Η Σανατάνα Ντάρμα(Sanatana Dharma) και η Τριμούρτη(Trimurti)


Trimurti : Brahma , Vishnu and Shiva/Śiva/Mahadeva.

 

Η Σανατάνα Ντάρμα (Sanatana Dharma), Σανσκριτικά: धर्म ) είναι η των Ινδών λατρεία των θεών – και όχι Ινδουισμός. O ελληνικός όρος που επέλεξε τον 3ον αιώνα ο Βασιλιάς Ασόκα σε τμήμα του 13ου ηδίκτου του, όπως εμφανίζεται σε δίγλωσση επιγραφή (ελληνικά & αραμαϊκά) απευθυνόμενη και στους Έλληνες της Βακτρίας που βρέθηκε στην Κανταχάρ του Πακιστάν, για τον όρο Ντάρμα είναι «Ευσέβεια». Αντίστοιχα ο Βασιλιάς της Βακτρίας Μένανδρος ο Δίκαιος (γύρω στο 100 π.Χ.), μετάφρασε στο νόμισμά του τον όρο «ΔΙΚΑΙΟΥ» (ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ) σε «DHARMIKASA», ήτοι «ακόλουθος του Ντάρμα». Υπάρχουν δηλ. δυο μεταφράσεις του όρου Ντάρμα, προερχόμενες από σύγχρονους κατά τους πρώτους αιώνες της χρήσης του: Ευσέβεια και Δικαιοσύνη.

Κατά την έννοια ότι οι άνθρωποι που δεν εκπίπτουν ή παρεκκλίνουν του Ντάρμα προχωρούν ταχύτερα προς την Μόκσα/moksha (Sanskrit: मोक्ष ) ή vimoksha ή vimukti ή mukti –

δηλ. την ελευθερία ώς ύψωση ύπερθεν του Ειμάρμενου νόμου, και το επιβαλόμενο εξ αυτού Αντιπεπονθότος ή Κάρμα, που κυβερνά την Samsara ήτοι την «συνεχή κίνηση του κύκλου της ενσαρκώσεως» –

ως αφύπνιση ή φώτιση (μπόντι) του εν ημίν θεού ή Εμμανουήλ ή Άτμα/Atman (Εαυτός-Πνεύμα-Ψυχή, Sanskrit: आत्मन् ) και ένωση με τον Βράχμα/Brahma. Το Moksha προέρχεται από τη ρίζα muc * (σανσκριτική : मुच् ) που σημαίνει «απελευθέρωση, ελευθερία”.

Βέβαια : Ευσέβεια είναι δικαιοσύνη περί Θεούς. Ορθή αντίληψη για την προς τους Θεούς τιμή. Επιστήμη της περί Θεών τιμής.[1]

Εξ ου και : Ευσεβείς είναι εκείνος που κατέχει την θεία επιστήμη και προσφέρει τη δική του τελείωση ως άριστη τιμή προς τους αίτιους των αγαθών, και με τον ζήλο και την απόκτησή τους στρέφεται προς όσους τα χορηγούν, και τιμά όσους χορηγούν πάντοτε τα αγαθά με το να είναι ικανός να τα λαμβάνει. Όποιος, όμως, επιλέγει να τιμά το θείο αλλιώς και όχι μέση του εαυτού του, κάνει την τιμή σπατάλη της εξωτερικής περιουσίας του, χωρίς να προσφέρει τη δική του αρετή αλλά προσπαθώντας με τα εξωτερικά αγαθά να εκπληρώσει το χρέος του προς αυτούς. Αυτά δεν είναι ευχάριστα ούτε και σε έναν ενάρετο άνθρωπο να τα λαμβάνει, εκτός και αν δίνονται με την καλύτερη διάθεση. Τέτοιο είναι και το ρητό πάλι του δελφικού θεού. Γιατί σε κάποιον που θυσίασε εκατοντάδες βόδια χωρίς ευσεβή διάθεση και ρωτούσε πως είχε δεχτεί τα δώρα του, απαντά : “Μα μου αρέσει το πλιγούρι του ξακουστού πολίτη της Ερμιόνης”, προτιμώντας το τελείως ευτελές παρά την τόση πολυτέλεια, επειδή ασφαλώς είχε κοσμηθεί με θεοσεβεί γνώμη. Γιατί με αυτήν όλα μπορούν να γίνουν θεοφιλή, και χωρίς αυτήν ποτέ τίποτα αρεστό στον Θεό.[2]

Μάλιστα : ολόκληρη η δύναμη της τιμής έγκειται στην από εμάς γνώση της ουσίας όσων τιμώνται, γνώσης εκ της οποίας εξευρίσκεται το πώς να λέγουμε τα δέοντα και το πώς να πράττουμε – προς όσους τιμώνται – ορθώς & καλώς. Γιατί πως θα μπορούσε κανείς να διαλεχθεί με όσους αγνοεί ; Πως θα προσφέρει κάποιος δώρο σε αυτούς των οποίων δεν γνωρίζει την αξία;[3]

Όμως : αληθώς και όντως αρμόδιος να διακρίνει τα αγαθά και τα κακά και τον πρέποντα στις ενδιάμεσες καταστάσεις τρόπο να ομιλεί ο άνθρωπος προς τους Θεούς είναι μόνον ο επιστήμων.[4]

Ενώ : η γνώση των Θεών είναι αρετή & σοφία & πλήρης ευδαιμονία, και κάνει & εμάς όμοιους με τους Θεούς.[5]

Εξ ου και ο Πλάτων λέγει πως : κανείς δεν θα μας πείσει ότι υπάρχει στο θνητό γένος μεγαλύτερο είδος αρετής από την ευσέβεια.[6]

Δηλ. : Οι ανθρώπινες δηλ. ψυχές που στολίστηκαν με την αλήθεια και την αρετή ονομάζονται κατά θέση δαίμονες ως δαήμονες και επιστήμονες του θείου. Χωρίζονται δε από τους φύσει Δαίμονες, που συμπληρώνουν το μεσαίο γένος, για αυτό και λέγονται καταχθόνιοι, επειδή μπορούν να ζουν ως πολίτες στη γη και να διεισδύουν σε γήινα σώματα και να κατοικούν εν τη γενέσει, εξ ου και με το να λέγονται δαίμονες ξεχωρίζουν από τους φαύλους και αμαθείς ανθρώπους που είναι αδαείς & ανίδεοι, και λέγονται καταχθόνιοι επειδή ξεχωρίζουν από τους αεί ή κατ’ ουσίαν Δαίμονες και αεί ή κατ’ ουσίαν επιστήμονες που δεν έχουν τη φύση να πολιτεύονται επί γης και να ζουν μαζί με γήινα σώματα. Γιατί η προσωνυμία του καταχθόνιου δαίμονα δεν ταιριάζει σε κανέναν άλλο παρά σε αυτόν που είναι εκ φύσεως άνθρωπος αλλά εκ καταστάσεως γίνεται δαίμονας και δαήμων του θεού, επειδή το τρίτο γένος λέγεται ειδικά χθόνιο επειδή είναι το τελευταίο μέσα στις λογικές ουσίες και στρέφεται στη γήινη ζωή. Γιατί το πρώτο ήταν ουράνιο – οι εγκόσμιοι Θεοί, το μεσαίο αιθέριο – τα 3 κρείττονα γένη και το τελευταίο υλαιό – οι λογικές και αΐδιες ψυχές.[7]

Εξομοιούμενος, λοιπόν, με το θείο ο άνθρωπος  –  αναγόμενος δηλ. στα νοητά και αποκτώντας την περί τα θεία επιστήμη – και στολίζοντας τον εαυτό του με τις 4 τετράδες αρετών (πολιτικές, καθαρτικές, θεουργικές & υποδειγματικές) στεφανώνει & κοσμεί την Χθόνα με το φως του όπως τα άστρα τον ουρανό. Κοσμεί την Χθόνα όπως τα άστρα τον ουρανό – γίνεται ένας χθόνιος ήλιος, ένας ήλιος της Χθόνας, κοσμεί αληθώς & όντως με ζωή & φως την Χθόνα όπως κοσμούν με τα ζωτικά και δημιουργικά συνθήματα των Θεών τα αγάλματα οι τελεστές.

Και τότε ξένο θαύμα εν ουρανώ και επι γης γίνεται, ότι θεός επι γής αμα και άνθρωπος εν ουρανώ.

Τουτέστιν άπασες οι εν τη γενέσει τετελεσμένες-τέλειες λογικές & αΐδιες ψυχές, οι κατά θέση Ήρωες-Δαίμονες-Άγγελοι, είναι ψυχικώς θεοί επι Χθονί.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι Αβατάρ ή Αβατάρα, (σανσκριτικά: अवतार, Avatāra)

Διότι : οι σοφοί & θείοι άνδρες είναι θεοί ως προς τους ανθρώπους.[8] Εξ ου και : την θεόσδετον δύναμη την φέρουν καλλίτερα οι σοφοί.[9] Μάλιστα : στον σοφό άνθρωπο ο θεός δίνει εξουσία θεού. Και ο άνθρωπος καθαίρεται με την απόκτηση της περί τον θεό επιστήμης και, ορμώμενος εκ του θεού, δικαιοπραγία επιδιώκει.[10]

Μάλιστα : ο Πλάτων και αυτά που μετέχουν στους θεούς με τα ίδια ονόματα τα τιμά και τα επονομάζει. Έτσι και τη “θεία ψυχή”, όχι μόνον στους «Νόμους» ο Αθηναίος ξένος, αλλά και εν τω «Φαίδρω» Σωκράτης την αποκαλεί θεό. Λέγει ότι όχι μόνον “των θεών οι ίπποι και οι ηνίοχοι είναι και οι ίδιοι αγαθοί και έχουν αγαθή προέλευση” [246.a.6 ] αλλά και ότι “είναι εναργέστερη από τους άλλους και αυτός είναι ο βίος των θεών” [248.a.1]. Και όλα αυτά δεν είναι θαυμαστά, καθώς αυτά που πάντα είναι ενωμένα με τους θεούς και συμπληρώνουν με αυτούς μια σειρά/βαθμίδα, είναι θεμιτό να προσονομάζονται Θεοί. Αλλά και τους Δαίμονες που είναι κατά την ουσία τους δεύτεροι των Θεών, και έλαβαν υπόσταση περί τους Θεούς, σε πολλά σημεία τους προσαγορεύει Θεούς. Γιατί και στον Φαίδρο και στον Τίμαιο και σε άλλα εκτίνει ευρέως επωνυμία των θεών και μέχρι τους Δαίμονες. Αυτό που είναι παραδοξότερο από αυτό, είναι ότι δεν απαξίωσε να προσαγορεύσει και κάποιος ανθρώπους Θεούς. Όπως στον «Σοφιστή, 216.a» αποκαλεί θεό τον Ελεάτη ξένο. Δηλαδή άλλος είναι “πλς θες” (=απόλυτα), άλλος “καθ νωσιν”, άλλος ο “κατ μθεξιν”, άλλος ο “κατ συναφν” και άλλος ο “καθ μοωσιν”. Γιατί καθένας από τους υπερούσιους θεούς είναι πρώτως Θεός, καθένας από τους νοητικούς είναι καθ’ ένωσιν, κάθε μια από τις θείες ψυχές είναι θεός κατά μέθεξη, οι Δαίμονες είναι Θεοί κατά την συνάφια τους με τους Θεούς, και οι ψυχές των ανθρώπων λαμβάνουν αυτή την προσηγορία κατά μέθεξιν. Καθένα από αυτά, όπως ειπώθηκε, είναι περισσότερο θείο παρά Θεός, γι’ αυτό ο Αθηναίος ξένος αποκάλεσε και τον ίδιο τον νου θείο. Το θείο είναι δεύτερο της πρώτιστης θεότητας, όπως δηλ. και το ενωμένο είναι δεύτερο του Ενός, και το νοητικό δεύτερο του Νοός, και το εμψυχωμένο της ψυχής και αεί προηγούνται τα ενοειδέστερα και απλούστερα, και τελειώνει η σειρά των Όντων στο ίδιο το υπερούσιο & αμέθεκτο Εν/Αγαθό.[11]

Οι ανθρώπινες δηλ. ψυχές που στολίστηκαν με την αλήθεια και την αρετή ονομάζονται κατά θέση δαίμονες ως δαήμονες και επιστήμονες του θείου. Δηλ. το τρίτο αυτό φως, οι άνθρωποι, είναι όντως φως όταν στολίζονται με τις 4 τετράδες των αρετών.

