν ακριβώς με τον εαυτό τους, τον αναπαράγουν και τον διαφυλάσσουν. Γιατί 6 φορές το 6 κάνει 36 και 5 φορές το 5 κάνει 25. Και επιπλέον ο αριθμός 6 το κάνει αυτό μια φορά και μοναδικ, όταν υψώνεται στο τετράγωνο. Η πεντάδα όμως το κάνει σε κάθε πολλαπλασιασμό, ενώ επιπλέον ιδιαιτερότητα της είναι και το να δίνει, προστιθέμενη στον εαυτό της, εναλλάξ τον εαυτό της ή την δεκάδα, ενώ η διαδικασία αυτή εξελίσεται επ’ άπειρον. Και τούτο γιατί ο αριθμός αυτός μιμείται την τα όλα διακοσμούσα αρχή. Όπως ακριβώς εκείνη η αρχή πλάθει από τον εαυτό της τον Κόσμο και εκ του Κόσμου πάλι εαυτήν αποτελεί –  “ανταμοίβοντας τα πάντα με πυρ” λέγει ο Ηράκλειτος “και πυρ σε άπαντα, όπως τον χρυσό σε χρήματα και τα χρήματα σε χρυσό”, έτσι και η σύνοδος της πεντάδας με τον εαυτό της από τη φύση της δε γεννά ούτε κάτι ατελές ούτε κάτι αλότριον, αλλά καθορισμένες έχει μεταβολές. Ή γεννά δηλ. η πεντάδα την δεκάδα, πράγμα που σημαίνει ότι γεννά ή το οικείον ή το τέλειον”.»[15]

Έπειτα λέγει o Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς ότι :

«Αν λοιπόν με ρωτήσει κανείς τι σχέση έχουν αυτά με τον Απόλλωνα, θα απαντήσουμε ότι όχι μόνον έχουν σχέση με τον Απόλλωνα αλλά και με τον Διόνυσο, ο οποίος των Δελφών μετέχει εξίσουν. Ακούμε από τους θεολόγους, άλλοτε σε ποιήματα και άλλοτε με δίχως μέτρο λεγόμενων και υμνούμενων, ότι ο θεός είναι άφθαρτος & αϊδιος, υπο τινός όμως ειμαρμένης γνώμης και λόγου υφίσταται μεταβολές του εαυτού του. Άλλωτε, λοιπόν σε πυρ καίει την Φύση εξομοιώνοντας τα πάντα με τα πάντα, και άλλοτε παντοδαπός στις μορφές του και στα παθήματά του και στις δυνάμεις του γίνεται, όπως γίγνεται και τώρα, Κόσμος δε ονομάζεται με το γνωριμότατο πάντων των ονομάτον του. Κρυπτόμενοι όμως οι σοφοί από τους πολλούς την μεν σε πυρ μεταβολή Απόλλωνα ονομάζουν εξαιτίας της μονότητάς του, και “Φοίβος” εξαιτίας της καθαρότητάς του και του αμίαντου.[16] Όσο αφορά την σε πνεύματα και ύδωρ και γη και άστρα και φυτών και ζώων γενήσεις, και της διακοσμήσεως το μεν πάθημα και την μεταβολή διασπασμό και διαμελισμό την ονομάζουν, ενώ τον θεό τον ονομάζουν Ζαγρέα, Νυκτέλιο και Ισοδαίτη. Και διηγούνται αινίγματα και μυθεύματα για φθορές τινές και αφανισμούς, έπειτα για αναβιώσεις και παλιγγενεσίες οικείες με τις αναφερόμενες μεταβολές. Και άδουν στον μεν Διόνυσο διθυραμβικά μέλη μεστά από πάθη και μεταβολές, εμπεριέχοντα πλάνη και διασκορπίσεις. Καθώς λέει και ο Ασιχύλος : “πρέπει ο μιξοβόας διθύραμβος να είναι σύγκωμος του Διονύσου”. Στον δε Απόλλωνα τον παιάνα, τάσουν, σώφρονα μούσα, αγήρων αεί και νέον τούτον τον απεικονίζουν στις γραφές και στα αγάλματα, ενώ τον Διόνυσο πολυειδή και πολύμορφον. Και γενικά τον μεν Απόλλωνα του αποδείδουν ομοιότητα, τάξη και σπουδή άκρατη, τον δε Διόνυσο μεμειγμένη παιδιά με ύβρη και μανία και ανωμαλία. Τον ανακαλούν ως “εύιο ορσιγύναικα Διόνυσο, ανθέοντα με τις μαινόμενες τιμές τους”, όχι εκλαμβάνοντες φαύλως το οικείο της εκάτερης μεταβολής. Επειδή, όμως, ο χρόνος των περιόδων εν τις μεταβολές δεν είναι ίσος, αλλά μείζων ο της ετέρες που ονομάζουν “κόρον”(κορεσμός) και ελάττων ο της “χρησμοσύνης”, τηρώντας εδώ την αναλογία όλο τον υπόλοιπο ενιαυτό τον παιάνα χρησιμοποιού περί τις θυσίες, αρχομένου όμως του χειμώνα επεγείρουν τον διθύραμβο και τον παίανα τον παύουν, επικαλούνται για τρείς μήνες τον Διόνυσο αντί του Απόλλωνος. Και η αναλογία 3 προς 1 θεωρούν ότι είναι η αναλογία ως προς τον χρόνο μεταξύ της διακοσμήσεως και εκπυρώσεως.»[17]

Κατανοούμε λοιπόν ότι ο άνθρωπος όντας Είδος/ΕΙ, όντας άγαλμα του Θεού,

εξ ου και οι Πυθαγόρειοι έλεγαν πως θα τιμήσεις άριστα τον Θεό αν εξομοιώσεις την διάνοιά σου με τον θεό και η διαρκώς εδρεωμένη ένθεη σκέψη μας συνάπτει με τον θεό. Γιατί είναι ανάγκη το όμοιο να πηγαίνει στο όμοιο, για αυτό και μόνο ο σοφός λέγεται Ιερέας, μόνος αυτός είναι θεοφιλής, μόνο αυτός ξέρει να προσεύχεται. Γιατί ξέρει να τιμά μόνο εκείνος που δεν συγχέει την αξία όσων τιμώνται και που πριν από όλα προσφέρει τον εαυτό του σαν ιέρειο και τεκταίνει την ψυχή του σε θείο άγαλμα και σε υποδοχή του θείου φωτός τον νου του κατασκευάζει. Εξ ου και ο μεν θειοτατος Ιάμβλιχος έλεγε ότι σεβόμεθα τον θεό κατά πως πρέπει, όταν τον εν ημίν νου τον καθιστούμε καθαρό από πάσα κακία σαν από είδους κηλίδας. Κοσμούμε το δε ιερό με αναθήματα, την δε ψυχή με μαθηματικά[18]. Και όπως προ των Μεγάλων Μυστηρίων παραδείδονται τα Μικρά Μυστήρια, έτσι και πριν την Φιλοσοφία η Παιδεία. Ο δε ο Πορφύριος έλεγε αφενός ότι : τον Θεό θα τον τιμήσεις με τον καλύτερο τρόπο, όταν εξομοιώσεις τη διάνοιά σου με αυτόν, κάτι που επιτυγχάνεται με την αρετή και μόνο. Διότι μόνο η αρετή έλκει την ψυχή προς τα επάνω, προς τα συγγενικό της στοιχείο. Μετά τον Θεό, δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο εκτός από την αρετή. Μεγαλύτερο από την αρετή είναι ο Θεός. Και ο Θεός στηρίζει τον άνθρωπο που πράττει τα ωραία. Αντίθετα των κακών πράξεων πρωτεργάτης είναι ο κακός Δαίμων. Η πονηρή ψυχή λοιπόν απομακρύνεται από τον Θεό, δεν δέχεται την ύπαρξη της θείας πρόνοιας και αποστατεί με κάθε τρόπο από τον θείο νόμο, τον τιμωρό των κακών. Η ψυχή, όμως, του σοφού εναρμονίζεται με τον θεό, με τον θεό που αεί τον ορά, και συνυπάρχει πάντοτε με αυτόν. Επειδή δε ο άρχων χαίρεται με τον αρχόμενο έτσι και ο Θεός κήδεται και προνοεί για τον σοφό, και δια τούτο μακάριος ο σοφός διότι επιτροπεύεται υπό του θεού. Ο θεός δεν θεωρεί πολύτιμα τα λόγια του σοφού αλλά τα έργα του. Διότι ο σοφός άνθρωπος, και σιωπηλός όταν είναι, τιμά τον θεό, ενώ ο αμαθής & ευχόμενος & θύων μιαίνει το θείο. Μόνο ο σοφός άνθρωπος λοιπόν είναι ιερέας, μονό αυτός είναι θεοφηλής, μόνο αυτός ξέρει να (προσ)εύχεται. Και ο σοφία ασκών επιστήμη ασκεί την περί θεού, όχι λιτανεύων αεί και θύων αλλά δια των έργων του την προς τον θεό ασκών ευσέβεια.

Αφετέρου ότι : το θείο είναι πανταχού και με κάθε τρόπο παρών, αλλά μονάχα του σοφού ανθρώπου η διάνοια έχει κατεξοχήν καθιερωθεί ως ναός του, και η πρέπουσα τιμή προς το θείο αποδίδεται από εκείνον που τον γνωρίζει καλύτερα. Και αυτός, φυσικά, είναι μόνο ο σοφός, που δια της σοφίας του τιμά το θείο, και δια της σοφία του κοσμεί για αυτό εν τη σκέψη του το ιερό έμψυχο άγαλμα, τον νου του[19], του απεικονιζόμενου αγάλλοντος θεού.

 πρέπει δια του Δελφικού Γνώθι Σ’ αυτόν, ήτοι με την επιστήμη της ουσία του, να αναδυθεί εκ της γενέσεως και πραγματώνοντας το Δελφικό Μηδέν Άγαν να ενιδρυθεί στον εαυτό του, στο Εν σύμπασας της λογικής & αΐδιας ουσίας του.

Κατά την έννοια ότι ο άνθρωπος μιμείται την τα όλα διακοσμούσα αρχή. Όπως ακριβώς εκείνη η αρχή πλάθει από τον εαυτό της τον Κόσμο και εκ του Κόσμου πάλι εαυτήν αποτελεί, ήτοι όπως η τα όλα διακοσμούσα αρχή σε πυρ καίει την Φύση εξομοιώνοντας τα πάντα με τα πάντα, και άλλοτε παντοδαπή στις μορφές της και στα παθήματά της και στις δυνάμεις της γίνεται, όπως γίγνεται και τώρα, Κόσμος ονομάζεται με το γνωριμότατο πάντων των ονομάτον της, έτσι και ο άνθρωπος όντας αϊδια & λογική ουσία/ψυχή (είναι Είδος, αλλιώς ΕΙ), ήτοι όντως όν (ον αϊδιο & αγένητο & άφθαρτο, στο οποίο ο χρόνος δεν επάγει καμία μεταβολή)γιατί ούτε άνευ μεταβολής έτερα πάσχεις, ούτε μεταβάλλων κανείς τον εαυτό του υπάρχει, τουτέστιν αν δε είσαι ο αυτός, τότε δεν υπάρχεις, αλλά μεταβάλλεις τον εαυτό σου γινόμενος έτερος εξ ετέρου – βαπτίζεται εν τη γενέσει και δημιουργεί πολαπλότητα βίων – ήτοι θνητή φύση εν μέσω γενέσεως & φθοράς γενομένη που φάσμα παρέχει και μια αβέβαια και αμυδρή δόκηση[20] του εαυτού της περί ένα κάποιο φάντασμα και κοινό εκμαγοίο ύλης περιελαυνομένης & ολισθανούσης. Ήτοι μεταλαμβάνει πολλά σώματα σαν να ήταν οχήματα.

Ο εννοήσας εαυτόν στον Πατήρ χωρεί, γιατί έχει συσταθεί εκ Φωτός και Ζωής ο Πατήρ των όλων & των Φώτων, εκ του οποίου έγινε ο Άνθρωπος ο φως και ζωή υπάρχων.

Φως & Ζωή είναι ο Θεός, ο ύψιστος Πατήρ, ο ζάθεος Άμμωνας-Αμούν, ο προστάτης της παντέλειας Αλήθειας και της παντέλειας νοητικής εν σιγή Σοφίας, ο ύπατος Ζεύς-Ζήνας, αυτός που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα, εκ του οποίου έγινε ο Άνθρωπος ο φως και ζωή υπάρχων.

Ο θεός επειδή δεν βούλονταν αργόν τον υπεράνω Κόσμο αλλά δοκιμάζοντας να τον πληρώσει με πνεύματα, ώστε τα επιμέρους να μη μένουν ακίνητα & αδρανή, άρχισε σε αυτά τεχνιτείες, χρησιμοποιώντας στο έργο του ουσίες ιερές, πνεύμα έλαβε από τον εαυτό του όσο ήταν αρκετό και με νοητικό μίγοντας πυρ εκέρασε άγνωστες έτερες ύλες. Τα δυο αυτά τα ένωσε το ένα με το άλλο μετά τινών κρυπτών επιφωνήσεων και καλώς το κράμα το ανακάτεψε, ώσπου δημιουργήθηκε από το μείγμα κάποια ουσία λεπτοτέρα & καθαρωτέρα & διαφανεστέρα από αυτά από τα οποία δημιουργήθηκε, και ήταν διαυγής αυτή και την έβλεπε μόνο ο τεχνίτης της. Επειδή όμως ούτε διετήκετο εκ πυρός καιόμενη, ούτε όμως ως εκ πνεύματος τελεσιουργηθείσα έψυχε, αλλά είχε ιδιογενεί & οικεία την σύσταση του κράματος & ιδιότυπη & ιδιοσύγκρητη την οποία κατά το ποιο εύφημο όνομα και από την ομοιότητα της ενέργειας ο θεός εκάλεσε την σύσταση “ψύχωση”.

Έτσι ο καθαυτό άνθρωπος, η μαθηματική ουσία, η οποία παράχθηκε από την μήξη της αμέριστης-νοητής ουσία με τα της μεριστής περί τα σώματα ουσίας, ονομάζεται ψυχή και δη λογική & αΐδια,  αυτή η ουσία όντας ζωή ονομάζει την ενέργειά της ως : 

  • <Ψύχω> = τὸ ζωογονῶ. (Βλ. Λεξικό Ζευδοζωναρά).
  • <Ψύχω> = Σημαίνει δύο· τὸ ζωοποιῶ, ἐξ οὗ καὶ ψυχή· καὶ τὸ φυσῶ, ἐξ οὗ Ἰλιάδος υ, ῏Ηκα μάλα ψύξασα· ἀντὶ τοῦ φυσήσασα.  <Ψυχή> = Παρὰ τὸ ψύχος, ὃ ἔστι πνεῦμα. Ὅμηρος,   Ψύχεος ἱμείρων· ἀντὶ τοῦ πνεύματος, ἐπὶ τῷ Ἐλπήνορι· πνεῦμα δὲ καὶ ἡ ψυχή. ῍Η παρὰ τὸ ψύχω, τὸ ζωογονῶ, φυσιοχή τις οὖσα, ἡ τὴν φύσιν συνέχουσα. Ἔστι δὲ ὄνομα προσηγορικόν· καὶ σημαίνει δύο· τὴν ψυχὴν, ὡς τὸ,   ψυχὴ δ᾽ ἐκ ῥεθέων· σημαίνει καὶ τὸ αἷμα,   ψυχὴ δὲ κατ᾽ οὐταμένην ὠτειλὴν [Ἔσσυτ᾽.].(Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό).

Από αυτή την κρούστα γενεσιούργησε τις λογικές & αίδιες ψυχές, επανθόντας την από αυτό το κράμα προς αυτό που ήθελε πλάθωντάς το με ευταξία & συμμετρία, μετά εμπειρίας & ταιριαστής αναλογίας. Ώστε αναγκαία δεν διαφέρουν πολύ μεταξύ του αυτές επειδή το εκ της κινήσεως του θεού εξατμιζόμενο άνθος δεν ήταν όμοιο με τον εαυτό του, αλλά μείζον & πληρέστερο ήταν το πρώτο από το δεύτερο και ως προς όλα καθαρότερο, ενώ το δεύτερο ήταν μεν αρκετά κατώτερο από το πρώτο αλλά πολύ ανώτερο από το τρίτο, και έτσι μέχρι 60 βαθμίδες απαρτίστηκε ο πας αριθμός των λογικών & αίδιων ψυχών, αλλά όλες έταξε νομοθετώντας να είναι αΐδιες, επειδή ήταν εκ μίας ουσίας της οποίος μόνο αυτός γνώριζε την τελείωση.

Δηλ. λόγω του ανακατέματος του πνεύματος, που πείρε εκ του εαυτού του ο Δημιουργός – δημιουργεί με την ουσία και την ύπαρξή του, με το νοητικό πυρ, και τη ένωσή τους δια τινών κρυπτών λόγων που εκφώνησε ο Δημιουργός, το κράμα δημιουργήθηκε άμα και εξατμίζονταν τρόπο τινά και αυτή ήταν η ατμίδα, το άνθος του κράματος, ή αλλιώς οι πρώτιστα δημιουργημένες λογικές & αΐδιες ψυχές. Δηλ. το πρώτιστο γένος λογικών & αΐδιων ψυχών δεν είναι βέβαια όμοιο με τον ίδιο τον δημιουργό του όμως είναι ανώτερο από όλα τα άλλα, από το δεύτερο και το τρίτο κτλ.

