Η μόνη – κατά Πλάτωνα – αληθής & όντως τροφή της λογικής & αΐδιας ψυχής ή καθαυτό ανθρώπου


Σχετικά προσφάτως – 20/10/2016 – σε κάποια ιστοσελίδα με την ονομασία «Ελληνική Θεολογία»(sic) αναστηλώθηκε ένα κάποιο κείμενο δια του οποίου ο συγγραφέας του – κ. Μπουσίου Ιωάννης – διαστρεβλώνει σύμπασα την Πανελλήνια(Ορφική) Θεολογία και την του θειότατου Πυθαγόρα, Πλάτωνος και των συνεχιστών αυτών θεία φιλοσοφία εισάγοντας ως λεγόμενα δήθεν του θείου Πλάτωνος και δήθεν «δόγματα Ελληνικής θεολογίας«(sic) κυριολεκτικά ανοησίες-φληναφήματα που λέγουν περί της λογικής & αίδιας ψυχής – ή Καθαυτό ανθρώπου – ότι «η ψυχή αντλεί από τον νοητικό αιθέρα την αληθινή τροφή που θα την οδηγήσει στην πνευματική της αναγωγή»(sic).
Δια αυτών των δήθεν «δογμάτων Ελληνικής θεολογίας»(sic), ο κ. Μπουσίου Ιωάννης, διαστρεβλώνει & παραχαράζει σύμπασα την του Πλάτωνα γραμματεία βάζοντας στο στόμα του θείο ανδρός & φιλοσόφου την πολυετή μαθητεία του στα από πολλούς & διαφόρους κυρίους & κυρίες και για πάνω από 20 έτη – κάποιοι μάλιστα και με επι χρήμασι μαθητεία εν είδει διαλέξεων, διαδιδόμενα κείμενα  ενός κ. Σπυρίδωνος Νάγου, ενός κ. Διόδωρου Καρυδάκη και ενός κ. Σπυροδήμου Γ. Ανεμογιάννη–Σινανίδη, τα οποία των μεν δυο πρώτων παρουσιάζονται ως μία κάποια δήθεν «Ορφική & Πλατωνική προφορική παράδοση»(sic) ενώ τα δε του τρίτου ως μια δήθεν «Ελευσίνια Μύηση«(sic)!
Ο κ. Σινανίδης, ο οποίος έχει υπάρξει ιεροδιδάσκαλος του κ. Μπουσίου Ιωάννη, επι σειρά πολλών ετών διαστρεβλώνει & παραχαράζει – με τα όσα λέγει & γράφει περί λογικής ψυχής & Ελευσίνιων Μυστηρίων – με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό όχι μόνον τα νοήματα του πλατωνικού «Τίμαιου» και «Φαίδρου» αλλά και το ίδιο το αρχαίο κείμενο των εν λόγω πλατωνικών κειμένων – καθώς επίσης όχι μόνον τα νοήματα αλλά και το ίδιο το κείμενο του «Υπομνήματος στα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα» του Ιεροκλή που ξεπερνά τα όρια της ύβρεως!
Η «Ακάδημος» σε οδό προασπίσεως των θείων περί θεών, κρειττόνων γενών, Κόσμου και λογικών ψυχών δογμάτων αναστηλώνει (με δική της μετάφραση) τα αληθή & όντως του Πλάτωνα κείμενα στα οποία αναφέρεται ποιά είναι η μόνη – κατά Πλάτωνα – αληθής & όντως τροφή της λογικής & αΐδιας ψυχής ή καθαυτό ανθρώπου – συμπεριλαμβανημένου όπως κάνει πάντοτε το αρχαίο κείμενο, δίχως όμως – για ευνόητους λόγους – να επεξηγήσει το του Πλάτωνος κείμενο.

«δια το κυριότατο είδος ψυχής που έχουμε πρέπει να διανοούμαστε ως εξής: ο θεός το έδωσε στον καθένα μας ως Δαίμονα[1], και είναι αυτό το λεγόμενο ότι οικεί στην κορυφή του σώματος μας και μας ανυψώνει από την γη προς την εν ουρανώ συγγένεια μας, σαν να είμαστε φυτό όχι έγγειο αλλά ουράνιο, για να το πούμε ορθότατα. Γιατί από εκεί, όπου έγινε η πρώτη γέννησή της ψυχής, το θείο κρέμασε την κεφαλή που είναι ρίζα μας για κρατεί όρθιο ολόκληρο το σώμα μας. Ο άνθρωπος λοιπόν ο οποίος έχει επιδοθεί εις τον κορεσμό των επιθυμιών του ή σε φιλονικία και με υπερβολική προσήλωση ασχολείται με αυτά, κατ’ ανάγκην θα γίνουν θνητά όλα του τα δόγματα. Ώστε γίνεται, στον βαθμό που είναι δυνατόν, εξ ολοκλήρου θνητός, και δεν έχει τίποτα το μη θνητό, και δεν λείπει από το να γίνει εντελώς θνητός γιατί μόνο το θνητό αύξησε. Εκείνος όμως ο οποίος έχει επιδοθεί στην φιλομάθεια και στις αληθείς φρονήσεις, και σε αυτά έχει γυμναστεί περισσότερο να φρονεί τα αθάνατα και τα θεία, αν αγγίζει την αλήθεια, τότε κατά απόλυτον ανάγκην θα επιτύχει εξ ολοκλήρου την αθανασία, όσον βέβαια είναι δυνατόν να μετάσχει της αθανασίας η ανθρώπινη φύσις. Και επειδή αυτός ο άνθρωπος θεραπεύει πάντοτε τον θεό και έχει μέσα του σύνοικο τον δαίμονα πολύ καλά κεκοσμημένο, θα είναι εξαιρετικά ευδαίμονας. Η θεραπεία για τα πάντα είναι μια  : να αποδίδει στο κάθε ένα τις οικίες του τροφές και κινήσεις. Προς το εν ημίν θείο – τον Νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Αυτές λοιπόν πρέπει να ακολουθεί ο κάθε ένας από εμάς, προσπαθώντας να ανορθώσει τις διεφθαρμένες περιόδους της γενέσεως που υπάρχουν μέσα στην κεφαλή του εξορθώνοντάς τες δια της απολύτου κατανοήσεως της του σύμπαντος αρμονίας & περιφοράς, εξομοιώνοντας το κατανοούν με το κατανοούμενο κατά την αρχαία [μας] φύση, και αφού ομοιωθεί να επέλθει η τελείωση του αρίστου βίου που έθεσαν ως υπόδειγμα για τους ανθρώπους οι θεοί για τον παρόντα και τον μελλοντικό χρόνο.»[2]

Εξ ου και λέγεται εκ του Πλάτωνος ότι:

«ο θεός εφεύρε την όραση και μας την δώρισε ώστε βλέποντες και κατανοούντες τις περιόδους του Νοός στον ουρανό, να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα επί των περιφορών της δικής μας διανοήσεως, επειδή είναι συγγενείς με εκείνες, οι ταραγμένες με τις ατάρακτες. Και αφού δε κατανοήσουμε και μετάσχωμεν στους λογισμούς της κατά φύσιν ορθότητος μιμούμενοι τις περιφορές του θεού, οι οποίες είναι εντελώς απλανείς, να αποκαταστήσουμε τις εντός μας πεπλανημένες περιφορές[3]

Για να γίνει δε πλήρως κατανοητό θα αναφέρουμε ότι ο θείος Πρόκλος λέγει ότι :

