Ύβρις προς γονείς-προγόνους


(Όπως είδαμε) Ο Ησίοδος λέγει :

«όποιος στον γέροντα γονιό του, που βρίσκεται στα άχαρο κατώφλι των γερατειών, σηκώνει αμάχη πληγώνοντας τον με βαριά λόγια. Εναντίον τούτου, αλήθεια, ο ίδιος ο Ζευς αγανακτεί και τέλος στις άδικες αυτές πράξεις δίνει σκληρή αμοιβή.»[1]

Σχετικά με αυτό ο θείος Πλάτων λέγε αφενός ό,τι :

«Αν ένας άνθρωπος τιμά και σέβεται τους συγγενείς του, που έχουν το ίδιο αίμα και λατρεύουν τους ίδιους θεούς, αυτός είναι λογικό να ελπίζει ότι οι γενέθλιοι θεοί θα είναι  εύνους στην των παιδιών του σπορά».[2]

Αφετέρου ό,τι :

«Όποιος τολμήσει να χτυπήσει τον πατέρα του η την μητέρα του ή οποιοδήποτε εκ των προγόνων του και τους κακομεταχειριστεί χωρίς να φοβηθεί την μήνιν των ουρανίων θεών μήτε των κάτω Θεών τις τιμωρίες αλλά περιφρονεί τις αρχαίες και από τους πάντες αποδεχόμενους παραδόσεις νομίζοντας ότι ξέρει τα πάντα σε έναν τομέα που έχει πλήρη άγνοια και παραβαίνει τους νόμους, αυτός πρέπει να τιμωρηθεί με την εσχάτη των ποινών. Η εσχάτη ποινή, βέβαια, δεν είναι ο θάνατος αλλά οι στον Άδη λεγόμενοι πόνοι που περνούν οι τέτοιοι άνθρωποι στον Άδη, οι οποίοι είναι πολύ χειρότεροι από τον θάνατο. Παρότι βέβαια όλα όσα λέγονται είναι αληθινά, δεν αποτρέπουν τέτοιες ψυχές, γιατί διαφορετικά δεν θα γινόταν ποτέ μητροκτονίες και δεν θα τολμούσε κανείς τέτοιες ανόσιες πράξεις σε βάρος εκείνων που μας γέννησαν. Καταλήγω, λοιπόν, στο ότι οι κολάσεις(ποινές) που θα επιβάλλονται για τέτοιες πράξεις δεν πρέπει να υστερούν σε τίποτα από αυτές που λαμβάνουν χώρα στον Άδη. Μετά από αυτά λοιπόν, ας ορίσουν το εξής : Αν κάποιος, δίχως να βρίσκεται σε μανική κατάσταση, τολμήσει να χτυπήσει τον πατέρα του ή την μητέρα του ή τους γονείς τους, όποιος βρίσκεται παρών θα πρέπει να αμυνθεί στο θύμα – αν είναι μέτοικος ή ξένος θα του δοθεί τιμητική θέση στους αγώνες. Όποιος είναι παρών και δεν βοηθήσει, θα εξοριστεί για πάντα από την πόλη. Αν βρίσκεται προσωρινά στην χώρα και τους προστατέψει, θα του δοθεί έπαινος, διαφορετικά θα του γίνει επίπληξη. Ο δούλος που θα βοηθήσει θα ελευθερωθεί. Αν δεν το κάνει θα τιμωρηθεί με 100 βουρδουλιές. Αν η βιοπραγεία έγινε στην αγορά, η τιμωρία θα επιβάλλεται από τους αγορανόμους. Αν έγινε σε άλλο μέρος της πόλης, από τους αστυνόμους και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της χώρας, από τους αγρονόμους. Οποιασδήποτε επιχώριος τύχει και βρεθεί στο συμβάν, άντρας ή γυναίκα ή παίς, οφείλει να αμυνθεί του θύματος και να κατονομάσει τον ανόσιο. Ο μη αμυνόμενος στο θύμα είναι κατά τον νόμο ένοχος[3] για τον Ζεύς ομόγνοιο και πατρώο – τον προστάτη της οικογένειας και των γονέων. Αν κάποιος καταδικαστεί επειδή βιοπράγησε κατά των γονιών του, θα εξοριστεί για πάντα σε άλλη χώρα και θα του απαγορευτεί[4] η είσοδος στα ιερά. Αν δεν μείνει μακριά από τους ναούς, οι αγρονόμοι θα τον τιμωρήσουν με μαστίγωμα και με όποιο άλλο τρόπο νομίζουν. Αν επιστρέψει στην πατρίδα του, θα τιμωρηθεί με θάνατο. Όποιος ελεύθερος πολίτης φάει, πιεί ή κοινωνήσει οποιαδήποτε άλλη κοινωνία με ένα τέτοιο άνθρωποι ή έστω τον συναντήσει κάπου και τον χαιρετήσει, δεν θα έχει δικαίωμα να μπαίνει στους ναούς, την αγορά ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της πόλης πριν εξαγνιστεί, έχοντας στην σκέψη του ότι μολύνθηκε από κάποια αλιτήρια τύχη. Εάν δε απειθώντας στον νόμο μολύνει τα ιερά και την πόλη, όποιος άρχοντας τον αντιληφθεί και δεν το οδηγήσει στο δικαστήριο, θα θεωρηθεί ότι έχει κάνει μια σοβαρή παράβαση του καθήκοντος του, όταν θα δώσει λόγο των πράξεων του.»[5]

