Η λατρεία του Διονύσου στην Κρήτη, ως Λύσιος Ληναίος και Λύσειος Ίάκχος, ο μύθος της αρπαγής της Περσεφόνη και η λατρεία της Ινώς κατά την μεσο-μινωική περίοδο (2000 – 1750 π.Χ.)


Από το σύνολο του σφραγιστικού υλικού – σφραγίσματα, σφραγίδες & δαχτυλίδια – της νεο-ανακτορικής(κατά Ν. Πλάτωνα) ή Μεσο-μινωικής(κατά Α. Έβανς) περιόδου, θα παρουσιάσουμε το εξής ένα σφράγισμα :

CMS II,6 018

 

Είναι της μεσομινωικής Ι, ήτοι 2000 – 1750 π.Χ., και έχει βρεθεί στην Αγ. Τριάδα επαρχίας Πυργιώτησσας – το σημαντικότερο κέντρο εξουσίας στο δυτικό τμήμα της πεδιάδας της Μεσαράς  Ηρακλείου κατά τη Νεο-ανακτορική περίοδο.

Γράφει δε με Μινωικά Ιερογλυφικά : u-ta-wo-ro-ta-wo-u = uta worota wou = ούτα/ώτα βολοτά βοώ.

Βέβαια εκ των λεξικών γνωρίζουμε ότι :

  • βόλομαι: βούλομαι, Τρωσὶν δὴ βόλεται δοῦναι κράτος Ἰλ. Λ. 319· εἰ…βόλεσθε αὐτόν τε ζώειν Ὀδ. Π. 387· νῦν δ’ ἑτέρως ἐβόλοντο θεοί (κοινῶς ἐβάλοντο), Α. 234· ὡσαύτως παρατ. ἐβολλόμαν Θεόκρ. 28. 15. Ἴδε Βουττμ. Λεξιλ. ἐν λ. βούλομαι.[1]

Δηλαδή λέγει : σε ώτα που βούλονται βοώ ή σε ώτα βούλομαι να βοώ.

Όμως ο θεός που κατεξοχήν βοά είναι ο Διόνυσος.

Ως εκ τούτου ο θεός που κατέχει την περιοχή της Αγίας Τριάδας, και άρα το εκεί κατασκευασμένο περίπου το 1600 έως 1500 π.Χ. ιερό, είναι ο της Μεγάλης Μητέρας Ρέας πάρεδρος Διόνυσος Ζαγρέας.

Αυτό επιβεβαιώνεται από το τριπλή σφραγίδα-σφράγισμα CMS VS1A 324, την οποία και παραθέτουμε.

CMS VS1A 324a

Είναι της μεσομινωικής ΙΙ, ήτοι 1800 – 1700 π.Χ., και έχει βρεθεί στα Χανιά

CMS VS1A 324b

CMS VS1A 324c

Γράφει με Μινωικά Ιερογλυφικά : ru-se-jo-se-we-so-so = rusejo sewes oso = Λύσειον σέβης όσσον

Ποιος όμως είναι ο λύσειος ή λύσιος ;

Λέγεται εκ των Ορφικών στους προς τον Διόνυσο ύμνους τους :

  • <Λυσίου Ληναίου Διονύσου.> : «Άκουσε, μακάριε, του Διός υιέ, επιλήνιε Βάκχε, διμάτωρ, πολύμνηστον σπέρμα, πολυώνυμε, λύσιε δαίμονα, των μακάρων το ιερό κρυψίγονον θάλος, εύιε Βάκχε, ευτραφές, εύκαρπε, που αυξάνεις τον πολυγηθή καρπό, ρηξίχθων, ληναίε, μεγασθενή, αιολόμορφε, που φαίνεσαι παυσίπονον άκος για τους θνητούς, ιερό άνθος φιλάλυπον χάρμα για τους βροτούς, επάφιε, καλλιέθειρε, λύσιε, θυρσομανή, βρόμιε, εύιε, εύφρων για τους πάντες, που εμφανίζεσαι σε όποιους θες από τους θνητούς και τους αθανάτους, τώρα σε καλούμε να έλθεις στους μύστες ηδύς και φερέκαρπος.»[2]
  • <Μίσιδας – Ιάκχου> :«Καλούμε τον θεσμοφόρο & ναρθηκοφόρο Διόνυσο, το πολυμνηστο σπέρμα, τον πολυώνυμο Ευβουλέα, την αγνή και ευίερη Μίσιδα την άρρητη άνασσα, την άρσενα και θήλυν, την διφυή, τον λύσειον Ίακχο. Είτε τέρπεσαι με θυσίες στον ναό της Ελευσίνας, είτε μυστιπολεύεις στην Φρυγία με την Μητέρα, ή σε τέρπει η Κύπρος μαζί με την ευστέφανη Κυθέρεια, ή σε αγάλουν τα αγνά πυρφόρα πεδία μαζί με την μητέρα σου την σεμνή μελανηφόρα Ίσιδα, καθώς αμφιπολεύεις παρά το ρεύμα της Αιγύπτου μαζί με τις τιθηνές σου, ας έλθεις ευμενέουσα στους αγαθούς άθλους της τελετής.»[3]
  • <Τριετηρικοῦ Διονύσου > ៖ «Καλούμε εσένα, μακάριε, πολυώνυμε, μανικέ, ταυρόκερε, ληναίε, πυρίσπορε, Νύσιε, λύσιε, μηροτραφή, λικνίτα, πυριπόλε & τελετάρχα, νυκτέριε, Ευβουλέα, μιτρηφόρε, θυρσοτινάκτα, όργιο άρρητον, τριφυή, κρύφιον Διός έρνος, πρωτόγονε, Ηρικεπαίε, θεών πάτερ κα ιυιέ, σκηπτούχε, που μανιάζης με χορούς, ηγέτη των κώμων, που βακχεύεις με τις άγιες & γαλήνιες τριετηρίδες, ρηξίχθων, πυριφεγγές, επάφριε, κούρε διμάτωρ, ουρεσιφοίτα, κερώς, νεβριδοστόλε, αμφιέτηρε, Παιάνα, χρυσεγχής, υποκόλπιε, βοτρυόκοσμε, Βασσαρέα, κισσοχαρή, πολυπάρθενε & διάκοσμε, έλθε μάκαρ στους μύστες δυνατός & κεχαρημένος αεί.»[4]

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι λύσειος αποκαλείται ο Διόνυσος Ιάκχος, ενώ λύσιος αποκαλείται ο Διόνυσος, αφενός ως Ληναίος Διόνυσος αφετέρου ως Τριετερικός Διόνυσος!