«Μόνο ο Πλάτωνας, στον “Τίμαιο”, ακολουθώντας τους Πυθαγορείους, κάνει λόγο και για συναίτια των Φυσικών όντων, δηλ. για το πανδεχές & ένυλο Είδος, τα οποία υπηρετούν τα πρωταρχικά αίτια στην γέννηση των όντων. Πριν από αυτά όμως διερευνά τα πρωταρχικά αίτια, το δημιουργικό, το υποδειγματικό και το τελικό αίτιο, και για τον λόγο αυτό τοποθετεί πάνω από το σύμπαν έναν δημιουργό νου, μια νοητή αιτία – μέσα στην οποία υπάρχει το σύμπαν πρωταρχικά, και το ύψιστο Αγαθό, το οποίο είναι τοποθετημένο πριν από τον δημιουργό νου, στη θέση του ποθητού. Γιατί καθώς το σύμπαν κινείται από κάτι άλλο είναι εξαρτημένο από την δύναμη εκείνου που το κινεί, και ως εκ τούτου δεν είναι στην φύση του να παράγει, να τελειοποιεί ή να σώζει τον εαυτό του, αλλά για όλα αυτά χρειάζεται τη δημιουργική αιτία και από εκεί συνέχεται. Είναι φυσικό, λοιπόν, και τα συναίτια των φυσικών όντων να είναι εξαρτημένα από τα αληθινά αίτια, από τα οποία έχουν παραχθεί (δημιουργικό αίτιο), με βάση τα οποία έχουν δημιουργηθεί από τον πατέρα των πάντων (υποδειγματικό αίτιο), και για τα οποία έχουν γεννηθεί (τελικό αίτιο). Εύλογα, λοιπόν, όλα αυτά έχουν παραδοθεί από τον Πλάτωνα εξετασμένα με ακρίβεια, καθώς και τα υπόλοιπα δύο, το Είδος και το υλικό υποκείμενο[4], εξαρτημένα από αυτά. Για τούτο και ο αισθητός Κόσμος δεν είναι ίδιος με τους νοητούς ή νοητικούς Κόσμους, οι οποίοι έχουν λάβει υπόσταση με τα καθαρά Είδη, αλλά υπάρχουν σε αυτόν δύο πράγματα, το ένα ως Λόγος και Είδος, και το άλλο ως υπόστρωμα. Από αυτά είναι φανερό ότι δικαιολογημένα ο Πλάτων έχει παρουσιάσει όλες αυτές τις αιτίες την Κοσμογονίας, το ύψιστο Αγαθό, το νοητό υπόδειγμα, το ποιούν[5], το Είδος και την υποκείμενη Φύση[6]. Γιατί αν μιλούσε για νοητούς θεούς, θα παρουσίαζε σαν αίτιό τους μόνο το ύψιστο Αγαθό/Ένα. Γιατί μόνο από αυτή την αιτία προέρχεται ο νοητός αριθμός. Αν μιλούσε για νοητικούς θεούς, θα θεωρούσε ως αιτία το ύψιστο Αγαθό/Ένα και το νοητό. Γιατί το νοητικό πλήθος προέρχεται από τις νοητές Ενάδες και τη μια πηγή των όντων. Αν έκανε λόγο για τους υπερκόσμιους θεούς, θα τους παρήγαγε από την νοητική & καθολική δημιουργία[7], από τους νοητούς θεούς και από το αίτιο των πάντων.[8] Γιατί, σε όλα όσα γεννιούνται από τα κατώτερα, εκείνο δίνει υπόσταση κατά τρόπο πρωταρχικό, απόρρητο και ανεπινόητο. Επειδή, όμως, θα κάνει λόγο για εγκόσμια πράγματα και για τον σύμπαντα Κόσμο, ο Πλάτωνας θα του δώσει ύλη και Είδος εκ των υπερκσόσμιων θεων ερχόμενο, θα τον εξαρτήσει από την καθολική δημιουργία[9], θα τον εξομοιώσει με το “νοητό ζωντανό ΟΝ”[10] αποδεικνύοντας τον σε θεό μέσω της συμμετοχής του στο υπερούσιο & αμέθεκτο Αγαθό/Εν, και έτσι θα κάνει τον σύμπαντα Κόσμο έννουν, έμψυχο, ευδαίμονα θεό. Αυτός είναι, λοιπόν, ο σκοπός στον οποίο υποστηρίζουμε ότι αποβλέπει ο πλατωνικός “Τίμαιος”, και τέτοιος, όπως τον περιγράψαμε. Καθώς, όμως, είναι τέτοιος, ορθά στην αρχή η τάξη του σύμπαντος παρουσιάζεται δια εικόνων, στην μέση έχει παραδοθεί ολόκληρη η Κοσμογονία και προς το τέλος τα μέρη και τα τέλη της δημιουργίας συνδέονται με τα σύνολα. Η επανάληψη, λοιπόν, της “Πολιτείας” και ο μύθος για την Ατλαντίδα παρουσιάζουν την επισκόπηση του Κόσμου μέσω εικόνων. Γιατί, αν τα συσχετίσουμε με την ένωση και το πλήθος των εγκόσμιων πραγμάτων, θα πούμε ότι η “Πολιτεία”, την οποία ανακεφαλαιώνει ο Σωκράτης, είναι εικόνα ένωσης, καθώς έχει θέσει ως σκοπό της “τν δι πντων δικουσαν κοινωναν[11], ενώ εικόνα της διαιρέσεως και μάλιστα της αντίθεσης των δύο συστοιχιών του Κόσμου είναι ο πόλεμος των Ατλαντίνων προς τους Αθηναίους, τον οποίο αφηγείται ο Κριτίας. Αν τα συσχετίσουμε με την ουράνια και την υποσελήνια περιοχή, θα πούμε ότι η “Πολιτεία” είναι εικόνα του ουράνιου διάκοσμου – γιατί και ο Σωκράτης στην “Πολιτεία, 592.b” λέει ότι το υπόδειγμα της είναι εδραιωμένο στον ουρανό –, ενώ ο πόλεμος των Ατλαντίνων προς τους Αθηναίους είναι εικόνα της γενέσεως που υποστασιοποιείται δια εναντιώσεων & μεταβολής. Για αυτό, λοιπόν, τούτα προηγούνται της όλης μελέτης της Φύσεως.     Στην συνέχεια έχει παρουσιαστεί το δημιουργικό αίτιο (27d.5 – 28c.5), το υποδειγματικό αίτιο (28c.5 – 29d.5) και το τελικό αίτιο του σύμπαντος (29d.6 – 30b.4). Κι ενώ αυτά προ-υπάρχουν, δημιουργείται το σύμπαν, και στο σύνολό και στα μέρη του : τεκταίνεται δηλ. το σωματοειδές καθώς τέμνεται από τα Είδη, από τις δημιουργικές τομές και από τους θείους αριθμούς. Παράγεται η Ψυχή του Κόσμου από τον δημιουργό νου καιπληροται Λγων ρμονικν κα συμβλων θεων κα δημιουργικν”. Συνυφαίνεται “τ λον ζον κατ τν νωμνην ν τ νοητ το κσμου περιοχν[12], και τα μέρη που υπάρχουν σε αυτό τακτοποιούνται κατάλληλα μέσα στο σύνολο, και τα σωματικά και τα ζωτικά. Γιατί και οι επιμέρους ψυχές εγκαθίστανται και τοποθετούνται περί τους ηγεμονικούς θεούς και γίνονται εγκόσμιες με τα οχήματά τους (41d.8 – 42e.4), μιμούμενες τους οδηγούς τους, και δημιουργούνται τα θνητά ζώα και λαμβάνουν ζωή από τους ουράνιους θεούς (42e.5 – 69a.5).  Στο “69c.3 – 76e.7” έχει εξεταστεί και πως και για ποιες αιτίες συγκροτήθηκε ο άνθρωπος, και μάλιστα έχει εξεταστεί αυτός πριν από τα άλλα επιμέρους όντα, είτε επειδή η εξέταση του ανθρώπου ταιριάζει σε εμάς που έχουμε θέσει σαν σκοπό μας τη μελέτη του ανθρώπου και ζούμε σύμφωνα με αυτήν, είτε επειδή ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος και υπάρχουν μέσα σε αυτόν κατά τρόπο μερικό όλα όσα υπάρχου μέσα στον Κόσμο κατά τρόπο θείο και καθολικό. Γιατί υπάρχει μέσα μας ο νους κατ’ ενέργεια και ψυχή λογική, η οποία προήλθε από τον ίδιο πατέρα και την ίδια ζωοποιό θεά με την καθολική ψυχή, και όχημα αιθέριο ανάλογο  με τον ουρανό, και σώμα γήινο συγκροτημένο από την ανάμειξη των τεσσάρων στοιχείων με τα οποία είναι σύστοιχο. Αν, λοιπόν, χρειαζόταν να μελετήσουμε το σύμπαν με πολλούς τρόπους, “καὶ ἐν τῷ νοητῷ καὶ ἐν τῷ αἰσθητῷ παραδειγματικῶς, εἰκονικῶς, ὁλικῶς, μερικῶς[13], καλό θα ήταν να πραγματοποιηθεί πλήρως η μελέτη της φύσης του ανθρώπου κατά την εξέταση του σύμπαντος. Θα μπορούσες επιπλέον  να πεις και τον εξής λόγο, ότι δηλ. κατά τη συνήθεια των πυθαγορείων θα έπρεπε να επισυνάψει στο αντικείμενο της μελέτης την αναφορά σε αυτό που πραγματοποιεί τη μελέτη. Γιατί, αφού κατέχουμε ποιος είναι ο Κόσμος, θα έπρεπε, πιστεύω, να προσθέσει κι εκείνο, ποιο δηλαδή είναι αυτό που τα εξετάζει αυτά και τα κατανοεί λογικά. Ότι και σε αυτό στόχευε, το δήλωσε προς το τέλος (90.d) λέγοντας ρητά ότι αυτός που πρόκειται να κατακτήσει τη ευδαίμονα ζωή “πρέπει να εξομοιώσει αυτό που κατανοεί με αυτό που κατανοείται”. Γιατί το σύμπαν είναι αεί ευδαίμων. Και το δικό μας σύνολο θα γίνει ευδαίμων, αν εξομοιωθεί με το σύμπαν. Γιατί έτσι θα αναχθεί προς την αιτία. Γιατί όποια σχέση έχει ο ενταύθα άνθρωπος με το σύμπαν, την ίδια σχέση έχει ο νοητός άνθρωπος με το αυτόζωον[14]. Επίσης, εκεί τα κατώτερα εξαρτώνται από τα ανώτερα και τα μέρη είναι χωριστά από τα σύνολα και είναι εδραιωμένα μέσα τους. Ως εκ τούτου, λοιπόν, όταν και ο εδώ άνθρωπος εξομοιώνεται με το σύμπαν, θα μιμηθεί το υπόδειγμά του με τον κατάλληλο τρόπο και θα γίνει κόσμιος λόγω της εξομοίωσης με τον Κόσμο και ευδαίμων λόγω της εξομοιώσεως με τον ευδαίμονα θεό[15]

Είδαμε λοιπόν πως  : ο άνθρωπος είναι ένας μικρός Κόσμος και υπάρχουν μέσα σε αυτόν κατά τρόπο μερικό όλα όσα υπάρχουν στον Κόσμο κατά τρόπο θείο και καθολικό. Γιατί υπάρχει εντός μας ο κατ’ ενέργεια νους και ψυχή λογική & αΐδια, η οποία προήλθε από τον ίδιο πατέρα και την ίδια ζωοποιό Θεά με την καθολική ψυχή του Κόσμου, και όχημα αιθέριο ανάλογο με τον ουρανό, και σώμα γήινο συγκροτημένο από την ανάμειξη των τεσσάρων στοιχείων, με τα οποία είναι συγγενικό.

Συγκρατούμε παραφραστικώς ότι :

  1. ο θεός εφεύρε την όραση και μας την δώρισε ώστε βλέποντες τα να μπορούμε να κατανοούμε τις περιόδους του Νοός στον ουρανό, και έτσι να μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε ως υπόδειγμα επί των περιφορών της δικής μας διανοήσεως, επειδή είναι συγγενείς με εκείνες, οι ταραγμένες με τις ατάρακτες, κατανοώντας δε να μπορέσουμε να μετάσχωμεν στους λογισμούς της κατά φύσιν ορθότητος μιμούμενοι τις περιφορές του θεού, οι οποίες είναι εντελώς απλανείς, να αποκαταστήσουμε τις εντός μας πεπλανημένες περιφορές.

Και αυτό είναι πολύ σπουδαίο, διότι :

  1. αυτός που πρόκειται να κατακτήσει τη ευδαίμονα ζωή “πρέπει να εξομοιώσει αυτό που κατανοεί με αυτό που κατανοείται”. Γιατί το σύμπαν είναι αεί ευδαίμων. Και το δικό μας σύνολο θα γίνει ευδαίμων, αν εξομοιωθεί με το σύμπαν. Γιατί έτσι θα αναχθεί προς την αιτία. Γιατί όποια σχέση έχει ο ενταύθα άνθρωπος με το σύμπαν, την ίδια σχέση έχει ο νοητός άνθρωπος με το αυτόζωον. Ως εκ τούτου, λοιπόν, όταν και ο εδώ άνθρωπος εξομοιώνεται με το σύμπαν, θα μιμηθεί το υπόδειγμά του με τον κατάλληλο τρόπο και θα γίνει κόσμιος λόγω της εξομοίωσης με τον Κόσμο και ευδαίμων λόγω της εξομοιώσεως με τον ευδαίμονα θεό.

Εξ ου και παραφραστικώς λέγει ότι :

  • Η θεραπεία για τα πάντα είναι μια : να αποδίδεται στο κάθε ένα η οικία του τροφή και κινήσεις. Προς το εν ημίν θείο – τον Νουν – συγγενείς κινήσεις είναι τα διανοήματα και οι περιφορές του Σύμπαντος. Ως εκ τούτου πρέπει ο κάθε άνθρωπος να θελήσει να ανορθώσει τις διεφθαρμένες περιόδους της γενέσεως που υπάρχουν μέσα στην κεφαλή του, εξορθώνοντάς τες δια της απολύτου κατανοήσεως της του σύμπαντος αρμονίας & περιφοράς, εξομοιώνοντας το κατανοούν με το κατανοούμενο κατά την αρχαία [μας] φύση, και αφού ομοιωθεί να επέλθει η τελείωση του αρίστου βίου που έθεσαν ως υπόδειγμα για τους ανθρώπους οι θεοί για τον παρόντα και τον μελλοντικό χρόνο.