Μάλιστα επεξηγεί ό,τι :

«Αθηναίος : Τους γονείς του ούτε Θεός ούτε άνθρωπος που έχει νου θα συμβούλευε κάποιον να παραμελεί. Αντίθετα, πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι αυτό το προοίμιο, που αναφέρεται στη θεραπεία(λατρεία) των Θεών, ταιριάζει και στις τιμές που οφείλουμε στον πατέρα μας και την μητέρα μας. Νόμοι αρχαίοι υπάρχουν δυο ειδών σχετικά με τους Θεούς. Τους σαφώς ορώμενους Θεούς τους τιμάμε, ενώ τους  τους μη ορώμενους τους απεικονίζουμε με αγάλματα που ιδρύουμε, με τα οποία αγαλλώμεθα παρότι άψυχα αντικείμενα διότι πιστεύουμε ότι από εκείνους τους έμψυχους θεούς θα έχουμε πολύ εύνοια και την χάρη. Αυτό σημαίνει ότι ο  πατέρας και η μητέρα, ή οι γονείς αυτών, που βρίσκονται εν τω οίκο κάποιου καταβεβλημένοι από τα γηρατειά, είναι αδιανόητο να μη τους εκλάβει κανείς ως άγαλμα, το κύριο εφέστιο[6] ίδρυμα που κατέχει εν τω οίκω του, εάν κατά τρόπο ορθό ο κάτοχος το λατρεύει.

Κλεινίας : Ποια είναι αυτή η ορθότητα για την οποία κάνεις λόγο ;

Αθ. : Θα σας εξηγήσω. Πρόκειται για πράγματα που αξίζει να ακούει κανείς φίλοι μου.

ΚΛ. : Λέγε λοιπόν.

ΑΘ. :  Όπως λένε, ο Οιδίποδας όντας ατιμασμένος καταράστηκε[7] τα τέκνα του και εισακούστηκε πλήρως όπως ο κάθε ένας που υμνεί. Ο Αμύντορας θύμωσε και καταράστηκε τον γιό το, Φοίνικα. Ο Θησέας έκανε το ίδιο με τον Ιππόλυτο, καθώς και μυριάδες άλλοι γονείς με τους γιούς τους. Από αυτά είναι ολοφάνερο ότι οι θεοί παίρνουν το μέρος των γονιών, των οποίων η κατάρα[8] προς τα τέκνα τους έχει δικαιότατα την μεγαλύτερη δύναμη από οποιαδήποτε άλλο. Ας μη νομίζουμε όμως ότι οι θεοί ακούνε μόνο τις κατάρες των γονιών, στους οποίους έχουν φερθεί άσχημα τα παιδιά τους. Το ίδιο κάνουν και με τις ευχές, όταν τους σέβονται και τους δίνουν χαρά, οπότε ζητούν από τους θεούς να δίνουν όλα τα αγαθά. Διαφορετικά, οι θεοί θα ήταν άδικοι, κάτι που είπαμε ότι δεν ταιριάζει στην φύση τους.

ΚΛ. : Πολύ σωστά.

