Η θρησκεία των Ελλήνων


Η θρησκεία των Ελλήνων, και όλων των ανθρώπων, είναι το ένθεο ζην τους που όντας αϊδιες & λογικές ψυχές στηρίζονται στο τεράστιο, πολύπλοκο & κυρίως ιεραρχημένο σύστημα σύμφυτης στην ουσία τους γνώσης, επιστήμης και αλήθειας περί :

  • τον τριμερή σωματικό Κόσμο (σύμπαν εμπύριο[μονοειδές], αιθερικό[τριμερές] & υλικό [τριμερές=απλανείς, πλανήτες & υποσελήνιος τόπος])
  • τις χορείες των ψυχών (άχραντες και ανθρώπινες) 
  • τα κρείττονα γένη (χορείες υλικών & υποσελήνιων Αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων και κατ’ ουσία Ηρώων, Δαιμόνων, Αγγέλων & Αρχαγγέλων)
  • τα όντως Όντα
  • τους υπερούσιους, μεθεκτούς & αυτοτελείς Θεούς-Ενάδες-Αγαθότητες
  • το υπερούσιο και αμέθεκτο Ένα-Αγαθό ή «πρώτο Θεό».

θεραπεύουν(λατρεύουν) τους Θεούς, τα κρείττονα γένη και τον σύμπαντα Κόσμο.

Άλλωστε όπως λέγει ο Ιάμβλιχος :

«με την ουσία μας συνυπάρχει και μια περί θεών έμφυτη γνώση και αυτή η γνώση είναι ανώτερη από κάθε κρίση και προαίρεση, καθώς προϋπάρχει κάθε λογικής και αποδείξεως. Επίσης, είναι συνενωμένη εξαρχής με την οικεία της αιτία και συνυπάρχει με την ουσιαστικότερη έφεση της ψυχής, την έφεση προ τ’Αγαθό. Εάν λοιπόν πρέπει να πούμε την αλήθεια, η προς το θείο συναφή δεν είναι καν γνώση. Διότι, η γνώση διακρίνεται κατά κάποιο τρόπο από το γνωστικό αντικείμενό της, εξαιτίας της ετερότητας. Μάλιστα, πριν από τη γνώση – που ως κάτι άλλο γνωρίζει το διαφορετικό – υπάρχει η αυτοφυής γνώση, η από τους θεούς εξαρτώμενη μονοειδής συμπλοκή. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένη την ύπαρξη των θεών εάν δεν είναι ούτε να τη θεωρούμε αμφίβολη (διότι παραμένει αιώνια κατ’ ενέργεια ενοειδώς). Ούτε είμαστε άξιοι να την κρίνουμε και να την διαχωρίσουμε, ως να ήμασταν άξιοι να την εξετάσουμε. Διότι, εμείς, περιεχόμαστε σε αυτή ή, μάλλον, ολοκληρωνόμαστε από αυτή και κατέχουμε το ειδέναι (=αυτό που είμαστε) δια της γνώσεως των θεών[1]

Εξ ου και λέγει πως :

«η ανθρώπινη ψυχή συνάπτεται με τους θεούς – με τον τρόπο που οι θεοί πάντοτε υπάρχουν, χωρίς να αλλοιώνονται, έτσι, δια της γνώσης – σύμφωνα με την ομοιότητα της υπάρξεως, χωρίς την βοήθεια κάποιας εικασίας ή γνώσης ή συλλογισμού – πραγμάτων δηλ. που προκύπτουν με τον χρόνο – αλλά με τη βοήθεια μιας ουσίας που βρίσκεται πέραν αυτών και που βρίσκεται μέσα στις καθαρές και άμεμπτες νοήσεις, τις οποίες η ψυχή έλαβε από τους θεούς εκ του αΐδιου, και που είναι συναρτημένη με αυτούς[2]

Η επιστήμη αυτή, λοιπόν, η περί Θεών και όντως Όντων, καθώς είναι οντική γνώση σύμφυτη στην ουσία των λογικών και αϊδιων ψυχών, σημαίνει όπως λέγει ο Ιάμβλιχος πως «δεν λαμβάνει υπόσταση με το να την αποδεχτεί κάποιος τώρα ή με το να γεννηθεί η ίδια, αλλά συνυπάρχει αιώνια μέσα στην ψυχή μονοειδώς»[3] : τουτέστιν ΔΕΝ αποτελεί κάποιο διανοητικό ή φαντασιακό κατασκεύασμα αποκλειστικά μιας κάποιος φυλής ανθρώπων και φυσικά ΔΕΝ δημιουργήθηκε σε κάποια «χ» χρονική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά είναι η ζωή όλων των ψυχών στον βαθμό που ζούνε κατά φύση, ήτοι νοητικά.