Κατά την έννοια ότι : κατά πως έλεγαν και οι Πυθαγόρειοι – θα τιμήσεις άριστα τον Θεό αν εξομοιώσεις την διάνοιά σου με τον θεό και η διαρκώς εδρεωμένη ένθεη σκέψη μας συνάπτει με τον θεό. Γιατί είναι ανάγκη το όμοιο να πηγαίνει στο όμοιο, για αυτό και μόνο ο σοφός λέγεται Ιερέας, μόνος αυτός είναι θεοφιλής, μόνο αυτός ξέρει να προσεύχεται. Γιατί ξέρει να τιμά μόνο εκείνος που δεν συγχέει την αξία όσων τιμώνται και που πριν από όλα προσφέρει τον εαυτό του σαν ιέρειο και τεκταίνει την ψυχή του σε θείο άγαλμα και σε υποδοχή του θείου φωτός τον νου του κατασκευάζει. Γιατί τι παρόμοιο θα προσφέρεις από τα συνηθισμένα υλικά, το οποίο θα το κάνεις άγαλμα ταιριαστό στο θεό ή δώρο που να μπορεί να ενωθεί μαζί του : Αυτά, λοιπόν, είναι ανάγκη να συμβαίνουν στην λογική ψυχή που καθάρθηκε. Γιατί, όπως λένε οι Πυθαγόρειοι, ο θεός δεν έχει πάνω στην γη τόπο καταλληλότερο από την καθαρή ψυχή. Και ο δελφικός θεός συμφωνεί λέγοντας : “Με τους ευσεβείς βροτούς χαίρομαι τόσο, όσο με τον Όλυμπο. [12]

Τουτέστιν:  σεβόμεθα τον θεό κατά πως πρέπει, όταν τον εν ημίν νου τον καθιστούμε καθαρό από πάσα κακία σαν από είδους κηλίδας. Κοσμούμε το ιερό με αναθήματα, την δε ψυχή με μαθηματικά. Και όπως προ των Μεγάλων Μυστηρίων παραδείδονται τα Μικρά Μυστήρια, έτσι και πριν την Φιλοσοφία η Παιδεία.[13]

Δηλ. : τον Θεό θα τον τιμήσεις με τον καλύτερο τρόπο, όταν εξομοιώσεις τη διάνοιά σου με αυτόν, κάτι που επιτυγχάνεται με την αρετή και μόνο. Διότι μόνο η αρετή έλκει την ψυχή προς τα επάνω, προς τα συγγενικό της στοιχείο. Μετά τον Θεό, δεν υπάρχει τίποτα μεγάλο εκτός από την αρετή. Μεγαλύτερο από την αρετή είναι ο Θεός. Και ο Θεός στηρίζει τον άνθρωπο που πράττει τα ωραία. Αντίθετα των κακών πράξεων πρωτεργάτης είναι ο κακός Δαίμων. Η πονηρή ψυχή λοιπόν απομακρύνεται από τον Θεό, δεν δέχεται την ύπαρξη της θείας πρόνοιας και αποστατεί με κάθε τρόπο από τον θείο νόμο, τον τιμωρό των κακών. Η ψυχή, όμως, του σοφού εναρμονίζεται με τον θεό, με τον θεό που αεί τον ορά, και συνυπάρχει πάντοτε με αυτόν. Επειδή δε ο άρχων χαίρεται με τον αρχόμενο έτσι και ο Θεός κήδεται και προνοεί για τον σοφό, και δια τούτο μακάριος ο σοφός διότι επιτροπεύεται υπό του θεού. Ο θεός δεν θεωρεί πολύτιμα τα λόγια του σοφού αλλά τα έργα του. Διότι ο σοφός άνθρωπος, και σιωπηλός όταν είναι, τιμά τον θεό, ενώ ο αμαθής & ευχόμενος & θύων μιαίνει το θείο. Μόνο ο σοφός άνθρωπος λοιπόν είναι ιερέας, μονό αυτός είναι θεοφηλής, μόνο αυτός ξέρει να (προσ)εύχεται. Και ο σοφία ασκών επιστήμη ασκεί την περί θεού, όχι λιτανεύων αεί και θύων αλλά δια των έργων του την προς τον θεό ασκών ευσέβεια.[14]

Τουτέστιν : ναι μεν το θείο είναι πανταχού και με κάθε τρόπο παρών, αλλά μονάχα του σοφού ανθρώπου η διάνοια έχει κατεξοχήν καθιερωθεί ως ναός του, και η πρέπουσα τιμή προς το θείο αποδίδεται από εκείνον που τον γνωρίζει καλύτερα. Και αυτός, φυσικά, είναι μόνο ο σοφός, που δια της σοφίας του τιμά το θείο, και δια της σοφία του κοσμεί για αυτό εν τη σκέψη του το ιερό έμψυχο άγαλμα, τον νου του, του απεικονιζόμενου αγάλλοντος θεού. [15]

Άλλωστε : ο εν ημίν νους είναι Διονυσιακός και όντως άγαλμα του Διονύσου. Όποιος λοιπόν πλημμελή απέναντί του και διασπά την αμέριστη φύση του Τιτανικώς δια του πολυσχιδούς ψεύδους, αυτός είναι φανερό ότι αμαρτάνει προς τον Διόνυσο, περισσότερο από ότι αυτοί που πλημμελούν στα εκτός του Θεού αγάλματα, καθόσον ο νους είναι συγγενικός προς το θεό περισσότερο από όλα τα άλλα.[16]

Μάλιστα : ο μεν πρώτιστος Βάκχος είναι ο Διόνυσος, ενθουσιών με βήμα & ιαχή, ο οποίος είναι πάσα κίνηση, και ο αίτιος της, όπως λέγει ο Πλάτων στους “Νόμους, 672a5-d4”. Ο στον Διόνυσο καθιερωθείς & ομοιωθείς με αυτόν μετέχει και του ονόματος.[17]

Οι Ινδοί λατρεύουν κυρίως την Τριμούρτι.

  • Trimurti (Sanskrit : त्रिमूर्ति ) : Brahma (Sanskrit: ब्रह्मा ), Vishnu (Sanskrit: विष्णु ) and Shivaiva/Mahadeva (Sanskrit : शिव ) Deva.

Όμως : Ο παντοκράτωρ Ήλιος, Αυτός που είναι η του Κόσμου Δύναμη, το του Κόσμου Φως, του του Κόσμου Πνεύμα, Αυτός που είναι το ουράνιο Φως, το Φως της Ζωή, είναι εις αμά και 3εις, είναι 3είς άμα και είς, ήτοι είναι:

  • ο Πηγαίος & Κοσμαγός βασιλέας Ζευς, ήτοι ο καθαυτό Ήλιος, ο Βασιλέας Ήλιος.
  • ο Υπερκόσμιος Απόλλων, ήτοι ο εν τω μέσω ενιδρυμένος Ήλιος.
  • ο Ζαγρέας Διόνυσος, ο υπερκόσμιος & μεθεκτός του Κόσμου νους, ήτοι ο διηρημένος περί τον Κόσμο Ήλιος.[18]

Εξ ου και : ο Ορφέας τοποθετεί επι τον βασιλέα Διόνυσο την Απολλωνιακή μονάδα, η οποία τον αποτρέπει από την πρόοδο προς το Τιτανικό πλήθος και από την απομάκρυνσή του από τον βασιλικό θρόνο του Διός και τον φρουρεί άχραντο εν τη ενώσει, συνάγει δηλ. την Διονυσιακή διαίρεση και ο ίδιος ο Απόλλων στέκεται παρά του Πατρός Διός.[19]

Μάλιστα : ο Απόλλων επιστρέφει τις Ηλιακές Αρχές σε μια ένωση, κατέχοντας την τρίπτερον Αρχή, όπως λέγει το Χαλδαϊκό Λόγιο/Χρησμός (απ. Νο.36).[20] Άλλωστε : ο της ενώσεως αίτιος και ο το πλήθος ανάγων στο Εν σημαίνεται ότι Απόλλων είναι. [21]

Περί αυτού ας φέρουμε μάρτυρες τους των Κυπρίων ιερείς, οι οποίοι αποφαίνονται κοινούς βωμούς στον Ήλιο και στον Ζεύς, αλλά και πριν από αυτούς ας επικαλεστούμε τον Απόλλωνα συνδεδρεύονται τω Ηλίω – γιατί τούτος ο Θεός δηλώνει : “Είς Ζευς, εις Άδης, είς Ήλιος, είναι ο Σάραπις-Διόνυσος”, κοινή, λοιπόν, ας εκλάβουμε, ή ορθά μια, Ηλίου και Διός εν τοις νοεροίς θεοίς την δυναστεία. Ο Ορφέας ξεκάθαρα δηλώνει ότι : “ο Ήλιος τον οποίο αποκαλούν Διόνυσο”. Αυτός ο στίχος είναι σαφέστερος. Ένας άλλος, όμως, στίχος του Ορφέα είναι ακόμη πιο σαφής : “Είς ο Ζεύς, είς ο Άδης, είς ο Ήλιος, είς ο Διόνυσος”. Όθεν νομίζω και ο Πλάτων αποκάλεσε τον Άδη φρόνιμο θεό. Τον ίδιο αποκαλούμε και Σάραπη, τον ἀιδῆ δηλώνοντας και νοητικό, για τον οποίο λέγει ότι άνω πορεύονται οι ψυχές των άριστα βιωσάντων και δικαιότατα. Και μην τον εκλάβει κανείς τούτον, όπως οι μύθοι μας φρίττουν, αλλά πράον & μειλίχιο θεό, αφού απολύει παντελώς της γενέσεως τις ψυχές, όχι αφού λύσει αυτές εκ των σωμάτων σε έτερα να τις συνδέει κολάζοντάς τες και πράττοντας δίκες, αλλά οδηγώντας τες και ανατείνοντάς τες επί τον νοητό Κόσμο.[22]

Τουτέστιν :

  • Τριμούρτι : ο Βράχμα, ο δημιουργός & πατήρ Πηγαίος/νοητικός Ζευς ή Βασιλέας Ήλιος, ο Βισνού ή ο εν τω μέσω ενιδρυμένος Υπερκόσμιος Ήλιος ή Απόλλων, και ο Σίβα ή ο περί τον Κόσμο διηρημένος Ήλιος ή Υπερκόσμιος Διόνυσος Ζαγρέας.