ΑΘ. : Πρέπει λοιπόν να διανοηθούμε ότι δεν υπάρχει τιμιότερο άγαλμα που θα μπορούσε να κατέχει κάποιος από τον πατέρα του ή τον παππού του, που έχουν εξασθενήσει από το γήρας, ή η μητέρα του στην ίδια κατάσταση. Όταν τους τιμά, ο θεός χαίρεται, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν εισακούει τις προσευχές του. Αυτά τα ζωντανά ιδρύματα, οι πρόγονοι, είναι πολύ ανώτεροι από τα άψυχα αγάλματα και διαφέρουν σε κάτι. Τα μεν έμψυχα, οι πρόγονοι, όταν τους θεραπεύουμε ενώνουν μαζί μας τις ευχές τους ή μας καταριούνται όταν τους ατιμάζουμε. Τα δε άψυχα δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι, αν κανείς χρησιμοποιεί ορθά τον πατέρα του ή τον παππού του και όλους τους όμοιους, θα αποκτήσει μέσω αυτών θεοφιλή μοίρα με ποιο αποτελεσματικό τρόπο από ότι με τα αγάλματα.

ΚΛ. : Κάλλιστα μιλάς.

ΑΘ. : Κάθε άνθρωπος που έχει νου, επομένως, φοβάται και τιμά  τις ευχές των γωνιών του, γιατί ξέρει ό,τι πολλές και πολλάκις πραγματοποιούνται. Αφού λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα, για τους αγαθούς οι γηραιοί πρόγονοι είναι έρμαιο(δώρο του Ερμή), αν ζούνε μέχρι των εσχάτων του βίου, και  πεθαίνοντας θα είναι ποθητοί, ενώ για τους κακούς τρομακτικοί. Γι’ αυτό όλοι πρέπει να τιμούν σύμφωνα με τον νόμο τους γεννήτορες τους, πειθόμενοι στα λόγια μας[9]

Μάλιστα στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, στο σημείο που ο Πελασγός, ο βασιλέας των Αργείων, παίρνει απόφαση να δεχτεί η πόλη του Άργους τον Δαναό και τις κόρες του ως μέτοικους, ο Χορός εκτός των άλλων λέγει :

«Χορός : …..Γιατί το προς τους γονείς σέβας είναι η τρίτη εντολή ή γραμμένη στους θεσμούς της Δίκης που της πρέπει η μέγιστη τιμή.»[10]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1]  Βλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 331 – 335» :

       Op 331 ` to     Op 335  ὅς τε γονῆα γέροντα κακῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ

νεικείῃ χαλεποῖσι καθαπτόμενος ἐπέεσσι·

τῷ δ᾽ ἦ τοι Ζεὺς αὐτὸς ἀγαίεται, ἐς δὲ τελευτὴν

ἔργων ἀντ᾽ ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀμοιβήν.

ἀλλὰ σὺ τῶν μὲν πάμπαν ἔεργ᾽ ἀεσίφρονα θυμόν.

[2]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 729.c.5 – 729.c.8» :

       Leg 729.c.5 ` to     Leg 729.c.8  συγγένειαν δὲ καὶ ὁμογνίων θεῶν κοινωνίαν πᾶσαν ταὐτοῦ φύσιν αἵματος ἔχουσαν τιμῶν τις καὶ σεβόμενος, εὔνους ἂν γενεθλίους θεοὺς εἰς παίδων αὑτοῦ σπορὰν ἴσχοι κατὰ λόγον.

[3]  ενέχω

 (AM ἐνέχω) [έχω]

  1. (με δοτ. προσ. και αιτ. πράγμ.) διατηρώ εναντίον κάποιου οργή, μίσος, δυσμενή διάθεση κ.λπ. («Ἀστυάγης δε κρύπτων τὸν οἱ ἐνεῑχε χόλον», Ηρόδ.)
  2. μνησικακώ, έχω έχθρα εναντίον κάποιου, οργίζομαι, φέρομαι προσβλητικά
  3. (με εμπρόθ. τοπ. προσδ.) εισχωρώ, εισέρχομαι κάπου («ὅπως ἅν εἰς τὸν κόλπον… αἱ αὐγαὶ τοῡ φέγγους ὡς μάλιστα ἐνέχωσιν», Ξεν.)
  4. παθ. δεσμεύομαι από κάτι, εμπλέκομαι σε κάτι («τῇ πάγῃ ένέχεσθαι, Ηρόδ.)
  5. παθ. εμπίπτω, περιέρχομαι σε κάτι, καταλαμβάνομαι από κάτι («φιλοτιμίᾳ ἐνέχεται», Ευρ.)
  6. υπόκειμαι σε κάτι
  7. (ως δικαν. όρος) καταδικάζομαι ως ένοχος («ἐνεχέσθω τῇ τεταγμένῃ ζημίᾳ», Πλάτ.)
  8. στέκομαι σε μια θέση, σταματώ, μένω («ἐν δέ ταύτη πως ἐνέσχετο» — σ’ αυτήν όμως στάθηκε, σταμάτησε κάπως, Πλάτ.).