Δηλ. ο Διόνυσος λατρευόταν από τους Μινωίτες στην Κρήτη με τα αυτά προσωνύμια – που αργότερα χρησιμοποιούσαν οι Ορφικοί – από την 2η π.Χ. χιλιετηρίδα, από τον 17ον π.Χ. αιώνα. Βλέπουμε δηλ. το αδιαίρετο χρονικά & χωρικά της λατρείας των θεών στους Έλληνες.

 

Μάλιστα σε πινακίδα από την περιοχή των Χανίων, της υστερομινωικής IIIB1, ήτοι 1330-1190 π.Χ., λέγεται :

KH Gq 5 (1KH?)[5]

.1        di-wi-jo-[de     , ]di-ẉẹ  ṂẸ±ṚỊ   *2̣0̣9̣VAS+Ạ 1   

[.2        di-wo-nu-so              ṂẸ±ṚỊ  [  ] 2̣                          [

Δηλ.

.1 τω Διί ιωδε διφε μέλι 209

.2 Στον Διόνυσο Μέλι 2

Σχετικά με την εν λόγω πινακίδα στην ιστοσελίδα του «Υπουργείου Πολιτισμού» λέγεται :

«Πήλινη πινακίδα με κείμενο σε Γραμμική Β γραφή. Το περιεχόμενο της είναι θρησκευτικό και αναφέρεται σε προσφορά μελιού στους θεούς Δία και Διόνυσο. Δηλώνεται η ύπαρξη ιερού του Δία στα Χανιά ήδη από το 1300 π.Χ. και αναιρείται η θεωρία ότι η λατρεία του Διόνυσου εισήχθη στην Ελλάδα τον 7ο αι. π.Χ..Από ανασκαφή στο Καστέλι Χανίων, Πλατεία Αγίας Αικατερίνης (1300 π.Χ.). Ενδεικτική βιβλιογραφία : Hallager E., Vlasaki M., Hallager B.P., New Linear B Tablets from Khania, Kadmos XXXI, (1992), 61-87.»

Ενώ στο «Αποθετήριο Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων», «Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων», και στο «SearchCulture.gr – Η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στον δημόσιο ψηφιακό χώρο», λέγεται:

«Πήλινη, ορθογώνιου σχήματος πινακίδα, ενεπίγραφη με σημεία της Γραμμικής Β γραφής στη μία επιφάνεια. Στο κείμενο της επιγραφής αναφέρεται η ύπαρξη ιερού του Διός στην Κυδωνία, καθώς και η προσφορά μελιού στους θεούς Δία και Διόνυσο. Η πινακίδα προέρχεται από την ανασκαφή στην πλατεία Αγίας Αικατερίνης επί της οδού Κανεβάρο στο λόφο Καστέλλι Χανίων και αποτελεί μία σημαντική μαρτυρία για τη λατρεία του Διός και του Διονύσου, ήδη από την περίοδο αυτή. Το έκθεμα χρονολογείται στην Υστερομινωική ΙΙΙ Β1 περίοδο.»

Βέβαια υπάρχει και η εξής τρίπλευρη σφραγίδα από τα Μάλια, την οποία και παραθέτουμε.

Είναι της μεσομινωικής ΙΙ, ήτοι 1800 – 1700 π.Χ.

CMS IV D014a

CMS IV D014b

CMS IV D014c

Γράφει με Μινωικά Ιερογλυφικά : ka – te – ka – te – ka – mu- ka – de = ka teka te kamu de = Γα τεκα τε καμω καδε = Γα θήκα τη γαμώ χάδε.

Βέβαια εκ των λεξικών γνωρίζουμε ότι :