Βέβαια :  το της ψυχής βάθος είναι τριμερές. Το ακρότατο μέρος της, που είναι ενωμένο με τα νοητά λέγεται νόηση. Το έσχατο, που γνωρίζει τα αισθητά δια της κοινής αίσθησης, λέγεται δόξα (δοξασία). Το δε μεσαίο, που εκ φύσεως πορεύεται άλλοτε ψηλά και άλλοτε χαμηλά, λέγεται διάνοια. Και μέχρι τούτα είναι ο άνθρωπος, δηλ. μέχρι τον νου, την διάνοια και την δόξα(σια). Μετά από αυτά βρίσκεται το ζώο. Γιατί η φύση του ζωώδους μέρους είναι πολυποίκιλη, ενώ η φύση του ανθρώπου ανήκει στη θεϊκή περιοχή. Και μεν επιθυμητικό είναι πολυκέφαλο θηρίο, το δε θυμοειδές είναι λεοντώδης, ενώ ο Λόγος είναι ο αληθινός άνθρωπος. Υπάρχει όμως και άλλος άνθρωπος θεϊκότερος, ο νοητικός, τον οποίον “αυτοάνθρωπο” λέγουν οι των Ειδών φιλοθεάμονες. Είναι λοιπόν τριών ειδών οι άνθρωπος. Άλλος είναι νοητικός και μονοειδής, άλλος λογικός τριμερής και τριδύναμος, ο δε αισθητικός πολύμορφος και παντοδαπός. Και αυτό που (συ)λογίζεται και στοχάζεται είμαστε εμείς. Κατέχουμε τα Είδη/Ιδέες με δύο τρόπους, μέσα στην ψυχή ανεπτυγμένα και χωρισμένα, και μέσα στον νου όλα μαζί. Και άλλος είναι ο κατά μέθεξη νους, που δικαιότερο είναι να τον αποκαλούμε νοητική φώτιση, και άλλος ο ουσιώδης. Κατά μέθεξη νους είναι αυτός τον οποίο έχει η ψυχή και ο οποίος αποτελεί κατοχή όλων των αγαθών που κατέρχονται στην ψυχή από τον νου. Και ο ουσιώδης νους είναι δυο ειδών, ένας αμέθεκτος και ένας άλλος μεθεκτός που τον καλούμε μερικό νου. Και έχουμε αυτόν τον νου όλοι από κοινού και καθένας χωριστά στον βαθμό που καθένας τον έχει ολόκληρο. Και τα ψυχικά Είδη συμπληρώνουν την ουσία μας, ενώ τα νοητικά μας συμπληρώνουν και μας κοσμούν. Και τα νοητικά Είδη είναι ενωμένα, ενώ τα ψυχικά Είδη είναι διαιρεμένα. Έχουμε όμως και τον Θεό ως αυτόν που επιβαίνει στην νοητή Φύση.[23]

Δηλ. : ο άνθρωπος ταυτίζεται με την λογική ψυχή και, όταν συλλογιζόμαστε, είμαστε αληθινά εμείς, επειδή οι λογισμοί είναι ενέργειες της ψυχής. Πως σχετιζόμαστε με τον νου ; Ονομάζω νου όχι την έξη που έχει η ψυχή λόγω αυτού αλλά τον ίδιο τον νου. Αλλά ακόμα και ο νους που κατέχουμε είναι υπεράνω ημών. Τον κατέχουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι από κοινού. Από κοινού, επειδή είναι ένας και αδιαίρετος και παντού ο ίδιος. Ο καθένας ξεχωριστά, επειδή ο καθένας τον κατέχει ολόκληρο στην λογική ψυχή. Έχουμε επίσης και Είδη με δύο τρόπους, στην ψυχή ανεπτυγμένα και η ξεχωριστά και στον νου όλα μαζί. Τον Θεό πως ; Ως μια αρχή η οποία ίπταται πάνω από την νοητή Φύση και από την όντως ουσία, ενώ εμείς είμαστε στην τρίτη θέση.[24]

Τουτέστιν : ο εν ημίν νους είναι Διονυσιακός και όντως άγαλμα του Διονύσου. Όποιος λοιπόν πλημμελή απέναντί του και διασπά την αμέριστη φύση του Τιτανικώς δια του πολυσχιδούς ψεύδους, αυτός είναι φανερό ότι αμαρτάνει προς τον Διόνυσο, περισσότερο από ότι αυτοί που πλημμελούν στα εκτός του Θεού αγάλματα, καθόσον ο νους είναι συγγενικός προς το θεό περισσότερο από όλα τα άλλα.[25]

Ο στροφή του όμματος της λογικής & αΐδιας ψυχής – της Διάνοιας – προς αυτόν τον νου, τον υπερκόσμιο & μεθεκτό νου του Κόσμου, τον οποίο στον βαθμό που από κοινού τον κατέχουμε όλες οι λογικές & αΐδιες ψυχές– απάντων των σφαιρών, ήτοι ηλιακές, σεληνιακές, χθόνιες κτλ. απάντων των τομέων/συμπάντων του Κόσμου – ονομάζεται Διόνυσος Ζαγρέας και στον βαθμό που τον κατέχουμε ο καθείς ξεχωριστά ονομάζεται Εμμανουήλ – εξ ου και λέμε ότι «ο εν ημίν νους είναι Διονυσιακός και όντως άγαλμα του Διονύσου. Όποιος λοιπόν πλημμελή απέναντί του και διασπά την αμέριστη φύση του Τιτανικώς δια του πολυσχιδούς ψεύδους, αυτός είναι φανερό ότι αμαρτάνει προς τον Διόνυσο, περισσότερο από ότι αυτοί που πλημμελούν στα εκτός του Θεού αγάλματα, καθόσον ο νους είναι συγγενικός προς το θεό περισσότερο από όλα τα άλλα[26]  – την καθιστά νοητική και μέσω αυτού θεάται τα νοητά. Εξ ου και ο Σωκράτης στον “Φαίδρο” λέγει πως ο επιμέρους νους θεάται τον “υπερουράνιο τόπο”. Γιατί αυτός είναι “ο κυβερνήτης της ψυχής“.

Δηλ. : η λογική & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, έχει δύο μέρη : τη διάνοια και την δόξα. Η διάνοια επίσης χωρίζεται σε κατώτερο μέρος που λέγεται διάνοια και σε ανώτερο που λέγεται νους. Με αυτόν το νου, η λογικής & αΐδια ψυχή, γίνεται νοητική και για αυτό ονομάζεται και εν δυνάμει νους. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μέρος της, πάνω και από το νου της, που είναι η κορυφή και το ενικότατον της υπάρξεως της λογικής & αΐδιας ψυχής και αυτό είναι που θέλει τα αγαθά για όλα τα μέρη και αεί προσφέρει τον εαυτό του στους υπερούσιους, μεθεκτούς και αυτοτελείς Θεούς/Ενάδες/Αγαθότητες, και αν εκείνοι βούλονται τούτο το μέρος της λογικής & αΐδιας ψυχής το καθιστούν έτοιμον. Αυτό το μέρος της λογικής ψυχής λέγεται “Εν” ολόκληρης της ουσίας της λογικής & αΐδιας ψυχής και φέρει ίνδαλμα του υπερούσιου “Εν-Αγαθού” ή πρώτου Θεού ή ορφικώς λεγομένου Χρόνου και ενίζει πάσα την λογική & αΐδια ψυχή.[27]

Δηλ. : κυβερνήτης της λογικής & αΐδιας ψυχής είναι το “Εν” ολόκληρης της ουσίας της και ηνίοχος της ο εν ημίν νους της – το Εν του νοός της. Το Εν ολόκληρης της ουσίας της λογικής & αΐδιας ψυχής ενώνεται εκ φύσεως με τους Θεούς. [28]

Γιατί : το “Εν” της λογικής & αΐδιας ψυχής, του καθαυτό ανθρώπου, δύναται και συνδέεται με τα πρώτα νοητά. Ο δε κατ’ ενέργεια νους είναι υπεριδρυμένος πάνω από την λογική & αΐδια ψυχή και αεί θεάται τα Όντα, αλλά αυτό θα συμβεί αν στραφούμε προς αυτόν τον νου. Η δε ύπαρξη της ψυχής, το “Εν” της ψυχής , κυρίως ενθουσιά, όταν τo “της Αλήθειας” θεωρεί το “πεδίο”.[29]

Δηλ. : υπάρχει κάτι το νοητό, που αναγκαία σε νοεί με το άνθος του νοός του. Αν γείρεις τον νου σου προς αυτό και νοήσεις εκείνο το νοητό σαν να νοείς κάτι συγκεκριμένο, δεν θα νοήσεις εκείνο. Υπάρχει αλκής αμφιφαούς δυνάμεως που αστράφτει νοητικές τομές. Που όχι αναγκαία σφόδρα νοεί το νοητό εκείνο, αλλά η επί τα πάντα τον εαυτό της διατείνουσα φλόγα του επί τα πάντα τον εαυτό του διατείνων νοός μετρά τα πάντα πλην το νοητό εκείνο. Χρειάζεται τούτο να το νοήσεις όχι ατενώς, αλλά φέρνοντας το αγνό όμμα της ψυχής που έχει αποστραφεί από εκείνο τείναι τον κενό νου στο νοητό, για να μάθεις το νοητό, επειδή υπεράνω του νοός υπάρχει.[30]

Τουτέστιν : η ψυχή για έκαστο νοούμενο πράγμα έχει την κατάλληλη δύναμη, για τα μεν αισθητά την αίσθηση, για τα διανοητά την διάνοια και για τα νοητά τον νου. Δηλ. αν και νοητός ο Θεός, δεν είναι αντιληπτός από τον νου της λογικής & αΐδιας ψυχής, αλλά από το άνθος του νοός της μόνο. Άνθος δε του νου της λογικής & αΐδιας ψυχής είναι η ενιαία της δύναμη. Επειδή όμως ο Θεός κυρίως είναι Εν-Αγαθό, δεν μπορεί η λογικής & αΐδια ψυχή, ο καθαυτό άνθρωπος, να αποκτήσει πείρα του Θεού δια του νοός της, αλλά δια της ενιαίας δυνάμεως της. Καθώς το πρώτιστο Εν-Αγαθό, το υπερούσιο & αμέθεκτο δεν είναι αντιληπτό ούτε από την διάνοια της ψυχής ούτε από τον νου της και το Εν αυτού αλλά μόνο από το Εν ολόκληρης της ουσίας της λογικής & αΐδιας  ψυχής ή καθαυτό ανθρώπου.[31]

