Ύβρις μοιχείας


Όσο αφορά την περίπτωση των Θυέστιων δείπνων, λέγει ο Αίγισθος στον “Αγαμέμνονα” του Αισχύλου:

«ο Ατρέας, βασιλιάς αυτής της χώρας, πατέρας του Αγαμέμνονα, έβγαλε από την χώρα και από το παλάτι του τον δικό μου πατέρα και αδελφό του τον Θυέστη – είναι ακριβολογημένο – γιατί είχαν κάποια διαφωνία για το μοίρασμα της εξουσίας. Και ο δυστυχής ο Θυέστης ήλθε πίσω ικέτης στην εστία του αδελφού του πέφτοντας. Δεν τον πείραξε κανείς, ώστε να μολύνει το αίμα του το πατρικό τους σπίτι. Μα ο δύσθεος πατήρ τούτου εδώ, ο Ατρέας, ετοίμασε τα ξένια πρόθυμα πολύ, μα όχι και φιλικά. Και δήθεν πως εόρταζε χαρούμενα μια μέρα θυσίας, του έδωσε στο τραπέζι να γευθεί κρέατα των παιδιών του. Τα πόδια και τα δάχτυλα των χεριών τους τα έκρυψε με άλλα κομμάτια επάνω, ώστε δεν τα είδε, έτσι που καθόταν χωριστά. Και πήρε ανύποπτα αμέσως κι έφαγε. Και ο φαγωμός δεν σώθηκε, το βλέπεις, σε αυτό το γένος. Και έπειτα ο Θυέστης, όταν κατάλαβε το μυσαρό αυτό έργο, έπεσε να εμέση τα σφαχτά και καταράστηκε στους Πελεοπίδες μοίρα βαριά και δίνοντας στα δείπνα ένα λάκτισμα είπε μια δίκαιη κατάρα : έτσι να χαθεί όλο το γένος του Πλεισθένη.»[1]

Επίσης η Κασσάνδρα, στην τραγωδία του Αισχύλου «Αγαμέμνων», λέγει σχετικά με την κατάσταση που είχε περιέλθει το γένος της:

«Ένας χορός κακόφωνων δεν άφησε ποτέ τούτη την στέγη. Βέβαια δεν λέει τα καλά αυτή η συντροφιά. Και αφού ήπιε αίμα ανθρώπινο, για να τρανέψει πιο πολύ, μένει πια μέσα στο παλάτι, αυτή η χορωδία των συγγενικών Ερινυών. Και τραγουδούνε θρονιασμένες μέσα στα δώματα τραγούδι για την πρώτη αρχή της άτης. Και καταριούνται στην σειρά εκείνον, που για συμφορά του πάτησε στους αδελφού του το κρεβάτι.»[2]

Αλλά και ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος στην «Μυθική βιβλιοθήκη» λέγει ό,τι :