Ο τόπος από την κορυφή του ουρανού μέχρι την σελήνη είναι προορισμένος για τους θεούς, τα άστρα και την άλλη πρόνοια. Ο τόπος από την σελήνη ως εμάς είναι οικιτήριο των ψυχών. Έχει ο τόσος αήρ εν εαυτόν οδό που εμείς συνηθίζουμε να αποκαλούμε άνεμο, και δικό του μέγεθο μέσα εν τω οποίω κινείται προς ανάψυξιν των επιγείων. Όμως με κανέναν τρόπο καθώς κινείται προς τον εαυτό του δεν γίνεται εμπόδιο για τις ψυχές. Γιατί όσο αυτός κινείται, μπορούν οι ψυχές να πηδούν προς τα επάνω και προς τα κάτω, όπως τύχει, χωρίς να κολλίονται. Γιατί ρέουν δια αυτού χωρίς να μειχθούν μαζί του και χωρίς να εμποδίζονται όπως το ύδωρ μέσα στο λάδι. Το διάστημα αυτό, έχει 4εις γενικές μοίρες, και 60 ιδικές χώρες. Από αυτές πάνω από την γη είναι 4εις χώρες – που αποτελούν την 1η μοίρα , ώστε η γη σε κάποιους λόφους και κορυφές όρεων να υψώνεται και να φτάνει μέχρι αυτές. Διότι δεν έχει την φύση να ανεβαίνει πάνω από το δικό τους ύψος – των 4ων αυτών χωρών. Η 2η μοίρα μετά από αυτήν έχει 8 χώρες στις οποίες γίνονται οι κινήσεις των ανέμων, όπου εκεί βρίσκεται η κίνηση των ενέμων και των όρνεων η πτήσις. Πάνω από αυτήν ούτε αήρ κινείται ούτε ζώο βαστάει. Όμως αυτός ο αήρ έχει από την φύση τέτοια εξουσία ώστε και στις δικές του χώρες και στις 4εις της γης να περιπολλεί με όσα ζώα έχει ενώ η γη δεν μπορει να ανέβει στις δικές του 8 χώρες. Η δε 3η μοίρα έχει 16 χώρες γεμάτες με λεπτό & καθαρό αήρ. Η δε 4η μοίρα έχει 32 χώρες στις οποίες ο αήρ είναι λεπτότατος και ειλικρινέστατος και διαυγής που θέτει όρια με τον εαυτό του στους άνω ουρανούς που είναι έκπυροι από φύσεως. Αυτή  η διάταξη είναι σε ευθεία γραμμή από πάνω προς τα κάτω χωρίς να εμποδίζεται από την φύση της, ώστε να υπάρχουν 4εις γεννικές μοίρες, 12 διαστηματικές μοίρες και 60 χώρες. Σε αυτές τις χώρες που είναι 60 των αριθμό, οικούν οι ψυχές, η κάθε μια σύμφωνα με την φύση της, έχοντας μια και την αυτή σύσταση, όχι και τιμή. Γιατί όσο κάθε μια των χωρών έχει υπερβεί τις άλλες, τόσο και οι ψυχές που είναι μεσα σε αυτές τις χώρες έχουν υπερβεί τις άλλες. Κάθε μια υστερεί καθ΄ υπεροχήν από την άλλη και χώρα και ψυχή.

Διέταξε δε για άπαντες τις λογικές & αίδιες ψυχές, τους καθαυτό ανθρώπους, και τμήματα και ταμία στο μετάρσιο της άνω φύσης[ουρανού], ώστε να περιστροβολίζουν τον κύλινδρο του Κόσμου με κάποια τάξη και πρέπουσα οικονομία και να τέρπουν τον Πατέρα. Με τον ίδιο τρόπο, αφού στάθηκε στην περικαλλή βάση του αιθέρα και κάλεσε τις φύσεις των ήδη όντων είπε :

“ω ψυχές, όμορφα τέκνα του πνεύματος μου και της μέριμνάς μου, που εγώ με τα χέρια μου σας μαίευσα και ήδη σας καθιερώνω στον Κόσμο μου – εξ και η η ψυχή είναι πράγμα ιδιοφυές, βασιλικόν και έργο του νοός και των χεριών του θεού, που οδηγείται αυτό αφ’ εαυτώ στον νου-, επακούστε τους λόγους μου αυτούς ως νόμο και μην αγγίζεται κανένα άλλον τόπο εκτός από αυτόν που σας όρισε η δική μου γνώμη. Αν ευσταθήσεται λοιπόν καταμένουν πάλι για εσάς όμοια και ο ουρανός και η διάταξη των αστερισμών και θρόνοι πεπληρωμένοι με αρετή.

Μάλιστα αφενός από μίας ψυχής, της του παντός, όλες οι ψυχές προέρχονται, οι οποίες κυλιούνται εν τω παντί Κόσμω, σαν να έχουν διαχωριστεί από αυτή. Τούτων των ψυχών πολλές οι μεταβολές, άλλων προς το ευτυχέστερο άλλων δε προς το αντίθετο., αφετέρου οι δε ανθρώπινες ψυχές αρχή αθανασίας έχουν μεταβαλλόμενες σε κατά θέση Δαίμονα, και έτσι στον των θεών χορό βρίσκονται. Χοροί δε δύο των θεών, ο μεν των πλανωμένων, ο δε των απλανών.

Αν όμως πράξετε κάτι νεότερο ενάντια στην δική μου βούληση, σας ορκίζομαι σε αυτό το ιερό πνεύμα και κράμα με το οποίο σας εγέννησα και σε τούτα τα ψυχοποιά μου χέρια, τις ζοωογόνες δυνάμεις μου, ότι θα τεχνιτεύσω για εσάς δεσμά & κολλάσεις.”

Τον πάντα Κόσμον όμως τον δημιούργησε ο Δημιουργός & Πατήρ Ζευς, όχι με τα χέρια του αλλά Λόγω, ώστε να τον εκλαμβάνει ο άνθρωπος ως του παρόντος και αεί όντος ποιήσαντος τα πάντα και ενός μόνου. Που δημιούργησε τα όντα με την δική του Βούληση. Γιατί αυτό είναι το σώμα του, όχι απτό, ούτε ορατό, ούτε μετριτό, ούτε διαστατό, ούτε όμοιο με κάποιο άλλο σώμα. Γιατί δεν είναι ούτε πυρ, ούτε ύδωρ, ούτε αήρ, ούτε πνεύμα, αλλά τα πάντα είναι από αυτόν. Γιατί επειδή είναι αγαθός δεν θέλησε τούτο τον Κόσμο να τον αφιερώσει στον εαυτό του και να κοσμίσει την γη, αλλά για κόσμο του θείου σώματος κετέπεμψε τον άνθρωπο, ζώο θνητό για ζώο αθάνατο, και ο Κόσμος υπερέχει έναντι των ζώων λόγω του αείζοου, ενώ ο άνθρωπος, υπερέχει  και του Κόσμου εξαιτίας του Λόγου και του Νοός. Γιατί ο άνθρωπος έγινε θεατής του έργου του Θεού και εθαύμασε και εγνώρισε τον ποιήσαντα. Τον μεν Λόγο τον μέρισε σε όλους τους ανθρώπους, ενώ τον νου όχι.

Αυτό που μέσα σου βλέπει & ακούει, είναι ο Λόγος του Κυρίου.

 

Βέβαια θα πρέπει να ξέρουμε ότι :

  1. η νοερότερη ζωή μας, αλλιώς η υψηλότερη δύναμη μας, καθώς είμεθα λογική & αΐδια ψυχής ονομάζεται εκ των Θεών – δια των Χαλδαϊκών χρησμών – “άνθος του νοός” ή “Ιερός Λόγος”.
  2. ο της λογικής & αΐδιας ψυχής “Ιερός Λόγος”, αλλιώς το “άνθος του νοός” της, τουτέστιν η νοερότερη ημών ζωή ή αλλιώς η υψηλότερη δύναμη μας, αδυνατεί αφ’ εαυτού του/της να αναχθεί προς την υψηλοτέρα αναγωγή και προς εγκόλπωση εκ του θείου.
  3. χειραγωγούμε τον της λογικής & αΐδιας ψυχής “Ιερό Λόγο” ή “άνθος του νοός” της, τουτέστιν την νοερότερη ημών ζωή ή υψηλότερη δύναμη μας προς τον Θεό δια της τελεστικής επιστήμης.
  4. Τελεστική επιστήμη είναι η μόνη τελούσα την ψυχή δια της δυνάμεως των ενταύθα υλών(υποστρωμάτων). Αυτό εννοούν οι Θεοί όταν – δια των Χαλδαϊκών χρησμών – λέγουν “τον Ιερό Λόγο να ενώσεις με το έργο”, αυτό είναι το να συνάψεις τον Ιερό Λόγο της ψυχής, ήτοι την κρείττονα δύναμη της – αλλιώς το “άνθος του νοός” της, τουτέστιν τη νοερότερη ημών ζωή ή αλλιώς την υψηλότερη δύναμη μας – με το της τελετής έργο.
  5. Οι Θεοί – δια των Χαλδαϊκών λόγων – λέγουν ότι δεν μπορείς να αναχθείς με άλλο τρόπο προς τον Θεό, παρά μόνον αν δυναμώσεις το της λογικής & αΐδιας ψυχής όχημα δια των υλικών τελετών. Εξ ου και οι Χαλδαίοι επιδιώκουν να καθαρίσουν την ψυχή με λίθους, πόαις & επωδές, ώστε να είναι εύτροχος προς την ανάβαση στα νοητά.

Επίσης θα πρέπει να γνωρίζουμ τα εξής:

  1. Τελετές ενθάδε : επί τον οστρέϊνο χιτώνα.
  2. Τελετές εκεί : αφενός επί τον πνευματικό χιτώνα ή “Πνεύμα”, αφετέρου επί τον αυγοειδή χιτώνα ή “Επίπεδο”.
  3. εν τοις ιεροίς προηγούνται μεν οι πάνδημες καθάρσεις, έπειτα από αυτές ακολουθούν απορρητότερες, μετά δε και αυτές συστάσεις παρελαμβάνονται και επί αυτές μυήσεις, εν τέλει δε εποπτείες. Αναλογούν οι μεν ηθικές & πολιτικές αρετές στους εμφανείς καθαρμούς της ψυχής, οι δε καθαρτικές αρετές, όσες αφαιρούν όλα τα εξωτερικά, στις απορρητότερες αρετές. Οι περί τα διανοητά θεωρητικές ενέργειες αναλογούν στις συστάσεις, οι δε τούτων συναιρέσεις αναλογούν στο αμέριστο των μυήσεων, οι δε τέλειες Αυτοψίες των απλών Ειδών στις Εποπτείες.
  4. Για την κάθαρση του αυγοειδούς σώματος: οι τελεστικοί καθαρμοί & ιερατική αναγωγή, ή αλλιώς η των ιερών τέχνη – η οποία φροντίζει για την κάθαρση του αυγοειδούς : αυτά καθαίρουν & τελειοποιούν το πνευματικό όχημα της λογικής & αΐδιας ψυχής, το χωρίζουν από την αζωία της ύλης και το προετοιμάζουν να βρεθεί στην κατάλληλη κατάσταση για τη συνεύρεση με τα καθαρά πνεύματα.
  5. Για την κάθαρση και την λύση της ψυχής : μαθηματικοί καθαρμοί και διαλεκτική λύση.
  6. Τελεστική ενέργεια : η δύναμη που καθαίρει το αυγοειδές όχημα, προκειμένου από ολόκληρη της φιλοσοφία το θεωρητικό της μέρος να προηγείται ως νους, και το πρακτικό της μέρος να έπεται ως δύναμη.
  7. Τα 2 μέρη πρακτικής φιλοσοφίας : πολιτικό & τελεστικό – το μεν πολιτικό μέσω των αρετών μας καθαίρει από το άλογο στοιχείο, ενώ το τελεστικό μέσω των ιερών μεθόδων αποκόπτει τις υλικές φαντασίες.
  8. Δείγμα της πολιτικής φιλοσοφίας είναι οι νόμοι που έχουν θεσπιστεί από κοινού, και της τελεστικής φιλοσοφίας οι ιερές τελετές των πόλεων.
  9. Κορυφή ολόκληρης της φιλοσοφίας είναι ο θεωρητικός νους, μεσαίος ο πολιτικός και τρίτος ο τελεστικός. Ο πρώτος – η θεωρητική φιλοσοφία – παίζει τον ρόλο του ματιού σε σχέση με τους άλλους δύο, ενώ οι επόμενοι – η πολιτική φιλοσοφία και ο τελεστική φιλοσοφία – επέχουν τη θέση του χεριού και του ποδιού σε σχέση με τον πρώτο. Εξ ου και στην Αθήνα υπάρχει το ιερατικό γένος τον Κροκωνιδών.
  10. Το πέρας της πυθαγόρειας αγωγής : να αναπτερωθούν όλοι δια όλα για τη συμμετοχή στα θεία αγαθά, προκειμένου, όταν φτάσει ο καιρός του θανάτου, οι αθλητές των αγώνων της φιλοσοφίας να αφήσουν στη γη το θνητό σώμα και να απεκδυθούν τη φύση του και να είναι καλά εφοδιασμένοι για την ουράνια πορεία.
  11. Ελεύθερος Αιθέρας = Νήσοι των Μακάρων = τριμερές Αιθερικό Σύμπαν ή καθαυτό Γη.

Επίσης θα πρέπει να γνωρίζουμε για τα μυστήρια και τις τελετές :

  1. ανυψώνουν τις λογικές & αΐδιες ψυχές, δηλ. τους καθαυτό ανθρώπους, από της ενύλου και θνητοειδούς ζωής και τις συνάπτουν με τους θεούς
  2. με νοερές λάμψεις αφανίζουν άπασα την εκ της αλογίας στην ψυχή εισερχόμενη αναστάτωση,
  3. με το των θεών φως εξωθούν το σκοτεινό και αόριστο των τελούμενων

Δηλ. σκοπός της δια της θρησκείας θεραπείας των Θεών είναι η λογική & αΐδια ψυχή – ο καθαυτό άνθρωπος – να αποκτήσει τα θεία αγαθά : κατά την έννοια της φυγής από όλα όσα έχουν προσκολληθεί πάνω από την γέννηση κατά την κάθοδό της εν τη γενέσει και η αναδρομή αυτής προς το νοητικό είδος ζωής της ψυχής. Η λογική & αΐδια ψυχή, η οποία ρίχτηκε σαν σπόρος μέσα στην γενεσιουργό σπορά αποβάλει το άχυρο και το φλούδι, θα λέγαμε, το οποίο απέκτησε από τη γένεση της από όσα την έχουν περιβάλει, να γίνει άνθος και καρπός νοητικός.

Επίσης θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι :

1.       <<Η μία σωτηρία της ψυχής που προβάλλεται από τον δημιουργό & πατέρα ή Πηγαίο Ζευς, η σωτηρία η οποία απαλλάσσει από τον κύκλο της γένεσης, από την μεγάλη περιπλάνηση και από την άσκοπη ζωή, είναι η αναδρομή προς το νοητικό είδος της ψυχής και η φυγή από όλα όσα έχουν προσκολληθεί σε εμάς από την γέννηση.>>

2.       <<πρέπει η ψυχή, η οποία ρίχτηκε σαν σπόρος μέσα στην γενεσιουργό σπορά, να αποβάλει το άχυρο και το φλούδι, θα λέγαμε, το οποίο απέκτησε από τη γένεση της από όσα την έχουν περιβάλει, να γίνει άνθος και καρπός νοητικός, αγαπόντας τη νοητική ζωή αντί για την τροφή της δοξασίας και επιδιώκοντας την ομοιόμορφη και απλή ενέργεια της περιφοράς της ταυτότητας αντί για την πλανόδια κίνηση της περιφοράς της διαφορετικότητας.

3.       <<Γιατί υπάρχει και μέσα της καθένας από τους δυο κύκλους και οι δύο δυνάμεις και οι δυο ίπποι, ο αγαθός και ο αντίθετος, εκ των οποίων ο ένας οδηγεί την ψυχή στον κόσμο της γένεσης, ενώ ο άλλος από τον κόσμο της γένεσης προς το όντως ΟΝ, και ο ένας την περιστρέφει στον γενεσιουργό κύκλο, ενώ ο άλλος στον νοητικό. Γιατί η περιφορά του ταυτού ανεβάζει την ψυχή προς τον νου, προς τη νοητή φύση και προς την πρώτη και άριστη έξη>>

1.       << αυτή η έξη κατά την οποία η ψυχή έχει αναπτερωθεί και διοικεί ολόκληρο τον Κόσμο μαζί με τους θεούς, αφού εξομοιωθεί με τους ίδιους τους θεούς, και αυτό το καθολικό είδος της ζωής μέσα στην ψυχή, όπως ακριβώς το μερικό είναι όταν η ψυχή πέσει στο έσχατο σώμα και ανήκει σε ένα επιμέρους πράγμα αντί για το σύνολο, και το καθολικό – μερικό είδος της ζωής, το οποίο βρίσκεται ανάμεσά τους, είναι όταν ζει μαζί με το μεσαίο όχημα ως πολίτιδα της γενέσεως>>

2.       <<Πρέπει δηλ. η ψυχή να απορρίψει την έξη η οποία ακολουθεί τη σχέση με ολόκληρη την γένεση και με το άλογο στοιχείο, να χορηγήσει νου στη δοξασία και οδηγήσει ολόκληρη την ύπαρξή της από την περιπλάνηση περί την γένεση προς την ευδαίμονα ζωή.>>

3.       <<η αναδρομή της λογικής & αΐδιας ψυχής προς το νοητικό είδος ζωής και η φυγή από όλα όσα έχουν προσκολληθεί σε εμάς από την γέννηση, δηλαδή επικράτηση επι της αλόγου και περί τα σώματα ζωής μας και του καθώς και επί τον αλόγου φόρτου απεκτήσαμε, η επικράτηση δηλ. επί όλων εκείνων που προσκολλήθηκαν πάνω μας από κάθοδό μας εν τη γενεσιουργό σπορά εν ήδη σπόρου, είναι η ζωή που πετυχαίνουν όσοι, κατά τον Ορφέα, μυούνται στα μυστήρια του Διονύσου και της Κόρης, καθώς “κύκλου τ᾽ ἂν λήξαι καὶ ἀναπνεύσαι κακότητος”>>

4.       <<ο δέκατος δημιουργικός νόμος,  ο εκ τους δημιουργού & πατέρα εγγεγραμμένος εν τη ουσία των λογικών & αΐδιων ψυχών 10ος Ειμάρμενος νόμος είναι ότι : μοναδική σωτηρία της ψυχής, σωτηρία η οποία σταματά τον κύκλο της εν τη γενέσει περιπλάνησης, είναι η ζωή η οποία ανυψώνει την λογική και αΐδια ψυχή προς την περιφορά της ταυτότητας & της ομοιότητας.>>

5.       <<Ο όρκος που έχει λάβει υπόσταση εντός της ουσίας των λογικών γενών είναι ο εξής : να μένουν προσκολλημένα στον πατέρα & δημιουργό τους και με κανέναν τρόπο να μην παραβαίνουν τους νόμους που ορίστηκαν από εκείνον».