Εξ ου και : όταν η ψυχή στέκεται στην διανοητική της ικανότητα, αποκτά την επιστήμη των όντως Όντων. Όταν δηλ. εδραιώσει τον εαυτό της στο νοητικό μέρος της ουσίας της – στην νόηση, νοεί τα πάντα με απλές και αδιαίρετες συλλήψεις. Όταν, όμως, ανατρέξει στο “Εν” της και συμπτύξει όλο το πλήθος που έχει μέσα της, ενθεαστικώς ενεργεί και συνδέεται με τις υπάρξεις που βρίσκονται υπεράνω του Νοός ή νοητού πλάτους – με τους υπερούσιους, αυτοτελείς & μεθεκτούς Θεούς/Αγαθότητες/Ενάδες. Γιατί παντού το όμοιο συνδέεται εκ φύσεως με το όμοιο, και κάθε γνώση μέσω της ομοιότητας αυτόν ο οποίος κατανοεί με αυτό που γίνεται κατανοητό, αυτόν ο οποίος αισθάνεται με αυτό που γίνεται αισθητό, αυτόν ο οποίος συλλογίζεται με αυτό που γίνεται αντιληπτό από τον συλλογισμό, αυτόν ο οποίος νοεί με αυτό που νοείται, ώστε συνδέει και το άνθος του Νου με αυτό που βρίσκεται πριν από τον Νου. Γιατί δεν είναι ο νους το κορυφαίο, αλλά η αιτία που βρίσκεται πάνω από τον Νου, έτσι και στις ψυχές το πρώτο είδος ενέργειας δεν είναι νοητικό αλλά θειότερο του νου. Και κάθε ψυχή και κάθε νους έχει δυο ειδών ενέργειες, άλλες ενιαίες και ανώτερες από τη νόηση, και άλλες νοητικές. Πρέπει, λοιπόν, να νοήσουμε εκείνο το νοητό σύμφωνα με τη φύση και την ύπαρξη του, κλείνοντας τα μάτια σε όλες τις άλλες ζωές και δυνάμεις. Γιατί, όπως προσεγγίζουμε τον Νου “νοειδεῖς γιγνόμενοι”, έτσι ενοειδής γινόμενοι ανατρέχουμε στην ένωση. Δηλ. το να νοήσουμε εκείνο το νοητό δεν είναι νόηση. Τουτέστιν εάν στηριχτείς σε νοητικές προσπάθειες για να έρθεις σε επαφή με εκείνο, και έτσι εκείνο νοήσεις, το νοητό σαν να νοείς κάτι συγκεκριμένο, δηλαδή συλλαμβάνοντας το άμεσα σύμφωνα με το μέτρο κάποιου Είδους και κάποιας γνώσης, δεν θα νοήσεις εκείνο. Γιατί, ακόμα και αν αυτές οι νοήσεις είναι απλές, υπολείπονται από την ενιαία απλότητα του νοητού και οδηγούνται σε κάποιες κατώτερες νοητικές φύσεις οι οποίες προχώρησαν ήδη σε πλήθος. Γιατί κανένα γνωστικό αντικείμενο δεν αναγνωρίζεται από μια κατώτερη γνώση. Ούτε λοιπόν αυτό που βρίσκεται πάνω από τον Νου αναγνωρίζεται μέσω του νου. Γιατί με το που ο νους συλλάβει κάτι, λέει ότι αυτό που νοεί είναι έτσι και αλλιώς, πράγμα που είναι κατώτερο από το νοητό. Με το άνθος του νου που βρίσκεται μέσα μας νοούμε αυτό το νοητό που βρίσκεται εδραιωμένο στην κορυφή της πρώτης νοητής τριάδας – με την κορυφή της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών : με τον Αιθέρα της τριάδας Αιθήρ-Χάος-Ωό. Δηλ. με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα –, με το «Ένα-ΟΝ» που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την 1η  νοητή Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό, αλλά δεν μπορούμε να  συνδεθούμε με το Ένα το οποίο δεν συντάσσεται με τίποτα και είναι αμέθεκτο. Γιατί ο πρώτος “Πατήρ” λέγεται ότι αρπάζει τον εαυτό του μακριά από τον νου και από τη “Δύναμη”, είναι αυτός που εξυμνείται ως θεός των πάντων. Όμως έχει ειπωθεί για τον πρώτο Πατέρα: “Και πρώτη δύναμη του Ιερού Λόγου”, ποιος όμως είναι εκείνος που βρίσκεται πάνω από αυτόν και στον οποίο μετέχει και έτσι λέγεται ιερός ; Και αν αυτός που αποκαλύπτει κάποιον που είναι πιο άρρητος ονομάζεται Λόγος, πρέπει πριν από τον Λόγο να υπάρχει η σιγή που έδωσε υπόσταση στον Λόγο, και πριν από κάθε τι ιερό να υπάρχει η αιτία που το θεοποιεί. Έτσι, τα όσα βρίσκονται μετά τα νοητά είναι Λόγοι των νοητών που είναι “συν-αθροισμένα”, έτσι και ο Λόγος που βρίσκεται μέσα στα νοητά και που έλαβε υπόσταση οπό κάποια άλλη πιο άρρητη Ενάδα, είναι Λόγος της πάνω από τα νοητά σιγής. Και επειδή τα νοητά είναι απόκρυφα, ο Λόγος αυτός είναι σιγή.[32]

Δηλ.  : δεν είναι ίδιο το άνθος του νου της ψυχής και το άνθος ολόκληρης της ψυχής μας. Αντιθέτως, το ένα είναι το ενοειδέστατο μέρος της νοητικής ζωής μας, ενώ το άλλο είναι το “Εν” όλων των ψυχικών δυνάμεων μας που είναι πολύμορφες, μιας και δεν είμαστε μόνο νους αλλά και διάνοια και δόξα και προσοχή και προαίρεση, και πριν από αυτές τις δυνάμεις υπάρχει η ουσία που είναι μια και πολλή, διαιρετή και αδιαίρετη. Καθώς λοιπόν το “Έν” είναι δυο ειδών, και καθώς το ένα είναι το άνθος της πρώτης δύναμής μας – της νοήσεως, ενώ το άλλο είναι το κέντρο ολόκληρης της ουσίας μας και των κάθε λογής δυνάμεως που υπάρχουν γύρω μας, μόνο το πρώτο μας συνδέει με τον Πατέρα των νοητών. Γιατί είναι νοητικό «Έν” και νοείται και εκείνο από τον πατρικό νου με βάση το “Έν” που αυτός έχει μέσα του. Μόνο το “Εν” όμως στο οποίο συγκλίνουν οι δυνάμεις της ψυχής μπορεί από την φύση του να μας φέρει κοντά σε εκείνο που βρίσκεται επέκεινα πάντων των όντως Όντων, καθώς ενοποιεί όλα όσα έχουμε εντός μας. Με αυτό είμαστε ως προς την ουσία μας ριζωμένοι μέσα σε εκείνο, ακόμα κι αν απομακρυνθούμε, δεν θα αποκοπούμε από την αιτία μας.[33]

Δηλαδή :  “το άνθος” της αΐδιας & λογικής ψυχής διακρίνεται σε δύο είδη, σε αυτό του νου της της αΐδιας & λογικής ψυχής και σε αυτό ολόκληρης της αΐδιας & λογικής ψυχής. Με το πρώτο   – με το άνθος του νοός της – η αΐδια & λογική ψυχή αφενός συνδέεται με τον νοητό Πατέρα – τον Ορφικό Αιθέρα – με το κατά Πλάτωνα «Έν-ΟΝ» – που είναι το πρώτο μέλος της 1ης τριάδας των 3ων τριάδων των νοητών θεών ή αλλιώς με την πρώτη νοητή, υπερούσια, μεθεκτή & αυτοτελής Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό και νοεί τον νου του – το πρώτιστο Ορφικό Ωό ή νοητό νου -, αφετέρου η αΐδια & λογική ψύχη δύναται να νοεί τα πάντα με απλές και αμέριστες συλλήψεις. Με το δε δεύτερο «άνθος» της η αΐδια & λογική ψύχη ενώνεται με τον πρώτο Θεό, με το αμέθεκτο & υπερούσιο Ένα/Αγαθό ή Ορφικό Χρόνο που βρίσκεται υπεράνω ολόκληρης της βαθμίδας του Νοός[34], πάνω δηλ. και από τον πρώτο νοητό Πατέρα της 1ης νοητής τριάδας των 3ων νοητών τριάδων των Νοητών Θεών – πάνω δηλ. και από τον Αιθέρα της Ορφικής τριάδα Αιθήρ-Χάος-Ωό!

Εν ολίγοις ο εν ημίν νους (μας) ή Άτμα ή Εμμανουήλ δια του Διονύσου Ζαγρέα ή Σίβα και αυτός δια του Απόλλωνος ή Βισνού ενώνεται με τον Πατήρ Πηγαίο Ζεύς ή Βράχμα.

Μάλιστα : τον δεσπότη μας τον Διόνυσο οι θεολόγοι πολλές φορές τον αποκαλούν “Οίνο” με βάση τα τελευταία του δώρα, όπως επί παραδείγματι ο Ορφέας στο απ. Νο. 202 λέγει : “Τη ρίζα του Οίνου από μονή που ήταν την έκαναν τριπλή” ή στο απ. Νο. 203 που λέγει ότι : “Του Οίνου όλα τα μέλη λάβε τα με προσοχή και φέρ’ τα μου” ή ακόμη στο απ. Νο. 204 που λέγει “Ήταν οργισμένη με τον Οίνο, τον γιο του Διός”. Αν πάλι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται έτσι, είναι φανερό ότι και οι πρώτες και οι ενδιάμεσες ενέργειές του θα μπορούσαν να πάρουν την ίδια ονομασία με την τελευταία, ώστε ο Σωκράτης του Πλατωνικού “Κρατύλου” αποβλέποντας σε τούτο ακριβώς το στοιχείο ονομάζει τον θεό “Διδοίνυσον”, ξεκινώντας από τον οίνο, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, μπορεί να δηλώσει όλες τις δυνάμεις του θεού. Όπως και στον Πλατωνικό “Φαίδρο” ο Σωκράτης ονομάζει τον μεγάλο Έρωτα με κοινή ονομασία τόσο για τον θεϊκό όσο και για τον σωματικό. Όταν λοιπόν ακούμε περί οίνου πρέπει να σχηματίζουμε την εντύπωση για τον μερικό Νου. Πράγματι, το “οιόνους” δεν είναι άλλο παρά το διαιρεμένο από το όλον και δεκτικό πλέον συμμετοχής νοητικό είδος, που γίνεται “οίον[35] & μονάχο. Ο μεν πλήρης Νους, δηλαδή ο Ζευς, είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Όμως ο μερικός & μεθεκτός Νους του Κόσμου, ο Ζαγρέας Διόνυσος,  είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί ως προς το ένα είδος, εκείνο που προβάλλεται σε αυτόν από όλα, το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό. Τούτο λοιπόν το ιδιαίτερο & διαχωρισμένο από τα υπόλοιπα δηλώνει ο οίνος που σημαίνει τον “οίον” και “τινά” Νουν. Επειδή λοιπόν ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από την Διονυσιακή μονάδα,[36] διαιρώντας από τον καθολικό νου[37] τους μεθεκτούς εν τω Κόσμω νόες[38], και τις πολλές ψυχές  από την μία ψυχή του Κόσμου[39], και όλα τα αισθητά Είδη από τις  ολότητες τους, για αυτό και τον ίδιο τον θεό οι θεολόγοι τον προσονόμασαν “Οίνο”, και ομοίως όλα τα δημιουργήματα του. Διότι όλα είναι γεννήματα του Νου και μετέχουν στην μεριστή διανομή του Νου άλλα από πιο μακριά και άλλα από πιο κοντά. Ανάλογα ενεργεί και ο οίνος όταν εισέλθει στα όντα. Στο σώμα, αφενός, ειδωλικώς, με εικασίες και φαντασία, και στα νοητικά, αφετέρου, κατά τον τρόπο που ενεργεί και δημιουργεί ο νους. Άλλωστε και στον διαμελισμό από τους Τιτάνες μόνο η καρδιά λέγεται ότι έμεινε αδιαίρετη, δηλαδή η αμέριστη ουσία του νου.[40]

Συγκρατούμε παραφραστικώς ότι :

  • <<Ο μεν πλήρης Νους, δηλαδή ο Πηγαίος Ζευς, είναι τα πάντα και ενεργεί ως προς τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ενώ ο μερικός, μεθεκτός και υπερκόσμιος νους του Κόσμου, ο Ζαγρέας Διόνυσος, είναι τα πάντα, αλλά ενεργεί κάθε φορά ως προς το ένα Είδος, εκείνο που προβάλλεται σε αυτόν από όλα, το Ηλιακό, το Σεληνιακό ή το Ερμαϊκό.>>
  • <<Ολόκληρη η μεριστή δημιουργία είναι εξαρτημένη από την Διονυσιακή μονάδα, αυτός διαιρεί από τον καθολικό & αμέθεκτο νου ή Πηγαίο Ζεύς τους μεθεκτούς εν τω Κόσμω νόες, και το πλήθος των θείων ψυχών από την μία θεία του Κόσμου ψυχή, και όλε τα αισθητά Είδη από τις ολότητες τους. Διαιρεί δηλ. ο Ζαγρέας – ο υπερκόσμιος & μεθεκτός νους του Κόσμου – από τον καθολικό νου, από τον Πατήρ αυτού Πηγαίο Ζευς, τόσο τους εγκόσμιους & μεθεκτούς νόες των 7 σφαιρών που αποτελούν το συζυγούν & σύστοιχο πλήθος του υπερκόσμιου & μεθεκτού νοός του Κόσμου ή Ζαγρέως, δηλ. ο ηλιακός, σεληνιακός, χθόνιος κτλ. νους. Δηλ. διαιρεί εκ του Πηγαίου Διός τον Ήλιο, την Σελήνη, την Χθόνα κτλ. Όσο και τους νόες των ανθρώπινων ψυχών>>