Εξ ου και ο Πρόκλος λέγει πως :

«Όλη η του Πλάτωνος φιλοσοφία εμφανίστηκε σύμφωνα με την των κρείττονων αγαθοειδή βούληση, αποκαλύπτοντας τον εν αυτοίς κεκρυμμένο νου (νόηση) και την αλήθεια η οποία μαζί με τα όντα έλαβε υπόσταση μέσα στις περί γένεσιν στρεφόμενες ψυχές, όσο επιτρέπεται σε αυτές να μετέχουν σε τόσο υπερφυσικά και μεγάλα αγαθά, και ότι πάλι αργότερα αυτή τελειοποιήθηκε και, αφού αποσύρθηκε στον εαυτό της και κατέστη άγνωστη στους περισσότερος από αυτούς που διακήρυσσαν ότι είναι φιλόσοφοι και αδημονούσαν να ασχοληθούν με “την του όντος θήραν”, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Φαίδωνα, 66.c”, πάλι ήρθε στο φως. Ειδικά νομίζουμε ότι η μυσταγωγία για τα ίδια τα θεία, η οποία έχει στηριχτεί με αγνότητα σε ιερό βάθρο και έχει λάβει υπόσταση αιώνια δίπλα στους ίδιους τους θεούς, από εκεί εμφανίστηκε σε όσους μέσα στον χρόνο μπορούν να την απολαύσουν με το έργο ενός ανθρώπου, τον οποίο δεν θα σφάλαμε, αν τον αποκαλούσαμε προηγεμόνα και Ιεροφάντη “των αληθινών τελετών, τις οποίες τελούν” οι ψυχές απομακρυσμένες από τους γήινους τόπους, καθώς και “των ολοκλήρων και γεμάτων εσωτερική ηρεμία φασμάτων”, στα οποία συμμετέχουν όσες είναι γνήσια προσκολλημένες στην ευδαίμονα και μακάρια ζωή. Αυτή, αφού τόσο σεμνά και απόρρητα από αυτόν για πρώτη φορά έλαμψε σαν σε άγια ιερά και τοποθετήθηκε με ασφάλεια μέσα σε άδυτα και δεν κατανοήθηκε από τους περισσότερους που εισήλθαν, σε τακτά διαστήματα προωθήθηκε, όσο ήταν δυνατόν σε αυτήν, από κάποιους αληθινούς ιερείς, οι οποίοι ανέλαβαν και την κατάλληλη για αυτήν τη μυσταγωγία ζωή, και φώτισε ολόκληρο τον τόπο και εμφάνισε τις λάμψεις των θεϊκών φασμάτων παντού[4]

Όταν δηλαδή οι άνθρωποι, όντας λογικές & αίδιες ψυχές, ενεργοποιήσουν τους εντός τους Λόγους των πάντων, σταθούν δηλ. στην διανοητική τους ικανότητα, ενεργοποιούν & ανακτούν την επιστήμη των όντως Όντων. Όταν δηλ. εδραιώσουν τον εαυτό τους στο νοητικό μέρος της ουσίας τους, στο καθολικότερο μέρος του νου/νόησή τους – στο άνθος ή Εν του νοός του, νοούν τα πάντα με απλές και αδιαίρετες συλλήψεις και ανακτούν την γνώση των αΐδιων ιερών Λόγων και τα θεία Πατρικά σύμβολα. Εκ των οποίων οι μεν ιεροί Λόγοι προέρχονται εκ των νοητικών Ειδών, τα δε Πατρικά σύμβολα προέρχονται εκ των θείων Ενάδων.

Εξ ου και λέγει ο Πρόκλος πως :

«σε εκείνους που έμπαιναν στο τέμενος της Ελευσίνας η επιγραφή ανακοίνωνε να μην εισέρχονται στο άδυτο οι αμύητοι και οι ατέλεστοι, έτσι και στην είσοδο του δελφικού ναού το αναγεγραμμένο “Γνώθι σ’ αυτόν” δήλωνε τον τρόπο της ανοδικής πορείας προς την Θεότητα και της πιο ωφέλιμης και αποτελεσματικής οδού που οδηγεί στην κάθαρση, λέγοντας σχεδόν ολοκάθαρα σε όσους μπορούν να καταλάβουν, ότι αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του, αρχίζοντας από την εστία του, μπορεί να έρθει σε επαφή με τον θεό ο οποίος αποκαλύπτει τη σύνολη αλήθεια και είναι αρχηγέτης της καθαρτήριας ζωής. Αντίθετα, εκείνος που αγνοεί ποιος είναι, ατέλεστος και αμύητος όντας, είναι ακατάλληλος για να μετέχει στην πρόνοια του Απόλλωνα.»[5]

Οι άνθρωποι γίνονται ένθεοι, έχουν δηλ. θρησκεία, τότε και μόνον τότε όταν ως λογικές & αΐδιες ψυχές νοούν, διανοούνται & αισθάνονται τον Κόσμο, επικοινωνούν με τα ανώτερα και κατώτερα τους όντα, τα οποία αποτελούν μια Κοσμική ιεραρχία, και επιστρέφουν στον νοητό Κόσμο και στους Θεούς. Η θρησκεία, δηλ., υφίσταται όταν οι άνθρωποι, όντας λογικές & αΐδιες ψυχές, ανταποκριθούν στο από τα βάθη της υπάρξεώς τους κάλεσμα, του με μορφή πυρσού σύμφυτου έρωτα για τα θεία, που τους καλεί να επικρατήσουν επί της άλογης & περί τα σώματα ζωής τους και όχι μόνον να επιχειρήσουν αλλά και κατορθώσουν να κατακτήσουν το εν τη γενέσει κάλλος, δια του οποίου ως άχραντο όχημα θα καταφέρουν να αναμνησθούν το νοητό κάλος και να αναχθούν στον νοητό-θείο σύμπαν και στους Θεούς. Δηλ. οι άνθρωποι μπορούν να μετέχουν στα Μυστήρια των Θεών, όπως αυτά τελούνται από ένα πλήθος βαθμίδων άχραντων & τέλειων μεριστών(ανθρώπινων) ψυχών, σε αγαστή συνεργασία μετά των κρειττόνων γενών με μοναδικούς Τελετάρχες & Τελεσιουργούς τους ίδιους τους υπεροούσιους, αυτοτελείς και μεθεκτούς Θεούς/Ενάδες/Αγαθότητες – έχοντας ως μοναδικό ναό τους τον σωματοειδή, ο οποίος είναι αισθητός, έμψυχος & έννους ευδαίμον Θεός.