6.       «κορυφαία αρετή είναι το να εμμένουμε εντός ορίων που μας τέθηκαν εκ της δημιουργίας, με βάση τα οποία όλα έχουν διακριθεί ως προς το είδος, και να ακολουθούμε τους νόμους της πρόνοιας,>>

Δηλ. τα νοητικά αγαθά που οι πανάγιες τελετές των Ελευσίνιων Μυστηρίων υπόσχονται για στους μύστες μόλις λυθούν εκ των σωμάτων τους, την μετοχή δηλ. στα δώρα του Πλούτωνα και της Κόρης Περσεφόνης, σχετίζονται με τα Ομηρικώς λεγόμενα «νησιά των Μακάρων»  – ή αλλιώς με τον πυθαγορεικώς λεγόμενο «ελεύθερο Αιθέρα» – γιατί και μόνον εκεί η λογική & αΐδια ψυχή είναι ελεύθερη, ή αλλιώς με το Χαλδαϊκώς λεγόμενο «τριμερές Αιθερικό Σύμπαν» ή αλλιώς με την πλατωνικώς λεγόμενη «καθαυτό ή αιθερική Γη» – και μόνον με αυτά!

Δηλαδή πρόκειται για την ανοδική πορεία της λογικής & αΐδιας ψυχής προς το όντως ΟΝ και τον αποκαθαρμό της από τα συγγενικά προς την γένεση στοιχεία, την οποία και τον οποίο της παρέχουν μετά θάνατον οι δεσμοί του Πλούτωνα.

Δηλαδή το να πας στο ελεύθερο αιθέρα, όπου θα είσαι «άμβροτος θεός», άμβροτος, όχι πια θνητός αλλά κατά θέση Δαίμων ή Άγγελος – αλλιώς ισοδαίμων & ισάγγελος, είναι το ωραιότερο πέρας των πόνων, αυτό είναι, όπως λέει ο Πλάτων, ο μέγας αγώνας και η ελπίδα η μεγάλη, αυτός είναι ο τελειότατος καρπός της φιλοσοφίας, αυτό είναι το σπουδαιότερο έργο της ερωτικής και τελεστικής τέχνης : να εξοικειωθούν και να ανυψωθούν προς τα πραγματικά κάλλη, να απαλλαγούν από τους εδώ μόχθους της υλικής ζωής σαν από κάποιο υπόγειο σπήλαιο, να ανυψωθούν προς αιθέριες λάμψεις και να εγκατασταθούν στις Νήσους των Μακάρων ή αλλιώς στο τριμερές Αιθερικό σύμπαν ή αλλιώς στον ελεύθερο Αιθέρα.

Δηλαδή τα Ελευσίνια Μυστήρια, δηλ. οι τελετές της Δέσποινας μας Δήμητρας, της Κόρης-Περσεφόνης, του Πλούτωνα-Άδη ή Καταχθονίου Διός και του Διονύσου/Ίακχου –

καθώς αφενός τα μυστήρια και η 7μερής τελετή ανυψώνουν τις λογικές & αΐδιες ψυχές, δηλ. τους καθαυτό ανθρώπους, από της ενύλου & θνητοειδούς ζωής και τις συνάπτουν με τους θεούς – οι τελετές, επειδή οι λογικές ψυχές είναι τέλειες αλλά εν τη γενέσει μερίζονται και δεν δύναντο να ενεργούν μόνες τους εξ ολοκλήρου, ξανά κάνουν τις λογικές & αΐδιες ψυχές τέλειες και τις ενιδρύουν στους Θεούς, αναγάγουν δηλ. τις λογικές ψυχές στην τελειοποίηση εκείνη από όπου την πρώτη έκαναν κάθοδο ως απ’ αρχής, και εκεί τις τοποθετεί όντας ιδρυμένος εν τω θρόνω του οικείου πατρός ο Διόνυσος, αφετέρου οι ελάμψεις νοητικού φωτός αφανίζουν άπασα την εκ της αλογίας στην λογική ψυχή εισερχόμενη αναστάτωση και με το των θεών φως εξωθούν το σκοτεινό και αόριστο των τελούμενων –

αφενός ταυτίζονται με τον 10ον δημιουργικό νόμο ή Ειμάρμενο νόμο ή αλλιώς με τον όρκο – τον εκ του του Πηγαίου Διός εγγεγραμμένο στην ουσία των λογικών & αΐδιων ψυχών, όρκος ο οποίος ορίζει να μένουν προσκολλημένα άπαντα τα λογικά γένη στον πατέρα & δημιουργό τους και με κανέναν τρόπο να μην παραβαίνουν τους νόμους που ορίστηκαν από εκείνον, αφετέρου τα Ελευσίνια Μυστήρια είναι η προβαλλόμενη εκ του δημιουργού & Πατέρα Ζήνα μια & μόνη σωτηρία της λογικής & αΐδιας ψυχής.

Μάλιστα η τελετή προηγείται της μυήσεως και η μύηση προηγείται της εποπτείας. Τελούμεθα ανεβαίνοντας υπό των Τελεσιουργών Θεών, μυούμαστε στα ”ὁλόκληρα καὶ ἀτρεμῆ φάσματα” υπό των Συνεκτικών Θεών, στους οποίους βρίσκεται η ολότης η νοερά και η στάση των ψυχών, εποπτεύουμε δε παρά των Συναγωγών Θεών που συγκεντρώνουν τα καθολικά στη νοητή περιωπή του Ουρανού. Και όλα τα λέμε εν σχέση με το νοητό, πετυχαίνοντας κάτι διαφορετικό σε κάθε διάκοσμο. Γιατί μας τελούν οι Τελεσιουργοί Θεοί δια των εαυτών τους, και της Εποπτείας των νοητών ηγούνται οι Συνάγωγοι Θεοί, οι Συνάγωγες μονάδες, δια του εαυτού τους. Και πολλές είναι οι βαθμίδες, όλες όμως ανατείνουν προς τον πατρικό όρμο και την πατρική τελετή. Μέσα στην οποία, στην πατρική τελετή, ας μας εισάγουν οι ηγεμόνες των καθολικών αγαθών ως Τελετάρχες, φωτίζοντάς μας όχι με λόγους αλλά με έργα, και αφού μας αξιώσουν κάτω από τον “μεγάλο Ζευς” για την συμπλήρωση με το νοητό κάλλος, ας μας καταστήσουν εντελώς απαθείς των περί την γένεση κακών, όσα τώρα μας έχουν κατακλύσει.

Τελετή είναι η των νοητών θέαση.

Η τελετή  εκλήθη έτσι διότι ξανά κάνει την ψυχή τέλεια. Διότι η ψυχή είναι τέλεια, αλλά εν τη γενέσει μερίζεται & δεν δύναται να ενεργεί εξ ολοκλήρου μόνη της. Η θέα των νοητών δεν είναι η μακαριώτατη τελετή, γιατί κατά αυτήν ως άλλος άλλο ορά η ψυχή, γι’ αυτό γίνεται & ένωση της ψυχής με τα νοητά. Η ενίδρυση, λοιπόν, της ψυχής στα νοητά είναι η μακαριώτατη τελετή. Είναι δε αναγκαίο να γνωρίζουμε ότι άλλο τελετή, άλλο μύησις και άλλο εποπτεία. Η τελετή είναι ανάλογη προς αυτό που είναι προπαρασκευαστικό για τους καθαρμούς και τα παρόμοια. Η δε μύησις, που ονομάζεται έτσι από το κλείσιμο των ματιών, είναι θειότερη. Το κλείσιμο των ματιών στη μύηση, σημαίνει ότι δε λαμβάνονται μέσω της αίσθησης τα θεία μυστήρια εκ των ψυχών, αλλά τα λαμβάνει η ψυχή καθαρή. Η δε εποπτεία είναι η στα θεία μυστήρια ενίδρυση, κατά την οποί η ψυχή γίνεται επόπτης των μυστηρίων των Θεών.

Και οι μεν καθαρμοί απαλλάσσουν εμάς από τα αλλότρια, οι δε τελετές μας ενιδρύουν στους θεούς.

Μάλιστα Τελετές ο Πλάτων εκκάλεσε τις των νοητών θεάσεις. Όπως ενταύθα δεν γίνονται όλοι επόπτες, αλλά κάποιοι (πολλοί μέχρι και των 1ων ή των 2ων ίσταντο βαθμών, ολίγοι μετέχουν και της 7ης τελετής, όπου και εποπτεύουν & απολαμβάνουν το ΟΝ το τέλειο. Πολλοί μεν ναρθηκοφόροι, σπάνιοι δε οι Βάκχοι) κατά τον αυτόν τρόπο και ο Πλάτων είπε τους θεασαμένους τον νοητό τόπο και τα νοητά και υπερουράνια Είδη “τελούμενους σε τέλειες τελετές”, καθώς η όντως ύπαρξη της ψυχής τέλεια & ολόκληρη απολαμβάνει την όντως ουσία.  Μάλιστα εντός της ψυχής υπάρχουν τα ατομικά κατατεταγμένα Έιδη και τα ακατάτακτα και τα υστερογενή και τα καθολικώς ουσιώδη, και δια πάντων αυτών αναμιμνήσκει η ψυχή τα νοητά. Και ο Πλάτων οδηγεί τον σκοπό της οδού των λόγων του και λέγει ότι είναι ενθουσιασμός τα λεγόμενα περί της μετά των θεών πάλαι συμπεριπολήσεως και της επί την γένεση καθόδου και της επ’ ανόδου στο νοητό. Από των ενταύθα αναμνησθείς & θεασάμενος εκείνα τα θεία & ατρεμή φάσματα και τα όντως Όντα Είδη, ενθουσιά σύμφωνα με το αληθές της νοήσεως αυτής της θεωρίας, οι πολλοί όμως νομίζουν ότι παραπαίει & παρασύρεται. Τούτο είναι το τέλος εκείνης της θεωρίας και της τελετής ο ενθουσιασμός και η θεία κατωχή.

Τουτέστιν σκοπός των τελετής είναι να αναγάγει τις ψυχές στην τελειοποίηση εκείνη από όπου την πρώτη έκαναν κάθοδο ως απ’ αρχής, και εκεί τις τοποθετεί όντας ιδρυμένος εν τω θρόνω του οικείου πατρός ο Διόνυσος, ο οποίος ενυπάρχει εν τη καθολική ζωή την Δίια. Εξ ου και αναγκαίως ο τετελεσμένος “οικεί μετά Θεών”, σύμφωνα με τον σκοπό των τελούντων Θεών.

Μάλιστα η βασιλική σειρά των θεών ξεκινά από τον Φάνη και καταλήγει στον δεσπότη ημών τον Διόνυσο και μεταβιβάζει το ίδιο το σκήπτρο από ψηλά, μέχρι την έσχατη βασιλεία, μόνο ο Κρόνος στον οποίο έλαχε η τέταρτη βασιλική βαθμίδα, αντίθετα προς τους άλλους, πήρε με υβριστικό τρόπο, κατά το μυθικό πρόσχημα, το σκήπτρο από τον Ουρανό και το έδωσε εν συνέχεια στον Ζευς. Διότι και η Νύχτα το παίρνει από τον Φάνη με τη θέλησή του : “Το λαμπερό του σκήπτρο έβαλε στα χέρια της θεάς Νύχτας, για να έχει βασιλική τιμή” λέγεται στο ορφικό απ. Νο.86. Και ο Ουρανός παίρνει από τη Νύχτα με τη θέλησή της την κυριαρχία επί των πάντων. Το ίδιο και ο Διόνυσος είναι ο τελευταίος βασιλιάς των θεών παρά του Διός. Γιατί ο πατήρ τον ιδρύει εντός του βασιλικού θρόνου και του βάζει στο χέρι σκήπτρο και τον ποιεί βασιλέα των εγκόσμιων θεών : “Ακούστε θεοί. Τούτον εγώ βασιλέα σας τον τοποθετώ”, λέει ο Ζευς προς τους νέους Θεούς σύμφωνα  με το ορφικό απ. Νο.190. Ο Κρόνος λοιπόν είναι ο μόνος που αφαιρεί εντελώς την βασιλεία από τον Ουρανό, και παραχωρεί την ηγεμονία στον Ζευς “τέμνοντας και τεμνόμενος” όπως λέγεται στο ορφικό απ. Νο.114.

Οι τελετές είναι διττές, οι μεν ενθάδε, περί τον οστρέϊνο χιτώνα και ανάλογες των προπαρασκευών των καθαρμών, οι δε εκεί – στα νοητά. Διτές και αυτές, οι στα νοητά, οι μεν περί το πνευματικό χιτώνα, ανάλογες των ενθάδε περί τον οστρέϊνο χιτώνα, οι δε περί τον αυγοειδή χιτώνα.

Το τεταραγμένον των μερών της ψυχής που υποφέρει από αοριστία & αναρμοστία και γεμίζει από πολλή ταραχή το άγει σε συμφωνία και αρμονία η μουσική. Η δε τελεστική τέλεια και ολόκληρη ποιεί την ψυχή και την παρασκευάζει να ενεργεί νοητικά. Η μεν μουσική μόνα τα μόρια της ψυχής αρμόζει και καταστέλλει, η δε τελεστική την ποιεί να ενεργεί ολόκληρη και την παρασκευάζει ολόκληρη. Ώστε το νοητικό αυτή να ενεργεί. Κατερχόμενη εν τη γενέσει η ψυχή και , και ο μεν του ταυτού κύκλος πεπέδηται, τουτέστιν το νοητικό αυτής, ο δε του θατέρου κύκλος πολλές κλάσεις και στροφές υπομένει, τουτέστιν το δοξαστικόν αυτής. Μερικώς αυτή ενεργεί και όχι με πάσαν. Η Διονυσιακή κατοκωχή μετά την των μερών συναρμονία την κάνει(απεργάζεται) τέλεια αυτήν και την ποιεί κατά πάσαν εαυτήν ενέργεια και αυτή ζη νοητικώς. Η δε Απολλωνιακή κατοκωχή όλες τις πεπληθυσμένες αυτής δυνάμεις και πάσαν αυτήν επί το Εν αυτής επιστρέφει και συνεγείρει (γι’ αυτό και Απόλλων λέγεται ως από των πολλών επο το Εν επανάγων την ψυχή). Η δε Ερωτική κατοκωχή ηνωμένη παραλαμβάνουσα την ψυχή τούτο το Εν της ψυχής στους Θεούς και στο νοητό κάλλος συνάπτει.

Τουτέστιν ο Διόνυσος Ζαγρέας, η αγνή Μύσιδα και ο Λύσιος Ίακχος δια της Τελεστικής, ήτοι τελετών, αναγάγουν τις λογικές & αΐδιες ψυχές στην τελειοποίηση εκείνη από όπου την πρώτη έκαναν κάθοδο ως απ’ αρχής. Εκεί δε τις τοποθετούν – όντας ο ίδιος ιδρυμένος εν τω θρόνω του οικείου πατρός, εν τω θρόνω του Διός.

Τον νου ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, θέλησε να τον ιδρύσει εν τω μέσω των ψυχών ως άθλο, ήτοι γέρας αρετής ερετόν ένεκα του εαυτού του.

Αφού ο Νους-Θεός/Πατήρ, ήτοι ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς ή ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, πλήρωσε μέγαν κρατήρα με τον νου, τον κατέπεμψε, δίνοντάς τον στον κήρηκα Ερμεία και στον Προμηθέα.

Μάλιστα η των θεών στους ανθρώπους δόσις, μαζί με το φανώτατο πυρ, δια του Προμηθέως εξ Ηλίου μετά της Ερμού μερίδας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η του Λόγου και του νοός διανομή. Γιατί είναι αλήθεια ότι ο Προμηθέας – δηλ. η πάντα τα θνητά επιτροπεύουσα Πρόνοια, που υποβάλει πνεύμα ένθερμο ως όργανο για την φύση, μετάδωσε στα πάντα ασώματο Λόγο. Και μετέχει το καθένα όσο δύνατο, τα μεν άψυχα μόνο στην έξη, τα φυτά και στο σώμα, τα ζώα και στην ψυχή, ο δε άνθρωπος και στην λογική ψυχή.