Αυτό είναι απολύτως λογικό & φυσικό να συμβαίνει διότι ο Πλάτων λέγει αφενός ότι :

«πάσα ψυχή παντός επιμελείται του αψύχου, και περιπολεί ολόκληρο τον ουρανό, καθώς συνεχώς αλλάζει μορφές.[16] Όταν η ψυχή τελειωθεί και πτερωθεί, μετεωροπορει και διοικεί τον Κόσμο. Όταν όμως χάσει τα πτερά της, πηγαινοέρχεται εδώ και εκεί, μέχρις ότου αντιλάβει κάτι στέρεο, όπου κατοικεί, λαμβάνοντας γήινο σώμα[17], που φαίνεται ότι το ίδιο κινεί τον εαυτό του, λόγω ότι αντλεί δύναμη από την ψυχή.»[18]

Αφετέρου και κυρίως λέγει ότι :

«Ας συλλάβουμε τώρα την αιτία της αποβολής των πτερών της ψυχής, εξαιτίας  της οποίας τα πτερά πέφτουν από την ψυχή.        Η δύναμη του φτερώματος από τη φύση της συνίσταται στο ότι μετεωριζόμενη άγει το εμβριθές προς τα πάνω, εκεί όπου το γένος των Θεών οικεί, μετέχει δε στην θεία φύση πολύ περισσότερο από το σώμα. Το θείο είναι καλό, σοφό & αγαθό και οτιδήποτε παρόμοιο με αυτό. Με αυτά τρέφεται και αυξάνει το πτέρωμα της ψυχής, με το αισχρό όμως και με το κακό και με όλα τα αντίθετα φθίνει & καταστρέφεται.»[19]

Εν συνεχεία και προχωρώντας η παρούσα διευκρινιστική μόνον «μελέτη» θα αναφέρουμε ότι σχολιάζοντας τα χωρία που παραθέσαμε εκ του Πλατωνικού “Φαίδρου” ο μέγας Ερμείας περί της αιτίας της αποβολής των πτερών της ψυχής λέγει ότι :

«Ήλθε ο λόγος μας επι την πτερορρύησιν της ψυχής μας την αιτία της πτερορρυήσεως θεωρών, επειδή ο Πλάτω είπε ότι η ψυχή “περιφέρεται έως ότου αντιλάβει στερεό”, ώστε να την καταγάγει αυτή στο έσχατο κακό από της συμπεριπολήσεως της μετά των θεών, κατά την οποία η ψυχή διοικούσε ολόκληρο τον Κόσμο και τα νοητά Είδη θεωρούσε, και αυτήν πάλη θα την αναπέμψει δια του έρωτος επι τους εγκοσμίους Θεούς και τον ουρανό και τον υπερουράνιο τόπο και τα θεία και ατρεμή θεάματα, και θα δείξει πόσων αγαθών για την ψυχή είναι ο έρως. Το περί “αποβολής” του πτερού δεν ειπώθηκε κυριολεκτικώς. Ουδέποτε η ψυχή αποβάλει το πτερό το οποίο εξ αϊδίου παρά του δημιουργού δέχτηκε. Έχει και την αναγωγόν και την καταγωγόν δύναμη εξ αϊδίου η ψυχή. Αλλά αντί του της παρέσεως και αργίας λέγει το της αποβολής.»[20]

Πριν προχωρήσουμε βέβαια θα τονίσουμε ότι είναι απόλυτα λογικό να λέγεται εκ του Ερμείας πως «Ουδέποτε η ψυχή αποβάλει το πτερό το οποίο εξ αϊδίου παρά του δημιουργού δέχτηκε», διότι η λογική ψυχη είναι ουσία και δη μαθηματική, ως τέτοια είναι τέλεια, τουτέστιν δεν μεταβάλλεται αλλα είναι αίδια.

Άλλωστε ο μεν θείος Πρόκλος λέγει αφενός ότι:

«η ψυχή είναι μια οντότητα που βρίσκεται στη μέση μεταξύ των αληθινών και των γεννημένων όντων, και αποτελείται από το κράμα των μεσαίων γενών, και έχει διαιρεθεί σε έναν ουσιώδη αριθμό, και συνδέθηκε με όλες τις μεσότητες, και εναρμονίστηκε σύμφωνα με την διατονική αρμονία, και ζει ζωή μια και ταυτόχρονα διπλή, και είναι ικανή να γνωρίζει και με ένα τρόπο και με δυο τρόπους. Γιατί, αν προσθέσουμε σε αυτόν τον ορισμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ψυχής, θα έχουμε τους ιδιαίτερους ορισμούς των θείων, των δαιμονικών και των επιμέρους ψυχών από την ίδια την ουσιώδη υπόσταση καθεμιάς. Και απέχουμε πολύ από το να πούμε ότι η ψυχή είναι εντελέχεια ενός φυσικού σωματικού οργανισμού ο οποίος έχει ζωή εν δυνάμει – όπως λέγει ο Αριστοτέλης. Γιατί αυτός ο ορισμός  είπε που ανήκει η ψυχή και δεν είπε τι είναι η ψυχή, ούτε συμπεριέλαβε κάθε ψυχή (γιατί οι θείες ψυχές δεν ανήκουν σε σωματικούς οργανισμούς) ούτε αποφεύγει στο σφάλμα να χρησιμοποιήσει το οριζόμενο μέσα στον ορισμό. Γιατί αυτό που εν δυνάμει ζει είναι αυτό που εν δυνάμει έχει ψυχή.»[21]

Αφετέρου ότι :

«Λέγεται εξάλλου ότι η ψυχική διακόσμηση αμετάβλητη απέκτησε την υποστασιοποιημένη ουσία της, και ορθώς λέγεται, γιατί από κάθε άποψη είναι απαθής ως προς την ουσία της.»[22]

Μάλιστα όσο αφορά την θέση της ψυχής ως ουσία ο μεν Πρόκλος μας εξηγεί πως :

«Η μαθηματική ουσία[23] κατ’ ανάγκη δεν ανήκει στα πρώτα ούτε στα τελευταία όντα, τα οποία έχουν υποστεί την έσχατη διαίρεση σε πλήρη αντίθεση με την απλή ουσία, αλλά έχει λάβει τη μεσαία θέση ανάμεσα στις αμερείς, απλές, ασύνθετες και αδιαίρετες υποστάσεις και στις διαιρεμένες υποστάσεις που έχουν χαρακτηριστεί από κάθε λογής συνθέσεις και ποικιλόμορφες διαφοροποιήσεις. Γιατί ο αναλλοίωτος, μόνιμος και αδιάψευστος χαρακτήρας των συλλογισμών που την αφορούν δείχνει ότι αυτή υπερβαίνει τα ένυλα είδη.»[24]

Ο δε Ιάμβλιχος ότι:

«Η ουσία της ψυχής είναι άυλη καθαυτή, ασώματος, αγέννητη εντελώς και ανώλεθρη, έχοντας από τον εαυτό της την ύπαρξη και την ζωή της, εντελώς αυτοκινούμενη και αρχή της Φύσης και όλων των κινήσεων. Αυτή λοιπόν, στον βαθμό που είναι τέτοια, έχει περιλάβει μέσα της την αυτεξούσια και την ανεξάρτητη ζωή. Και όσο δίνει τον εαυτό της σε όσα γεννιούνται και υποτάσσει τον εαυτό της στην κίνηση του σύμπαντος, τόσο άγεται από την Ειμαρμένη και υποτάσσεται στις φυσικές ανάγκες. Και όσο πάλι αναπτύσσει τη νοητική και όντως ανεξάρτητη από όλα & αυτόβουλη ενέργεια της, τόσο πράττει εκούσια τα οικεία της & αγγίζει το θείο, το αγαθό και το νοητό με τα της αλήθειας.»[25]

Ενώ ο Ερμής ο Τρισμέγιστος λέγει ότι:

«η ψυχή είναι ουσία ασώματος, αλλά και εν σώματι υπάρχουσα δεν εκβαίνει της ιδίας ουσιότητας.[26] Είναι δε κατ’ ουσίαν αεικίνητος και κατά νόηση αυτοκίνητος, όχι κινούμενη μέσα σε κάτι ούτε σε σχέση με κάτι ούτε για χάρη κάποιου.»[27]

Εξηγεί δε ο μέγας Ερμείας ότι :

«Πτερό λέγεται η της ψυχής ανάγωγος δύναμης. Αυτή είναι που εναντιώνεται στο εμβριθές της ψυχής. Το εμβριθές της ψυχής είναι η γενεσιουργός και καταγωγός στην γένεσιν δύναμης. Όταν δε αναπτερώνεται η ψυχή συστέλλει το εμβριθές αυτής και ποιεί την ανωφορική οδό.»[28]

Σχολιάζοντας δε ο Ερμείας περί των ιδιοτήτων του θείου που αποτελούν την τροφής της ψυχής λέγει αφενός ότι :

«Ταύτα τα τρία θεωρούνται κοινή ιδιότητα πάντων των όντως Όντων[29]. Και εν νοητοίς και εν νοητικοίς και εν υπερκοσμίοις και εν εγκοσμίοις, το κάθε ένα με τον δικό του τρόπο. Και μέσα μεν στους νοητούς Θεούς, γιατί στους νόες αυτών θα δεις τα ειρημένα, επειδή υπάρχουν εντός των νοητών νους, νόηση και νοητό,[30] και τα πάντα εδώ υπάρχουν νοητώς, το μεν “καλόν” υπάρχει κατά τον νου[31], εντός του οποίου υπάρχει το των Ειδών κάλος και η ποικίλη καλλονή (κατά τούτο είναι επιστρεπτικό), το δε “σοφόν” υπάρχει κατά την νόηση (η γνώση και η επιστήμη και η σοφία κατά την νόηση οράται), το δε “αγαθό” κατά το νοητό (τούτο πληρεί τον νου κάνοντάς τον τέλειο & εφετόν. Στοιχειωδώς δε αναφέρθηκε και εν “Φίληβω” ο Πλάτων, λέγοντας ότι το αγαθό είναι τέλειο, ικανό & εφετό. Ικανό το λέγει γιατί μεταδίδει και στα άλλα την αγαθότητα). Από το Αγαθό προέρχεται κάποιο φως το οποίο αυτός, αιτιολογώντας το, το αποκάλεσε αλήθεια. Είπε δε αυτός και εν “Φίληβω” ότι είναι αδύνατον την του αγαθού ιδέα να την συλλάβει ανθρώπινη διάνοια κατά απλήν επιβολή. Επειδή προέρχεται απευθείας από το Αγαθό εκείνο το φως, διαμένει δε έτι υπεράνω της ιδέας και της απλότητας. Αδύνατον λοιπόν αυτό να το περιλάβει μια επιβολή και περιγραφή. Καταμερίσαντες δε, λέγει, αυτό δια του Λόγου ραδίως το οράμε. Τριπλούν δε αυτό το θεωρεί. Και ως καλλονήν καθώς αναστράπτοντας στα άλλα καλά τα απεργάζεται, και ως αλήθεια καθώς αίτιο είναι των άλλων του να γνωρίζουν και να γνωρίζονται, και ως απλούν καθώς αίτιο είναι σε όλα τα άλλα του μέτρου. Το δε μέτρο απλόν καθώς και τον θεόν, στους “Νόμους”, “μέτρο των πάντων”  τον αποκάλεσε. Το δε απλούν και το μέτρον του αγαθού ιδιότητες.»[32]

Αφετέρου ότι :

«Τροφή της ψυχής είναι η από των κρειττόνων σε αυτήν κατερχόμενη τελειότης. Γιατί αυτή σε εμάς δεν έρχεται κατά έκκριση και αλλοίωση. Από το θεών προτείνονται αεί τα καλά, τα αγαθά και η νοητική επιστήμη. Τον εαυτό της προσάγει σε αυτά η ψυχή και έπειτα τον απομακρίνει. Και προσάγουσα μεν εαυτή αυξάνεται και κάτά όλες τις δυνάμεις ενεργεί και γίνεται κατά το μέγιστο δυνατή, επερχόμενη δε μικραίνει και γίνεται ασθενής και δούλη αυτών για τα οποία πριν συμπεριπολλόντας μετα των θεών προνοούσε. Πλησιάζοντας στο “αισχρό”(άσχημο), το οποίο είναι η ύλη, και στο “κακό”, το οποίο είναι το να δίνει τον εαυτό της στο πλήθος και στο μερισμόν και προσερχόμενη στα αμαθή και ανόητα (τα οποία είναι τα σώματα), σπάζει την δύναμη των πτερών της και και κάνει αργά. Γιατί αυτό δηλώνει το “φθίνει”. Το δε “καταστρέφεται, επειδή θάνατος της ψυχής είναι η πτώση στο σώμα. Γιατί αργοπορεί τότε κατά τις κορυφαίες αυτής ενέργειες. “ενάντια” είπε το αισχρό και αμαθές και κακό που δεν βρίσκεται στο καλό και σοφό και αγαθό που υπάρχει στους θεούς (γιατί εκεί δεν υπάρχει τίποτα ενάντιο σε αυτούς), αλλά είπε τα ενάντα στα εδώ υπάρχοντα καλά και σοφά και αγαθά, τα περί ημάς και το σκότος είναι ενάντιο στο εδώ φως. Γιατί δεν υπάρχει ενάντιο σκότος στο εν τω ηλίω φως, αλλά στο περί ημάς και στο περί την γη.»[33]

Και συμπληρώνει με τον πλέον διευκρινιστικό τρόπο ο θείος Πλάτων λέγοντας :