·          Ἅιδης: ἢ ᾅδης, ου, ὁ, Ἀττ.· ἀλλὰ καὶ Ἀΐδης, αο καὶ εω, ὅπερ εἶναι ὁ παλαιότερος καὶ Ὁμηρικώτερος τύπος· Δωρ. Ἀΐδας, α, ἐν λυρικοῖς καὶ ἀναπαιστικ. στίχοις τῶν Τραγ.: – ὑπάρχει ὡσαύτως καὶ γεν. Ἄϊδος, δοτ. Ἄϊδι (ὡς εἰ ἐξ ὀνομαστ. Ἄϊς), Ὅμ., Τραγ., ἴδε κατωτ. (Ἐκ τοῦ α στερητικοῦ καὶϜΙΔ (ἰδεῖν), ὅθεν ὁ Ἕρμαν. παραφράζει αὐτὸ διὰ τοῦ Nelucus): Παρ’ Ὁμήρ. μόνον ὡς κύριον ὄνομα, ὁ ᾍδης ἢ Πλούτων (πρβλ. Πλούτων), ὁ θεὸς τοῦ κάτω κόσμου, υἱὸς τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας, ἀδελφὸς δὲ τοῦ Διός· Ζεὺς καὶ ἐγώ, τρίτατος δ’ Ἀΐδης. Ἰλ. Ο. 188, πρβλ. Ἡσ. Θ. 455· καλεῖται δὲ καὶ Ζεὺς καταχθόνιος, Ἰλ. Ι. 457· ἄναξ ἀνέρων, Υ. 61, κτλ.: – εἰν, εἰς Ἀΐδαο, (ἐνν. δόμοις, δόμους), εἰς τὸν κάτω κόσμον, Ὅμ.· ὡσαύτων εἰν Ἄϊδος, Ἰλ. Ω. 593: – παρ’ Ἀττ. κωμ. καὶ πεζοῖς, ἐν Ἅιδου, ἐς Ἅιδου (ἐνν. οἴκῳ, οἶκον): – Ἄϊδόσδε, ἐπίρρ., εἰς τὸν κάτω κόσμον, Ἰλ. Η. 330, κτλ., Σοφ. Ἠλ. 463, Τρ. 7, κτλ.· παρ’ Ἅιδῃ, παρ’ Ἅιδην, Ο. Τ. 972, Ο. Κ. 1552· πρβλ. πύλη, 1: – Ἐντεῦθεν: 2) ἡ λέξις κατήντησε νὰ σημαίνῃ τόπον· τούτου δὲ τὰ πρῶτα ἴχνη φαίνονται ἐν τῇ Ἰλιάδι Ψ. 244.· εἰσόκεν αὐτὸς … Ἄϊδι κεύθωμαι· ἀκολούθως, ἐπὶ τὸν ᾅδην, Λουκ. Κατάπλ. 14· εἰς ἀΐδην, Ἀνθ. Π. 11, 23· ἐν τῷ ᾅδῃ, Εὐαγγ. Λουκ. ιϚ΄, 23. ΙΙ. Μεθ’ Ὅμηρον ὡς προσηγορικόν, ὁ τάφος, ὁ θάνατος, ἀΐδην λαγχάνειν, δέξασθαι, Πινδ. Π. 5. 130, Ι. 6 (5). 24· ᾅδης πόντιος, θάνατος ἐν θαλάσσῃ, Αἰσχύλ. Ἀγ. 667, πρβλ. Εὐρ. Ἄλκ. 13, Ἱππ. 1047· πρβλ. Ἀϊδωνεύς. [ᾰῐδης παρ’ Ὁμήρ., παρ’ Ἀττ. ᾱͺ δης· ἀλλὰ παρὰ Τραγ. καὶ ᾱῐδας, Σοφ. Ο. Κ. 1690 (λυρ.), καὶ ᾱῐδης, ἐν Σιμων. Ἰαμβ. 1. 14· γεν.. ᾰῐδεω ὡς ἀνάπαιστος παρ’ Ὁμήρῳ· παρὰ τοῖς μετέπειτα καὶ ᾱῐδεω, Pors. Εὐρ. Ἑκ. 1018, Ἰακωψ. Ἀνθ. Π. σ. 374· γεν. ᾰῐδᾱο, Ὅμ. γεν. ᾱῐδος πρὸ φωνήεντος Ἰλ. Ζ. 284., Υ. 336.][6]

Οπότε επι της εν λόγω πινακίδας γράφει : Γα θήκα τη γαμώ χάδε = Γη τη θήκα γαμώ ᾅδη(ν)

Βέβαια αυτή που κάνει γάμο με τον Άδη σε θήκη, ήτοι σε υποχθόνιο τόπο, είναι η Περσεφόνη!

Ως εκ τούτου η Περσεφόνη αναγγέλλει στην Γη ότι αρπάχθηκε εκ το Άδου.

Να πως παρουσιάζει την αρπαγή ο θείος Όμηρος στον προς την Δήμητρα ύμνο του :

«αρχίζω να άδω την εύκομη Δήμητρα, την σεμνή θεά, της οποίας την τανύσφυρον θυγατέρα, την οποία άρπαξε ο Ἀϊδωνεὺς, την έδωσε ο βαρύκτυπος αυρύοπας Ζεύς αγνοούσης της Δήμητρος χρυσαόρου αγλαοκάρπου, η κόρη έπαιζε με τις βαθύκολπες κόρες του Ωκεανού, άνθη μάζευε, ρόδα και κρόκο, και ία καλά μέσα σε λειμώνα μαλακό και αγαλλίδες και υάκινθο και νάρκισσο θαυμαστό και λάμποντα, έβγαλε η Γαία με την βουλή του Διός, χαρίζοντάς τον στον Πολυδέκτη για δόλωμα της καλυκώπιδος κόρης, σέβας για πάντες τους βλέποντάς τον, αθανάτους θεούς και θνητούς ανθρώπους. Και από την ρίζα του φύτρωσαν 100 κεφάλια. Απλώνονταν η ήδιστη οζμή, πας ο ουρανός ο ευρύς ύπερθεν της γαίας πάσας γέλασε και το αλμυρό οίδμα της θάλασσας. Βλέποντάς τον θαύμασε και ορέχτηκε να απλώσει το χέρι της και να λάβει το καλό παιχνίδι. Τότε η έχουσα ευρύα μονοπάτια χθόνα του Νύσιου πεδίου άνοιξε, την ορούσε ο άναξ, ο πολυώνυμος & πολυδέκτης υιός του Κρόνου με τους αθανάτους ίππους. Την άρπαξε λοιπόν δίχως την θέλησή της, πάνω στο χρυσό όχημα ολοφυρόμενη.»[7]

Έτσι, λοιπόν, ο στην 1η πλευρά λέων είναι η Περσεφόνη, ενώ η στην 3η πλευρά ανδρική μορφή  είναι ο Άδης!