Τουτέστιν για τις ψυχές υπάρχει μια οδός(πορεία) από το νοητό προς το νοητό και από της γενέσεως επί γένεσιν. Η μία από αυτές έχει ανατεθεί στους ανάγωγους θεούς και η άλλη στους γενεσιουργούς, και όσον αφορά τους Αγγέλους, οι μεν λύνουν την ύλη και οι άλλοι είναι των καθόδων έφοροι. Όπως όμως υπάρχουν θείοι ηγεμόνες για κάθε μία εκ των δυο οδών, έτσι πρέπει να νοήσουμε έναν και μοναδικό θεό που προΐσταται της καθόδους και της ανόδου, της ευγονίας και της δυσγονίας της διπλής εν τη γενέσει ζωής. Ο θεός αυτός δεν είναι άλλος από τον Προμηθέα, για τον οποίο ο Πλάτων, στον ”Πρωταγόρα, 320.c – 322.d”, λέει ότι είναι ο έφορος της ανθρώπινης ζωής, ενώ ο Επιμηθέας της αλόγου φύσεως. Ο Προμηθέας τον οποίο οι Ορφέας & Ησίοδος παρουσιάζουν – δια της κλοπής του πυρός και της στον άνθρωπο δόσεως – να κατεβάζει την ψυχή από το νοητό εις την γένεσιν, καθώς κανονίζει ως κύριος της ανθρώπινης περιόδου[ζωής] τις καλύτερες ή χειρότερες γενέσεις.

Γιατί ο Προμηθέας είναι ο στους ανθρώπους δωρούμενος τον νου, τον προ των αποβάσεων λογιστικόν των αποβησομένων, τον οποίο έχουν οι άνθρωποι, ζωή υποδεξάμενοι νοητική από των του Πατρός ηθών οικούσα στον τόνδε τόπο. Οι δε απάτες του Προμηθέας κατά του Διός – που περιγράφονται στους μύθους – δηλώνουν ότι ο Προμηθέας παρασκεύασε ώστε τα θνητά να μετέχουν των δίιων ψυχών.

Ο δε Πατήρ, ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζεύς, αυτός που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα, ο ύψιστος Άμμωνας/Αμούν, ο προστάτης της αλήθειας και της σοφίας, προκαλεί κόπους και πόνους στις πεσούσες λογικές & αίδιες ψυχές, ώστε να μισήσουν τον της γενέσεως τόπο και εν σώματι αναστροφή και να επιστρέψουν ευθείς στην του Πατρός αυλή εκ της οποίες εξέπεσαν και στην θεία ζωή –

Μάλιστα ο εκ των Θεών και δια θεουργίας δοσμένος Χαλδαϊκός Χρησμός όταν αναφέρεται στην άνοδο της λογικής & αΐδιας ψυχής στην του Διός “πανδέκτρια αυλή” – Αυλές και οίκοι των θείων είναι οι αΐδιες βαθμίδες τους. Και “πανδεκτική αυλή” του Πατρός Διός είναι η πατρική βαθμίδα, η οποία υποδέχεται και συνέχει όλες τις αναχθήσες ψυχές, τουτέστιν ο οίκος της εκάστοτε θεότητας είναι η θεία της βαθμίδα, κατά την έννοια ότι η ιδιότητα έκαστου Θεού οίκος αυτού λέγεται – Όχι όπως άλλος σε άλλον, όπως εμείς λέγουμε για τις οικείες μας, αλλά η οικειότητα και η ιδιότητα εκάστους Θεούς καθ’ ην υπάρχει και χαρακτηρίζεται, καθ’ ην και προνοεί για τον Κόσμο, οίκος λέγεται, εξ ου και σε εκ των θεών Χρησμός λέγεται ότι «δεν εισδέχεται ο πατρικός νους τα θελήματα – της λογικής & αΐδιας ψυχής, μέχρι αυτή να εξέλθει εκ της λήθης και λαλήσει ρήμα, σύμφυτη μνήμη του αγνού πατρικού συνθήματος.

Στον του Πλάτωνος “Πρωταγόρα, 320.c – 322.d”, εκείνος ο μύθος λέει ότι ο Προμηθέας, όταν διακοσμούσε το ανθρώπινο γένος και λάμβανε πρόνοια για την λογική ημών ζωή, για να μην βαπτισθεί στους οίστρους της Χθονός και στις ανάγκες της Φύσεως/Ειμαρμένης, εξάρτησε τη Φύση από τις τέχνες και αυτές ως μιμήσεις του νου τις προέβαλε στις ψυχές που παίζουν, και δια αυτών αναγείρει το γνωστικό & διανοητικό της λογικής & αΐδιας ψυχής στην θέαση των Ειδών/Ιδεών. Γιατί πάσα τεχνική δημιουργία ειδοποιός είναι και κοσμητική της υποκείμενης ύλης. Αλλά λέει ότι ο Προμηθέας, λαμβάνοντας πρόνοια, έδωσε τις τέχνες στις ψυχές και τις παράλαβε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά (γιατί μέσα σε αυτούς τους θεούς εμπεριέχεται η αιτία όλων των τεχνών, καθώς ο ένας παρέχει πρωταρχικά την δημιουργική τους ιδιότητα, και η άλλη από ψηλά επιλάμπει σε αυτές το γνωστικό & νοητικό).

Επειδή όμως χρειαζόταν όχι μόνο η ανεύρεση των τεχνών για τις ψυχές μέσα στα γένη, αλλά και μια άλλη επιστήμη τελειότερη από αυτές, την Πολιτική, η οποία μπορεί αυτές τις τέχνες και να τις βάλει μαζί και να τις τακτοποιήσει και να οδηγήσει στη σύμφωνη με τον νου ζωή τις ψυχές μέσω της αρετής, και επειδή ο Προμηθέας ήταν αδύνατον να μας παράσχει, καθώς στον μέγιστο Ζευς πρωταρχικά βρίσκεται η “Πολιτική”, ενώ στον Προμηθέα λέει ότι “είναι αδύνατον στον Προμηθέα να εισέλθει κρυφά στην Ακρόπολη του Διός” (διότι υπάρχουν φοβερές φρουρές του Διός, οι οποίες τον διαφυλάσσουν εξηρημένο όλων των επιμέρους αιτίων),

ο Πλάτων μάλιστα στον μύθο του “Πρωταγόρα”, υποδεικνύοντας μας την εξηρημένη του Διός περιωπή και την αμιγή υπεροχή της ουσίας από όλα τα κατώτερα, λόγω της οποίας και είναι άβατος & ανέκφαντος στα επιμέρους γένη των θεών, ανάγει την αιτία στην αδιάφθορη φρουρά του και στην φρουρητική βαθμίδα γύρω από αυτόν. Γιατί λόγω αυτής της αιτίας όλες οι δημιουργικές δυνάμεις είναι σταθερά εδραιωμένες μέσα στον εαυτό τους, και όλα τα Είδη που βρίσκονται στην κορυφαία υπεροχή στέκονται εξηρημένα από τα κατώτερά τους, και ο καθολικός δημιουργικός νου εν τω εαυτού μένει κατά τρόπο ήθει, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Τίμαιο, 41.e”. Γιατί, λέει, οι του Διός φυλακές/φρουρές φοβερές  είναι για τα πάντα, και για αυτό αυτά τα γένη των θεών, ένας εκ των οποίων είναι και ο Προμηθεύς, από εκεί συνδέονται με τις άχραντες & Ολύμπιες δυνάμεις του Δημιουργού, και όχι έτσι όπως είναι ο Πατήρ. Ξεκάθαρα, λοιπόν ο ίδιος ο Σωκράτης με την μορφή μύθου μας παραδίδει την περί τον Δημιουργό φυλακή/φρουρά και μας δείχνει ότι το φρουρητικό γένος έχει λάβει υπόσταση μαζί με τους νοητικούς θεούς. Γιατί όπως  λέγει ο Χαλδαϊκός Χρησμός η δημιουργική βαθμίδα περικλείεται από μια πρηστιρίδα φρουρά, έτσι και ο Πλάτων λέει ότι γύρω από αυτήν έχουν εγκατασταθεί φρουρές οι οποίες φρουρούν ακλόνητα την εξηρημένη υπεροχή του δημιουργού & πατέρα από όλα τα κατώτερα.

στέλνει ο Ζευς στους ανθρώπους τον Ερμή ως αγγελιοφόρο φέρνοντας την φρόνηση και την αιδώ και γενικά την πολιτική επιστήμη, και τον διατάσσει να παραδώσει το ίδιο σε όλους αυτή την αρετή και σε όλους να μοιράσει τη γνώση των δίκαιων, των καλλών και των αγαθών, αλλά όχι διαιρεμένα, όπως ακριβώς τις διάφορες τέχνες τις μοιράστηκαν και διαφορετικοί άνθρωποι και άλλοι από τους ανθρώπους είναι επιγνώμονες αυτών, ενώ άλλοι είναι αμαθείς είτε από όλες τις τέχνες είτε από μερικές.

Μάλιστα επειδή ο Προμηθέας, όταν διακοσμούσε το ανθρώπινο γένος και λάμβανε πρόνοια για την λογική ημών ζωή, για να μην βαπτισθεί στους οίστρους της Χθονός και στις ανάγκες της Φύσεως/Ειμαρμένης, εξάρτησε τη Φύση από τις τέχνες και αυτές ως μιμήσεις του νου τις προέβαλε στις ψυχές που παίζουν, και δια αυτών αναγείρει το γνωστικό & διανοητικό της λογικής & αΐδιας ψυχής στην θέαση των Ειδών/Ιδεών, η λογική & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, δύναται να επιστρέφει στους θεούς δια της Αθηνάς – άλλωστε η λογική & αΐδια ψυχή κατέρχεται εν τη γενέσει Κορικώς, μερίζεται υπό της γενέσεως Διονυσιακώς, δένεται στο σώμα Προμηθείως δε και Τιτανικώς, λύεται αποκτώντας την ισχύ του Ηρακλέους, συνάγεται δε δια του Απόλλωνος και της Σώτειρας Αθηνάς καθαρτικώς τω όντι φιλοσοφούσα, ανάγεται δε στα οικεία της αίτια εκ της Δήμητρας – αυτήν την επιστροφή πραγματώνουν οι τελετές και οι στην πανίερη ατθίδα γη εορτές των Μικρών Παναθηναίων, όπως αυτά λαμβάνουν χώρα την 23η – 28η Εκατομβαιώνος  δηλ. :

  • Η θυσία στον Αμφιάραο – την 23η Εκατομβαιώνος
  • Οι τελετές και οι εορτές της : Αθηνάς Πολιάδος, Αθηνάς Νίκης, Αθηνάς Υγείας & Έρωτος – την 28η Εκατομβαιώνος
  • Η Παρουσίαση του ζαθέου Πέπλου της Αθηνάς Πολιάδος – την 28η Εκατομβαιώνος.

Με λαμπαδηδρομία  – την 28η Εκατομβαιώνος – αφή της Ιερής Φλόγας στην υψύλοφο κολώνα της ζάθεης ατθίδας γης – αφού προηγηθεί η νυχτερινή εορτή Παννυχίς. Με την ανατολή του ηλίου μεταφέρεται με λαμπαδηδρομία από το άλσος του Ακαδήμου έξω από την πόλη, όπου γίνεται θυσία από κοινού στον Έρωτα και στην Αθηνά, το Ιερό Πυρ μεταφέρεται εκ του εντός της Ακαδημίας κοινού βωμού του Ηφαίστου και του κρατούντος σκήπτρο Προμηθέα – και αφού περάσει μέσα από την Αγορά και τον Κεραμικό δια του Διπύλου – έπειτα δια των Προπυλαίων της υψυλόφου κολώνας της ζαθέου ατθίδας γης φτάνει στον πανίερο βωμό της Αθηνάς, τον ευρισκόμενο στην ανατολική πλευρά του της Αθηνάς Παρθένου ζαθέου ναού!

Μάλιστα ο Παυσανίας σχετικώς με την Ακαδημία λέγει ότι :

«προ της εισόδου της Ακαδημίας υπάρχει βωμός του Έρωτα. […] Εν Ακαδημία υπάρχει βωμός του Προμηθέος, από αυτόν θέουν προς την πόλη έχοντας καιόμενες λαμπάδες. […] Υπάρχει δε και βωμός των Μουσών και έτερος του Ερμού και ενδόν της Ακαδημίας της Αθηνάς και του Ηρακλέους. Και φυτό υπάρχει ελαίας, το οποίο φάνηκε δεύτερο. Όχι μακριά από την Ακαδημία υπάρχει μνήμα του Πλάτωνος, για τον οποίο προσήμανε ο θεός ότι θα γινόταν άριστος στην φιλοσοφία. Ο Σωκράτης την προηγούμενη νύκτα της ημέρας που έμελλε να γίνει μαθητής του ο Πλάτων, είδε σε όνειρο κύκνου όρνιθα να πετάει και να κουρνιάζει στην αγκαλιά του. […] Δεικνύεται δε και χώρος καλούμενος Κολωνός Ιππίος, στον οποίο ήλθε ο Οιδίποδας όταν ήλθε στην Αττική, και βωμός Ποσειδώνος Ιππίου και Αθηνάς Ιππίας, ηρώο δε των Πειρίθους, Θησέως, Οιδίποδα και Αδράστου.»

Τα Παναθήναια, τα οποία ονομάζονται μικρά, ύστερα από τα Βενδίδεια, γίνονται για να τιμήσουν την Αθηνά. Και οι δύο είναι κόρες του Διός, και οι δύο παρθένες, όντας επιπλέον και δυο φωσφόρες, επειδή η Αρτέμιδα άγει στο φως του αφανείς Λόγους της Φύσεως,  ενώ η δε Αθηνά ανάβει στις ψυχές το νοερό φως : “δαίει από το κράνος της και την ασπίδα ακάματον πυρ”. Και επίσης επειδή αφαιρεί την αχλύν που, όταν υπάρχει, η ψυχή δεν μπορεί να δει ποιο είναι το θείο και ποιο το ανθρώπινο. Καθώς λοιπόν και οι δύο έχουν τέτοιες ιδιότητες, η Αρτέμιδα είναι προστάτιδα της γενέσεως και λοχευτική των γενεσιουργών Λόγων, ενώ η Αθηνά είναι αναγωγός των ψυχών και χορηγός νοός και φρονήσεως αληθούς, ασκεί δε μείζονα δυναστεία στον ουρανό, τελειοποιώντας εξ άνωθεν πάσαν την σεληνιακή διακόσμηση. Τα Παναθήναια μιμούνται την ψυχή η οποία αναχωρεί στον εαυτό της και συμπτύσσει τη ζωή από τα κάτω προς τον εαυτής νου και αντί να κοσμεί τα ανόμοιά της με τα όμοια συνυπάρχει και κοινωνεί με νοήσεις και θεάματα που αρμόζουν σε ευδαίμονες θεατές. Και τις ιερές τελετές που έχουν ξενική καταγωγή είναι οικείες προς την ψυχή που ζει ιερώς ακόμα και εν τη γενέσει, στην επαφή της με τελετές ξενικές, τις των γενεσιουργών και όχι των ουρανίων θεών, ενώ η πάτριος τελετή, η τελετή των Παναθηναίων, είναι ταιριαστή προς την ψυχή εκείνη η οποία επιστρέφει προς τα οικεία της ήθη και ζει νοητικά και πρεπόντως κατά το “σύννομο άστρο”. Διότι εκείνα είναι τα αληθώς πάτρια για τις λογικές ψυχές, αφού και η πατρίδα μας, σύμφωνα, με τη σπορά της δημιουργίας, εκεί βρίσκεται. Ξενικά για τις λογικές ψυχές είναι τα της γενέσεως ιερά, μολονότι και αυτές αφιερώνονται σε θεούς προστάτες.

Μάλιστα oι Θεολόγοι εξυμνούν δυο κυρίως δυνάμεις της δέσποινας μας Αθηνάς, την φρουρητική και την τελεσιουργόν, με την μια διαφυλάσσει την καθολική τάξη άχραντη & απροσμάχητη από την ύλη, και με την άλλη πληρεί τα πάντα με νοητικό φως και τα στρέφει προς τη δίκη τους αιτία. Για τούτο και ο Πλάτων αναλόγως εξυμνεί την Αθηνά στον “Τίμαιο, 24.c” ως “φιλοπόλεμον και φιλόσοφον”. Αυτής παραδίδονται εκ των θεολόγων 3εις βαθμίδες : Μια η Πηγαία & Νοητική, κατά την οποία ίδρυσε τον εαυτό της εν τω Πατρί Πηγαίο & Κοσμαγό Διί και είναι αδύνατον να χωριστεί από εκεί. Δεύτερη η Αρχική, κατά την οποία συνυπάρχει με την Κόρη-Περσεφόνη[21], ολοκληρώνει κάθε πορεία της και στρέφει προς τον εαυτό της. Τρίτη η ανεξάρτητη(απόλυτος), κατά την οποία η θεός τελειοποιεί, φρουρεί και περικαλύπτει με τις δυνάμεις της τον Κόσμο, συνέχει όλες τις εγκόσμιες κορυφές και δίνει την ύπαρξη σε όλους τους ουράνιους κλήρους και σε όσους κινήθηκαν προς την υποσελήνια περιοχή. Μάλιστα η φρουρητική εξυμνείται με το όνομα Παλλάδα και η τελεσιουργός με το όνομα Αθηνά. Την ένρυθμη χορεία η θεός την φανερώνει μέσω της κίνησης, την οποία μετέδωσε πρώτη από όλες στην βαθμίδα των Κουρητών και εν συνέχεια και στους άλλους θεούς. Πράγματι, η θεά είναι, σύμφωνα με την δύναμη της αυτή, ηγέτιδα των Κουρητών, όπως λέει ο Ορφέας. Έτσι κοσμείται και με τα εμπύρια όπλα, όπως κι εκείνοι, με τα οποία αναστέλλει πάσα αταξία και φρουρεί την δημιουργική βαθμίδας ακίνητη,  και την όρχιση φανερώνει δια μέσου της ρυθμικής κίνησης. Φρουρεί επίσης τον Λόγο τον δημιουργημένο εκ του νοός και που χάρη σε αυτήν κυριαρχεί επί της ύλης. Όπως δηλαδή λέει ο Πλάτων στον “Τίμαιος, 47.e”, “το Σύμπαν είναι μείγμα νοός και ανάγκης”, όπου η ανάγκη υποτάσσεται στην πειθώ του Νοός και όλα τα ένυλα αίτια υποχωρούν μπροστά στην βούληση του πατέρα. Η θεά τούτη είναι αυτή που υποτάσσει την ανάγκη/ειμαρμένη στον ποιητικό Νουν, που υψώνει το Σύμπαν στην μέθεξη του θεού, που το αναγείρει και το ενιδρύει εν τω όρμω του Πατέρα και το φρουρεί διαιωνίως. Και αν το Σύμπαν λέγεται ακατάλυτο, τούτη είναι που του παρέχει τη σταθερότητα του, και μετέχει στον χορό της αιωνιότητας, αυτή είναι η προστάτιδα της χορηγίας σύμφωνα με ένα και μόνο λόγο, με μία και μόνη τάξη. Εποπτεύει λοιπόν η θεός τη σύνολη δημιουργία του Πατέρα, την συνέχει και την στρέφει προς αυτόν, και αντιμάχεται τη σύνολη ένυλη απροσδιοριστία. Για τούτο προσονομάστηκε και Νίκη και Υγεία, επειδή κάνει τον Νουν να κυριαρχεί επί της Ανάγκης και το Είδος επί της ύλης, και επειδή διαφυλάσσει επίσης τον Κόσμο όλο απρόσβλητο από το γήρας και την νόσο. Έργο λοιπόν της θεάς αυτής είναι και το να τον ανάγει, να τον μερίζει και δια της νοητικής χορείας να τον συνδέει με τα κατεξοχήν θεϊκά όντα, να τον εγκαθιστά και να τον φρουρεί μέσα στις νοήσεις του Πηγαίου Διός.