«Υιοί του Πέλοπα ήταν ο Πιτθέας, ο Ατρέας, ο Θυέστης και άλλοι. Γυναίκα του Ατρέα ήταν η Αερόπη, η κόρη του Κατρέα, που ερωτεύτηκε τον Θυέστη. Ο Ατρέας έταξε κάποτε να θυσιάσει στην Αρτέμιδα το κάλλιστο αρνί από τα κοπάδια του αν αυτά αυξηθούν. Όταν όμως εμφανίστηκε στο κοπάδι του ένα χρυσό αρνί, αμέλησε την ευχή που είχε κάνει να θυσιάσει στην Άρτεμη το κάλλιστο αρνί του κοπαδιού του, το έπνιξε και κράτησε τον χρυσόμαλλο δέρας για λογαριασμό του σε μια λάρνακα. Αυτό έδωσε η Αερόπη στον Θυέστη, όταν εκείνος την αποπλάνησε. Αποθνήσκων ο βασιλιάς των Μυκηνών Ευρυσθέας άτεκνος, χρησμός συμβούλευσε τους Μυκηναίους να κάνουν βασιλιά τους έναν από τους Πελοπίδες, τον Ατρέα ή τον αδελφό του τον Θυέστη. Όταν έγινε συζήτηση για την βασιλεία, ο Θυέστης δήλωσε στο πλήθος ότι πρέπει να πάρει τον θρόνο αυτός που έχει την χρυσή αρνάδα. Ο Ατρέας συμφώνησε, κι ο αδελφός του το παρουσίασε και έγινε βασιλιάς. Ο Ζεύς τότε στέλνει τον Ερμή στον Ατρέα και του λέει να συμφωνήσει με τον Θυέστη να βασιλεύσει ο Ατρέας, αν ο Ήλιος ακολουθήσει αντίθετη πορεία. Ο Θυέστης δέχτηκε και ο Ήλιος έδυσε στην ανατολή. Έτσι, αφού ο Θεός επιβεβαίωσε την αυθαιρεσία του Θυέστη, ο Ατρέας παρέλαβε τη βασιλεία και εξόρισε τον Θυέστη. Μαθαίνοντας όμως αργότερα για τη μοιχεία, του έστειλε κήρυκα και τον κάλεσε για συμφιλίωση. Και υποδυόμενος τον φίλο, έσφαξε τους γιούς, που είχε αποκτήσει εκείνος από μια Νύμφη Ναϊάδα, τον Αγλαό, τον Καλλιλέοντα και τον Ορχομενό, παρ’ όλο που είχαν καθίσει επί τον βωμό του Διός ως ικέτες. Στην συνέχεια, αφού τους διαμέλισε και τους έβρασε, τους παρέθεσε, χωρίς τα άκρα τους, στον Θυέστη. Κι όταν εκείνος έφαγε άφθονα, του έδειξε τα άκρα και τον έδιωξε από την χώρα. Ο Θυέστης, αναζητώντας οποιονδήποτε τρόπο για να εκδικηθεί τον Ατρέα, ζήτησε χρησμό για αυτό και πήρε απάντηση ότι αυτό θα γίνει, αν αποκτήσει για συνευρισκόμενος με την θυγατέρα του. Αυτό κι έκανε λοιπόν και απέκτησε από την θυγατέρα του τον Αίγισθο, ο οποίος όταν μεγάλωσε και έμαθε ότι είναι γιός του Θυέστη, σκότωσε τον Ατρέα και αποκατάστησε τον Θυέστη στον θρόνο.»[3]

Το πώς βρέθηκε η χρυσή αρνάδα στο κοπάδι του Ατρέα το αναφέρει ο Ευριπίδης στην τραγωδία του «Ηλέκτρα» όπου δια στόματος χορού λέγεται ότι:

«Χορός : οι παλαιοί των μύθοι το λένε, πως κάποτε ο Πάνας, των αγρών ο ταμίας, την χρυσή αρνάδα από της μανούλα της την πήρε τον μαστό και γλυκό αχό φυσώντας μέσα σε καλόδετο καλάμινο αυλό την έφερε από τα Αργείτικα όρη. Και σε βήμα πέτρινο ένας κήρυξ ανέβηκε και φώναζε : “στην αγορά ελάτε, Μυκηναίοι, στην αγορά να δείτε τα φάσματα δείγματα, οιωνός τύχης μακαρίων βασιλέων”.  Τότε χοροί παινεύανε των Ατρειδών τον οίκο. Και ανήγαν οι χρυσοστόλιστοι ναοί και σε όλη τη χώρα φεγγοβολούσαν οι επιβώμιες φωτιές και γλυκολαλούσεο από λωτόξυλο αυλός φθόγγο κάλλιστο, της Μούσας θεράπων. Τραγούδια εξυμνούσανε τη θαυμαστή αρνάδα και του Θυέστη λέγανε πως είναι. Γιατί, τη γλυκιά σαν πλάνεψε γυναίκα του Ατρέα, πλάγιασε μαζί της και τον οιωνό στον οίκο του τον πήρε. Και πάει και στην αγορά και κράζει πως στον οίκο του έχει τη χρυσή αρνάδα.  Τότε πια, τότε τον δρόμο των λαμπρών άστρων και το φέγγος του λαμπερού Ήλιου και της λευκοπρόσωπης Ηούς άλλαξε ο Ζεύς. Τα δυτικά τα μέρη  του ουρανού η θερμή περνάει του ήλιου φλόγα, η αναμμένη από τους Θεούς, πάνε τα νέφη της βροχής κατά τον βορά κι οι ξερότοποι, όπου κατοικεί ο Άμμωνας, μαραίνονται αδρόσιστοι, καθώς Δίοθεν στερήθηκαν τους όμβρους.»[4]

Όμως όπως είδαμε ο Ησίοδος λέγει :

«όποιος ανέβει στο κρεβάτι του αδελφού του για συνουσιαστεί με την γυναίκα του, κάνοντας ανάξια πράγματα.»[5]

Ως εκ τούτου η περίπτωση του Θυέστη και του Ατρέα δεν αποτελεί μόνο ύβρις προς ομόγνοιους αλλά αφορά και την περίπτωση της ύβρις λόγω μοιχείας με την/τον σύζυγο αδερφού/αδερφής και προς ικέτη.