Άλλωστε κατά πως λέγει ο Δίων ο Χρυσόστομος («Ολυμπικός ή περί της πρώτης του Θεού έννοιας, 12.23.1 – 12.38.1»):

«ολόκληρο το ανθρώπινο γένος μυείται στην αληθώς τέλεια τελετή, όχι μέσα σε ένα μικρό οίκημα που έχει παρασκευαστεί από Αθηναίους για την υποδοχή κάποιοι όχλου, αλλά εντός αυτού του Κόσμου, σε αυτό το ποικίλω και σοφό δημιούργημα, όπου φαίνονται μυριάδες θαυμαστά πράγματα, και όπου οι τελετάρχες δεν είναι κάποιοι άνθρωποι όμοιοι με τους τελούμενους, αλλά Θεοί αθάνατοι, που μυούν τους θνητούς και νύχτα και μέρα στο φως και στα άστρα, αν επιτρέπεται να το πω, χορεύουν γύρω τους συνεχώς [δηλαδή οι Θεοί γύρω από τους ανθρώπους]

Η θρησκεία δηλ. των Ελλήνων, και όλων των ανθρώπων, υφίσταται και τα Μυστήρια λαμβάνουν χώρα μόνο όταν όντας λογικές & αϊδιες ψυχές μπορούν να ανέρχονται προς τους Θεούς!

Αυτή η οδός είναι η Φιλοσοφία, μιας και συμφώνως και με τον Ιεροκλή στο “υπόμνημα στα χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, 1.1 – 2.1” :

Η φιλοσοφία είναι κάθαρση και τελείωση της ανθρώπινης ζωής : κάθαρση από την υλική αλογία και του θνητού σώματος, τελείωση ως ανάκτηση της κατάλληλης ευδαιμονίας, η οποία οδηγεί στην ομοίωση με το θείο.”[6]

Ενώ συμφώνως με τον Ολυμπιόδωρο :

Της μεν φιλοσοφίας έργο είναι να μας μετατρέψει σε νου, της δε θεουργίας να μας ενώσει με τα νοητά, παραδειγματικώς ενεργώντας.”[7]

Ενώ ο Ιάμβλιχος :

Τέλος(σκοπός) δε πάσης θεουργικής πραγματείας(πράξης), η προς το νοητό πυρ άνοδος[8]

Δηλ. οι τρεις σκοποί της φιλοσοφίας και της Θεουργίας ως αναγωγή στα νοητά είναι:

  • ψυχῆς κάθαρσιν
  • ψυχῆς ἀπόλυσιν
  • ψυχῆς σωτηρίαν

Μιας και συμφώνως με τον Ιάμβλιχο :

«Οι θεουργοί δεν ενοχλούν το θείο νου για μικρά πράγματα, αλλά για την κάθαρση της ψυχής, το λύσιμο και την σωτηρία της[9]

Κατανοεί βέβαια κανείς ότι μέσα σε αυτά τα πλαίσια – τα μόνο πραγματικά – έννοιες όπως αναβίωση της θρησκείας των Ελλήνων δεν έχουν κανένα μα κανένα νόημα – διότι αναβίωση στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει ανάμνηση της ουσίας της ψυζής. δηλ. αυτογνωσία : επαναγωγή μας «εἰς τὴν ἑαυτῶν γνῶσιν» και κατάδειξη της υποστασιοποιημένης «ἐν Εἴδεσι καὶ Λόγοις» ουσίας μας.

Εξ ου και συμφώνως με τον Πρόκλο  :

«η φιλοσοφία αποδίδει την απομάκρυνση από τους θεούς και την επιστροφή στην λήθη και στην ανάμνηση των αΐδιων Λόγων αντίστοιχα. Ενώ οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί (δηλ. η Θεουργία) τις αποδίδουν στην λήθη και στην ανάμνηση των πατρικών συμβόλων. Όμως και οι δύο επί της ουσίας συμφωνούν. Διότι η ψυχή έχει συσταθεί από τους ιερούς νοητικού Λόγους και από τα θεία σύμβολα. Εκ των οποίων οι μεν ιεροί νοητικοί Λόγοι προέρχονται εκ των νοητικών Ειδών, τα δε θεία σύμβολα ή πατρικά συνθήματα προέρχονται εκ των θείων Ενάδων. Και είμαστε εικόνες των νοητικών ουσιών και αγάλματα των αγνώστων συμβόλων. Και όπως ακριβώς κάθε ψυχή είναι πλήρωμα (=σύνολο) όλων των Ειδών και έχει λάβει υπόσταση από μία αιτία, έτσι μετέχει σε όλα τα σύμβολα μέσω των οποίων συνάπτεται με τον Θεό, ενώ η ύπαρξή της έχει καθοριστεί από ένα, με το οποίο ολόκληρο το πλήθος που έχει μέσα της συνάγεται σε μια κορυφή.»[10]