«Και ο μεν Ζευς, μέγας ηγεμόνας εν τω ουρανώ, διευθύνων πτερωτό άρμα, πρώτος πορεύεται διακοσμών τα πάντα και επιμελούμενος για αυτά. Τον ακολουθεί δε στρατιά θεών και δαιμόνων κατά ένδεκα μέρη κεκοσμημένη. Διότι μόνον η Εστία παραμένει μέσα ατον οίκο των θεών μόνη. Από τους άλλους όσοι εν τω αριθμώ των δώδεκα είναι τεταγμένοι θεοί άρχοντες, ηγούνται κατά την τάξη που ο έκαστος ετάχθηΠολλά λοιπόν και μακάρια θεάματα και διέξοδοι υπάρχουν εντός του ουρανού, εντός των οποίων επιστρέφεται το γένος των ευδαιμόνων, εκ των οποίων πράττοντας έκαστος το έργο του, έπεται δε όποιος αεί θέλει και δύναται. Διότι ο φθόνος στέκει έξω από τον θείο χορό. Όταν μάλιστα πηγαίνουν προς εις την ευωχία και το συμπόσιο, άκραν επί της επουράνια αψίδα πορεύονται άναντες. Και τα μεν οχήματα των θεών, όντας ισσορόπως ευήνια πορεύονται με ευκολία, ενώ τα άλλα οχήματα με δυσκολία. Διότι ο ίππος που έχει κακία παρεκκλίνει γέρνοντας και βαρύνοντας προς την γη, εάν οι ηνίοχοι τους δεν τον έχει θρέψει καλώς. Εκεί τότε η ψυχή υφίσταται πόνο & αγώνα έσχατο. Πράγματι οι ψυχές που καλούνται αθάνατες, όταν φθάσουν στο άκρο (του ουρανού) αφού πορευθούν προς τα έξω στέκονται επί του θόλου του ουρανού, αφού σταθούν εκεί τις περιάγει η περιφορά, και αυτές θεωρούν τα έξω του ουρανού.          Αυτόν τον υπερουράνιο τόπο ούτε τον εξύμνησε ακόμη κανείς ποιητής από τους ιδικούς μας εδώ κάτω, ούτε ποτέ θα τον εξυμνήσει κατ’ αξία. Έχει δε ούτος ως εξής – διότι είναι τολμητέο να πει κανείς το αληθές, άλλωστε περί αλήθειας λέγει – η όντως υπάρχουσα δηλαδή ουσία, η αχρωμάτιστος & ασχημάτιστος & αναφής, είναι θεατή μόνο από τον κυβερνήτη της ψυχής, τον νου. Πέριξ αυτής τούτον τον τόπο το της αληθούς επιστήμης γένος. Η διάνοια λοιπόν του θεού, επειδή τρέφεται με νου και επιστήμη ακήρατον, καθώς και  η διάνοια κάθε άλλης ψυχής που μέλλει να δεχτεί το προσήκον της, όταν δει δια χρόνου το ΟΝ το αγαπά και θεωρώντας τα αληθή τρέφεται και ευπαθή έως ότου η κυκλική περιφορά την επαναφέρει εις το αυτό σημείο. Κατά το διάστημα όμως αυτής της περιόδου καθορά την καθαυτό δικαιοσύνη, την καθαυτό σωφροσύνη και την καθαυτό επιστήμη, όχι αυτή που βρίσκεται στην γένεση ούτε αυτή που υπάρχει διαφορετική στο διαφορετικό, τα οποία εμείς τώρα καλούμε όντα, αλλά την όντως επιστήμη που ενυπάρχει στο όντως ΟΝ. Και αφού με τον ίδιο τρόπο θεαθεί και τα άλλα όντως Όντα και τραφεί, εισδύει πάλι στο έσω του ουρανού μέρος και επανέρχεται στον οίκο της. Και μόλις όμως έρθει αυτή, ο ηνίοχος σταματά τους ίππους προ της φάτνης και προσφέρει εις αυτούς αμβροσία, κατόπιν δε τους ποτίζει νέκταρ.           Και αυτός μεν είναι ο βίος των εγκόσμιων θεών. Από τις άλλες πάλι ψυχές, αυτή που ακολουθεί άριστα τον Θεό και εικασμένη υπερυψώνει  την κεφαλή του ηνιόχου εις τον έξω του ουρανού τόπο και φέρεται μαζί και αυτή κατά την περιφορά. Επειδή όμως θορυβείται από τους ίππους, δύσκολα καθορά τα όντως Όντα. Άλλη ψυχή άλλοτε μεν υψώνει την κεφαλή, άλλοτε βυθίζεται, και επειδή οι ίπποι την παρασύρουν με βία, άλλα μεν τα βλέπει άλλα όχι. Τέλος οι ψυχές, αν και γλίχονται όλες να ακολουθήσουν τον προς τα επάνω δρόμο, δεν έχουν την δύναμη και ως καταποντισμένες συγκυλίονται, πατιούνται μεταξύ τους και συνθλίβονται με τις προσπάθειες τους να προσπεράσει η μία την άλλη. Θορυβούν λοιπόν και ανταγωνίζονται μέχρις εσχάτων και χύνουν ιδρώτα και τότε δε ένεκα της ανεπιτηδειότητας των ηνιόχων πολλές χωλαίνοντα και πολλών θραύονται τα πτερά τους, αλλά όλες έχουν πολύ πόνο και απέρχονται ατελείς ως προς την θέα του όντως Όντος, και καθώς απέρχονται τρέφονται με δοξασίες. Η αιτία όμως της κατεπειγούσης προθυμίας να δούνε που ευρίσκεται το πεδίο της αλήθειας είναι ότι η προσήκουσα στην ψυχή κατά το άριστο νομή τυγχάνει να είναι εκ του εκεί λειμώνα, και η φύσης του πτερού με το οποίο κουφίζετε με αυτό τρέφεται.       Αυτός ο θεσμός της Αδράστειας : Πάσα ψυχή, η οποία γενομένη πιστή οπαδός του θεού ήθελε να δει κάτι εκ των αληθών, μέχρις της ετέρας περιόδου θα είναι απήμων, και αν δεν γίνεται να το ποιεί πάντα, πάντα θα διατελεί αβλαβείς. Όταν όμως δεν δυνηθεί να ακολουθήσει τους Θεούς και δεν δει, και από κάποια συντυχία επιβαρυνθεί γεμισθείσα με λήθη και κακία, ένεκα δε του βάρους χάσει τα πτερά της και πέσει στην γη, τότε υπάρχει νόμος που απαγορεύει σε αυτήν κατά την πρώτη γένεσιν της να φυτευτεί σε φύση θηρίου. Αλλά η μεν ψυχή που είδε πλείστα φυτεύεται σε γονή ανδρός γενησομένου φιλοσόφου ή φιλοκάλου ή μουσικού τινός και ερωτικού. Αυτή που έρχεται 2η φυτεύεται σε βασιλέως εννόμου ή πολεμικού και αρχικού. Η 3η σε φύση πολιτικού ή οικονομικού ή χρηματιστικού. Η 4η σε φύση γυμναστού φιλοπόνου ή κάποιου που κατέχει την ίαση του σώματος. Η 5η σε μαντικό βίο ή κάποιον τελεστικό. Η 6η σε ποιητικό ή σε κάποιον που του αρμόζει η μίμηση. Η 7η σε δημιουργικό ή γεωργικό. Η 8η σε σοφιστικό ή δημαγωγικό, η 9η δε σε τυραννικό.»[34]

Μετά από όλα αυτά κατανοούμε ότι αφενός όταν ο Πλάτων αναφέρεται σε τελείωση-τελειοποίηση της ψυχής αναφέρεται στην επόπτευση του υπερουράνιου τόπου και των εκεί ευρισκόμενων νοητών Ειδών/Ιδεών. Δηλ. λέγει ότι πληρούμενη η ψυχή εκ των εκεί θεαμάτων τρέφεται, τουτέστιν η τροφή της ψυχής είναι η των νοητών θεώρηση & εποπτεία!

Και όχι κάποιος ανύπαρκτος “νοητικός ή ουράνιος αιθέρας”.

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 1/4/2017 : Ακάδημος”, αμφικτυονία Πανελλήνιας (Ορφικής) Θεολογίας & Πλατωνικής Φιλοσοφίας –  φιλοσοφοῦμεν γνησίως τε καὶ ἱκανῶς


[1]  Αυτός είναι ο νους όλων των λογικών ψυχών, ο υπερκόσμιος μεθεκτός του Κόσμου νους. Ο Ζαγρέας Διόνυσσος.

[2]  Βλ. Πλάτων Τίμαιος,  90. a.2 – d.7» :

Tim 90.a.2 ` to     Tim 90.d.7 τὸ δὲ δὴ περὶ τοῦ κυριωτάτου παρ᾽ ἡμῖν ψυχῆς εἴδους διανοεῖσθαι δεῖ τῇδε, ὡς ἄρα αὐτὸ δαίμονα θεὸς ἑκάστῳ δέδωκεν, τοῦτο ὃ δή φαμεν οἰκεῖν μὲν ἡμῶν ἐπ᾽ ἄκρῳ τῷ σώματι, πρὸς δὲ τὴν ἐν οὐρανῷ συγγένειαν ἀπὸ γῆς ἡμᾶς αἴρειν ὡς ὄντας φυτὸν οὐκ ἔγγειον ἀλλὰ οὐράνιον, ὀρθότατα λέγοντες· ἐκεῖθεν γάρ, ὅθεν ἡ πρώτη τῆς ψυχῆς γένεσις ἔφυ, τὸ θεῖον τὴν κεφαλὴν καὶ ῥίζαν ἡμῶν  ἀνακρεμαννὺν ὀρθοῖ πᾶν τὸ σῶμα. τῷ μὲν οὖν περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἢ περὶ φιλονικίας τετευτακότι καὶ ταῦτα διαπονοῦντι σφόδρα πάντα τὰ δόγματα ἀνάγκη θνητὰ ἐγγεγονέναι, καὶ παντάπασιν καθ᾽ ὅσον μάλιστα δυνατὸν θνητῷ γίγνεσθαι, τούτου μηδὲ σμικρὸν ἐλλείπειν, ἅτε τὸ τοιοῦτον ηὐξηκότι· τῷ δὲ περὶ φιλομαθίαν καὶ περὶ τὰς ἀληθεῖς φρονήσεις ἐσπουδακότι καὶ ταῦτα μάλιστα τῶν αὑτοῦ γεγυμνασμένῳ φρονεῖν μὲν ἀθάνατα καὶ θεῖα, ἄνπερ ἀληθείας ἐφάπτηται, πᾶσα ἀνάγκη που, καθ᾽ ὅσον δ᾽ αὖ μετασχεῖν ἀνθρωπίνῃ φύσει ἀθανασίας ἐνδέχεται, τούτου μηδὲν μέρος ἀπολείπειν, ἅτε δὲ ἀεὶ θεραπεύοντα τὸ θεῖον ἔχοντά τε αὐτὸν εὖ κεκοσμημένον τὸν δαίμονα σύνοικον ἑαυτῷ, διαφερόντως εὐδαίμονα εἶναι. θεραπεα δ δ παντ παντς μα, τς οκεας κστ τροφς κα κινσεις ποδιδναι. τ δ ν   μν θείῳ συγγενες εσιν κινσεις α το παντς διανοσεις κα περιφορα· ταταις δ συνεπμενον καστον δε, τς περ τν γνεσιν ν τ κεφαλ διεφθαρμνας μν περιδους ξορθοντα δι τ καταμανθνειν τς το παντς ρμονας τε κα περιφορς, τ κατανοουμν τ κατανοον ξομοισαι κατ τν ρχααν φσιν, μοισαντα δ τλος χειν το προτεθντος νθρποις π θεν ρστου βου πρς τε τν παρντα κα τν πειτα χρνον.