Όμως, εκτός όσων είδαμε να λέγονται σχετικώς εκ του Ησιόδου – για την μήνις του Διός λόγω μοιχείας, ο Αισχύλος λέγει και το εξής:

«το συζυγικό κρεβάτι, που ενώνει άνδρα και γυναίκα σε μία μοίρα, φρουρείται από τη Δίκη και είναι κάτι και από τον όρκο πιο μεγάλο».[6]

Ευστάθιος Δ. Κεφάλας (Αμφικτύων) – 14/09/2014


[1]  Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 1583 – 1602» :

       Ag 1583 ` to     Ag 1602       Ἀτρεὺς γὰρ ἄρχων τῆσδε γῆς, τούτου πατήρ,

πατέρα Θυέστην τὸν ἐμόν, ὡς τορῶς φράσαι,

αὑτοῦ δ᾽ ἀδελφόν, ἀμφίλεκτος ὢν κράτει,

ἠνδρηλάτησεν ἐκ πόλεώς τε καὶ δόμων.

καὶ προστρόπαιος ἑστίας μολὼν πάλιν

τλήμων Θυέστης μοῖραν ηὕρετ᾽ ἀσφαλῆ,

τὸ μὴ θανὼν πατρῷον αἱμάξαι πέδον

αὐτός· ξένια δὲ τοῦδε δύσθεος πατὴρ

Ἀτρεύς, προθύμως μᾶλλον ἢ φίλως πατρὶ

τὠμῷ, κρεουργὸν ἦμαρ εὐθύμως ἄγειν

δοκῶν, παρέσχε δαῖτα παιδείων κρεῶν.

τὰ μὲν ποδήρη καὶ χερῶν ἄκρους κτένας

ἔθρυπτ᾽ ἄνωθεν ἀνδρακὰς καθημένοις

ἄσημ᾽· ὁ δ᾽ αὐτῶν αὐτίκ᾽ ἀγνοίᾳ λαβὼν

ἔσθει βορὰν ἄσωτον, ὡς ὁρᾷς, γένει.

κἄπειτ᾽ ἐπιγνοὺς ἔργον οὐ καταίσιον

ᾤμωξεν, ἀμπίπτει δ᾽ ἀπὸ σφαγὴν ἐρῶν,

μόρον δ᾽ ἄφερτον Πελοπίδαις ἐπεύχεται,

λάκτισμα δείπνου ξυνδίκως τιθεὶς ἀρᾷ,

οὕτως ὀλέσθαι πᾶν τὸ Πλεισθένους γένος.

[2]  Βλ. Αισχύλος «Αγαμέμνων, στ. 1186 – 1193» :

       Ag 1186 ` to     Ag 1193   τὴν γὰρ στέγην τήνδ᾽ οὔποτ᾽ ἐκλείπει χορὸς

σύμφθογγος οὐκ εὔφωνος· οὐ γὰρ εὖ λέγει.

καὶ μὴν πεπωκώς γ᾽, ὡς θρασύνεσθαι πλέον,

βρότειον αἷμα κῶμος ἐν δόμοις μένει,

δύσπεμπτος ἔξω, συγγόνων Ἐρινύων.

ὑμνοῦσι δ᾽ ὕμνον δώμασιν προσήμεναι

πρώταρχον ἄτης· ἐν μέρει δ᾽ ἀπέπτυσαν

εὐνὰς ἀδελφοῦ τῷ πατοῦντι δυσμενεῖς.

[3]  Βλ.  Απολλόδωρος ο Αθηναίος «Μυθική βιβλιοθήκη, επιτομή ΙΙ 10-14».

[4]  Βλ. Ευριπίδης «Ηλέκτρα, στ. 699 – 736» :

       Electra 699 ` to     Electra 736 {Χο.} ἀταλᾶς ὑπὸ †ματέρος Ἀργείων†

ὀρέων ποτὲ κληδὼν

ἐν πολιαῖσι μένει φήμαις

εὐαρμόστοις ἐν καλάμοις

Πᾶνα μοῦσαν ἡδύθροον

πνέοντ᾽, ἀγρῶν ταμίαν,

χρυσέαν ἄρνα καλλίποκον

πορεῦσαι. πετρίνοις δ᾽ ἐπιστὰς

κᾶρυξ ἰαχεῖ βάθροις·

Ἀγορὰν ἀγοράν, Μυκηναῖοι,

στείχετε μακαρίων

ὀψόμενοι τυράννων

φάσματα †δείματα.