Πολύ περισσότερο κενό νοήματος – σε βαθμό μεγάλης ανοησίας και γελοιότητας – είναι το να ισχυριστεί κάποιος ή κάποιοι (μεμονωμένα ή ως ομάδα), έστω και ως πολύ κακόγουστο αστείο, ότι είναι φορέας, πόσο ο μάλλον μοναδικός, της θρησκείας των Ελλήνων : είναι σαν να λέει κάποιος/κάποιοι ότι είναι όχι απλά ο μοναδικός/μοναδικοί Έλληνας/Έλληνες επί του Χθονός αλλά και ο μοναδικός άνθρωπος/άνθρωποι επί Χθονός!

Οι Θεοί όλων των λαών, όλων των ανθρώπων, στον βαθμό που αυτοί ήταν ή είναι ένθεοι, στον βαθμό δηλ. που ανέρχονταν όντως προς τους Θεούς και τα νοητά, είναι οι ίδιοι. Όμως οι άνθρωποι τους κατανοούν διαφορετικά, βλέπουν μια πλευρά του θείου λόγω αφενός διαφορετικού τρόπου μέθεξης αφετέρου λόγω πολλαπλών οντικών πτώσεως – βλ. Ησιόδεια γένη. Έτσι ο κάθε λαός ή άνθρωπος – στην «χ» χρονική στιγμή ή Κοσμολογική περίοδο – έχει Θεό ή Θεούς ανάλογα με το αν “βλέπει” μόνο την υπερούσια & αμέθεκτη Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών (την Ενάδα των Ενάδων, το Ένα ή Αγαθό : τον πρώτο Θεό) ή μόνο τις υπερούσιες, μεθεκτές αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς ή τον νου της εκάστοτε Ενάδας/Αγαθοτητας/Θεότητας ως οντική μονάδα της εκάστοτε θείας βαθμίδας και του εκάστοτε θείου πλήθους – π.χ. τον αμέθεκτο, νοητικό δημιουργό και πατέρα Ζεύς ως μονάδα τόσο των υπερκόσμιων όσο και των εγκόσμιων Θεών-, δίχως να βλέπει το πλήθος των Θεών, Αρχαγγέλων, Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, υποσελήνιων αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων, υλικών αρχόντων και ψυχών (άχραντες & ανθρώπινες) που δημιουργούνται από αυτή και συντάσσονται κάτω από αυτήν.

Κάτι που είναι απόλυτα φυσιολογικό να γίνεται διότι όπως λέγει ο Πρόκλος :

«οι ψυχές λησμονούν γρηγορότερα τις αρχές που βρίσκονται πιο κοντά τους, ενώ θυμούνται περισσότερο τις ανώτερες αρχές. Γιατί οι ανώτερες αρχές λόγω της υπεροχής της δυνάμεως τους επιδρούν περισσότερο στις ψυχές, και λόγω των ενεργειών τους φαίνεται να είναι παρούσες στις ψυχές. Το ίδιο γίνεται και με την όρασή μας. Γιατί, ενώ δεν βλέπουμε πολλά από όσα βρίσκονται πάνω στην γη, ωστόσο πιστεύουμε ότι βλέπουμε την ίδια την σφαίρα των απλανών και τους ίδιους τους αστέρες, επειδή με το φως τους φωτίζουν την όρασή μας. Το μάτι, λοιπόν, της ψυχής ξεχνά και δεν βλέπει περισσότερο τις πλησιέστερες αρχές παρά τις ανώτερες και θεϊκότερες. Έτσι όλες οι θρησκείες και οι αιρέσεις συμφωνούν ότι υπάρχει η πρώτη αρχή και όλοι οι άνθρωποι αποκαλούν κάποιον θεό βοηθό, δεν πιστεύουν όλες, όμως, ότι μετά τις αρχή αυτή υπάρχουν θεοί και πρόνοια από τους θεούς στο σύμπαν. Γιατί βλέπουν ξεκάθαρα το “ένα” από ότι το “πλήθος”. Άλλες πιστεύουν ότι υπάρχουν Θεοί και, θεωρώντας ότι υπάρχει γένος δαιμόνων μετά τους θεούς, αγνοούν την τάξη των ηρώων. Και γενικά αυτό είναι το μεγαλύτερο έργο της επιστήμης περί τα θεία και τα Όντα, να αναπτύξει με λεπτομέρειες τις μεσαίες τάξεις και τις προόδους των Όντων[11]

Μάλιστα όλες οι Πλατωνικές και νεοπλατωνικές σχολές – που όντας οι γνησιότερα και ουσιαστικότεροι θύλακες της ιερής θρησκείας και Ευσέβειας των Ελλήνων και των μυστηρίων της ήταν το ισχυρότερο «κλαδί» του μέσα στην ιστορία θρησκευτικού τύπου γενεαλογικού δένδρου της των Ελλήνων θρησκείας – αποδέχονταν ως απόδειξη ορθότητας και αλήθειας των λεγομένων της Πλατωνικής φιλοσοφίας και της Ορφικής θεολογίας τα «Χαλδαϊκά Λόγια/Χρησμούς» τα οποία δόθηκαν από τους ίδιου τους Θεούς δια μέσω θεουργίας. Εξ ου και τους θεωρούσαν νοηματικά, φιλοσοφικά και θεολογικά απόλυτα ταυτιζόμενους με τα λεγόμενα του Ορφέως και του Πλάτωνος : δηλ. Θεοί Χαλδαϊκών Λόγων/Χρησμών = Θεοί Ελλήνων = Θεοί.