Καθώς στον Πατέρα & Δημιουργό του Σύμπαντος, δηλ. στον νοητικό ή Πηγαίο Ζήνα-Ζευς, εμφανίζονται – εντός του – πολλές ενιαίες τάξεις θεών (φρουρητικές, δημιουργικές, ανάγωγες. Συνεκτικές και τελεσιουργικές), εμφανίζεται βεβαίως και αυτή η μία άχραντη και αδάμαστη θεότητα των πρώτων νοητικών Ενάδων που υπάρχουν σε αυτόν, με βάση  την οποία και ο ίδιος ο δημιουργός μένει ακλόνητος και αμετάτρεπτος και όλα όσα προέρχονται από αυτόν μετέχουν σε μια αμείλικτη δύναμη. Με βάση αυτήν νοεί τα πάντα και παραμένει ξεχωριστός και εξηρημένος από όλα τα όντα. Αυτή τη θεότητα όλοι οι Έλληνες θεολόγοι την αποκαλούν Αθηνά, επειδή γεννιέται από το κεφάλι του πατέρα και μένει σε αυτόν, καθώς είναι νόηση δημιουργική, εξηρημένη και άυλη – για αυτό και ο Σωκράτης στον “Κρατύλο, 407b” την εξυμνεί ως Θεονόη – και επειδή αναπήδησε μαζί με τα πάντα αυτή που διευθετεί με τρόπο άχραντο τα πάντα μαζί με τον δημιουργό και τακτοποιεί το σύμπαν μαζί με τον πατέρα. Και εξαιτίας του πρώτου λένε ότι αγαπάει τη σοφία και εξαιτίας του δεύτερου ότι αγαπά τον πόλεμο. Γιατί αυτή που ενιαίως συνέχει πάσα την πατρική σοφία είναι φιλόσοφος, και αυτή που μονοειδώς εποπτεύει κάθε αντίθεση εύλογα θα χαρακτηριζόταν φίλη του πολέμου. Για αυτό και ο Ορφέας λέει για τη γέννηση της ότι ο Ζευς τη γέννησε από το κεφάλι του “να λάμπει με τα όπλα της χάλκινο άνθος στην όψη”. Επειδή όμως αυτή έπρεπε να προχωρήσει σε δεύτερες και τρίτες τάξεις, εμφανίζεται στην Κόρη με βάση την άχραντη επτάδα και γεννά από τον εαυτό της κάθε αρετή, καθώς και ανυψωτικές δυνάμεις, ενώ εκπέμπει στα κατώτερα τον νου και την άχραντη ζωή. Για αυτό και η Κόρη αποκαλείται “Τριτογενής” και αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της “Κόρη” και της καθαρότητας την έλαβε από την ιδιότητά της Αθηνάς. Εμφανίζεται, έπειτα, μέσα στους ανεξάρτητους θεούς, ενοποιώντας με το νοητικό και δημιουργικός φως την τάξη της Σελήνης και κάνοντας την ανέπαφη από τις γεννήσεις και αναδεικνύοντας τη μια Ενάδα των ανεξάρτητων θεών απρόσμικτη από τις γεννήσεις. Εμφανίζεται και στον ουρανό και κάτω από τη σελήνη, έχοντας προβάλει παντού αυτή τη διπλή δύναμη ή μάλλον παρέχοντας και στα δυο την αιτία με βάση την ενιαία χορηγία της. Γιατί η αμείλικτη ιδιότητά της είναι νοητική και η υπερβατική της σοφία καθαρή και απρόσμικτη από τα κατώτερα, και ενιαία αυτή η ιδιότητα της πρόνοιας της Αθηνάς κατεβαίνει μέχρι τις τελευταίες τάξεις του σύμπαντος. Καθώς, λοιπόν, οι επιμέρους ψυχές που είναι εξομοιωμένες με αυτήν έχουν προβάλει μια θαυμαστή φρόνηση και επιδεικνύουν μια ασυναγώνιστη δύναμη, τι μπορεί να πει κανείς για τους δαίμονες και για τις θεϊκές τάξεις που ανήκουν στον χορό της, εγκόσμιες, ανεξάρτητες και ηγεμονικές ;; Γιατί όλες σαν από μια πηγή υποδέχονται την διπλή ιδιότητα αυτής της θεάς. Για αυτό και ο Όμηρος, υποδεικνύοντας με την μυθοπλασία τις δυο αυτές δυνάμεις της, λέει στην Ιλιάδα ραψωδία Ε’ σ. 733: “Όμως η Αθηνά, κόρη  του Διός του αιγιδοφόρου,

τον πέπλο άφησε να χυθεί τον απαλό στου πατρός το κατώφλι,

τον ποικιλοστόλιστο που αυτή εποίησε κι απέκαμε με τα χέρια.

Εκείνη χιτώνα ενδυθείσα του νεφεληγερέτου Διός

με όπλα θωρακίσθηκε για τον δακρυόεντα πόλεμο.

Γιατί ως “πέπλο”, το οποίο αυτή δημιουργεί και στο οποίο δίνει υπόσταση με τις νοήσεις της, πρέπει να εννοήσουμε την νοητική της σοφία, και ως πολεμικό “χιτώνα του νεφεληγερέτου Διός” την δημιουργική πρόνοια που αμετάτρεπτα φροντίζει για τα εγκόσμια και πάντοτε κάνει τα θεϊκότερα να κυριαρχούν σε όσα βρίσκονται μέσα στον Κόσμο. Για αυτό και ο Όμηρος την παρουσιάζει σύμμαχο των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, όπως ακριβώς και ο Πλάτωνας την παρουσιάζει σύμμαχο των Αθηναίων κατά των Ατλαντίνων, προκειμένου παντού τα νοητικότερα και θεϊκότερα να επικρατούν στα πιο άλογα και στα λιγότερο σεβαστά. Γιατί και ο Άρης φίλος του πολέμου και της εναντίωσης είναι, αλλά είναι πιο οικείος με την διάκριση και τη διαίρεση, των πραγμάτων. Αντιθέτως η Αθηνά συγκρατεί με την αντίθεση και εκπέμπει την ένωση σε όσα διοικούνται. Για αυτό και τούτη έχει ειπωθεί ότι είναι φιλοπόλεμος με βάση την ένωση, ενώ για τον Άρη έχει ειπωθεί ότι είναι φιλοπόλεμος με βάση της διαίρεση : “γιατί πάντα σου αρέσει η έριδα, οι πόλεμοι και οι μάχες” λέγει ο Ζευς, στην Ιλιάδα Ε’ σ. 891, στον Άρη. Και το 2ο έχει ειπωθεί επειδή ο θεός έλαβε την κορυφή της διάκρισης, ενώ το πρώτο επειδή και τα αντίθετα ενώνονται κατά κάποιο τρόπο λόγω της Αθηνάς, καθώς επικρατούν τα ανώτερα. Για αυτό και οι παλαιοί παρέτασσαν την Νίκη μαζί με την Αθηνά. Είναι λοιπόν η Αθηνά φιλόσοφος επειδή είναι δημιουργική νόηση και σοφία ξεχωριστή και άυλη – για αυτό και αποκαλείτε Μήτις από τους θεούς. Η ίδια, για παράδειγμα, λέει για τον εαυτό της, στην Οδύσσεια Ν’ σ. 299  : “φημίζομαι για την μήτιν και την πολυτροπία”, ενώ είναι φιλοπόλεμος, επειδή συγκρατεί τις αντιθέσεις που υπάρχουν μέσα στο σύμπαν και είναι αδάμαστη και αμείλικτη θεά. Για αυτό και διατηρεί τον Διόνυσο άχραντο, αντιμετωπίζει του Γίγαντες μαζί με τον δημιουργό και πατέρα Ζευς και κινεί μόνη της την ασπίδα του, χωρίς να την προστάξει ο Ζευς, και έχει προβάλει δόρυ “με το οποίο δαμάζει τις τάξεις των ηρώων ανδρών, με όποιους τυχών θύμωσε η κόρη του δυνατού πατέρα”, στην Ιλιάδα Θ’ σ. 390. Η Αθηνά λοιπόν, μας προσφέρει τη μετάδοση της άχραντης Σοφίας και την αποπλήρωση με τη νοητική δύναμη, πορίζοντας μας τα Ολύμπια και αναγωγά των ψυχών αγαθά, εξορίζουσα δε τα Γιγάντια και γενεσιουργά φαντάσματα και αναγείρουσα τις καθαρές και αδιαστρόφους εν ημίν περί απάντων θεών έννοιες και εκπέμποντας το θείο φως εξ αυτής. Γιατί είναι φωσφόρος, επειδή απλώνει παντού το νοητικό φως. Και Σώτειρα λέγεται, επειδή ενιδρύει τον μερικό νου στις καθολικές του Πατρός Πηγαίου Διός νοήσεις. Και Εργάνη ως των δημιουργικών έργων προστάτης  – λέει ο θεολόγος, στο ορφικό απόσπασμα Νο.131, ότι τη δημιούργησε ο πατέρας “για να είναι εκτελέστρια μεγάλων έργων για αυτόν”, και καλλίεργος λέγεται, επειδή συνέχει όλα τα έργα του Πατέρα Ζήνα με το νοητικό κάλλος. Και παρθένος, επειδή έχει προβάλει άχραντη και απρόσμικτη καθαρότητα. Και φιλοπόλεμος, επειδή διευθετεί όλες τις εντός του σύμπαντος αντιθετικές συστοιχίες και των σύμπαντα πρυτανεύουσα πόλεμο. “αἰγίοχος” δε ως την όλην Ειμαρμένη κινούσα και ποδηγετούσα τις δημιουργίες αυτής.

Μάλιστα βγαίνοντας η Αθηνά εκ των νοητών και νοητικών αιτιών μέσω των υπερουρανίων τάξεων επι τις ουράνιες λήξεις και τις της γης διακληρώσεις έλαβε οικείους προς αυτήν τόπους, δίχως όμως να προσφέρει στο τόπο την ηγεμονία της συμπτωματική, αλλά την ουσία αυτού και το Είδος εν αυτή προέλαβε και έτσι λαμβάνει κλήρο τον τόπο που είναι οικείος προς αυτήν. Ότι η επικράτεια της Αθηνάς από άνωθεν ξεκινά μέχρι τα έσχατα το δηλώνουν οι Έλληνες λέγοντας ότι γεννήθηκε από την κορυφή του Διός, αλλά και οι Αιγύπτιοι που ιστορούν ότι εν τω αδύτω της θεού υπάρχει το εξής επίγραμμα : “Εγώ είμαι τα όντα και τα εσώμενα και τα γεγονότα. Τον δικό πέπλο μου ουδείς απεκάλυψε. Ο καρπός που εγώ έτεκα ήλιος εγένετο”.  Η θεός είναι δημιουργική, αφανής άμα και εμφανής εν ουρανώ λήξιν έχουσα και την γένεση καταλάμπει με τα Είδη. Γιατί και από τα ζώδια ο Κριός είναι αφιερωμένος στην θεά και ο ίδιος ο ισημερινός κύκλος, όπου κυρίως εκεί είναι ιδρυμένη η δύναμη που κινεί το σύμπαν. Εξ ου και ο Πλάτων έλεγε ότι η θεός είναι φιλοπόλεμος και φιλόσοφος και την αποκαλούσε αρχηγό αυτών των κλήρων στη γη, τιμώντας πρώτα την θεά δια της πάτριας φωνής – γιατί οι Αττικοί την Πολιούχο τους την ονόμαζαν Αρχηγέτιδα, υμνώντας την επώνυμον και αρχηγέτιν δύναμη αυτήςκαι έπειτα υποδεικνύοντας την προϊδρυμένη εν αυτή μονοειδώς περιοχή των διοικούμενων κλήρων.

Και εκέλευσε ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, τον κήρηκα των θεών Ερμεία να κηρήξει στις «καρδιές» των ανθρώπων τα εξής:

βάπτισε εσένα την ίδια όσο δύνασαι σε τούτον τον κρατήρα, εσύ που πιστεύεις ότι θα ανέλθεις προς αυτόν που κατέπεμψε τον κρατήρα, εσύ που γνωρίζεις γιατί έγινες.”

Όσοι εκ των ανθρώπων κατάλαβαν το κήρυγμα του κήρηκα των θεών Ερμεία και βαπτίστηκαν στον νου, αυτοί μετέχουν στην γνώση και έγιναν τέλειοι άνθρωποι, δεχόμενοι τον νου. Ο νους δεν είναι αποτετμημένος της ουσιότητας του θεού, αλλά σαν απλωμένος όπως το φως του ήλιου. Αυτός ο νους μέσα στους ανθρώπους είναι Θεός. Εξ ου και μερικοί από τους ανθρώπους είναι θεοί, και η ανθρωπότητά τους είναι κοντά στην θεότητα.

Όσοι όμως αγνόησαν το κήρυγμα, αυτοί είναι μεν οι λογικοί, αλλά δεν έλαβαν και τον νου, για αυτό αγνοούν γιατί έγιναν και από ποιους, και οι αισθήσεις αυτών είναι παραπλήσιες των αλόγων ζώων, και έχουν την κράση τους εν θυμώ και οργή, μη θαυμάζοντας τα άξια θέας, προσέχουν τις ηδονές και τις ορέξεις των σωμάτων, και πιστεύουν ότι ο άνθρωπος έγινε για αυτά. Όσοι μετέχουν στον νου αυτοί κατά σύγκριση των έργων είναι αθάνατοι αντί θνητών, αφού περιέλαβαν τα πάντα μέσα στον νου τους, τα επι γης, τα εν ουρανώ, και αν κάτι είναι υπερ ουρανών. Τόσο ύψωσαν τους εαυτούς τους, που είδαν το αγαθόν και αφού το είδαν θεώρησαν συμφορά την διαμονή τους εδώ. Και περιφρονώντας όλα τα σωματικά και τα ασώματα σπεύδουν επι το Εν και μόνον. Αυτή είναι η επιστήμη του νοός, η ενόραση των θείων, και η κατανόηση του θεού, αφού ο κρατήρας είναι θείος.

Σε όσες λοιπόν ψυχές επιστατήσει ο νους, σε αυτές φανερώνει το φέγγος του, αντιπράττοντας σε αυτά που έχουν αποκτήσει εκ τω προτέρων. Όπως ο αγαθός ιατρός ενοχλεί το σώμα το οποίο έχει καταληφθεί προηγουμένως από την νόσο, καυτηριάζοντάς το ή εγχειρίζοντας το, κατά τον ίδιο τρόπο και ο νους ενοχλεί την ψυχή, αποσπώντας την από την ηδονή, από την οποία γεννιέται κάθε νόσος της ψυχής. Και μεγάλη της ψυχής νόσος είναι η αθεΐα και έπειτα η πλάνη, τις οποίες τις ακολουθούν όλα τα κακά και κανένα αγαθό. Ο νους αντιδρώντας σε αυτήν, εξασφαλίζει το αγαθό στην ψυχή, όπως και ο γιατρός την υγεία στο σώμα.

Όσες όμως ψυχές ανθρώπινες – όσες δηλ. λογικές & αϊδιες ψυχές – δεν πέτυχαν ως κυβερνήτη τον νου, παθαίνουν τα ίδια με τις ψυχές των ζώων που είναι άλογες. Γιατί συνεργός τους γίνεται και αφήνει ελεύθερες τις επιθυμίες τους. Προς αυτές τις επιθυμίες, οι οποίες τείνουν προς την αλογία, οι ψυχές και φέρονται τη ρύμη της ορέξεως προς το άλογο οδηγούνται και θυμούμενες τα άλογα των ζώων δεν παύουν να επιθυμούν αλόγως, ούτε κόρον έχουν των κακών. Γιατί τα πάθη και οι άλογες επιθυμίες είναι υπερβάλλουσες κακίες. Σε αυτές μάλιστα ως τιμωρό και έλεγχο ο θεός επέστησε τον νόμο.