χοροὶ δ᾽† Ἀτρειδῶν ἐγέραιρον οἴκους.

θυμέλαι δ᾽ ἐπίτναντο χρυσήλατοι,

σελαγεῖτο δ᾽ ἀν᾽ ἄστυ

πῦρ ἐπιβώμιον Ἀργείων·

λωτὸς δὲ φθόγγον κελάδει

κάλλιστον, Μουσᾶν θεράπων,

μολπαὶ δ᾽ ηὔξοντ᾽ ἐραταὶ

χρυσέας ἀρνὸς †ἐπίλογοι†

Θυέστου· κρυφίαις γὰρ εὐναῖς

πείσας ἄλοχον φίλαν

Ἀτρέως, τέρας ἐκκομίζει

πρὸς δώματα· νεόμενος δ᾽

εἰς ἀγόρους ἀυτεῖ

τὰν κερόεσσαν ἔχειν

χρυσεόμαλλον κατὰ δῶμα ποίμναν.

τότε δὴ τότε <δὴ> φαεν

νὰς ἄστρων μετέβασ᾽ ὁδοὺς

Ζεὺς καὶ φέγγος ἀελίου

λευκόν τε πρόσωπον ἀοῦς,

τὰ δ᾽ ἕσπερα νῶτ᾽ ἐλαύνει

θερμᾶι φλογὶ θεοπύρωι,

νεφέλαι δ᾽ ἔνυδροι πρὸς ἄρκτον,

ξηραί τ᾽ Ἀμμωνίδες ἕδραι

φθίνουσ᾽ ἀπειρόδροσοι,

καλλίστων ὄμβρων Διόθεν στερεῖσαι.

[5]  Βλ. Ησίοδος «Έργα και ημέρες, στ. 320 – 335» :

       Op 320 ` to     Op 335 χρήματα δ᾽ οὐχ ἁρπακτά, θεόσδοτα πολλὸν ἀμείνω·

εἰ γάρ τις καὶ χερσὶ βίῃ μέγαν ὄλβον ἕληται,

ἢ ὅ γ᾽ ἀπὸ γλώσσης ληίσσεται, οἷά τε πολλὰ

γίνεται, εὖτ᾽ ἂν δὴ κέρδος νόον ἐξαπατήσῃ

ἀνθρώπων, αἰδῶ δέ τ᾽ ἀναιδείη κατοπάζῃ,

ῥεῖα δέ μιν μαυροῦσι θεοί, μινύθουσι δὲ οἶκον

ἀνέρι τῷ, παῦρον δέ τ᾽ ἐπὶ χρόνον ὄλβος ὀπηδεῖ.

Ἶσον δ᾽ ὅς θ᾽ ἱκέτην ὅς τε ξεῖνον κακὸν ἔρξει,

ὅς τε κασιγνήτοιο ἑοῦ ἀνὰ δέμνια βαίνῃ

[κρυπταδίῃς εὐνῇς ἀλόχου, παρακαίρια ῥέζων],

ὅς τέ τευ ἀφραδίῃς ἀλιταίνητ᾽ ὀρφανὰ τέκνα,

ὅς τε γονῆα γέροντα κακῷ ἐπὶ γήραος οὐδῷ

νεικείῃ χαλεποῖσι καθαπτόμενος ἐπέεσσι·

τῷ δ᾽ ἦ τοι Ζεὺς αὐτὸς ἀγαίεται, ἐς δὲ τελευτὴν

ἔργων ἀντ᾽ ἀδίκων χαλεπὴν ἐπέθηκεν ἀμοιβήν.

ἀλλὰ σὺ τῶν μὲν πάμπαν ἔεργ᾽ ἀεσίφρονα θυμόν.

[6]  Βλ. Αισχύλος «Ευμενίδες, στ. 217- 218» :

          Eum 217 ` to     Eum 218 εὐνὴ γὰρ ἀνδρὶ καὶ γυναικὶ μόρσιμος

ὅρκου ᾽στὶ μείζων τῇ δίκῃ φρουρουμένη.