Εξ ου και οι παλαιοί Έλληνες θεράπευαν τους Θεούς μέσω και των θρησκευτικών παραδόσεων άλλων λαών. Επί παραδείγματι ο θείος Πυθαγόρας, ο θείος Πλωτίνος, ο τελευταίος νόμιμος Ιεροφάντης του Ελευσίνιου ναού Νεστόριος ο Ευμολπίδης, θείος ο Ιάμβλιχος, ο θείος Συριανός, ο Πλούταρχος ο Αθηναίος(ο νεότερος), η Ασκληπιγένια – κόρη του Πλουτάρχου του Αθηναίου – και κυρίως ο θείος Πρόκλος (ψυχή που άνηκε στην Ερμαϊκή βαθμίδα και σχολάρχη της Πλατωνικής Ακαδημίας και τελευταίο Δαδούχο & Ιεροφάντη των Ελλήνων) που μπορούσε να απλώνει τα φτερά του νου του και να σηκώνεται προς τον πυρσοέλικτο αιθέρα και αντηχούσαν οι πολύαστροι κύκλοι της αθάνατης ψυχής του Κόσμου, όχι μόνον συνέγραψε όπως και ο δάσκαλός του Συριανός, κείμενο περί θεολογικής ταυτίσεως Χαλδαϊκών Χρησμών, Ορφέως και Πλάτωνος αλλά όπως λέγει ο βιογράφος, μαθητής του και σχολάρχης της Πλατωνικής ακαδημίας Μαρίνος Νεαπόλεως, αναφέρει:

«Τις καστείες τις οποίες πραγματοποιούσαν προς τη Μητέρα των Θεών οι Ρωμαίοι και πρότερα οι Φρύγες, τις τηρούσε και τις δυσοίωνες μέρες για τους Αιγύπτιους τις πρόσεχε περισσότερο και από εκείνους τους ίδιους, και νήστευε κάποιες προσωπικές ημέρες εξ επιφανείας. Γιατί την τελευταία ημέρα κάθε μήνα ούτε κάν προδειπνούσε, όπως ακριβώς και την πρώτη ημέρα κάθε μήνα την εόρταζε με λαμπρότητα και ιερότητα, και για τις σημαντικές για όλους, για να το πούμε έτσι, κατά τα πάτρια έκαστου εορτές ενθέσμως δρούσε, και δεν χρησιμοποιούσε όπως άλλοι, ως πρόφαση για κάποια ανάπαυλα ή και για κάποια κατάχρηση του σώματος, αλλά για εντυχίες μέσα στην νύχτα και ύμνους και τα παρόμοια. Το φανερώνει και η πραγματεία με τους ύμνους του , η οποία περιέχει εγκώμια όχι μόνον των τιμηθέντων Θεών παρά των Ελλήνων, αλλά εξυμνεί και τον Μάρνα τον Γαζαίο και τον Ασκληπιό τον Λεοντούχο, τον Ασκαλωνίτη και τον Θυανδρίτη, έναν άλλο πολυτιμημένο από τους Άραβες Θεό, και την Ίσιδα που ακόμα λατρεύεται στις Φίλες, και γενικά όλους τους άλλους. Γιατί είχε πολύ πρόχειρο και πάντοτε έλεγε ο θεοσεβέστατος άνδρας πως ο φιλόσοφος δεν πρέπει να είναι θεραπευτής μόνο μίας πόλεως ούτε των πάτριων μερικών, αλλά ιερέας από κοινού όλου του κόσμου Ιεροφάντης

Έχει δε καταγραφεί η θρησκεία των Ελλήνων – ιδικά για την χρονική περίοδο 3900-900π.Χ. – πάνω σε πολύ μεγάλο πλήθος «αρχαιολογικών» ευρημάτων : με την χρήση θεουργικών συμβόλων και ιερατικών επιγραφών – τουτέστιν μέσω μινωικής γραμμικής Α’ και μυκηναϊκής γραμμικής Β’, κρητικών συλλαβογραμμάτων, ιερογλυφικών και ιδεογραμμάτων – επί αγγείων (θραύσματα και ολόκληρα αγγεία), καθώς και ιερατικών δαχτυλιδιών, ιερατικών σφραγιδόλιθων και επιστόμιων ταφικών χρυσών ελασμάτων.

Έχει όμως καταγραφεί η θρησκεία των Ελλήνων και με έντυπη μορφή από τους Έλληνες σε δεκάδες δεκάδων φιλοσοφικά, θεολογικά και μυθολογικά κείμενα που αποτελούν την πενταμερή ιερή Θρησκεία των Ελλήνων : την  αδιαχώριστη πεντάδα Ορφική Θεολογία – ένθεη ποίηση (Ομηρική & Ησιόδεια) – μυθολογική παράδοση – Φιλοσοφία (Πυθαγόρεια-Πλατωνική-νεοπλατωνική) – Θεουργία (τελεστική/ιερατική/τελεσιουργική τέχνη). Αρχαιότερη και ταυτόχρονα χρονολογικά κοντινότερη στην σύγχρονη εν τη γενέσει ανθρωπότητα μορφή της έχει καταγραφεί από τον θράκα θεολόγο Ορφέα, όσο και από την ένθεη Ομηρική και Ησιόδεια ποίηση. Που την μεν πρώτη έχει επεξηγήσει πλήρως ο Πυθαγόρας-Πυθαγόρειοι και ο Πλάτωνας ενώ την 2η αλλά φυσικά και η 1η την έχουν επεξηγήσει και αναλύσει πλήρως οι πλατωνικές σχολές, κυρίως η Αθηναϊκή.

Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 9/1/2009


[1] Βλ., Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 1.3.1 – 1.3.18» :

     Myst 1.3.1 ` to     Myst 1.3.18 Φῂς τοίνυν πρῶτον διδόναι εἶναι θεούς· τὸ δ᾽ ἐστὶν οὐκ ὀρθὸν οὑτωσὶ λεγόμενον. Συνυπάρχει γὰρ ἡμῶν   αὐτῇ τῇ οὐσίᾳ ἡ περὶ θεῶν ἔμφυτος γνῶσις, κρίσεώς τε πάσης ἐστὶ κρείττων καὶ προαιρέσεως, λόγου τε καὶ ἀποδείξεως προϋπάρχει· συνήνωταί τε ἐξ ἀρχῆς πρὸς τὴν οἰκείαν αἰτίαν, καὶ τῇ πρὸς τἀγαθὸν οὐσιώδει τῆς ψυχῆς ἐφέσει συνυφέστηκεν.  Εἰ δὲ δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐδὲ γνῶσίς ἐστιν ἡ πρὸς τὸ θεῖον συναφή. Διείργεται γὰρ αὕτη πως ἑτερότητι. Πρὸ δὲ τῆς ὡς ἑτέρας ἕτερον γιγνωσκούσης αὐτοφυής ἐστιν … ἡ τῶν θεῶν ἐξηρτημένη μονοειδὴς συμπλοκή. Οὐκ ἄρα συγχωρεῖν χρὴ ὡς δυναμένους αὐτὴν καὶ διδόναι καὶ μὴ διδόναι, οὐδ᾽ ὡς ἀμφίβολον τίθεσθαι (ἕστηκε γὰρ ἀεὶ κατ᾽ ἐνέργειαν ἑνοειδῶς), οὐδ᾽ ὡς κυρίους ὄντας τοῦ κρίνειν τε καὶ ἀποκρίνειν οὕτως αὐτὴν δοκιμών ἄξιον· περιεχόμεθα γὰρ ἐν αὐτῇ μᾶλλον ἡμεῖς καὶ πληρούμεθα ὑπ᾽ αὐτῆς, καὶ αὐτὸ ὅπερ ἐσμὲν ἐν τῷ τοὺς θεοὺς εἰδέναι ἔχομεν.

[2] Βλ., Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 1.3.32 – 1.3.38» :

     Myst 1.3.32 ` to     Myst 1.3.38 οὕτω καὶ ἡ ἀνθρωπίνη ψυχὴ κατὰ τὰ αὐτὰ τῇ γνώσει πρὸς αὐτοὺς συναπτέσθω, εἰκασίᾳ μὲν ἢ δόξῃ ἢ συλλογισμῷ τινι, ἀρχομένοις ποτὲ ἀπὸ χρόνου, μηδαμῶς τὴν ὑπὲρ ταῦτα πάντα οὐσίαν μεταδιώκουσα, ταῖς δὲ καθαραῖς καὶ ἀμέμπτοις νοήσεσιν αἷς εἴληφεν ἐξ ἀιδίου παρὰ τῶν θεῶν, ταύταις αὐ τοῖς συνηρτημένη·

[3] Βλ., Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 1.3.42 – 1.3.46» :

     Myst 1.3.42 ` to     Myst 1.3.46 ἐξήλλακται γὰρ αὐτῶν ἡ εἴδησις, ἀντιθέσεώς τε πάσης κεχώρισται, καὶ οὐκ ἐν τῷ συγχωρεῖσθαι νῦν ἢ ἐν τῷ γίγνεσθαι ὑφέστηκεν, ἀλλ᾽ ν ξ ιδου μονοειδς π τ ψυχ συνυπρχουσα.

[4] Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτωνα Θεολογία, Βιβλίο Α’, 1.5.6 – 1.6.15») :