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[4]  έργω

ἔργω και ἐέργω (Α)

  1. εμποδίζω, εγκλείω, περικλείω («Ἀθηναῑοι… εἶργον τοῑς ὁπλίταις», Θουκ.)
  2. κλείνω στη φυλακή («τοὺς Πέρσας ἔρξε ὡς κατασκόπους δῆθεν ἐόντας», Ηρόδ.)
  3. κλείνω σε περιφραγμένο χώρο, περικλείω («χρύσειαι δὲ θύραι πυκινόν δόμον ἐντὸς ἔεργον», Ομ. Οδ.)
  4. παθ. κρατιέμαι, συγκρατιέμαι
  5. εμποδίζω, συγκρατώ («τῆλέ μ’ ἐέργουσι ψυχαί», Ομ. Ιλ.)
  6. αποσοβῶ, απομακρύνω («ὡς ὅτε μήτηρ παιδὸς ἐέργη μυῑαν», Ομ. Ιλ.)
  7. μέσ. ἔργομαι,απομακρύνομαι («ἔργετο… τῆς… πόλιος», Ηρόδ.)
  1. αποτρέπω, εμποδίζω κάποιον να κάνει κάτι («εἴργει γὰρ τοὺς μὲν χρήματα, τοὺς δὲ νόος», θέογν.).

[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. είργω].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[5]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 880.e.6 – 882.a.3» :