[3]  Βλ. Πλάτων «Τίμαιο, 47. b.6- c.4» :

Tim 47.b.6 ` to     Tim 47.c.4 θεὸν ἡμῖν ἀνευρεῖν δωρήσασθαί τε ὄψιν, ἵνα τὰς ἐν οὐρανῷ τοῦ νοῦ κατιδόντες περιόδους χρησαίμεθα ἐπὶ τὰς περιφορὰς τὰς τῆς παρ᾽ ἡμῖν διανοήσεως, συγγενεῖς  ἐκείναις οὔσας, ἀταράκτοις τεταραγμένας, ἐκμαθόντες δὲ καὶ λογισμῶν κατὰ φύσιν ὀρθότητος μετασχόντες, μιμούμενοι τὰς τοῦ θεοῦ πάντως ἀπλανεῖς οὔσας, τὰς ἐν ἡμῖν πεπλανημένας καταστησαίμεθα.

[4]  Το υπόστρωμα της εκάστοτε Φύσης, η εκάστοτε ύλη.

[5]  Το δημιουργικό αίτιο ή δημιουργός νου ή ο νοητικός-Πηγαίος Ζευς.

[6]  Το υπόστρωμα της εκάστοτε Φύσης, η εκάστοτε ύλη.

[7]  Ο νοητικός ή Πηγαίος Ζεύς.

[8]   Αίτιο των πάντων είναι το υπερούσιο & αμέθεκτο, πλατωνικώς  Ένα ή Αγαθό ή ορφικώς ο Χρόνος. Όταν λέγει «των πάντων» εννοεί τους υπερούσιους, μεθεκτούς & αυτοτελείς Θεούς – νοητούς, νοητούς άμα και νοητικούς, νοητικούς, υπερκόσμιους, υπερκόσμιους άμα και εγκόσμιους και τέλος εγκόσμιους – και το σύμπαν – δηλ. την μια θεότητα ή Ενάδα μετά το σύστοιχο πλήθος υπερκόσμιων, υπερκόσμιων άμα και εγκόσμιων και τέλος εγκόσμιων θεών, τον ένα μεθεκτό του Κόσμου νου μετά τους συστοίχους πλήθους νοών των σφαιρών, την μία υπερκόσμια ψυχή μετά του συστοίχου πλήθους θείων ψυχών των σφαιρών και το ένα σώμα του Κόσμου μετά του συστοίχου πλήθους σφαιρών/τομέων/συμπάντων του Κόσμου.

[9]  Ο νοητικός ή Πηγαίος Ζεύς.

[10]  Το αυτόζωον ή ο ορφικώς λεγόμενος Φάνης που εμπεριέχει τα 4 νοητά Είδη/Ιδέες, δηλ. το νοητό υπόδειγμα που ορά-νοεί ο νοητικός δημιουργικός νους ή Πηγαίος Ζεύς και εντός του εμφανίζονται τα νοητικά Είδη ή υποδείγματα όλων των εγκοσμίων, υποδείγματα που χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει τον Κόσμο με την ουσία του και την ύπαρξή του.

[11]  Την ομόνοια που ενώνει τα πάντα.

[12]  Δηλ. συνυφαίνεται το αισθητό σύμπαν όμοιο με τo εν τω νοητώ ενιαίο υπόδειγμα.

[13]  Δηλ. και στο νοητό και στο αισθητό, ως εικόνα, ως ολότητα και ως μέρη.

[14]  Το αυτόζωον ή ο ορφικώς λεγόμενος Φάνης που εμπεριέχει τα 4 νοητά Είδη/Ιδέες, δηλ. το νοητό υπόδειγμα που ορά-νοεί ο νοητικός δημιουργικός νους ή Πηγαίος Ζεύς και εντός του εμφανίζονται τα νοητικά Είδη ή υποδείγματα όλων των εγκοσμίων, υποδείγματα που χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει τον Κόσμο με την ουσία του και την ύπαρξή του.

[15]  Βλ. Πρόκλος «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Α’, 1.2.29 – 1.6.6» :

in Ti 1.2.29 ` to     in Ti 1.6.6 μόνος δὲ ὁ Πλάτων τοῖς Πυθαγορείοις ἑπομένως παραδίδωσι μὲν καὶ   τὰ συναίτια τῶν φυσικῶν πραγμάτων, τὸ πανδεχὲς καὶ τὸ ἔνυλον εἶδος, δουλεύοντα τοῖς κυρίως αἰτίοις εἰς γένεσιν· πρὸ δὲ τούτων τὰς πρωτουργοὺς αἰτίας διερευνᾶται, τὸ ποιοῦν, τὸ παράδειγμα, τὸ τέλος, καὶ διὰ ταῦτα νοῦν τε ἐφίστησι τῷ παντὶ δημιουργικὸν καὶ νοητὴν αἰτίαν, ἐν ᾗ πρώτως ἐστὶ τὸ πᾶν, καὶ τὸ ἀγαθόν, ἐν ἐφετοῦ τάξει τῷ ποιοῦντι προϊδρυμένον· ἐπεὶ γὰρ τὸ ὑπ᾽ ἄλλου κινούμενον ἤρτηται τῆς τοῦ κινοῦντος δυνάμεως, οὔτε παράγειν ἑαυτὸ δηλαδὴ πέφυκεν οὔτε τελειοῦν οὔτε σῴζειν, ἐν πᾶσι δὲ τούτοις τῆς ποιητικῆς αἰτίας δεῖται καὶ ὑπ᾽ ἐκείνης συνέχεται. καὶ οὖν καὶ τὰ συναίτια τῶν φυσικῶν ἐξηρτῆσθαι προσήκει τῶν ἀληθινῶν αἰτίων, ἀφ᾽ ὧν παρῆκται, πρὸς ἃ δεδημιούργηται παρὰ τοῦ πάντων πατρός, ὧν ἕνεκα γέγονεν. εἰκότως ἄρα τῷ Πλάτωνι πάντα ταῦτα μετ᾽ ἀκριβείας ἐξητασμένα παραδέδοται, καὶ ἀπὸ τούτων ἐξημμένα τὰ λοιπὰ δύο, τό τε εἶδος καὶ τὸ ὑποκείμενον· οὐ γάρ ἐστιν ὁ κόσμος οὗτος ὁ αὐτὸς τοῖς νοητοῖς ἢ νοεροῖς κόσμοις, οἵτινες ἐν εἴδεσι καθαροῖς ὑφεστήκασιν, ἀλλ᾽ ἔστιν ἐν αὐτῷ τὸ μὲν ὡς λόγος καὶ εἶδος, τὸ δὲ ὡς ὑποκείμενον. ἀλλὰ ταῦτα μὲν καὶ εἰσαῦθις ἐξέσται σκοπεῖν· ὅτι δὲ εἰκότως πάσας τὰς αἰτίας ταύτας ὁ Πλάτων παραδέδωκε τῆς κοσμοποιίας, ἐκ τούτων πρόδηλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ νοητὸν παράδειγμα, τὸ ποιοῦν, τὸ εἶδος, τὴν ὑποκειμένην φύσιν· εἰ μὲν γὰρ περὶ νοητῶν διελέγετο θεῶν, τἀγαθὸν ἂν μόνον αἴτιον αὐτῶν ἀπέφαινεν· ἐκ γὰρ ταύτης μόνης τῆς αἰτίας ὁ νοητὸς ἀριθμός· εἰ δὲ περὶ νοερῶν, τό τε ἀγαθὸν ἂν καὶ τὸ νοητὸν αἴτιον τούτων ὑπέθετο· πρόεισι γὰρ τὸ νοερὸν πλῆθος ἔκ τε τῶν νοητῶν ἑνάδων καὶ τῆς μιᾶς τῶν ὄντων πηγῆς· εἰ δὲ περὶ τῶν ὑπερκοσμίων, παρῆγεν ἂν αὐτοὺς ἔκ τε τῆς δημιουργίας τῆς νοερᾶς καὶ ὁλικῆς κἀκ τῶν νοητῶν θεῶν καὶ τοῦ τῶν ὅλων αἰτίου· πάντων γάρ, ὧν τὰ δεύτερα γεννητικά, πρώτως ἐστὶ καὶ ἀρρήτως ἐκεῖνο καὶ ἀνεπινοήτως ὑποστατικόν· ἐπειδὴ δὲ περὶ ἐγκοσμίων διαλέξεται πραγμάτων καὶ περὶ κόσμου τοῦ ξύμπαντος, ὕλην τε αὐτῷ δώσει καὶ εἶδος ἀπὸ τῶν ὑπερκοσμίων θεῶν εἰς αὐτὸν ἐφῆκον καὶ τῆς ὅλης ἐξάψει δημιουργίας καὶ πρὸς τὸ νοητὸν ἀπεικάσει ζῷον καὶ θεὸν ἀποδείξει τῇ μετουσίᾳ τἀγαθοῦ, καὶ οὕτω δὴ θεὸν ἔννουν ἔμψυχον ἀποτελέσει τὸν ὅλον κόσμον.     Σκοπὸς μὲν οὖν οὗτος, οὗ φαμεν στοχάζεσθαι τὸν Τίμαιον, καὶ τοιοῦτος, ὥσπερ εἴπομεν. τούτου δὲ ὄντος τοιούτου πρεπόντως ἐν ἀρχῇ μὲν δι᾽ εἰκόνων ἡ τοῦ παντὸς ἐπιδείκνυται τάξις, ἐν μέσοις δὲ ἡ σύμπασα κοσμοποιία παραδίδοται, πρὸς δὲ τῷ τέλει τὰ μερικὰ καὶ τὰ τέλη τῆς δημιουργίας συνυφαίνεται τοῖς ὅλοις· ἡ μὲν γὰρ τῆς Πολιτείας ἐπανάληψις καὶ ὁ περὶ τῆς Ἀτλαντίδος μῦθος τὴν δι᾽ εἰκόνων ἐμφαίνει τοῦ κόσμου θεωρίαν· εἴτε γὰρ εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ τὸ πλῆθος ἀπίδοιμεν τῶν ἐγκοσμίων, τῆς μὲν ἑνώσεως εἰκόνα φήσομεν εἶναι τὴν Πολιτείαν, ἣν ὁ Σωκράτης ἀνακεφαλαιοῦται, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν κοινωνίαν ὡς τέλος προστησαμένην, τῆς δὲ διαιρέσεως καὶ μάλιστα τῆς κατὰ τὰς δύο συστοιχίας ἀντιθέσεως τὸν τῶν Ἀτλαντίνων πρὸς Ἀθηναίους πόλεμον, ὃν ὁ Κριτίας ἱστορεῖ· εἴτε κατὰ τὸ οὐράνιον καὶ τὸ ὑπὸ σελήνην, τὴν μὲν Πολιτείαν ὁμοιοῦσθαι φήσομεν πρὸς τὴν οὐρανίαν διακόσμησιν—καὶ γὰρ ὁ <Σωκράτης> [rep. IX 592.B] ἐν οὐρανῷ φησιν αὐτῆς τὸ παράδειγμα ἱδρῦσθαι—τὸν δὲ τῶν Ἀτλαντίνων πόλεμον τῇ γενέσει δι᾽ ἐναντιώσεως καὶ μεταβολῆς ὑφισταμένῃ. ταῦτα μὲν οὖν διὰ ταῦτα προηγεῖται τῆς ὅλης φυσιολογίας. Ἐπὶ δὲ τούτοις τό τε δημιουργικὸν αἴτιον παραδίδοται τοῦ παντὸς καὶ τὸ παραδειγματικὸν καὶ τελικόν· ὧν προϋπαρχόντων δημιουργεῖται τὸ πᾶν καθ᾽ ὅλον τε καὶ κατὰ μέρη· καὶ γὰρ τὸ σωματοειδὲς αὐτοῦ τεκταίνεται τοῖς εἴδεσι καὶ ταῖς δημιουργικαῖς τομαῖς καὶ τοῖς θείοις ἀριθμοῖς τεμνόμενον, καὶ ἡ ψυχὴ παράγεταί τε ἀπὸ τοῦ δημιουργοῦ καὶ πληροῦται λόγων ἁρμονικῶν καὶ συμβόλων θείων καὶ δημιουργικῶν, καὶ τὸ ὅλον ζῷον συνυφαίνεται κατὰ τὴν ἡνωμένην ἐν τῷ νοητῷ τοῦ κόσμου περιοχήν, τά τε μέρη τὰ ἐν αὐτῷ δεόντως ἐν τῷ ὅλῳ τάττεται, ὅσα τε σωματικὰ καὶ ὅσα ζωτικά· καὶ γὰρ ψυχαὶ μερικαὶ εἰσοικιζόμεναι τάττονται περὶ τοὺς ἡγεμόνας θεοὺς καὶ ἐγκόσμιαι γίνονται κατὰ τὰ ὀχήματα τὰ ἑαυτῶν, μιμούμεναι τοὺς ἡγουμένους αὐτῶν, καὶ τὰ θνητὰ ζῷα δημιουργεῖται καὶ ζῳοποιεῖται παρὰ τῶν οὐρανίων θεῶν· οὗ δὴ καὶ ἄνθρωπος ὅπη τε συνέστη καὶ δι᾽ οἵας αἰτίας τεθεώρηται, καὶ πρό γε τῶν ἄλλων οὗτος, <ἢ> διότι καὶ προσήκουσά ἐστιν ἡμῖν ἡ περὶ αὐτοῦ θεωρία τὸν ἀνθρώπου λόγον προβεβλημένοις καὶ κατὰ τοῦτον ζῶσιν, ἢ διότι μικρὸς κόσμος ὁ ἄνθρωπος καὶ ἔστι καὶ ἐν τούτῳ πάντα μερικῶς, ὅσα ἐν τῷ κόσμῳ θείως τε καὶ ὁλικῶς· νοῦς τε γάρ ἐστιν ἡμῖν ὁ κατ᾽ ἐνέργειαν, καὶ ψυχὴ λογικὴ προελθοῦσα ἐκ τοῦ αὐτοῦ πατρὸς καὶ τῆς αὐτῆς ζῳογόνου θεᾶς τῇ ὅλῃ, καὶ ὄχημα αἰθέριον ἀνάλογον τῷ οὐρανῷ, καὶ σῶμα γήινον ἐκ τῶν τεττάρων στοιχείων φυραθέν, οἷς καὶ σύστοιχόν ἐστιν. εἰ τοίνυν ἔδει πολλαχῶς θεωρῆσαι τὸ πᾶν καὶ ἐν τῷ νοητῷ καὶ ἐν τῷ αἰσθητῷ παραδειγματικῶς, εἰκονικῶς, ὁλικῶς, μερικῶς, εὖ ἂν ἔχοι καὶ ὁ περὶ ἀνθρώπου φύσεως λόγος ἐν τῇ τοῦ παντὸς θεωρίᾳ τελέως ἐξεργασθείς. εἴποις δ᾽ ἂν κἀκεῖνον ἔτι τὸν λόγον, ὅτι κατὰ τὸ <Πυθαγορικὸν> ἔθος ἔδει συνάψαι τῷ θεωρουμένῳ τὸν περὶ τοῦ θεωροῦντος λόγον· ἐπεὶ γὰρ ἔχομεν, τίς ὁ κόσμος, ἐχρῆν οἶμαι προσθεῖναι κἀκεῖνο, τί ποτέ ἐστι τὸ ταῦτα ἐπισκεπτόμενον καὶ λογικῶς κατανοοῦν. ὅτι δὲ καὶ πρὸς τοῦτο ἀπέβλεψεν, ἐδήλωσε πρὸς τῷ τέλει διαρρήδην εἰπών [90.D], ὅτι <δεῖ τῷ κατανοουμένῳ τὸ κατα νοοῦν ἐξομοιῶσαι> τὸν μέλλοντα τῆς εὐδαίμονος ζωῆς ἐπήβολον ἔσεσθαι· τὸ μὲν γὰρ ὅλον ἀεὶ εὔδαιμον· ἔσται δὲ καὶ τὸ ἡμέτερον εὔδαιμον ὁμοιωθὲν τῷ παντί· καὶ γὰρ πρὸς τὴν αἰτίαν οὕτως ἀναχθήσεται· ἐπεὶ γὰρ ὡς ὁ ἐνταῦθα ἄν θρωπος πρὸς τὸ πᾶν, οὕτω καὶ ὁ νοητὸς ἄνθρωπος πρὸς τὸ αὐτοζῷον, ἐκεῖ δὲ ἀεὶ τὰ δεύτερα τῶν πρώτων ἐξέχεται καὶ τὰ μέρη τῶν ὅλων ἐστὶν ἀνεκφοίτητα καὶ ἵδρυται ἐν αὐτοῖς, ὅταν καὶ ὁ τῇδε ἄνθρωπος ἀφομοιῶται τῷ παντί, μιμήσεται καὶ τὸ ἑαυτοῦ παράδειγμα τὸν προσήκοντα τρόπον, κόσμιος γενόμενος διὰ τὴν πρὸς τὸν κόσμον ὁμοιότητα καὶ εὐδαίμων διὰ τὴν πρὸς τὸν εὐδαίμονα θεὸν ἀπεικασίαν.