Ο ίδιος ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, παραστέκεται στους όσιους και στους αγαθούς και στους καθαρούς και στους ελεήμονες και στους ευσεβείς και η παρουσία του γίνεται βοήθεια και ευθύς αυτοί γνωρίζουν τα πάντα και τον Πατέρα ιλάσκονται αγαπητικώς και τον ευχαριστούν ευλογούντες & υμνούντες τεταγμένως προς αυτόν (όπως του ταιριάζει) με στοργή. Και πριν παραδώσουν το σώμα τους στο δικό τους θάνατο μυσάττονται τις αισθήσεις, γνωρίζοντας τα ενεργήματά τους.

Και ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, δεν επιτρέπει να εκτελεστούν τα προσπίπτοντα ενεργήματα του σώματος. Όντας πυλωρός αποκλείει τις εισόδους τον κακών και αισχρών ενεργημάτων, αποκόπτει τις ενθυμίσεις. Και από τους ανόητους και τους κακούς και τους πονηρούς και τους φθονερούς και τους πλεονέκτες και τους φονιάδες και τους ασεβείς είναι μακριά, παραχωρώντας τους στον τιμωρό Δαίμονα – γιατί ο Πατήρ Ζεύς Μειλίχιος κρατεί τα κλειδιά της χαράς και της λύπης, ο μεγάλος φρικτός ηγήτορας, που κάποτε εισέρχεται στον οίκο βρύθοντας, και άλλοτε καταστρέφει τον βίο των πολύμοχθων θνητών – ο οποίος αυξάνοντας την οξύτητα του πυρός τον πλήττει αισθητικώς και μάλλον τον οπλίζει για τις ανομίες, ώστε να έχει τύχη μεγαλύτερης τιμωρίας, και να μην παύει να έχει επιθυμία για απεριόριστες ορέξεις, σκοτωμαχόντας αχόρταγα και τον βασανίζει και αυξάνει επί αυτό το πυρ.

Γιατί όταν πραγματοποιείται η έξοδος της λογικής & αίδιας ψυχής ή καθαυτό ανθρώπου εκ του οστράκινου-γήινου σώματό της, το οποίο έλαβε κατά την εν τη γενέσει κάθοδό της προς δημιουργία του συνθέτου ή παντοδαπού ανθρώπου –

γιατί το της “Ψυχής βάθος” είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα(δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και το μεν επιθυμητικό είναι πολυκέφαλο θηρίο, το δε θυμοειδές είναι λεοντώδης, ενώ ο Λόγος είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτοάνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής, άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς. Δηλ. ο άνθρωπος ταυτίζεται με την λογική ψυχή.

τότε η κρίση και ο έλεγχος των αμαρτημάτων της λογικής ψυχής περνά στην δικαιοδοσία του υψίστου Δαίμονος,

 

και αυτός, όταν την κρίνει ευσεβή και δίκαιη, της επιτρέπει να παραμένει σε τόπους που τις ταιριάζουν, αν όμως τη δει μιασμένη από αμαρτήματα και μολυσμένη από κακίες, ρίχνοντάς την από ψηλά χαμηλά την παραδίδει στις θύελλες και στους στροβιλισμούς των στοιχείων του τετρακίωνος Κόσμου, ήτοι του αέρα, του πυρός και του ύδατος που διαρκώς αντιμάχονται μεταξύ τους, ώστε μεταξύ του ουρανού και της γης ως μια αιώνια τιμωρία πάντοτε να αρπάζεται και να περιφέρεται σε διαφορετικές κατευθύνσεις από τα κύματα του υλαιού Κόσμου. Έτσι η αϊδιότητα της λογικής ψυχής γίνεται βάσανο, επειδή μετά από μια αθάνατη απόφαση είναι υποταγμένη σε μια αιώνια τιμωρία. Γνωρίζεται ότι πρέπει να φοβόμαστε, να τρέμουμε και να προσέχουμε μήπως εμπλακούμε σε κάτι τέτοιο. Γιατί οι άπιστοι μετά από τα αμαρτήματα τους αναγκάζονται να πιστέουν, όχι με λόγια αλλά με έργα, όχι με απειλές αλλά με το ίδιο το πάθημα των ποινών.

Όλα δηλ. τα όντα τα ένοχα για τα αμαρτήματά τους υπόκεινται μετά την αποσάρκωση τους σε ποινές τόσο πιο σκληρές, όσο τυχόν στην ζωή τους τα αμαρτήματά τους υπήρξαν πιο κρυφά, όσο ζούσαν. Γιατί παραδίδονται στη θείο που γνωρίζει τα πάντα, ετσι που ποινές να είναι αντίστοιχες με την ποιότητα των αμαρτημάτων. Και τις μεγαλύτερες ποινές τις αξιώνονται όσοι των ανθρώπων καταδικασμένοι από τους ανθρώπινους νόμους έχασαν της ζωή, ώστε να φαίνεται όχι ότι απέδωσαν την ψυχή τους στην φύση που της οφείλονταν, αλλά ότι απέδωσαν ποινή για τα αμαρτήματά τους. Αντιθέτως για τον δίκαιο άνθρωπο υπάρχει πρωτοκαθεδρία στην λατρεία του θείου και στην ύψιστη ευσέβεια. Γιατί ο θεός αυτούς τους προφυλάσσει από κάθε συμφορά. Γιατί ο πατήρ Ζεύς, ο Κύριος των πάντων και αυτός που οποίος είναι τα πάντα, δείχνει τον εαυτό του στα πάντα, όχι σε κάποιο τόπο στον οποίο να βρίσκεται ούτε με μια ποιότητα την οποία να έχει ούτε με μια ποσότητα την οποία να έχει, αλλά φωτίζοντας τον άνθρωπο μόνο με την γνώση του νοός του. Και ο άνθρωπος, αφού απωθηθούν από την ψυχή τους τα σκοτάδια της πλάνης, και αφού συλληφθεί η αυγή της αλήθειας, με το σύνολό του νοός του μετέχει της περί θεών αλήθειας και γνώσεως. Και λόγω του έρωτα του θείου νοός, απελευθερώνεται από το μέρος της φύσεώς του το οποίο είναι θνητό και δέχεται τη βέβαια & αγαθή ελπίδα.

Και αυτή η διαδικασία είναι που ξεχωρίζει τους κακούς από τους αγαθούς, γιατί καθείς φωτίζεται από την ευσέβεια, τη θρησκεία, τη σοφία, την ευλογία και τον σεβασμό του Θεού, αφού δει τον αληθή λόγο σαν με τα όμματά του, και με την εμπιστοσύνη της θείας πίστης του υπερέχει ανάμεσα στους ανθρώπους όσο ο Ήλιος με το φως του από τα άστα και τους αστέρες. Γιατί ο ίδιο ο ήλιος όχι τόσο με την μεγαλειότητα του φωτός του όσο ε τη θειότητά του και ιερότητά του φωτίζει άπαντα τα εν ουρανώ άστρα και τους αστέρες.

Οι Θεοί και όσοι είναι κρείττονες ημών, επειδή βούλονται την αφθονία των καλών(καλλονών) και την χορήγηση των αγαθών, χαρίζουν μετά ευμενείας στους άγιους αυτά που τους ταιριάζουν, δείχνουν δε οίκτο στους των ιερατικών ανδρών πόνους και αποδέχονται τα οικεία αυτών γεννήματα, θρέμματα & παιδεύματα. Τα δε ενδιάμεσα γένη, τα κρείττονα γένη, επειδή τυγχάνει να εφορεύουν την κρίση της λογικής & αΐδιας ψυχής μας συμβουλεύουν τι πρέπει να πράττουμε και από τι πρέπει να απέχουμε, βοηθούν δε τα δίκαια έργα & εμποδίζουν τα άδικα, και πολλούς από όσους επιχειρούν, παρά δίκη, να αφαιρέσουν αλλότρια πράγματα, ή να κακομεταχειριστούν/κακοποιήσουν ή σκοτώσουν αδίκως κάποιον, αυτούς τους κάνουν να παθαίνουν ότι αυτοί διανοήθηκαν για τους άλλους, τουτέστιν «όσο περισσότερα κακά πράττει κάποιος στους άλλους τόσο περισσότερα θα πάθει και ο ίδιος.

Οι κατ’ ουσίαν Ήρωες δεν οδηγούν στον δικό τους τόπο τις λογικές & αΐδιες ψυχές που δεν έπεσαν ακόμη (γιατί αυτό δεν θα ήταν δυνατόν), αλλά τιμωρούν σύμφωνα με τους νόμους του σύμπαντος όσες ψυχές βρέθηκαν κάτω και χρειάζεται να το πάθουν αυτό σύμφωνα με τη δικαιοσύνη. Οι κατ’ ουσίαν Ήρωες ενεργούν σύμφωνα με τη φύση τους, ενώ το σύμπαν τους χρησιμοποιεί σαν όργανο θεραπείας, επειδή χρησιμοποιεί και τα ζώα για την καταβρόχθιση των ανθρώπων και τα ίδια τα άψυχα για κάποιους άλλους σκοπούς.

Βαπτιστείτε στον Κρατήρα για να μεταλάβετε τον Ζαγρέα Διόνυσο, τον υπερκόσμιο & μεθεκτό Νου του Κόσμου, για να γίνεται τέλειοι και να δύναστε να νοείται τον Πατέρα Ζεύς, και νοώντας τον να τον γνωρίσετε, και γνωρίζοντάς τον να τον υμνήσετε – και δεν έχει θειότερο ο άνθρωπος από τον περί θεών λόγο. Γι’ αυτό όποιος κατέρχεται στο εν Δελφοίς χρηστίριο διατάσσεται “ὅσια φρονεῖν, εὔφημα λέγειν”-, και υμνώντας τον να χαρείτε εν χαρά νοός.

Γιατί ο Νους-Θεός/Πατήρ, ο ύψιστος Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς, ο ζάθεος Άμμωνας/Αμουν, μας έδωσε τον νου για να τον νοούμε. Την λογική, για να τον ψηλαφούμε με την διάνοιά μας και την γνώση, για να χαρούμε μόλις τον αναγνωρίσουμε. Και χαιρόμαστε επειδή μας αποκάλυψε πλήρως τον εαυτό του. Χαιρόμαστε, επειδή εμάς, παρότι βρισκόμαστε μέσα σε θνητά-φθαρτά σώματα, μας καθαγιάσε με την αιωνιότητα. Γιατί αυτή είναι η μοναδική ανθρώπινη ευχαριστία, η γνώση του μεγαλείου του Πατέρα.

Νοήστε τον Νου-Θεό/Πατήρ, τον ύψιστο Πηγαίο & Κοσμαγό Ζευς, τον ζάθεο Άμμωνα/Αμουν,  και το ύψιστο φως το αισθητό μόνο από τον νου. Συλλάβετε την αληθινή ζωή της ζωής, την γόνιμη μήτρα όσων θα γεννηθούν. Γνωρίστε την αιώνια διατήρηση του συνόλου της Φύσεως της γεμάτης από το δικό του κύημα.

Βαπτιστείτε εν τω Κρατήρα του Ζαγρέως Διονύσου, ήτοι εν τω κρατήρα του υπερκοσμίου & μεθεκτού του Κόσμου Νοός, για αυτός είναι που θα ας επανιδρύσει εν τω θρόνω του Διός – όντας ο ίδιος ιδρυμένος εν τω βασιλικό θρόνο του Πατρός του Διός. 

Πρώτα όμως πρέπει να σχίσετε τον χιτώνα που φοράτε, το ύφασμα της άγνοιας, το στήριγμα της κακίας, τα δεσμά της φθοράς, τον σκοτεινό περίβολο, τον ζώντα θάνατο, τον αισθητό νεκρό, τον περιφόρητον τάφο, τον συγκάτοικο ληστή, αυτόν που σας μισεί μέσω αυτών που αγαπά και σας φθονεί λόγω αυτών που μισεί.  Τούτος είναι ο εχθρικός χιτώνας που φορέσατε, που σας πνίγει και σας κρατά χαμηλά κοντά του, για να μην κοιτάξετε ποτέ πάλι ψηλά και, αφού δείτε το κάλλος της αλήθειας και το εν αυτή αγαθώ, μισήσετε την κακία του και, αφού νοήσετε την επιβολή με την οποία σας επιβουλεύτηκε, όταν έκανε αναίσθητα αυτά που θεωρούνται αισθητήρια και τα έφραξε με την αφθονία της ύλης και τα γέμισε με βδελυρή ηδονή, για να μην ακούτε αυτά που πρέπει εσείς να ακούτε και να μην βλέπετε αυτά που πρέπει να βλέπετε.

Για αυτό αποκτήστε τις καθαρτικές αρετές, σκεπτόμενοι ότι αυτές κατακτιούνται μεν στην παρούσα ζωή, μέσω αυτών όμως επιτυγχάνεται η άνοδος και στις πολυτιμότερες αρετές.

Πρώτα από όλα, σαν θεμέλιο και υποκειμένη βάση της κάθαρσης, πρέπει να γνωρίζεται για τον εαυτό σας ότι είστε μια αϊδια & λογική ψυχή συνδεδεμένη με ένα πράγμα ξένο προς αυτή και διαφορετικό ως προς την ουσία του.

Δεύτερον, με αφετηρία αυτή τη σύνδεση, πρέπει να συγκεντρώνεται τον εαυτό σας από το σώμα και τους διαφορετικούς, θα λέγαμε, τόπους, ώστε να βρίσκεσται σε μία κατάσταση πλήρους απάθειας ως προς το σώμα. Διότι όποιος ενεργεί συνεχώς με την αισθητηριακή αντίληψη, ακόμα και αν δεν το κάνει αυτό με συνάφεια αισθημάτων και με την απόλαυση που απορρέει από τις ηδονές, η προσοχή του, παρόλα αυτά, σκορπίζεται γύρω από το σώμα και συνδέεται με αυτό μέσω της αίσθησης, όντας παραδομένος στις ηδονές και τις λύπες των αισθημάτων με προθυμία και με εκδήλωση μιας συμπάσχουσας κλίσης. Από αυτή κατεξοχήν τη διάθεση πρέπει να καθαρθείτε. Επίσης, πρέπει μα απομακρύνεται και τους πόνους, και αν αυτό είναι αδύνατον, πρέπει να τους υπομένεται με λιγότερο βαρύτροπο, μετριασμένους από την έλλειψη συμπάθειας. Τον θυμό επίσης πρέπει, όσο γίνεται να τον αποβάλλεται, και, αν είναι δυνατόν τελείως. Και αν αυτό δεν μπορεί να συμβεί, να μην συνδυάζεται με αυτόν τις επιλογές σας, αλλά οι προαίρετες πράξεις πρέπει να ανήκουν σε κάτι άλλο – και το απροαίρετο στοιχείο είναι αδύναμο και μικρό. Τον φόβο όμως πρέπει να τον αποβάλεται εντελώς. Διότι ο καθαιρόμενος δεν έχει να φοβηθεί τίποτα – και εδώ θα πρόκειται για κάτι απροαίρετο-, οπότε ο θυμός και ο φόβος πρέπει να χρησιμοποιούνται για λόγους νουθεσίας. Πρέπει να εξορίσουμε την επιθυμία για κάθε κακό πράγμα. Φαγητά και ποτά επίσης δεν θα επιθυμήσει κάποιος, στον βαθμό που έχει καθαρθεί, ενώ το απροαίρετο στοιχείο δεν πρέπει να υπάρχει ούτε στις φυσικές σαρκικές επιθυμίες. Αν όμως κάτι τέτοιο συμβεί, πρέπει να περιορίζεται στις παρορμητικές εικόνες που εμφανίζονται στον ύπνο.

Σε κάθε περίπτωση, η νοητική ψυχή του ανθρώπου που καθαίρεται πρέπει να είναι απαλλαγμένη από όλα τούτα.

Πρέπει επίσης να προσπαθεί κανείς ώστε αυτό που κινείται προς την άλογη φύση των σωματικών παθών να κινείται χωρίς συμπάθεια και χωρίς άμεση σύνδεση με αυτό, έτσι ώστε και οι κινήσεις αυτές να καταλύονται μέσω της εγγύτητάς τους προς τις λογικές δυνάμεις.

Δεν θα υπάρξει λοιπόν σύγκρουση ενόσω η κάθαρση συνεχίζει την πορεία της, αλλά αυτό θα συμβεί εκεί όπου η παρουσία του λόγου είναι αρκετή, του λόγου τον οποίον το κατώτερο στοιχείο θα σεβαστεί, ώστε και το ίδιο το στοιχείο αυτό θα αγανακτήσει, αν κινηθεί καθόλου, διότι δεν έμεινε ήσυχο παρουσία του αφέντη του, και θα κατηγορήσει τον εαυτό του για αδυναμία. Και αυτά για την ώρα είναι μόνο μετριασμοί των παθών, αλλά με την επίταση τους καταλήγουν στην απάθεια. Όταν το συμπάσχον στοιχείο καθαρθεί τελείως, η απάθεια συνυπάρχει με αυτόν που έχει καθαρθεί, αφού και το πάθος κινούνταν όταν ο λόγος έδινε το σύνθημα μέσω της ροπής

Αν δηλ. πρώτα δεν μισήσετε το σώμα σας δεν δύνασαι να φιλήσεις τον εαυτό σου, αφού όμως αποκτήσεις φιλότητα για τον εαυτό σου, θα αποκτήσεις νου, και έχοντας τον νου θα αποκτήσεις και την μετάληψη της επιστήμης.