          Leg 880.e.6 ` to     Leg 882.a.3  πατρὸς γὰρ ἢ μητρὸς ἢ τούτων ἔτι προγόνων ὅστις τολμήσει ἅψασθαί ποτε βιαζόμενος αἰκίᾳ τινί, μήτε τῶν ἄνω δείσας θεῶν μῆνιν μήτε τῶν ὑπὸ γῆς τιμωριῶν λεγομένων, ἀλλὰ ὡς εἰδὼς ἃ μηδαμῶς οἶδεν, καταφρονῶν τῶν παλαιῶν καὶ ὑπὸ πάντων εἰρημένων, παρανομεῖ, τούτῳ δεῖ τινος ἀποτροπῆς ἐσχάτης. θάνατος μὲν οὖν οὐκ ἔστιν ἔσχατον, οἱ δὲ ἐν Ἅιδου τούτοισι λεγόμενοι πόνοι ἔτι τε τούτων εἰσὶ μᾶλλον ἐν ἐσχάτοις, καὶ ἀληθέστατα λέγοντες οὐδὲν ἀνύτουσιν ταῖς τοιαύταις ψυχαῖς ἀποτροπῆς—οὐ γὰρ ἂν ἐγίγνοντό ποτε μητραλοῖαί τε καὶ τῶν ἄλλων γεννητόρων ἀνόσιοι πληγῶν τόλμαι—δεῖ δὴ τὰς ἐνθάδε κολάσεις περὶ τὰ τοιαῦτα τούτοισι τὰς ἐν τῷ ζῆν μηδὲν τῶν ἐν Ἅιδου λείπεσθαι κατὰ δύναμιν. ἔστω δὴ λεγόμενον τὸ μετὰ τοῦτο τῇδε· Ὃς ἂν τολμήσῃ πατέρα ἢ μητέρα ἢ τούτων πατέρας ἢ μητέρας τύπτειν μὴ μανίαις ἐχόμενος, πρῶτον μὲν ὁ προστυγχάνων καθάπερ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν βοηθείτω, καὶ ὁ μὲν μέτοικος ἢ ξένος εἰς προεδρίαν τῶν ἀγώνων καλείσθω βοηθῶν, μὴ βοηθήσας δὲ ἀειφυγίαν ἐκ τῆς χώρας φευγέτω· ὁ δὲ μὴ μέτοικος βοηθῶν μὲν ἔπαινον ἐχέτω, μὴ βοηθῶν δέ, ψόγον· δοῦλος δὲ βοηθήσας μὲν ἐλεύθερος γιγνέσθω, μὴ βοηθήσας δὲ πληγὰς ἑκατὸν τῇ μάστιγι τυπτέσθω, ἐν ἀγορᾷ μὲν ἂν γίγνηται τὸ γενόμενον, ὑπ᾽ ἀγορανόμων, ἐὰν δ᾽ ἐκτὸς ἀγορᾶς ἐν ἄστει, τῶν ἀστυνόμων κολάζειν τὸν ἐπιδημοῦντα, ἐὰν δὲ κατ᾽ ἀγροὺς τῆς χώρας που, τοὺς τῶν ἀγρονόμων ἄρχοντας. ἐὰν δ᾽ ἐπιχώριος ὁ παρατυγχάνων ᾖ τις, ἐάντε παῖς ἐάντε ἀνὴρ ἐάντ᾽ οὖν γυνή, ἀμυνέτω πᾶς τὸν ἀνόσιον ἐπονομάζων· ὁ δὲ μὴ ἀμύνων ἀρᾷ ἐνεχέσθω Διὸς ὁμογνίου καὶ πατρῴου κατὰ νόμον. ἐὰν δέ τις ὄφλῃ δίκην αἰκίας γονέων, πρῶτον μὲν φευγέτω ἀειφυγίαν ἐξ ἄστεος εἰς τὴν ἄλλην χώραν καὶ πάντων ἱερῶν εἰργέσθω· μὴ δὲ εἰργόμενον κολαζόντων αὐτὸν ἀγρονόμοι πληγαῖς καὶ πάντως ὡς ἂν ἐθέλωσιν, κατελθὼν δὲ θανάτῳ ζημιούσθω. ἐὰν δέ τις τῷ τοιούτῳ, ὅσοι ἐλεύθεροι, συμφάγῃ ἢ συμπίῃ ἤ τινα τοιαύτην ἄλλην κοινωνίαν κοινωνήσῃ, ἢ καὶ μόνον ἐντυγ χάνων που προσάπτηται ἑκών, μήτε εἰς ἱερὸν ἔλθῃ μηδὲν μήτ᾽ εἰς ἀγορὰν μήτ᾽ εἰς πόλιν ὅλως πρότερον ἢ καθήρηται, νομίζων κεκοινωνηκέναι ἀλιτηριώδους τύχης· ἐὰν δὲ ἀπειθῶν νόμῳ ἱερὰ καὶ πόλιν μιαίνῃ παρανόμως, ὃς ἂν τῶν ἀρχόντων   αἰσθόμενος μὴ ἐπάγῃ δίκην τῷ τοιούτῳ, ἐν εὐθύναις ἔστω τῶν κατηγορημάτων τῶν μεγίστων ἓν τοῦτο αὐτῷ.

[6]   εφέστιος

ἐφέστιος, -ον, ιων. τ. ἐπίστιος, -ον και ἐφίστιος, -ον (Α)

  1. αυτός που βρίσκεται στην εστία, στο σπίτι του (α. «ἐλθὼν ἀπολέσθαι ἐφέστιος», Ομ. Οδ.

β. «Τρῶες ἐφέστιοι ὅσσοι ἔασιν» — όσοι Τρώες βρίσκονται στα σπίτια τους, Ομ. Ιλ.)

  1. για ικέτες που κάθονται δίπλα στην εστία και ζητούν προστασία («ἱκέτης καὶ δόμων ἐφέστιος», Αισχύλ.)
  2. ξένος, φιλοξενούμενος («ἐλθόντ’ ἐς δόμους ἐφέστιον», Σοφ.)
  3. αυτός που κατοικεί με κάποιον («ἐφέστιον ἀθανάτοισιν» — που κατοικεί με τους αθανάτους», Απολλ. Ρόδ.)
  4. (γενικά) αυτός που ανήκει στο σπίτι ή στην οικογένεια («ἐφέστιοι εὐναί», Ευρ.)
  5. το ουδ. ως ουσ. α) ιων. τὸ ἐπίστιον

η οικογένεια, Ηρόδ.

β) τὸ ἐφέστιον

ο τόπος, η πατρίδα

  1. φρ. α) «ἐφέστιοι θεοί» — θεοί, προστάτες τού οικογενειακού βίου, στους οποίους ήταν αφιερωμένη η εστία και τών οποίων τα αγάλματα ήταν κοντά σ’ αυτήν

β) «Ζεὺς ἐπίστιος» ή «Ζεὺς ἐφέστιος»

Ζευς προστάτης τής φιλοξενίας

  1. το θηλ. ως ουσ. ἡ ἐπίστιος

το κρασί που προσφερόταν κατά την υποδοχή φιλοξενουμένου, το ανίσωμα* (δ. γρφ. ἀνισων).