     Theol Plat 1.5.6 ` to     Theol Plat 1.6.15   Ἅπασαν μὲν τὴν Πλάτωνος φιλοσοφίαν, ὦ φίλων ἐμοὶ φίλτατε Περίκλεις, καὶ τὴν ἀρχὴν ἐκλάμψαι νομίζω κατὰ τὴν τῶν κρειττόνων ἀγαθοειδῆ βούλησιν, τὸν ἐν αὐτοῖς κεκρυμμένον νοῦν καὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁμοῦ τοῖς οὖσι συνυφεστῶσαν ταῖς περὶ γένεσιν στρεφομέναις ψυχαῖς, καθ᾽ ὅσον αὐταῖς θεμιτὸν τῶν οὕτως ὑπερφυῶν καὶ μεγάλων ἀγαθῶν μετέχειν, ἐκφαίνουσαν, καὶ πάλιν ὕστερον τελειωθῆναι καὶ ὥσπερ εἰς ἑαυτὴν ἀναχωρήσασαν καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν φιλοσοφεῖν ἐπαγγελλομένων καὶ <τῆς τοῦ ὄντος θήρασ> ἀντιλαμβάνεσθαι σπευδόντων ἀφανῆ καταστᾶσαν, αὖθις εἰς φῶς προελθεῖν· διαφερόντως δὲ οἶμαι τὴν περὶ αὐτῶν τῶν θείων μυσταγωγίαν <ἐν ἁγνῷ βάθρῳ> καθαρῶς ἱδρυμένην καὶ παρ᾽ αὐτοῖς τοῖς θεοῖς διαιωνίως ὑφεστηκυῖαν ἐκεῖθεν τοῖς κατὰ χρόνον αὐτῆς ἀπολαῦσαι δυναμένοις ἐκφανῆναι δι᾽ ἑνὸς ἀνδρός, ὃν οὐκ ἂν ἁμάρτοιμι <τῶν> ἀληθινῶν <τελετῶν, ἃς τελοῦνται> χωρισθεῖσαι τῶν περὶ γῆν τόπων αἱ ψυχαί, καὶ τῶν <ὁλοκλήρων καὶ ἀτρεμῶν φασμάτων> ὧν μεταλαμβάνουσιν αἱ τῆς εὐδαίμονος καὶ μακαρίας ζωῆς γνησίως ἀντεχόμεναι, προηγεμόνα καὶ ἱεροφάντην ἀποκαλῶν· οὕτως δὲ σεμνῶς καὶ ἀπορρήτως ὑπ᾽ αὐτοῦ τὴν πρώτην ἐκλάμψασαν οἷον ἁγίοις ἱεροῖς καὶ τῶν ἀδύτων ἐντὸς ἱδρυνθεῖσαν ἀσφαλῶς καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν εἰσιόντων ἀγνοηθεῖσαν [ἀσφαλῶς], ἐν τακταῖς χρόνων περιόδοις ὑπὸ δή τινων ἱερέων ἀληθινῶν καὶ τὸν προσήκοντα τῇ μυσταγωγίᾳ βίον ἀνελομένων προελθεῖν μὲν ἐφ᾽ ὅσον ἦν αὐτῇ δυνατόν, ἅπαντα δὲ καταλάμψαι τὸν τόπον καὶ πανταχοῦ <τὰς> τῶν θείων φασμάτων ἐλλάμψεις καταστήσασθαι.

[5] Βλ. Πρόκλος «Εις τον Πλάτωνος πρώτον Αλκιβιάδη, βιβλίο Α’, 5.3– 5.12» :

     in Alc 5.3 ` to     in Alc 5.12 ὡς γὰρ τοῖς εἰς τὸ τῶν Ἐλευσινίων τέμενος εἰσιοῦσιν ἐδήλου τὸ πρόγραμμα μὴ χωρεῖν εἴσω τῶν ἀδύτων ἀμυήτοις οὖσι καὶ ἀτελέστοις, οὕτω δὴ καὶ πρὸ τοῦ νεὼ τοῦ Δελφικοῦ τὸ «<γνῶθι σαυτὸν>» ἀναγεγραμμένον ἐδήλου τὸν τρόπον οἶμαι τῆς ἐπὶ τὸ θεῖον ἀναγωγῆς καὶ τῆς εἰς κάθαρσιν ὁδοῦ τῆς ἀνυσιμωτάτης, μονονουχὶ λέγον σαφῶς τοῖς ξυνιέναι δυναμένοις, ὡς ὁ μὲν γνοὺς ἑαυτὸν ἀφ᾽ ἑστίας ἀρξάμενος συνάπτεσθαι δύναται θεῷ τῷ τῆς ὅλης ἀληθείας ἐκφαντικῷ καὶ ἡγεμόνι τῆς καθαρτικῆς ζωῆς, ὁ δὲ ἀγνοῶν ὅστις ἐστίν, ἀτέλεστος καὶ ἀμύητος ὢν μετέχειν τῆς τοῦ Ἀπόλλωνος προνοίας ἐστὶν ἀνεπιτήδειος.

[6] Η φιλοσοφία ἐστὶ ζωῆς ἀνθρωπίνης κάθαρσις καὶ τελειότης, κάθαρσις μὲν ἀπὸ τῆς ὑλικῆς ἀλογίας καὶ τοῦ θνητοειδοῦς σώματος, τελειότης δέ, τῆς οἰκείας εὐζωΐας ἀνάληψις, πρὸς τὴν θείαν ὁμοίωσιν ἐπανάγουσα.

[7] Βλ. Ολυμπιόδωρος «Υπόμνημα στον Πλατωνικό Φαίδωνα, 8.2.19 – 8.2.20» :

   In Platonis Phaedonem commentaria 8.2.19 ` to     In Platonis Phaedonem commentaria 8.2.20 καὶ φιλοσοφίας μὲν ἔργον νοῦν ἡμᾶς ποιῆσαι, θεουργίας δὲ ἑνῶσαι ἡμᾶς τοῖς νοητοῖς, ὡς ἐνεργεῖν παραδειγματικῶς.