Γιατί είναι αδύνατον να ασχολείσαι με αμφότερα, περί τα θνητά και τα θεία. Γιατί καθώς είναι δυο τα όντα, σωματικό και ασώματο, μέσα στα οποία βρίσκεται το θνητό και το θείο, η αίρεση ενός από τα δυο αφήνεται σε αυτόν που βούλεται να επιλέξει. Γιατί δεν αφήνεται η επιλογή και των δυο μαζί, αλλά το ένα ελαττωθεί φανέρωσε την ενέργεια του άλλου. Η αίρεση του κρείττονος τυχαίνει να είναι όχι μόνο η καλλίστη για αυτόν που την επέλεξε επειδή αποθεώνει τον άνθρωπο, αλλά επιδεικνύει και την ευσέβεια προς τον θεό.

Και αυτή είναι η μέγιστη κακία του ανθρώπου προς τον θεό : η ασέβεια, η άγνοια των θείων. Γιατί των θεών είναι το ευ ποιείν, το δε ανθρώπων το ευσεβείν. Το δε Δαιμόνων το επαμύνειν. Τα υπόλοιπα τα από τους ανθρώπους τολμούμενα είναι ή πλάνη ή τόλμη ή ανάγκη η οποία αποκαλείται Ειμαρμένη, είτε από άγνοια, όλα ανεύθυνα παρά των θεών.

Παραδώστε το ήθος σας ανενέργειτο στον Δαίμονα σας, και οι αισθήσεις του οστράκινου σώματος σας θα επιστρέψουν στις πηγές τους γινόμενες μέρη και πάλι συνανιστάμενες στις ενέργειες. Και το θυμικό σας και το επιθυμητικό σας θα προσχωρείσουν στην άλογη Φύση. Και έτσι θα ορμίσουν άνω δια της Αρμονίας, και στην 1η ζώνη δώστε την αυξητική ενέργεια και την μειωτική και στην 2η την μηχανή των κακών, δόλο ανενέργειτο και στην 3η την επιθυμητική απάτη ανενέργειτον, στην 4η την αρχοντική προφανία απλεονέκτητον, στην 5η το θράσος το ανόσιο και της τόλμης την προπέτεια, στην 6η τις κακές αφορμές του πλούτου ανενέργειτους και στην 7η ζώνη το ενεδρεύων ψεύδος.

Και τότε, αφού γυμνωθείτε από τα ενεργήματα της Αρμονίας θα γίνεται επί την ογδοατική φύση/σφαίρα έχοντας την ιδίαν δύναμη και θα δύνασται να υμνήσεται μαζί με τα εκεί όντα τον Πατέρα. Και θα συγχέρονται οι παρόντες για την παρουσία σας εκεί και ομοιωθένταις με τα συνόντα θα ακούσεται τις Πατρός Διός 10 Δυνάμεις, τις πάνω από την ογδοατική φύση, με κάποια γλυκιά φωνή να υμνούν τον Θεό, τον Πατήρ, τον Δημιουργό, τον Κύριο των Δυνάμεων, τον ύψιστο Άμμωνα/Αμούν δια του ύμνου ευλογία.

Και τότε θα εγερθήται με τάξη προς τον Νου-Θεό/Πατήρ, προς τον ύψιστο Πηγαίο & Κοσμαγό Ζευς, προς τον ζάθεο Άμμωνας/Αμουν, και θα παραδώσεται τους εαυτούς στις του Νοός-Θεού/Πατρός, στις του υψιστου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός, ή ζάθεου Άμμωνα/Αμουν Δυνάμεις. Και γινόμενοι Δυνάμεις θα γίνεται εν θεώ. Αυτό είναι το αγαθό τέλος όσων έχουν γνώση, η θέωση, η ουσιώδεις γέννηση, η άνωθεν αναγέννηση, η εν τω νω του Θεού/Πατρός, του υψιστου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός, ή ζάθεου Άμμωνα/Αμουν.

Πρώτα όμως καθαρίστε τον εαυτό σας από τις άλογες τιμωρίες της ύλης, τους εν ημίν πολλούς & φοβερούν τιμωρούς. Και :

1η τιμωρία είναι η άγνοια.

2η είναι η λύπη.

3η η ακρασία.

4η επιθυμία.

5η η αδικία.

6η η πλεονεξία.

7η η απάτη.

8η ο φθόνος.

9η ο δόλος.

10η η οργή.

11η η προπέτεια.

12η η κακία.

Είναι αυτές τον αριθμό 12. Και είναι 12 γιατί το σκίνος αυτό από το οποίο μεταπηδήσαμε, συνεστάθει εκ του ζωοφόρου κύκλου ή ζωδιακού, ο οποίος και αυτός συνεστήθει από αριθμούς που είναι 12 τον αριθμό, μιας φύσεως, παντομόρφου ιδέας. Σε αυτές τις τιμωρίες υπάρχουν 2 ζευγάρια ενωμένα στην πράξη, είναι αχώριστη η προπέτεια με την οργή και ο φθόνος με τον δόλο.

Τα είδη της κακίας είναι πλείονα. Για το λογικό η αφροσύνη, για το θυμικό η δειλία, για το επιθυμητικό η φιληδονία και η φιλοχρηματία, για όλες μαζί τις δυνάμεις η αδικία. Για αυτό μας χρειάζεται μια τετράδα αρετών προς αποτροπή αυτών των κακών. Η φρόνηση για το λογικό, η ανδρεία για το θυμικό, η σωφροσύνη για το επιθυμητικό, και η δικαιοσύνη για πάσας ομού τις δυνάμεις. Η οποία είναι τελειοτάτη για όλες, αρετής περιεκτική δε όλων των άλλων ως οικείων μερών της. Τα όντως κακά είναι τα εκ προεραίσεως αμαρτήματα, με τα οποία η αρετή δεν έχει τη φύση να συνυπάρχει. Αυτά είναι η αδικία, η ακολασία και πάντα όσα δεν επιδέχονται τη σύζευξη με το καλό.

Και κάτω δηλ. από αυτές τις 12 είναι άλλες πολλές που αναγκάζουν τον ενδιάθετο άνθρωπο να πάσχει αισθητικώς μέσω του δεσμωτηρίου του σώματος. Αυτές απομακρύνονται όχι όλες μαζί, από αυτόν που ελεήθηκε από τον θεό, και έτσι συνίσταται ο τρόπος και ο λόγος της παλιγγενεσίας. Για αυτό σιωπήστε, ευφημήστε και ζητήστε να καθαρθείται καλώντας τις Δυνάμεις του Νοός-Θεού/Πατρός, του υψιστου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός, ή ζάθεου Άμμωνα/Αμουν, για να ποιηθεί η συνάρθρωση του εν ημίν ιερού Λόγου.

Όμως ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος και υπάρχουν μέσα σε αυτόν κατά τρόπο μερικό όλα όσα υπάρχου μέσα στον Κόσμο κατά τρόπο θείο και καθολικό. Γιατί υπάρχει μέσα μας ο νους κατ’ ενέργεια και ψυχή λογική, η οποία προήλθε από τον ίδιο πατέρα και την ίδια ζωοποιό θεά με την καθολική ψυχή, και όχημα αιθέριο ανάλογο  με τον ουρανό, και σώμα γήινο συγκροτημένο από την ανάμειξη των τεσσάρων στοιχείων με τα οποία είναι σύστοιχο. Ως εκ τούτου αυτός που πρόκειται να κατακτήσει τη ευδαίμονα ζωή “πρέπει να εξομοιώσει αυτό που κατανοεί με αυτό που κατανοείται”. Γιατί το όλον είναι αεί ευδαίμων. Και το δικό μας θα γίνει ευδαίμων, αν εξομοιωθεί με το σύμπαν. Γιατί έτσι θα αναχθεί προς την αιτία. Γιατί όποια σχέση έχει ο ενταύθα άνθρωπος με το σύμπαν, την ίδια σχέση έχει ο νοητός άνθρωπος, με το αυτόζωον. Επίσης, εκεί τα κατώτερα εξαρτώνται από τα ανώτερα και τα μέρη είναι χωριστά από τα σύνολα και είναι εδραιωμένα μέσα τους. Ως εκ τούτου, λοιπόν, όταν και ο εδώ άνθρωπος εξομοιώνεται με το σύμπαν, θα μιμηθεί το υπόδειγμά του με τον κατάλληλο τρόπο και θα γίνει κόσμιος λόγω της εξομοίωσης με τον Κόσμο και ευδαίμων λόγω της εξομοιώσεως με τον ευδαίμονα θεό. Έτσι εμείς σαν παιδιά που αποσπάστηκαν από τους πατέρες τους πρέπει να προσευχόμαστε για την επιστροφή μας στους αληθινούς πατέρες μας, τους θεούς. Τουτέστιν ταιριάζει, επειδή είμαστε μέρος του σύμπαντος, να δεόμαστε στο σύμπαν. Γιατί η επιστροφή στο σύμπαν προσφέρει σωτηρία στα πάντα. Είτε, λοιπόν έχεις την αρετή, πρέπει να δέεσε αυτό που έχει συμπεριλάβει εκ των προτέρων το σύνολο της αρετής (γιατί το απόλυτο αγαθό είναι η αιτία και του αγαθού που σου ταιριάζει), είτε επιζητάς κάποιο σωματικό αγαθό, το απόλυτο αγαθό είναι η συνεκτική δύναμη κάθε σώματος που υπάρχει μέσα στον Κόσμο. Από εκεί, λοιπόν, είναι ανάγκη να φτάνει η τελειότητα και στα μέρη.

Καλέστε λοιπον 1η Δύναμη την “Γνώση του θεού”, την ζάθεη ευσέβεια. Και ερχόμενη αυτή θα εκδιωχτεί η άγνοια.

Καλέστε 2η Δύναμη την «Γνώση χαράς», ήτοι την εν τω νω χαρά. Και αφού έφτασε αυτή, η λύπη φεύγει σε όσους έχουν χώρο για αυτήν.

Άλλωστε ο καθαυτό άνθρωπος, ήτοι η λογική & αΐδια ψυχή, είναι και με τον εξής τρόπο τριδύναμος : καθώς είναι καθ’ εαυτήν λογική, έχει ένα μέρος της με το οποίο μαθαίνουμε και το οποίο νουθετείται να μελετά, ένα μέρος της με το οποία συγκρατούμε αυτά που μάθαμε και το οποίο νουθετείται να πονεί(κοπιάζει) για αυτά, και ένα τρίτο με το οποίο στέργουμε αυτά που μάθαμε & συγκρατήσαμε και το οποίο νουθετείται να αγαπά αυτά που μάθαμε & συγκρατήσαμε. Εξ ου και για να έχουμε όλες τις δυνάμεις της λογικής ψυχής συντεταγμένες προς την αρετή, απαιτεί τη μελέτη από το μέρος που έχει την φύση να νοεί, τον πόνο(κόπο) από το μέρος που τηρεί τα νοηθέντα, και από το φιλόκαλον μερος τον έρωτα, προκειμένου από όλα να εξασφαλιστεί σε εμάς η απόκτηση των όντως αγαθών με τα της απαραβάτου τηρήσεως και συμφυούς σε εμάς στοργής προς εκείνα, στα οποία έπεται η θεία ελπίδα που εισάγει το της αληθείας φέγγος, ώστε να εξομειωθούμε με τον θεό μέσω της επιστημονικής γνώσεως των πάντων. Γιατί το να αναλογίζεσαι τις πρωτίστως υπάρχουσες εν τω δημιουργώ θεω αιτίες των Όντων στην κορυφαία άγει θεογνωσία, με την οποία συνεισέρχεται και η προς τον θεό ομοίωση. Αυτή την εξομοίωση είναι και αποκαλείται θεία αρετή.

Καλέστε Δύναμη 3η μετά την «Γνώση χαράς» την Εγκράτεια. Ω Δύναμη ηδίστη, ας την δεχτούμε αυτήν προθυμότατα. Δείτε πως κατά την εμφάνισή της απώθησε την ακρασία!

Και τώρα 4η καλέστε Δύναμη την Καρτερία, την Δύναμη κατά της επιθυμίας. Ο βαθμός αυτός είναι το έδρασμα της δικαιοσύνης. Γιατί θα δείτε πως χωρείς κρίση εκδιώχνεται η αδικία και δικαιώνεσται με την απουσία της αδικίας.

Γιατί 5η Δύναμη καλέστε την Δικαιοσύνη.

6η Δύναμη καλεστε την κατά της πλεονεξίας, Κοινωνία.

Και αφού πλέον φύγει, καλέστε 7η Δύναμη την Αλήθεια και θα εκδιωχθεί η απάτη, καθώς έρχεται η αλήθεια. Και θα δείτε πως συμπληρώνεται το αγαθό, όταν έρχεται η αλήθεια. Γιατί ο φθόνος θα φύγει από εσάς.

Και κοντά στην Αλήθεια θα εμφανιστεί 8η, 9η και 10η Δύναμη το Αγαθό μαζί με την Ζωή και το Φως, και δεν υπάρχει πλέον καμία τιμωρία του σκότους, αλλά θα πετάξουν ορμητικά μακριά σας νικημένες!

Και αυτός είναι ο τρόπος της παλιγγενεσίας. Και όταν παρουσιαστούν οι 10 Δυνάμεις του Πατρός Πηγαίου & Κοσμαγού Διός ή Άμμωνα/Αμούν, θα συνετέθη νοερή γένεσης, ήτοι ουσιώδεις γένεση, και θα εκδιωχθεί η δωδεκάδα των τιμωριών της ύλης και θα φτάσατε στην θέωση. Όποιος τυγχάνει κατά το έλεος της κατά θεόν γενέσεως, να εγκαταλείψει την σωματική αίσθηση, γνωρίζεται ο εαυτός του, συνίσταται από αυτά και ευφραίνεται.

Για καθένα από το όντα, μέχρι και τα έσχατα, υπάρχει μέσα τους ένα σύνθημα της ίδια της άρρητης και επέκεινα των νοητών αιτίας, του υπερούσιου και αμέθεκτου Εν-Αγαθού. Μέσω του συνθήματος τα πάντα, άλλα πιο μακριά και άλλα πιο κοντά, ανάλογα με το πόσο έντονο ή πόσο αμυδρό είναι το σύνθημα σε αυτά, εξαρτώνται από το υπερούσιο και αμέθεκτο Ένα-Αγαθό. Το σύνθημα είναι η κινητήρια δύναμη προς τον πόθο του Αγαθού-Ένα, αυτό είναι που παρέχει στα όντα άσβεστο τον έρωτα αυτόν. Το σύνθημα είναι άγνωστο κατά την ύπαρξή του, υπέρτερο της ζωής  – άλλωστε υπάρχει και στα άψυχα – και η δύναμή του δεν είναι νοητική – άλλωστε βρίσκεται και στα άμοιρα του νοείν.

Η δημιουργική μονάδα – ο δημιουργός Νους ή Πηγαίος Ζευς, που είναι ο τελευταίος της βαθμίδας των νοητικών θεών – και ο ίδιος ο εξηρημένος των όλων πατέρας – το υπερούσιο & αμέθεκτο Ένα ή Αγαθό – εγκατέσπειρε στα δευτερεύοντα τα συνθήματα της δικής τους ιδιότητας, και μέσω των συνθημάτων αυτών στρέφουν τα πάντα για πάντα προς αυτούς, έτσι και όλοι οι θεοί δίνουν σε όσα δημιουργούνται από αυτούς τα συνθήματα της δικής τους αιτίας, και μέσω αυτών εγκαθιστούν τα πάντα σε αυτούς. Μάλιστα ο δημιουργός έδωσε στις λογικές και αΐδιες ψυχές συνθήματα της (παρα)μονής και της επιστροφής τους, εδραιώνοντας τις στο Ένα και χαρίζοντας τους την “κατ τν νον πιστροφν”.

Ενιδρυμένοι τόσο εν τω νω και την καρδία του Πατρός Πηγαίου & Κοσμαγου Διός ή Άμμωνας/Αμούν, όσο και σε άπαντα τα μέρη το Κόσμου δια μέσω των αχράντων του Πατρός συνθημάτω, και με την δια των Δυνάμεων νοητική ενέργεια, θα είστε στον ουρανό, στην γη, στο ύδωρ, στον αήρ. Στα ζώα, στα φυτά, εν γαστρί, προ γαστρός, μετά την γαστέρα, παντού.

Προσχωρήσετε στο Φως και στην Ζωή και γνωρίστε τον Εγρήγορο, το όμμα του ακοιμήτου πυρός, τον οφθαλμό του νοος/νοητών, αυτόν που το όνομά του δεν το χωράει ο Σύμπαντς Κόσμος. Τον άφθιτον, τον αέναο, τον πανεπίσκοπον, το φοβερό Όμμα, τον Πατήρ των όλων και των Φώτων, τον μόνον Θεό –

γιατί μόνο αυτός είναι Ενάδα και όλοι οι άλλοι αθάνατοι είναι θεοποιειμένοι Νόες, τον μόνο Πατήρ (και Δημιουργό)  – γιατί μόνο αυτός είναι Αγαθός, γιατί μία είναι φύση του θεού: να είναι αγαθός, και ο θεός είναι το Αγαθό και το Αγαθό είναι ο Θεός, και αυτός είναι η γεννητική & δημιουργική των πάντων αιτία, ο Είναι τα πάντα, παρά αυτού η Δύναμις, γι’ αυτό και η μέγιστη φροντίδα και ευσεβεστάτη στον βίο των ευφρόνων είναι η παιδοποιία, και μέγιστο ατύχημα και ασέβημα είναι το να πεθάνει κάποιος άνθρωπος άτεκνος, και αυτος μετά την αποσάρκωση του τιμωρείται από τους Δαίμονες και η τιμωρία είναι να κατά τον επόμενο βίο του να ενσαρκωθεί σε σώμα μήτε γυναικός μήτε ανδρός φύση έχοντος, όπες και σημαίνει καταραμένο υπο του Ηλίου –

τον ζάθεο Άμμωνα/Αμούν γνωρίστε, τον προστάτη της παντέλειας αλήθειας και της παντέλειας εν σιγή νοητικης σοφίας που όνταν κρυμένος ποθεί να φανερωθεί, τον ύπατο Ζεύς-Ζήνα, αυτόν που είναι η γόνιμη μήτρα που θα γεννήσει τα πάντα.