Βέβαια είναι απόλυτα λογικό που η αυτή επιγραφή υπάρχει στην Κρήτη, άλλωστε ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Ελένη, στ. 1301 – 1351», λέγει :

«Κάποτε η Μητέρα των Θεών, τρέχοντας στα βουνά, όρμησε στις δασωμένες κοιλάδες, στα ύδατα των ποταμών και στα θαλάσσια κύματα που κάνουν θόρυβο, διότι ποθούσε να βρει την Άρρητη Κόρη της που είχε φύγει. Και όταν τα θορυβώδη κρόταλα έβγαζαν διαπεραστικό ήχο, όταν οι γρήγορες σαν θύελλα Θεές, η Άρτεμις με τα τόξα και η πάνοπλη Γοργώπις, έτρεξαν να βοηθήσουν τη Θεά που είχε ζέψει στο πολεμικό άρμα άγρια θηρία, για να βρει την Κόρη της, που την είχαν αρπάξει από τους παρθενικούς κυκλικούς χορούς. Ο Ζευς, όμως που παρατηρούσε από το θρόνο του, στον ουρανό, κανόνισε διαφορετικά τη μοίρα. Όταν η Μητέρα σταμάτησε τις περιπλανήσεις, ζητώντας να βρει τη θυγατέρα της που την είχαν αρπάξει με δόλο, πέρασε τις κορυφές της Ίδης που τρέφονται με χιόνια, που κατοικούνε Νύφες και που πένθος πέφτει στα χιονισμένα βραχώδη δάση. Και κάνοντας τις ξερές πεδιάδες της γης να μην καρπίζουν για τους βροτούς, καταστρέφει τη γενεά των ανθρώπων. Και δεν αφήνει να βγουν πράσινα βλαστάρια με άφθονα σγουρά φύλλα για να βοσκήσουν τα κοπάδια. Ο βίος στις πόλεις σταμάτησε. Δεν γίνονται Θυσίες στους Θεούς και δεν καίγονται πέλανοι στους βωμούς. Σταματάν οι δροσερές πηγές να βγάζουν λευκά ύδατα διότι δεν μπορεί να λησμονήσει το πένθος για το Παιδί της. Όταν κατήργησε τις ευωχίες στους Θεούς και στους βροτούς, ο Ζευς, θέλοντας να κατασιγάσει τη μισητή οργή της Μητέρας είπε: “Σεμνές Χάριτες, εμπρός πηγαίνετε στη Δηώ, που έχει θυμώσει για την παρθένα της. Πηγαίνετε και εσείς Μούσες με τους ύμνους των χορών”. Τότε η Κύπρις, η κάλλιστη των Μακάρων, πήρε για πρώτη φορά τα τύμπανα με το τεντωμένο δέρμα και έκανε να αντηχήσει ο χαλκός με τη χθόνια αυδή. Η Θεά γέλασε και ευχαριστημένη από το θόρυβο πήρε στα χέρια της τον αυλό με το βαρύ ήχο».

Ενώ στον του Ομήρου ύμνο προς την Δήμητρα  η θεά λέγει :

«Το όνομά μου είναι Δως. Μου το έδωσε η μάνα.

Από την Κρήτη έφτασα στης θάλασσας τη ράχη»

Βέβαια : Η θεολογία του Ησιόδου από τη μονάδα της Ρέας παράγει κατά την ανώτερη κατεύθυνση της συγγενικής αλληλουχίας την Εστία, κατά την κατώτερη την Ήρα και κατά την ενδιάμεση τη Δήμητρα. Ο Ορφέας, εξάλλου, στο Ορφικό απ. Νο.106, λέει ότι η Ρέα τρόπο τινά ταυτίζεται με την Δήμητρα της καθολικής ζωογονίας, ενώ με κατ’ άλλον τρόπο δεν ταυτίζεται. Όταν δηλαδή βρίσκεται άνω, είναι Ρέα, ενώ κάτω, μετά του Διός, είναι Δημήτηρ. Διότι και τα παραγόμενα είναι όμοια και σχεδόν ταυτίζονται με αυτά που παράγουν.[8]

Μάλιστα αφενός : ο Κρόνος μετά της Ρέας παράγει την Εστία και την Ήρα που αντιστοιχούν προς τα δημιουργικά αίτια. Η Εστία, από την μία, αφ’ εαυτής δίνει την αμετακίνητη παραμονή, την εδραίωση σε αυτά τα ίδια και την ουσία αδιάλυτη, ενώ η Ήρα δίνει την πρόοδο και τον πολλαπλασιασμό στα κατώτερα, και είναι ζωοποιός πηγή των λόγων και μητέρα των γόνιμων δυνάμεων. Για τούτο λέγεται ότι συνευρίσκεται με τον δημιουργικό Ζευς και δια της κοινωνίας απογεννά ως μητέρα όσα ο απογεννά Ζευς ως πατέρας. Η Εστία, αντίθετα, παραμένει σταθερά στον εαυτό της, διατηρώντας άχραντη την παρθενία της και αποβαίνοντας αίτια της ταυτότητας για τα πάντα. Καθεμία από τις δύο αυτές κατέχει μαζί με τη δική της τελειότητα και την δύναμη της λογικής σύμφωνα με τη μέθεξη της, κι αυτός συνεπώς είναι ο λόγος για τον οποίο λέγεται για την Εστία ότι πήρε το όνομά της από το “εσσία” (Ουσία, Είναι), αποβλέποντας στην καθ’ υπόσταση ύπαρξή της (στην οικία ύπαρξή της). Άλλοι, με κριτήριο τη ζωογονική και κινητική δύναμη που ενυπάρχει σε αυτήν προελθούσα από την Ήρα, την ονομάζουν “ωσίαν”, ως αιτία της “ὤσεως” (ώθηση, κίνηση). Πράγματι, όλα τα θεϊκά υπάρχουν σε όλα, και με ιδιάζοντα τρόπο τα συγγενικά μετέχουν το ένα προς το άλλο και υποστασιοποιούνται το ένα στο άλλο. Καθένας λοιπόν από τους δημιουργικούς και ζωογονικούς Κόσμους μεταλαμβάνει από την Εστία το να είναι ότι είναι, και οι ουράνιοι κύκλοι των κινούμενων εξ αυτής παίρνουν “τὸ ὡσαύτως”, όπως και οι πόλοι και τα κέντρα το “τὸ ἠρεμεῖν ἀεὶ” από αυτήν το έλαχαν.[9]