Εξ ου και : η Ίπτα, που είναι η ψυχή του Κόσμου και έχει ονομαστεί έτσι από τον Ορφέα επειδή οι νοήσεις της πραγματοποιούνται με ταχύτατες κινήσεις, αλλά και λόγω της ταχύτατης περιφοράς του σύμπαντος, της οποίας είναι η αιτία, έβαλε λίκνο στο κεφάλι της και, αφού το στεφάνωσε με δράκοντα, τον καρδιαίο υποδέχεται Δινυσον. Γιατί με το πιο θεϊκό μέρος της γίνεται υποδοχή της νοητικής ουσίας και υποδέχεται τον εγκόσμιο Νου. Και ο Διόνυσος βγαίνει από τον μηρό του Διός και πηγαίνει σε αυτήν (γιατί ήταν ενωμένος εκεί) και, αφού βγήκε μεθεκτός αυτής έγινε και επι το νοητό αυτήν ανάγει, δηλ. στην πηγή του. Γιατί σπεύδει στην μητέρα των Θεών και στην Ίδη, από την οποία προέρχεται ολόκληρη η σειρά των ψυχών. Για’ αυτό λέγεται ότι η Ίπτα βοήθησε τον Ζευς που γεννούσε. Γιατί, όπως έχει ειπωθεί από τον Πλάτωνα στον “Τίμαiο, 30.b”, “είναι αδύνατον να υπάρξει σε κάτι νους χωρίς ψυχή.[41]

Μάλιστα εκ των λεξικών γνωρίζουμε ότι :

  • <Μηρόσ> = Παρὰ τὸ μέλος, τροπῇ τοῦ ἀμεταβόλου εἰς ἀμετάβολον, καὶ ἐκτάσει τοῦ ε εἰς η· ἢ παρὰ τὸ μέρος, ἢ παρὰ τὸ μείρω, διὰ τὸν μερισμὸν τοῦ σώματος.[42]
  • <Μείρω> = μερίζω.[43]
  • <Μηρόσ> = παρὰ τὸ μερίζω ἔνθα μεμέρισται τὸ σῶμα. ὡς Ἡρωδιανός.[44]
  • <Μηρόσ> = παρὰ τὸ μείρω, τὸ μερίζω, μερὸς καὶ μηρός.[45]
  • <Μηρόσ> = παρὰ τὸ μείρω, τὸ μερίζω, μερὸς καὶ μηρός.[46]

Εξ ου και θείος Ορφέας στον μεν προς τον Σαβάζιο Ζήνα ύμνο του λέγει :

«Άκουσε, πάτερ, Κρόνου υιέ, Σαβάζιε, κύδιμε δαίμον, ο οποίος τον Βάκχο Διόνυσο, τον ερίβρομο, τον ειραφιώτη, τον εγκατέραψες εν τω μηρώ, ώστε να έλθει τετελεσμένος στον αγαθό Τμώλο κοντά στην καλλιπάριον Ίπτα. Αλλά, μακάριε, κυβερνήτη της Φρυγίας, βασιλεύτατε πάντων, ας επέλθεις με ευμένεια επαρωγός για τους μυστιπόλους.»[47]

Ενώ στον προς την Ίπτα ύμνο του ο θείος Ορφέας λέγει :

«Την Ίπταν καλώ, την τροφό του Βάκχου, την ευάδα κόρη, που αγάλλεται με τους μυστηπόλους των νυκτερινών τελετών του αγνού Σάβου και τους χορούς του εριβρεμέτη Ίακχου. Άκουσέ με που εύχομαι, χθόνια μητέρα, βασίλεια, είτε εσύ κατέχεις το αγνό εν Φρυγία όρος της Ίδης ή σε τέρπει ο Τμώλος, το ωραίο θόασμα των Λυδών, έλα προς τις τελετές φανερώνοντας το ιερό πρόσωπο.»[48]

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Δημιουργός & Πατήρ Ζευς ή Βράχμα, έχει εν τω μηρώ του ραμμένο τον Διόνυσο ή Σίβα και για αυτό ονομάζεται Σαβάζιος ο Πατήρ Ζεύς ή Βράχμα, κατά την έννοια της προόδου του νοητικού & αμεθέκτου που προοδεύει σε υπερκόσμιος & μεθεκτός, αυτός είναι ο Ζαγρέας Διόνυσος, ή Σίβα ο του Κόσμου Νους, έπειτα προοδεύει και παράγει το μεθεκτό αλλά υπερκόσμιο άμα και εγκόσμιο πλήθος νοών και τέλος το μεθεκτό αλλά εγκόσμιο πλήθων νοών.

Κατανοούμε δηλ. ότι όντας ο Ζαγρέας Διόνυσος ή Σίβα o είς υπερκόσμιος & μεθεκτός νους του Κόσμου, και επειδή έκαστη μονάδα έχει σύστοιχο πλήθος, ο του Κόσμου μεθεκτός νους νοείται μετά του συζυγούντως & συστοίχου νοητικού αριθμού ή αλλιώς συζυγούντως & συστοίχου πλήθους υπερκόσμιων & μεθεκτών νοών των 7 σφαιρών του σύμπαντα Κόσμου : ήτοι οι Λικνίτης Βάκχος, Λύσιος Βάκχoς, Τριετηρικός Βάκχος, Βασσαρέας Βάκχος Τριετηρικός, Αμφιετής Βάκχος, Περικιόνιος Βάκχος και Ίακχος Βάκχος ή Μίσιδα. Αυτό δε, το του υπερκοσμίου & μεθεκτού νοός του Κόσμου συζυγούν & σύστοιχο πλήθος υπερκόσμιων & μεθεκτών νοών των 7 σφαιρών, δημιουργήθηκε εκ του Πατρός Πηγαίου Διός ή Βράχμα δια του φωτεινού & άγιου Λόγου του ή Ζαγρέως Διονύσου ή Σίβα, ή ορθότερα είναι πρόοδος του Πατρός Διός κατά την έννοια ότι ο υπερκόσμιος & μεθεκτός νους ή Ζαγρέας ή Σίβα διαιρεί εκ του Πατρός του Διός ή Βράχμα τόσο τους εγκοσμίους & μεθεκτούς νόες των 7 σφαιρών όσο και των εγκοσμίων θεών αλλά και των λογικών αΐδιων ψυχών.

Άλλωστε :  Πας νους ή αμέθεκτος είναι ή μεθεκτός. Και αν είναι μεθεκτός, ή υπό των υπερκοσμίων ψυχών μετεχόμενος ή υπο των εγκοσμίων είναι.[49]

Εξήγηση : γιατί παντός του πλήθους των νοών ο αμέθεκτος νους ηγείται, πρώτιστη έχω ύπαρξη. Των δε μετεχόμενων οι μεν την υπερκόσμιον & αμέθεκτον ελλάμπουν ψυχή, οι δε την εγκόσμιον. Γιατί ούτε από του αμεθέκτου νοός το πλήθος το εγκόσμιο των νοών ευθύς προέρχεται, εφόσον οι πρόοδοι γίνονται δια των ομοίων, ομοιότερο δε του αμεθέκτου το χωριστό του Κόσμου από ότι είναι το διηρημένο περί αυτόν. Δεν έλαβε, όμως, υπόσταση μόνο το υπορκόσμιο πλήθος των νοών, αλλά υπάρχουν και εγκόσμιοι νόες, αφού υπάρχει πλήθος και εγκόσμιων θεών, και αφού ο ίδιος ο Κόσμος είναι έμψυχος άμα και έννους. Και αφού η μέθεξη των εγκοσμίων ψυχών στους υπερκόσμιους νόες δια των εγκοσμίων νοών γίνεται.[50]

Δηλαδή ο Ήλιος είναι είς άμα και τρείς άμα και πέντε, τρείς ή πέντε που είναι είς-Εν.

Κατά την θεολογική έννοια τόσο της προόδου του φωτός και της ζωής όσο και του ότι τα αίτια μετέχουν το ένα στο άλλο και υπάρχουν εντός του ενός το άλλο.

Μάλιστα : ο παλαιά ο θεολόγος [ορφ. απ. Νο.71] εντός του Φάνητα την δημιουργική αιτία ανύμνησεν. Γιατί εκεί ο ίδιος ο Μήτις συνεχώς ονομάζεται Διόνυσος, Φάνης & Ηρικεπαίος. Όλα λοιπόν τα αίτια μετέχουν το ένα στο άλλο και υπάρχουν εντός του ενός το άλλο, ώστε και αυτός που λέει ότι ο δημιουργός περιέχει εντός του το υπόδειγμα κατά κάποιο τρόπο ορθά μιλάει, όπως ακριβώς ο θείος Ιάμβλιχος διατείνεται, και αυτός ο οποίος αποφαίνεται δημιουργό το υπόδειγμα, όπως ακριβώς ο γενναίος Αμέλιος. Γιατί έβλεπε ο πρώτος να προϋπάρχει η δημιουργική ιδιότητα εν τω παραδείγματι. Γιατί εκεί βρίσκεται ο προταρχικός Ζευς και για αυτό έκανε τον Φάνη δημιουργό. Ο άλλος έβλεπε εν τω δημιουργώ το υπόδειγμα. Γιατί από αυτόν έχει καταποθεί ο Μήτις. Γι’ αυτό και ταύτισε το δημιουργικό με το υποδειγματικό αίτιο.[51]