[16]  Η ψυχή δηλ. πηγαίνει από γένεση σε γένεση, από ενσάρκωση σε ενσάρκωση.

[17]  Βλ. Ερμείας  «Σχόλια στον πλατωνικό “Φαίδρο”, 131.4 – 131.7» :

«”το δε σώμα γήινο” = οι μεν επί όλου του γενητου άκουσαν (γιατί λέγεται και όλο το υποσελήνιο σώμα γήινο), οι δε επι αυτής της γης. Λέγεται κυρίως τούτο το οστρεώδες σώμα γήινο, επειδή το περισότερο μέρος του είναι γη».

In Platonis Phaedrum scholia 131.4 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 131.7 —Τὸ δὲ <σῶμα γήινον> = οἳ μὲν ἐπὶ ὅλου τοῦ γενητοῦ ἤκουσαν (λέγεται γὰρ καὶ πᾶν τὸ ὑποσέληνον <σῶμα γήινον>), οἳ δὲ καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς γῆς· λέγοιτο δ᾽ ἂν κυρίως τοῦτο τὸ ὀστρεῶδες σῶμα <γήινον>, ἐπειδὴ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἐστὶ γῆ.

[18]  Βλ. Πλάτων «Φαίδων, 246.b.6 – 246.c.6» :

Phaedr 246.b.6 ` to     Phaedr 246.c.6  ψυχὴ πᾶσα παντὸς ἐπιμελεῖται τοῦ ἀψύχου, πάντα δὲ οὐρανὸν περιπολεῖ, ἄλλοτ᾽ ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη. τελέα μὲν οὖν οὖσα καὶ ἐπτερωμένη μετεωροπορεῖ τε καὶ πάντα τὸν κόσμον διοικεῖ, ἡ δὲ πτερορρυήσασα φέρεται ἕως ἂν στερεοῦ τινος ἀντιλάβηται, οὗ κατοικισθεῖσα, σῶμα γήϊνον λαβοῦσα, αὐτὸ αὑτὸ δοκοῦν κινεῖν διὰ τὴν ἐκείνης δύναμιν, ζῷον τὸ σύμπαν ἐκλήθη, ψυχὴ καὶ σῶμα παγέν, θνητόν τ᾽ ἔσχεν ἐπωνυμίαν·

[19]  Βλ. Πλάτων «Φαίδων, 246.d.2 – 246.e.4» :

Phaedr 246.d.2 ` to     Phaedr 246.e.4 τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς, δι᾽ ἣν ψυχῆς ἀπορρεῖ, λάβωμεν. ἔστι δέ τις τοιάδε.   Πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετεωρίζουσα ᾗ τὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ, κεκοινώνηκε δέ πῃ μάλιστα τῶν περὶ τὸ σῶμα τοῦ θείου [ψυχή], τὸ δὲ θεῖον καλόν, σοφόν, ἀγαθόν, καὶ πᾶν ὅτι τοιοῦτον· τούτοις δὴ τρέφεταί τε καὶ αὔξεται μάλιστά γε τὸ τῆς ψυχῆς πτέρωμα, αἰσχρῷ δὲ καὶ κακῷ καὶ τοῖς ἐναντίοις φθίνει τε καὶ διόλλυται.

[20]  Βλ. Ερμείας  «Σχόλια στον πλατωνικό “Φαίδρο”, 132.19 – 132.20» :

In Platonis Phaedrum scholia 132.19 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 132.30   ιζ <Τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς 246d > = ῏Ηλθεν ἐπὶ τὴν πτερορρύησιν τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τὴν αἰτίαν τῆς πτερορρυήσεως θεωρῶν, ἐπειδὴ εἶπε <«φέρεται ἕως ἂν στερεοῦ ἀντιλάβηται>, ἵνα καταγαγὼν αὐτὴν εἰς ἔσχατον κακοῦ ἀπὸ τῆς συμπεριπολήσεως ἧς ἐποιεῖτο μετὰ τῶν θεῶν, διοικοῦσα πάντα τὸν κόσμον καὶ τὰ νοητὰ εἴδη θεωμένη, πάλιν αὐτὴν ἀναπέμψῃ διὰ τοῦ ἔρωτος ἐπὶ τοὺς ἐγκοσμίους θεοὺς καὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὸν ὑπερουράνιον τόπον καὶ τὰ θεῖα καὶ ἀτρεμῆ θεάματα, καὶ δείξῃ ἡλίκων ἀγαθῶν αὐτῇ ὁ ἔρως αἴτιος. Οὐ κυρίως δὲ τὸ <τῆς ἀποβολῆσ> ἐπὶ τοῦ πτεροῦ εἶπεν· οὐδέποτε γὰρ ἡ ψυχὴ ἀποβάλλει τὸ πτερὸν ὅπερ ἐξ ἀιδίου παρὰ τοῦ δημιουργοῦ ἐδέξατο· ἔχει γὰρ καὶ τὴν ἀναγωγὸν καὶ τὴν καταγωγὸν δύναμιν ἐξ ἀιδίου ἡ ψυχή· ἀλλ᾽ ἀντὶ <τοῦ> τῆς παρέσεως καὶ ἀργίας εἴρηται τὸ <τῆς ἀποβολῆσ>.

[21] Βλ. Πρόκλος «Εις Τίμαιον Πλάτωνος, βιβλίο Ε’, 3.254.13 – 3.254.27» :

in Ti 3.254.13 ` to     in Ti 3.254.27 ψυχή ἐστιν οὐσία μέση τῆς ὄντως οὔσης οὐσίας καὶ γενέσεως, ἐκ τῶν μέσων συγκραθεῖσα γενῶν καὶ εἰς ἀριθμὸν διαιρεθεῖσα οὐσιώδη καὶ συνδεθεῖσα πάσαις ταῖς μεσότησι καὶ ἁρμοσθεῖσα διατονικῶς ζῶσά τε μίαν ζωὴν καὶ διπλῆν καὶ γνωστικὴ μοναχῶς τε καὶ διχῶς· τούτῳ γὰρ τῷ λόγῳ προστιθέντες τὰ ἴδια καὶ τοὺς ἰδίους ἕξομεν ὁρισμοὺς τῶν θείων ἢ δαιμονίων ἢ μερικῶν ψυχῶν ἀπ᾽ αὐτῆς τῆς ἑκάστων οὐσιώδους ὑποστάσεως, πολλοῦ δέοντες λέγειν <ἐντελέχειαν σώματος εἶναι ψυχὴν φυσικοῦ, ὀργανικοῦ, δυνάμει ζωὴν ἔχοντοσ>· οὗτος γὰρ ὁ λόγος οὔτε τινὸς εἰπὼν εἶναι τὴν ψυχὴν εἶπε, τί ἐστιν, οὔτε πᾶσαν περιέλαβεν (οὐ γάρ εἰσιν αἱ θεῖαι σωμάτων ὀργανικῶν), οὔτε διαφεύγει τὸ ὁριστὸν ἐν ἑαυτῷ παραλαμβάνειν· τὸ γὰρ δυνάμει ζῶν ἐστι τὸ δυνάμει ψυχὴν ἔχον.