Αφετέρου : Η Εστία δεν δηλώνει την “ουσία” αλλά την εν αυτή μονή και τη σταθερή ίδρυση της ουσίας. Για τούτο η θεά αυτή ήλθε μετά τον μέγα Κρόνο. Τα πριν από τον Κρόνο άλλωστε δεν διαθέτουν «το είναι εν αυτώ και το είναι εν άλλο», αλλά αυτός ο χαρακτήρας αρχίζει από τον Κρόνο. Το «είναι εν αυτώ» είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Εστίας και το “είναι εν άλλο” της Ήρας.[10]

Τουτέστιν : κατά Ορφέα δυο προβάλει η των αμειλίκτων προβολή ζωογόνους θεότητες, την μεν κατά το κινούμενον την δε κατά τη σταθερότητα, την Ήρα και την Εστία. Την Εστία να εδραιώνει όλους τους Θεούς που προοδεύουν προς τούτου το ορατό σύμπαν, και την Ήρα τους καλεί όλους σε πρόοδο.[11]

Βέβαια : Ο Ορφέας, λέγοντας ότι η Δήμητρα ταυτίζεται με την Ρέα, αναφέρει ότι όταν βρίσκεται ψηλά, αχώριστη από τον Κρόνο, είναι Ρέα, ενώ προβάλλουσα & γεννούσα τον Ζευς είναι Δήμητρα: “Ρέα πρωτύτερα ήταν, σαν έγινε του Διός μάνα όμως έγινε Δημήτηρ” αναφέρεται στο ορφικό απόσπασμα Νο.106. Ο Ησίοδος εξάλλου, στην «Θεογονία, σ. 454», λέει τη Δήμητρα κόρη της Ρέας, και είναι προφανές ότι οι θεολόγοι των Ελλήνων συμφωνούν. Είτε δηλ. από την Κρόνια ένωση προχώρησε στον κατώτερο Κόσμο είτε είναι της Ρέας η πρώτη κόρη, το ίδιο γίνεται. Καθώς λοιπόν τέτοιος είναι ο χαρακτήρας της Δήμητρας, καθώς έλαβε την κατεξοχήν σεβάσμια και ηγεμονική βαθμίδα ως κλήρο από την καθολική ζωογόνο Ρέα και καθώς συνέχει τις ενδιάμεσες κορυφές της σύνολης ζωογονίας, πληροί όλα τα υπερκόσμια με τους αγωγούς της ολοκληρωμένης ζωής εκπορεύοντας προς τα πάντα τη ζωή αμερίστως, ενοειδώς και αδιαχωρίστως. Προ όλων αυτών όμως μας φανερώνει τον δημιουργό νου καθαυτόν και του δίνει τη δύναμη για την δημιουργία της ζωής των πάντων. Όπως δηλαδή ο Κρόνος χορηγεί σε αυτόν εκ των άνω την αιτία της ύπαρξης και της ουσίας, έτσι και η Δήμητρα εκ των άνω, από τους γόνιμους κόλπους της, διοχετεύει τη ζωογονία προς τον δημιουργό. Η ίδια, κατέχοντας το μέσο κάθε ζωογόνου θεότητας, κυβερνά όλες τις πηγές που υπάρχουν σε αυτήν, και περιέχει τον ένα και μοναδικό σύνδεσμο των πρωταρχικών και μαζί των έσχατων δυνάμεων της ζωής. Συσπειρώνει τις κατώτερες πηγές και εξασφαλίζει τη σταθερή τους συνοχή, και οδηγεί προς τα επάνω τις ενιαίες αιτίες των υπέρτερων προς την κατεύθυνσή της δημιουργίας των όλων. Με τον τρόπο αυτό ως ζωογόνος αποβαίνει συνολικά μια και μαζί επταδική : ως προς την εξηρημένη ένωση, αφενός, προϋπάρχουσα της επτάδας, ως προς τη συμπαρατασσόμενη με άλλα, αφετέρου, συνάγοντας σε ένα και μοναδικό νοητικό κέντρο τις εντός της τριαδικές πηγές, και περιέχοντας την Εστία και την Ήρα. Την Ήραν από τα δεξιά να εκχέει όλο τον Κόσμο των ψυχών, και την Εστία από τα αριστερά να  εκπέμπει όλο το φως της αρετής. Για τούτο είναι δικαιολογημένο να αποκαλείται από τον Πλάτωνα, στον “Κρατύλο, 404.b”,  μητέρα και χορηγός της τροφής : μητέρα επειδή περιέχει την αιτία της  Ήρας, και χορηγός της τροφής επειδή περιέλαβε εκ των προτέρων εντός της την Εστία.[12]

Δηλαδή η Πηγαίας Ρέα ως Δημήτηρ έφυγε εκ της Κρήτης και έφτασε στης θάλασσας την ράχη, στην Αττική γη, στην αρχή στο Θορικό και έπειτα στην Ελευσίνα. Όπου Κρήτη είναι τα νοητά και θάλασσα η γένεση, κορυφή δε της γενέσεως η Αττική, ήτοι ο Ψυχικός διάκοσμος.