Και αυτό κατά την έννοια ότι : παν μετά το Εν ευθύς έχει πλήθους έμφαση. Αλλού όμως είναι κρυφό και ενοειδές, αλλού δε εκφαίνει το πλήθος τους και αλλού δε έχει ήδη προοδεύσει, και η πρόοδος του πλήθους πάλι γίνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και δεν είναι σε όλα ίδιος ο τρόπος της διακρίσεως. Επειδή, όμως, παντού πριν από το πλήθος υπάρχει η μονάδα, πρέπει να εξαρτάμε όλα τα όντα από την οικεία αυτών μονάδα. Γιατί και επι των σωμάτων το όλον προηγείται των μερών, το οποίο είναι και περιεκτικό πάντων των διηρημένων εν τω Κόσμω. Ενώ αυτό είναι συνεχές και όλον, και επι των Φύσεων η μια και όλη Φύση έλαβε υπόσταση προ των πολλών. Γιατί για τούτο βέβαια και οι μερικές Φύσεις, ενώ είναι ενάντιες η μία προς την άλλη, πολλές φορές όμως περιάγονται σε ένωση και συμπάθεια εκ της όλης Φύσεως. Και επι των ψυχών η μονάδα των ψυχών τάχτηκε σε πρεσβύτερη τάξη από τις πολλές, και όλες συγκλίνουν περί αυτήν ως ε κέντρο, οι μεν θείες πρώτες, οι οπαδοί αυτών δεύτερες, οι συνοπαδοί αυτών κατά κάποια 3η τάξη, όπως παρέδωσε ο Σωκράτης εν τω Φαίδρω. Και επι των νοών ομοίως ο ένας και όλος και αμέθεκτος νους, που εκφάνηκε πρώτα από τα ενωμένα Όντα, απογεννά μετά τον εαυτό του άπαν το νοητικό πλήθος και πάσα την αμέριστη ουσία. Πρέπει λοιπόν και πριν από άπαντα τα Όντα να είναι η μονάδα του Όντος, δια της οποίας όλα τα όντα συντάσσονται προς αλλήλα, και οι νόες και οι ψυχές και οι Φύσεις και τα σώματα και παν το λεγόμενο ότι είναι με οποιοδήποτε τρόπο. Γιατί το Εν έχει την εξηρημένη αιτία της ενώσεως, αλλά έκαστο Ον στον βαθμό που είναι ένα ενοποιείται από αυτήν. Και εμείς αναζητούμε, καθόσον είναι όντα ποια συνεκτική και ενοποιός μονάδα τους έλαχε. Γιατί πάσα αριθμός αναρτάται στην οικεία και σύστοιχη μονάδα του, από την οποία έχει και την υπόσταση και την προσηγορία, ούτε από συνωνυμία, ούτε από εικασία και τύχη, αλλά από το Εν και προς το Εν, ώστε και τα όντα είναι εκ μιας μονάδος η οποία λέγεται πρώτος Ον, και λόγω της οποίας είναι και αυτά κατά την τάξη τους και ονομάζονται όντα. Και από αυτήν πάντα τα όντα είναι συμπαθή μεταξύ τους και κατά κάποιο τρόπο τα αυτά καθώς προέρχονται από ένα Ον. Και προς αυτή την ένωση πάντων των όντων αποβλέποντας ο Παρμενίδης αξίωνε να καλούμε Εν το πάν. Κυριότατα και πρώτα παν ότι ενώνεται προς το Εν, και γενικώς το παν. Γιατί τα πάντα, καθόσον μετέχουν του Ενός Όντος, είναι κατά κάποιο τρόπο μεταξύ τους τα αυτά και Εν.[52]

Δηλ. :  ούτε το πλήθος είναι πουθενά ασύντακτο προς το Εν και διασπαρμένο από τον εαυτό του, ούτε το Εν είναι άγονο και έρημο από το προσήκων πλήθος του, αλλά και τούτου ηγείται δευτέρων μονάδων, και το πλήθος έχει την πρέπουσα ένωσή του. Γιατί πάντα τα πλήθη και τα νοητά και τα νοητικά και όσα εν τω Κόσμω ή υπέρ του Κόσμου βρίσκονται, εξαρτώνται από τις οικείες μονάδες και συντάσσονται μεταξύ τους. Οι δε μονάδες πάλι εκ μια μονάδος, ώστε και το πλήθος των μονάδων να μην είναι διαιρεμένο από τον εαυτό του και πλήθος μόνο έρημο της ενώσεως. Γιατί δεν θα ήταν θεμιτό η ενοποιές αιτίες των άλλων να αποσπώνται οι ίδιες μεταξύ τους, ούτε οι ζωοποιές να είναι άζωες, ούτε οι νοοποιές ανόητες, ούτε οι καλλοποιές ακαλλείς, αλλά η πρέπει να έχουν ζωή και νου και κάλλος, ή κάτι θειότερο και κρείττον από αυτά. Ώστε και οι ενοποιές μονάδες των άλλων ή να έχουν και αυτές ένωση μεταξύ τους ή κάτι κρείττον και της ενώσεως. Αλλά τίποτα δεν είναι θειότερο από αυτήν πλην αυτού του Ενός. Αλλά αν το Εν βρίσκεται προ αυτών είναι αναγκαίο να ενωθούν και αυτές. Γιατί αυτά που μετέχουν στο Εν ενώνονται. Και αν ενώνονται, από πού προέρχεται η ένωση ; Όχι από κάπου αλλού αλλά εξ Ενός. Πρέπει λοιπόν οι πολλές Ενάδες να είναι εκ του Ενός, και εξ αυτών τα πλήθη, και τα πρώτα και τα εφεξής και αεί τα μακρινότερα του Ενός να πληθαίνουν περισσότερο από τα προηγούμενά τους, όμως παν πλήθος έχει Ενάδα διττή, την μεν συντεταγμένοι την δε εξηρημένη. Δες λοιπόν αυτό πρώτα επι των Ειδών, για παράδειγμα ο άνθρωπος είναι διττός, ο μεν εξηρημένος ο δε μετεχόμενος. Και πως το καλό είναι διττό, το μεν προ των πολλών, το δε εν τοις πολλοίς. Και πως το ίσον και το δίκαιο είναι διττά. Ο Ήλιος λοιπόν και η Σελήνη και έκαστο από τα άλλα Φυσικά Είδη, έχουν ένα μέρος μέσα σε άλλο και ένα μέρος καθ’ εαυτό – στον εαυτό τους. Γιατί και όσα βρίσκονται μέσα σε άλλα και τα κοινά και μετεχόμενα πρέπει να έχουν προ αυτών αυτό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, και όλως το αμέθεκτο. Πρέπει επίσης το εξηρημένο Είδος και αυτό που βρίσκεται μέσα στον εαυτό του, επειδή είναι αίτιο πολλών να ενώνει και να συνδέει το πλήθος. Και είναι δεσμός των πολλών το εν αυτοίς κοινό, και για αυτό άλλος ο αυτοάνθρωπος και άλλος ο εν τα καθ’ έκαστα, και εκείνος μεν είναι αιώνιος αυτός δε από μία άποψη θνητός, και εκείνος μεν νοητός τούτος δε αισθητός. Όπως λοιπόν έκαστο των Ειδών είναι διττό, έτσι και έκαστο των όλων είναι διττό. Γιατί τα Είδη είναι μέρη κάποιας ολότητας, και άλλο το αμέθεκτο όλον, και άλλο το μεθεκτό όλον, άλλη η αμέθεκτη ψυχή και άλλη η μεθεκτή ψυχή, που η μεν συνδέει το πλήθος των ψυχών, η δε απογεννά το πλήθος. Και άλλος ο αμέθεκτος νους, και άλλος ο μεθεκτός νους, ο μεν παράγων το νοητικό πλήθος ο δε συνέχων. Και άλλο λοιπόν το αμέθεκτο Ον, από το οποίο προέρχονται άπαντα τα Όντα και ο αριθμός των όντων και άλλο το μεθεκτό και “Εν-Ον”. Και το μεν κράτησε τον εαυτό του προ των Όντων το δε μετέχεται από τα Όντα. Πρέπει λοιπόν σε κάθε τάξη των πραγμάτων να νοούμε μια Ενάδα εξηρημένη, και μια άλλη Ενάδα μετά του πλήθους. Έπειτα αυτό το πλήθος καθ’ αυτό χωρίς να μετέχει στην οικεία Ενάδα.[53]

Δηλ. όταν αναφερόμαστε σε ουράνια θεότητα αναφερόμαστε και στο εν ουρανώ θείο & αισθητό σώμα που οράμε εν ουρανώ και στην θεία ψυχή που κατέχει αυτό το θείο & αισθητό σώμα, και κυρίως στον υπερκόσμιο & μεθεκτό εκ των εγκοσμίων νοών Νου που επιβαίνει επι της αυτής θείας ψυχής η οποία κατέχει το εν ουρανώ θείο & αισθητό σώμα που οράμε. Κυρίως η ουράνια θεότητα είναι το «Εν» του Νοός αυτού.

Έτσι πηγή του εν τω Κόσμω φωτός – αισθητού, ψυχικού & νοητικού, είναι το εν ουρανώ θείο & αισθητό σώμα που οράμε εν ουρανώ, η θεία ψυχή που κατέχει αυτό το θείο & αισθητό σώμα και φυσικά η υπερκόσμια, μεθεκτή & αυτοτελείς Ενάδα-Αγαθότητα, δηλ. ο Υπερκόσμιος Πυρσός-Φλόγα, που είναι έκγονο & ανάλογο με το πλατωνικώς λεγόμενο υπερούσιο & αμέθεκτο Εν/Αγαθό ή τον ορφικώς λεγόμενο Χρόνο, αλλά εν τη γενέσει.

Μάλιστα και για να γίνει κατανοητό το όλο θέμα θα αναρωτηθούμε τι και ποιος είναι ο – υπερκόσμιος – Ήλιος στον οποίο αναφερόμαστε ως μονάδα των εγκόσμιων ;

Απάντηση  : Όταν λέμε ότι το υπερούσιο και αμέθεκτο Ένα είναι η πρώτη αρχή το λέμε γιατί χορηγεί στα πάντα το μεγαλύτερο αγαθό, ενοποιόν καθώς είναι των πάντων – εξ ου και λέγεται Ένα. Βέβαια λέμε ότι κάθε αρχή, στον βαθμό που έλαβε αυτή την αξία, μέσα στα όντως Όντα, αποτελεί μια Ενάδα και το ενικότατο σε κάθε τάξη. Όμως τοποθετούμε πρώτα αυτό το αρχικό στοιχείο όχι μέσα στα μέρη αλλά μέσα στα σύνολα, ούτε μέσα σε κάτι από τα πολλά αλλά μέσα στις μονάδες που συγκρατούν το πλήθος. Κατόπιν τα παρατηρούμε κυρίως μέσα στις κορυφές των μονάδων και σε ό,τι ενικότερο υπάρχει εντός αυτών, στον βαθμό που και αυτές είναι ενωμένες με το Ένα και θεοποιημένες και αχώριστες από εκείνη την πρώτιστη αρχή. Επί παραδείγματι βλέπουμε πολλά αίτια του φωτός, άλλα στον ουρανό και άλλα στην υποσεληνια περιοχή. Γιατί και από το ένυλο πυρ και από τη σελήνη και από τα υπόλοιπα άστρα εκπέμπεται διαφορετικό κάθε φορά φως κάτω. Αν όμως κάποιος αναζητήσει τη μια μονάδα κάθε εγκόσμιου φωτός από την οποία και όλα τα άλλα πράγματα είναι φωτεινά και χορηγούν το φως, δεν θα θεωρήσει ότι είναι καμία άλλη παρά η ορατή σφαίρα του Ήλιου. Γιατί αυτή, αφού προέκυψε από κάπου ψηλά, από του κρυφίου και υπερουράνιου Κόσμου, έσπειρε μέσα σε όλα τα εγκόσμια το φως που είναι κατάλληλο για το κάθε πράγμα. Αλλιώς από πού τα άστρα και η σκοτεινιά της ύλης λαμβάνουν το φώς ; Όμως εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα, μπορεί να πούμε αυτό το ορατό σώμα αρχή του φωτός; Η ερώτηση θα πρέπει συμπληρωθεί από την παράμετρο ότι το σώμα είναι διαστατό και διαιρετό και εκπέμπει διαφορετικό φως από κάθε πλευρά του – κάτι που μπορεί ο καθείς να διαπιστώσει – το σώμα ως υπόσταση είναι “πολλά και ένα”. Εμείς όμως αναζητούμε την μια αρχή του φωτός. Μήπως λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε την ψυχή του σώματος αυτού η οποία το καθοδηγεί ως αρχή του φωτός ; Γεννά βέβαια και αυτή φως, όχι όμως το πρωταρχικό. Γιατί και η ψυχή είναι πλήθος, η ψυχή ως υπόσταση είναι “ένα και πολλά”. Μήπως είναι ο νους της ψυχής του Ήλιου η αρχή του φωτός ; Μα και αυτός, παρότι ενοειδέστερος της ψυχής, δεν είναι όμως η καθολική αρχή του φωτός, διότι ο νους ως υπόσταση είναι “ένα-πολλά”. Απομένει λοιπόν το Έν, του νου που αποτελεί την ύπαρξη του και κάτι σαν άνθος αυτού να είναι αυτό η πρώτη αρχή και αυτού του φωτός. Αυτό είναι ο κυρίως Ήλιος, με την κυριολεκτική του έννοια, που βασιλεύει στην περιοχή του ορατού και αποτελεί έκγονο του Αγαθού – κατά πως λέγει  ο Πλάτων στην “Πολιτεία”. Γιατί από εκεί προέρχεται κάθε Ενάδα και κάθε θεότητα προέρχεται από την Ενάδα των Ενάδων και από την Πηγή των Θεών. Και όπως ακριβώς εκείνη είναι η αρχή του φωτός που υπάρχει εκεί για τα νοητά, έτσι λοιπόν και η Ενάδα της ηλιακής τάξεως είναι η αρχή του φωτός που υπάρχει στον Κόσμο για τα ορατά. Αν πρέπει λοιπόν να βρούμε μια αιτία και αρχή ολόκληρου του εγκόσμιου φωτός, πρέπει να βρούμε αυτή την Ενάδα, η οποία αντιστοιχεί στο Έν και είναι εγκατεστημένη με απόκρυφο τρόπο μέσα στο Έν και αδιαχώριστη από αυτό. Καθώς δε αυτή η Ενάδα έχει τοποθετηθεί πριν από τον νου του Ήλιου, μέσα στον νου, στον βαθμό που είναι νους, βρίσκεται το Έν που είναι μεθεκτό από αυτόν και αποτελεί κάτι σαν σπέρμα και ίχνος φυτεμένο εντός του, σπέρμα και ίχνος με το οποίο έχει συνδεθεί με εκείνη την Ενάδα.  Και όχι μόνον αυτό, αλλά και μέσα στην ηλιακή ψυχή. Γιατί και αυτή με το δικό της Έν ανάγεται, μέσω του Ενός που βρίσκεται εντός του νοός της, σε εκείνη την Ενάδα. Παρομοίως και μέσα στο ηλιακό σώμα βρίσκεται κάποια απήχηση της Ενάδας. Γιατί και το σώμα πρέπει να μετέχει στα ανώτερά του με κάποιον τρόπο, στην ψυχή μέσω της ζωής που σπέρνεται μέσα του, στον νου μέσω του Είδους και στην Ενάδα με το Έν που έχει μέσα του, αφού και η ψυχή μετέχει στον νου και στην Ενάδα, και οι μεθέξεις είναι διαφορετικές από αυτά στα οποία μετέχουν. Έτσι η άμεση αιτία του ηλιακού φωτός είναι αυτό το Έν, το οποίο έχει ο Ήλιος μέσω μέθεξης σε εκείνη την Ενάδα.[54]