[8] Βλ. Ιάμβλιχος στο «Περί Μυστηρίων, 3.31. 68 – 3.31. 71» :

     Myst 3.31.68 ` to     Myst 3.31.71 Μετὰ τούτων δὲ ἀμφοτέρων δίδοται τοῖς θεουργοῖς ἡ πρὸς τὸ νοητὸν πῦρ ἄνοδος, ὃ δὴ καὶ τέλος δεῖ πάσης μὲν προγνώσεως πάσης δὲ θεουργικῆς πραγματείας προτίθεσθαι.

[9] Βλ. Ιάμβλιχος «Περί Μυστηρίων, 10.7.5 – 10.7.6» :

     Myst 10.7.5 ` to     Myst 10.7.6 οὐδὲ περὶ σμικρῶν οἱ θεουργοὶ τὸν θεῖον νοῦν ἐνοχλοῦσιν, ἀλλὰ περὶ τῶν εἰς ψυχῆς κάθαρσιν καὶ ἀπόλυσιν καὶ σωτηρίαν ἀνηκόντων·

[10] Βλ. Πρόκλος «Εκλογές εκ της Χαλδαϊκής φιλοσοφίας, 5.1 – 5.13» :

     Eclogae de philosophia Chaldaica 5.1 ` to     Eclogae de philosophia Chaldaica 5.13   Ἡ φιλοσοφία τήν τε λήθην καὶ ἀνάμνησιν τῶν ἀιδίων λόγων αἰτιᾶται τῆς τε ἀποφοιτήσεως τῆς ἀπὸ τῶν θεῶν καὶ τῆς ἐπ᾽ αὐτοὺς ἐπιστροφῆς· τὰ δὲ λόγια, τῶν πατρικῶν συνθημάτων. Συνᾴδει δὲ ἀμφότερα· συνέστηκε γὰρ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τῶν ἱερῶν λόγων καὶ τῶν θείων συμβόλων· ὧν οἱ μέν εἰσιν ἀπὸ τῶν νοερῶν εἰδῶν, τὰ δὲ ἀπὸ τῶν θείων ἑνάδων· καὶ ἐσμὲν εἰκόνες μὲν τῶν νοερῶν οὐσιῶν, ἀγάλματα [τὰ] δὲ τῶν ἀγνώστων συνθημάτων. Καὶ ὥσπερ πᾶσα ψυχὴ πάντων μέν ἐστι πλήρωμα τῶν εἰδῶν, κατὰ μίαν δὲ ὅλως αἰτίαν ὑφέστηκεν, οὕτω καὶ πάντων μὲν μετέχει τῶν συνθημάτων, δι᾽ ὧν συνάπτεται τῷ θεῷ, ἀφώρισται δὲ ἡ ὕπαρξις ἐν ἑνί, καθὸ συνάγεται πᾶν τὸ ἐν αὐτῇ πλῆθος εἰς μίαν κορυφήν.

[11] Βλ. Πρόκλος «Υπόμνημα στον Τίμαιο του Πλάτωνα, τόμος E’, 3.152.31 – 3.153.15» :

        in Ti 3.152.31 ` to     in Ti 3.153.15 αἱ ψυχαὶ τῶν ἑαυταῖς προσεχεστέρων θᾶττον ἐπιλανθάνονται, τῶν δὲ ὑπερτέρων ἀρχῶν μᾶλλον μνημονεύουσι· δρῶσι γὰρ μᾶλλον εἰς αὐτὰς δι᾽ ὑπεροχὴν δυνάμεως καὶ δοκοῦσιν αὐταῖς παρεῖναι δι᾽ ἐνέργειαν· ὃ δὴ καὶ περὶ τὴν ὄψιν γίγνεται τὴν ἡμετέραν· πολλὰ γὰρ τῶν ἐν γῇ κειμένων οὐχ ὁρῶντες ὅμως αὐτὴν ὁρᾶν δοκοῦμεν τὴν ἀπλανῆ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀστέρας, διότι καταλάμπουσιν ἡμῶν τὴν ὄψιν τῷ ἑαυτῶν φωτί. μᾶλλον οὖν καὶ τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς λήθην ἴσχει καὶ ἀορασίαν τῶν προσεχεστέρων ἢ τῶν ἀνωτέρω καὶ θειοτέρων ἀρχῶν. οὕτω τὴν μὲν πρωτίστην ἀρχὴν πᾶσαι θρησκεῖαι καὶ αἱρέσεις συγχωροῦσιν εἶναι, καὶ θεὸν πάντες ἄνθρωποι καλοῦσι βοηθόν, θεοὺς δὲ εἶναι μετ᾽ αὐτὴν καὶ πρόνοιαν ἀπ᾽ αὐτῶν ἐν τῷ παντὶ οὐ πᾶσαι πιστεύουσιν· ἐναργέστερον γὰρ αὐταῖς καταφαίνεται τὸ ἓν τοῦ πλήθους. ἄλλαι δὲ θεοὺς μὲν εἶναι νομίζουσι, μετὰ δὲ θεοὺς δαιμόνιον γένος ὑποτιθέμεναι τὴν ἡρωικὴν ἀγνοοῦσι τάξιν· καὶ ὅλως τοῦτο καὶ μέγιστόν ἐστι τῆς ἐπιστήμης ἔργον, τὸ τὰς μεσότητας καὶ τὰς προόδους τῶν ὄντων λεπτουργεῖν.

One comment on “Η θρησκεία των Ελλήνων

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.