Άλλωστε αφενός : Η Ιωνία είναι σύμβολο της Φύσης ή Φυσικής ουσίας και Λόγων, η Ιταλία των νοητικών και  νοητικής ουσίας και των νοητικών Λόγων, η Αθήνα της Ψυχής και της μεσαίας ή μαθηματικής-ψυχικής ουσίας και των ψυχικών Λόγων.[13]

Αφετέρου : η Ίδη συμβολίζει τον τόπο των νοητών Ιδεών και την νοητή Φύση & ουσία στην οποία ανάγεται ο Πηγαίος-νοητικής Ζευς και ανυψώνει και την Υοερκόσμια Ήρα μέσου του Έρωτα, χωρίς επιστροφή προς το υποκείμενο της μεθέξεως, αλλά λόγω υπεροχής της αγαθότητάς του της προσφέρει με μια δευτερεύουσα με τον εαυτόν του ένωση το νοητό.[14]

Εξ ου : και παρά του Ορφέως λέγεται πως ο Ζεύς τα καθάρσια εκ της Κρήτης παραγγέλνει να κομίζονται. Και οι Θεολόγοι στο νοητό αντιστοιχούν την Κρήτη.[15]

Μάλιστα : οι φιλόσοφοι τον ανθρώπινο βίο τον απεικονίζουν με τη θάλασσα, επειδή είναι ταραχώδης, γόνιμος, αλμυρός και επίπονος. Επίσης ότι οι νήσοι λέγεται ότι αναδύθηκαν από τη θάλασσα. Την δε πολιτεία που υπερέχει της αισθητής ζωής και της γενέσεως, την καλούν νήσους των Μακάρων. Αυτό ακριβώς είναι και το Ηλύσιο πεδίο. Και για αυτό ο Ηρακλής τον τελευταίο άθλο του, τον πραγματοποίησε στην περιοχή των Εσπερίδων που σημαίνει ότι αγωνίστηκε κατά του σκοτεινού και γήινου βίου, και μετά από αυτό έζησε στην ημέρα, που είναι η αλήθεια και το φως».[16]  

Τουτέστιν: «ἡ θάλασσα γενέσεως εἰκών» [17] είναι.

Πέραν αυτού : οι κορυφαίοι ενθεάζοντες συνηθίζουν να κάνουν λόγο για περιπλανήσεις[18] των ίδιων των Θεών, όχι μόνο όσων κινούνται απλανώς, αλλά και των νοητικών, και με αυτό υπαινίσσονται την πρόοδο των θεών, την παρουσία τους σε όλα τα κατώτερα και τη γόνιμη πρόνοια τους που φτάνει μέχρι τα τελευταία όντα. Γιατί καθετί που προοδεύει σε πλήθος λένε ότι περιπλανιέται, και ότι το απλανές υπάρχει μόνο μέσα στο μόνιμο και στο ενιαίο.[19]

Σε αυτό το σημείο δε, και έχοντας παρουσιάσει όλα αυτά, θα έρθουμε στην κάτωθι φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται διπλή πινακίδα ίσως από στεατίτη η οποία φέρει Μινωικά Ιερογλυφικά:

Πηγή φώτο. :

Evans, Arthur J. «Scripta minoa: the written documents of minoan Crete with special reference to the archives of Knossos (Band 1): The hieroglyphic and primitive linear classes», σελ. 167 – Oxford, 1909.

 

Oι 8 συλλαβές του κειμένου της 1ης πλευράς είναι : i – nua – ra – se, te – ra  ni – sto = ino arase, tera nisto/sasto =  Ινώ αράσση, Θήρα νιστός

Oι συλλαβές του κειμένου της 2ης πλευράς είναι: tatalo, 32 ψάρια = Τάταλος ή Θάταλος, ψάρια 32.

Όμως εκ των λεξικών γνωρίζουμε ότι ։

  • <Ταραχή> = Ἐτυμολογεῖται μὲν παρὰ τὸ ῥᾷον χεῖσθαι παράγεται δὲ παρὰ τὸ ταράσσω· τοῦτο παρὰ τὸ ῥῶ, τὸ φθείρω, ῥάσσω· μετὰ τοῦ στερητικοῦ α, ἀράσσω· καὶ πλεονασμῷ τοῦ τ, ταράσσω, ταράξω, τετάραχα.[20]

Δηλ. το αράσση-αράσσω σημαίνει την παύση της ταραχής.

Βέβαια στον ορφικό ύμνο προς την θεά Λευκοθέα λέγεται :

«Καλούμε την Καδμήιδα Λευκοθέα, την σεμνή Δαίμονα, την ευδύνατη, την θρέπτειρα του ευστέφανου Διονύσου. Άκουσε θεά, κυρίαρχη του βαθύστερνου πόντου, που τέρπεσαι με τα κύματα, μέγιστη σώτειρα των θνητών. Γιατί σε σένα βρίσκεται η πελαγόδρομη άστατη ορμή των πλοίων, καθώς μόνη λύνεις τον οικτρό μόρο των θνητών στην θάλασσα, σε όσους έλθεις εφορμένουσα φίλη σωτήρια. Αλλά, θεά δέσποινα, ας έλθεις ούσα επαρωγός επι των εύσελμων πλοίων σωτήρια με εύφρονα βουλή, άγοντας στους εν πόντω μύστες ναυσίδρομον ούρον.»[21]