[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἑστία].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

<Ἐφ᾽ ἑστίας> = ἀντὶ τοῦ κατ᾽ οἶκον. καὶ <Ἐφέστιον> ἀντὶ τοῦ ἐπὶ τὴν οἰκίαν γενόμενον, τουτέστιν ἔποικον. (Βλ. Λεξικό Σούδα).

[7]   επεύχομαι

ἐπεύχομαι και κυπρ. τ. ὐεύχομαι (AM)

εύχομαι, δέομαι για κάτι

μσν.

προσκυνώ («ἵστανται ἐπευχόμενοι τοὺς δεσπότας»)

αρχ.

  1. ικετεύω (α. «καὶ ἐπεύχετο πᾱσι θεοῑσιν νοστῆσαι», Ομ. Οδ.

β. «δύστηνος αἰσὶ κατθανεῑν ἐπηυχόμην», Σοφ.)

  1. εύχομαι να συμβεί κάτι («μηδὲν θανάτου μοῑραν ἐπεύχου τοῑσδε βαρυνθείς», Αισχύλ.)
  2. κάνω τάμα («ὧδ’ ἐπεύχομαι θύσειν τροπαῑα», Αισχύλ.)
  3. καταριέμαι
  4. υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι («Ἄργος πατρίδ’ ἐμὴν ἐπεύχομαι» — καυχιέμαι ότι πατρίδα μου είναι το Άργος, Ευρ.)

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[8]  <ἀραῖον> = κατάρατον. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου). <Ἀραιόσ> = Ῥαίω, τὸ φθείρω, γίνεται ῥαιός· καὶ πλεονασμῷ τοῦ α, ἀραιὸς, μετελθούσης τῆς δασείας τοῦ ρ εἰς τὸ α, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ ῥέζω, ἕρδω. (Βλ. Μέγα Ετυμολογικό Λεξικό).

[9]  Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 930.e.3 – 932.a.5» :

          Leg 930.e.3 ` to     Leg 932.a.5   Γονέων δὲ ἀμελεῖν οὔτε θεὸς οὔτε ἄνθρωπος νοῦν ἔχων σύμβουλός ποτε γένοιτ᾽ ἂν οὐδεὶς οὐδενί· φρονῆσαι δὲ χρὴ περὶ θεῶν θεραπείας τοιόνδε προοίμιον ἂν γενόμενον εἰς τὰς τῶν γεννησάντων τιμάς τε καὶ ἀτιμίας ὀρθῶς συντεταγμένον· Νόμοι περὶ θεοὺς ἀρχαῖοι κεῖνται πᾶσιν διχῇ. τοὺς μὲν γὰρ τῶν θεῶν ὁρῶντες σαφῶς τιμῶμεν, τῶν δ᾽ εἰκόνας ἀγάλματα ἱδρυσάμενοι, οὓς ἡμῖν ἀγάλλουσι καίπερ ἀψύχους ὄντας, ἐκείνους ἡγούμεθα τοὺς ἐμψύχους θεοὺς πολλὴν διὰ ταῦτ᾽ εὔνοιαν καὶ χάριν ἔχειν. πατὴρ οὖν ὅτῳ καὶ μήτηρ ἢ τούτων πατέρες ἢ μητέρες ἐν οἰκίᾳ κεῖνται κειμήλιοι ἀπειρηκότες γήρᾳ, μηδεὶς διανοηθήτω ποτὲ ἄγαλμα αὑτῷ, τοιοῦτον ἐφέστιον ἵδρυμα ἐν οἰκίᾳ ἔχων, μᾶλλον κύριον ἔσεσθαι, ἐὰν δὴ κατὰ τρόπον γε ὀρθῶς αὐτὸ θεραπεύῃ ὁ κεκτημένος.

{ΚΛ.} Τίνα δὴ τὴν ὀρθότητα εἶναι φράζεις;

{ΑΘ.} Ἐγὼ ἐρῶ· καὶ γὰρ οὖν ἄξιον, ὦ φίλοι, ἀκούειν τά γε δὴ τοιαῦτα.

{ΚΛ.} Λέγε μόνον.