[22]  Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτων Θεολογία, 1.93.7 – 1.93.9» :

Theol Plat 1.93.7 ` to     Theol Plat 1.93.9 Λέγεται δὲ καὶ ἡ ψυχικὴ διακόσμησις ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ τὴν οὐσίαν ἑστῶσαν κεκτῆσθαι, καὶ ὀρθῶς λέγεται, πάντῃ γάρ ἐστιν ἀπαθὴς κατὰ τὴν οὐσίαν·

[23]  Μαθηματική ουσία είναι η λογική & αίδιος ψυχή.

[24]  Βλ. Πρόκλος «Εις πρώτον Ευκλείδου Στοιχείων, 3.1 – 3.10» :

in Euc 3.1 ` to     in Euc 3.10 Τὴν μαθηματικὴν οὐσίαν οὔτε τῶν πρωτίστων ἐν τοῖς οὖσι γενῶν οὔτε τῶν ἐσχάτων εἶναι καὶ παρὰ τὴν ἁπλῆν διῃρημένων, ἀναγκαῖον, ἀλλὰ τὴν μέσην χώραν ἀπειληφέναι τῶν τε ἀμερίστων καὶ ἁπλῶν καὶ ἀσυνθέτων καὶ ἀδιαιρέτων ὑποστάσεων καὶ τῶν μεριστῶν καὶ ἐν συνθέσεσιν παντοίαις καὶ ποικίλαις διαιρέσεσιν ἀφωρισμένων. τὸ μὲν γὰρ ἀεὶ κατὰ ταὐτὰ ἔχον καὶ μόνιμον καὶ ἀνέλεγκτον τῶν περὶ αὐτὴν λόγων ὑπερανέχουσαν αὐτὴν ἀποφαίνει τῶν ἐν ὕλῃ φερομένων εἰδῶν,

[25]  Βλ. Στοβαίος «Ανθολόγιο : από την επιστολή του Ιάμβλιχου στον Μακεδόνιο για την ειμαρμένη, 2.8.43.3 – 2.8.43.15»:

Anthologium 2.8.43.3 ` to     Anthologium 2.8.43.15   Οὐσία ἐστὶν ἄϋλος ἡ τῆς ψυχῆς καθ᾽ ἑαυτήν, ἀσώματος, ἀγέννητος πάντῃ καὶ ἀνώλεθρος, παρ᾽ ἑαυτῆς ἔχουσα τὸ εἶναι καὶ τὸ ζῆν, αὐτοκίνητος παντελῶς καὶ ἀρχὴ τῆς φύσεως καὶ τῶν ὅλων κινήσεων. Αὕτη δὴ οὖν καθ᾽ ὅσον ἐστὶ τοιαύτη, καὶ τὴν αὐτεξούσιον καὶ τὴν ἀπόλυτον περιείληφεν ἐν ἑαυτῇ ζωήν. <Καὶ> καθ᾽ ὅσον μὲν δίδωσιν ἑαυτὴν εἰς τὰ γιγνόμενα καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ παντὸς φορὰν ἑαυτὴν ὑποτάττει, κατὰ τοσοῦτον καὶ ὑπὸ τὴν εἱμαρμένην ἄγεται καὶ δουλεύει ταῖς τῆς φύσεως ἀνάγκαις· καθ᾽ ὅσον δὲ αὖ τὴν νοερὰν ἑαυτῆς καὶ τῷ ὄντι ἄφετον ἀπὸ πάντων καὶ αὐθαίρετον ἐνέργειαν ἐνεργεῖ, κατὰ τοσοῦτον τὰ ἑαυτῆς ἑκουσίως πράττει καὶ τοῦ θείου καὶ ἀγαθοῦ καὶ νοητοῦ μετ᾽ ἀληθείας ἐφάπτεται.

[26]  Λέγει δηλ. ότι η ψυχή είναι ουσία και επειδή είναι ουσία είναι αμετάβλητη. Εξ ου και αναφέρει ότι ακόμη και όταν ενσαρκώνεται δεν εκβαίνει από την ιδία/δική της ουσιότητα. Εξ και η ονομάζεται όχι μόνο λογική η ψυχή αλλά και αΐδιος.

[27]  Βλ.  Στοβαίος «Ανθολόγιο, 1.41.4.2 – 1.41.4.5» ή “Ερμού  εκ των προς τον Άμμωνα”:

Anthologium 1.41.4.2 ` to     Anthologium 1.41.4.5   Ἡ ψυχὴ τοίνυν οὐσία ἐστὶν ἀσώματος, καὶ ἐν σώματι δὲ οὖσα οὐκ ἐκβαίνει τῆς ἰδίας οὐσιότητος. Τυγχάνει γὰρ οὖσα ἀεικίνητος κατ᾽ οὐσίαν, κατὰ νόησιν αὐτοκίνη τος, οὐκ ἔν τινι κινουμένη, οὐ πρός τι, οὐχ ἕνεκέν τινος·

[28]  Βλ. Ερμείας  «Σχόλια στον πλατωνικό “Φαίδρο”, 133.1 – 133.5» :

In Platonis Phaedrum scholia 133.1 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 133.5   ιη <Πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις 246d > = Πτερὸν τῆς ψυχῆς ἐλέγομεν τὴν ἀναγωγὸν αὐτῆς δύναμιν· αὕτη οὖν ἀντίκειται τῷ βρίθοντι τῆς ψυχῆς. Ἔστι δὲ τὸ βρίθον αὐτῆς ἡ γενεσιουργὸς καὶ καταγωγὸς εἰς γένεσιν δύναμις· ὅπερ πτερωθεῖσα ἡ ψυχὴ συστέλλει τε καὶ ἀνώφορον ποιεῖ.

[29]  ΟΝ ή ΝΟΥΣ ή ΟΥΣΙΑ είναι το τρίτο μέλος της κάθε υπερούσιας, μεθεκτής & αυτοτελούς Θεότητας/Αγαθότητας/Ενάδας – κατά την υπερούσια τριάδα :  Ύπαρξη – Δύναμη – Νους, της θεότητας. Εξ ου και οι θεού λέγοντας Θεοί των όντως Όντων ή νοητού πλάτους.

[30]  Εντός των νοητών ως προς τις βαθμίδες – ήτοι κάθετη διαρρύθμιση, υπάρχει νους νοητός, αυτός είναι ο ορφικώς λεγόμενος Φάνης-Ηρικεπαίος-Μήτις (ο κατά τον Πρόκλο τριαδικός Θεός) ή πλατωνικός το λεγόμενο “αυτόζωον” ή νοητό υπόδειγμα-ζώο, υπάρχει και νόηση-ζωή νοητή, αυτή είναι ο πλατωνικός λεγόμενος θεός Αιών ή ορφικώς λεγόμενο το ”Ωό που κυοφορεί & κυοφορείται τον θεό» ή “λαμπρός χιτώνας” ή “Νεφέλη”, υπάρχει και νοητό, αυτός είναι ο ορφικώς λεγόμενος Αιθήρ ή πλατωνικός το λεγόμενο «ΕΝ-ΟΝ».

[31]  αυτός είναι ο ορφικώς λεγόμενος τριαδικός θεός Φάνης-Ηρικεπαίος-Μήτις ή πλατωνικός το λεγόμενο “αυτόζωον” ή νοητό υπόδειγμα.

[32]  Βλ. Ερμείας  «Σχόλια στον πλατωνικό “Φαίδρο”, 134.1 – 134.27» :

In Platonis Phaedrum scholia 134.1 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 134.27  κα <Τὸ δὲ θεῖον καλόν 246d > = Ταῦτα τὰ τρία θεωρεῖται διὰ πάντων τῶν ὄντων πεφοιτηκότα· καὶ γὰρ ἐν νοητοῖς καὶ ἐν νοεροῖς καὶ ἐν ὑπερκοσμίοις καὶ ἐν ἐγκοσμίοις, ἰδίως ἐπὶ ἑκάστου. Ἐν μὲν οὖν τοῖς νοητοῖς θεοῖς, εἰ μὲν κατὰ τοὺς νοῦς αὐτῶν θεωροίης τὰ εἰρημένα, ἐπειδή ἐστιν ἐν τοῖς νοῖς νοῦς, νόησις, νοητὸν, εἰ καὶ πάντα νοητῶς, τὸ μὲν <καλὸν> ἔσται κατὰ τὸν νοῦν, ἐν ᾧ τὸ τῶν εἰδῶν κάλλος καὶ ἡ ποικίλη καλλονή (κατὰ τοῦτο γὰρ τὸ ἐπιστρεπτικὸν), τὸ δὲ <σοφὸν> κατὰ τὴν νόησιν (ἡ γὰρ γνῶσις καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ σοφία κατὰ τὴν νόησιν ὁρᾶται), τὸ δὲ <ἀγαθὸν> κατὰ τὸ νοητόν (τοῦτο γὰρ τὸ πληροῦν τὸν νοῦν τέλεον ὂν καὶ ἐφετόν· στοιχεῖα γὰρ ταῦτα καὶ ἐν <Φιλήβῳ> εἶπε τοῦ ἀγαθοῦ τὸ τέλεον, τὸ ἱκανὸν, τὸ ἐφετόν· ἱκανὸν δὲ λέγει τὸ καὶ τοῖς ἄλλοις μεταδιδὸν τῆς ἀγαθότητος). Εἰ δὲ κατὰ τὸ ὑπὲρ νοῦν αὐτῶν θεωροίης τὸ <καλὸν>, τὸ <σοφὸν>, τὸ <ἀγαθὸν>, οὕτω ῥητέον· ἔστι τι ἀπὸ τἀ γαθοῦ προϊὸν φῶς ὅπερ αὐτὸς αἰτιολογίᾳ κέκληκεν ἀλήθειαν· εἶπε δὲ αὐτὸς καὶ ἐν <Φιλήβῳ> ὅτι ἀδύνατον τὴν τἀγαθοῦ ἰδέαν ἀνθρωπίνῃ διανοίᾳ ἑλεῖν κατὰ ἁπλῆν ἐπιβολήν· ἐπειδὴ οὖν εὐθὺς ἀπὸ τἀγαθοῦ πρόεισιν ἐκεῖνο τὸ φῶς, μένει ἔτι ὑπὲρ ἰδέαν καὶ ἁπλότητα· ἀδύνατον οὖν αὐτὸ περιλαβεῖν μιᾷ ἐπιβολῇ καὶ περιγραφῇ· καταμερίσαντες δὲ, φησὶν, αὐτὸ τῷ λόγῳ ῥᾷον ὀψόμεθα· τριπλοῦν τι οὖν αὐτὸ θεωρεῖ· καὶ γὰρ ὡς καλλονὴν καθὸ ἐναστράπτον τοῖς ἄλλοις καλὰ αὐτὰ ἀπεργάζεται, καὶ ὡς ἀλήθειαν καθὸ αἴτιόν ἐστιν ἄλλοις γινώσκειν τε καὶ γινώσκεσθαι, καὶ ὡς ἁπλοῦν καθὸ αἴτιόν ἐστι τοῖς ἄλλοις πᾶσι τοῦ μέτρου· τὸ γὰρ μέτρον ἁπλοῦν καθὸ καὶ τὸν θεὸν ἐν <Νόμοις μέτρον> τῶν <πάντων> κέκληκε· τὸ δὲ ἁπλοῦν καὶ τὸ μέτρον τοῦ ἀγαθοῦ ἴδια· πάντα γὰρ μετρεῖ τὸ ἀγαθόν.