Βέβαια : θα πρέπει να νοήσουμε τα τέσσερα αυτά. Το υπερούσιο & αμέθεκτο Εν/Αγαθό ως πρώτη αρχή. Τον Φάνητα που είναι πέρας των νοητών θεών αρχή δε των νοητικών εξηρημένη (οι τρείς Νύχτες είναι αρχές ενωμένες με τον Φάνη). Τον Ζευς ως των υπερκόσμιων βασιλέα, πέρας δε των νοητικών θεών. Τον Ήλιο ως βασιλέα του αισθητού. Έκαστος δε τούτων στους κάτω από αυτόν φως ελλάμπει, τουτέστιν αλήθεια την οποία έχει εκ της υπερκείμενης από αυτόν τάξης. Ο Ήλιος επιπέμπει στα αισθητά υπερκόσμιο φως (για αυτό και η ουσία αυτού λέγεται πως είναι από των υπερκοσμίων). Ο Ζευς ελλάμπει φως στα υπερκόσμια νοητικό. Ο Φάνης φως ελλάμπει στους νοητικούς θεούς νοητό. Η δε πάντων αρχή και τους νοητούς θεούς και τα πάντα με το από αυτήν θείο φως πληροί.[55]

Μάλιστα : ότι η δύναμη του Ηλίου ανυψώνεται στην κορυφή όλων των δυνάμεων, το δείχνουν και οι θεολόγοι, ο οποίοι στις τελετές με μια σύντομη προσευχή το αποδεικνύουν λέγοντας : “Ήλιε παντοκράτωρ, Κόσμου πνεύμα, Κόσμου δύναμη, Κόσμου φως. Άλλωστε καθένας από αυτούς του Θεούς (Ήλιος, Απόλλων) είναι ανάλογος με το Αγαθό, και το αισθητό φως και η νοερή αλήθεια είναι ανάλογα με το υπερούσιο φως· και τα τρία αυτά φώτα ακολουθούν το ένα τ’ άλλο, το θείο, το νοητικό και το αισθητό· το αισθητό φτάνει στα αισθητά από τον ορατό Ήλιο, το φως του Απόλλωνος φθάνει στα νοητικά και το φως του Αγαθού στα νοητά.[56]

Κατά την έννοια ότι : στις θεωρούμενες Ορφικές ραψωδίες υπάρχει η περί το πρώτο νοητό θεολογία, την οποία και οι Φιλόσοφοι ερμηνεύουν θέτοντας αντί της μιας των όλων αρχής τον “Χρόνο”, στη θέση των δυο αρχών τον “Αιθέρα” και το “Χάος” και αντί του καθολικού/όντως Όντος το “απλό Ωόν”, δημουργόντας αυτή την πρώτη τριάδα. Στη δε δεύτερη τριάδα βάζουν ως τρίτο μέλος είτε το ”Ωό που κυοφορεί & κυοφορείται τον θεό”, είτε τον “λαμπρό χιτώνα” είτε την “Νεφέλη”, γιατί εκ τούτων ξεπηδά ο “Φάνης”. Άλλοτε πάλι άλλα περί του μέσου φιλοσοφούν. Αυτό, το τρίτο μέλος, όποιο και αν είναι, είναι Νους, ενώ για πατήρ και δύναμη άλλα τινά επινοούν που δεν είναι προσήκοντα του Ορφέως. Στην τρίτη δε τριάδα τοποθετούν τον “Μήτιν” ως Νου, τον “Ηρικεπαίο” ως Δύναμη και τον “Φάνη” ως Πατέρα. Θέτουν, δηλ., την μέση τριάδα κατά τον τρίμορφο Θεό όταν ακόμη κύεται εν τω ωώ. Γι’ αυτό το μέσον πάντα φαντάζει συναμφότερο των άκρων, όπως η μέση τριάδα είναι ωόν άμα και τρίμορφος θεός. Και οράς ότι το μεν ωόν είναι ηνωμένο, ο δε τρίμορφος και όντως πολύμορφος θεός το διακεκριμένον(ο διαχωρισμός) του νοητού, το δε μέσον σε σχέση με το ωόν είναι ηνωμένο ενώ σε σχέση με τον θεό ήδη διακεκριμένο, το δε όλον ας πούμε διακρινόμενον. Ταύτη είναι η Ορφική Θεολογία.[57]

Μάλιστα : το φως,  εκείνο που έχει προαναφερθεί, το υπέρτατο πάντων, του οποίου το όνομα, αφού ο ίδιος ο Ορφέας το άκουσε από τη μαντεία, το είπε, Μήτιν, Φάνητα, Ερικεπαίον, όπερ ερμηνεύεται στην κοινή γλώσσα ως βουλή, φως, ζωοδότης. Έχοντας πει στην αφήγησή του ότι αυτές οι 3εις θείες των ονομάτων δυνάμεις μια είναι δύναμη και κράτος του μόνου θεού, τον οποίο ουδείς ορά, δύναμη της οποίας ουδείς δύναται να γνωρίσει την ιδέα ή την φύση της. Εξ αυτής της δυνάμεως έχουν γεννηθεί τα πάντα, και αρχές ασώματες και ο ήλιος και η σελήνη, οι εξουσίες και όλα τα άστρα και η γη και η θάλασσα, όλα τα ορώμενα εν αυτοίς και τα αόρατα.[58]

Δηλ. έχουμε :

  1. Το υπερούσιο & αμέθεκτο πλατωνικώς λεγόμενο Έν-Αγαθό ή ο ορφικώς λεγόμενος Χρόνος, η των πάντων αρχή που πληροί τους νοητούς θεούς και τα πάντα με θείο φως.
  2. Ο ορφικώς λεγόμενος τρισιπόστατος θεός Φάνης – Ηρικεπαίος – Μήτις : το τέλος των νοητών Θεών και στερεωμάτων άμα και η εξηρημένη αρχή των νοητικών θεών (οι 3 Νύκτες είναι ενωμένες μαζί του : «Τ δ <ξω το ορανο> εσιν α Νκτες, ς κα περουρνιον τπον> καλε» λέγει ο Πλάτων) : αυτός ελλάμπει νοητό φως, τουτέστιν αλήθεια νοητή, στα νοητικά στερεώματα και στους νοητικούς θεούς. Υποστασιοποιείται στο τέλος των νοητών Θεών, δηλ. στην 3η τριάδα τους, το “αυτόζωον” που είναι το νοητό υπόδειγμα που εμπεριέχει τις 4εις νοητές ιδέες. Μάλιστα ο Ορφέας λέει ότι πρώτη αυτή η βαθμίδα αποκαλείται με κάποιο όνομα από τους άλλους Θεούς. Διότι το από αυτήν προερχόμενο φως την κάνει γνωστή στα νοητικά και την ονομάτησε. Λέει μάλιστα ο θεολόγος Ορφέας τα εξής : “τον κλυτόν Μήτιν που φέρει το σπέρμα των Θεών, και Φάνητα πρωτόγονο αποκαλούν οι μακάριοι στον ψηλό Όλυμπο”»[59], ενώ στον προς τον Φάνη ύμνο του λέγει : «Τον Πρωτόγονο καλούμε τον διφυή, τον μέγαν, τον αιθερόπλαγκτον, τον ωιογενή, που αγάλλετε με χρυσές πτερούγες, τον ταυροβοάν, που είναι η γένεση των μακάριων θεών και των θνητών ανθρωπων, το πολύμνηστο σπέρμα, τον πολυόργιον, τον Ηρικεπαίον, τον άρρητο, τον κρύφιο ροιζήτορα, το παμφαές έρνος, ο οποίος απαμαύρωσε όλη την σκοτόεσσα ομίχλη των ομμάτων και δινούμενος άγει στον Κόσμο αγνό & λαμπρός φως με τις ριπαίες των πτερύγων του. Εξ ου και σε καλώ Φάνητα και άνακτα Πρίηπον και ελίκωπο Ανταύγην. Αλλά, μακάριε, πολύμητι, πολύσπορε, βαίνε φανερός για τους μύστες στην αγίαν πολυποίκιλη τελετή.» [60]
  3. Ο Πηγαίος & Κοσμαγός Ζευς : ο βασιλέας των υπερκόσμιων, των υπερκόσμιων άμα και εγκόσμιων θεών και στερεωμάτων, ο οποίος είναι το τέλος των νοητικών Θεών : αυτός ελλάμπει νοητικό φως, τουτέστιν αλήθεια νοητική, στα υπερκόσμια στερεώματα και στους υπερκόσμιους θεούς και στους υπερκόσμιους άμα και αγκόσμιους θεούς. Ο Πηγαίος Ζευς υποστασηοποιείται στην 1η τριάδα των νοητικών Θεών, ως διάνοια του Κρόνου ή θείου νοός, με την Συνοχαία των Ανέμων την Σώτηρα Πηγαία Ρέα ως την Δύναμη του θείου νοός ή Πηγαίου Κρόνου.