Γιατί ο ύπατος Κρονίδης ειναι παν το γιγνόμενο και το μη γιγνόμενο, νους μεν νοούμενος δε, Πατήρ δημιουργών μεν, Θεός ενεργών δε, αγαθός και τα πάντα δημιουργών.

Η ουσία του είναι να κυεί και να δημιουργεί και, όπως ακριβώς είναι αδύνατον να γεννηθεί κάτι χωρίς του δημιουργούντος, έτσι και ο Κόσμους δεν υπάρχει χωριστός του δημιουργού του, αλλά εν των Πατρί είναι, και τίποτα δεν υπάρχει εν τω Κόσμω που να μην ειναι Εκείνος, και ο ίδιος ο Πατήρ είναι και τα όντα και τα μη-όντα, ο Είμαι τα πάντα, και τα μεν όντα τα φανέρωσε τα δε μη-όντα τα έχει εν εαυτώ. Και ο Πατήρ είναι ονόματος κρείττων, αυτός ειναι ο αφανής, αυτός ο φανερώτατος. Ο με τον νου θεωρητός, αυτός ειναι ο με τους οφθαλμούς ορατός, αυτός ο ασώματος, ο πολυσώματος ή ορθά ο παντοσώματος, και τίποτα δεν υπάρχει που να μην ειναι αυτός, γιατί τα πάντα είναι αυτός και γι΄αυτό έχει άπαντα τα ονόματα, ότι ενός είναι πατρός τα πάντα, και γι’ αυτό δεν έχει όνομα, επειδή ειναι ο πατήρ πάντων.

Τιμήστε μετά από αυτόν εκείνον που μόνος είναι υιός εξ Αυτού. Τον οποίο ο Πατήρ γέννησε, ίδιον ευθύς αφθόνως και απαθώς αγέννητον Λόγο, με ρώμη απόρρητη και οξυτέρα φωνή, να είναι θεός κατά την ουσία εκ της ουσίας, εκείνος ο οποίος του Πατρός φέρει την εικόνα την άφθαρτη και όμοια με το σύμπαν, ώστε είναι εκείνος εντός του Πατρός, και ο Πατήρ εν εκείνω, κάλλους έσοπτρο, αλληλέυφραντον πρόσωπο.

Τον δημιουργικό, φωτεινό & άγιο Λόγο του Νοός-Θεού/Πατρός, δηλ. του Πηγαίου Διός, τον οποίο φέρει η του Υπάτου Πατρός δημιουργική νόηση & πρόνοια  και άχραντη & νοητική εν σιγή παντέλεια σοφία του, η Αθηνά Παλλάδα! Η Αθηνά ως Ίσιδα-Μούθ, ήτοι «μητέρα των ονομάτων».

Προσχωρήστε στον Πατήρ, στον Θεό, στον Δημιουργό, στον των όλων δεσπότη και ποιητή και πατέρα και περίβολο, και πάντα όντα τον ένα, και ένα όντα τον πάντα, γιατί των πάντων το πλήρωμα Εν έστι και Εν εν Ένι, δίχως να διπλασιάζεται το Εν, αλλά είναι αμφότερα Εν.(Φως εντός Φωτός, Εν εντός Ενός, Αγαθό εντός Αγαθού).

(Αν κάποιος επιχειρήσει τω πάντα και Εν και ταυτόν από το Εν να το διαχωρίσει, αφού δεχτεί την ονομασία των πάντων επί πλήθους και όχι επί πληρώματος, πράγμα που είναι αδύνατον, λύνοντας το πάν από το Εν, θα απολέσει το παν. Γιατί τα πάντα πρέπει να είναι Εν, και υπάρχουν, εφόσον είναι Έν, και ποτέ δεν παύει να είναι Εν, για να μην λυθεί το πλήρωμα)

Συγκεντρωθείτε στον εαυτό σας, στο εν ημίν Εν σύμπασας της λογκικής ουσίας σας, και θα έλθει, ζητήστε και θα γίνει, καταργήστε τις αισθήσεις του οστράκινου ή γήινου  σώματος σας και θα συμβεί η γένεση της θεότητας!

Μεταπηδήστε από τον εαυτό σας σε αθάνατο σώμα, ανα-γεννηθείτε άνωθεν, εν τω νω του Πατρός Άμμωνα/Αμούν – διότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς.

Συγκεντρωθείτε στον εαυτό σας και θα δείτε δια της των Δυνάμεων του Πηγαίου Διός νοητικής ενέργειας το Σύμπαντα Κόσμο και τον εαυτό σας εν τω νω του Πατρός Διός και εν τω νω σας το Φως μέσα σε αναρίθμητες Δυνάμεις!

Και τότε θα το δείτε, και δεν θα μπορείται να πείται τίποτα για αυτό, γιατί η γνώση του Πατέρα και θεού και Αγαθού, του υψίσου Πηγαίου & Κοσμαγού Διός, του ζάθεου  Άμμωνα/Αμούν, είναι θεία σιωπή και κατάργιση πασών των αισθήσεων του οστράκινου/γήινου σώματος. Γιατί ούτε άλλο τι δύναται να νοήσει ο τούτον νοήσας ούτε άλλο τι δύναται να θεαθεί ο τούτον θεασάμενος ούτε περί άλλου τινός δύναται να ακούσει ούτε το σύνολο σώμα του να κινήσει. Γιατί πασών των σωματικών αισθήσεων και κινήσεων λισμονούμενος ο άνθρωπος ατρεμεί. Και θα περιλάμψει ο Πατήρ & Θεός ολόκληρον τον νου σας και την λογική ψυχή σας ολόκληρη θα αναλάμψει και θας ελκήσει εκ του σώματος του οστράκινου και ολόκληρον θα σας μεταβάλλει σε ουσία νοητική και θεία.

Επιστρέψτε άνωθεν! – δηλ. γινόμενοι άξιοι, τουτέστιν ευσεβείς, για να σας επιτραπεί εκ της φλόγινης ρομφέας, ήτοι εκ της Δυνάμεως της Νικηφόρου Αθηνάς, η επιστροφή άμα και είσοδός σας εν τω του Πατρός Διός πανδεκτικό οίκο, στην ζάθεη του Πατρός Διός/Άμμωνος-Ρα Ακρόπολη, στον χαλδαϊκώς Ευσέβειας Ιερό Παράδεισο – στον οποίο ανατείνουν άπαντες οι θεουργικές αρετές: ήτοι στον περί τον Πατέρα Πηγαίος & Κοσμαγό Ζεύς χορό των θείων Δυνάμεων και στα εμπύρια κάλλη των δημιουργικών Πηγών ή νοητικών θεών.

15/1/2018

—- ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ —- (Ευστάθιος Δ. Κεφάλας), φίλος των Μουσών και οαριστής του βασιλέος των όλων και των Φώτων, αυτού που είναι Εις άμα και 3εις, των 3ων που είναι Εις, του των όλων δεσπότη και ποιητή και πατέρα και περίβολο, και πάντα όντα τον ένα, και ένα όντα τον πάντα

….»ἀλήθεια δὴ πάντων μὲν ἀγαθῶν θεοῖς ἡγεῖται, πάντων δὲ ἀνθρώποις«….
….πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα….

…αέναα επιστρέφων εκεί που ζούνε μόνο αγνά Όνειρα και άχραντο φως…και πνέει το άμωμο φως… και ο περί τον Κόσμο διηρεμένος Ήλιος – εκείνος που είναι η μόνη εν τω Κόσμω αλήθεια και οι πανίερες φλόγες του ωδίνουν του ήματος τον φεραυγέες Όρθρον και με ουράνιες στροφάλαγγες αιέν ελίσσει τον ελικαυγέα περίδρομο κύκλο της τηλεπόρου δίνης -, εν τω θρόνω του περιμένει αεί να διδάξει τους ανθρώπους πως να είναι αγαθοί, δίκαιοι, όσιοι, φιλάνθρωποι, αλληλέγγυοι και να αγαπούν – με σύμπασα την ύπαρξή τους – αλλήλους, τον Κόσμο και τον ύψιστο Πηγαίο & Κοσμαγό Ζεύς, ήτοι τον Πατήρ των όλων και των Φώτων Άμμων-Ρα…
….αέναα επιστρέφων ψηλά, στο ακίνητο φως, στην αέναη σιγή… στην πανίερη νήσο που προστατεύει άπαντα τα αγνά όνειρα – ήτοι άπαντα τα νοήματα(τις νοούσες λογικές & αίδιες ψυχές) και αυτά/αυτές κρατούν σταθερά εντός τους τις της νήσου διδαχές φωτός και τα μαθήματα αιθέρος.
….αέναα επιστρέφων στην ζάθεη γη-τόπο του Διός Σωτήρος, της συνθώκου & συνθρόνου του Διός Διομήτορος Ρέας Σώτειρας – της συνοχέως των πάναγνων τέκνων του Αστραίου και τις πανίερης Ηούς Ανέμων, στην πανίερη γη-τόπο των άφθιτων τέκνων του υπερκοσμίου Διός και ανακτώρων & ευδυνάτων ανάκτων της Σαμοθράκης, ήτοι των μεγάλων αγαυών Σωτήρων Κουρητών-Κορυβάντων-Διοσκούρων…
…αέναα επιστρέφων ψηλά, στον τόπο των Θεών, του Ηρακλή και των Ηρώων, των Μουσών και των Ανέμων, εκεί που οι κόρες της Ηούς, την ανατολή, και της Σελήνης και της Εκάτης, την δύση, υμνούν τον εν τω πυρί Βασιλέα Ήλιο, τον ζάθεο ταμία του φωτός, το φώς της ζωής, το όμμα της Δικαιοσύνης….και η υμνωδία τους επικαλύπτει την νήσο των θεών, των Μουσών και των Ηρώων σαν πέπλο εν είδη υγρού ρέωντος επι μετάλου…και ο χρόνος παγώνει στην αιώνια στιγμή – γιατί εκ του άρματος του Βασιλέως Ηλίου ρέει μορφούμενος σε γήρας & νιότη ο αιώνας…καθώς βρίσκεται στο μέσο του Κόσμου, στην μεσαία έδρα ύπερθεν του τριμερούς αιθερικού σύμπαντος/τομέα του Κόσμου, έχει στεφανωθεί τον Κόσμο και ως ηνίοχός του έχει ασφαλίσει & εξαρτήσει από τον εαυτό του το άρμα του Κόσμου, κατέχει τον καρδιαίο πολυφεγή κύκλο του Κόσμου και αφήνει τον Κόσμο να φέρεται όχι μακριά από αυτόν αλλά συν εαυτώ…

 


[1]  Νους = νοητό πλάτος = νοητοί Θεοί + νοητοί άμα και νοητικοί Θεοί + νοητικοί Θεοί.

[2]  Βλ. Πλάτων «Κρατύλος, 396.a.2 – 396.b.3»»

[3]  Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 38.e»

[4]  Βλ. Πλάτων «Τίμαιος, 34.b  + 36.e»

[5]  Το ίδιο ισχύει κατά αναλογιά με τον Κόσμο και για τον καθαυτό άνθρωπο, την λογική & αίδια ψυχή, ως μικρός Κόσμος :

το της “Ψυχῆς βάθος” είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα (δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και η μεν επιθυμία είναι πολυκέφαλο θηρίο, ο δε θυμός λεοντώδης, ενώ ο Λόγος  είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτοάνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής), άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς.      Κατέχουμε τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, μέσα στην ψυχή ανεπτυγμένα και χωρισμένα, και μέσα στον νου όλα μαζί. Και άλλος είναι ο κατά μέθεξη νους, που δικαιότερο είναι να τον αποκαλούμε νοητική φώτιση, και άλλος ο ουσιώδης. Κατά μέθεξη νους είναι αυτός τον οποίο έχει η ψυχή και ο οποίος αποτελεί κατοχή όλων των αγαθών που κατέρχονται στην ψυχή από τον νου. Και ο ουσιώδης νους είναι δυο ειδών, ένας αμέθεκτος και ένας άλλος μεθεκτός που τον καλούμε μερικό νου. Και έχουμε αυτόν τον νου όλοι από κοινού και καθένας χωριστά στον βαθμό που καθένας τον έχει ολόκληρο. Και τα ψυχικά Είδη συμπληρώνουν την ουσία μας, ενώ τα νοητικά μας συμπληρώνουν και μας κοσμούν. Και τα νοητικά Είδη είναι ενωμένα, ενώ τα ψυχικά Είδη είναι διαιρεμένα. Έχουμε όμως και τον Θεό ως αυτόν που επιβαίνει στην νοητή Φύση.

Μάλιστα : ο άνθρωπος ταυτίζεται με την λογική ψυχή και, όταν συλλογιζόμαστε, είμαστε αληθινά εμείς, επειδή οι λογισμοί είναι ενέργειες της ψυχής. Πως σχετιζόμαστε με τον νου ; Ονομάζω νου όχι την έξη που έχει η ψυχή λόγω αυτού αλλά τον ίδιο τον νου. Αλλά ακόμα και ο νους που κατέχουμε είναι υπεράνω ημών. Τον κατέχουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Από κοινού, επειδή είναι ένας και αδιαίρετος και παντού ο ίδιος. Ο καθένας ξεχωριστά, επειδή ο καθένας τον κατέχει ολόκληρο στην πρώτη ψυχή. Έχουμε επίσης τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, στην ψυχή ανεπτυγμένα και η ξεχωριστά και στον νου όλα μαζί. Τον Θεό ως μια αρχή η οποία ίπταται πάνω από την νοητή Φύση και από την όντως ουσία, ενώ εμείς είμαστε στην τρίτη θέση.

[6]   Υπάρχει δηλ. η θεία ψυχή του Κόσμου και ο ένας υπερκόσμιος & μεθεκτός νους του Κόσμου, αλλά επειδή ο Κόσμους έχει μέρη, δηλ. αποτελείται από σφαίρες, αυτά τα μέρη έχουν τους δικούς τους θείους & νοητικούς νόες και τις δικές τους θείες και νοητικές ψυχές. Αυτοί οι νόες και οι ψυχές είναι το σύστοιχο πλήθος της θείας του Κόσμου ψυχής και του ενός νου του Κόσμου αντίστοιχα. Είναι ο νοητικός και ο ψυχικός αριθμός που προήλθε – κατά αντιστοιχία – εκ της θείας του Κόσμου ψυχής και εκ του νοός του Κόσμου. Ο υπερκόσμιος & μεθεκτός νους του σύμπαντα Κόσμου είναι μεθεκτός τόσο εκ των 7 άχραντων ψυχών των 7 σφαιρών δια μέσω των αντίστοιχων νοών τους όσο και από τις μερικές ή επιμέρους αίδιες & λογικές ψυχές, τους ανθρώπους. Είναι ο Ζαγρέας Διόνυσος. Ο δε μύθος που το περιγράφει είναι ο περί διαμελισμού του Ζαγρέα Διόνυσου εκ των Τιτάτων.

[7]  Ο Θεός δηλ. έχει “μη-χρόνο”, δηλ. αιώνια στιγμη.

[8]  Βλ. Πλούταρχος «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 393.A.7 – 393.C.5»

[9]  Βλ. Πλούταρχος «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 386.B.10 – 386.B.12»

[10]  Βλ. Πλούταρχος «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 392.A.1 – 392.A.9»

[11]  Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό.

[12]  <Δόκησις> =  ὑπόνοια. ἢ τὸ μὴ ὄν, νομιζόμενον δέ. ὅ ἐστι φαντασία καὶ σκιὰ καὶ ὄναρ.(Βλ. Λεξικό Σούδα).

[13]  Βλ. Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 392.Α.10 – 393.Α.6»

[14]  Βλ. Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς «Περί Σωκράτου Δαιμόνιου, 593.Α.5 – 594.Α.7»

[15]  Βλ. Πλούταρχος «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 387.F.5 – 388.E.5».

[16]  Μάλιστα ο Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς, στο «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 393.B.10 – 393.C.5», λέγει ότι :

«Γιατί είναι Απόλλων, καθόσον αρνείται τα πολλά και αποφάσκει το πλήθος. Ιήιος ως ένας και μόνος. Φοίβος, τέλος, ήταν δίχως αμφιβολία το όνομα που έδειναν οι παλαιοί σε κάθε καθαρό και αγνό, όπως ακόμη και σήμερα οι Θεσσαλοί, νομίζω, λένε για τους ιερείς τους ότι “φοιβονομούνται”, όταν θεσσαλοί ιερείς κατά τις αποφράδες ημέρες διατρηβούν έξω από πόλη μόνοι τους. Το εν, λοιπόν, είναι ειλικρινές(απλό) και καθαρό.»

[17]  Βλ. Πλούταρχος «Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς, 388.E.5 – 389.C.8»

[18]  Άλλωστε καθαρμοί της ψυχής είναι οι μαθηματικές επιστήμες και ανάγωγος λύσις η διαλεκτική των όντως Όντων εποπτεία.

[19]  Άλλωστε ο εν ημίν νους είναι διονυσιακός, και όντως άγαλμα του Διονύσου Ζαγρέα.

[20]  <Δόκησις> =  ὑπόνοια. ἢ τὸ μὴ ὄν, νομιζόμενον δέ. ὅ ἐστι φαντασία καὶ σκιὰ καὶ ὄναρ.(Βλ. Λεξικό Σούδα).

[21]  Με την υπερκόσμια Ζωογονική Αρχή, ήτοι ως νους της ζωογινικης τριάδας Εκάτη(Άρτεμις Κορική) – Κόρη – Αθηνά Κορική.