[33]  Βλ. Ερμείας  «Σχόλια στον πλατωνικό “Φαίδρο”, 134.28 – 135.15» :

In Platonis Phaedrum scholia 134.28 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 135.15   κβ <9Τούτοις δὴ τρέφεταί τε 246e> =  Τροφή ἐστι ψυχῆς ἡ ἀπὸ τῶν κρειττόνων εἰς αὐτὴν καθήκουσα τελειότης· οὐδὲ γὰρ οἵα ἡ κατὰ ἔκκρισιν καὶ ἀλλοίωσιν παρ᾽ ἡμῖν. Παρὰ μὲν οὖν τῶν θεῶν ἀεὶ προτείνεται τὰ καλὰ καὶ ἀγαθὰ καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ νοερά· ἑαυτὴν δὲ ἡ ψυχὴ προσάγει αὐτοῖς καὶ ἀφίστησι· καὶ προσάγουσα μὲν ἑαυτὴν <αὔξεται> καὶ κατὰ πάσας ἐνεργεῖ τὰς δυνάμεις καὶ δυνατωτάτη ἑαυτῆς γίνεται, ἀφισταμένη δὲ ἀποστενοῦται καὶ ἀσθενὴς καὶ δούλη γίνεται τούτων ὧν αὐτὴ μετὰ τῶν θεῶν περιπολοῦσα πρόνοιαν ἐποιεῖτο. Προσιοῦσα δὲ τῷ <αἰσχρῷ>, ὅ ἐστιν ἡ ὕλη, καὶ τῷ <κακῷ>, ὅ ἐστι τὸ εἰς πλῆθος ἑαυτὴν δοῦναι καὶ μερισμὸν καὶ τοῖς ἀμαθέσι καὶ τοῖς ἀνοήτοις προσεληλυθέναι (ὅ ἐστι τοῖς σώμασι), παραθραύει τὴν τῶν πτερῶν δύναμιν καὶ ἀργὰ αὐτὰ ποιεῖ· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ <φθίνει>. Τὸ δὲ <διόλλυται>, ἐπειδὴ θάνατός ἐστι ψυχῆς ἡ εἰς σῶμα πτῶσις· ἀργεῖ γὰρ τότε κατὰ τὰς ἄκρας ἑαυτῆς ἐνεργείας. <Ἐναντία> δὲ εἶπε τὸ αἰσχρὸν καὶ ἀμαθὲς καὶ κακὸν οὐκ ἐκείνῳ τῷ καλῷ καὶ σοφῷ καὶ ἀγαθῷ τῷ ἐν τοῖς θεοῖς (οὐδὲν γὰρ αὐτοῖς ἐκεῖ ἐναντίον), ἀλλὰ τοῖς ἐνταῦθα καλοῖς καὶ σοφοῖς καὶ ἀγαθοῖς τοῖς περὶ ἡμᾶς τὰ ἐναντία εἶπεν, ὡς καὶ τῷ ἐνταῦθα φωτὶ τὸ σκότος ἐναντίον· οὐ γὰρ δὴ τῷ ἐν τῷ ἡλίῳ, ἀλλὰ τῷ περὶ ἡμᾶς καὶ τὴν γῆν φωτὶ τὸ ἐνταῦθα σκότος ἐναντίον.

[34]  Βλ. Πλάτων «Φαίδρου, 246.e.4 – 248.e.3» :

Phaedr 246.e.4 ` to     Phaedr 249.d.3  ὁ μὲν δὴ μέγας ἡγεμὼν ἐν οὐρανῷ Ζεύς, ἐλαύνων πτηνὸν ἅρμα, πρῶτος πορεύεται, διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπιμελούμενος· τῷ δ᾽ ἕπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ δαιμόνων, κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη. μένει γὰρ Ἑστία ἐν θεῶν οἴκῳ μόνη· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι ἐν τῷ τῶν δώδεκα ἀριθμῷ τεταγμένοι θεοὶ ἄρχοντες ἡγοῦνται κατὰ τάξιν ἣν ἕκαστος ἐτάχθη. πολλαὶ μὲν οὖν καὶ μακάριαι θέαι τε καὶ διέξοδοι ἐντὸς οὐρανοῦ, ἃς θεῶν γένος εὐδαιμόνων ἐπιστρέφεται πράττων ἕκαστος αὐτῶν τὸ αὑτοῦ, ἕπεται δὲ ὁ ἀεὶ ἐθέλων τε καὶ δυνάμενος· φθόνος γὰρ ἔξω θείου χοροῦ ἵσταται. ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν, ἄκραν ἐπὶ τὴν ὑπουράνιον ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες, ᾗ δὴ τὰ μὲν θεῶν ὀχήματα ἰσορρόπως εὐήνια ὄντα ῥᾳδίως πορεύεται, τὰ δὲ ἄλλα μόγις· βρίθει γὰρ ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων, ἐπὶ τὴν γῆν ῥέπων τε καὶ βαρύνων ᾧ μὴ καλῶς ἦν τεθραμμένος τῶν ἡνιόχων. ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ πρόκειται. αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι, ἡνίκ᾽ ἂν πρὸς ἄκρῳ γένωνται, ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ νώτῳ, στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά, αἱ δὲ θεωροῦσι τὰ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ.      Τὸν δὲ ὑπερουράνιον τόπον οὔτε τις ὕμνησέ πω τῶν τῇδε ποιητὴς οὔτε ποτὲ ὑμνήσει κατ᾽ ἀξίαν. ἔχει δὲ ὧδε—τολμητέον γὰρ οὖν τό γε ἀληθὲς εἰπεῖν, ἄλλως τε καὶ περὶ ἀλη θείας λέγοντα—ἡ γὰρ ἀχρώματός τε καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀναφὴς οὐσία ὄντως οὖσα, ψυχῆς κυβερνήτῃ μόνῳ θεατὴ νῷ, περὶ ἣν τὸ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης γένος, τοῦτον ἔχει τὸν τόπον. ἅτ᾽ οὖν θεοῦ διάνοια νῷ τε καὶ ἐπιστήμῃ ἀκη ράτῳ τρεφομένη, καὶ ἁπάσης ψυχῆς ὅσῃ ἂν μέλῃ τὸ προσῆκον δέξασθαι, ἰδοῦσα διὰ χρόνου τὸ ὂν ἀγαπᾷ τε καὶ θεωροῦσα τἀληθῆ τρέφεται καὶ εὐπαθεῖ, ἕως ἂν κύκλῳ ἡ περιφορὰ εἰς ταὐτὸν περιενέγκῃ. ἐν δὲ τῇ περιόδῳ καθορᾷ μὲν αὐτὴν δικαιοσύνην, καθορᾷ δὲ σωφροσύνην, καθορᾷ δὲ ἐπιστήμην, οὐχ ᾗ γένεσις πρόσεστιν, οὐδ᾽ ἥ ἐστίν που ἑτέρα ἐν ἑτέρῳ οὖσα ὧν ἡμεῖς νῦν ὄντων καλοῦμεν, ἀλλὰ τὴν ἐν τῷ ὅ ἐστιν ὂν ὄντως ἐπιστήμην οὖσαν· καὶ τἆλλα ὡσαύτως τὰ ὄντα ὄντως θεασαμένη καὶ ἑστιαθεῖσα, δῦσα πάλιν εἰς τὸ εἴσω τοῦ οὐρανοῦ, οἴκαδε ἦλθεν. ἐλθούσης δὲ αὐτῆς ὁ ἡνίοχος πρὸς τὴν φάτνην τοὺς ἵππους στήσας παρέβαλεν ἀμβροσίαν τε καὶ ἐπ᾽ αὐτῇ νέκταρ ἐπότισεν.     Καὶ οὗτος μὲν θεῶν βίος· αἱ δὲ ἄλλαι ψυχαί, ἡ μὲν ἄριστα θεῷ ἑπομένη καὶ εἰκασμένη ὑπερῆρεν εἰς τὸν ἔξω τόπον τὴν τοῦ ἡνιόχου κεφαλήν, καὶ συμπεριηνέχθη τὴν περιφοράν, θορυβουμένη ὑπὸ τῶν ἵππων καὶ μόγις καθορῶσα   τὰ ὄντα· ἡ δὲ τοτὲ μὲν ἦρεν, τοτὲ δ᾽ ἔδυ, βιαζομένων δὲ τῶν ἵππων τὰ μὲν εἶδεν, τὰ δ᾽ οὔ. αἱ δὲ δὴ ἄλλαι γλιχόμεναι μὲν ἅπασαι τοῦ ἄνω ἕπονται, ἀδυνατοῦσαι δέ, ὑποβρύχιαι συμπεριφέρονται, πατοῦσαι ἀλλήλας καὶ ἐπιβάλλουσαι, ἑτέρα πρὸ τῆς ἑτέρας πειρωμένη γενέσθαι. θόρυβος οὖν καὶ ἅμιλλα καὶ ἱδρὼς ἔσχατος γίγνεται, οὗ δὴ κακίᾳ ἡνιόχων πολλαὶ μὲν χωλεύονται, πολλαὶ δὲ πολλὰ πτερὰ θραύονται· πᾶσαι δὲ πολὺν ἔχουσαι πόνον ἀτελεῖς τῆς τοῦ ὄντος θέας ἀπέρχονται, καὶ ἀπελθοῦσαι τροφῇ δοξαστῇ χρῶνται. οὗ δ᾽ ἕνεχ᾽ ἡ πολλὴ σπουδὴ τὸ ἀληθείας ἰδεῖν πεδίον οὗ ἐστιν, ἥ τε δὴ προσήκουσα ψυχῆς τῷ ἀρίστῳ νομὴ ἐκ τοῦ ἐκεῖ  λειμῶνος τυγχάνει οὖσα, ἥ τε τοῦ πτεροῦ φύσις, ᾧ ψυχὴ κουφίζεται, τούτῳ τρέφεται. θεσμός τε Ἀδραστείας ὅδε. ἥτις ἂν ψυχὴ θεῷ συνοπαδὸς γενομένη κατίδῃ τι τῶν ἀληθῶν, μέχρι τε τῆς ἑτέρας περιόδου εἶναι ἀπήμονα, κἂν ἀεὶ τοῦτο δύνηται ποιεῖν, ἀεὶ ἀβλαβῆ εἶναι· ὅταν δὲ ἀδυνατήσασα ἐπισπέσθαι μὴ ἴδῃ, καί τινι συντυχίᾳ χρησαμένη λήθης τε καὶ κακίας πλησθεῖσα βαρυνθῇ, βαρυνθεῖσα δὲ πτερορρυήσῃ τε καὶ ἐπὶ τὴν γῆν πέσῃ, τότε νόμος ταύτην μὴ φυτεῦσαι εἰς μηδεμίαν θήρειον φύσιν ἐν τῇ πρώτῃ γενέσει, ἀλλὰ τὴν μὲν πλεῖστα ἰδοῦσαν εἰς γονὴν ἀνδρὸς γενησομένου φιλοσόφου ἢ φιλοκάλου ἢ μουσικοῦ τινος καὶ ἐρωτικοῦ, τὴν δὲ δευτέραν εἰς βασιλέως ἐννόμου ἢ πολεμικοῦ καὶ ἀρχικοῦ, τρίτην εἰς πολιτικοῦ ἤ τινος οἰκονομικοῦ ἢ χρηματιστικοῦ, τετάρτην εἰς φιλοπόνου <ἢ> γυμναστικοῦ ἢ περὶ σώματος ἴασίν τινος ἐσομένου, πέμπτην μαντικὸν βίον ἤ τινα τελεστικὸν ἕξουσαν· ἕκτῃ ποιητικὸς ἢ τῶν περὶ μίμησίν τις ἄλλος ἁρμόσει, ἑβδόμῃ δημιουργικὸς ἢ γεωργικός, ὀγδόῃ σοφιστικὸς ἢ δημοκοπικός, ἐνάτῃ τυραννικός.