Μάλιστα : ούτε οι υπό τον Ζεύς θεοί λέγεται ότι ενώνονται με τον Φάνη, αλλά μόνος ο Ζεύς, και αυτός δια μέσω της Νυκτός.[61]

  1. Ο Πηγαίος Απόλλων ή εν τω μέσω ενιδρυμένος Ήλιος :

Εξ ου σε και προς τον Απόλλωνα Ορφικό, σωζόμενο εκ του Ιωάννη Μάλλαλα, ύμνο λέγεται :

«Ώ άναξ, Λητούς υιέ, εκατηβόλε, Φοίβε κραταιέ, ω δέσποτα, ημέρας υιέ, ο τα πάντα εκ του μάκρωθεν με τις ακτίνες σου τοξεύων, αμίαντε και δυνατέ, πανδερκές, που ανάσσεις σε θνητούς και αθανάτους, ο τα πάντα επιβλέπων, θνητών και αθανάτων βεσιλεύων, Ήλιε που με χρυσές πετάς φτερούγες, Ήλιε που υψώνεσαι στον αέρα με τίμιες φτερούγες. Εισάκουσέ μας, μάκαρ, και σώζε τους μύστες με την ικετηρίδα φωνή.»

  1. Ο Ζαγρέας Διόνυσος ή διηρημένος περί τον Κόσμο Ήλιος : ο υπερκόσμιος βασιλέας του σωματοειδούς & αισθητού Κόσμου : αυτός επιπέμπει υπερκόσμιο φως, τουτέστιν αλήθεια υπερκόσμια, στις εν τη γενέσει λογικές & αΐδιες ψυχές, στα κρείττονα γένη και στους εγκόσμιους θεούς(ουράνιους & υποσελήνιος) – μάλιστα ο Πλάτων, στον “Τίμαιο”, ότι η ουσία του Ήλιου είναι από την Ενάδα-Αγαθότητα-Θεότητα της δημιουργικής τριάδας, ή δημιουργικής Αρχής, των υπερκόσμιων Θεών, δηλ. εκ του υπερκόσμιου Διός Αρχή.

Μάλιστα αφενός : παν το εικονικό και εμφανές του Κόσμου κάλλος εκπέμπεται εκ της ηλιακής σφαίρας. Γιατί οι Δελφοί και η Πυθώ σύμβολο είναι της ηλιακής σφαίρας. Τούτο λοιπόν δηλοί ότι το κατάλληλο σε κατακόσμηση όπερ έστιν το πλημμελώς κινούμενο, ανατεινόμενο επί τον χορηγό του κάλλους, ο οποίος είναι ο βασιλεύς Ήλιος εντός του οποίου είναι και ο Απόλλων, εντεύθεν κατακοσμείται. Γιατί πάσα η γένεσις και ο αισθητός Κόσμος, ο οποίος είναι εικών του νοητού Κόσμου, καλλύνετε και λαμπρύνεται εκ του δεσπότου Ηλίου.[62]

Αφετέρου : διττή είναι η δημιουργία, η μεν αφανής, η δε εμφανής. Και της μεν εμφανούς προΐσταται ο Ήλιος, της δε αφανούς ο Ζεύς.[63] Εξ ου και ο Ορφέας αποκαλεί σε ύμνο του τον Ήλιο «ουράνιο φως», «ζωής φως» και «Κόσμου φως».

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 1/8/2019 : Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας(Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας –  φιλοσοφομεν γνησως τε κα κανς


[1]  Πβλ. Πλάτων «Όροι, 412.e.14 – 413.a.2»

[2]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη 1.21.9. – 1.22.5»

[3]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 3.2.1 – 3.2.6»

[4]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας υπόμνημα, βιβλίο Β’, 1.188.9 – 1.188.11»

[5]  Πβλ. Ιάμβλιχος «Προτρεπτικός επι φιλοσοφία, 11.14 – 11.16»

[6]  Πβλ. Πλάτων «Επινομίδα, »989.b.1 – 989.b.2»

[7]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά χρυσά έπη, 4.1.1 – 4.3.3».

[8]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλια στον Φαίδρο του Πλάτωνα, 253.21 – 253.25»

[9]  Πβλ. Πίνδαρος «5ος Πυθιόνικος, στ. 12 – 13»

[10]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλλαν, 11.11 – 11.13»

[11]  Πβλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, 1.114.24 1.115.23»

[12]  Πβλ. Ιεροκλής «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη 1.17.3 – 1.19.7».

[13]  Πβλ. Ιάμβλχιος «Προτρεπτικός προς Φιλοσοφία, 10.1 – 10.6».

[14]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλλαν, 16.1 – 16.4»

[15]  Πβλ. Πορφύριος «Προς Μαρκέλλαν, 11.1 – 11.9»

[16]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1 – 133.7»

[17]  Πβλ. Δαμάσκιος «Σχόλια στον  Φαίδωνα, 171.1 – 172.6»

[18]  Πβλ. Δαμάσκιος ο σχολάρχης «Εις στο Πλάτωνος “Φαίδωνα, 14.1 – 14.8»

[19]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Αλκιβιάδη Α’”, 83.8 – 83.12»

[20]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια στον του Πλάτωνος Κρατύλο, 174.5 – 174.7»

[21]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια στον του Πλάτωνος Κρατύλο, 174.17 – 174.18»

[22]  Πβλ. Ιουλιανος «Εις τον Βασιλέα Ήλιο προς Σαλούστιον, 10.5 – 10.20»

[23]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στις Εννέαδες του Πλωτίνου, 31.1».

[24]  Πβλ. Πλωτίνος «Εννεάδα 1η : Περί του τι το ζώον και τις ο άνθρωπος, 1.1.7.18 – 1.1.8.23»

[25]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1 – 133.7»

[26]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 133.1 – 133.7»

[27]  Πβλ. Ερμείας, στο «Σχόλια στον πλατωνικό «Φαίδρο, 84.25 – 84.32»

[28]  Πβλ. Ερμείας, «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδρο, 150.24 – 28»

[29]  Πβλ. Ερμείας, «Σχόλια στον πλατωνικό Φαίδρο, 152.8 – 152.25»

[30]  Πβλ. «Χαλδαικά Λόγια, απ. 1»

[31]  Πβλ. Μιχαήλ Ψελλός «Εξήγηση Χαλδαϊκών Λόγω/Χρησμών, 141.23 – 142.2»

[32]   Πβλ. Πρόκλος «Εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.42 – 5.15».

[33]   Πβλ. Πρόκλος «Εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 4.42 – 5.15».

[34]  Νους = νοητό πλάτος = νοητοί Θεοί + νοητοί άμα και νοητικοί Θεοί + νοητικοί Θεοί.

[35]  οἶος, -η, -ον, I. 1. όπως το μόνος, μονάχος, μοναχικός, μολονότι συχνά μπορεί να ερμηνευθεί ως επίρρ., μονάχα, μόνο, σε Όμηρ., Ησίοδ.· οἶος ἄνευθ’ ἄλλων, σε Ομήρ. Ιλ.· με άρνηση, οὐκ οἶος, ἅμα τῷγε…, όχι μόνο, αλλά…, στο ίδ.· το ουδ. οἶον ως επίρρ., στο ίδ. 2. επιτετ. εἷς οἶος, μία οἴη, ένας μόνο, μία μονάχα, σε Όμηρ.· στον δυϊκ., δύο οἴω, στο ίδ.· στον πληθ., δύο οἶαι, σε Ομήρ. Οδ.· σπανίως, στην Αττ. 3. με γεν., οἴη θεῶν, η μόνη απ’ τους θεούς, σε Ομήρ. Ιλ.· συνεπώς, οἴη ἐν ἀθανάτοισιν, η μόνη ανάμεσα στις θεές, στο ίδ.· οἶος μετὰ τοῖσι, σε Ομήρ. Οδ.· αλλά, οἶος ἀπ’ ἄλλων, χωριστά, στο ίδ.· οἶος Ἀτρειδῶν δίχα, clam Atridis, σε Σοφ. II. μοναδικός στο είδος του, εξαιρετικός, έξοχος, σε Ομήρ. Ιλ. (Βλ. Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας των H.G. Liddell & R. Scott).

[36]  Από τον υπερκόσμιο & μεθεκτό Νου του Κόσμου.

[37]  Από τον υπερκόσμιο Ζευς Αρχή.

[38]  Τους εγκόσμιους & μεθεκτούς νόες των 7 σφαιρών/τομέων του Κόσμου.

[39]  Από την υπερκόσμια Αφροδίτη, αλώστε ο θείος Πρόκλος λέγει στον προς την Αφροδίτη ύμνο του : «Αλλά Θεά, επειδή έχεις αυτί με άριστη ακοή, είτε περισφίγγεις τον μέγα ουρανό, και λένε ότι εσύ είσαι η θεία ψυχή που πέλει τον αέναο Κόσμο, είτε κατοικείς στον αιθέρα πάνω από τους άντυγες των επτά κύκλων, χέοντας τις αδάμαστες δυνάμεις στις δικές σου σειρές, εισάκουσέ με και διεύθυνε την πολύμοχθη πορεία του βίου μου με τα δικά σου, πότνια, δικαιότατα βέλη, παύοντας, την κρύα ορμή των ανόσιων πόθων.»

[40]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος Εκλογαί χρήσιμοι, 182.1 -182.37».

[41]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος, τόμος Β΄ [συνέχεια], 1.404.21 – 1.409.4»

[42]  Πβλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό

[43]  Πβλ. Λεξικό Σούδα

[44]  Πβλ. Ωρίονος Θηβαίου Γραμματικού Καισάρειας “Περί ετυμολογιών”

[45]  Πβλ. Ωρίωνος Θηβαίου Γραμματικού Καισάρειας “Συναγωγή λέξεων, συλλειγείσα εκ διαφόρων βιβλίων παλαιάς τε φημι γραφής και της νέας και αυτής δηπου της θύραθεν”

[46]  Πβλ. Λεξικό Ζευδοζωναρά

[47]  Πβλ. Ορφέας “Ύμνος Σαβάσιους, στ. 1 – 6”

[48]  Πβλ. Ορφέας “Ύμνος Ίπτας, στ. 1 – 7”

[49]  Πβλ. Πρόκλος «Στοιχείωση θεολογικη, 166.1 – 166.3»

[50]  Πβλ. Πρόκλος «Στοιχείωση θεολογικη, 166.4 – 166.13»

[51]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Τίμαιο”, 1.336.6 – 1.336.26».

[52]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Παρμενίδη η Περί Ιδεών”, 703.7 – 704.18”»

[53]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον του Πλάτωνος “Παρμενίδη η Περί Ιδεών”, 706.22 – 708.4”»

[54]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος “Παρμενίδη”, τόμος ς’, 1043.9 – 1045.25»

[55]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλια στον “Φαίδρο” του Πλάτωνα, 152.14 – 152.25»

[56]  Πβλ. Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας,  6.58 -6.60)

[57]  Πβλ. Δαμάσκιος ο διάδοχος “Απορίες και λύσεις περί των πρώτων αρχών ,1.316.18 – 1.317.14”

[58]  Πβλ. Ιωάννης Μάλλαλας «Χρονογραφία, 72.16 – 75.5»

[59]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 71.102 – 71.106».

[60]     Hymni 6.t ` to Hymni 6.11  <Πρωτογόνου>, θυμίαμα σμύρναν.

[61]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλεια στον του Πλάτωνος “Φαίδρο”, 148.11 – 148.13»

[62]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλεια στου του Πλάτωνος “Φαίδρο”, 44.8 – 44.14».

[63]  Πβλ. Ερμείας «Σχόλεια στου του Πλάτωνος “Φαίδρο”, 45.12 – 45.13».