Όμως εκ των λεξικών γνωρίζουμε ότι ։

  • νίσσομαι: νίσσει Εὐρ. Κύκλ. 43· νίσσεται Πινδ. Ο. 3. 62· νισσόμεθα Ὀδ. Κ. 42· νίσσεσθε Εὐρ. Φοίν. 1234· νίσσονται Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 235, Εὐρ. Ἑλ. 1482: μετοχ. νισσόμενος, Ἰλ. Ν. 186, Ο. 577, Ὀδ. Δ. 701, Ε. 19: παρατατ. νίσσοντο Μ. 119, Σ. 566: ― μέλλ. νίσομαι [ῑ], Ἰλ. Ψ. 76: ἀόρ. ὑποτ. νίσηται Μανέθ. 3. 412, κατενίσατο Ἑρμησιάναξ 2. 65. (Περὶ τῆς ῥίζης ἴδε νέομαι). Νέομαι, πορεύομαι, ὑπάγω, ἔρχομαι, ἀπέρχομαι, Ὅμ., Πίνδ., καὶ παρὰ μεταγενεστ. Ἐπικ. μετὰ προθέσ. κινήσεως, ἐκ…, ἐπί…, πρός…, κτλ.· πόλεμόνδε, οἴκαδε Ἰλ. Ο. 577, Ὀδ. Δ 701· ν. ἐπὶ νηῶν, ὑπάγω διὰ θαλάσσης, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 235· μετ’ αἰτ. τόπου, χθόνα ν. Εὐρ. Φοίν. 1234· ν. σκοπέλους ὁ αὐτ. ἐν Κύκλ. 43· ἐπὶ πτηνῶν, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 1482· ―πρβλ. ἀπο-, περι-νίσσομαι. ― Ἐπικ. ῥῆμα ἐν χρήσει παρ’ Εὐριπ., ἅπαξ ἐν ἰάμβ. (Φοίν. ἔνθ’ ἀνωτ.). ― Τὸν τύπον νείσσομαι: μέλλ. νείσομαι, ὃς συνεχῶς ἀπαντᾷ ἐν τοῖς Ἀντιγράφοις, ἀπεσκοράκισαν οἱ νεώτεροι ἐκδόται ἑπόμενοι τῷ Χοιροβ. ἐν Ἀνεκδ. Ὀξων. 2. 255, ὅστις ἀποδοκιμάζει τὸ ει πρὸ σσ· καὶ ἕτεροι γραμματ. συμφωνοῦσι γράφοντες τὸν ἐνεστ. νίσσομαι, καὶ τὸν μέλλ. νίσομαι, Εὐστ. 1288. 56, πρβλ. Ἐτυμολ. Μέγ. 606. 12, Spitzn. εἰς Ἰλ. Ν. 186· νείσσομαι ὅμως εὕρηται ἐν ἐπιγραφαῖς τῶν καλῶν χρόνων, Böckh εἰς Πινδ. Ο. 3. 10. ― Ἴδε Γ. Χατζιδάκι «περὶ τῶν ἐν ταῖς καταλήξεσιν ἀναλογιῶν» ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. 10, σ. 6 κἑξ.[22]
  • <νεισόμενοσ> = πορευόμενος (δ 701).[23]

Εν ολίγοι η εν λόγω πινακίδα αφορά προσφορά-λατρεία προς την Ινώ-Λευκοθέα, για να έλθει επαρωγός, σωτήρια με εύφρονα βουλή, φίλη σωτήρια, και να  άγει στον εν πόντω Τάταλο ή Θάταλο ναυσίδρομο ούρον, καθώς αυτή λύνει τον οικτρό μόρο των θνητών στη θάλασσα, όντας η θεά κυρίαρχη του βαθύστερνου πόντου, ώστε ο Τάταλος ή Θάταλος να επιστρέψει στην Θήρα.

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 1/11/2019 : “Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας(Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας –  φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς


[1]  Βλ. Λεξικό Liddell-Scott.

[2]        Hymni 50.t ` to     Hymni 50.10   {<Λυσίου Ληναίου.>} Κλῦθι, μάκαρ, Διὸς υἷ᾽, ἐπιλήνιε Βάκχε, διμάτωρ, σπέρμα πολύμνη<σ>τον, πολυώνυμε, λύσιε δαῖμον, κρυψίγονον μακάρων ἱερὸν θάλος, εὔιε Βάκχε, εὐτραφές, εὔκαρπε, πολυγηθέα καρπὸν ἀέξων, ῥηξίχθων, ληναῖε, μεγασθενές, αἰολόμορφε, παυσίπονον θνητοῖσι φανεὶς ἄκος, ἱερὸν ἄνθος χάρμα βροτοῖς φιλάλυπον, † ἐπάφιε, καλλιέθειρε, λύσιε, θυρσομανές, βρόμι᾽, εὔιε, πᾶσιν ἐύφρων, οἷς ἐθέλεις θνητῶν ἠδ᾽ ἀθανάτων † ἐπιφαύσκων νῦν σε καλῶ μύσταισι μολεῖν ἡδύν, φερέκαρπον.

[3]        Hymni 42.t ` to     Hymni 42.11   {<Μίσησ>, θυμίαμα στύρακα.} Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον, σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμον Εὐβουλῆα, ἁγνήν εὐίερόν τε Μίσην ἄρρητον ἄνασσαν, ἄρσενα καὶ θῆλυν, διφυῆ, λύσειον Ἴακχον· εἴτ᾽ ἐν Ἐλευσῖνος τέρπηι νηῶι θυόεντι, εἴτε καὶ ἐν Φρυγίηι σὺν Μητέρι μυστιπολεύεις, ἢ Κύπρωι τέρπηι σὺν ἐυστεφάνωι Κυθερείηι, ἢ καὶ πυροφόροις πεδίοις ἐπαγάλλεαι ἁγνοῖς σὺν σῆι μητρὶ θεᾶι μελανηφόρωι Ἴσιδι σεμνῆι, Αἰγύπτου παρὰ χεῦμα σὺν ἀμφιπόλοισι τιθήναις· εὐμενέουσ᾽ ἔλθοις ἀγαθοὺς τελετῆς ἐπ᾽ ἀέθλους.