{ΑΘ.} Οἰδίπους, φαμέν, ἀτιμασθεὶς ἐπηύξατο τοῖς αὑτοῦ τέκνοις ἃ δὴ καὶ πᾶς ὑμνεῖ τέλεα καὶ ἐπήκοα γενέσθαι παρὰ θεῶν, Ἀμύντορά τε Φοίνικι τῷ ἑαυτοῦ ἐπαρᾶσθαι παιδὶ θυμωθέντα καὶ Ἱππολύτῳ Θησέα καὶ ἑτέρους ἄλλοις μυρίους μυρίοις, ὧν γέγονε σαφὲς ἐπηκόους εἶναι γονεῦσι πρὸς τέκνα θεούς· ἀραῖος γὰρ γονεὺς ἐκγόνοις ὡς οὐδεὶς ἕτερος ἄλλοις, δικαιότατα. μὴ δή τις ἀτιμαζομένῳ μὲν διαφερόντως πατρὶ πρὸς παίδων καὶ μητρὶ θεὸν ἐπήκοον ἐν εὐχαῖς ἡγείσθω γίγνεσθαι κατὰ φύσιν, τιμωμένῳ δὲ ἄρα καὶ περιχαρεῖ σφόδρα γενομένῳ, καὶ διὰ τὰ τοιαῦτα εὐχαῖς λιπαρῶς εἰς ἀγαθὰ τοῖς παισὶ παρακαλοῦντος θεούς, οὐκ ἄρα τὰ τοιαῦτα ἀκούειν ἐξ ἴσου καὶ νέμειν ἡμῖν αὐτοὺς ἡγησόμεθα; ἀλλ᾽ οὐκ ἄν ποτε δίκαιοι νομῆς εἶεν ἀγαθῶν, ὃ δή φαμεν ἥκιστα θεοῖς εἶναι πρέπον.

{ΚΛ.} Πολύ γε.

{ΑΘ.} Οὐκοῦν διανοηθῶμεν, ὃ σμικρῷ πρότερον εἴπομεν, ὡς οὐδὲν πρὸς θεῶν τιμιώτερον ἄγαλμ᾽ ἂν κτησαίμεθα πατρὸς καὶ προπάτορος παρειμένων γήρᾳ καὶ μητέρων τὴν αὐτὴν δύναμιν ἐχουσῶν, οὓς ὅταν ἀγάλλῃ τις τιμαῖς, γέγηθεν ὁ θεός· οὐ γὰρ ἂν ἐπήκοος ἦν αὐτῶν. θαυμαστὸν γὰρ δήπου τὸ προγόνων ἵδρυμα ἡμῖν ἐστιν, διαφερόντως τῶν ἀψύχων· τὰ μὲν γὰρ θεραπευόμενα ὑφ᾽ ἡμῶν, ὅσα ἔμψυχα, συνεύχεται ἑκάστοτε, καὶ ἀτιμαζόμενα τἀναντία, τὰ δ᾽ οὐδέτερα, ὥστε ἂν ὀρθῶς τις χρῆται πατρὶ καὶ προπάτορι καὶ πᾶσι τοῖς τοιούτοις, πάντων πρὸς θεοφιλῆ μοῖραν κυριώτατα ἀγαλμάτων ἂν κεκτῇτο.

{ΚΛ.} Κάλλιστ᾽ εἶπες.

{ΑΘ.} Πᾶς δὴ νοῦν ἔχων φοβεῖται καὶ τιμᾷ γονέων εὐχάς, εἰδὼς πολλοῖς καὶ πολλάκις ἐπιτελεῖς γενομένας· τούτων οὖν οὕτω φύσει διατεταγμένων, τοῖς μὲν ἀγαθοῖς ἕρμαιον πρόγονοι γηραιοί, ζῶντες μέχρι τῶν ἐσχάτων τοῦ βίου, καὶ ἀπιόντες νέοι σφόδρα ποθεινοί, τοῖς δὲ κακοῖς εὖ μάλα φοβεροί. πᾶς δὴ τιμάτω πάσαις τιμαῖς ταῖς ἐννόμοις τοὺς αὑτοῦ γεννήτορας τοῖς νῦν πεισθεὶς λόγοις·

[10]  Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 706 – 709»:

       Supp 706 ` to     Supp 709  {Χο.}

τ γρ τεκντων σβας          

τρτον τδ ν θεσμοις      

Δκας γγραπται μεγιστοτμου.

Advertisements