[4]        Hymni 52.t ` to     Hymni 52.13  {<Τριετηρικοῦ>, θυμίαμα ἀρώματα.} Κικλήσκω σε, μάκαρ, πολυώνυμε, † μανικέ, Βακχεῦ, ταυρόκερως, ληναῖε, πυρίσπορε, Νύσιε, λυσεῦ, μηροτρεφής, λικνῖτα, † πυριπόλε καὶ τελετάρχα, νυκτέρι᾽, Εὐβουλεῦ, μιτρηφόρε, θυρσοτινάκτα, ὄργιον ἄρρητον, τριφυές, κρύφιον Διὸς ἔρνος, πρωτόγον᾽, Ἠρικεπαῖε, θεῶν πάτερ ἠδὲ καὶ υἱέ, ὠμάδιε, σκηπτοῦχε, χοροιμανές, ἁγέτα κώμων, βακχεύων ἁγίας τριετηρίδας ἀμφὶ γαληνάς, ῥηξίχθων, πυριφεγγές, † ἐπάφριε, κοῦρε διμάτωρ,   οὐρεσιφοῖτα, κερώς, νεβριδοστόλε, ἀμφιέτηρε, Παιὰν χρυσεγχής, † ὑποκόλπιε, βοτρυόκοσμε, Βάσσαρε, κισσοχαρής, † πολυπάρθενε καὶ διάκοσμε † ἐλθέ, μάκαρ, μύσταισι βρύων κεχαρημένος αἰεί.

[5]  Πηγή : DĀMOSDatabase of Mycenaean at Oslo

[6]  Πβλ. Λεξικό Liddell-Scott

[7]        Dem 1 ` to     Dem 18   Δήμητρ᾽ ἠΰκομον σεμνὴν θεὰν ἄρχομ᾽ ἀείδειν, αὐτὴν ἠδὲ θύγατρα τανύσφυρον ἣν Ἀϊδωνεὺς ἥρπαξεν, δῶκεν δὲ βαρύκτυπος εὐρυόπα Ζεύς, νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου ἀγλαοκάρπου παίζουσαν κούρῃσι σὺν Ὠκεανοῦ βαθυκόλποις, ἄνθεά τ᾽ αἰνυμένην ῥόδα καὶ κρόκον ἠδ᾽ ἴα καλὰ λειμῶν᾽ ἂμ μαλακὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδ᾽ ὑάκινθον νάρκισσόν θ᾽, ὃν φῦσε δόλον καλυκώπιδι κούρῃ Γαῖα Διὸς βουλῇσι χαριζομένη πολυδέκτῃ θαυμαστὸν γανόωντα, σέβας τότε πᾶσιν ἰδέσθαι ἀθανάτοις τε θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις· τοῦ καὶ ἀπὸ ῥίζης ἑκατὸν κάρα ἐξεπεφύκει, κὦζ᾽ ἥδιστ᾽ ὀδμή, πᾶς δ᾽ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε γαῖά τε πᾶσ᾽ ἐγέλασσε καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης. ἡ δ᾽ ἄρα θαμβήσασ᾽ ὠρέξατο χερσὶν ἅμ᾽ ἄμφω καλὸν ἄθυρμα λαβεῖν· χάνε δὲ χθὼν εὐρυάγυια Νύσιον ἂμ πεδίον τῇ ὄρουσεν ἄναξ πολυδέγμων ἵπποις ἀθανάτοισι Κρόνου πολυώνυμος υἱός.

[8]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 141.1 – 141.8»

[9]  Πβλ.Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 139.1 – 1399.22”

[10]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 140.1 – 140.6»

[11]  Πβλ. Δασμάσκιος ο διάδοχος στο «Εις Πλάτωνος Παρμενίδη υπόμνημα, 150.17 – 156.20»

[12]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλο του Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 167.1 – 167.36»

[13]  Πβλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Παρμενίδη του Πλάτωνα, 660.26  – 660.28»

[14]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τας Πλάτωνος Πολιτείας Υπόμνημα, βιβλίο Α’ [συνέχεια], 1.136.18 – 136.23»

[15]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο του Πλάτωνος,  τόμος Β΄ [συνέχεια], 1.118.23 – 1.118.26»

[16]  Πβλ. Ολυμπιόδωρος «Εις Πλάτωνος Γοργία υπόμνημα, 47.6.7 – 47.6.16»

[17]  Πβλ. Πρόκλος «Σχόλια εις τον Κρατύλον Πλάτωνος εκλογαί χρήσιμοι, 158.9».

[18]  Δες επί παραδείγματι την περιπλάνηση της Δήμητρας να βρει την κόρη της Περσεφόνη.

[19]  Πβλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Ε, 995.40 – 996.5»

[20]  Πβλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό

[21]        Hymni 74.t ` to     Hymni 74.10   {<Λευκοθέασ>, θυμίαμα ἀρώματα.} Λευκοθέαν καλέω Καδμηίδα, δαίμονα σεμνήν, εὐδύνατον, θρέπτειραν ἐυστεφάνου Διονύσου. κλῦθι, θεά, πόντοιο βαθυστέρνου μεδέουσα, κύμασι τερπομένη, θνητῶν σώτειρα μεγίστη· ἐν σοὶ γὰρ νηῶν πελαγοδρόμος ἄστατος ὁρμή, μούνη δὲ θνητῶν οἰκτρὸν μόρον εἰν ἁλὶ λύεις, οἷς ἂν ἐφορμαίνουσα φίλη σωτήριος ἔλθοις. ἀλλά, θεὰ δέσποινα, μόλοις ἐπαρωγὸς ἐοῦσα νηυσὶν ἐπ᾽ εὐσέλμοις σωτήριος εὔφρονι βουλῆι, μύσταις ἐν πόντωι ναυσίδρομον οὖρον ἄγουσα.

[22]  Πβλ. Λεξικό Liddell-Scott

[23]  Πβλ. Λεξικό Ησύχιου